<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg041.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><head>ΚΕΦ. Δ.</head><p>Περὶ τῆς πρὸς ἄρχοντας ὑποταγῆς καὶ φιλαδελφίας κοὶ θεοσεβείας.</p><lb n="13"/><p>Ὑποτάγητε οὖν πάση ἀνθρωπίνη κτίσει διὰ τὸν
<lb n="14"/> Κύριον· εἴτε βασιλεῖ, ὡς ὑπερέχοντι· εἴτε ἡγεμόσιν, ὡς <lb n="300"/>
δι’ αὐτοῦ πεμπομένοις, εἰς ἐκδίκησιν μὲν κακοποιῶν,
<lb n="15"/> ἔπαινον δὲ ἀγαθοποιῶν· ὅτι οὕτως ἔστι τὸ θέλημα
τοῦ Θεοῦ.</p><pb n="55"/><p>“ Ἀνθρωπίνην κτίσιν,’ τὰς ἀρχὰς λέγει τὰς χειροτονουμένας
ὑπὸ τῶν βασιλέων· ταύταις οὖν δεῖ ὑποτάσσεσθαι “ διὰ τὸν
“ Κύριον’’ εἰ δὲ διὰ τὸν Κύριον ὑποταττόμεθα, τὸν εἰπόντα· “ ἀπό-
“ δότε τὰ τοῦ Καίσαρος Καίσαρι, ὅτε τι ἔξω τοῦ θελήματος τοῦ
Κυρίου προστάττουσιν, οὐχ ὑπακούσωμεν.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. ῥητὰ προκείμενα· ὁ ἀντιτασσόμενοσ
τῆι έξουῖαι τῆι τοῦ θεοῦ διαταγῆι ἀνθέστηκεν.</p><p>Οὐδὲ γὰρ ἀνατρέπει τὴν εὐσέβειαν αὕτη ἡ ὑποταγή· καὶ οὐχ
ἁπλῶς εἶπε πειθέσθω, ἀλλ’ ὑποταττέσθω. Καὶ μετ’ ὀλίγα —
Ἵνα γὰρ μὴ λέγωσιν οἱ πιστοὶ, ὅτι ἐξευτελίζεις ἡμᾶς καὶ εὐκαταφρονήτους <lb n="10"/>
ποιεῖς, τοὺς τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν ἀπολαβεῖν
μέλλοντας — ἄρχουσιν, ὅτι οὐκ ἄρχουσιν, ἀλλὰ τῷ Θεῷ πάλιν
ὑποτάττει τοῦτο ποιῶν· ἐκείνῳ γὰρ ὁ ταῖς ἀρχαῖς ὑποτασσόμενος
πείθεται.</p><p>᾿Αγαθοποιοῦντας φιμοῦν τὴν τῶν ἀφρόνων ἀνθρώπων <lb n="15"/>
ἀγνωσίαν.</p><p>Τοῦτό φησιν, ἐπειδὴ τινὲς διαβάλλοντες ἔλεγον, ἐπὶ ἀνατροπῇ
τῆς πολιτείας ἐληλυθέναι Χριστὸν, πάντων καταφρονεῖν διδάσκοντα
τῶν ἐπὶ γῆς· ὅταν οὖν ἴδωσιν ὑμᾶς, φησὶ, διὰ συνείδησιν Θεοῦ
ὑποτασσομένους τοῖς ἄρχουσι, τότε φιμοῦνται· εἰδότες ὡς οὐκ <lb n="20"/>
ὀρθῶς ἡγήσαντο τὴν τοῦ Χριστοῦ πολιτείαν διασύροντες.</p><lb n="16"/><p>Ὡς ἐλεύθεροι, καὶ μὴ ὡς ἐπικάλυμμα ἔχοντες τῆς
<lb n="17"/> κακίας τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλ’ ὡς δοῦλοι Θεοῦ. πάντας
τιμήσατε· τὴν ἀδελφότητα ἀγαπᾶτε, τὸν Θεὸν φοβεῖσθε,
τὸν βασιλέα τιμᾶτε.</p><lb n="25"/><p>Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ αὐτοὶ οἱ ἄρχοντες, φησὶν, ἐν αὐλίσματι
δικαιοσύνης τοὺς νόμους ἔχοντες· ὅσα μὲν δικαίως καὶ νομίμως
ποιήσουσιν, οὐ περὶ τούτων ἐτασθήσονται, ὅσα δὲ κατὰ περιτροπὴν
τοῦ δικαίου ἀδίκως καὶ ἀνόμως καὶ τυραννικῶς ἐπιτελέσουσιν, ἐν
τούτοις καὶ ἀπολοῦνται, τῆς τοῦ Θεοῦ δικαιοκρισίας ἅπαντας <lb n="30"/>
ὁμοίως ἐξικνουμένης· ἐπὶ συμφέροντι οὖν τῶν ἐθνῶν ἐπίγειος ἀρχὴ
ἐτέθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ οὐχ ὑπὸ τοῦ διαβόλου ὥς τινες φασὶν,
ἵνα φοβούμενοι αὐτὴν οἱ ἄνθρωποι ἀλλήλους δίκην ἰχθύων μὴ
καταπίνωσιν. ἀλλὰ διὰ τῆς τῶν νόμων θέσεως ἀνακρούουσι τὴν

<pb n="56"/>
πολλὴν τῶν ἀνθρώπων ἀδικίαν· καὶ κατὰ τοῦτο, καὶ “ αἱ οὖσαι
“ ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσὶ λειτουργοὶ Θεοῦ, καθὼς
Παῦλος φησί. φανερὸν οὖν ὅτι ψευδόμενος ὁ διάβολος ἔλεγεν “ ὅτι
“ ἐμοὶ παραδέδοται, καὶ ᾧ ἃν θέλω δίδωμι αὐτάς· οὐ γὰρ τῇ τούτου
κελεύσει βασιλεῖς καθίστανται. οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν εἰς ἐπανόρθωσιν <lb n="5"/>
καὶ ὠφέλειαν τῶν ὑποτεταγμένων γίνονται, καὶ συντήρησιν δικαιοσύνης,
οἱ δὲ εἰς φόβον καὶ τιμωρίαν καὶ σωφρονισμὸν καὶ
ἐπίπληξιν, οἱ δὲ καὶ εἰς χλευασμὸν ὕβριν τε καὶ ὑπερηφανίαν,
καθὼς καὶ ἄξιοί εἰσι τῆς τοῦ Θεοῦ δικαιοκρισίας, ὡς προέφημεν.
Κακίας ἐστὶ τὸ ἀπειθεῖς εἶναι καὶ ἀνηκόους τοῖς ἄρχουσιν· ἵνα <lb n="10"/>
τοίνυν μὴ λέγωσιν, ὅτι ἠλευθερώθημεν ἀπὸ τοῦ κόσμου· οὐρανοπολῖται
γεγόναμεν· καὶ σὺ πάλιν ἡμᾶς τοῖς τῆς γῆς ἄρχουσιν ὑπα-
κούειν προτρέπεις ; τούτου χάριν φησὶν, ὑπακούετε ὡς ἐλεύθεροι·
τουτέστι πειθόμενοι τῷ ἐλευθερώσαντι καὶ προστάξαντι τοῦτο
ποιεῖν· οὕτω γὰρ οὐ δόξητε τῆς κατὰ γνώμην κακίας, τουτέστι τοῦ <lb n="15"/>
ἀπειθοῦς καὶ ἀνηκόου, ἔχειν προκάλυμμα τὴν ἐλευθερίαν, δι’ ἧς
ἀναίνεσθε τῶν ἀρχόντων τὴν ὑποταγήν.</p><p>e Καὶ μὴ ἔξωθεν μὲν πρόβατα, ἔσωθεν δὲ λύκοι.</p><p>* Περὶ δούλων ὑποταγῆς καὶ ἀνεξικάκου ὑπομονῆς διὰ Χριστόν.</p><lb n="18"/><p>Οἱ οἰκέται, ὑποτασσόμενοι ἐν παντὶ φόβῳ τοῖς δεσπόταις, <lb n="20"/>
οὐ μόνον τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ἐπιεικέσιν, ἀλλὰ καὶ
<lb n="19"/> τοῖς σκολιοῖς· τοῦτο γὰρ χάρις παρὰ Θεῷ, εἰ διὰ συνείδησιν
ἀγαθὴν ὑποφέρει τὶς λύπας, πάσχων ἀδίκως·
<lb n="20"/> ποῖον γὰρ κλέος, εἰ ἁμαρτάνοντες καὶ κολαφιζόμενοι
ὑπομένετε· ἀλλ’ εἰ ἀγαθοποιοῦντες καὶ πάσχοντες ὑπομενεἶτικὸν <lb n="25"/>
μενεῖτε, τοῦτο χάρις παρὰ τῷ Θεῷ.</p><p>Οὐ τὸν παθητικὸν φόβον ἔχειν προστάττει πρὸς τοὺς δεσπότας
τοῖς οἰκέταις, ἄλογος γὰρ οὗτος, καὶ ἐν τοῖς ἀλόγοις ζώοις ὑφισ-
τάμενος, ἀλλὰ τὸν σὺν ἐπιστήμῃ καὶ ὀρθῷ λόγῳ γινόμενον· οὗ
κύριον ὄνομα ἡ εὐλάβεια. ὁ γὰρ διὰ Χριστὸν καὶ τὴν διδασκαλίαν <lb n="30"/>
αὐτοῦ φοβούμενος δεσπότην, σὺν εὐλαβείᾳ αὐτῶ ὑποτάττεται τοῦ
<note type="footnote">e Schol. ad ν. ἐπικάλυμμα.</note>

<pb n="57"/>
διὰ κακίαν καὶ ἄλλας βασάνους φοβουμένου δεσπότην, τὸν παθητικὸν
ἔχοντες φόβον· τούτῳ τῷ σημαινομένῳ κέχρηται· καὶ μεθ’
ἕτερα — πρὸς τὰς γυναῖκας φήσας ἐποπτεύοντες, τουτέστιν οἱ
ἄνδρες τὴν ἐν φόβῳ ἁγνὴν ἀναστροφὴν ὑμῶν, σύνηθες γὰρ τοῦτο
πολλαχοῦ τῆς θείας γραφῆς.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. φησὶν ὁ ἀπόστολος Παῦλος· “ οἱ δοῦλοι
ὑπακούετε τοῖς κάτα σάρκα κυρίοις. συνέχως τοῦτο φησι τι
λέγεις, ὦ μακάριε Παῦλε ; ἀδελφός ἐστι, μᾶλλον δὲ ἀδελφὸς
ἐγένετο, τῶν αὐτῶν ἀπήλαυσεν· εἰς τὸ αὐτὸ σῶμα τελεῖ, ἀδελφὸς
ἐγένετο, οὐ τοῦ Κυρίου αὐτοῦ μόνου, ἀλλὰ καὶ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ· <lb n="10"/>
τῶν αὐτῶν ἀπολαύει πάντων· καὶ λέγεις, “ ὑπακούετε
“ σάρκα κυρίοις μετὰ φόβου καὶ τρόμου· διὰ γὰρ τοῦτο φημὶ, εἰ
γὰρ τοὺς ἐλευθέρους ἀλλήλοις ὑποτάσσεσθαι κελεύω διὰ τὸν τοῦ
Θεοῦ φόβον, καθάπερ ἀνωτέρω ἔλεγεν, “ ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν
“ φόβῳ Χριστοῦ·’’ εἰ γὰρ τὴν γυναῖκα προστάσσω φοβεῖσθαι τὸν <lb n="15"/>
ἄνδρα, καίτοι αὕτη καὶ ὁμότιμός ἐστι, πολλῷ μᾶλλον τὸν οἰκέτην·
οὐ γὰρ δυσμένεια τὸ πρᾶγμά ἐστιν, ἀλλ’ ἡ πρώτη εὐγένεια,
τὸ εἰδέναι ἐλαττοῦσθαι καὶ μετριάζειν, καὶ εἴκειν τῷ f πλησίον· καὶ
ἐλεύθεροι ἐλευθέροις μετὰ φόβου καὶ τρόμου ἐδούλευον. Καὶ
πάλιν—Μὴ ἄλγει, φησὶν, ὅτι ἔλαττον ἔχεις τῆς γυναικὸς καὶ τῶν <lb n="20"/>
παίδων· ὄνομα δουλείας ἐστὶ μόνον· κατὰ σάρκα ἐστὶν ἡ δεσποτεία
πρόσκαιρος καὶ βραχεία· ὅπερ γὰρ ἃν ἦ σαρκικὸν, ἐπίκηρόν ἐστι·
καὶ πάλιν πάλιν—Μὴ Μῆ γὰρ ἐπειδὴ πιστὸς εἶ, νομίσῃς ἐλεύθερος· τοῦτό
ἐστιν ἐλευθερία, τὸ μᾶλλον δουλεύειν· ὁ γὰρ ἄπιστος ἃν μὲν ἴδῃ
διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐθαδῶς προσφερόμενον, βλασφημήσει πολλὰ, <lb n="25"/>
ὡς στάσιν ἐμποιοῦν τὸ δόγμα· ὅταν δὲ ἴδῃ πειθομένους, μᾶλλον
πεισθήσεται, μᾶλλον προσέξει τοῖς λεγομένοις. καὶ γὰρ ὁ Θεὸς
καὶ τὸ κήρυγμα μέλλει βλασφημεῖσθαι.</p><lb n="21"/><p>Εἰς τοῦτο γὰρ ἐκλήθητε, ὅτι καὶ Χριστὸς ἀπέθανεν
ὑπὲρ ἡμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν, ἵνα ἐπακολουθήσητε <lb n="30"/>
τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ.</p><p>Μέγα ἐπιτάξας τοῖς οἰκέταις τὸ ἀδίκως πάσχοντας ὑποφέρειν,
<note type="footnote">f τὸ Cod.</note>

<pb n="58"/>
ὅρα πόθεν αὐτοὺς παραμυθεῖται ἐκ τῆς μακροθυμίας τοῦ Χριστοῦ·
ὁμοῖον οὖν ὡσεὶ λέγε οὐ λόγοις ὑμᾶς πείθω ὑποφέρειν ἀδικουμένους·
αὐτόνομοι τὸν δεσπότην θεάσασθε, καὶ παραμυθίαν τοῦ
πράγματος ἕξετε.</p><lb n="22"/><p>Ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν <lb n="5"/>
<lb n="23"/> τῷ στόματι αὐτοῦ· ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει,
πάσχων οὐκ ἠπείλει· παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως.</p><p>Λέγω δὴ τὸ δι’ ὅλης τῆς τοῦ βίου ζωῆς ἀναμάρτητον καὶ
ἀνεπίληπτον ἐν λόγῳ καὶ ἔργῳ. οὐδεὶς οὖν καθαρὸς γέγονεν
ἀπὸ ῥύπου· οὐδ’ εἰ μία ἡμέρα ἦν ἡ ζωὴ αὐτοῦ, ἣ μόνος <lb n="10"/>
αὐτὸς.</p><lb n="24"/><p>Ὃς τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν αὐτὸς ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι
ματι αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ξύλον, ἵνα ταῖς ἁμαρτίαις ἀπογενόμενοι,
μενοι, τῆ δικαιοσύνῃ ζήσωμεν.</p><p>Σευήρου. Καὶ μάλα εἰκότως· ὁ γὰρ προσφέρων ἑαυτὸν ὑπὲρ <lb n="15"/>
ἁμαρτιῶν οἰκείαν μὲν ἁμαρτίαν οὐκ ἔχει, φέρει δὲ ἐν ἑαυτῷ τὰς
ἐκείνων πλημμελείας, ὑπὲρ ὧν εἰς θυσίαν προσάγεται· τοῦτο δηλοῦνος
λοῦντος ἐναργέστατα καὶ τοῦ τύπου τοῦ νομικοῦ· ποίαν γὰρ ἰδίαν
ἁμαρτίαν εἶχεν ὁ ἀμνὸς ἢ ὁ χίμαρος, ὁ ὑπὲρ ἁμαρτιῶν θυόμενος,
καὶ ἁμαρτία διὰ τοῦτο καλούμενος ;</p><lb n="20"/><lb n="25"/><p>Οὗ τῷ μώλωπι ἰάθητε· ἦτε γὰρ ὡς πρόβατα πλανώμενα·
νώμενα· ἀλλ’ ἐπεστράφητε νῦν ἐπὶ τὸν ποιμένα καὶ
ἐπίσκοπον τῶν ψυχῶν ὑμῶν.</p><p>Εὐσεβίου. Ἐπειδὴ καὶ μώλωπας εἰκὸς ἦν αὐτὸν φέρειν κατὰ
του σώματος καὶ τραύματα, τυπτόμενον καὶ μαστιγούμενον καὶ <lb n="25"/>
τὰς ὄψεις ῥαπιζόμενον, τήν τε κεφαλὴν καλάμῳ παιόμενον· πλὴν
οἱ μώλωπες οὗτοι σωτῆρες ἦσαν ἡμῶν· “τῷ γὰρ μώλωπι αὐτοῦ
“ ἰάθημεν· τίνες δὲ ἡμεῖς, ἀλλ’ ἢ οἱ πάλαι πλανηθέντες καὶ μὴ
λογισάμενοι αὐτὸν, μὴ δὲ συνιέντες τίς ποτε ἦν ;</p><p>θεοδωρήτου. Καινὸς καὶ παράδοξος ἰατρείας τρόπος· ὁ <lb n="30"/>
ἰατρὸς ἐδέξατο τὴν τιμὴν, καὶ ὁ ἄρρωστος ἔτυχε τῆς ἰάσεως.</p><pb n="59"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><head>ΚΕΦ. Ε.</head><p>Περὶ ὑπακοῆς γυναικῶν, καὶ ὁμονοίας τῆς πρὸς τοὺς ἄνδρας, ἐπὶ σωτηρίᾳ τῇ
ἐν πνεύματι εἰς τύπον Σάρρας.</p><lb n="1"/><p>Ὁμοίως αἱ γυναῖκες, ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις
ἀνδράσιν, ἵνα καὶ εἴτινες ἀπειθοῦσι τῷ λόγῳ, διὰ τῆς <lb n="5"/>
τῶν γυναικῶν ἀναστροφῆς ἄνευ λόγου κερδηθήσωνται,
<lb n="2"/> ἐποπτεύσαντες τὴν ἐν φόβῳ ἁγνὴν ἀναστροφὴν ὑμῶν·
<lb n="3"/> ὧν ἔστω οὐχ ὁ ἔξωθεν ἐμπλοκῆς τριχῶν, καὶ περιθέσεως
<lb n="4"/> χρυσίων, ἣ ἐνδύσεως ἱματίων κόσμος· ἀλλ’ ὁ κρυπτὸς
τῆς καρδίας ἄνθρωπος, ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πρᾳέος <lb n="10"/>
καὶ ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ
πολυτελὲς.</p><p>Εὐσεβίου. Δύο ταῦτα ταῖς γυναιξὶ παραινεῖ, τό τε τοῖς
ἀνδράσιν ὑπακούειν, καὶ καλλωπισμοῦ καὶ περιεργίας ἀλλοτρίας
γίνεσθαι· ὡς ὅγε ὁ ἔξωθεν κόσμος οὐδὲ κόσμος ἐστιν, ἀλλὰ περιττότης· <lb n="15"/>
κόσμος δὲ ἁρμόδιος γυναικὶ ἡ πρὸς τὸν ἄνδρα ὑπακοή· καὶ
ὅτι ἀληθὴς ὁ λόγος ἐκ παραδειγμάτων πιστοῦται ἐκ τῶν ἁγίων
γυναίκων, ἐκ τῆς Σάρρας αὐτῆς· ἧς τέκνα αὐτῆς γενέσθαι· ὥσπερ
γὰρ οἱ μιμούμενοι τὴν πίστιν τοῦ Ἁβραὰμ, πατέρα τὸν Ἁβραὰμ
ἐπιγράφονται, οὕτως αἱ μιμούμεναι τὴν ὑπακοὴν τῆς Σάρρας αὐτῆς <lb n="20"/>
θυγάτερας ἀναγράφονται.</p><lb n="5"/><p>Οὕτω γὰρ ποτὲ καὶ αἱ ἅγιαι γυναῖκες, αἱ ἐλπίζουσαι
εἰς τὸν Θεὸν, ἐκόσμουν ἑαυτὰς, ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις
<lb n="6"/> ἀνδράσιν· ὡς Σάρρα ὑπήκουσε τῷ Ἀβραάμ, κύριον
αὐτὸν καλοῦσα, ἧς ἐγενήθητε τέκνα· ἀγαθοποιοῦσαι καὶ <lb n="25"/>
μὴ φοβούμεναι μηδεμίαν πτόησιν.</p><p>Προτρέπεται τὰς γυναῖκας μιμεῖσθαι τὰς ἁγίας, καὶ μάλιστα
τὴν Σάρραν· πείθων αὐτὰς οὕτω τοῖς ἀνδράσιν ὑποτάττεσθαι ὡς
ἐκείνη τῷ Ἀβραὰμ, ἧς καὶ τέκνα αὐτῆς γεγονέναι φησὶ, διὰ τὸ
ἀγαθοεργεῖν· ὥσπερ γὰρ ποιῶν τις τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ, καὶ <lb n="30"/>
ἔχων αὐτοῦ τὴν πίστιν, τέκνον αὐτοῦ γίνεται, οὕτως αἱ ἀγαθὰ
πράττουσαι πισταὶ γυναῖκες μητέρα ἔχουσι τὴν Σάρραν. Πρὸς δὲ

<pb n="60"/>
ἀλληγορίαν σκόπει πῶς τις γίνεται τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τῆς Σάρρας
τέκνον· κατὰ τὸν Ἀβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης
καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας. εἶτα ἀγαγὼν αὐτὰς εἰς τὰς δύο διαθήκας,
μεθ’ ἕτερά φησι κατὰ πνεῦμα γεγενῆσθαι, ἐλευθέραν εἰπὼν
τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ συνᾴδει τοῦτο· “ἐμρλέψατε ἐμβλέψατε εἰς Ἀβρὰμ <lb n="5"/>
τὸν πατέρα ὑμῖν, καὶ εἰς Σάρραν τὴν ὠδίνουσαν ὑμᾶς. οὐ γὰρ
δυνατὸν εἰς ἐκείνους ἀναφέρεσθαι ταῦτα· πῶς γὰρ ἔτι ὠδίνει τοὺς
κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ προφήτου, ἡ πρὸ πολλῶν γενεῶν ὀφειλόμενον
τῆ φύσει θάνατον ἀναδεξαμένη; ὅθεν ἐκληπτέον ταῦτα εἰς τὴν
μητέρα τῶν κατὰ πνεῦμα γεννωμένων τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ, ἃς <lb n="10"/>
προετρέψατο γυναῖκας δι’ ἀγαθοεργίας μητέρα ἔχειν τὴν Σάρραν·
εἶτα “τὸ δὲ τέλος” φησὶ, “πάντες ὁμόφρονες, συμπαθεῖς· ἐὰν γὰρ
συμπάσχωμεν, οὐ πάσχομεν· ἡ γὰρ ἀγάπη κοινοποιεῖ τὰ πάθη.</p></div></div></body></text></TEI>