<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg040.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><head>ΚΕΦ. ς.</head><p>Ὅτι ἐκ ῥαθυμίας καὶ φιληδονίας ἔρις καὶ ἀκαταστασία καὶ ἡ πρὸς Θεὸν
ἐχθρὰ γίνεται.</p><lb n="1"/><p>Πόθεν πόλεμοι, καὶ πόθεν μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν <lb n="30"/>
ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς
<note type="footnote">l τῆς ἐπὶ σόφ’. Cod. Barocc. et Œcumen. m Κολοσσέων Cod.</note>

<pb n="25"/>
<lb n="2"/> μέλεσιν ὑμῶν; ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ
ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν. μάχεσθε καὶ πολεμεῖτε,
καὶ οὐκ ἔχετε δὲ διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς.</p><p>Δείκνυσιν οὐκ ἃν ὑποπλάττοντα λόγον διδασκαλικόν. ὅλοι σαρκικοί
εἰσι, καὶ τὰ χαλεπώτατα πράττουσι· τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος <lb n="5"/>
ώνείδιζεν “ ὅπου γὰρ ἐν ὑμῖν, λέγων, “ζηλος καὶ ἔρις,
σαρκικοι ἐστε;</p><p>Διονυσίου. Ὁ μὲν γὰρ ἀγρὸν ἀρκοῦντα κεκτημένος, ἐπειδὴ
μείζονα θεωρεῖ τὸν τοῦ γείτονος, αὐξῆσαι τὸν ἑαυτοῦ φιλονεικεῖ,
ὡσαύτως λαὶ ποιῆσαι τὸν ὑψηλότερον.</p><lb n="10"/><lb n="3"/><p>Αἰτεῖτε, καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε.</p><p>Τοιοῦτος ἦν ὁ Φαρισαῖος, ὁ καὶ ἐν τῷ κατὰ Λοῦκαν Εὐαγγελίῳ
κατηγορούμενος. ὃς ἑστὼς ἐν μέσῳ τῷ ἱερῷ μεγαλοφώνως ᾔτει τὲ
καὶ προσηύχετο. καὶ ὡς ἄξιος ὣν, ᾔτει τυχεῖν, καὶ τὰς οἰκείας
πράξεις ἀπηριθμεῖτο, καὶ ἔλεγε “ νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, <lb n="15"/>
“ ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι.’’ προσεφιλοτιμεῖτο δὲ βοῶν, καὶ
τὸ μὴ εἶναι ἅρπαξ, ἣ ἄδικος ἣ μοιχὸς, ἣ πλεονεξίᾳ κρατούμενος·
καὶ ὅσω πολλὰ κατέλεγε, τοσούτω πλέον ἀπεβύει τὴν θείαν ἀκοήν·
καὶ ὁ τῶν ῥημάτων ὄγκος κενὸς περὶ τὰ χείλη κατέρρει, καὶ εἰς
ἀφρὸν διελύετο, καθάπερ παφλάζοντα κύματα.</p><lb n="20"/><p>Ἀληθοῦς οὔσης τῆς τοῦ Σωτῆρος θέσεως τῆς λεγούσης “ αἰτεῖτε
“ καὶ δοθήσεται ὑμῖν,’’ ἣν καὶ πιστοῦται διὰ τοῦ φάναι “ πᾶς ὁ
“ αἰτῶν λαμβάνει·” ζητήσειεν ἄν τις πῶς τινες εὐχόμενοι οὐκ
ἀκούονται· πρὸς ὃ λεκτέον, ὁ ὁδῷ τῇ ἀκολούθῳ ἐπὶ τὸ αἰτεῖν
ἐρχόμενος, οὐδὲν παραλείψας τῶν συντελούντων πρὸς τὸ τυχεῖν <lb n="25"/>
τῶν σπουδαζομένων, πάντως λήψεται ὃ παρεκάλεσε δοθῆναι αὐτῷ.
εἰ δέ τις ἔξω χωρήσας τοῦ σκοποῦ τῆς παραδοθείσης, δόξει αἰτεῖν,
οὐκ αἰτῶν ὃν δεῖ τρόπον, οὐδὲ ὅλως αἰτεῖ· διὸ μὴ λαμβάνοντος
αὐτοῦ, οὐ ψευδοποιεῖται τὸ, “ πᾶς ὁ αἰτῶν λαμβάνει.’ καὶ γὰρ
διδασκάλου λέγοντος, πᾶς ὁ προσιῶν μοι μαθημάτων ἕνεκα ἕξει <lb n="30"/>
αὐτῶν τὴν ἐπιστήμην τῷ προσιέναι τῷ διδασκάλῳ γραμματικῶς
ἐκλαμβάνομεν·κ τουτέστι μετὰ τοῦ συντόνως προσέχειν τοῖς
παρὰ τοῦ διδασκάλου, μετὰ τοῦ ἀσκεῖν καὶ μελετᾷν αὐτά. ὁ δὲ
<note type="footnote">k Corr. rec. m. ἐκλαμβανόμενον.</note>

<pb n="26"/>
μὴ οὕτω, λεκτέον αὐτῷ, οὐ προσῆλθες αὐτῷ ὡς προετρέψω, φανε-
ρώτερον ποιῶν ὁ γράφων τὴν Ἐπιστολήν.</p><p>Τινὲς δοκοῦντες αἰτεῖν οὐ λαμβάνουσιν· τοὺς άντιρρήτους καὶ
κακῶς αἰτουμένους ἡδονῶν ματαίων ἕνεκα προείληφεν. Ἀλλ’ ἐρεῖ
τις, καὶ μὴν ὑπὲρ γνώσεως θείας καὶ ἀναλήψεως ἀρετῶν αἰτοῦ· <lb n="5"/>
μένοι τινες οὐ λαμβάνουσι· λεκτέον δὲ καὶ αὐτοῖς ὅτιk καθ’ αὐτὰ
τὰ ἀγαθὰ λαβεῖν ἠξίωσαν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ἐπαινεῖσθαι δι’ αὐτά.
ἔστι δὲ φιληδόνων καὶ τὸ χαίρειν ἐπαίνοις· ὅθεν καὶ τούτοις οὐ δίδοται·
ἐπεὶ εἰς ἡδονὰς καταδαπανῆσαι θέλουσι τὰ περὶ ὧν ἀξιοῦσιν.</p><lb n="4"/><p>Ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε μοιχοὶ καὶ <lb n="10"/>
μοιχαλίδες, οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἐχθρὰ
τοῦ Θεοῦ ἐστίν; ὃς ἃν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ
κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται.</p><p>Κόσμον ἐνταῦθα λέγει πᾶσαν τὴν ὑλικὴν ζωὴν, τὴν μητέρα τῆς
φθορᾶς, ἧς ὁ μετασχεῖν ἐθέλων ἐχθρὸς γίνεται τοῦ θεοῦ.</p><lb n="15"/><p>Ὠριγένουε. Ἐπεὶ ἡ κακία προξενεῖ τὴν πρὸς τὸν κόσμον
φιλίαν, ἀρετὴ δὲ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν, ἀρετῇ καὶ κακίᾳ οὐ δύναται
συνυπάρχειν.</p><p>Παροιμίαι 1. Ὁ διὰ τοῦ ἁμαρτάνειν φιλῶν τὸν κόσμον, ἐχθρὸς
ἀποδείκνυται τοῦ Θεοῦ. ὡσαύτως καὶ ὁ τὴν πρὸς Θεὸν φιλίαν <lb n="20"/>
δι’ εὐσεβείας βεβαιῶν, εὐθέως ἐχθρὸς εὑρίσκεται τοῦ κόσμου· ὅθεν
ἀδύνατόν ἐστιν ὥσπερ δουλεύειν Θεῷ καὶ Μαμωνᾷ, οὕτω φιλιάζειν
Θεῷ καὶ κόσμῳ. ἀμέλει γοῦν ἐλθὼν ὁ Κύριος φίλους Θεοῦ
τοὺς πειθομένους αὐτῷ ποιῆσαι, μάχαιραν καὶ διαμερισμὸν ἔβαλεν
ἐπὶ τῆς γῆς· ὁ γὰρ λόγος τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ διαιρεῖ καὶ <lb n="25"/>
μερίζει τῶν γηίνων καὶ ὑλικῶν· διὰ τούτου παρασκευάζων ἔχθραν
ἔχειν πρὸς τὸν κόσμον καὶ ἕνωσιν πρὸς τὸν Θεὸν, ἥτις ἐστὶν ἡ
πρὸς αὐτὸν φιλία. διὸ καὶ εἰρήνην δίδωσιν, οὐ καθὼς ὁ κόσμος
ὀρέγει· ἐκεῖνος γὰρ δι’ ἧς δίδωσιν εἰρήνης πρὸς τὰ ὑλικὰ ἐμπαθεῖς
ποιεῖ· ὁ δὲ Κύριος εἰρήνην παρέχων, φίλους Θεοῦ παρασκευάζει. <lb n="30"/>
κόσμον οὖν ἐν τούτοις ἀκούειν δεῖ, τὴν πρὸς τὰ τῇδε
συμπάθειαν· εἰ μὲν γὰρ ἀδιάφορόν ἐστι τὸ θλίβεσθαι, πῖπτον
εἰς δικαίους καὶ ἀδίκους, οὐκ ἃν φανείη εὔλογος ἡ καύχησις.</p><note type="footnote">κ Leg. ὅτι οἱ. 1 Cod. παροι. μ</note><pb n="27"/><p>Εἰ καὶ μὴ πάνυ ἁρμοδία πρὸς τὸ ῥητὸν ἡ χρῆσις, ἀλλ’ οὖν
ἀναγκαῖον ἡγησάμην ταύτην ἐνθεῖναι, διὰ τὸ ἐκ τῆς ἑρμηνείας
ἐπωφελὲς καὶ ζητούμενον· φησὶ γὰρ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς
Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις “ εἰ ἡ χείρ σου ἣ ὁ πούς σου σκανδαλίζει
“ σε, ἔκκοψον αὐτὰ, καὶ βάλε ἀπό σου. καλὸν γάρ σοι ἐστὶν <lb n="5"/>
“ εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν χωλὸν καὶ κυλλὸν, ἣ δύο πόδας ἔχοντα
“ καὶ δύο χεῖρας βληθῆναι εἰς τὸ πῦρ. καὶ εἰ ὁ δέξιος σου
“ ὀφθαλμὸς σκανδαλίζει σε’’ καὶ τὰ ἑξῆς. περὶ τούτων ὁ Χρυσόστομός
φησι, “ οὐ περὶ μελῶν λέγων, ἄπαγε, ἀλλὰ περὶ φίλων,
“ περὶ προσηκόντων, οὓς ἐν τάξει μελῶν ἔχομεν ἀναγκαίων· τοῦτο <lb n="10"/>
“ καὶ ἀνωτέρω εἴρηκε, καὶ νῦν λέγει, οὐδὲν γὰρ βλαβερὸν ὡς
“ συνουσία πονηρά. ὅσα ἀνάγκη μὴ δύναται, φιλία πολλάκις
“ δύναται καὶ εἰς βλάβην καὶ εἰς ὠφέλειαν. διὸ μετὰ πολλῆς
“ σφοδρότητος τοὺς βλάπτοντας ἡμᾶς ἐκκόπτειν κελεύει.</p><p>Ἄξιον ζητῆσαι πῶς οὐκ ἀδιάφοροι εἰσιν αἱ θλίψεις ἐφ’ αἷς <lb n="15"/>
φησι καυχᾶσθαι ὁ Ἀπόστολος. καὶ αὐτόθεν μὲν οὑν πρὸ τοῦ ἡμᾶς
περιεργάζεσθαι τὰ περὶ θλίψεως, ἐμφαίνεται, ὅτι σπουδαῖόν ἐστιν
ἡ θλίψις ὑπομονὴν μίαν τῶν ἀρετῶν κατεργαζομένη· τὸ γὰρ
κατεργαζόμενον ἀρετὴν, οὔτε φαῦλον οὔτε μέσον εἶναι δύναται·
μήτηρ οὖν τῆς ἀρετῆς τῆς ὑπομονῆς ἐστιν ἡ θλίψις· ὡς καὶ <lb n="20"/>
ὑπομονὴ παρὰ τῷ Παύλῳ ὀνομαζομένης δοκιμῆς—πολλοὺς τῶν
ἀλλοτρίων τῆς πίστεως, ὅταν ἐν περιστάσεσι γένωνται, τὴν
στενὴν καὶ τεθυμμενὴν ὁδὸν ὁδεύειν καὶ ἀπάγουσαν εἰς τὴν ζωὴν,
οὐκ ὀλίγους δὲ τῶν μακαρίως βιούντων καὶ κατὰ τὸν βίον εὐτυχέστερον
ἐχόντων ὁδεύειν διὰ τῆς πλατείας πύλης ἐπὶ τὴν <lb n="25"/>
εὐρύχωρον καὶ ἀπάγουσαν εἰς τὴν ἀπώλειαν. μήποτε οὖν ἐκλεκτέον
τῇ διαθέσει, καὶ οὐχὶ τοῖς περιεστηκόσι κρίνεσθαι τὴν στενὴν καὶ
τεθλιμμένην ἀπάγουσαν εἰς τὴν ζωὴν, ἣ τὴν εὐρύχωρον ἀπάγουσαν
εἰς ἀπώλειαν. ὁ μὲν γὰρ τῆς πίστεως ἀλλότριος, κἂν τὰ
περιεστηκότα αὐτὸν ᾖ επιπονα, οἶον πενία κα νόσος η τι τῶν <lb n="30"/>
παραπλησίων, ὃ βούλεται πράττων καὶ λέγων, καὶ μὴ ἀναστέλλων
τὰς ὁρμὰς, μηδὲ ἐπέχων τῷ τοῦ Θεοῦ λόγῳ· καὶ τότε τὴν
εὐρύχωρον ὁδεύειν καὶ ἀπάγουσαν εἰς ἀπώλειαν. ὁ δὲ δίκαιος οὐχ
ἧττον ἐν τοῖς νομιζομένοις ἀγαθοῖς ἑαυτὸν συνέχει καὶ θλίψει·
με φαγὼν καὶ ἐμπλησθεὶς ἐπιλαθόμενος Κυρίου τοῦ Θεοῦ, <lb n="35"/>

<pb n="28"/>
καὶ τῆς πη αὐτῷ ἐν τοῖς μὴ βλεπομένοις ἐλπίδος αὐτοῦ ποῦ
καταμείνῃ ὑπὸ τῶν τοὺς πολλοὺς καθελκόντων ἀπὸ τῆς ἀρετῆς
κατασπώμενος. ὅτι δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, δηλοῖ καὶ ὁ Ἀπόστολος
ἐν τῷ λέγειν “ ἐν παντὶ θλιβόμενοι, ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενω·’’
καὶ πάλιν. “ οἶδα καὶ ταπεινοῦσθαι καὶ περισσεύειν,’’ καὶ τὰ <lb n="5"/>
ἑξῆς. διὰ γὰρ ἀμφοτέρων τῶν ῥητῶν τὰ δόξαντα ἂν τοῖς πολλοῖς
ἐναντία εἶναι μανθάνομεν. εἰ γὰρ ἀληθὲς τὸ, “ ἐν παντὶ θλιβόμενοι’’
πῶς ἀθηθὲς, οὐ μόνον τὸ “ οἶδα ταπεινοῦσθαι, ἀλλὰ καὶ περισσεύειν.”
καὶ πάλιν πῶς ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀληθές. ἀλλὰ
καθ’ ἡμᾶς ἐν παντὶ τῷ ἔξωθεν συμβαίνοντι θλιβόμενος ὁ Παῦλος <lb n="10"/>
ἦν, τοῦ λόγου αὐτὸν θλίβοντος. ἵνα μὴ οὖν ἀνεθῇ τῷ περισσεύειν,
μηδὲ βλαβῇ ἐκ τοῦ χορτάζεσθαι· διὸ καὶ ἐκαυχᾶτο ἐν ταῖς
θλίψεσιν ἔργον αὐτοῦ τυγχανούσαις· αὕτη δὲ ἡ ἀπὸ λόγου θλίψις
ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἧς πλουτοῦντες, πολλῶν ἐνδιδόντων πρὸς
τὸν πλοῦτον καὶ οὐχ ὑπομενόντων αὐτὸν, ἀλλ’ ἐξισταμένων αὐτῶν, <lb n="15"/>
καὶ ὑγιαίνοντες1, χαλεποῦ ὄντοςm ἀναμαρτήτως ὑγείαν φέρειν.
διόπερ ὁ πυκτεύων, ὡς οὐκ ἀέρα δέρων, ὑπωπιάζει ἑαυτοῦ τὸ σῶμα
καὶ δουλαγωγεῖ· οὐδὲν δὲ ἧττον καὶ δοξαζόμενοι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων,
εἰ καὶ μὴ καθ’ ἡμετέραν πραγματείαν τοιοῦτόν τι ἡμῖν συμβαίνοι,
δεόμεθα τῆς ἀπὸ λόγου ἐπιστροφῆς καθαιρούσης τὴν <lb n="20"/>
ἡδονὴν καὶ κωλυούσης τὸ ἄλογον ἐπὶ τῇ δόξῃ ἔπαρμα· ἣ λεγέτω
ἡμῖν ὁ μὴ βουλόμενος ταῦτα παραδέξασθαι, εἰ μὴ δοκιμώτατός
ἐστιν, οὐκ ἔλαττον τοῦ πενιὰν γενναίως ὑπομένοντος, ὁ τὸν πλοῦτον
οἰκονομῶν κατὰ τὸν λόγον· καὶ οὐχ ἧττον τοῦ ἐγκαρτεροῦντος
πόνοις τοῖς ἐν νόσοις ὁ διὰ τὴν ὑγείαν τῆς ψυχῆς μηδὲν παραδεχόμενος <lb n="25"/>
πάθος, κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ ὑγιαίνειν τὸ σῶμα, ὅτε φιλεῖ
ἐπιτίθεσθαι εὐεκτοῦν τοῦ ἐπιθυμεῖν κατὰ τοῦ πνεύματος. εἰ δὲ ἡ
ὑπομονὴ δοκιμὴν κατεργάζεται, δόκιμος δὲ καὶ ὁ ἐν τοῖς νομιζομένοις
εἰναι κρείττοσι διαφυλάττων ἑαυτὸν ἀβλαβῆ, δηλονότι
δόκιμος ἃν γένοιτο τῆς καὶ ἐν αὐτῷ ὑπομονῆς, τὴν δοκιμὴν κατεργαζόμενος· <lb n="30"/>
ἥντινα ὑπομονὴν ἀποδιδομένη θλίψις κατειργάσατο.
καὶ ὁ Θεός γε βοηθὸς ἐν ταῖς θλίψεσι ταῖς εὑρούσαις τοὺς
δικαίους σφόδρα· καὶ ἕκαστ’ ὃς δὲ ἀναλεξάμενος τὸ ὄνομα τῆς
θλίψεως, καὶ τοὺς ἐπὶ ταύτῃ ἐλέγξει παρασχηματισμοὺς ἐκ
<note type="footnote">l Male corr. rec. m. ὑγιαινόντων. m Cod. ὄντως.</note>

<pb n="29"/>
πολλῆς παρατηρήσεως ἀποφανεῖ, πότερόν ποτε ἀεὶ θλίψις δικαίοις
μόνοις γίνεται· ἣ ὡς ὁμώνυμος ἡ λέξις φθάνει ποτὲ καὶ ἐπὶ τοὺς
ἐναντίους. πλὴν συνάγεται ἐκ τούτων, ὅτι εἴ τις μὴ καταισχυνθήσεται
τῷ τὴν ἐλπίδα ἀνειληφέναι ἀψευδῶς, τὴν ἐλπίδα τῆς
λεγομένης δοκιμῆς ταύτην αὐτῷ περιπεποιηκυίας ἐλπίζει· καὶ <lb n="5"/>
εἴτις ἐστὶ δόκιμος, τῷ ἀνειληφέναι ἀρετὴν τὴν καλουμένην ὑπομονὴν
τοιοῦτός ἐστι. καὶ οὐκ ἄλλως δὲ ἐγένετό τινι ἡ ὑπομονὴ ἣ
ἐκ τοῦ τὴν θλῖψιν κατεργάζεσθαι αὐτήν. ἥτις θλίψις καὶ καύχησίς
ἐστι τῶν ἀγίων.</p><lb n="5"/><p>Ἤ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει, Πρὸς φθόνον <lb n="10"/>
ἐπιποθεῖ τὸ πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν;</p><p>“ Ἤ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει’’ καὶ τὰ ἑξῆς. ὑπερηφανίας
πάθος τὸ περιφρονεῖν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ προσκεῖσθαι
ταῖς ἡδοναῖς τοῦ βίου τούτου· ὅθεν πρὸς ταῖς ἰδίαις
παραινέσεσι καὶ παλαιῶν λογίων ἐπιμνησθεὶς ὁ Ἀπόστολός φησὶν, <lb n="15"/>
“ ἣ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει πρὸς φθόνον, ἀντὶ τοῦ, ἣ
νομίζετε ὅτι ματαίως ἡ γραφὴ φθονοῦσα ὑμῖν λέγει ἃ μέλλει
λέγειν; εἶτα μεταξυλογίᾳ χρησάμενος φησὶν, “ ἐπιποθεῖ τὸ
“ Πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν· μείζονα δὲ δίδωσι χάριν.” οὐ
βασκαίνει, φησὶν, ἡ γραφή· τὸ γὰρ Πνεῦμα τὸ λαλῆσαν αὐτὴν <lb n="20"/>
“ ὃ καὶ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ, ἐπιποθεῖ τὴν
σωτηρίαν τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, καὶ μείζονα τῶν κατὰ Θεὸν ἡμῶν
πραγμάτων δίδωσι τὰ χαρίσματα. διὸ βουλόμενος ἡμᾶς τῆς τοῦ
κόσμου φιλίας συστεῖλαι, φησὶν, “ ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται,
ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν.</p><lb n="25"/><p>Ἀντὶ τοῦ, ἐπιθυμητικῶς μὲν ἔχει ἡ ἐν ἡμῖν ψυχὴ τῆς πρὸς
Θεὸν οἰκειότητος· τὴν τοῦ κόσμου φιλίαν ἀποστρεφομένη· αὐτὸς
δὲ ὁ Θεὸς μείζονα τῆς ἐπιθυμίας δίδωσι χάριν.</p><p>Σευηριαοῦ. Ὃ δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· ἐπιποθεῖ μὲν καὶ
ἐφίεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἐν ἡμῖν τῆς πρὸς Θεὸν οἰκειότητος, τὴν τοῦ <lb n="30"/>
κόσμου φιλίαν ἀποστρεφόμενον, αὐτὸς δὲ μείζονα δίδωσι χάριν.</p><lb n="6"/><p>Μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει, Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις
<lb n="7"/> ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. ὑποτάγητε
οὖν τῷ Θεῷ, ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται
ἀφ’ ὑμῶν.</p><lb n="35"/><pb n="30"/><p>Εἰ φθόνῳ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ
κατῴκησεν εἰς τὸν ἔσω ἡμῖν ἄνθρωπον ὁ Χριστὸς κατὰ τὰς
γραφάς· διὰ τοῦτο n κατῴκησεν, ἵνα τὸν ἐκ τοῦ φθόνου προσγενόμενον
θάνατον καταργήσῃ· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ μείζονα
ἡμῖν δώσῃ χάριν. “ ἐγὼ’’ γὰρ “ἦλθον” φησὶν “ ἵνα ζωὴν <lb n="5"/>
“ ἔχωσι, καὶ περισσὸν ἔχωσιν·’’ ὅτι δὲ ἐπιπόθησας ἡμᾶς ὁ Θεὸς
“ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν,’’ Ἡσαΐας ἐδήλωσεν εἰπὼν, “οὐ πρέσβυς0 οὐκ
“ ἄγγελος, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Κύριος ἔσωσεν ἡμᾶς, διὰ τὸ ἀγαπᾷν
“ ἡμᾶς, καὶ κήδεσθαι ἡμῶν·’’ πῶς δὲ καὶ σώσας μείζονα δέδωκε
γάριν, ἢ καθελὼν τὸν ἐπιβουλεύσαντα Σατανᾶν; διὰ τοῦτο ἐπήγαγεν. <lb n="10"/>
“ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται· πὼς γὰρ οὐχ
ὑπερήφανος ὁ βοῶν, “ τὴν οἰκουμένην ὅλην καταλήψομαι τῇ χειρὶ
“ ὡς νοσίαν;”</p><p>Τῷ γὰρ διαβόλῳ πολεμεῖν ἐπιποθεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.</p><p>Τῷ ξένῳ γεγονότι τῆς κοσμικῆς ζωῆς.</p><lb n="15"/><p>Διδύμου. Ὑπερηφανία ἡ εἰς τέλος ἐπηρμένη κακία· κατὰ
διάμετρον δὲ ἀντικειμένη τῇ ὑπερηφανίᾳ ἡ ἀτυφία, μέγα ἀγαθόν
ἐστι· καὶ ἐπειδὴ ἀμφότερα προαιρετικῶς καὶ ἑκουσίως, τὸ ἀγαθὸν
φημὶ καὶ κακὸν, ἐνεργεῖται, πᾶς ὁ κατὰ ἀλαζονείαν ὑψῶν ἑαυτὸν
πρὸς τοῦ ἀντιταττομένου τοῖς ὑπερηφάνοις Θεοῦ ταπεινοῦται ἐν <lb n="20"/>
καιρῷ, ὑψουμένου ἐπαινετῶς του ταπεινώσαντος ἑαυτὸν κάτα ατυφίαν
τῶν ἐπ’ αὐτῇ ἄθλων ξεναγωγούντων εἰς ὕψος.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><head>ΚΕΦ. Ζ.</head><p>Περὶ μετανοίας πρὸς P σωτηρίαν, καὶ περὶ τοῦ μὴ κρίνειν τὸν πλησίον.</p><lb n="8"/><p>Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν· καθαρίσατε <lb n="25"/>
<lb n="9"/> χεῖρας, ἁμαρτωλοὶ, καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι. ταλαιπωρήσατε
καὶ πενθήσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος
μεταστραφήτω, καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ γὰρ μετὰ τὸ ἁμαρτάνειν μετανοίᾳ
χρώμενος, οὐ πένθους ἀλλὰ μακαρισμῶν ἐστὶν ἄξιος, ἐπὶ τὸν τῶν <lb n="30"/>
δικαίων χορὸν· λέγε γὰρ σὺ τὰς ἁμαρτίας σου πρῶτος, ἵνα δικαι-
<note type="footnote">n Cod. τούτῳ. o Sic Cod. sed rec. m. COrr. πρέσβις. P εἰς σωτ.
Œcumen. et Bar.</note>

<pb n="31"/>
ωθῇς· εἰ δὲ μετὰ τὸ ἁμαρτάνειν ἀναισχυντεῖ, οὐχ οὕτως ἐπὶ τῷ
πεσεῖν ἐστὶν ἐλεεινὸς ὡς ἐπὶ τῷ κεῖσθαι πεσών. εἰ δὲ τὸ μὴ
μετανοεῖν ἐφ’ ἁμαρτήμασι χαλεπὸν, τὸ καὶ πεφυσῆσθαι ἐπὶ τοῖς
ἁμαρτήμασι ποίας κολάσεως ἐστιν ἄξιον; εἰ γὰρ ὁ ἐπὶ τοῖς
κατορθώμασιν ἐπαιρόμενος ἀκάθαρτός ἐστιν, ὁ ἐπὶ ἁμαρτήμασι <lb n="5"/>
τοῦτο πάσχων ποίας τεύξεται συγγνώμης;</p><lb n="10"/><p>Ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς.</p><p>Ἡσυχίου. Μακάριον ἐνώπιον Θεοῦ ταπεινοῦσθαι· φησὶ γὰρ
Ἰάκωβος· “ ταπεινώθητε ἐνώπιον Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς.’’ ὅταν
τοίνυν οὕτω ταπεινωθῶμεν· κἂν ὑπὸ δαιμόνων ἐπ’ ἐπιβουλευθῶμεν, κἂν <lb n="10"/>
ὑπὸ ἀνθρώπων μισούντων τὰς ἀρετὰς πολεμηθῶμεν, ἔχομεν τὸν
Θεὸν ἐξαιρούμενον· μόνον ἵνα τοῦ νόμου αὐτοῦ μὴ ἐπιλαθώμεθα,
μηδὲ ἀποκάκωμεν ἐν ταῖς θλίψεσι· φησὶ γὰρ ὁ Δαβὶδ, “ ἰδὲ
“ τὴν ταπείνωσίν μου, καὶ ἐξελοῦ με, ὅτι τοῦ νόμου σου οὐκ
“ ἐπελαθόμην.”</p><lb n="15"/><lb n="11"/><p>Μῆ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί· ὁ καταλαλῶν
ἀδελφοῦ, καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, καταλαλεῖ
νόμου, καὶ κρίνει νόμον· εἰ δὲ νόμον κρίνεις, οὐκ εἶ
<lb n="12"/> ποιητὴς τοῦ νόμου, ἀλλὰ κριτής· εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης
καὶ κριτὴς, ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι· σὺ δὲ <lb n="20"/>
τις εἰ, ὃς κρίνεις ’τον ἕτερον;</p><p>Κυρίλλου. Πᾶν’ χαλεπὸν ἀποκείρει πάθος τῶν ἡμετέρων διανοιῶν,
ὑπεροψίας ἀρχὴν καὶ γέννησιν. καίτοι γὰρ δέον τινὰς ἑαυτοὺς
κατασκέπτεσθαι, καὶ κατὰ Θεὸν πολιτεύεσθαι, τοῦτο μὲν οὐ
δρῶσι, πολυπραγμονοῦσι δὲ τὰ ἑτέρων· κἂν ἀσθενοῦντας ἴδωσι <lb n="25"/>
τινας, ὥσπερ εἰς λήθην ἐρχόμενοι τῶν ἰδίων ἀρρωστημάτων, φιλοψοφίας
ὑπόθεσιν ποιοῦνται τὸ χρῆμα καὶ καταλαλιᾶς ὑπόθεσιν·
καταψηφίζονται γὰρ αὐτῶν· οὐκ εἰδότες, ὅτι τὰ ἶσα νοσοῦντες
τοῖς παρ’ αὐτῶν διαβεβλημένοις, ἑαυτῶν κατακρίνουσιν. οὕτω που
καὶ ὁ σοφώτατος γράφει Παῦλος “ ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, <lb n="30"/>
“ σεαυτὸν κατακρίνεις. τὰ γὰρ αὐτὰ πράσσεις ὁ κρίνων.”</p><pb n="32"/></div></div></body></text></TEI>