<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg040.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="hyp"><pb n="1"/><head>EPMHNEIA
ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ.</head><head>ΙΑΚΩΒΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗ.
ΥΠΟΘΕΣΙΣ.</head><p>ΕΠΕΙΔΗ αὐτὸς Ἰάκωβος ταύτην γράφει τοῖς ἀπὸ τῶν δώδεκα <lb n="5"/>
φυλῶν διασπαρεῖσι καὶ πιστεύσασιν εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν
Ἰησοῦν Χριστὸν, γράφει δὲ διδασκαλικὴν τὴν Ἐπιστολὴν, διδάσκων
περὶ διαφορᾶς πειρασμῶν· ποῖος μέν ἐστιν ἀπὸ Θεοῦ, ποῖος
δὲ ἀπὸ τῆς ἰδίας καρδίας τῶν ἀνθρώπων ἐστί· καὶ οὐ λόγῳ μόνῳ
ἀλλὰ καὶ ἔργῳ δεικνύναι τὴν πίστιν· καὶ οὐχ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ <lb n="10"/>
νόμου, ἀλλ’ οἱ ποιηταὶ δικαιοῦνται· περί τε τῶν πλουσίων παραγγέλλει a,
ἵνα μὴ προκρίνωνται τῶν πτωχῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις,
ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἐπιπλήττωνται b ὡς ὑπερήφανοι· καὶ τέλος
παραμυθησάμενος τοὺς ἀδικουμένους, καὶ προτρεψάμενος αὐτοὺς
μακροθυμεῖν ἕως τῆς παρουσίας τοῦ κριτοῦ, καὶ διδάξας c ἐκ τοῦ <lb n="15"/>
Ιὼβ τὸ χρηστὸν τῆς ὑπομονῆς, παραγγέλλει προσκαλεῖσθαι τοὺς
πρεσβυτέρους ἐπὶ τοὺς ἀσθενοῦντας, καὶ σπεύδειν ἐπιστρέφειν τοὺς
πλανηθέντας ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν· εἶναι γὰρ τούτου μισθὸν παρὰ τοῦ
Κυρίου, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. καὶ οὕτως τελειοῖ τὴν Ἐπιστολήν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΚΕΦ. Α.</head><lb n="20"/><p>Περὶ ὑπομονῆς καὶ πίστεως ἀδιακρίτου καὶ περὶ ταπεινοφροσύνης
πρὸς πλουσίους.</p><lb n="1"/><p>Ἰάκωβος Θεοῦ καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος,
ταῖς δώδεκα φυλαῖς ταῖς ἐν τῇ διασπορᾷ χαίρειν.</p><p>ἘΞ Ἀνεπιγράφου. Ἕκαστος τῶν Ἀποστόλων ἐπιστέλλων, <lb n="25"/>
<note type="footnote">a παραγγέλει Cod. b ἐπιπλήττονται Cod. c καὶ διδάξας περὶ
ὑπομονῆς, καὶ διδάξας ἐκ τοῦ Ἰὼβ κ. τ. λ. Cod,</note>

<pb n="2"/>
προοίμιον τῆς Ἐπιστολῆς τὸ ἀξίωμα ἑαυτοῦ ποιεῖται· τοῦτο δέ
ἐστι τὸ καταξιωθῆναι δοῦλος κληθῆναι Χριστοῦ· ἅτε δὲ ὡς τῆς
περιτομῆς ὣν Ἀπόστολος τοῖς ἐκ τῶν δώδεκα φυλῶν ἐπιστέλλει
πιστεύσασιν. ἰστέον μέντοι ὥς τινες νοθεύουσι τὴν Ἐπιστολὴν
ταύτην καὶ τὴν Ἰούδα, ὡς φησὶν Εὐσέβιος ἐν τῇ Ἐκκλησιαστικῇ <lb n="5"/>
Ἱστορίᾳ. ὅμως πάντες ἴσμεν καὶ ταύτας μετὰ τῶν ἄλλων καθολικῶν
ἐν ταῖς ἐκκλησίαις ἐμφερομένας.</p><p>Διδύμου. Ὡς γὰρ οἱ τοῦ κόσμου ἄνθρωποι ἐν ταῖς συγγραφαῖς
τῶν βιωτικῶν συναλλαγμάτων ἐκ τῶν περὶ αὐτοὺς ἀξιωμάτων
χρηματίζειν θέλουσιν, οὕτω καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἐν ταῖς ἀρχαῖς τῶν <lb n="10"/>
συγγραμμάτων αὐτῶν, δοῦλοι Θεοῦ καὶ Χριστοῦ χρηματίζειν
ἀξιοῦσιν.</p><lb n="2"/><p>Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς
περιπέσητε ποικίλοις.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Δεσμὸς γάρ τις ἐστὶν ἡ θλίψις ἀρραγὴς, <lb n="15"/>
ἀγαπῆς αὔξησις, κατανύξεως καὶ εὐλαβείας ὑπόθεσις. ἄκουε γὰρ
τοῦ λέγοντος, “ εἰ προσέρχῃ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ, ἑτοίμασον τὴν
“ ψυχήν σου εἰς πειρασμόν.” καὶ ὁ Χριστὸς δὲ πάλιν ἔλεγεν,
“ ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔχετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε.” καὶ πάλιν, “ στενὴ
“ καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδός. ὁρᾶς πανταχοῦ τὴν θλῖψιν ἐπαινουμένην, <lb n="20"/>
πανταχοῦ παραλαμβανομένην ὡς ἀναγκαίαν οὖσαν ἡμῖν. εἰ
γὰρ ἐν τοῖς ἔξωθεν ἀγῶσιν οὐδεὶς ἂν ταύτης χωρὶς στέφανον λάβοι,
εἰ μὴ καὶ πόνοις καὶ σιτίων παρατηρήσει καὶ νόμου διαίτῃ καὶ
ἀγρυπνίαις, καὶ μυρίοις ἑτέροις ἑαυτὸν ὀχυρώσῃ, πολλῷ μᾶλλον
ἐνταῦθα.</p><lb n="25"/><lb n="3"/><p>Γινώσκοντες, ὅτι δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται
<lb n="4"/> ὑπομονήν· ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω.</p><p>Εἰς τελειότητα οὖν, τὴν κατ’ ἀνδρείαν καὶ καρτερίαν προτρέ-
πων, ἀκολούθως ἀδελφοὺς ὀνομάζει, ἀλλ’ οὐ τέκνα οὐδὲ υἱούς.
τοσοῦτον δὲ ἀπέχει τὸ συμβουλεύειν αὐτοῖς λυπεῖσθαι διὰ τοὺς <lb n="30"/>
πειρασμοὺς, ὡς καὶ πᾶσαν χαρὰν αὐτοὺς ἡγεῖσθαι πείθειν· ἵνα
τὸ ἐναντίον αὐτοὺς λυπῇ τὸ μὴ πειράζεσθαι. εἰ γὰρ οἱ πειρασμοὶ
χαρὰ αὐτοῖς, καὶ οὐχ ἁπλῶς χαρὰ, ἀλλὰ καὶ πᾶσα, δηλονότι τὸ
μὴ πειράζεσθαι λύπην προσάγει. καὶ διατί δοκιμήν, φησιν, ἐρ-

<pb n="3"/>
γάζεται· τί δὲ ἡ δοκιμὴ τοῖς ἔχουσι ποιεῖ· δηλονότι εἰς ἔργον
τέλειον ἄγει.</p><p>Ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν πῶς δεῖ προσεύχεσθαι τοὺς οἰκείους
διδάσκων μαθητὰς, καὶ τὸ κατὰ γνώμην εἶδος τῶν πειρασμῶν
ἀπέχεσθαι φάσκειν ἐκέλευε· “ καὶ μὴ εἰσενέγκεις ἡμᾶς εἰς πει- <lb n="5"/>
“ ρασμόν·” τῶν ἡδωνικῶν δηλονότι καὶ γνωμικῶν καὶ ἑκουσίων
πειρασμῶν, μὴ ἐγκαταλειφθῆναι πεῖραν λαβεῖν· τὸν δὲ μέγαν
Ἰάκωβον πρὸς τὸ τῶν ἀκουσίων πειρασμῶν εἶδος διδάσκοντα μὴ
συστέλλεσθαι τοὺς ὑπὲρ ἀληθείας ἀγωνιζομένους, φᾶναι, “ πᾶσαν
“ χαρὰν ἡγήσασθε ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε <lb n="10"/>
“ ποικιλοῖς,” δηλονότι τοῖς ἀκουσίοις καὶ παρὰ γνώμην καὶ πόνων
ποιητικοῖς πειρασμοῖς· καὶ δηλοῦσι σαφῶς, ἐκεῖ μὲν ἐπάγων ὁ
Κύριος, “ ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ,” ἐνταῦθα δὲ, “ γινώ-
“ σκοντες, ὅτι δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονὴν,
“ ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, <lb n="15"/>
“ ἐν μηδενὶ λειπόμενοι.”</p><p>Ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι·
<lb n="5"/> εἰ δέ τις ὑμῶν λείπεται σοφίας, αἰτείτω παρὰ τοῦ διδόντος
Θεοῦ πᾶσιν ἁπλῶς, καὶ οὐκ ὀνειδίζοντος, καὶ δοθήσεται
ἀυτῶ.</p><lb n="20"/><p>Τὸ αἰτίον ἡμῖν λέγει τοῦ τελείου ἔργου· τοῦτο δέ ἐστιν ἡ
σοφία ἡ ἄνωθεν, δι’ ἧς ἐνδυναμούμενοι, ὁλόκληρον δυνησόμεθα
πρᾶξαι τὸ ἀγαθόν.</p><lb n="6"/><p>Αἰτείτω δὲ ἐν πίστει, μηδὲν διακρινόμενος· ὁ γὰρ
διακρινόμενος ἔοικε κλύδωνι θαλάσσης ἀνεμιζομένῳ καὶ <lb n="25"/>
<lb n="7"/> ῥιπιζομένῳ· μὴ γὰρ οἰέσθω ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὅτι λήψεται
παρὰ Κυρίου.</p><p>Κυρίλλου. ὑβριστὴς γὰρ ὁμολογουμένως ὁ διακρινόμενος. εἰ
γὰρ μὴ πεπίστευκας ὅτι τὴν σὴν αἴτησιν ἀποπεραίνει, μηδὲ προσῆλθες
ὅλως ἵνα μὴ κατήγορος εὑρεθῇς τοῦ πάντα ἰσχύοντος, διψυχήσας <lb n="30"/>
ἀβουλήτως. χρὴ τοιγαροῦν τὴν οὕτως αἰσχρὰν παραιτεῖσθαι
νόσον.</p><lb n="8"/><p>Ἀνὴρ δίψυχος ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς
<lb n="9"/> αὐτοῦ. καυχάσθω δὲ ὁ ἀδελφὸς ὁ ταπεινὸς ἐν τῷ ὕψει

<pb n="4"/>
<lb n="10"/> αὐτοῦ· ὁ δὲ πλούσιος ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ· ὅτι ὡς
<lb n="11"/> ἄνθος χόρτου παρελεύσεται. ἀνέτειλε γὰρ ὁ ἥλιος σὺν
τῷ καύσωνι, καὶ ἐξήρανε τὸν χόρτον, καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ
ἐξέπεσε, καὶ ἡ εὐπρέπεια τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἀπώλετο·
οὕτως καὶ ὁ πλούσιος ἐν ταῖς πορείαις αὐτοῦ <lb n="5"/>
μαρανθήσεται.</p><p>Ἐκ Τοῦ Ποιμένοσ Ἐντολῆι d Θ΄. Ἆρον σεαυτοῦ τὴν διψυχίαν,
καὶ μηδὲν ὅλως διψυχήσῃς αἰτήσασθαί τι παρὰ τοῦ Κυρίου
καὶ λαβεῖν, ἡμαρτηκὼς τοσαῦτα εἰς αὐτόν. μὴ διαλογίζου ταῦτα,
ἀλλ’ ἐξ ὅλης καρδίας σου ἐπίστρεψον ἐπὶ τὸν Κύριον, καὶ αἰτοῦ <lb n="10"/>
παρ’ αὐτοῦ ἀδιστάκτως, καὶ γνώσῃ τὴν πολυσπλαγχνίαν αὐτοῦ,
ὅτι οὐ μή σε ἐγκαταλείπῃ· ἀλλὰ τὸ αἴτημα τῆς ψυχῆς σου
πληροφορήσει. οὐκ ἔστι γὰρ ὁ Θεὸς ὡς οἱ ἄνθρωποι οἱ μνησικακοῦντες
ἀλλήλους, ἀλλ’ αὐτὸς ἀμνησίκακός ἐστι, καὶ σπλαγχνίζεται
ἐπὶ τὴν ποίησιν αὐτοῦ.</p><lb n="15"/><lb n="12"/><p>Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμὸν, ὅτι δόκιμος
γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο
ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Αὐτάρκως προτρεψάμενος ὑφίστασθαι
τοὺς πειρασμοὺς μετὰ χαρᾶς, ἵνα ἐγγένηται δόκιμον ἔργον καὶ <lb n="20"/>
ὑπομονὴ e τελεία· τελειοῦται δὲ ταῦτα καθ’ ἑαυτὰ, καὶ μὴ δι
ἄλλο πραττόμενα· δι’ ἑτέρας παραινέσεως πείθειν ἐπιχειρεῖ κατορθοῦν
τὰ προκείμενα· δι’ ἐπαγγελίαν μακάριον εἶναι λέγων τὸν
πειρασμὸν ὑπομένοντα. γενήσεται γὰρ οὕτως ἀθλητικῶς ἄγων τὸν
ἀγῶνα, δόκιμος ἀνὴρ διὰ πάντων γεγυμνασμένος· οὕτω δὲ ἀναφανέντι <lb n="25"/>
ἐκ τῶν σκυθρωπῶν, δοθήσεται στέφανος ζωῆς εὐτρεπισθεὶς
ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τοῖς αὐτὸν ἀγαπῶσιν· οὕτως ὁ τῷ ὑπομένειν πειρασμὸν,
καταφρονῶν ἐπιπόνων καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, στέφανον
τῆς αἰωνίου ζωῆς ἀπολήψεται. ζητεῖς τίς ἡ ὕλη οὗ ἡτοίμασεν ὁ
Θεὸς στεφάνου ζωῆς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν; ἔστιν “ἃ ἡτοίμασεν <lb n="30"/>
“ ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν, ἃ διὰ μέγεθος θειότητος, ὄψει καὶ
ἀκοῇ οὐχ ὑπόκειται, οὐδὲ ἐπὶ ψιλὴν νόησιν ἀνθρώπου ἀναβέβηκεν.
<note type="footnote">d ἕντο Cod. e ὑπομονὴ Cod.</note>

<pb n="5"/>
* Περὶ τῆς ἐν ἡμῖν πυρώσεως καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς παθών, ὅτι οὐ παρὰ τοῦ
Θεοῦ τὸ αἴτιον· εἴ τι γὰρ ἀγαθὸν ἡμῖν, παρ’ αὐτοῦ.</p><lb n="13"/><p>Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω, ὅτι ἀπὸ Θεοῦ πειράζομαι·
ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν· πειράζει δὲ
αὐτὸς οὐδένα.</p><lb n="5"/><p>Ἀμαρτίαν f.</p><p>Ὅτι ὁ Θεὸς πειράζων ἐπ’ ὠφελείᾳ πειράζει, οὐκ ἐπὶ τῷ κακοποιῆσαι·
διὸ καὶ ἐλέχθη ὅτι ὁ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν.
καὶ μετ’ ὀλίγα—Ὁ οὖν φέρων τοὺς πειρασμοὺς γενναίως, στεφανοῦται·
ἄλλο δέ ἐστιν ἐπὶ τοῦ διαβόλου. ἐκεῖνος γὰρ πειράζει, <lb n="10"/>
ἵνα τοὺς πειθομένους αὐτῷ θανατώσῃ· καὶ ὁ μὲν ἀγνοῶν τὸ ἐσόμενον,
ὁ δὲ Θεὸς εἰδὼς μὲν τὸ ἐσόμενον, πλὴν διδοὺς τῷ ἀνθρώπῳ
πράττειν ὃ θέλει διὰ τὸ αὐτεξούσιον.</p><p>Εἰς βλάβην· ἐπ’ ἀγαθῷ γὰρ ἐπείρασε τὸν Ἀβραάμ.</p><lb n="14"/><p>Ἕκαστος δὲ πειράζεται, ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος <lb n="15"/>
καὶ δελεαζόμενος.</p><p>Σετήρου. τινὲς δὲ τὸ προκείμενον ῥητὸν ἐπειράθησαν ἐξηγεῖσθαι,
φήσαντες, αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν ἀνομιῶν μητέρα καλεῖν
τὸν Δαβὶδ, ἥτις διὰ τῆς ἀτοπωτάτης ὀρέξεως οἱονεὶ συλλαμβανοῦσα
καὶ κύουσα τὴν πρᾶξιν τῆς ἁμαρτίας ἀποτίκτει, καὶ αὐτὸν <lb n="20"/>
τὸν ἁμαρτωλὸν ταύτην ἐνεργοῦντα καὶ πράττοντα· καὶ πέρας τῶν
τοιούτων ὠδίνων ποιεῖται τοῦ ἁμαρτάνοντος τὸν θάνατον. οὕτως
γὰρ ἐπιστέλλων Ἰάκωβος ἔφησεν, εἷς ὣν τῶν τοῦ Χριστοῦ σοφῶν
μαθητῶν· “ ἕκαστος δὲ πειράζεται, ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελ-
“ κόμενος καὶ δελεαζόμενος· εἶτα ἡ ἐπιθυμία συλλαβοῦσα, τίκτει <lb n="25"/>
“ ἁμαρτίαν· ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεῖσθα ἀποκύει θάνατον·” ὑπὸ
ταύτης οὖν τῆς ἐπιθυμίας κεκισσῆσθαι καὶ συνειλῆφθαι καθὰ δὴ
τῶν ἁμαρτωλῶν μητρὸς ἔφησεν ὁ Δαβίδ.</p><lb n="15"/><p>Εἶτα ἡ ἐπιθυμία συλλαβοῦσα, τίκτει ἁμαρτίαν· ἡ δὲ
ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα, ἀποκύει θάνατον.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐν μὲν γὰρ τῷ πράττειν τὴν ἁμαρτίαν
ὑπὸ τῆς ἡδονῆς μεθύοντες, οὐχ οὕτως αἰσθανόμεθα. ἐπειδὰν δὲ
<note type="footnote">f Ita Cod. in v. μηδεὶς, nullo lacunae indicio.</note>

<pb n="6"/>
γένηται καὶ λάβῃ τέλος, τότε δὴ μάλιστα τῆς ἡδονῆς σβεσθείσης
ἁπάσης, τὸ πικρὸν τῆς ἐννοίας ἐπεισέρχεται κέντρον, ἀπεναντίας
ταῖς ὠδινούσαις γυναιξίν· ἐπ’ ἐκείνων μὲν γὰρ πρὸ τοῦ τόκου,
πολὺς ὁ πόνος καὶ ὠδίνες δριμεῖαι ἐπικόπτουσι ταῖς ἀλγηδόσιν
αὐτάς· μετὰ δὲ τὸν τόκον ἄνεσις, τῷ βρέφει τῆς ὀδύνης συνεξελθούσης. <lb n="5"/>
ἐνταῦθα δὲ οὐχ οὕτως· ἀλλ’ ἕως μὲν ἂν ὠδίνωμεν καὶ
συλλαμβάνωμεν τὰ διεφθαρμένα νοήματα, εὐφραινόμεθα καὶ χαίρομεν·
ἐπειδὰν δὲ ἀποτέκωμεν τὸ πονηρὸν παιδίον τὴν ἁμαρτίαν,
τότε τὸ αἶσχος τοῦ τεχθέντος ἰδόντες, ὀδυνώμεθα, τότε διακοπτόμεθα
τῶν ὠδινουσῶν γυναικῶν χαλεπώτερον. διὸ παρακαλῶ μὴ <lb n="10"/>
δέχεσθαι μὲν μάλιστα παρὰ τὴν ἀρχὴν ἐπιθυμίαν διεφθαρμένην·
εἰ δὲ καὶ ἐδεξάμεθα, ἀποπνίγειν ἔνδον τὰ σπέρματα εἰ δὲ καὶ
μέχρι τούτου ῥαθυμήσωμεν, ἐξελθοῦσαν εἰς ἔργον τὴν ἁμαρτίαν,
ἀποκτεῖναι πάλιν δι’ ἐξομολογήσεως καὶ δακρύων, διὰ τοῦ κατη-
γορεῖν ἑαυτοῦ· οὐδὲν γὰρ οὕτως ὀλέθριον ἁμαρτίας, ὡς κατηγορία <lb n="15"/>
καὶ καταγνωσις.</p><p>Ἡσυκίου Πρεσβυτέρου. Ὠδῖνες θανάτου αἱ τῶν ἁμαρτωλῶν
ἐπιθυμίαι τυγχάνουσιν.</p><lb n="16"/><p>Μῆ πλανᾶσθε ἀδελφοί μου ἀγαπητοί. πᾶσα δόσις
<lb n="17"/> ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον, ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον <lb n="20"/>
ἀπὸ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων.</p><p>“ Μὴ πλανᾶσθε νομίζοντες παρὰ Θεοῦ γίνεσθαι τοὺς πειρασμούς.
ἢ τὰς λογικὰς δυνάμεις φῶτα καλεῖ, ἢ τοὺς πεφωτισμένους
διὰ Πνεύματος Ἁγίου.</p><p>Πάρ’ ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγὴ, ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα.</p><lb n="25"/><p>Σευήρου. Λέγοντος γάρ ἐστιν ἀκούειν τοῦ Θεοῦ, “ ἐγώ εἰμι,
“ ἐγώ εἰμι καὶ οὐκ ἀλλοίωμαι··’ καὶ αὐτῷ μὲν πρόσεστι τὸ g
παγίως καὶ ἀναλλοιώτως κατ’ οὐσίαν ἔχειν· τοῖς δὲ κατὰ τὸ
Εὐαγγέλιον πολιτευομένοις, καὶ πρακτικῶς τὰς ἐντολὰς μετιοῦσιν
ἐκ τῆς ἄνωθεν δωρεᾶς καὶ μετουσίας, τὸ ἀναλλοιώτως ἐν τοῖς κατὰ <lb n="30"/>
τὸν βίον ἐπιτηδεύμασι διακεῖσθαι προσγίνεται· καὶ τὸ μὴ συμβάλλεσθαι
τοῖς καιροῖς. διὸ καὶ Παῦλος παρῄνει τισὶ λέγων,
“ μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ μεταμορφοῦσθε τῇ
<note type="footnote">g τῶ Cod.</note>

<pb n="7"/>
“ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν, εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τὸ θέλημα
“ τοῦ Θεοῦ τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον.</p><lb n="18"/><p>Βουληθεὶς ἀπεκύησεν ἡμᾶς λόγῳ ἀληθείας.</p><p>Ἐπὶ μὲν γὰρ τοῦ Υἱοῦ κυρίως λέγεται ἡ γέννησις, ἐπὶ δὲ τῶν
κτισμάτων καταχρηστικῶς· ἐπ’ ἐκείνου μὲν τῆς ἀληθείας ἕνεκεν <lb n="5"/>
καὶ τῆς ὁμοουσιότητος· ἐπὶ δὲ τούτων, τιμῆς ἕνεκεν καὶ υἱοθεσίας·
“ βουληθεὶς γάρ,’’ φησιν, “ ἀπεκύησεν ἡμᾶς λόγῳ ἀληθείας. μὴ
τοίνυν ἡ ὁμωνυμία τὴν ὁμοτιμίαν ἐνταῦθα τικτέτω, μηδὲ τὰ κατα-
χρηστικῶς εἰρημένα κυρίως λελέχθαι νομιζέσθω.</p><p>Εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς ἀπαρχὴν τινὰ τῶν αὐτοῦ <lb n="10"/>
κτισματων.</p><p>Ἀντὶ τοῦ πρώτους καὶ τιμιωτέρους. κτίσματα δὲ τὴν ὁρω-
μένην κτίσιν φησὶν, ἧς τιμιώτερον τὸν ἄνθρωπον ἔδειξεν. ὅπου γε
καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις προσδοκᾷ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, ἵνα καὶ ἡμῖν
συνελευθερωθῇ.</p><lb n="15"/><p>Τῷ τῆς ὁμολογίας, τῷ τῆς πίστεως.</p><p>Πρωτοτόκους ἐν τοῖς οὐρανοῖς.</p></div></div></body></text></TEI>