<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg040.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><head>ΚΕΦ. Η.</head><p>ὅτι οὐκ ἐν ἀνθρώπῳ ἁλλ’ ἐωq Θεῷ τὰ διαβήματα ἀνδρὸς κατευθύνεται.</p><lb n="13"/><p>Ἄγε νῦν οἱ λέγοντες, Σήμερον καὶ αὔριον ποπευσώμεθα
εἰς τήνδε τὴν πόλιν, καὶ ποιήσωμεν ἐκεῖ ἐνιαυτὸν,
καὶ ἐμπορευσώμεθα, καὶ κερδήσωμεν.</p><lb n="5"/><p>Περὶ φρονήματος μετεώρου τὸ λεγόμενον, οὗ τὸ τέλος ἀφανισμος.</p><p>Κυρίλλου. Οἱ μὲν γὰρ πρὸς ἐμπορίας καὶ τὰς ἐντεῦθεν
φιλοκερδείας ἀκορέστως κεχηνότες ὁδοιποριῶν ἀνέχονται μακρῶν,
ναυτιλίας καὶ τῶν ἐν αὐτῇ κυμάτων· οἱ δὲ τὴν πεπορισμένην <lb n="10"/>
αὐτοῖς δυναστείαν ὅπλον ποιοῦνται τῆς καθ’ ἑτέρων πλεονεξίας·
ἕτεροι δὲ αὐτὰ ἐκ μοχθηρῶν εὑρημάτων παχύνουσι βαλάντια, καὶ
τόκοις ἐπὶ τόκους ἀνοσίως συλλέγοντες, πῦρ καὶ κόλασιν ταῖς
ἑαυτῶν καταχέουσι κεφαλαῖς.</p><lb n="14"/><p>Οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς αὔριον· ποία γὰρ ἡ <lb n="15"/>
ζωὴ ὑμῶν ; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη.
<lb n="15"/> ἀντὶ τοῦ λέγειν ὑμᾶς, Ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσωμεν,
<lb n="16"/> καὶ ποιήσωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· νῦν δὲ καυχᾶσθε ἐν ταῖς
ἀλαζονείαις ὑμῶν· πᾶσα καύχησις τοιαύτη πονηρά ἐστιν.
<lb n="17"/> εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν, καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ <lb n="20"/>
ἐστιν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν οὐ τοῦ θέλοντοσ
οὐδὲ τοῦ τρέχοντοσ. Οὐ τὴν ἐξουσίαν ἀναιρεῖ, ἀλλὰ δείκνυσιν,
ὅτι οὐ τὸ πᾶν αὐτοῦ ἐστὶν, ἀλλὰ δεῖται τῆς ἄνωθεν χάριτος· δεῖ
μὲν καὶ θέλειν καὶ τρέχειν, θαρρεῖν δὲ μὴ τοῖς οἰκείοις πόνοις, <lb n="25"/>
ἀλλὰ τῇ τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίᾳ· φησὶ γὰρ ἐν ταῖς Παροιμίαις·
“ μὴ καυχῶ τὰ εἰς αὔριον, οὐ γὰρ γινώσκεις τι τέξεται ἡ ἐπιοῦσα·”
οὐ γὰρ ἐφ’ ἡμῖν ἐστι τὸ ἐλθεῖν εἰς τὴν αὔριον, καθάπερ οὐδὲ τῷ
μισθωτῷ r πρὸς ἡμέραν μισθωθέντι μίαν, ἐξουσία τίς ἐστι ἀφ’
ἑαυτοῦ καὶ τῇ ἑξῆς ἐργάσασθαι, πλὴν εἰ μὴ ὁ μισθωσάμενος <lb n="30"/>
ἐπιτρέψειεν.</p><note type="footnote">q τῷ Θεῷ Cod. Barocc. r μισθίω τῶ Cod.</note><pb n="33"/><p>* Περὶ πλεονεξίας πλουσίων καὶ τῆς ἐν κόσμῳ τρυφῆς αὐτῶν, καὶ περὶ
δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ s.</p><lb n="1"/><p>Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς
<lb n="2"/> ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις. ὁ πλοῦτος ὑμῶν
<lb n="3"/> σέσηπε, καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν· ὁ <lb n="5"/>
χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἁψώμεθα τῆς ὁδοῦ τῆς στενῆς· μέχρι
πότε τρυφή; μέχρι πότε ἄνεσις; οὐκ ἐνεπλήσθημεν ῥαθυμοῦντες ;
γελῶντες ; ἀναβαλλόμενοι ; οὐ τὰ αὐτὰ πάλιν ἔσται τράπεζα
καὶ κόρος καὶ πολυτέλεια καὶ χρήματα καὶ κτῆσις καὶ οἰκοδομαὶ; <lb n="10"/>
καὶ τί τὸ κέρδος; θάνατος· καὶ τί τὸ τέλος; τέφρα καὶ κόνις
σοροὶ καὶ σκώληκες.</p><p>Ἡσυχίου. Προλέγει τὴν τιμωρίαν, διὰ φιλανθρωπίαν· ἵνα
μετανοήσαντες ἔξω γένοιντο τῶν ἀπειλουμένων.</p><p>Κυρίλλου. Τουτέστιν ἡ ὀργὴ μονονουχὶ κατασφάξασα, καὶ <lb n="15"/>
ὄνον τινας κριοὺς καὶ ταύρους ἁδρούς τε καὶ πίονας καταστρώσασα·
οἶς ἃν εἰκότως λέγοιτο πρὸς ἡμῶν· “ ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι κλαύ-
“ σατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχο-
“ μέναις·” προσεποίσομεν δὲ τούτοις τὸ “ ἐτρυφήσατε, ἐσπατα-
“ λήσατε ἐπὶ τῆς γῆς, ἐθρέψατε τὰς καρδίας ὑμῶν, ὡς ἐν ἡμέρᾳ <lb n="20"/>
“ σφαγῆς·’’ τοιοῦτοι γὰρ γεγόνασιν οἱ τῶν Ἰουδαίων καθηγηταὶ,
καταβοσκόμενοι μὲν τρόπον τινὰ τόπον πίονα καὶ εὐρύχωρον, τὰς
ἐκ τῶν λαῶν δωροφορίας· καταπιανθέντες δὲ ὥσπερ ταῖς παρὰ
πάντων τιμαῖς· ὡς κριοὶ καὶ ταῦροι πεπτώκασι τῇ τοῦ Κυρίου
μαχαίρᾳ περιπεσόντες οἱ δείλαιοι.</p><lb n="25"/><p>Καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμῖν ἔσται, καὶ
φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν ὡς πῦρ· ἐθησαυρίσατε ἐν
<lb n="4"/> ἐσχάταις ἡμέραις. ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων
τὰς χώρας ὑμῶν, ὁ ἀπεστερημένος ἀφ’ ὑμῶν,
κράζει· καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου <lb n="30"/>
Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν.</p><p>Ἀντὶ τοῦ καταμαρτυρήσει ὑμῶν, διὰ τοῦ ἰοῦ ἐλέγχων τὸ
ἀμετάδοτον, ὁμοίως δὲ λαὶ τὰ ἱμάτια διὰ τῆς σήψεως.</p><note type="footnote">s τ. Θεοῦ αὐτῶν Cod. N.C. τοῦ om. Bar.</note><pb n="34"/><lb n="5"/><p>Ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐσπαταλήσατε· ἐθρέψατε
<lb n="6"/> τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν ἡμέρᾳ σφαγῆς· κατεδικάσατε,
ἐφονεύσατε τὸν δίκαιον· καὶ οὐκ ἀντιτάσσεται
ὑμῖν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τί οὗν; κεκώλυται ἡ τρυφή ; καὶ σφόδρα· <lb n="5"/>
διατί οὖν εἰς μετάληψιν ἔκτισται; ὅτι καὶ ἄρτον ἔκτισε, καὶ
κεκώλυται ἡ ἀμετρία· ὅτι καὶ οἶνον ἔκτισε, καὶ κεκώλυται ἡ
ἀμετρία· οὐχ ὡς ἀκάθαρτον τοίνυν τὴν τροφὴν παραιτεῖσθαι
κελεύει, ἀλλ’ ὡς ἐκλύουσαν διὰ τῆς ἀμετρίας τὴν ψυχήν· πᾶν
γὰρ κτίσμα Θεοῦ καλόν φησι, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητόν μετὰ <lb n="10"/>
εὐχαριστίας λαμβανόμενον.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><head>ΚΕΦ. Θ.</head><p>Περὶ μακροθυμίας κοὶ ὑπομονῆς παθημάτων, κοὶ περὶ ἁληθείας.
<lb n="7"/> Μακροθυμήσατε οὖν ἀδελφοὶ, ἕως τῆς παρουσίας
τοῦ Κυρίου. ἰδοὺ ὁ γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν τίμιον καρπὸν <lb n="15"/>
τῆς γῆς, μακροθυμῶν ἐπ’ αὐτῷ, ἕως λάβῃ ὑετὸν
πρώιμον καὶ ὄψιμον.</p><p>Κυρίλλου. Εἰ γὰρ καὶ ὑπερτίθεταί, φησιν, ὁ Θεὸς τῶν
ἁμαρτανόντων τὴν τιμωρίαν, περιμένων ἀυτῶν τὴν μετάνοιαν, οὐχ
ὡς μεταβεβλημένος ταῦτα ποιεῖ, ἣ καὶ φιλῶν τοὺς ἁμαρτάνοντας· <lb n="20"/>
ἀλλὰ καιρὸν αὐτοῖς ἐπιστροφῆς παρέχων.</p><p>Εἰπὼν τῶν ἀδίκων τὴν τιμωρίαν, τοῖς ἀδικηθεῖσιν εἰκότως
μακροθυμεῖν παραινεῖ τὴν παρουσίαν ἐκδεχομένοις τοῦ Κυρίου·
ἅμα δὲ καὶ ὅρκων ἀπαγορεύει ἅπτεσθαι, καὶ προσευχῇ καὶ
ψαλμῳδίᾳ σχολάζειν, καὶ πίστιν ἔχειν περὶ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ <lb n="25"/>
καὶ πρὸς ἀλλήλους ἀγαπῆν, ὡς καὶ δέεσθαι ὑπὲρ ἀλλήλων· καὶ
ἡ ἀπόδειξις τῆς ἰσχύος τῆς προσευχῆς ὁ Ἠλίας εἰς μέσον
φέρεται· καὶ τελευταῖον, ὅσος ὁ τῶν ἁμαρτωλοὺς ἐπιστρεφόντων
ὁ μισθός.</p><lb n="8"/><p>Μακροθυμήσατε καὶ ὑμεῖς, στηρίξατε τὰς καρδίας <lb n="30"/>
ὑμῶν, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἤγγικε.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Μακροθυμίαν πρὸς ἀλλήλους, ὑπομονὴν

<pb n="35"/>
πρὸς τοὺς ἔξω· μακροθυμεῖ γάρ τις πρὸς ἐκείνους, οὓς δυνατὸν καὶ
ἀμύνασθαι· ὑπομένει δὲ οὓς οὐ δύναται ἀμύνασθαι· διὰ τοῦτο ἐπὶ
μὲν Θεοῦ οὐδέποτε ὑπομονὴ λέγεται, μακροθυμία δὲ πολλαχοῦ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἰ οὖν καὶ ἐνταῦθα δοκοῦσιν ἐγκαταλελεῖφθαι,
ἀλλ’ ὅμως ἐκεῖ πολλῆς ἀπολαύσουσι τῆς δόξης ὅταν δὲ ἴδωσιν <lb n="5"/>
οἱ μεγάλα φυσῶντες τοὺς μαστιζομένους ὑπ’ αὐτῶν, τοὺς καταφρονουμένους,
τοὺς καταγελωμένους τούτους ἐγγὺς ὄντας Θεοῦ,
τότε θρηνήσουσι καὶ ὀλολύξουσιν, ὅταν τοὺς οἰκτροὺς καὶ ταλαιπώρους
καὶ μυρία παθόντας δεινὰ καὶ πιστεύσαντας, εἰς τοσαύτην
ἄγῃ λαμπρότητα.</p><lb n="10"/><lb n="9"/><p>Μὴ στενάζετε κατ’ ἀλλήλων, ἵνα μὴ κριθῆτε· ἰδοὺ
<lb n="10"/> ὁ κριτὴς πρὸ τῶν θυρῶν ἕστηκεν. ὑπόδειγμα λάβετε,
ἀδελφοί μου, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς
<lb n="1"/> 1 προφήτας, οἳ ἐλάλησαν ἐν τῷ ὀνόματι Κυρίου. ἰδοὺ
μακαρίζομεν τοὺς ὑπομένοντας· τὴν ὑπομονὴν Ἰὼβ <lb n="15"/>
ἠκούσατε.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου Ῥητὰ Προκείμενα “ Εὐχαριστοῦντεσ
“ Ἐν Τῶι Θεῶι.” Εἰ γὰρ εὐχαριστοῦμεν μετὰ
μεγάλα τὰ γινόμενα. ἔστι γὰρ εὐχαριστεῖν διὰ φόβον μόνον·
ἔστιν εὐχαριστεῖν καὶ ἐν λύπῃ ὄντα· οἷον ὁ Ἰὼβ ηὐχαρίστησεν <lb n="20"/>
ὀδυνώμενος, καὶ ἔλεγεν “ ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο.”
μὴ γάρ τις λεγέτω, ὅτι οὐκ ἐλύπει αὐτὸν τὰ γινόμενα, οὐδὲ
ἀθυμία περιέβαλε. μὴ δὲ τὸ μέγα ἐγκώμιον ἀφαιρείσθω τοῦ
δικαίου ὅταν δὲ τοιαῦτα ἠ’, οὐ διὰ τὸν φόβον οὐδὲ διὰ δεσποτείαν
μόνον, ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τῶν πραγμάτων τὴν φύσιν· πόσος ὁ ἔπαινος ; <lb n="25"/>
εἰπέ μοι γὰρ, πότε μακαρίζεις τὸν Ἰώβ; ὅτε εἶχε τὰς τοσαύτας
καμήλους, καὶ τὰ ποίμνια, καὶ τὰ βουκόλια; ἣ ὅτε ἐκείνην τὴν
φωνὴν ἀφῆκεν, “ ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο; ” καὶ γὰρ
καὶ ὁ διάβολος διὰ τοῦτο ἡμᾶς ζημιοῖ· οὐχ ἵνα τὰ χρήματα ἡμῶν
ἀφέληται, οἶδε γὰρ ὅτι οὐδέν ἐστιν, ἀλλ’ ἵνα διὰ τούτων ἀναγκάσῃ <lb n="30"/>
εἰπεῖν τι βλάσφημον.</p><p>Καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός
ἐστι καὶ οἰκτίρμων.</p><pb n="36"/><p>Ἐκ γὰρ τῆς ἐκβάσεως τῶν πραγμάτων ἐδείχθη καὶ ἡ τοῦ
διαβόλου συκοφαντία καὶ ἡ τοῦ Θεοῦ ἀψευδὴς μαρτυρία.</p><lb n="12"/><p>Πρὸ πάντων δὲ, ἀδελφοί μου, μὴ ὀμνύετε, μήτε τὸν
οὐρανὸν, μήτε τὴν γῆν, μήτε ἄλλον τινὰ ὅρκον· ἤτω
δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ, ναὶ, καὶ τὸ οὒ, οὔ· ἵνα μὴ εἰς ὑπόκρισιν <lb n="5"/>
πέσητε.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τί οὖν ἐὰν ἀπαιτῇ τις ὅρκον, καὶ ἀνάγκην
ἐπάγῃ· ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος τῆς ἀνάγκης ἔστω δυνατώτερος· ἐπεὶ εἰ
μέλλει τὰς τοιαύτας προβάλλεσθαι προφάσεις, οὐδὲν φυλάξεις
τῶν ἐπιταχθέντων· καίτοιγε ἐπὶ τῶν νόμων τῶν ἀνθρωπίνων οὐδαμοῦ <lb n="10"/>
τοῦτο τολμᾷς προβαλέσθαι, οὐδὲ εἰπεῖν, ἀλλ’ ἑκὼν καὶ ἄκων καταδέχῃ
τὰ γεγραμμένα· ἄλλως δὲ οὐδὲ ἀνάγκην ὑποστήσῃ ποτέ·
ὁ γὰρ τῶν ἔμπροσθεν μακαρισμῶν ἀκούσας, καὶ τοιοῦτον ἑαυτὸν
παρασκευάσας, οἷον ἐπέταξεν ὁ Χριστὸς, οὐδεμίαν παρ’ οὐδενὸς
ὑποστήσεται τοιαύτην ἀνάγκην· αἰδέσιμος ὢν παρὰ πᾶσι καὶ <lb n="15"/>
σεμνὸς. τι ἐστι τὸ πέριττον του ’ναι, καὶ του οὐ ; ο ὅρκος οὐκ
ἐπὶ τὸ ἐπιορκεῖν· ἐκεῖνο γὰρ οὐδεὶς δεῖται μαθεῖν, ὅτι ἐκ τοῦ
πονηροῦ ἐστι καὶ περιττὸν, ἀλλ’ ἐναντίον τὸ δὲ περιττὸν καὶ τὸ
πλέον ὁ ὅρκος ἐστίν.</p><p>Διὰ τοῦτο δὲ τὸ παλαιὸν ὁ ὅρκος νενομοθέτηται, ἵνα μὴ κατ’ <lb n="20"/>
εἰδώλων ὀμνύωσιν· ὀμεῖσθε γάρ, φησι, τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινόν.</p><p>Κυρίλλου. Ἔστω ἡ τοῦ βίου ἡμῶν μαρτυρία βεβαιοτέρα
ὅρκου· εἰ δέ τις ἀναιδὴς μὴ δυσωπούμενος ὑμῶν τῷ βίῳ τολμᾷ
ὑμῖν ἐπαγαγεῖν ὅρκον· ἔστω ὑμῖν τὸ ναὶ, ναὶ, καὶ τὸ οὓ, οὓ, ἀντὶ
του ὅρκου.</p><lb n="25"/><p>Διὰ τοῦτο κωλύει ἡμᾶς ὀμνύναι κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
ἵνα μὴ δῶμεν τῇ κτίσει τὸ ὑπὲρ κτίσιν ἀξίωμα, θεοποιοῦντες αὐτά.
οἱ γὰρ ὀμνύντες, φησὶ, κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσιν, ὡς ὁ Ἀπόστολος
φησί.</p></div></div></body></text></TEI>