<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg043.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><head>ΚΕΦ. Γ.</head><p>Περὶ ψευδαδελφων ἀρνησιθέων, καὶ ὅτι ἡ εἰς Χριστὸν εὐσέβεια Πατρὸς
ὁμολογία· ἡ γὰρ τοῦ Πατρὸς ὁμολογία τοῦ Υἱοῦ ἐστι θεολογία.</p><lb n="20"/><lb n="18"/><p>Παιδία, ἐσχάτη ὥρα ἐστί· καὶ καθὼς ἠκούσατε, ὅτι
ὁ Ἀντίχριστος ἔρχεται, καὶ νῦν Ἀντίχριστοι πολλοὶ
γεγόνασιν· ὅθεν γινώσκομεν ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν.</p><p>Προτρεψάμενος εἰς ἔργα λαμπρὰ ἀπὸ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ,
προτρέπεται καὶ ἐκ τοῦ καιροῦ, ὅτι ἐπὶ θύραις ἤδη τούτου τοῦ <lb n="25"/>
κόσμου τὸ τέλος, καὶ τεκμήριον τὸ τὴν πονηρίαν πλεονάσαι. ἥξει
μὲν γάρ, φησιν, ἐπὶ τέλει τοῦ κόσμου ὁ Ἀντίχριστος· ἀλλ’ ἰδοὺ
ἤδη πεφανέρωται ἐν τῷ κόσμῳ· προώδευσαν γὰρ αὐτοῦ αἱ αἱρέσεις,
αἵτινές εἰσιν αὐτοῦ φίλαι καὶ ἀδελφαί· ὁμοίως γὰρ ἑκάτεραι
βλασφημοῦσιν εἰς τὸν Χριστὸν, οἵτε αἱρετικοὶ καὶ ὁ υἱὸς τῆς <lb n="30"/>
ἀπωλείας.</p><p>Σευήρου. Καὶ Ἰωάννης δὲ ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ ὁ Ἀπόστολος
<note type="footnote">f Sic.</note>

<pb n="118"/>
φήσας, “ παιδία, ἐσχάτη ὥρα ἐστὶν, οὐκ ἐψεύσατο, καὶ γὰρ
ὥρας ἔθος καλεῖν, οὐ τὰς τῶν ἡμερῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς ὅλας
τοῦ ἔτους· διαιρεῖται γὰρ πᾶς ὁ ἐνιαυσιαῖος κύκλος εἰς ἐαρινὴν
καὶ θερινὴν καὶ μετοπωρινὴν καὶ χειμερινὴν ὥραν· χειμὼν δὲ ὡς
ἀληθῶς ἦν ὁ τῆς ἀθείας, ὁ κατακρατήσας παντὸς κόσμου, καθ’ ὃν <lb n="5"/>
ἀκαρπία πᾶσα πνευματικὴ, καὶ τῆς τοῦ Θείου Πνεύματος πυρώσεως
ψύξις, καὶ ἐρημία παντελὴς τῶν ἐξ οὐρανοῦ δωρεῶν κἀς ὅλης
τῆς γῆς, ὅτε Χριστὸς ἡμῖν διὰ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας, ὁ ἥλιος
τῆς δικαιοσύνης ἀνέτειλε. καὶ ἄλλως δὲ πεντακισχιλίων ἐνιαυτῶν
παραδραμόντων, ἐξ οὗ γέγονεν ὁ κόσμος, ὡς τὰ Μώσεως ἡμῖν <lb n="10"/>
παραδέδωκε γράμματα, καὶ ἀπὸ τῆς Χριστοῦ παρουσίας οὔπω
πεπληρωμένων ἑξακοσίων ἤγουν ἑπτακοσίων ἣ χιλίων ἐτῶν, δῶμεν
γὰρ οὕτω, πῶς οὐκ ἔξω λόγου φανήσεται τῶν ἑξακοσίων ἐτῶν ἣ
χιλίων, εἰ τύχοι, τὰς ἡμέρας, πρὸς τὰς τῶν πεντακισχιλίων
παρεξεταζομένας, ἐσχάτας καλεῖν; ταύταις δὲ ταῖς ἐννοίαις συνωδᾶ f <lb n="15"/>
καὶ τὸν ἁγιώτατον τῆς Κωνσταντίνου πόλεως Ἐπίσκοπον Ἰωάννην,
ἐν τῷ λδ΄ λόγῳ τοῦ εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ὑπομνήματος,
εὑρίσκομεν g εἰρηκότα ταυτί· “ πόθεν γὰρ οἶδας, ἄνθρωπε, ὅτι οὐκ
“ ἐγγὺς τὸ τέλος, καὶ μετὰ βραχὺν χρόνον ἀπαντήσεται τὰ εἰρη-
“ μένα ; ὥσπερ γὰρ τοῦ ἐνιαυτοῦ τὸ τέλος οὐ τὴν ἐσχάτην ἡμέραν <lb n="20"/>
“ λέγομεν εἶναι, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔσχατον μῆνα, καίτοιγε λ΄ ἡμέρας
“ ἔχοντα· οὕτω καὶ τῶν τοσούτων ἐτῶν, κἂν τριακόσια ἔτη τέλος
“εἴπω, οὐχ ἁμαρτήσομαι.”</p><lb n="19"/><p>Ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ’ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν· εἰ γὰρ
ἦσαν ἐξ ἡμῶν, μεμενήκεισαν ἂν μεθ’ ἡμῶν· ἀλλ’ ἵνα <lb n="25"/>
φανερωθῶσιν, ὅτι οὐκ εἰσὶ πάντες ἐξ ἡμῶν.</p><p>Τοῦτό φησιν, ἐπειδὴ γεγονότες μαθηταὶ, ἀπέστησαν μὲν τῆς
ἀληθείας, ἰδίας δὲ ἐπινοίας βλασφημιῶν ἐξεῦρον· ἀλλ’ εἰ καὶ
μεθ’ ἡμῶν ἦσαν πάλαι, φησι, οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν· ἐπεὶ εἰ ἦσαν
ἡμέτεροι, μετὰ τῶν ἰδίων ἔμειναν ἃν, νῦν δὲ εἰσὶν ἀλλότριοι.</p><lb n="30"/><lb n="20"/><p>Καὶ ὑμεῖς χρῖσμα ἔχετε ἀπὸ τοῦ Ἁγίου, καὶ οἴδατε
<lb n="21"/> πάντα. οὐκ ἔγραψα ὑμῖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἀλήθειαν,
ἀλλ’ ὅτι οἴδατε αὐτήν.</p><note type="footnote">f Sic. g εὐρήσκομεν Cod.</note><pb n="119"/><p>Ὅπερ ἕκαστος ἔλαβε διὰ τοῦ ἰδίου βάπτ’ ἴσ’ μάτος.</p><p>Σευήρου ἐκ τῆε πρὸσ Ἡρακλιανὸν h Ἐπιστολῆσ. Χριστοί
εἰσιν, οὐχ οἱ προφῆται μόνον, καὶ ἅγιοι κατ’ ἐκείνους καὶ
πρὸ ἐκείνων ἄνδρες, ἀλλ’ ἐξαιρέτως καὶ πάντες οἱ εἰς τὸν μέγαν
καὶ μόνον καὶ ἀληθῆ Χριστὸν καὶ Σωτῆρα Θεὸν πιστεύσαντες <lb n="5"/>
ὕστερον, καὶ νῦν ἔτι πιστεύοντες· καὶ ἐν τῷ θείῳ τῆς παλιγγενεσίας
λουτρῷ καὶ βαπτίσματι συμβολικῶς τῷ μύρῳ χριόμενοι,
καὶ τὴν διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματες υἱοθεσίαν λαμβάνοντες, καὶ τὰς
πλουσίας παρ’ αὐτοῦ δωρεὰς, δι’ ὧν γινόμεθα κληρονόμοι Θεοῦ,
καὶ συγκληρονόμοι Χριστοῦ.</p><lb n="10"/><lb n="22"/><p>Καὶ ὅτι πᾶν ψεῦδος ἐκ τῆς ἀληθείας οὐκ ἔστι. τίς
ἐστιν ὁ ψεύστης, εἰ μὴ ὁ ἀρνούμενος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ
ἔστιν ὁ Χριστός ; οὗτός ἐστιν ὁ Ἀντίχριστος.</p><p>Τοιαύτη γὰρ ἡ αἵρεσις ἦν ἡ ἀπὸ Σίμωνος, ἡ λέγουσα ἄλλον
εἶναι τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἄλλον τὸν Χριστόν. τὸν μὲν Ἰησοῦν βούλονται <lb n="15"/>
εἶναι ἐκ Μάριας ἄνθρωπον, τὸν δὲ Χριστὸν τὸν ἐπὶ τοῦ
Ἰορδάνου καταβάντα ἐξ οὐρανῶν ἐν εἴδει περιστερᾶς. ἀναθεματίζει
οὖν τοὺς οὕτω φρονοῦντας, καὶ τὸ τοῦ διαβόλου περιτίθησιν
ὄνομα τε καὶ πρᾶγμα.</p><p>Ὁ ἀρνούμενος τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν.</p><lb n="20"/><p>Ἄλλοι πάλιν τινὲς ἐξεληλύθεισαν αἱρεσιῶται λέγοντες, ἄλλον
Πατέρα εἶναι, καὶ ἀκατονόμαστον παρὰ τοῦτον, τὸν λεγόμενον
Πατέρα τοῦ Χριστοῦ. αὐτοὶ οὖν οὗτοι καὶ τὸν Ἰησοῦν ἀρνοῦνται,
διὰ τοῦ ἄνθρωπον ψιλὸν λέγειν, καὶ μὴ κατὰ φύσιν Θεὸν ὡς ἐκ
ἕου ὄντα.</p><lb n="25"/><lb n="23"/><p>Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν Υἱὸν, οὐδὲ τὸν Πατέρα ἔχει.</p><p>Καὶ ἕτεροι τινες πάλιν ἀρνούμενοι τὸν Υἱὸν προσποιοῦνται
εἰδέναι τὸν Πατέρα τοῦτο δὲ ἴστωσαν ὅτι οὐδὲ τὸν Πατέρα
ἐπίστανται· εἰ γὰρ ᾔδεσαν τὸν Πατέρα, ᾔδεσαν ὅτι καὶ Υἱοῦ
Πατήρ ἐστι τοῦ μονογενοῦς· τοῦτο δὲ ἁρμόσει μὲν καὶ Ἰουδαίοις, <lb n="30"/>
καθὸ λέγοντες εἰδέναι τὸν Πατέρα, οὐχ ὁμολογοῦσι τὸν Υἱόν·
ἁρμόσει δὲ καὶ τοῖς ἐκ Σίμωνος· καὶ αὐτοὶ γὰρ τῆς αὐτῆς
ἀσεβείας μετέχουσιν.</p><note type="footnote">h Ἡρακλιανὴν Cod.</note><pb n="120"/><lb n="24"/><p>Ὁ ὁμολογῶν τὸν Υἱὸν καὶ τὸν Πατέρα ἔχει. ὑμεῖς
οὖν ὃ ἠκούσατε ἀπ’ ἀρχῆς ἐν ὑμῖν μενέτω. ἐὰν ἐν ὑμῖν
μείνῃ ὃ ἀπ’ ἀρχῆς ἠκούσατε, καὶ ὑμεῖς ἐν τῷ Υἱῷ καὶ
<lb n="25"/> ἐν τῷ Πατρὶ μενεῖτε. καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία, ἢν
αὐτὸς ἐπηγγείλατο ἡμῖν, τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον.</p><lb n="5"/><p>Ἀπαγορεύσας τὴν ἀσέβειαν, καὶ τῆς εὐσεβείας διδάσκει τὸ
δόγμα, καὶ τοῖς ἀκούουσιν ἀντέχεσθαι παραινεῖ, λέγων ἐξ αὐτοῦ
κοινωνίαν αὐτοὺς ἔχειν καὶ πρὸς τὸν Πατέρα καὶ πρὸς τὸν Υἱὸν, καὶ
ἐπαγγελίαν αἰωνίου ζωῆς.</p><p>* Περὶ Θείου καὶ Πνευματικοῦ χαρίσματος ἐν ἁγιασμῷ ἐπ’ ἐλπΙδι εἰς <lb n="10"/>
γνῶσιν Θεοῦ.</p><lb n="26"/><p>Ταῦτα ἔγραψα ὑμῖν περὶ τῶν πλανώντων ὑμᾶς.</p><p>Τούτους, φησιν, ἅπαντας τοὺς λογισμοὺς διεξῆλθον διὰ τὰς
ἐξεληλυθυίας αἱρέσεις.</p><lb n="27"/><p>Καὶ ὑμεῖς τὸ χρῖσμα ὃ ἐλάβετε ἀπ’ αὐτοῦ, ἐν <lb n="15"/>
ὑμῖν μένει, καὶ οὐ χρείαν ἔχετε ἵνα τὶς διδάσκῃ
ὑμᾶς· ἀλλ’ ὡς τὸ αὐτοῦ χρῖσμα διδάσκει ὑμᾶς περὶ
πάντων, καὶ ἀληθές ἐστι, καὶ οὐκ ἔστι ψεῦδος· καὶ
<lb n="28"/> καθὼς ἐδίδαξεν ὑμᾶς, μενεῖτε ἐν αὐτῷ. καὶ νῦν, τεκνία,
μένετε ἐν αὐτῷ. ἵνα ὅταν φανερωθῇ, ἔχωμεν παρρησίαν, <lb n="20"/>
καὶ μὴ αἰσχυνθῶμεν ἀπ’ αὐτοῦ, ἐν τῆ παρουσίᾳ
<lb n="29"/> αὐτοῦ. ἐὰν ἴδητε ὅτι δίκαιός ἐστι, γινώσκετε, ὅτι πᾶς ὁ
ποιῶν τὴν δικαιοσύνην ἐξ αὐτοῦ γεγέννηται.</p><p>Τουτέστι, μηδὲν γήινον προσμίξητε τῷ ἐλαίῳ τῆς χρίσεως ᾧ
ἐχρίσθητε, καὶ οὐ περικρατήσει ὑμῶν ὁ διάβολος.</p><lb n="25"/><p>Ἔχοντές, φησι, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον διδάσκαλον τῆς εὐσεβοῦς
γνώσεως, μὴ προσέχετε πνεύμασι πλάνοις, ἀλλὰ καθὼς
ἐκεῖνος ἐδίδαξεν ὑμᾶς, οὕτω φρονεῖτε, ἵνα καὶ ἐν τῇ ἐνδόξῳ αὐτοῦ
παρουσίᾳ μετὰ παρρησίας στῶμεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ.</p><p>Ὁ διειληφὼς ἐπιστημονικῶς περὶ Θεοῦ ὡς ὄντος κατ’ οὐσίαν <lb n="30"/>
δικαίου, εὐθέως γνῶσιν ἕξει, ὡς γεννᾶται ἐκ τούτου ὁ τὴν δικαιοδικαιοσύνην
αὐτοῦ ποιῶν· ὥσπερ ὁ γνοὺς αὐτὸν ἁγιασμὸν ὄντα ἐπιδίδῶσιν

<pb n="121"/>
ἑαυτὸν τῷ g ἁγιασθῆναι· ἐπιστάμενος ἀκριβῶς τὸ “ ἅγιοι
ἔσεσθε n, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι. εὑ δὲ καὶ τὸ φάναι “ποιῶν,
ἀλλ’ οὐ “ ποιήσας “ ἣ ” δικαιοσύνην· δικαιοσύνην· δίκαιον παρίστησιν
ἡ ἀρετὴ τὸν ἐνεργοῦντα πρακτικὴ οὖσα. οὐδεὶς οὖν πρὸ ποιήσεως
αὐτῆς δίκαιός ἐστιν· οὐδ’ ὁ παυσάμενος τοῦ κατ’ αὐτὴν ἐνεργεῖν. <lb n="5"/>
ὅτι δὲ ὁ Θεὸς δίκαιός, φησι Μωϋσῆς, “ ὅσιος καὶ δίκαιος ὁ
“ Κύριος.” οὗτος Πατὴρ τοῦ Σωτῆρός ἐστι· “ Πατέρ’ δίκαιε, καὶ ὁ
“ κόσμος σε οὐκ ἔγνω τούτου Υὶὁς ὣν, ὡς Θεὸς ἐκ Θεοῦ καὶ Ἄγιος
ἐξ Ἁγίου, οὕτω καὶ δίκαιος ἐκ δικαίου ὑπάρχει. οὐ μάχεται τούτοις
τὸ δικαιοσύνην αὐτὸν εἶναι λέγεσθαι· τὸ γὰρ κατ’ οὐσίαν <lb n="10"/>
τοιοῦτον ῥηθείη δικαιοσύνη καὶ δίκαιος.</p><lb n="1"/><p>Εἴδετε ποταπὴν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ Πατὴρ, ἵνα
τέκνα Θεοῦ κληθῶμεν, καὶ ἐσμέν.</p><p>Ἀναγκαίαν αὐτοῖς ἐργάζεται τὴν ὑπομονὴν διὰ τῆς δοθείσης
αὐτοῖς υἱοθεσίας.</p><lb n="15"/><p>Διὰ τοῦτο ὁ κόσμος οὐ γινώσκει ἡμᾶς, ὅτι οὐκ ἔγνω
αὐτὸν.</p><p>Κόσμον ἐνταῦθα τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους λέγει.</p><p>Σευήρου. Ὥστε οὖν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ζωὴν τέκνα
Θεοῦ χρηματίζομεν, ἁγνίζοντες ἑαυτοὺς διὰ τῶν ἀρετῶν, καὶ πρὸς <lb n="20"/>
τὴν τοῦ κρείττονος ὁμοίωσιν σπεύδοντες· ἐναργεστέρας δὲ ταύτης
τευξόμεθα κατὰ τὴν λαμπρότητα τῆς ἀναστάσεως· ὅτε καὶ ὀψόμεθα
αὐτὸν, ὡς ἃν ὄνον τε, καθώς ἐστιν.</p><p>* Ὅτι πᾶς ὁ ἐν Χριστῷ ἐκτὸς ἁμαρτίας. ὁ γὰρ ἁμαρτάνων ἐκ τοῦ διοβόλου
ἐστίν.</p><lb n="25"/><lb n="2"/><p>Ἀγαπητοὶ, Λοὶ, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμὲν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη
τί ἐσόμεθα.</p><p>Ερώτησισ Μαξίμου. Τί λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης; “ ἀγαπη-
“ τοὶ, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα.”
εἰ “ οὔπω ἐφανερώθη τι ἐσόμεθα, πῶς ὁ ἅγιος Παῦλος λέγει, <lb n="30"/>
“ ἡμῖν δὲ ἀπεκάλυψεν ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Πνεύματος· τὸ γὰρ
“ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ. πῶς δὲ καὶ
τοιαῦτα φιλοσοφεῖ περὶ τοῦ “ τί ἐσόμεθα ;</p><note type="footnote">g Cod. prim. m. τὸ rec. m. corr. τῷ.</note><pb n="122"/><p>Ἀπόκρισισ. Ὁ μὲν ἅγιος Εὐαγγελίστης Ἰωάννης τὸν τρόπον
τῆς μελλούσης τῶν γενομένων ἐνταῦθα τέκνων τοῦ Θεοῦ, τῶν κατὰ
τὴν πίστιν ἀρετῶν θεώσεως, ἠγνοηκέναι λέγει, μήπω φανείσης τῆς
αὐθυπάρκτου κατὰ τὸ εἰδος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ὑποστάσεως·
διὰ πίστεως γὰρ ἐνταῦθα περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους. ὁ δὲ ἅγιος <lb n="5"/>
Παῦλος τὸν ἐπὶ τοῖς μέλλουσιν ἀγαθοῖς θεῖον σκοπὸν λέγει δι’
ἀποκαλύψεως εἰληφέναι, οὐ μὴν αὐτὸν ἐγνωκέναι τὸν κατὰ τὸν
θεῖον σκοπὸν τῆς ἐκθέσεως τρόπον· διὸ λέγει σαφῶς ἑαυτὸν ἑρμηνεύων,
κατὰ σκοπὸν διώκω τῆς ἄνω κλήσεως· γνῶναι δηλονότι
θέλων ἐκ τοῦ παθεῖν τῆς κατ’ ἐνέργειαν ἐκπληρώσεως τοῦ θείου, <lb n="10"/>
καὶ αὐτῷ δι’ ἀποκαλύψεως ἐνταῦθα γνωθέντος σκοποῦ τῆς ἐκθέσεως
τῶν ἀξιουμένων δυνάμεως. συνᾴδουσιν οὖν οἱ Ἀπόστολοι
διὰ τῆς δοκούσης ἐναντιοφανοῦς διδασκαλίας ἀλλήλοις συμπνέοντες,
ὡς ὑφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ κινούμενοι Πνεύματος. ὁ μὲν γὰρ
τοῦ τρόπου τῆς μελλούσης κατὰ τὴν χάριν θεώσεως ὁμολογεῖ τὴν <lb n="15"/>
ἄγνοιαν· ὁ δὲ τοῦ σκοποῦ μεγαλοφυῶς εἰσηγεῖται τὴν εἴδησιν·
ὅτι δὲ ταύτης ἔχεται τῆς γνώμης ὁ μέγας Ἀπόστολος, αὐτὸς
ἑαυτοῦ διὰ πάντων τῶν θείων αὐτοῦ λόγων μάρτυς καθέστηκε.
ποτὲ μὲν γὰρ πᾶσαν καταργηθήσεσθαι φάσκων γνῶσιν καὶ προφητείαν·
ποτὲ δὲ οὔπω λογζόμενος ἑαυτὸν κατειληφέναι· ποτὲ δὲ <lb n="20"/>
δι’ ἐσόπτρου καὶ αἰνιγμάτων βλέπειν τὰ μέλλοντα· καὶ εἶναι
καιρὸν, ὅτε τις πρόσωπον πρὸς πρόσωπον τῶν ἐλπιζομένων μεγάλης
καὶ ὑπὲρ νόησιν ἀπολαύσειεν χάριτος· ποτὲ δὲ ἐκ μέρους γινώσκειν
ὁμολογῶν, καὶ ἐκ μέρους προφητεύειν· ποτὲ δὲ χρῆν αὐτὸν
γνώσεσθαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθη, διαρρήδην βοῶν, ὡς οὔπω δηλονότι <lb n="25"/>
γνοὺς τὸ γνωσθησόμενον· καὶ συντόμως εἰπεῖν τὸ “ ὅταν
ἔλθῃ τὸ τέλειον, τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται· τῷ Ἀποστόλῳ
εἰρημένον ταὐτὸν εἶναί μοι φαίνεται τῷ, “ οὔπω ἐφανερώθη τι
“ ἐσόμεθα,” λεχθέντι τῷ Θεολόγῳ.</p><p>Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, <lb n="30"/>
<lb n="3"/> ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν, καθώς ἐστι. Καὶ πᾶς ὁ ἔχων τὴν
ἐλπίδα ταύτην ἐπ’ αὐτῷ, ἁγνίζει ἑαυτὸν, καθὼς ἐκεῖνος
ἄγνος ἐστι.</p><p>Τοῦ συμβασιλεῦσαι καὶ συνδοξασθῆναι λέγει, ἐκ τούτων τῶν

<pb n="123"/>
ῥημάτων λέγουσι τινὲς, ὅτι ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ’
εἰκόνα μὲν, οὐ καθ’ ὁμοίωσιν δὲ, μέλλει δὲ διδόναι τὸ καθ’ ὁμοίωσιν·
ἐνεπιστεύθη τὸ κατ’ εἰκόνα, εἰ τούτου ἄξιος γένῃ, λήψῃ
καὶ τὸ καθ’ ὁμοίωσιν· ἐὰν δὲ πιστευθεὶς τὸ κατ’ εἰκόνα, μὴ καλῶς
ἀναστροφῇς ὡς κατ’ εἰκόνα, ἀλλ’ ἀπολέσῃς αὐτὸ, τίς σοι δώσει <lb n="5"/>
τὸ καθ’ ὁμοίωσιν ; οὐ γὰρ δύναται τὸ καθ’ ὁμοίωσιν ἐλθεῖν, ἐὰν μὴ
ὑποβάθραν ἔχῃ τὸ κατ’ εἰκόνα· διὰ τοῦτο γὰρ ὑπήνεγκε τὸ, “ καὶ
“ πᾶς ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην ἐπ’ αὐτῷ, ἀΤίζει ἑαυτὸν, καθὼς
“ ἐκεῖνος ἁγνός ἐστι·’ μόνος γὰρ ὁ εἰς Θεὸν ὁρῶν, ἐκεῖνος ὄντως
καθαρός ἐστιν. ὁ δὲ ἐμὸς δεσπότης h παρέστησεν ἐν τῇ πρὸς Κόνωνα <lb n="10"/>
Ἐπιστολῇ ἐκ τῶν ἐγκρίτων πατέρων, ὅτι τὸ κατ’ εἰκόνα αὐτό
ἐστι τὸ καθ’ ὁμοίωσιν, καὶ περὶ γεγονότος ἀπέδειξε τοῦτο.</p><lb n="4"/><p>Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν, καὶ τὴν ἀνομίαν ποιεῖ·
<lb n="5"/> καὶ ἡ ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία. καὶ οἴδατε ὅτι ἐκεῖνος
ἐφανερώθη, ἵνα τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἄρη· καὶ ἁμαρτία ἐν <lb n="15"/>
<lb n="6"/> αὐτῷ οὐκ ἔστι. πᾶς ὁ ἐν αὐτῷ μένων, οὐχ ἁμαρτάνει· πᾶς
ὁ ἁμαρτάνων, οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν, οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν.</p><p>Εἰ γὰρ κατὰ μηδένα τρόπον αὐτοῦ χωρίζεται, πῶς αὐτοῦ
ἁμαρτία ἅψασθαι δύναται ;</p><lb n="7"/><p>Τεκνία μου, μηδεὶς πλανάτω ὑμᾶς· ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην, <lb n="20"/>
δίκαιός ἐστι, καθὼς ἐκεῖνος δίκαιός ἐστιν.</p><p>Τοῦτο ἄρα ἐστὶ γνῶσις ἐπιστημονικὴ καὶ ἐνδιάθετος κατα-
νόησις.</p><lb n="8"/><p>Ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν· ὅτι
ἀπ’ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει· εἰς τοῦτο ἐφανερώθη <lb n="25"/>
ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύση τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου.</p><p>Ὁσάκις οὖν ἁμαρτάνομεν, ἐκ τοῦ διαβόλου γεννώμεθα· ἐκ τοῦ
Θεοῦ δὲ πάλιν, ὁσάκις ἀρετὴν κατορθώσομεν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐπείπερ πρὸ πάντων τραπεὶς ὁ διάβολος
ἐν τῷ ἁμαρτάνειν γέγονεν, ἐξ αὐτοῦ χρηματίζει πᾶς ὁ <lb n="30"/>
ἁμαρτητικῶς ἐνεργῶν· προάρχεται γὰρ ἐν τῷ ἁμαρτάνοντι δι’
ὑπερβολὴν πονηρῶν λογισμῶν, ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰούδα. ἀλλ’ ἐρεῖ τις
<note type="footnote">h Severus Antiochenus, opinor.</note>

<pb n="124"/>
ὅτι γίνεται ὁ διάβολος ἐν τοῖς ἁμαρτάνουσι τῶν πρὸ αὐτοῦ ἡμαρτηκότων
ἐν τῷ διδόναι αὐτῷ τόπον· πρὸς ὃ λεκτέον ταὐτὸν εἶναι
τὸ ποιεῖν τὴν ἁμαρτίαν τῷ ἁμαρτάνειν, ἐν τῷ διδόναι τόπον τῷ
διαβόλῳ. δίδωσι γὰρ αὐτῷ τόπον ἐπιθυμίᾳ ὑπαχθεὶς μετὰ τὸ
δέξασθαι αὐτόν· πρακτικῶς ἐπιτελῶν τὴν ἁμαρτίαν. τοῦτο γὰρ <lb n="5"/>
σημαίνει τὸ ποιεῖν αὐτήν· εὖ δὲ καὶ τὸ εἰπεῖν “ ποιῶν” ἀλλ’ οὐ
“ ποιήσας·” τοῦ μετανοήσαντος οὐκέτι ὄντος ἐκ τοῦ διαβόλου,
ἀλλὰ μόνου τοῦ ἐνεργοῦντος αὐτὴν ἔτι· οὕτω γὰρ καὶ τῆς ἁμαρτίας
δοῦλός ἐστιν ὁ ποιῶν, ἀλλ’ οὐχ ὁ ποιήσας αὐτήν. πῶς γὰρ ὁ ποιῶν
τὴν ἁμαρτίαν, φησὶ, δοῦλος αὐτῆς ἐστιν.</p><lb n="10"/><lb n="9"/><p>Πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ.</p><p>Σευήρου. Οὐ τοῦτο εἶπεν ὡς εἰς τὸ ἐπίδεκτου ἁμαρτίας καὶ
ἀπαθείας ἡμῶν περιστάσης τῆς φύσεως· ἀλλ’ ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ
γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ φυλάττει τὴν τῆς γεννήσεως χάριν,
διὰ τῆς καθαρᾶς πολιτείας ἁμαρτάνειν οὐ δύναται· καὶ τὴν <lb n="15"/>
αἰτίαν προστίθησι τοῦ μὴ δύνασθαι ἁμαρτάνειν λέγων, ὅτι
σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει. τι δέ ἐστι τὸ σπέρμα τοῦ Θεοῦ
τὸ μένον ἐπὶ τοὺς πιστούς ; ἢ ἡ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπιφοίτησις
δι’ ἧς ἀναγεννήθημεν· ἥτις οὐκ ἀφίσταται ἡμῶν· ὅταν κατὰ
Παῦλον, μὴ λυπῶμεν διὰ τῶν αἰσχίστων πράξεων “ τὸ Πνεῦμα τὸ <lb n="20"/>
“ Ἅγιον τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἐσφραγίσθημεν εἰς ἡμέραν ἀποκαλύψεως.
τὸ οὖν “ οὐ δύναται άμαρτάνειν” οὐ κατὰ τὸ γενέσθαι τὴν φύσιν
ἡμῶν ἀνεπίδεκτον ἁμαρτίας, καὶ εἰς ἀπάθειαν περιστῆναι νοητέον·
ἀλλὰ κατὰ τὸ μὴ ἀκόλουθον μηδὲ ἁρμόδιον· οὐ γὰρ ἐνδέχεται
τὸν τὴν πνευματικὴν φυλάττοντα γέννησιν καὶ πνευματικὰς καὶ <lb n="25"/>
καθαρὰς πράξεις ἐπιτηδεύοντα. κατὰ τοῦτό καὶ ἁμαρτάνειν. καὶ
ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει, καὶ οὐχ ἡμεῖς βιαζόμεθα πρὸς τὸ δοκεῖν
τοῦ ῥητοῦ τὴν ἐξήγησιν, αὐτὸν τὸν θεσπέσιον Ἰωάννην λάβε μοι
μάρτυρα· ἐν γὰρ τῷ τέλει τῆς Ἐπιστολῆς τὸ αὐτὸ ῥητὸν ἀναλαμβάνων
σαφηνίζει τὴν οἰκείαν διάνοιαν· λέγει γὰρ οὕτως. <lb n="30"/>
οἴδαμεν ὅτι πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ,
ἀλλ’ ὁ γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Θεοῦ τηρεῖ ἑαυτὸν, καὶ ὁ πονηρὸς οὐχ
ἅπτεται αὐτοῦ. ὁρᾷς ὅτι “ ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ,” διὰ
τοῦτο οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, οὐχ ὅτι τὴν φύσιν ἐστὶν ἀπαθὴς,

<pb n="125"/>
ἀλλ’ ὅτι “ τηρεῖ ἑαυτὸν,” καὶ τὰ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι δοκοῦντα
πράττων, ἁμαρτάνειν οὐ δύναται.</p><p>Ἐπώτησισ Μαξίμου. Εἰ κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην “ ὁ γε-
“ γεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα αὐτοῦ
“ ἐν αὐτῷ μένει, καὶ οὐ δυνάται ἁμαρτάνειν.’ ὁ δὲ γεγεννημένος <lb n="5"/>
ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος οὗτος ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται· πῶς οἱ
ἐκ τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ βαπτίσματος γεγεννημένοι δυνάμεθα
ἁμαρτάνειν ;</p><p>Ἀπόκρισισ. Διττὸς ἐν ἡμῖν τῆς ἐκ Θεοῦ γεννήσεως ὁ τρόπος.
ὁ μὲν πάσῃ δυνάμει παροῦσαν τοῖς γεννωμένοις διδοὺς τὴν χάριν <lb n="10"/>
τῆς υἱοθεσίας· ὁ δὲ κατ’ ἐνέργειαν ὅλην παροῦσαν καὶ τοῦ Θεοῦ
γεννωμένου· πᾶσαν πρὸς τὸν γεννῶντα Θεὸν προαίρεσιν γνωμικῶς
μεταπλάττουσαν εἰς αὐτόν. καὶ ὁ μὲν κατὰ πίστιν μόνην δυνάμει
παροῦσαν τὴν χάριν ἔχων· ὁ δὲ πρὸς τῇ πίστει καὶ τὴν κατ’ ἐπίγνωσιν
ἐνεργοῦσαν ἐν τῷ ἐπεγνωκότι τὴν τοῦ γνωσθέντος θειοτάτην <lb n="15"/>
ὁμοίωσιν ἐμποιῶν. οἷς μὲν οὖν ὁ πρῶτος τῆς γεννήσεως ἐνθεωρεῖται
τρόπος, διὰ τὸ μήπω τὴν γνώμην καθαρῶς ἐξηλωθεῖσαν τῆς
σαρκικῆς προσπαθείας ποιωθῆναι δι’ ὅλου τῷ Πνεύματι κατὰ τὴν
τῶν ἐπεγνωσμένων θείων μυστηρίων δι’ ἐνεργείας τὴν μέθεξιν, τὸ
πρὸς ἁμαρτίαν ῥέψαι ποτε βουλομένοις οὐκ ἄπεστιν. οὐ γὰρ <lb n="20"/>
γεννᾷ γνώμην τὸ Πνεῦμα μὴ θέλουσαν· ἀλλὰ βουλομένην μεταπλάττει
πρὸς θέωσιν· ἧς ὁ κατ’ ἐπίγνωσιν πείρα(??) μεταλαβὼν, οὐ
δύναται, τοῦ κυρίως κατὰ ἀλήθειαν ἅπαξ ἔργῳ διαγνωσθέντος, πρὸς
ἄλλο τι παρ’ ἐκεῖνο, κἀκεῖνο εἶναι προσποιούμενον, μεταπεσεῖν·
ὥσπερ οὔτε ὀφθαλμὸς ἅπαξ τὸν ἥλιον θεασάμενος, εἰς τὴν σελήνην, <lb n="25"/>
ἣ τινὰς ἄλλους τῶν κατ’ οὐρανὸν ἀστέρων, παραγνωρίσαι. ὧν
δὲ κατὰ τὴν γέννησιν τὴν ὅλην προαίρεσιν λαβὼν τὸ Πνεῦμα τὸ
Ἅγιον, ἀπὸ τῆς γῆς πρὸς οὐρανοὺς δι’ ὄλου μετέθηκε· καὶ διὰ τῆς
κατ’ ἐνέργειαν ἀληθοῦς ἐπιγνώσεως ταῖς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς
μακαρίαις ἀκτῖσι τὸν νοῦν μετεποίησεν, ὡς ἄλλον εἶναι νομισθῆναι <lb n="30"/>
Θεὸν k παθόντα κατὰ τὴν ἕξιν διὰ τῆς χάριτος, ὅπερ οὐ πάσχων
ἀλλ’ ὑπάρχων κατ’ οὐσίαν ἐστι Θεός· τούτων σαφῶς ἀναμάρ-
τητος κατὰ τὴν ἕξιν τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς γνώσεως ἡ προαίρεσις
γέγονε, μὴ δυναμένων ἀρνήσασθαι τὸ διὰ τῆς πείρας αὐτοῖς κατ’
i Sic. k Θεὸν add. rec. m.

<pb n="126"/>
ἐνέργειαν διεγνωσμένον. κἂν οὖν ἔχωμεν τὸ πνεῦμα τῆς υἱοθεσίας,
ὅπερ ἐστὶ σπέρμα, πρὸ τὴν τοῦ σπείραντος ἰδιοποιοῦν τοὺς γεν-
νωμένους ὁμοίωσιν, ἀλλ’ οὐ παρέχομεν αὐτοῦ τὴν γνώμην τῆς ἐπ’
ἄλλο ῥοπῆς τε καὶ διαθέσεως καθορᾶν· καὶ διὰ τοῦτο, καὶ μετὰ
τὸ γεννηθῆναι δι’ ὕδατος καὶ πνεύματος θέλοντες ἁμαρτάνομεν· εἰ <lb n="5"/>
δὲ τούτων, ὕδατος λέγω καὶ πνεύματος, τὴν ἐνέργειαν δέχεσθαι
γνωστικῶς τὴν γνώμην παρασκευάζομεν, ἄρα ἃν καὶ διὰ τῆς
πρακτικῆς τὸ μυστικὸν ὕδωρ ἐποιεῖτο τὴν τῆς συνειδήσεως καθάρσιν·
καὶ τὸ ζωοποιοῦν Πνεῦμα τὴν ἄτρεπτον ἐν ἡμῖν τοῦ καλοῦ
διὰ τῆς ἐμπείρα k γνώσεως ἐνήργει τελείωσιν. λείπει τοιγαροῦν <lb n="10"/>
ἑκάστῳ ἡμῶν τῶν ἁμαρτεῖν ἔτι δυναμένων τὸ καθαροὺς ἑαυτοὺς
ὅλως κατὰ τὴν γνώμην ἐμπαρέχειν βουληθῆναι τῷ Πνεύματι.</p><p>Εἶπας “ ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστιν,” ἐκ τοῦ
οὕτω πράττειν φανεροῦται ὢν τέκνον τοῦ διαβόλου· καθάπερ καὶ
Ελύμας ὁ μάγος, ἐκ τοῦ “ πλήρης παντὸς δόλου ἐγνώσθη υἱὸς <lb n="15"/>
διαβόλου· καὶ ἐπεὶ “ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ
ποιεῖ, τῷ ἔχειν ἐν ἑαυτῷ Θεοῦ σπέρμα· τὸν οὕτω μὴ ἁμαρτάνοντα
εὑρεῖν ἐστὶ σαφῶς υἱὸν ὄντα Θεοῦ· προσέθηκα δὲ τῷ ἁμαρτάνοντι
οὕτως, ἵνα μήτις σοφίσηται, τέκνα Θεοῦ λέγων, ἡμᾶς τίθεσθαι
πάντας τοὺς μὴ ἁμαρτάνοντας· τὰ γὰρ βρέφη ἁμαρτίαν μὴ <lb n="20"/>
ποιοῦντα, οὐ ῥητέον τέκνα Θεοῦ εἶναι· ἐξ ἡλικίας γὰρ, ἀλλ’ οὐκ
ἐξ ἀρετῆς κωλύονται τοῦ ἁμαρτάνειν· ἵνα μὴ ἕτερόν τι εἴπωμεν,
φάσκοντες, μὴ ὑγιῶς λέγεσθαι περὶ βρεφῶν, ὅτι ἁμαρτίαν οὐ
ποιοῦσιν· οὐ ταὐτὸν γὰρ τὸ ἁμαρτάνειν τῷ Ι μὴ ποιεῖν ἁμαρτίαν·
τὸ μὲν γὰρ ἀπόφασις ἔοικε· τὸ δὲ ἐκ διαθέσεως ὑπάρχει· καὶ <lb n="25"/>
γὰρ λέγοντες μὴ δύνασθαι ἀδικεῖν τὸν δικαιοσύνην ἔχοντα, οὐκ
ἀδυναμίαν φυσικὴν δηλοῦμεν, καθ’ ἣν λέγομεν μὴ δύνασθαι τὸ
ἄλογον ζῶον ἐπιστήμην ἢ ἕτερόν τι τοιοῦτον ἔχειν.</p><p>Ὅτι σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει· καὶ οὐ δύναται
αμαρτανειν.</p><p>Σπέρμα θεῖόν ἐστιν ὁ Χριστὸς, ὃς ἐνοικῶν ἐν τοῖς πιστοῖς, <lb n="30"/>
ποιεῖ αὐτοὺς γενέσθαι υἱοὺς Θεοῦ· οὕτως ἐν τῷ σπέρματι τοῦ
Ἀβραὰμ, ὅς ἐστι πάλιν Χριστὸς, εὐλογοῦνται πάντα τὰ ἔθνη.</p><note type="footnote">k Sic. 1 Cod, τὸ.</note><pb n="127"/><p>Σπέρμα φησὶ τὸ Πνεῦμα, ὃ διὰ νοῦ χαρίσματος λαμβάνομεν.
ὅπερ ἐν ἡμῖν μένον, ἀνεπίδεκτον τὸν νοῦν ἁμαρτίας ποιεῖ.</p><p>Εἰ μὴ γάρ τις γεννηθῇ ἐκ τοῦ Θεοῦ, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον οὐ
λαμβάνει.</p><lb n="10"/><p>Ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται· ἐν τούτῳ φανερά ἐστι <lb n="5"/>
τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ τέκνα τοῦ διαβόλου.</p><p>Ἐν τῷ μὴ ἁμαρτάνειν καὶ ἀγαπᾷν· ἐν τῷ ἁμαρτάνειν καὶ
μισεῖν.</p></div></div></body></text></TEI>