φύρω
φύρω (redupl. pffut. pass. πεφύρσεσθαι, Schwyz., 1. 783.)
{ "headword": "φύρω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.atlas_v1:pindar-slater-n5084", "citations": [], "senses": [ { "definition": "", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.atlas_v1:pindar-slater-n5084-0", "children": [ { "label": "1", "definition": "foul βελέων ὑπὸ ῥιπαῖσι κείνου φαιδίμαν γαίᾳ πεφύρσεσθαι κόμαν ἔνεπεν ( πεφυρήσεσθαι v. l.) N. 1.68 met., confound, “ ἀλλά μιν ποταμῷ σχεδὸν μολόντα φύρσει βαιοῖς σὺν ἔντεσιν ποτὶ πολὺν στρατόν” ( ἀποκτενεῖ Σ.) Pae. 2.73", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.atlas_v1:pindar-slater-n5084-0-0", "citations": [ { "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:citations.atlas_v1:pindar-slater-21838", "data": { "quote": "βελέων ὑπὸ ῥιπαῖσι κείνου φαιδίμαν γαίᾳ πεφύρσεσθαι κόμαν ἔνεπεν ( πεφυρήσεσθαι v. l.)", "ref": "N. 1.68", "urn": "urn:cts:greekLit:tlg0033.tlg003.perseus-grc2:1.68" } }, { "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:citations.atlas_v1:pindar-slater-21839", "data": { "quote": "ἀλλά μιν ποταμῷ σχεδὸν μολόντα φύρσει βαιοῖς σὺν ἔντεσιν ποτὶ πολὺν στρατόν” ( ἀποκτενεῖ Σ.)", "ref": "Pae. 2.73", "urn": "urn:cts:greekLit:tlg0033.tlg005" } } ], "children": [] } ] } ], "key": "fu/rw", "orig_orth": "φύρω" }