κατακλείω
κατακλείω
[κλείω, -κλείσω, ἔκλεισα, κέκλειμαι, ἐκλείσθην, shut], shut up, shut in.
{ "headword": "κατακλείω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-1249", "definition": "κατακλείω\n[κλείω, -κλείσω, ἔκλεισα, κέκλειμαι, ἐκλείσθην, shut], shut up, shut in.", "key": "kataklei/w", "type": "textpart" }