λακτίζω
λακτίζω
λακτιῶ, ἐλάκτισα, λελάκτικα, ἐλακτίσθην, kick.
{ "headword": "λακτίζω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-1385", "definition": "λακτίζω\nλακτιῶ, ἐλάκτισα, λελάκτικα, ἐλακτίσθην, kick.", "key": "lakti/zw", "type": "textpart" }