View word page
ἄλπνιστος
ἄλπνιστος

ShortDef

sweetest, loveliest

Debugging

Headword:
ἄλπνιστος
Headword (normalized):
ἄλπνιστος
Headword (normalized/stripped):
αλπνιστος
Intro Text:
ἄλπνιστος
IDX:
373
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.atlas_v1:pindar-slater-n373
Key:
a)/lpnistos

Senses and Citations (From Data)

urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.atlas_v1:pindar-slater-n373-0
Children (1)
1
urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.atlas_v1:pindar-slater-n373-0-0
sweetest (v. Wackernagel, Kl. Schr. 831) δύο δέ τοι ζωᾶς ἄωτον μοῦνα ποιμαίνοντι τὸν ἄλπνιστον ( Σγρ.: ἀνέλπιστον codd. et lex.: ἄλπιστον Calliergus: τὸν ἥδιστον καὶ προσηνέστατον. Σ.) I. 5.12
Citations (1)
urn:cite2:scaife-viewer:citations.atlas_v1:pindar-slater-1309
I. 5.12
δύο δέ τοι ζωᾶς ἄωτον μοῦνα ποιμαίνοντι τὸν ἄλπνιστον ( Σγρ.: ἀνέλπιστον codd. et lex.: ἄλπιστον Calliergus: τὸν ἥδιστον καὶ προσηνέστατον. Σ.)
urn:cts:greekLit:tlg0033.tlg004.perseus-grc2:5.12

Citations (From Models)

{'quote': 'δύο δέ τοι ζωᾶς ἄωτον μοῦνα ποιμαίνοντι τὸν ἄλπνιστον ( Σγρ.: ἀνέλπιστον codd. et lex.: ἄλπιστον Calliergus: τὸν ἥδιστον καὶ προσηνέστατον. Σ.)', 'ref': 'I. 5.12', 'urn': 'urn:cts:greekLit:tlg0033.tlg004.perseus-grc2:5.12'}

Data

{
  "headword": "ἄλπνιστος",
  "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.atlas_v1:pindar-slater-n373",
  "citations": [],
  "senses": [
    {
      "definition": "",
      "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.atlas_v1:pindar-slater-n373-0",
      "children": [
        {
          "label": "1",
          "definition": "sweetest (v. Wackernagel, Kl. Schr. 831) δύο δέ τοι ζωᾶς ἄωτον μοῦνα ποιμαίνοντι τὸν ἄλπνιστον ( Σγρ.: ἀνέλπιστον codd. et lex.: ἄλπιστον Calliergus: τὸν ἥδιστον καὶ προσηνέστατον. Σ.) I. 5.12",
          "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.atlas_v1:pindar-slater-n373-0-0",
          "citations": [
            {
              "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:citations.atlas_v1:pindar-slater-1309",
              "data": {
                "quote": "δύο δέ τοι ζωᾶς ἄωτον μοῦνα ποιμαίνοντι τὸν ἄλπνιστον ( Σγρ.: ἀνέλπιστον codd. et lex.: ἄλπιστον Calliergus: τὸν ἥδιστον καὶ προσηνέστατον. Σ.)",
                "ref": "I. 5.12",
                "urn": "urn:cts:greekLit:tlg0033.tlg004.perseus-grc2:5.12"
              }
            }
          ],
          "children": []
        }
      ]
    }
  ],
  "key": "a)/lpnistos",
  "orig_orth": "ἄλπνιστος"
}