urn:cts:greekLit:tlg0012.tlg002.perseus-grc2:20.354 (line)

urn:cts:greekLit:tlg0012.tlg002.perseus-grc2:20.354
Descendant Count: 1
REF: 20.354
αἵματι δʼ ἐρράδαται τοῖχοι καλαί τε μεσόδμαι·
PREV (urn:cts:greekLit:tlg0012.tlg002.perseus-grc2:20.353)
NEXT (urn:cts:greekLit:tlg0012.tlg002.perseus-grc2:20.355)

Metadata

{}

Tokens

Value Word Value Subref Value Position Index VE Ref Space After Alignments
αἵματι αἵματι αἵματι[1] 1 73638 20.354.t1 True Odyssey Sentence Alignment (Crane)
δʼ δʼ δʼ[1] 2 73639 20.354.t2 True
ἐρράδαται ἐρράδαται ἐρράδαται[1] 3 73640 20.354.t3 True
τοῖχοι τοῖχοι τοῖχοι[1] 4 73641 20.354.t4 True
καλαί καλαί καλαί[1] 5 73642 20.354.t5 True
τε τε τε[1] 6 73643 20.354.t6 True
μεσόδμαι· μεσόδμαι μεσόδμαι[1] 7 73644 20.354.t7 True

Dictionary Citations

LSJ

μεσόδμη
tie-beam, τοῖχοι μεγάρων καλαί τε μεσόδμαι Od. 19.37, cf. 20.354 (expld. by Aristarch. as = μεσόστυλα, by others as τὰ μεταξὺ τῶν δοκῶν διαστήματα, cf. Hsch.); κρεμάσαι χρὴ τὸν ἄνθρωπον τῶν ποδῶν πρὸς μεσόδμην Hp. Art. 70; expld. as τὸ μέγα ξύλον ἀπὸ τοῦ ἑτέρου τοίχου πρὸς τὸν ἕτερον διῆκον Gal. ad Hp. l.c. (18(1).738), cf. IG ll. cc., SIG 248 N 8 ( Delph., iv B. C.), Q.S. 13.451.
ῥαίνω
1 ῥάσσατε (sc. δῶμα ὕδατι) Od. 20.150; ῥᾶνον δόμους Com.Adesp. 1211, cf. Thphr. CP 4.3.3; ὕδατι τοὺς λειποψυχοῦντας Id. Fr. 10.6; φόνῳ πεδίον Pi. I. l.c.; ἐλαίῳ ῥήνας Hp. Fract. 21; ἐκ καλπίδων μύροις ῥ. Plb. 30.25.17:— Pass., πύργοι καὶ ἐπάλξιες αἵματι φωτῶν ἐρράδατʼ Il. 12.431; αἵματι δʼ ἐρράδαται τοῖχοι Od. 20.354; αἵματι βωμὸς ἐραίνετʼ E. IA [1589]; τὰ πρόσωπα διὰ τὸ ῥαίνεσθαι μέλανα γίνεται Arist. HA 579a2.

cunliffe_lex

μεσόδμη
μεσόδμη -ης, ἡ [μέσος + δμ-, δέμω.] 1 In a ship, a sort of box in which the mast was set (prob.= ἱστοπέδη) : ἱστὸν κοίλης ἔντοσθε μεσόδμης στῆσαν Od. 2.424= Od. 15.289. 2 In a house, prob., a base or pedestal supporting a column Od. 19.37, Od. 20.354.
ῥαίνω
ῥαίνω Aor. imp. pl. ῥάσσατε Od. 20.150. 3 pl. pf. pass. ἐρράδαται Od. 20.354. 3 pl. plupf. ἐρράδατο Il. 12.431. To sprinkle, besprinkle : ῥαίνοντο κονίῃ Il. 11.282, αἵματʼ ἐρράδατο Il. 12.431. Cf. Od. 20.150 (i.e. with water), 354.
τοῖχος
τοῖχος -ου, ὁ. 1 The wall of a house, room or courtyard : τοῖχον δώματος Il. 16.212. Cf. Il. 9.219, Il. 18.374, Il. 24.598 : θρόνοι περὶ τοῖχον ἐρηρέδατο Od. 7.95, ἐπήσκηταί οἱ αὐλὴ τοίχῳ καὶ θριγκοῖσιν Od. 17.267. Cf. Od. 2.342, Od. 7.86, Od. 19.37, Od. 20.302, 354, Od. 22.24, 126, 259 = 276, Od. 23.90. 2 In pl., the sides (of a ship) : νηὸς ὑπὲρ τοίχων Il. 15.382. Cf. Od. 12.420.