<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg040.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><head>ΚΕΦ. Ε.</head><p>Οτι ἡ προπετὴς καὶ ἄτακτος γλῶττα θανατοῖ τὸν κεκτημένον· ἧς κρατεῖν
ἀνάγκη εἰς εὐφημίαν καὶ δόξαν Θεοῦ.</p><p>Εἴτις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνὴρ, δυνατὸς
χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα.</p><lb n="5"/><p>Κυρίλλου. βεβηκότος γὰρ νοῦ καὶ φρενὸς τῆς τελειοτάτης
ἀπόδειξις ἐναργὴς, τὸ μηδὲν ἐξίτηλον ἐπὶ γλώσσης ἔχειν, ἤγουν
ἀθυροστομεῖν ἀνέχεσθαι ποτε· ἡγεῖσθαι δὲ μᾶλλον τοῦ παντὸς
ἄξιον λόγον, εὐηγορεῖν εἰδέναι καὶ λαλεῖν τὰ παντὸς ἐπαίνου μεστά.
χρῆμα δὴ οὖν πρεπωδέστατον ὅτι μάλιστά γε ἐν τοῖς εὐζωεῖν ᾑρημένοις <lb n="10"/>
τὸ λαλεῖν σοφίαν· ἀπόβλητον γὰρ ἁγίοις τὸ μωρολογεῖν,
καὶ ’ς κομιδῆ τὸ κεχρῆσθαί τισιν ἣ εὐτραπελίαις, ἤγουν
αἰσχρορημοσύναις, αἳ οὐκ ἀνῆκον, καθά φησιν, ὁ πάνσοφος Παῦλος·
φίλον δὲ αὐτοῖς καὶ διὰ σπουδῆς γεγόνασι τούτου εὐηγορεῖν· διαμέμνηται
γὰρ κατὰ τὸ εἰκὸς τῆς ἁγίας λεγούσης γραφῆς· “ ὁ <lb n="15"/>
“ λόγος ὑμῶν ἐν χάριτι ἅλατι ἠρτυμένος, ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκού-
“ ουσι.’’ Καὶ πάλιν—ἀποδέχεται μὲν ἡ θεόπνευστος γραφὴ τὸ
ἐπιεικὲς εἰς λόγους, καταψέγει δὲ μάλα εἰκότως τῆς γλώσσης
τὸ ἀκρατές. ἔφη μὲν γὰρ “ εἴτις ἐν λόγῳ οὐ πταίει,
“ τέλειος ἀνὴρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα.” <lb n="20"/>
ψάλλει δέ που καὶ Δαβὶδ, “ θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματι
“ μου, καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου. Καὶ πάλιν—
“ Εἶτα φυλάξω τὰς ὁδούς μου τοῦ μὴ ἁμαρτάνειν με ἐν γλώσσῃ
“ μου.’’ ἀρίστη γὰρ φυλακὴ τὸ ἄπταιστον ἔχειν τὴν γλῶσσαν.</p><lb n="3"/><p>Ἴδου τῶν ἵππων τοὺς χαλινοὺς εἰς τὰ <lb n="25"/>
βάλλομεν πρὸς τὸ πείθεσθαι αὐτοὺς ἡμῖν, καὶ ὅλον τὸ
<lb n="4"/> σῶμα μετάγομεν αὐτῶν. ἰδοὺ καὶ τὰ πλοῖα τηλικαῦτα
ὄντα, καὶ ὑπὸ ἀνέμων σκληρῶν ἐλαυνόμενα, μετάγεται
ὑπὸ ἐλαχίστου πηδαλίου, ὅπου ἃν ἡ ὁρμὴ τοῦ εὐθόνοντος
βούληται.</p><lb n="30"/><p>Ἔτι καὶ ταῦτα περὶ τοῦ μὴ δεῖν ὡς ἔτυχε τὴν γλῶσσαν κινεῖν.
λέγει οὖν ὅτι εἰ χαλινῷ θράσος ἵππου ἀνακόπτομεν, καὶ πηδαλίῳ
μικρῷ ὁρμὴν πλοίου μεταφέρομεν, πολλῷ μᾶλλον τὴν γλῶτταν
D 2

<pb n="20"/>
εἰς τὸ εὖ ἔχον τῷ ὀρθῷ λόγῳ μετάγειν ὀφείλομεν. τὸ γὰρ “ οὕτω
“ καὶ ἡ γλῶττα” τοῦτο σημαίνει, ὅτι οὕτως ὀφείλει καὶ ἡ γλῶττα
μετάγεσθαι ἐπὶ τὸν ὀρθὸν λόγον, ἀλλ’ οὐ τοῦτο ποιεῖν ὃ ποιεῖ
μικρά τις οὖσα μεγαλαυχεῖ· διὸ καὶ μεγάλην ἡμῖν ἀνακαινιεῖ
πυρὰν, τὴν ἀδικίαν κοσμοῦσα διὰ τοῦ συνηγορεῖν αὐτῇ, “ καὶ ὅλον <lb n="5"/>
“ ἡμῶν σπιλοῦσα τὸ σῶμα, καὶ ἀνάπτουσα ἡμῖν τὸν τροχὸν τῆς
“ γεέννης·” τουτέστι καὶ ἐκκαίουσα καὶ κατατρέχειν ἡμῶν ποιοῦσα
τὸ πῦρ· ἀλλὰ καὶ αὐτή, φησι, φλογίζεται ὑπὸ τῆς γεέννης. πῶς
γὰρ οὐ φλογίζεται δεσμουμένων τῶν ἀσεβῶν χεῖρας καὶ πόδας,
καὶ βαλλομένων εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ <lb n="10"/>
καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ψαλμῳδὸς ἐβόα·
“ θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου·” ἵνα μὴ πάθῃ ὅπερ ἡ
γλῶττα τοῦ πλουσίου φλεγομένη οὐδεμιᾶς ἔτυχε παραμυθίας.</p><lb n="5"/><p>Οὕτω καὶ ἡ γλῶσσα μικρὸν μέλος ἐστὶ καὶ μεγαλαυχεῖ·
<lb n="6"/> ἰδοὺ ὀλίγον πῦρ ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει· καὶ ἡ <lb n="15"/>
γλῶσσα πῦρ, ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐκοῦν πλέον τῆς γλώσσης φύλαττε τὴν
κόρην· ἵππος ἐστι βασιλικὸς ἡ γλῶσσα· ἂν μὲν οὖν ἐπιθῇς αὐτῇ
χαλινὸν καὶ διδάξῃς βαδίζειν εὔρυθμα, ἐπαναπαύεται αὐτῇ καὶ
ἐπικαθιεῖται ὁ βασιλεύς· ἂν δὲ ἀχαλίνωτον ἀφῇς φέρεσθαι καὶ <lb n="20"/>
σκιρτᾶν, τοῦ διαβόλου καὶ τῶν δαιμόνων ὄχημα γίνεται.</p><p>Ἰησοῦ υἱοῦ Σιράχ. Πολλοὶ ἔπεσον ἐν στόματι μαχαίρας·
καὶ οὐχ ὡς οἱ πεπτωκότες διὰ γλώσσης. μακάριος ὁ σκεπασθεὶς
ἀπ’ αὐτῆς, ὃς οὐ διῆλθεν ἐν τῷ θυμῷ αὐτῆς, καὶ τοῖς δεσμοῖς
αὐτῆς οὐκ ἐδέθη· ὁ γὰρ ζυγὸς αὐτῆς, ζυγὸς σιδηροῦς, καὶ οἱ<lb n="25"/>
δεσμοὶ αὐτῆς δεσμοὶ χαλκοῖ—καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Οὕτως ἡ γλῶσσα καθίσταται ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν,
ἡ σπιλοῦσα ὅλον τὸ σῶμα, καὶ φλογίζουσα τὸν τροχὸν
τῆς γενέσεως, καὶ φλογιζομένη ὑπὸ τῆς γεέννης.</p><p>Τοῦτέστι τὸν τροχὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν· οὐ γὰρ εἶπεν ὅτι ὁ τροχὸς <lb n="30"/>
σπίλοῖ τὴν γλῶσσαν, ἀλλ’ ἡ γλῶσσα τὸν τροχὸν, τὸν τροχοειδῆ
δηλονότι χρόνον. τὴν γὰρ προαίρεσιν αἰτιᾶται, καὶ τὴν προπέτειαν
ἀναστέλλει· ὑφ’ ἧς ὁ βίος ἡμῶν ἐκτραχύνεται, καὶ μυρίαις ἀνωἀνωμαλίαις
ὑποπίπτει· διὸ καὶ ἐπήγαγε· “ καὶ φλογιζομένη ὑπὸ

<pb n="21"/>
“ τῆς γεέννης·” οὐκ ἃν τοῦτο προσθεῖσα· εἴγε ἄκουσα ἡ γλῶσσα
ἐκινεῖτο. ὅτι δὲ τροχὸν τὸν χρόνον ἐκάλεσε διὰ τὸ τροχοειδὲς καὶ
κυκλικὸν σχῆμα, εἰς ἑαυτὸν γὰρ ἑλίττεται, ἐγγυᾶται ὁ μελῳδὸς,
στέφανον αὐτὸν καλέσας καὶ εἰπὼν πρὸς τὸν Θεὸν, “ εὐλόγησον
“ τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου.’’ κἀνταῦθα γὰρ <lb n="5"/>
ἀπὸ τοῦ κυκλικοῦ σχήματος στέφανος εἰκότως ὁ χρόνος ὠνόμασται.</p><p>Διττή, μοι δοκεῖ, τὴν μὲν πιθανεστέραν, τὴν δὲ δεινοτέραν καὶ
πικροτέραν, ἑρμηνείαν ἔχειν τὸ παρά σου ζητηθέν· “ ἡ γλῶσσα
“ πῦρ, ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας.’’ μάλιστα μὲν ἐπειδὴ εὔστροφος
οὖσα καὶ ῥᾴστη εὐχερῶς πολλὰ δρᾷ, λαλοῦσα κακά· καὶ γὰρ καὶ <lb n="10"/>
κατηγορεῖ, καὶ ἐπιορκεῖ, καὶ ψεύδεται, καὶ ψευδομαρτυρεῖ, καὶ
πολλοὺς ἀδίκως εἰς πῦρ βάλλει, καὶ εἰς ξίφος καὶ εἰς πέλαγος
ὠθεῖ. κόσμον δὲ οἶδε καλεῖν ἡ γραφὴ τὸ πλῆθος· “ ὁ κόσμος γάρ,’’
φησι, “ αὐτὸν οὐκ ἔγνω,” τουτέστι τὸ πλῆθος. ἡ γλῶσσα οὖν,
φησι, πῦρ ἐστι, πλῆθος ἀδίκως κατακαίουσα, ἣ πλήθους πυρὸς <lb n="15"/>
ἀδίκου δοχεῖον. ἐπειδὴ δὲ πολλοὶ τῇ κακίᾳ συμπράττοντες, καὶ
τὴν ἀδικίαν σεμνύνοντες, δεινότατοι ὄντες ῥητορεύειν ἐπὶ πράξεσι
πονηραῖς καὶ παρανόμοις, λόγων εὐπρέπειαν ἐχόντων οὐκ ἀπψπυροπῦντες
λανθάνουσι κα· ἑαυτῶν τὴν ψῆφον τιθέμενοι, καὶ δεῖγμα
τῆς ἑαυτῶν προαιρέσεως, τῆς ἐπὶ τὰ φαῦλα ῥεπούσης, διὰ τῶν <lb n="20"/>
λόγων τούτων ἐκφέρουσιν· ἴσως στηλιτεύων αὐτοὺς τοῦτο ἔφη,
“ ἡ γλῶσσα πῦρ, ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας· ” ὡσανεὶ ἔλεγεν, ὁ τῆς
εὐγλωττίας πυρσὸς, ὅταν τοὺς μεγάλα πταίοντας κοσμεῖ, ἐγκαλλώπισμα
δοκεῖ τῆς ἀδικίας. χρὴ τοιγαροῦν τῇ δεινότητι κεχρῆσθαι,
οὐ πρὸς τὸ τὴν ἀδικίαν κοσμεῖν, ἀλλὰ πρὸς τὸ τὴν ἀρετὴν <lb n="25"/>
σεμνύνειν, τὴν καὶ χωρὶς λόγων ὑπέρλαμπρον.</p><p>Τοῦ ἁγίου Βασιλείου. Εἰ ἀγαπᾷς τὴν ζωὴν, ποίησον
ἐντολὴν τῆς ζωῆς· “ ὁ γὰρ ἀγαπῶν με, φησι, “ τὰς ἐντολάς μου
“ τηρήσει· πρώτη δὲ ἐντολὴ, “ παῦσον τὴν γλῶσσαν σου ἀπὸ
“ κακοῦ, καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον· σχεδὸν γὰρ <lb n="30"/>
προχειροτάτη· καὶ πολύτροπος ἡ ἁμαρτία ἡ διὰ γλώσσης ἐστιν
ἐνεργουμένη, ἐν ὀργαῖς, ἐν ἐπιθυμίαις, ἐν ὑποκρίσεσιν, ἐν δίκαις,
ἐν ἀπάταις· καὶ τι δεῖ παντὶ τῷ λόγῳ ἐπεξιέναι τῶν διὰ γλώττης
ἁμαρτανομένων; ἐξ αὐτῆς γὰρ αἰσχρολογίαι, εὐτραπελίαι, μωρολογίαι,
τὰ οὐκ ἀνήκοντα καταλαλιαὶ, λόγος ἀργὸς, ἐπιορκίαι, <lb n="35"/>

<pb n="22"/>
ψευδομαρτυρίαι, ταῦτα πάντα τὰ κακὰ καὶ ἔτι πλείω τούτων,
τῆς γλώσσης ἐστι δημιουργήματα. ἐπεὶ οὖν ”ἐκ τῶν λόγων σου
”δικαιώθησῃ,“ παῦσον τὴν γλῶσσαν σου ἀπὸ κακοῦ, καὶ χείλη
σου μὴ λαλῆσαι δόλον·” ἀντὶ τοῦ, ὅλον τὸ ὄργανον τὸ πρὸς τὴν 
διακονίαν τοῦ λόγου σοι δεδομένον, σχολάζειν ἀπὸ τῆς πονηρᾶς <lb n="5"/>
ἐργασίας ποίησον.</p><lb n="7"/><p>Πᾶσα γὰρ φύσις θηρίων τε καὶ πετεινῶν, ἑρπετῶν
τε καὶ ἐναλίων, δαμάζεται καὶ δεδάμασται τῆ φύσει τῇ
ἀνθρωπίνη.</p><p>Ἐπὶ μὲν τῆς γλώσσης καταδρομή· μεταφέρει δὲ τὸν λόγον <lb n="10"/>
πρὸς ἄλλο, δεικνὺς αὐτῆς τὸ κακόν. λέγει οὖν ὡς ἄτοπον, πάντων
μὲν ἡμᾶς κρατεῖν χερσαίων τε καὶ ἀερίων καὶ ἐναλίων, τῆς δὲ
οἰκείας γλώττης μὴ κρατεῖν.</p><lb n="8"/><p>Τὴν δὲ γλῶσσαν οὐδεὶς δύναται ἀνθρώπων δαμάσαι·
ἀκατάσχετον κακὸν, μεστὴ ἰοῦ θανατηφόρου.</p><lb n="15"/><p>“Τὴν δὲ γλῶσσαν οὐδεὶς δύναται ἀνθρώπων δαμάσαι,’’ οὐ γὰρ
ὡς ἀποφαινόμενος μὴ δυνατὸν εἶναι, ἀλλ’ ὡς ἐρωτῶν ὁ Χριστοῦ
μαθητὴς ἔφησε τοῦτο· ὥστε ὡς δυνατὸν ἀναγνωστέον, καὶ μὴ ὡς
ἀδύνατον νοητέον. καί μοι μικρὸν ἄνωθεν τῶν γεγραμμένων λαβόμενος,
γνῶθι σαφῶς τὸ λεγόμενον· “ πᾶσα γάρ, φησι, καὶ τὰ <lb n="20"/>
ἑξῆς· πῶς οὖν τούτων πάντων δαμαζομένων ἀδάμαστος ἡ γλῶσσα;
“ πᾶσα φῦσις’’ εἶπε· τὸ δὲ “ πᾶσα ” καὶ αὐτῆς τῆς γλώττης
ἐστὶ περιληπτικόν· εἰ δὲ ἀνοίκειαk τῆς ἑαυτοῦ φύσεως ὁ ἄνθρωπος
δαμάζει θηρία, πόσῳ μᾶλλον τὸ τῆς ἑαυτοῦ φύσεως μέλος εὐχερῶς
δαμάσαιεν τὴν γλῶσσαν; ἀλλ’ ὡς τῶν πρὸ τούτου καὶ μετὰ τούτῶν <lb n="25"/>
γεγραμμένων ἀκούσωμεν· “ τὴν γλῶσσαν, ” φησὶν, ” οὐδεὶς
“ δύναται ἀνθρώπων δαμάσαι, καὶ τὰ ἑξῆς· εἶτα ἐμφαῖνον ὡς
ῥᾴδιον εἴη πρὸς τὸ δοκοῦν τῆς φωνῆς ἄξαι τὸ πλῆκτρον, ἐπάγει
λέγων· “ οὐ χρὴ, ἀδελφοὶ, ταῦτα οὕτως γίνεσθαι. τι λέγεις; τί
παραινεῖς τὰ ἀδύνατα; εἰ γὰρ οὐδεὶς δύναται δαμάσαι, διατί μὴ <lb n="30"/>
δεῖν ταῦτα γενέσθαι; ἀνέφικτα γάρ τις προσταχθεὶς, ἀπειθήσας
ἀναίτιος· ἀλλ’ ἐπειδὴ φησὶ “ δύναται,’’ τούτου χάριν εἶπον, οὐ
χρὴ ταῦτα οὕτως γενέσθαι· εἰ γὰρ ἀνίκητον γλῶσσα, πῶς ὑπὸ
<note type="footnote">κ ἀνοίκια Cod.</note>

<pb n="23"/>
Παύλου νενίκηται; πῶς τὰ βλάσφημα χείλη γέγονε θεολογικά;
πῶς ἣν ἠκόνησε κατὰ Χριστοῦ λοιδορίαις, ταύτην ἐπλήρωσε ταῖς
ὑπὲρ Χριστοῦ ῥητορίαις;</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμορ. Μαχαιρᾶ ἐστιν ἡ γλῶσσα ἠκονημένη.
ἀλλὰ μὴ ἑτέροις ἐπάγωμεν τραύματα· ἀλλὰ τὰς ἡμετέρας σηπεδόνας <lb n="5"/>
ἀποτέμωμεν.</p><p>Ἡσυκίου. Καθάπερ γὰρ ἡ ῥομφαία ἑτοιμοτέρα πρὸς τομὴν
ἃν ἀκονηθῇ, καὶ ὀξυτέρα πρὸς ἀναίρεσιν γίνεται, οὕτως ἡ γλῶσσα
δυσχερὴς καὶ καθ’ ἑαυτὴν εἰς τὸ ἡρεμεῖν τυγχάνουσα καὶ δυσκά-
θεκτος, τότε χαλεπωτέρα γίνεται, ὅταν παρὰ τῶν πονηρῶν συκοφαντεῖν <lb n="10"/>
καὶ λοιδορεῖν καὶ διαβάλλειν ἐθίζηται.</p><lb n="9"/><p>Ἐν αὐτῇ εὐλογοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα, καὶ ἐν
αὐτῇ καταρώμεθα τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθ’ ὁμοίωσιν
<lb n="10"/> Θεοῦ γεγονότας· ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἐξέρχεται εὐλογία
καὶ κατάρα.</p><lb n="15"/><p>Πόρρω ταῦτα τῶν Χριστοῦ μαθητῶν τῶν ἐπιεικῶν καὶ προσηνῶν·
τοῦ στόματος τοῦ καταξιουμένου τοιαύτης μυσταγωγίας,
μηδὲν πικρὸν ἐκβαλλέτω, μηδὲν ἀηδὲς ἡ τῷ θείῳ προσομιλοῦσα
στόματι γλῶσσα· καθαρὰν αὐτὴν φυλάττωμεν· μὴ ἀρὰς δι’ αὐτῆς
προσφέρωμεν. εἰ γὰρ λοίδοροι οὐ κληρονομήσουσι βασιλείαν, πολλῷ <lb n="20"/>
μᾶλλον οἱ κατευχόμενοι. ἀνάγκη γὰρ ὑβρίζειν τὸν εὐχόμενον.
ὕβρις δὲ καὶ εὐχὴ ἀλλήλων ἀπεσχοίνισται· ἀρὰ καὶ εὐχὴ πολὺ
τὸ μέσον ἔχει· κατηγορία καὶ εὐχὴ πολὺ τὸ μέσον ἔχει· προσέρχῃ
τὸν Θεὸν, ἵλεων ποιῆσαι, καὶ ἑτέροις κατεύχῃ; ἐὰν μὴ ἀφῇς,
οὐκ ἀφηθήσεταί σοι.</p><lb n="25"/><lb n="11"/><p>Οὐ χρὴ, ἀδελφοί μου, ταῦτα οὕτως γίνεσθαι· μήτι
ἡ πηγὴ ἐκ τῆς αὐτῆς ὀπῆς βρύει τὸ πικρὸν καὶ γλυκύ;
<lb n="12"/> μὴ δύναται, ἀδελφοί μου, συκῆ ἐλαιὰς ποιῆσαι, ἣ ἄμπε-
λος σύκα; οὕτως οὐδεμία πηγὴ ἁλυκὸν καὶ
ποιῆσαι ὕδωρ.</p><lb n="30"/><p>Φίλαρχοι ὄντες καὶ τῇ σοφίᾳ τοῦ κόσμου αὐχοῦντες, καὶ κατ’
ἔριν καὶ ζῆλον τῶν ὀρθῶν διδασκάλων ἐκήρυττον, ὀχλαγωγοῦντες
ἁπλῶς, καὶ φθόνον πρὸς τούτους ἔχοντες, καὶ παραμίγννντες τοῖς
θείοις ἀνθρώπινα· ἵνα τῇ καινότητι τῶν λεγομένων ἐπισπῶνται τοὺς

<pb n="24"/>
ἀκούοντας. ὅθεν καὶ αἱρέσεις ἐξῆλθον. ταύτας οὖν τὰς διδασκαλίας
ἀπαγορεύει· ἅτε καὶ ἐκ σοφίας οὐ θείας ἀλλὰ δαιμονιώδου,ς
γινομένας· ταῦτα δὲ εἶπε προσεπαινέσας τὸ ἀγαθὸν διδάσκον, ἐκ
πραότητος λόγων αὐτοῦ τὴν σοφίαν, καὶ ἔργων χρηστῶν.</p><p>* Περὶ ἀναστροφῆς ἀγαθῆς καὶ ἀμάχου πρὸς ἀλλήλους ἐκ φιλοδοξίας ἐπὶ <lb n="5"/>
σοφίᾳ1 ἀνθρωπίνη.</p><lb n="13"/><p>Σοφὸς καὶ ἐπιστήμων ἐν ὑμῖν δειξάτω ἐκ τῆς καλῆς
<lb n="14"/> ἀναστροφῆς τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἐν πρᾳΰτητι σοφίας. εἰ δὲ
ζῆλον πικρὸν ἔχετε καὶ ἐριθείαν ἐν τῆ καρδίᾳ ὑμῶν, μὴ
<lb n="15"/> κατακαυχᾶσθε καὶ ψεύδεσθε κατὰ τῆς ἀληθείας. <lb n="10"/>
ἔστιν αὕτη ἡ σοφία ἄνωθεν κατερχομένη, ἀλλ’ ἐπίγειος,
<lb n="16"/> ψυχικὴ, δαιμονιώδης· ὅπου γὰρ ζῆλος καὶ ἐριθεία, ἐκεῖ
ἀκαταστασία καὶ πᾶν φαῦλον πρᾶγμα.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐκκαθαίρομεν τὸν ῥύπον ἀπὸ τῶν
ψυχῆς ὤτων. καθάπερ γὰρ ῥύπος καὶ πηλὸς τὰ ὠτα τῆς σαρκὸς, <lb n="15"/>
οὕτω καὶ τὰ βιωτικὰ διηγήματα καὶ παχέα, καὶ τὰ περὶ τόκων
καὶ δανεισμάτων, ῥύπου παντὸς χαλεπώτερον ἐμφράττει τῆς διανοίας
τὴν ἀκοὴν, μᾶλλον δὲ οὐκ ἐμφράττει μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀκάθαρτον
ποιεῖ.</p><lb n="17"/><p>Ἡ δὲ ἄνωθεν σοφία πρῶτον μὲν ἁγνή ἐστιν, <lb n="20"/>
εἰρηνικὴ, ἐπιεικὴς, εὐπειθὴς, μεστὴ ἐλέους καὶ καρπῶν
<lb n="18"/> ἀγαθῶν ἀδιάκριτος καὶ ἀνυπόκριτος. καρπὸς δὲ τῆς
δικαιοσύνης ἐν εἰρήνη σπείρεται τοῖς ποιοῦσιν εἰρήνην.</p><p>Μῆ διακρίνουσα παρατηρήσεις βρωμάτων καὶ διαφόρων βαπτισμάτων.
ἀκριβῶς δὲ περὶ τούτων ἐν τῇ πρὸς Κολοσσαεῖςm <lb n="25"/>
διαλέγεται ὁ Παῦλος.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><head>ΚΕΦ. ς.</head><p>Ὅτι ἐκ ῥαθυμίας καὶ φιληδονίας ἔρις καὶ ἀκαταστασία καὶ ἡ πρὸς Θεὸν
ἐχθρὰ γίνεται.</p><lb n="1"/><p>Πόθεν πόλεμοι, καὶ πόθεν μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν <lb n="30"/>
ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς
<note type="footnote">l τῆς ἐπὶ σόφ’. Cod. Barocc. et Œcumen. m Κολοσσέων Cod.</note>

<pb n="25"/>
<lb n="2"/> μέλεσιν ὑμῶν; ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ
ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν. μάχεσθε καὶ πολεμεῖτε,
καὶ οὐκ ἔχετε δὲ διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς.</p><p>Δείκνυσιν οὐκ ἃν ὑποπλάττοντα λόγον διδασκαλικόν. ὅλοι σαρκικοί
εἰσι, καὶ τὰ χαλεπώτατα πράττουσι· τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος <lb n="5"/>
ώνείδιζεν “ ὅπου γὰρ ἐν ὑμῖν, λέγων, “ζηλος καὶ ἔρις,
σαρκικοι ἐστε;</p><p>Διονυσίου. Ὁ μὲν γὰρ ἀγρὸν ἀρκοῦντα κεκτημένος, ἐπειδὴ
μείζονα θεωρεῖ τὸν τοῦ γείτονος, αὐξῆσαι τὸν ἑαυτοῦ φιλονεικεῖ,
ὡσαύτως λαὶ ποιῆσαι τὸν ὑψηλότερον.</p><lb n="10"/><lb n="3"/><p>Αἰτεῖτε, καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε.</p><p>Τοιοῦτος ἦν ὁ Φαρισαῖος, ὁ καὶ ἐν τῷ κατὰ Λοῦκαν Εὐαγγελίῳ
κατηγορούμενος. ὃς ἑστὼς ἐν μέσῳ τῷ ἱερῷ μεγαλοφώνως ᾔτει τὲ
καὶ προσηύχετο. καὶ ὡς ἄξιος ὣν, ᾔτει τυχεῖν, καὶ τὰς οἰκείας
πράξεις ἀπηριθμεῖτο, καὶ ἔλεγε “ νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, <lb n="15"/>
“ ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι.’’ προσεφιλοτιμεῖτο δὲ βοῶν, καὶ
τὸ μὴ εἶναι ἅρπαξ, ἣ ἄδικος ἣ μοιχὸς, ἣ πλεονεξίᾳ κρατούμενος·
καὶ ὅσω πολλὰ κατέλεγε, τοσούτω πλέον ἀπεβύει τὴν θείαν ἀκοήν·
καὶ ὁ τῶν ῥημάτων ὄγκος κενὸς περὶ τὰ χείλη κατέρρει, καὶ εἰς
ἀφρὸν διελύετο, καθάπερ παφλάζοντα κύματα.</p><lb n="20"/><p>Ἀληθοῦς οὔσης τῆς τοῦ Σωτῆρος θέσεως τῆς λεγούσης “ αἰτεῖτε
“ καὶ δοθήσεται ὑμῖν,’’ ἣν καὶ πιστοῦται διὰ τοῦ φάναι “ πᾶς ὁ
“ αἰτῶν λαμβάνει·” ζητήσειεν ἄν τις πῶς τινες εὐχόμενοι οὐκ
ἀκούονται· πρὸς ὃ λεκτέον, ὁ ὁδῷ τῇ ἀκολούθῳ ἐπὶ τὸ αἰτεῖν
ἐρχόμενος, οὐδὲν παραλείψας τῶν συντελούντων πρὸς τὸ τυχεῖν <lb n="25"/>
τῶν σπουδαζομένων, πάντως λήψεται ὃ παρεκάλεσε δοθῆναι αὐτῷ.
εἰ δέ τις ἔξω χωρήσας τοῦ σκοποῦ τῆς παραδοθείσης, δόξει αἰτεῖν,
οὐκ αἰτῶν ὃν δεῖ τρόπον, οὐδὲ ὅλως αἰτεῖ· διὸ μὴ λαμβάνοντος
αὐτοῦ, οὐ ψευδοποιεῖται τὸ, “ πᾶς ὁ αἰτῶν λαμβάνει.’ καὶ γὰρ
διδασκάλου λέγοντος, πᾶς ὁ προσιῶν μοι μαθημάτων ἕνεκα ἕξει <lb n="30"/>
αὐτῶν τὴν ἐπιστήμην τῷ προσιέναι τῷ διδασκάλῳ γραμματικῶς
ἐκλαμβάνομεν·κ τουτέστι μετὰ τοῦ συντόνως προσέχειν τοῖς
παρὰ τοῦ διδασκάλου, μετὰ τοῦ ἀσκεῖν καὶ μελετᾷν αὐτά. ὁ δὲ
<note type="footnote">k Corr. rec. m. ἐκλαμβανόμενον.</note>

<pb n="26"/>
μὴ οὕτω, λεκτέον αὐτῷ, οὐ προσῆλθες αὐτῷ ὡς προετρέψω, φανε-
ρώτερον ποιῶν ὁ γράφων τὴν Ἐπιστολήν.</p><p>Τινὲς δοκοῦντες αἰτεῖν οὐ λαμβάνουσιν· τοὺς άντιρρήτους καὶ
κακῶς αἰτουμένους ἡδονῶν ματαίων ἕνεκα προείληφεν. Ἀλλ’ ἐρεῖ
τις, καὶ μὴν ὑπὲρ γνώσεως θείας καὶ ἀναλήψεως ἀρετῶν αἰτοῦ· <lb n="5"/>
μένοι τινες οὐ λαμβάνουσι· λεκτέον δὲ καὶ αὐτοῖς ὅτιk καθ’ αὐτὰ
τὰ ἀγαθὰ λαβεῖν ἠξίωσαν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ἐπαινεῖσθαι δι’ αὐτά.
ἔστι δὲ φιληδόνων καὶ τὸ χαίρειν ἐπαίνοις· ὅθεν καὶ τούτοις οὐ δίδοται·
ἐπεὶ εἰς ἡδονὰς καταδαπανῆσαι θέλουσι τὰ περὶ ὧν ἀξιοῦσιν.</p><lb n="4"/><p>Ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε μοιχοὶ καὶ <lb n="10"/>
μοιχαλίδες, οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἐχθρὰ
τοῦ Θεοῦ ἐστίν; ὃς ἃν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ
κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται.</p><p>Κόσμον ἐνταῦθα λέγει πᾶσαν τὴν ὑλικὴν ζωὴν, τὴν μητέρα τῆς
φθορᾶς, ἧς ὁ μετασχεῖν ἐθέλων ἐχθρὸς γίνεται τοῦ θεοῦ.</p><lb n="15"/><p>Ὠριγένουε. Ἐπεὶ ἡ κακία προξενεῖ τὴν πρὸς τὸν κόσμον
φιλίαν, ἀρετὴ δὲ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν, ἀρετῇ καὶ κακίᾳ οὐ δύναται
συνυπάρχειν.</p><p>Παροιμίαι 1. Ὁ διὰ τοῦ ἁμαρτάνειν φιλῶν τὸν κόσμον, ἐχθρὸς
ἀποδείκνυται τοῦ Θεοῦ. ὡσαύτως καὶ ὁ τὴν πρὸς Θεὸν φιλίαν <lb n="20"/>
δι’ εὐσεβείας βεβαιῶν, εὐθέως ἐχθρὸς εὑρίσκεται τοῦ κόσμου· ὅθεν
ἀδύνατόν ἐστιν ὥσπερ δουλεύειν Θεῷ καὶ Μαμωνᾷ, οὕτω φιλιάζειν
Θεῷ καὶ κόσμῳ. ἀμέλει γοῦν ἐλθὼν ὁ Κύριος φίλους Θεοῦ
τοὺς πειθομένους αὐτῷ ποιῆσαι, μάχαιραν καὶ διαμερισμὸν ἔβαλεν
ἐπὶ τῆς γῆς· ὁ γὰρ λόγος τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ διαιρεῖ καὶ <lb n="25"/>
μερίζει τῶν γηίνων καὶ ὑλικῶν· διὰ τούτου παρασκευάζων ἔχθραν
ἔχειν πρὸς τὸν κόσμον καὶ ἕνωσιν πρὸς τὸν Θεὸν, ἥτις ἐστὶν ἡ
πρὸς αὐτὸν φιλία. διὸ καὶ εἰρήνην δίδωσιν, οὐ καθὼς ὁ κόσμος
ὀρέγει· ἐκεῖνος γὰρ δι’ ἧς δίδωσιν εἰρήνης πρὸς τὰ ὑλικὰ ἐμπαθεῖς
ποιεῖ· ὁ δὲ Κύριος εἰρήνην παρέχων, φίλους Θεοῦ παρασκευάζει. <lb n="30"/>
κόσμον οὖν ἐν τούτοις ἀκούειν δεῖ, τὴν πρὸς τὰ τῇδε
συμπάθειαν· εἰ μὲν γὰρ ἀδιάφορόν ἐστι τὸ θλίβεσθαι, πῖπτον
εἰς δικαίους καὶ ἀδίκους, οὐκ ἃν φανείη εὔλογος ἡ καύχησις.</p><note type="footnote">κ Leg. ὅτι οἱ. 1 Cod. παροι. μ</note><pb n="27"/><p>Εἰ καὶ μὴ πάνυ ἁρμοδία πρὸς τὸ ῥητὸν ἡ χρῆσις, ἀλλ’ οὖν
ἀναγκαῖον ἡγησάμην ταύτην ἐνθεῖναι, διὰ τὸ ἐκ τῆς ἑρμηνείας
ἐπωφελὲς καὶ ζητούμενον· φησὶ γὰρ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς
Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις “ εἰ ἡ χείρ σου ἣ ὁ πούς σου σκανδαλίζει
“ σε, ἔκκοψον αὐτὰ, καὶ βάλε ἀπό σου. καλὸν γάρ σοι ἐστὶν <lb n="5"/>
“ εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν χωλὸν καὶ κυλλὸν, ἣ δύο πόδας ἔχοντα
“ καὶ δύο χεῖρας βληθῆναι εἰς τὸ πῦρ. καὶ εἰ ὁ δέξιος σου
“ ὀφθαλμὸς σκανδαλίζει σε’’ καὶ τὰ ἑξῆς. περὶ τούτων ὁ Χρυσόστομός
φησι, “ οὐ περὶ μελῶν λέγων, ἄπαγε, ἀλλὰ περὶ φίλων,
“ περὶ προσηκόντων, οὓς ἐν τάξει μελῶν ἔχομεν ἀναγκαίων· τοῦτο <lb n="10"/>
“ καὶ ἀνωτέρω εἴρηκε, καὶ νῦν λέγει, οὐδὲν γὰρ βλαβερὸν ὡς
“ συνουσία πονηρά. ὅσα ἀνάγκη μὴ δύναται, φιλία πολλάκις
“ δύναται καὶ εἰς βλάβην καὶ εἰς ὠφέλειαν. διὸ μετὰ πολλῆς
“ σφοδρότητος τοὺς βλάπτοντας ἡμᾶς ἐκκόπτειν κελεύει.</p><p>Ἄξιον ζητῆσαι πῶς οὐκ ἀδιάφοροι εἰσιν αἱ θλίψεις ἐφ’ αἷς <lb n="15"/>
φησι καυχᾶσθαι ὁ Ἀπόστολος. καὶ αὐτόθεν μὲν οὑν πρὸ τοῦ ἡμᾶς
περιεργάζεσθαι τὰ περὶ θλίψεως, ἐμφαίνεται, ὅτι σπουδαῖόν ἐστιν
ἡ θλίψις ὑπομονὴν μίαν τῶν ἀρετῶν κατεργαζομένη· τὸ γὰρ
κατεργαζόμενον ἀρετὴν, οὔτε φαῦλον οὔτε μέσον εἶναι δύναται·
μήτηρ οὖν τῆς ἀρετῆς τῆς ὑπομονῆς ἐστιν ἡ θλίψις· ὡς καὶ <lb n="20"/>
ὑπομονὴ παρὰ τῷ Παύλῳ ὀνομαζομένης δοκιμῆς—πολλοὺς τῶν
ἀλλοτρίων τῆς πίστεως, ὅταν ἐν περιστάσεσι γένωνται, τὴν
στενὴν καὶ τεθυμμενὴν ὁδὸν ὁδεύειν καὶ ἀπάγουσαν εἰς τὴν ζωὴν,
οὐκ ὀλίγους δὲ τῶν μακαρίως βιούντων καὶ κατὰ τὸν βίον εὐτυχέστερον
ἐχόντων ὁδεύειν διὰ τῆς πλατείας πύλης ἐπὶ τὴν <lb n="25"/>
εὐρύχωρον καὶ ἀπάγουσαν εἰς τὴν ἀπώλειαν. μήποτε οὖν ἐκλεκτέον
τῇ διαθέσει, καὶ οὐχὶ τοῖς περιεστηκόσι κρίνεσθαι τὴν στενὴν καὶ
τεθλιμμένην ἀπάγουσαν εἰς τὴν ζωὴν, ἣ τὴν εὐρύχωρον ἀπάγουσαν
εἰς ἀπώλειαν. ὁ μὲν γὰρ τῆς πίστεως ἀλλότριος, κἂν τὰ
περιεστηκότα αὐτὸν ᾖ επιπονα, οἶον πενία κα νόσος η τι τῶν <lb n="30"/>
παραπλησίων, ὃ βούλεται πράττων καὶ λέγων, καὶ μὴ ἀναστέλλων
τὰς ὁρμὰς, μηδὲ ἐπέχων τῷ τοῦ Θεοῦ λόγῳ· καὶ τότε τὴν
εὐρύχωρον ὁδεύειν καὶ ἀπάγουσαν εἰς ἀπώλειαν. ὁ δὲ δίκαιος οὐχ
ἧττον ἐν τοῖς νομιζομένοις ἀγαθοῖς ἑαυτὸν συνέχει καὶ θλίψει·
με φαγὼν καὶ ἐμπλησθεὶς ἐπιλαθόμενος Κυρίου τοῦ Θεοῦ, <lb n="35"/>

<pb n="28"/>
καὶ τῆς πη αὐτῷ ἐν τοῖς μὴ βλεπομένοις ἐλπίδος αὐτοῦ ποῦ
καταμείνῃ ὑπὸ τῶν τοὺς πολλοὺς καθελκόντων ἀπὸ τῆς ἀρετῆς
κατασπώμενος. ὅτι δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, δηλοῖ καὶ ὁ Ἀπόστολος
ἐν τῷ λέγειν “ ἐν παντὶ θλιβόμενοι, ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενω·’’
καὶ πάλιν. “ οἶδα καὶ ταπεινοῦσθαι καὶ περισσεύειν,’’ καὶ τὰ <lb n="5"/>
ἑξῆς. διὰ γὰρ ἀμφοτέρων τῶν ῥητῶν τὰ δόξαντα ἂν τοῖς πολλοῖς
ἐναντία εἶναι μανθάνομεν. εἰ γὰρ ἀληθὲς τὸ, “ ἐν παντὶ θλιβόμενοι’’
πῶς ἀθηθὲς, οὐ μόνον τὸ “ οἶδα ταπεινοῦσθαι, ἀλλὰ καὶ περισσεύειν.”
καὶ πάλιν πῶς ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀληθές. ἀλλὰ
καθ’ ἡμᾶς ἐν παντὶ τῷ ἔξωθεν συμβαίνοντι θλιβόμενος ὁ Παῦλος <lb n="10"/>
ἦν, τοῦ λόγου αὐτὸν θλίβοντος. ἵνα μὴ οὖν ἀνεθῇ τῷ περισσεύειν,
μηδὲ βλαβῇ ἐκ τοῦ χορτάζεσθαι· διὸ καὶ ἐκαυχᾶτο ἐν ταῖς
θλίψεσιν ἔργον αὐτοῦ τυγχανούσαις· αὕτη δὲ ἡ ἀπὸ λόγου θλίψις
ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἧς πλουτοῦντες, πολλῶν ἐνδιδόντων πρὸς
τὸν πλοῦτον καὶ οὐχ ὑπομενόντων αὐτὸν, ἀλλ’ ἐξισταμένων αὐτῶν, <lb n="15"/>
καὶ ὑγιαίνοντες1, χαλεποῦ ὄντοςm ἀναμαρτήτως ὑγείαν φέρειν.
διόπερ ὁ πυκτεύων, ὡς οὐκ ἀέρα δέρων, ὑπωπιάζει ἑαυτοῦ τὸ σῶμα
καὶ δουλαγωγεῖ· οὐδὲν δὲ ἧττον καὶ δοξαζόμενοι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων,
εἰ καὶ μὴ καθ’ ἡμετέραν πραγματείαν τοιοῦτόν τι ἡμῖν συμβαίνοι,
δεόμεθα τῆς ἀπὸ λόγου ἐπιστροφῆς καθαιρούσης τὴν <lb n="20"/>
ἡδονὴν καὶ κωλυούσης τὸ ἄλογον ἐπὶ τῇ δόξῃ ἔπαρμα· ἣ λεγέτω
ἡμῖν ὁ μὴ βουλόμενος ταῦτα παραδέξασθαι, εἰ μὴ δοκιμώτατός
ἐστιν, οὐκ ἔλαττον τοῦ πενιὰν γενναίως ὑπομένοντος, ὁ τὸν πλοῦτον
οἰκονομῶν κατὰ τὸν λόγον· καὶ οὐχ ἧττον τοῦ ἐγκαρτεροῦντος
πόνοις τοῖς ἐν νόσοις ὁ διὰ τὴν ὑγείαν τῆς ψυχῆς μηδὲν παραδεχόμενος <lb n="25"/>
πάθος, κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ ὑγιαίνειν τὸ σῶμα, ὅτε φιλεῖ
ἐπιτίθεσθαι εὐεκτοῦν τοῦ ἐπιθυμεῖν κατὰ τοῦ πνεύματος. εἰ δὲ ἡ
ὑπομονὴ δοκιμὴν κατεργάζεται, δόκιμος δὲ καὶ ὁ ἐν τοῖς νομιζομένοις
εἰναι κρείττοσι διαφυλάττων ἑαυτὸν ἀβλαβῆ, δηλονότι
δόκιμος ἃν γένοιτο τῆς καὶ ἐν αὐτῷ ὑπομονῆς, τὴν δοκιμὴν κατεργαζόμενος· <lb n="30"/>
ἥντινα ὑπομονὴν ἀποδιδομένη θλίψις κατειργάσατο.
καὶ ὁ Θεός γε βοηθὸς ἐν ταῖς θλίψεσι ταῖς εὑρούσαις τοὺς
δικαίους σφόδρα· καὶ ἕκαστ’ ὃς δὲ ἀναλεξάμενος τὸ ὄνομα τῆς
θλίψεως, καὶ τοὺς ἐπὶ ταύτῃ ἐλέγξει παρασχηματισμοὺς ἐκ
<note type="footnote">l Male corr. rec. m. ὑγιαινόντων. m Cod. ὄντως.</note>

<pb n="29"/>
πολλῆς παρατηρήσεως ἀποφανεῖ, πότερόν ποτε ἀεὶ θλίψις δικαίοις
μόνοις γίνεται· ἣ ὡς ὁμώνυμος ἡ λέξις φθάνει ποτὲ καὶ ἐπὶ τοὺς
ἐναντίους. πλὴν συνάγεται ἐκ τούτων, ὅτι εἴ τις μὴ καταισχυνθήσεται
τῷ τὴν ἐλπίδα ἀνειληφέναι ἀψευδῶς, τὴν ἐλπίδα τῆς
λεγομένης δοκιμῆς ταύτην αὐτῷ περιπεποιηκυίας ἐλπίζει· καὶ <lb n="5"/>
εἴτις ἐστὶ δόκιμος, τῷ ἀνειληφέναι ἀρετὴν τὴν καλουμένην ὑπομονὴν
τοιοῦτός ἐστι. καὶ οὐκ ἄλλως δὲ ἐγένετό τινι ἡ ὑπομονὴ ἣ
ἐκ τοῦ τὴν θλῖψιν κατεργάζεσθαι αὐτήν. ἥτις θλίψις καὶ καύχησίς
ἐστι τῶν ἀγίων.</p><lb n="5"/><p>Ἤ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει, Πρὸς φθόνον <lb n="10"/>
ἐπιποθεῖ τὸ πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν;</p><p>“ Ἤ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει’’ καὶ τὰ ἑξῆς. ὑπερηφανίας
πάθος τὸ περιφρονεῖν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ προσκεῖσθαι
ταῖς ἡδοναῖς τοῦ βίου τούτου· ὅθεν πρὸς ταῖς ἰδίαις
παραινέσεσι καὶ παλαιῶν λογίων ἐπιμνησθεὶς ὁ Ἀπόστολός φησὶν, <lb n="15"/>
“ ἣ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει πρὸς φθόνον, ἀντὶ τοῦ, ἣ
νομίζετε ὅτι ματαίως ἡ γραφὴ φθονοῦσα ὑμῖν λέγει ἃ μέλλει
λέγειν; εἶτα μεταξυλογίᾳ χρησάμενος φησὶν, “ ἐπιποθεῖ τὸ
“ Πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν· μείζονα δὲ δίδωσι χάριν.” οὐ
βασκαίνει, φησὶν, ἡ γραφή· τὸ γὰρ Πνεῦμα τὸ λαλῆσαν αὐτὴν <lb n="20"/>
“ ὃ καὶ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ, ἐπιποθεῖ τὴν
σωτηρίαν τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, καὶ μείζονα τῶν κατὰ Θεὸν ἡμῶν
πραγμάτων δίδωσι τὰ χαρίσματα. διὸ βουλόμενος ἡμᾶς τῆς τοῦ
κόσμου φιλίας συστεῖλαι, φησὶν, “ ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται,
ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν.</p><lb n="25"/><p>Ἀντὶ τοῦ, ἐπιθυμητικῶς μὲν ἔχει ἡ ἐν ἡμῖν ψυχὴ τῆς πρὸς
Θεὸν οἰκειότητος· τὴν τοῦ κόσμου φιλίαν ἀποστρεφομένη· αὐτὸς
δὲ ὁ Θεὸς μείζονα τῆς ἐπιθυμίας δίδωσι χάριν.</p><p>Σευηριαοῦ. Ὃ δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· ἐπιποθεῖ μὲν καὶ
ἐφίεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἐν ἡμῖν τῆς πρὸς Θεὸν οἰκειότητος, τὴν τοῦ <lb n="30"/>
κόσμου φιλίαν ἀποστρεφόμενον, αὐτὸς δὲ μείζονα δίδωσι χάριν.</p><lb n="6"/><p>Μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει, Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις
<lb n="7"/> ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. ὑποτάγητε
οὖν τῷ Θεῷ, ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται
ἀφ’ ὑμῶν.</p><lb n="35"/><pb n="30"/><p>Εἰ φθόνῳ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ
κατῴκησεν εἰς τὸν ἔσω ἡμῖν ἄνθρωπον ὁ Χριστὸς κατὰ τὰς
γραφάς· διὰ τοῦτο n κατῴκησεν, ἵνα τὸν ἐκ τοῦ φθόνου προσγενόμενον
θάνατον καταργήσῃ· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ μείζονα
ἡμῖν δώσῃ χάριν. “ ἐγὼ’’ γὰρ “ἦλθον” φησὶν “ ἵνα ζωὴν <lb n="5"/>
“ ἔχωσι, καὶ περισσὸν ἔχωσιν·’’ ὅτι δὲ ἐπιπόθησας ἡμᾶς ὁ Θεὸς
“ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν,’’ Ἡσαΐας ἐδήλωσεν εἰπὼν, “οὐ πρέσβυς0 οὐκ
“ ἄγγελος, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ Κύριος ἔσωσεν ἡμᾶς, διὰ τὸ ἀγαπᾷν
“ ἡμᾶς, καὶ κήδεσθαι ἡμῶν·’’ πῶς δὲ καὶ σώσας μείζονα δέδωκε
γάριν, ἢ καθελὼν τὸν ἐπιβουλεύσαντα Σατανᾶν; διὰ τοῦτο ἐπήγαγεν. <lb n="10"/>
“ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται· πὼς γὰρ οὐχ
ὑπερήφανος ὁ βοῶν, “ τὴν οἰκουμένην ὅλην καταλήψομαι τῇ χειρὶ
“ ὡς νοσίαν;”</p><p>Τῷ γὰρ διαβόλῳ πολεμεῖν ἐπιποθεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.</p><p>Τῷ ξένῳ γεγονότι τῆς κοσμικῆς ζωῆς.</p><lb n="15"/><p>Διδύμου. Ὑπερηφανία ἡ εἰς τέλος ἐπηρμένη κακία· κατὰ
διάμετρον δὲ ἀντικειμένη τῇ ὑπερηφανίᾳ ἡ ἀτυφία, μέγα ἀγαθόν
ἐστι· καὶ ἐπειδὴ ἀμφότερα προαιρετικῶς καὶ ἑκουσίως, τὸ ἀγαθὸν
φημὶ καὶ κακὸν, ἐνεργεῖται, πᾶς ὁ κατὰ ἀλαζονείαν ὑψῶν ἑαυτὸν
πρὸς τοῦ ἀντιταττομένου τοῖς ὑπερηφάνοις Θεοῦ ταπεινοῦται ἐν <lb n="20"/>
καιρῷ, ὑψουμένου ἐπαινετῶς του ταπεινώσαντος ἑαυτὸν κάτα ατυφίαν
τῶν ἐπ’ αὐτῇ ἄθλων ξεναγωγούντων εἰς ὕψος.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><head>ΚΕΦ. Ζ.</head><p>Περὶ μετανοίας πρὸς P σωτηρίαν, καὶ περὶ τοῦ μὴ κρίνειν τὸν πλησίον.</p><lb n="8"/><p>Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν· καθαρίσατε <lb n="25"/>
<lb n="9"/> χεῖρας, ἁμαρτωλοὶ, καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι. ταλαιπωρήσατε
καὶ πενθήσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος
μεταστραφήτω, καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ γὰρ μετὰ τὸ ἁμαρτάνειν μετανοίᾳ
χρώμενος, οὐ πένθους ἀλλὰ μακαρισμῶν ἐστὶν ἄξιος, ἐπὶ τὸν τῶν <lb n="30"/>
δικαίων χορὸν· λέγε γὰρ σὺ τὰς ἁμαρτίας σου πρῶτος, ἵνα δικαι-
<note type="footnote">n Cod. τούτῳ. o Sic Cod. sed rec. m. COrr. πρέσβις. P εἰς σωτ.
Œcumen. et Bar.</note>

<pb n="31"/>
ωθῇς· εἰ δὲ μετὰ τὸ ἁμαρτάνειν ἀναισχυντεῖ, οὐχ οὕτως ἐπὶ τῷ
πεσεῖν ἐστὶν ἐλεεινὸς ὡς ἐπὶ τῷ κεῖσθαι πεσών. εἰ δὲ τὸ μὴ
μετανοεῖν ἐφ’ ἁμαρτήμασι χαλεπὸν, τὸ καὶ πεφυσῆσθαι ἐπὶ τοῖς
ἁμαρτήμασι ποίας κολάσεως ἐστιν ἄξιον; εἰ γὰρ ὁ ἐπὶ τοῖς
κατορθώμασιν ἐπαιρόμενος ἀκάθαρτός ἐστιν, ὁ ἐπὶ ἁμαρτήμασι <lb n="5"/>
τοῦτο πάσχων ποίας τεύξεται συγγνώμης;</p><lb n="10"/><p>Ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς.</p><p>Ἡσυχίου. Μακάριον ἐνώπιον Θεοῦ ταπεινοῦσθαι· φησὶ γὰρ
Ἰάκωβος· “ ταπεινώθητε ἐνώπιον Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς.’’ ὅταν
τοίνυν οὕτω ταπεινωθῶμεν· κἂν ὑπὸ δαιμόνων ἐπ’ ἐπιβουλευθῶμεν, κἂν <lb n="10"/>
ὑπὸ ἀνθρώπων μισούντων τὰς ἀρετὰς πολεμηθῶμεν, ἔχομεν τὸν
Θεὸν ἐξαιρούμενον· μόνον ἵνα τοῦ νόμου αὐτοῦ μὴ ἐπιλαθώμεθα,
μηδὲ ἀποκάκωμεν ἐν ταῖς θλίψεσι· φησὶ γὰρ ὁ Δαβὶδ, “ ἰδὲ
“ τὴν ταπείνωσίν μου, καὶ ἐξελοῦ με, ὅτι τοῦ νόμου σου οὐκ
“ ἐπελαθόμην.”</p><lb n="15"/><lb n="11"/><p>Μῆ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί· ὁ καταλαλῶν
ἀδελφοῦ, καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, καταλαλεῖ
νόμου, καὶ κρίνει νόμον· εἰ δὲ νόμον κρίνεις, οὐκ εἶ
<lb n="12"/> ποιητὴς τοῦ νόμου, ἀλλὰ κριτής· εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης
καὶ κριτὴς, ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι· σὺ δὲ <lb n="20"/>
τις εἰ, ὃς κρίνεις ’τον ἕτερον;</p><p>Κυρίλλου. Πᾶν’ χαλεπὸν ἀποκείρει πάθος τῶν ἡμετέρων διανοιῶν,
ὑπεροψίας ἀρχὴν καὶ γέννησιν. καίτοι γὰρ δέον τινὰς ἑαυτοὺς
κατασκέπτεσθαι, καὶ κατὰ Θεὸν πολιτεύεσθαι, τοῦτο μὲν οὐ
δρῶσι, πολυπραγμονοῦσι δὲ τὰ ἑτέρων· κἂν ἀσθενοῦντας ἴδωσι <lb n="25"/>
τινας, ὥσπερ εἰς λήθην ἐρχόμενοι τῶν ἰδίων ἀρρωστημάτων, φιλοψοφίας
ὑπόθεσιν ποιοῦνται τὸ χρῆμα καὶ καταλαλιᾶς ὑπόθεσιν·
καταψηφίζονται γὰρ αὐτῶν· οὐκ εἰδότες, ὅτι τὰ ἶσα νοσοῦντες
τοῖς παρ’ αὐτῶν διαβεβλημένοις, ἑαυτῶν κατακρίνουσιν. οὕτω που
καὶ ὁ σοφώτατος γράφει Παῦλος “ ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, <lb n="30"/>
“ σεαυτὸν κατακρίνεις. τὰ γὰρ αὐτὰ πράσσεις ὁ κρίνων.”</p><pb n="32"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><head>ΚΕΦ. Η.</head><p>ὅτι οὐκ ἐν ἀνθρώπῳ ἁλλ’ ἐωq Θεῷ τὰ διαβήματα ἀνδρὸς κατευθύνεται.</p><lb n="13"/><p>Ἄγε νῦν οἱ λέγοντες, Σήμερον καὶ αὔριον ποπευσώμεθα
εἰς τήνδε τὴν πόλιν, καὶ ποιήσωμεν ἐκεῖ ἐνιαυτὸν,
καὶ ἐμπορευσώμεθα, καὶ κερδήσωμεν.</p><lb n="5"/><p>Περὶ φρονήματος μετεώρου τὸ λεγόμενον, οὗ τὸ τέλος ἀφανισμος.</p><p>Κυρίλλου. Οἱ μὲν γὰρ πρὸς ἐμπορίας καὶ τὰς ἐντεῦθεν
φιλοκερδείας ἀκορέστως κεχηνότες ὁδοιποριῶν ἀνέχονται μακρῶν,
ναυτιλίας καὶ τῶν ἐν αὐτῇ κυμάτων· οἱ δὲ τὴν πεπορισμένην <lb n="10"/>
αὐτοῖς δυναστείαν ὅπλον ποιοῦνται τῆς καθ’ ἑτέρων πλεονεξίας·
ἕτεροι δὲ αὐτὰ ἐκ μοχθηρῶν εὑρημάτων παχύνουσι βαλάντια, καὶ
τόκοις ἐπὶ τόκους ἀνοσίως συλλέγοντες, πῦρ καὶ κόλασιν ταῖς
ἑαυτῶν καταχέουσι κεφαλαῖς.</p><lb n="14"/><p>Οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς αὔριον· ποία γὰρ ἡ <lb n="15"/>
ζωὴ ὑμῶν ; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη.
<lb n="15"/> ἀντὶ τοῦ λέγειν ὑμᾶς, Ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσωμεν,
<lb n="16"/> καὶ ποιήσωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· νῦν δὲ καυχᾶσθε ἐν ταῖς
ἀλαζονείαις ὑμῶν· πᾶσα καύχησις τοιαύτη πονηρά ἐστιν.
<lb n="17"/> εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν, καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ <lb n="20"/>
ἐστιν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν οὐ τοῦ θέλοντοσ
οὐδὲ τοῦ τρέχοντοσ. Οὐ τὴν ἐξουσίαν ἀναιρεῖ, ἀλλὰ δείκνυσιν,
ὅτι οὐ τὸ πᾶν αὐτοῦ ἐστὶν, ἀλλὰ δεῖται τῆς ἄνωθεν χάριτος· δεῖ
μὲν καὶ θέλειν καὶ τρέχειν, θαρρεῖν δὲ μὴ τοῖς οἰκείοις πόνοις, <lb n="25"/>
ἀλλὰ τῇ τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίᾳ· φησὶ γὰρ ἐν ταῖς Παροιμίαις·
“ μὴ καυχῶ τὰ εἰς αὔριον, οὐ γὰρ γινώσκεις τι τέξεται ἡ ἐπιοῦσα·”
οὐ γὰρ ἐφ’ ἡμῖν ἐστι τὸ ἐλθεῖν εἰς τὴν αὔριον, καθάπερ οὐδὲ τῷ
μισθωτῷ r πρὸς ἡμέραν μισθωθέντι μίαν, ἐξουσία τίς ἐστι ἀφ’
ἑαυτοῦ καὶ τῇ ἑξῆς ἐργάσασθαι, πλὴν εἰ μὴ ὁ μισθωσάμενος <lb n="30"/>
ἐπιτρέψειεν.</p><note type="footnote">q τῷ Θεῷ Cod. Barocc. r μισθίω τῶ Cod.</note><pb n="33"/><p>* Περὶ πλεονεξίας πλουσίων καὶ τῆς ἐν κόσμῳ τρυφῆς αὐτῶν, καὶ περὶ
δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ s.</p><lb n="1"/><p>Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς
<lb n="2"/> ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις. ὁ πλοῦτος ὑμῶν
<lb n="3"/> σέσηπε, καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν· ὁ <lb n="5"/>
χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἁψώμεθα τῆς ὁδοῦ τῆς στενῆς· μέχρι
πότε τρυφή; μέχρι πότε ἄνεσις; οὐκ ἐνεπλήσθημεν ῥαθυμοῦντες ;
γελῶντες ; ἀναβαλλόμενοι ; οὐ τὰ αὐτὰ πάλιν ἔσται τράπεζα
καὶ κόρος καὶ πολυτέλεια καὶ χρήματα καὶ κτῆσις καὶ οἰκοδομαὶ; <lb n="10"/>
καὶ τί τὸ κέρδος; θάνατος· καὶ τί τὸ τέλος; τέφρα καὶ κόνις
σοροὶ καὶ σκώληκες.</p><p>Ἡσυχίου. Προλέγει τὴν τιμωρίαν, διὰ φιλανθρωπίαν· ἵνα
μετανοήσαντες ἔξω γένοιντο τῶν ἀπειλουμένων.</p><p>Κυρίλλου. Τουτέστιν ἡ ὀργὴ μονονουχὶ κατασφάξασα, καὶ <lb n="15"/>
ὄνον τινας κριοὺς καὶ ταύρους ἁδρούς τε καὶ πίονας καταστρώσασα·
οἶς ἃν εἰκότως λέγοιτο πρὸς ἡμῶν· “ ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι κλαύ-
“ σατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχο-
“ μέναις·” προσεποίσομεν δὲ τούτοις τὸ “ ἐτρυφήσατε, ἐσπατα-
“ λήσατε ἐπὶ τῆς γῆς, ἐθρέψατε τὰς καρδίας ὑμῶν, ὡς ἐν ἡμέρᾳ <lb n="20"/>
“ σφαγῆς·’’ τοιοῦτοι γὰρ γεγόνασιν οἱ τῶν Ἰουδαίων καθηγηταὶ,
καταβοσκόμενοι μὲν τρόπον τινὰ τόπον πίονα καὶ εὐρύχωρον, τὰς
ἐκ τῶν λαῶν δωροφορίας· καταπιανθέντες δὲ ὥσπερ ταῖς παρὰ
πάντων τιμαῖς· ὡς κριοὶ καὶ ταῦροι πεπτώκασι τῇ τοῦ Κυρίου
μαχαίρᾳ περιπεσόντες οἱ δείλαιοι.</p><lb n="25"/><p>Καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμῖν ἔσται, καὶ
φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν ὡς πῦρ· ἐθησαυρίσατε ἐν
<lb n="4"/> ἐσχάταις ἡμέραις. ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων
τὰς χώρας ὑμῶν, ὁ ἀπεστερημένος ἀφ’ ὑμῶν,
κράζει· καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου <lb n="30"/>
Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν.</p><p>Ἀντὶ τοῦ καταμαρτυρήσει ὑμῶν, διὰ τοῦ ἰοῦ ἐλέγχων τὸ
ἀμετάδοτον, ὁμοίως δὲ λαὶ τὰ ἱμάτια διὰ τῆς σήψεως.</p><note type="footnote">s τ. Θεοῦ αὐτῶν Cod. N.C. τοῦ om. Bar.</note><pb n="34"/><lb n="5"/><p>Ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐσπαταλήσατε· ἐθρέψατε
<lb n="6"/> τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν ἡμέρᾳ σφαγῆς· κατεδικάσατε,
ἐφονεύσατε τὸν δίκαιον· καὶ οὐκ ἀντιτάσσεται
ὑμῖν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τί οὗν; κεκώλυται ἡ τρυφή ; καὶ σφόδρα· <lb n="5"/>
διατί οὖν εἰς μετάληψιν ἔκτισται; ὅτι καὶ ἄρτον ἔκτισε, καὶ
κεκώλυται ἡ ἀμετρία· ὅτι καὶ οἶνον ἔκτισε, καὶ κεκώλυται ἡ
ἀμετρία· οὐχ ὡς ἀκάθαρτον τοίνυν τὴν τροφὴν παραιτεῖσθαι
κελεύει, ἀλλ’ ὡς ἐκλύουσαν διὰ τῆς ἀμετρίας τὴν ψυχήν· πᾶν
γὰρ κτίσμα Θεοῦ καλόν φησι, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητόν μετὰ <lb n="10"/>
εὐχαριστίας λαμβανόμενον.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><head>ΚΕΦ. Θ.</head><p>Περὶ μακροθυμίας κοὶ ὑπομονῆς παθημάτων, κοὶ περὶ ἁληθείας.
<lb n="7"/> Μακροθυμήσατε οὖν ἀδελφοὶ, ἕως τῆς παρουσίας
τοῦ Κυρίου. ἰδοὺ ὁ γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν τίμιον καρπὸν <lb n="15"/>
τῆς γῆς, μακροθυμῶν ἐπ’ αὐτῷ, ἕως λάβῃ ὑετὸν
πρώιμον καὶ ὄψιμον.</p><p>Κυρίλλου. Εἰ γὰρ καὶ ὑπερτίθεταί, φησιν, ὁ Θεὸς τῶν
ἁμαρτανόντων τὴν τιμωρίαν, περιμένων ἀυτῶν τὴν μετάνοιαν, οὐχ
ὡς μεταβεβλημένος ταῦτα ποιεῖ, ἣ καὶ φιλῶν τοὺς ἁμαρτάνοντας· <lb n="20"/>
ἀλλὰ καιρὸν αὐτοῖς ἐπιστροφῆς παρέχων.</p><p>Εἰπὼν τῶν ἀδίκων τὴν τιμωρίαν, τοῖς ἀδικηθεῖσιν εἰκότως
μακροθυμεῖν παραινεῖ τὴν παρουσίαν ἐκδεχομένοις τοῦ Κυρίου·
ἅμα δὲ καὶ ὅρκων ἀπαγορεύει ἅπτεσθαι, καὶ προσευχῇ καὶ
ψαλμῳδίᾳ σχολάζειν, καὶ πίστιν ἔχειν περὶ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ <lb n="25"/>
καὶ πρὸς ἀλλήλους ἀγαπῆν, ὡς καὶ δέεσθαι ὑπὲρ ἀλλήλων· καὶ
ἡ ἀπόδειξις τῆς ἰσχύος τῆς προσευχῆς ὁ Ἠλίας εἰς μέσον
φέρεται· καὶ τελευταῖον, ὅσος ὁ τῶν ἁμαρτωλοὺς ἐπιστρεφόντων
ὁ μισθός.</p><lb n="8"/><p>Μακροθυμήσατε καὶ ὑμεῖς, στηρίξατε τὰς καρδίας <lb n="30"/>
ὑμῶν, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἤγγικε.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Μακροθυμίαν πρὸς ἀλλήλους, ὑπομονὴν

<pb n="35"/>
πρὸς τοὺς ἔξω· μακροθυμεῖ γάρ τις πρὸς ἐκείνους, οὓς δυνατὸν καὶ
ἀμύνασθαι· ὑπομένει δὲ οὓς οὐ δύναται ἀμύνασθαι· διὰ τοῦτο ἐπὶ
μὲν Θεοῦ οὐδέποτε ὑπομονὴ λέγεται, μακροθυμία δὲ πολλαχοῦ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἰ οὖν καὶ ἐνταῦθα δοκοῦσιν ἐγκαταλελεῖφθαι,
ἀλλ’ ὅμως ἐκεῖ πολλῆς ἀπολαύσουσι τῆς δόξης ὅταν δὲ ἴδωσιν <lb n="5"/>
οἱ μεγάλα φυσῶντες τοὺς μαστιζομένους ὑπ’ αὐτῶν, τοὺς καταφρονουμένους,
τοὺς καταγελωμένους τούτους ἐγγὺς ὄντας Θεοῦ,
τότε θρηνήσουσι καὶ ὀλολύξουσιν, ὅταν τοὺς οἰκτροὺς καὶ ταλαιπώρους
καὶ μυρία παθόντας δεινὰ καὶ πιστεύσαντας, εἰς τοσαύτην
ἄγῃ λαμπρότητα.</p><lb n="10"/><lb n="9"/><p>Μὴ στενάζετε κατ’ ἀλλήλων, ἵνα μὴ κριθῆτε· ἰδοὺ
<lb n="10"/> ὁ κριτὴς πρὸ τῶν θυρῶν ἕστηκεν. ὑπόδειγμα λάβετε,
ἀδελφοί μου, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς
<lb n="1"/> 1 προφήτας, οἳ ἐλάλησαν ἐν τῷ ὀνόματι Κυρίου. ἰδοὺ
μακαρίζομεν τοὺς ὑπομένοντας· τὴν ὑπομονὴν Ἰὼβ <lb n="15"/>
ἠκούσατε.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου Ῥητὰ Προκείμενα “ Εὐχαριστοῦντεσ
“ Ἐν Τῶι Θεῶι.” Εἰ γὰρ εὐχαριστοῦμεν μετὰ
μεγάλα τὰ γινόμενα. ἔστι γὰρ εὐχαριστεῖν διὰ φόβον μόνον·
ἔστιν εὐχαριστεῖν καὶ ἐν λύπῃ ὄντα· οἷον ὁ Ἰὼβ ηὐχαρίστησεν <lb n="20"/>
ὀδυνώμενος, καὶ ἔλεγεν “ ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο.”
μὴ γάρ τις λεγέτω, ὅτι οὐκ ἐλύπει αὐτὸν τὰ γινόμενα, οὐδὲ
ἀθυμία περιέβαλε. μὴ δὲ τὸ μέγα ἐγκώμιον ἀφαιρείσθω τοῦ
δικαίου ὅταν δὲ τοιαῦτα ἠ’, οὐ διὰ τὸν φόβον οὐδὲ διὰ δεσποτείαν
μόνον, ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τῶν πραγμάτων τὴν φύσιν· πόσος ὁ ἔπαινος ; <lb n="25"/>
εἰπέ μοι γὰρ, πότε μακαρίζεις τὸν Ἰώβ; ὅτε εἶχε τὰς τοσαύτας
καμήλους, καὶ τὰ ποίμνια, καὶ τὰ βουκόλια; ἣ ὅτε ἐκείνην τὴν
φωνὴν ἀφῆκεν, “ ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο; ” καὶ γὰρ
καὶ ὁ διάβολος διὰ τοῦτο ἡμᾶς ζημιοῖ· οὐχ ἵνα τὰ χρήματα ἡμῶν
ἀφέληται, οἶδε γὰρ ὅτι οὐδέν ἐστιν, ἀλλ’ ἵνα διὰ τούτων ἀναγκάσῃ <lb n="30"/>
εἰπεῖν τι βλάσφημον.</p><p>Καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός
ἐστι καὶ οἰκτίρμων.</p><pb n="36"/><p>Ἐκ γὰρ τῆς ἐκβάσεως τῶν πραγμάτων ἐδείχθη καὶ ἡ τοῦ
διαβόλου συκοφαντία καὶ ἡ τοῦ Θεοῦ ἀψευδὴς μαρτυρία.</p><lb n="12"/><p>Πρὸ πάντων δὲ, ἀδελφοί μου, μὴ ὀμνύετε, μήτε τὸν
οὐρανὸν, μήτε τὴν γῆν, μήτε ἄλλον τινὰ ὅρκον· ἤτω
δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ, ναὶ, καὶ τὸ οὒ, οὔ· ἵνα μὴ εἰς ὑπόκρισιν <lb n="5"/>
πέσητε.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τί οὖν ἐὰν ἀπαιτῇ τις ὅρκον, καὶ ἀνάγκην
ἐπάγῃ· ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος τῆς ἀνάγκης ἔστω δυνατώτερος· ἐπεὶ εἰ
μέλλει τὰς τοιαύτας προβάλλεσθαι προφάσεις, οὐδὲν φυλάξεις
τῶν ἐπιταχθέντων· καίτοιγε ἐπὶ τῶν νόμων τῶν ἀνθρωπίνων οὐδαμοῦ <lb n="10"/>
τοῦτο τολμᾷς προβαλέσθαι, οὐδὲ εἰπεῖν, ἀλλ’ ἑκὼν καὶ ἄκων καταδέχῃ
τὰ γεγραμμένα· ἄλλως δὲ οὐδὲ ἀνάγκην ὑποστήσῃ ποτέ·
ὁ γὰρ τῶν ἔμπροσθεν μακαρισμῶν ἀκούσας, καὶ τοιοῦτον ἑαυτὸν
παρασκευάσας, οἷον ἐπέταξεν ὁ Χριστὸς, οὐδεμίαν παρ’ οὐδενὸς
ὑποστήσεται τοιαύτην ἀνάγκην· αἰδέσιμος ὢν παρὰ πᾶσι καὶ <lb n="15"/>
σεμνὸς. τι ἐστι τὸ πέριττον του ’ναι, καὶ του οὐ ; ο ὅρκος οὐκ
ἐπὶ τὸ ἐπιορκεῖν· ἐκεῖνο γὰρ οὐδεὶς δεῖται μαθεῖν, ὅτι ἐκ τοῦ
πονηροῦ ἐστι καὶ περιττὸν, ἀλλ’ ἐναντίον τὸ δὲ περιττὸν καὶ τὸ
πλέον ὁ ὅρκος ἐστίν.</p><p>Διὰ τοῦτο δὲ τὸ παλαιὸν ὁ ὅρκος νενομοθέτηται, ἵνα μὴ κατ’ <lb n="20"/>
εἰδώλων ὀμνύωσιν· ὀμεῖσθε γάρ, φησι, τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινόν.</p><p>Κυρίλλου. Ἔστω ἡ τοῦ βίου ἡμῶν μαρτυρία βεβαιοτέρα
ὅρκου· εἰ δέ τις ἀναιδὴς μὴ δυσωπούμενος ὑμῶν τῷ βίῳ τολμᾷ
ὑμῖν ἐπαγαγεῖν ὅρκον· ἔστω ὑμῖν τὸ ναὶ, ναὶ, καὶ τὸ οὓ, οὓ, ἀντὶ
του ὅρκου.</p><lb n="25"/><p>Διὰ τοῦτο κωλύει ἡμᾶς ὀμνύναι κατὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
ἵνα μὴ δῶμεν τῇ κτίσει τὸ ὑπὲρ κτίσιν ἀξίωμα, θεοποιοῦντες αὐτά.
οἱ γὰρ ὀμνύντες, φησὶ, κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσιν, ὡς ὁ Ἀπόστολος
φησί.</p></div></div></body></text></TEI>