urn:cts:greekLit:tlg0012.tlg002.perseus-grc2:20.278 (line)

urn:cts:greekLit:tlg0012.tlg002.perseus-grc2:20.278
Descendant Count: 1
REF: 20.278
ἄλσος ὕπο σκιερὸν ἑκατηβόλου Ἀπόλλωνος.
PREV (urn:cts:greekLit:tlg0012.tlg002.perseus-grc2:20.277)
NEXT (urn:cts:greekLit:tlg0012.tlg002.perseus-grc2:20.279)

Metadata

{}

Tokens

Value Word Value Subref Value Position Index VE Ref Space After Alignments
ἄλσος ἄλσος ἄλσος[1] 1 73096 20.278.t1 True Odyssey Sentence Alignment (Crane)
ὕπο ὕπο ὕπο[1] 2 73097 20.278.t2 True
σκιερὸν σκιερὸν σκιερὸν[1] 3 73098 20.278.t3 True
ἑκατηβόλου ἑκατηβόλου ἑκατηβόλου[1] 4 73099 20.278.t4 True
Ἀπόλλωνος. Ἀπόλλωνος Ἀπόλλωνος[1] 5 73100 20.278.t5 True

Dictionary Citations

LSJ

σκιερός
shady, giving shade, ἐν νέμεϊ σκιερῷ Il. 11.480; ἄλσος ὕπο σκιερόν Od. 20.278; σκιαρόν τε φύτευμα Pi. O. 3.18; σκιεροῖσιν ὑφʼ ἕρνεσιν Ibyc. 1.5; σκιερᾷ δάφνᾳ E. IT 1246 (lyr.); ὦ σκιερὰ φυλλάς Id. Fr. 308 (anap.); ὄρος σκιερόν Ar. Av. 349 (lyr.); σκιεροῖσι πόθοισι longings for the shade, Opp. H. 4.438.
ὑπό
2 under an object, without sense of motion, Ἀρκαδίην ὑ. Κυλλήνης ὄρος Il. 2.603, cf. 824, etc.; ἰκριώσασι ὑ. τὴν ὀροφήν IG 1(2).374.76; ἐργασαμένοις τὸ ἄνθεμον ὑ. τὴν ἀσπίδα ib. 371.9; τὰ μὲν ὑ. τὸν λόφον καὶ τὰμ φάραγγα Inscr.Prien. 37.162 (ii B.C.); ἀνθέντω ὑ. τὸν ναὸν τᾶς Δάματρος IG 5(1).1498.13 (loc. inc., ii B.C.); ὅσσοι ἔασιν ὑπʼ ἠῶ τʼ ἠέλιόν τε everywhere under the sun, Il. 5.267; ὑπʼ αὐγὰς ἠελίοιο φοιτῶσι Od. 2.181; τῶν ὑ. τοῦτον τὸν ἥλιον . . ἀνθρώπων D. 18.270; τὰ ὑ. τὴν ἄρκτον Hdt. 5.10, cf. Arist. Mete. 362a17; οἴκησις ἡ λεγομένη ὑ. τὸν πόλον Gem. 5.38, cf. 16.21, al.; ὑ. τὸν οὐρανόν LXX Ex. 17.14, al., UPZ 106.14 (i B.C.); τὸ ὑ. τὴν ἀκρόπολιν Th. 2.17; ὁ ὑ. γῆν λεγόμενος εἶναι θεός Hdt. 7.114, cf. Il. 19.259; ὑ. γῆν is more freq. than ὑ. γῆς in Arist., Mete. 349b29, al., in Hipparch., 1.3.10, al., and entirely supersedes ὑ. γῆς in Hdt., 2.124, 125, 127, 148, 150, 3.102, 4.195, 7.114, and Gem., 2.19, al.; it is found also in Plb. 21.28.11, etc.; ὑ. γῆν the nadir, opp. μεσουράνημα, PLond. 1.98r. 49, 110.33 (i/ii A.D.); also ἄγχε δέ μιν . . ἱμὰς ἁπαλὴν ὑ. δειρήν Il. 3.371; Τρῶες . . πτῶσσον ὑ. κρημνούς 21.26; ἀγέροντο . . ἄλσος ὕ. σκιερόν Od. 20.278; τρωφεὶς ὑ. τὸν ὀφθαλμόν IG 42(1).122.120 ( Epid., iv B.C.); οὐλὴ ὑπʼ ὀφθαλμὸν δεξιόν PCair.Zen 76.13 (iii B.C.); ὑ. τὸ μέρος τοῦ ἐνοφειλομένου ὑπογραψάτω ὅσον ἰδίᾳ ἔχει PRev.Laws 19.2 (iii B.C.); κείμενος ὑ. τὸν ὀμφαλόν Sor. 1.7, cf. 67, al.; ὑ. τὰς πύλας ἵππων πόδες φαίνονται Th. 5.10; μὴ ὑποτιθέναι κύλικα ὑ. τὴν κλίνην IG 12(5).593 A 21 ( Ceos, v B. C.); ὑ. τὸν ὀδόν ib. 42(1).102.249 ( Epid., iv B.C.); καταψύξατε ὑ. τὸ δένδρον LXX Ge. 18.4; ὑ. τὸν λέβητα ib. Ec. 7.7(6); ὑ. τοὺς πόδας ib. La. 3.34; εἰς τοὺς ὑ. πόδα χωρεῖ τόπους Dsc. 5.75 (v. πούς 1.6 g); ἡ ὑ. πόδα (sc. γραμμή) the base of a triangle, Hero *Mens. 55; also ὑπʼ αὐγὰς . . λεύσσουσαι πέπλους holding them up to the light, E. Hec. 1154; also ὑ. τὸν ὀφθαλμόν close to the eye, Arist. Pr. 874a9; ὑποκειμένης τῆς Εὐβοίας ὑ. τὴν Ἀττικήν Isoc. 4.108; ὑπʼ αὐτὴν ἐσχάτην στήλην ἔχων ἔχριμπτʼ ἀεὶ σύριγγα S. El. 720; εἰ θεωρήσειεν ὑπʼ αὐγὰς τὸν ἀνθρώπειον βίον Iamb. Protr. 8 (cf. αὐγή I): of subordinate position. κατακλίνεσθαι ὑ. τινά Luc. Symp. 9; τίς ὑ. τίνα; who is next to whom, Onos. 10.2.

cunliffe_lex

ἄλσος
ἄλσος τό. 1 A grove Il. 20.8: Od. 10.350, Od. 17.208. 2 A sacred grove: Ὀγχηστόν, Ποσιδήϊον ἀ. (i.e. O. with its grove) Il. 2.506: Ἀθήνης Od. 6.291. Cf. Od. 6.321, Od. 9.200, Od. 10.509, Od. 20.278.
ἑκατηβόλος
ἑκατηβόλος (ϝεκατηβόλος) [ἑκατη-, conn. with ἑκάς + βολ-, βάλλω. Cf. ἑκηβόλος.] The far-shooter. Epithet or a name of Apollo Il. 1.370, Il. 5.444 = Il. 16.711, Il. 15.231, Il. 17.333: Od. 8.339, Od. 20.278.
σκιερός
σκιερός [σκιή.] Shadowy, shady : νέμεϊ Il. 11.480 : ἄλσος Od. 20.278.