εὐεργετέω
εὐεργετέω
εὐεργετήσω, εὐεργέτησα, εὐεργέτηκα, εὐεργέτημαι, εὐεργετήθὴν [ἔργον, deed], do a good service, confer a benefit.
{ "headword": "εὐεργετέω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-1009", "definition": "εὐεργετέω\nεὐεργετήσω, εὐεργέτησα, εὐεργέτηκα, εὐεργέτημαι, εὐεργετήθὴν [ἔργον, deed], do a good service, confer a benefit.", "key": "eu)ergete/w", "type": "textpart" }