<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg012.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><head>ΚΕΦ. Η.</head><p>Περὶ διαφορᾶς χαρισμάτων καὶ οἰκονομίας αὐτῶν.</p><lb n="15"/><lb n="1"/><p>Περὶ δὲ τῶν πνευματικῶν, ἀδελφοὶ, οὐ θέλω ὑμᾶς
<lb n="2"/> ἀγνοεῖν. οἴδατε ὅτι ἔθνη ἦτε, πρὸς τὰ εἴδωλα τὰ ἄφωνα,
<lb n="3"/> ὡς ἃν ἤγεσθε, ἀπαγόμενοι· διὸ γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι οὐδεὶς
ἐν Πνεύματι Θεοῦ λαλῶν λέγει, Ἀνάθεμα Ἰησοῦν· καὶ
οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι <lb n="20"/>
<lb n="4"/> Ἁγίῳ. διαιρέσεις δὲ χαρισμάτων εἰσὶ, τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα·
<lb n="5"/> καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσι, καὶ ὁ αὐτὸς Κύριος·
<lb n="6"/> καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσὶν, ὁ δὲ αὐτός ἐστι Θεὸς,
ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσιν.</p><p>Ἰωάννου. Τοῦτο ἅπαν τὸ χωρίον, σφόδρα ἐστιν ἀσαφές. τὴν <lb n="25"/>
δὲ ἀσάφειαν ἡ τῶν πραγμάτων ἴα τε καὶ ἔλλειψις ποιεῖ, τῶν
τότε μὲν συμβαινόντων, νῦν δὲ οὐ γινομένων· δι’ ἃς εὐκαίρως
αἰτίας ἀφηγήσομαι. τί οὖν τότε συνέβαινεν; εἰ τις ἐβαπτίσθη,
γλώσσαις εὐθέως ἐλάλει· πολλοὶ δὲ καὶ προεφήτευον. τινὲς δὲ
καὶ ἑτέρας πλείους δυνάμεις ἐπεδείκνυντο. ἐπειδὴ γὰρ ἀπὸ τῶν <lb n="30"/>
εἰδώλων προσήεσαν, οὐδὲν εἰδότες σαφῶς, οὐ δὲ ταῖς παλαιαῖς
ἐντραφέντες βίβλοις, βαπτισθέντες εὐθέως πνεῦμα ἐλάμβανον.
καὶ αἰσθητόν τινα ἔλεγχον ἐδίδου τῆς ἐνεργείας ἐκείνου ἡ χάρις.

<pb n="224"/>
καὶ τοῦτο ἐφανέρου τοῖς ἔξωθεν ὅτι πνεῦμά ἐστιν ἐν αὐτῷ τῷ
φθεγγομένῳ, γλώττη ἦν μὴ μεμάθηκεν. διὸ καὶ οὕτως αὐτὸ καλεῖ
λέγων, “ἑκάστῳ δὲ ἡ φανέρωσις δίδοται τοῦ πνεύματος πρὸς τὸ
“συμφέρον.” τὰ χαρίσματα, φανέρωσιν τοῦ πνεύματος ὀνομάζων·
καὶ τοῦτο αἴτιον σχίσματος αὐτοῖς ἐγίνετο, οὐ παρὰ τὴν <lb n="5"/>
οἰκείαν φύσιν, ἀλλὰ παρὰ τὴν ἀγνωμοσύνην τῶν εἰληφότων. οἵτε
γὰρ τὰ μείζονα ἔχοντες, ἐπειρῶντο κατὰ τῶν τὰ ἐλάττονα κεκτημένων.
οὗτοι δ᾿ αὖ πάλιν ἤλγουν, καὶ τοῖς τὰ μείζονα ἔχουσιν
ἐφθόνουν. ἐπεὶ οὖν ἐντεῦθεν καιρίαν ἐλάμβανον πληγὴν, διαλυομένης
αὐτοῖς τῆς ἀγάπης, πολλὴν σπουδὴν ποιεῖται ὥστε αὐτὸ <lb n="10"/>
διορθῶσαι· καὶ οὐδὲ τοῦτο μόνον αὐτοὺς ἐθορύβει, ἀλλὰ καὶ
μάντεις ἦσαν αὐτόθι πολλοὶ, ἅτε Ἑλληνικώτερον τῆς πόλεως
διακειμένης. διὸ καὶ ἀρχόμενος πρῶτον τὸ μέσον μαντείας καὶ
προφητείας τίθησιν.</p><p>Διὰ τοῦτο καὶ διακρίσεις ἔλαβον πνευμάτων, ὥστε διακρίνειν <lb n="15"/>
καὶ εἰδέναι τις μὲν ὁ πνεύματι φθεγγόμενος καθαρῷ, τίς δὲ ὁ ἀκαθάρτῳ·
ἐπειδὴ γὰρ αὐτόθεν οὐκ ἦν παρασχεῖν τῶν λεγομένων τὴν
ἀπόδειξιν, προφητεία γὰρ οὐκ ἐν τῷ καιρῷ ᾧ λέγεται, ἀλλ’ ἐν τῷ
καιρῷ τῆς ἐκβάσεως, παρέχεται τῆς οἰκείας ἀληθείας τὸν ἔλεγχον.
καὶ οὐκ ἦν εὔκολον διαγνῶναι, τίς μὲν ὁ προφητεύων, τίς δὲ ὁ <lb n="20"/>
ψευδόμενος, δίδωσιν αὐτοῖς σημεῖον· ὃ λαὶ πρὸ τῆς ἐκβάσεως
διεδείκνυ τοῦτον, κἀκεῖνον· καὶ ἐντεῦθεν λαβὼν ἀκολουθίαν καὶ
ἀρχὴν, οὕτως καὶ εἰς τὸν περὶ τῶν χαρισμάτων ἐκβαίνει λόγον, καὶ
τὴν φιλονεικίαν διορθοῦται τὴν καὶ ἐντεῦθεν ἐγγιγνομένην. τέως
μέντοι τοῦ περὶ τῶν μάντεων ἄρχεται λόγου, οὕτω λέγων, “περὶ <lb n="25"/>
“δὲ τῶν πνευματικῶν οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν,” πνευματικὰ τὰ
σημεῖα καλῶν, ὅτι μάλιστα ταῦτα ἔργα τοῦ Πνεύματος μόνου,
οὐδὲν ἀνθρωπίνης ἐπιφερούσης σπουδῆς, εἰς τὸ τὰ τοιαῦτα θαυματουργεῖν.
καὶ μέλλων περὶ αὐτῶν διαλέγεσθαι, πρότερον, ὅπερ
ἔφην, τὴν διαφορὰν τῆς μαντείας καὶ τῆς προφητείας τίθησιν <lb n="30"/>
οὕτω λέγων, “οἴδατε ὅτι ὅτε ἔθνη ἦτε, πρὸς τὰ εἴδωλα τὰ ἄφωνα
“ὡς ἃν ἤγεσθε ἀπαγόμενοι,” ἐν τοῖς εἰδώλοις, Φησὶν, εἴποτε
κατεσχέθη τις ὑπὸ πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ ἐμαντεύετο· ὥσπερ
ἀπαγόμενος, οὕτως ἕλκετο ὑπὸ τοῦ πνεύματος δεδεμένος, οὐδὲν
εἰδὼς ὧν λέγει. τοῦτο γὰρ μάντεως ἴδιον· τὸ ἐξεστηκέναι· τὸ <lb n="35"/>

<pb n="225"/>
ἀνάγκην ὑπομένειν· τὸ ὠθεῖσθαι· τὸ ἕλκεσθαι ὥσπερ μαινόμενον·
ὁ δὲ προφήτης οὐχ οὕτως, ἀλλὰ μετὰ διανοίας νηφούσης καὶ
σωφροσύνης καὶ καταστάσεως, καὶ εἰδὼς ἃ φθέγγεται ἅπαντα,
ἅπερ φησίν· ὥστε καὶ πρὸ τῆς ἐκβάσεως κἀντεῦθεν γνώριζε τὸν
μάντιν καὶ τὸν προφήτην, καὶ σκόπει πῶς ἀνύποπτον ποίει ’τον <lb n="5"/>
λόγον. αὐτοὺς μάρτυρας καλεῖ τοὺς ἐν τῇ πείρᾳ του πράγματος
γενομένους·</p><p>Τί δέ ἐστι “πρὸς τὰ εἴδωλα τὰ ἄΦωνα;” οὗτοι οἱ μάντεις
πρὸς ἐκεῖνα ἤγοντο ἑλκόμενοι· εἰ δὲ αὐτὰ ἄφωνα, πῶς ἑτέροις
ἔχρα; τίνος ἕνεκεν τοῖς ξοάνοις αὐτοὺς προσῆγεν ὁ δαίμων; ὡς <lb n="10"/>
αἰχμαλώτους καὶ δεσμίους. ὁμοῦ δὲ καὶ τὴν πλάνην πιθανὴν ἐργαζόμενος·
ἵνα γὰρ μὴ δόξῃ ὁ λίθος ἄφωνος εἶναι, ἐσπούδαζον τοῖς
εἰδώλοις προσηλοῦν τοὺς ἀνθρώπους, ἵνα τὰ αὐτῶν ἐκείνοις ἐπιγράΦηται.
ἀλλ’ οὐ τὰ τῶν προφητῶν τῶν ἡμετέρων τοιαῦτα, ἀλλὰ
μετὰ συνέσεως καὶ ἐλευθερίας ἁπάσης. διάτοι τοῦτο καὶ τοῦ <lb n="15"/>
εἰπεῖν καὶ τοῦ μὴ εἰπεῖν ἦσαν κύριοι· οὐ γὰρ ἀνάγκῃ κατείχοντο,
ἀλλ’ ἐξουσίᾳ ἦσαν τετιμημένοι. διὰ τοῦτο καὶ Ἰωνᾶς ἔφυγε, καὶ
Ἰεζεκιὴλ ἀνεβάλλετο, καὶ Ἱερεμίας παρητεῖτο· ὁ δὲ Θεὸς οὐ
μετὰ ἀνάγκης αὐτοὺς ὤθει, ἀλλὰ συμβουλεύων, παραινῶν, ἀπειλῶν·
οὐ σκοτῶν τὴν διανοίαν. καὶ αὕτη μὲν πρώτη διαφορὰ μάντεως <lb n="20"/>
καὶ προφήτου.</p><p>Δευτέρα δὲ ἑτέρα ἣν ἐφεξῆς τίθησι λέγων, “διὸ γνωρίζω ὑμῖν
“ὅτι οὐδεὶς Πνεύματι Θεοῦ λαλῶν, λέγει ἀνάθεμα Ἰησοῦν.” εἶτα
καὶ ἑτέραν· “καὶ οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν
“Πνεύματι Ἁγίῳ.” ὅτ’ ἂν οὖν ᾔδης τινὰ μηδὲ φθεγγόμενος αὐτοῦ <lb n="25"/>
τὸ ὄνομα καὶ ἀναθεματίζοντα, νόησον ὅτι μάντις ἔστιν· πάλιν ὅτ᾿ ἃν
ἴδῃς ἕτερον μετὰ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ πάντα φθεγγόμενον, νόησον
ὅτι πνευματικός ἐστιν. τί οὖν; οὐδεὶς δαίμων ὀνομάζει τὸν Ἰησοῦν;
οὐχὶ οἱ δαίμονες ἔλεγον “οἴδαμέν σε τίς εἶ, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;”
οὐχὶ Παύλῳ ἔλεγεν “οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ὑψίστου <lb n="30"/>
εἶσιν;” ἀλλ’ ἀναγκαζόμενοι· ἑκόντες δὲ καὶ μὴ μαστιγούμενοι,
οὐδαμοῦ.</p><p>Θεοδωρου. Ἀντὶ τοῦ θέλω ὑμᾶς καὶ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων
εἰδέναι τὴν τάξιν· ὥστε βούλομαι τι καὶ περὶ τούτων
εἰπεῖν.</p><pb n="226"/><p>Θεοδωρίτου. Ἀσαφῶς εἴρηται διὰ πολλὴν συντομίαν. βούλεται
δὲ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς μυθολογίας τὴν διαφωνίαν ἐλέγξαι,
καὶ τῆς εὐσεβείας τὴν ἀλήθειαν δεῖξαι. οἱ γὰρ δαίμονες τὴν Θεοῦ
προσηγορίαν ἁρπάσαντες, καὶ ἑαυτοῖς αὐτὴν ἐπιθέντες, πολλὴν
πλάνην ἐν τοῖς ἀνθρώποις εἰργάσαντο. τῆς γὰρ εὐθείας οὗτοι <lb n="5"/>
παρατραπέντες ὁδοῦ, καὶ τὸν ὄντως καταλιπόντες Θεὸν, πολλοῖς
τὸ σέβας τὸ θεῖον προσήνεγκαν· οὐ πάντα γὰρ ἰσχύειν ἐνόμιζον
ἕκαστον, ἀλλὰ τὸν μὲν σοφίας, τὸν δὲ πολεμικῆς ἐμπειρίας, τὸν
δὲ ναυτικῆς ἐπιστήμης χορηγὸν ὑπελάμβανον. τοῦτο τοίνυν ὁ
θεῖος Ἀπόστολος διὰ τῶν εἰρημένων δεδήλωκεν, ὅτι πρὶν δέξησθε <lb n="10"/>
τῆς ἀληθείας a τὸ Φῶς, ἔτι τῷ ψεύδει δουλεύοντες, δίκην ἀλόγων,
τῇδε κἀκεῖσε περιήγεσθε, τῇ τῶν ἀναισθήτων εἰδώλων ἀπάτῃ
δεδουλόμενοι.</p><p>Θεοδωρίτου.Καὶ Θεοδωρου. Πλείστη συμφωνία τε καὶ
ὁμόνοια. οὐ γὰρ ἄλλα μὲν ὁ μονογενὴς Υἱὸς διδάσκει, ἀλλὰ δὲ <lb n="15"/>
τὸ Πανάγιον Πνεῦμα· ἀλλ’ ὥσπερ ἐν τοῖς θείοις Εὐαγγελίοις τοῦ
Παναγίου Πνεύματος τὴν ἀξίαν ἐδίδαξεν ὁ δεσπότης Χριστὸς,
οὕτως αὐτοῦ τὴν δεσποτείαν τὸ θεῖον ἐκήρυξε Πνεῦμα· καὶ οὐχ
οἷόν τε τὸν ὑπὸ τοῦ θείου νεύματος ἐνεργούμενον, ἀλλότριον τῆς
θείας φύσεως τὸν Χριστὸν ἀποφῆναι· οὐδ’ αὖ πάλιν αὐτὸν δυνατὸν <lb n="20"/>
εἰλικρινῶς ὁμολογῆσαι Θεὸν, μὴ ὑπ’ ἐκείνης τῆς χάριτος φωτιζόμενον.</p><p>Ὡριγενουσ. Πόλλαι διαφοραί εἰσι τῶν πνευμάτων· ἅστινας
οὐδεὶς εἴσεται ἀκριβῶς, ἂν μὴ ἔχῃ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως
τοῦ πνεύματος. καὶ ἵνα μὴ προπεπτέστερον ἣ ἀποδοκιμάζομεν τὰ <lb n="25"/>
πνεύματα τὰ ἐν τοῖς λέγουσιν, ἢ δοκιμάζομεν, φησὶν ὁ Ἰωάννης
ἐν τῇ Ἐπιστολῇ, “Ἀγαπητοὶ, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύητε·
“ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα, εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν. πᾶν
“πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ
“Θεοῦ ἐστιν· καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν, οὐκ <lb n="30"/>
“ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ.” καὶ διδάσκει ἡμᾶς ἐπὰν ἀκούσωμέν ποτε
λεγόντων, μὴ δὲ ὡς ἔτυχεν συγκατατίθεσθαι, μή τε προπετῶς
ἀρνεῖσθαι τὰ λεγόμενα, ὡς οὐκ ἀπὸ θείου ὄντα πνεύματος· ἀλλ’
<note type="footnote">a In marg. τοῦτο καὶ ΩΡIΓΕΝΟΥΣ.</note>

<pb n="227"/>
ἵνα ἕκαστος τῶν ἀκουόντων εἰδὼς κινδυνεύειν ἐν αὐτῷ τῷ δοκιμάζειν
ἣ ἀποδοκιμάζειν, ἐπιμελῶς προσέχῃ· μήτε τῷ ψεύδει πιστεῦσαι,
μήτε τῇ ἀληθείᾳ ἀπιστεῦσαι.</p><p>Περὶ τούτου καὶ ἑξῆς ἐπιφέρει τούτοις ὁ Ἀπόστολος· “εἰ τίς
“ἐν ὑμῖν προφήτης ἣ πνευματικὸς, ἐπιγινωσκέτω ἃ γράφω, ὅτι <lb n="5"/>
“Θεοῦ ἐστιν· εἰ δέ τις ἀγνοεῖ, ἀγνοείτω. οὐ μόνον οὐκ εἴ τις
ἀγνοεῖ τὰ τοῦ Ἀποστόλου, οὕτος ἀγνοεῖται ὑπὸ του Θεοῦ, ἀλλ’ εἰ
τις ἀγνοεῖ λέγων Πνεύματι θείῳ λέγοι ὅτι μὴ Πνεύματι θείῳ λέγει,
ἀγνοεῖται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ· ἔοικε δὲ διὰ τούτων διδάσκειν ὁ Ἀπόστολος
ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς οὐκ ἔχει ἕτερον πνεῦμα ἐν αὐτῷ <lb n="10"/>
παρὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ. εἴτε γὰρ ἀλλότριός
ἐστι τῆς πίστεως, εἴτε οἰκεῖός ἐστι αὐτῆς, ἔχει πνεῦμα οἰκεῖον
παρὰ τοῦ Θεοῦ. πῶς δὲ χρήσομεν οἱ ἀκούοντες τοῦ λόγου τοῦ
θείου μανθάνειν “ὅτι οὐδεὶς ἐν Πνεύματι Θεοῦ λαλῶν, λέγει ἀνά-
“θέμα Ἰησοῦν;” ἴδωμεν τίνες δύνανται εἶναι ἀμφίβολοι τοῖς μὴ <lb n="15"/>
ἀκριβῶς εἰδόσι τὰ πράγματα. πότερον Πνεύματι Θεοῦ λαλοῦσιν,
ἣ μὴ, ἀναθεματίζοντες τὸν Ἰησοῦν· εἴποτέ τινα Ἰουδαῖον θεάσῃ
διηγούμενον τὰς θείας γραφὰς, καὶ οὐκ εὐκαταφρονήτως τοῖς πολλοῖς
προφητικὰ ῥήματα, τάχα ἀμφέβαλεν, μή ποτε Πνεῦμα
Θεοῦ ἐστι καὶ ἐν ἐκείνω· ἵνα οὖν μὴ περισπασθῇς ὑπὲρ τοῦ <lb n="20"/>
τοιούτου, πότερον Πνεῦμα Ἅγιόν ἐστιν ἐν αὐτῷ ἣ μὴ, διδάσκει ὅτι
ἐπεὶ ἀνάθεμα λέγει τὸν Ἰησοῦν πᾶς Ἰουδαῖος, οὐδεὶς δὲ ἐν Πνεύματι
Θεοῦ λαλῶν, λέγει ἀνάθεμα Ἰησοῦν, οὐκ ἔχει Πνεῦμα Θεοῦ
ὁ λέγων τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας εἰδέναι, ἀναθεματίζων δὲ
’τον Ἰησοῦν. ἐστι τις αἵρεσις ἥτις οὐ προσίεται ’τον προσίοντα, εἰ <lb n="25"/>
μὴ ἀναθεματίσῃ τὸν Ἰησοῦν· καὶ ἡ αἵρεσις ἐκείνη ἀξία ἐστὶ
τοῦ ὀνόματος οὗ ἠγάπησεν ἔστι γὰρ ἡ αἵρεσις τῶν καλουμένων
ὈΦιανῶν· οἵτινες οὐ θεμιτὰ λέγουσιν εἰς ἐγκώμιον τοῦ ὄφεως,
ὃς ἐπικατάρατός ἐστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ.</p><p>Φωτίου. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς ἐπηγγέλλετο <lb n="30"/>
μὲν ἀπελθὼν πέμψειν ἡμῖν τὸν παράκλητον· προσετίθει δὲ τούτοις
τὸ “ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει.” συνίεμεν δὲ ἡμεῖς καὶ μάλα ὀρθῶς, ὅτι
δοξάζει Χριστὸν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ σοφοὺς ἀποτελοῦν τοὺς ἐν
οἷς ἃν γένοιτο, καὶ αὐτὸν τοῖς ἁγίοις ἐνοικίζον δι’ ἑαυτοῦ. ἔστι
γὰρ ἐν ἡμῖν διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. δοξάζει δὲ καὶ ἑτέρως· <lb n="35"/>

<pb n="228"/>
ἐνεργεῖ γὰρ τὰ εἰς δόξαν αὐτοῦ διὰ χειρὸς ἁγίων εἰ δὲ δοξάζει
τὸν Υἱὸν τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ· πῶς ἃν εἰς αὐτὸν δυσφημήσειεν
τις λαλῶν ἐν πνεύματι; ἐρεῖς γὰρ μᾶλλον ὅτι Κύριος Ἰησοῦς·
οὐκοῦν οἱ τῇ κτίσει συντάττοντες τὸν διὰ τοῦ τὰ πάντα παρῆκται
πρὸς γένεσιν, ἀμέτοχοι παντελῶς εἶεν ἃν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. <lb n="5"/>
οἱ δὲ ὅτι Θεὸς καὶ Κύριος ὁμολογοῦντες εὐσεβῶς, ἐξ αὐτοῦ μαρτυρηθήσονται
τοῦ πράγματος, ὅτι τῆς ἐπ’ αὐτοὺς θεοπτίας τὴν
γνῶσιν μεμυσταγώγηνται διὰ Πνεύματος. “τὸ γὰρ Πνεῦμα
“πάντα ἐρευνᾷ καὶ βάθη τοῦ Θεοῦ.” εἰδὼς δὲ τὸ Πνεῦμα τὰ ἐν
Θεῷ κεκρυμμένα, ταῖς τῶν ἁγίων αὐτὰ διαπορθμεύει ψυχαῖς, καὶ <lb n="10"/>
ἀπλανῆ καὶ ἀμώμητον αὐταῖς ἐνίησι γνῶσιν. καὶ τούτου μαρτὺρ
αὐτὸς ὁ θεσπέσιος Παῦλος προστίθησι καὶ λέγων, “διαιρέσεις
“δὲ χαρισμάτων εἰσὶ, τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα· καὶ διαιρέσεις διακο-
“νιῶν εἰσιν· καὶ ὁ αὐτὸς Κύριος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων
εἰσίν ὁ δὲ αὐτὸς Θεὸς ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσιν. ὥσπερ <lb n="15"/>
γὰρ οἱ τῶν ἐπὶ γῆς κρατοῦντες πραγμάτων καὶ τοῖς τῆς βασιλείας
ἐμπρέποντες θρόνοις, διαφόροις τιμαῖς τοὺς τῶν ἰδίων
ὑπασπιστῶν στεφανοῦσι γνησιωτέρους, οὕτως η ἅγια τε καὶ
ὁμοούσιος τριὰς τοῖς ἐξ ὑγιοῦς καρδίας καὶ φρενὸς ὁλοτελοῦς
ἀγαπῶσιν αὐτὴν, ἀμφιλαφῆ διανέμει τῶν ἄνωθεν ἀγαθῶν τὴν <lb n="20"/>
κτίσιν δι’ ἑνὸς τοῦ Πνεύματος, ὡς διὰ Χριστοῦ παρὰ τοῦ Πατέρος·
πάντα γὰρ παρὰ τοῦ Πατέρος δι’ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι.</p><p>Φωτίου. “Οὐδεὶς,” φησὶν, “ἐν Πνεύματι Θεοῦ λαλῶν, λέγει
“ἀνάθεμα Ἰησοῦν.” μία μὲν διαφορὰ προφητῶν καὶ ψευδοπροφητῶν·
ὅτι οἱ μὲν καθεστηκότες καὶ μάλιστα σωφρονοῦντες προλέγουσι <lb n="25"/>
τὰ ἐσόμενα· οἱ δὲ προφῆται ἐξεστηκότες καὶ μαινόμενοι,
καὶ ὥσπερ βίᾳ ὑπὸ τῶν κινούντων δαιμόνων ἀγόμενοι. δευτέρα δὲ,
ὅτι οἱ μὲν οὐδὲν βλάσφημον, οὐδὲ ἀπαίσιον φθέγγονται, ἀλλὰ
καὶ θεολογοῦσιν ὡς ἄριστα, καὶ πάντα σεμνῶς λέγουσιν. οἱ δὲ
βλασφήμους τε καὶ ἀπηχεῖς φωνὰς ἀπερεύγονται.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ.“Διαιρέσεις δὲ χαρισμάτων εἰσὶ τὸ
“Πνεῦμα.” χαρίσματα μὲν αὐτὰ καλεῖ, τὴν φιλοτιμίαν δεικνὺς
τοῦ δωρησαμένου. διακονίας δὲ διδάσκων μὴ ἐπαίρεσθαι τούτοις
τοὺς ἀξιωθέντας, ἀλλὰ μετὰ συστολῆς καὶ μετριοφροσύνης ὡς
εἰς ὑπηρεσίαν καὶ διακονίαν τῶν πλησίον κληθέντων, οὕτως ἐντυγ- <lb n="35"/>

<pb n="229"/>
χανεῖν τοῖς προσιοῦσιν· ἐνεργήματα δὲ πάλιν, αὐτὴν δηλῶν τὴν
πρᾶξιν.</p><p>Εἰσ τὸ αὐτό. Ὄρα ἀκριβῶς πῶς τὸ πανάγιον Πνεῦμα
καὶ Κύριον καὶ Θεὸν ἀνεκήρυξεν. εἰπὼν γὰρ “διαιρέσεις δὲ
“χαρισμάτων εἰσὶ, τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα.” καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ <lb n="5"/>
πράγματος ἐπαγαγὼν, “καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσὶν, ὁ δὲ αὐτὸς
“Κύριος.” εἰτα ἔτι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ μείνας νοήματος, καὶ εἰπὼν
καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσιν, ὁ δὲ αὐτός ἐστι Θεὸς, ἐπισυνάπτει
λέγων “ἑκάστῳ δὲ ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος δίδοται
“πρὸς τὸ συμφέρον,” δεικνὺς ὅτι καὶ τὸ Θεὸς καὶ τὸ Κύριος, <lb n="10"/>
ἐπὶ τοῦ Ἁγίου ἔταξεν Πνεύματος. πάντα γὰρ ὅσα προεῖπεν, εἰς
τὴν τοῦ Πνεύματος συνῆξεν ὑπόστασιν· οὐ μόνον διὰ τοῦ εἰπεῖν
“ἑκάστῳ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος, ”ἀλλὰ καὶ διὰ
τῆς ἐφεξῆς τῶν χαρισμάτων ἀπαριθμήσεως. πάντα γὰρ διὰ τοῦ
Πνεύματος δίδοσθαι διατείνεται· καὶ συγκεφαλαιούμενος πάλιν <lb n="15"/>
λέγει, “πάντα δὲ ταῦτα τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα ἐνεργεῖ.”
ὥστε φανερὸν ὅτι τὸ Πανάγιον Πνεῦμα καὶ Κύριον καὶ Θεὸν λαμπρῶν
καὶ διαρρήδην ἐνταῦθα ὁ θεῖος Παῦλος θεολογεῖ. εἰ δέ τις
τὸ μὲν Πνεῦμα ἐπὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκλάβοι, τὸ δὲ Κύριος
καὶ Θεὸς, τὸ μὲν ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ, τὸ δὲ ἐπὶ τοῦ Πατέρος· καὶ οὕτως <lb n="20"/>
οὐδὲν ἧττον ἥτε κυριότης καὶ ἡ θεότης ἐξ οὗ τούτων μαρτυρηθήσεται
τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι. πῶς καὶ τίνα τρόπον; ἃ μὲν ὅτι
διαιρεῖν τὰ χαρίσματα εἰπὼν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, τὸ αὐτὸ
τοῦτο πράττειν καὶ τὸν Κύριον καὶ τὸν Θεὸν φησίν· ὥστε
ἅπερ ἐνεργεῖ τὸ Πνεῦμα, ταῦτα καὶ ὁ Κύριος τῇ κυριότητι, <lb n="25"/>
καὶ ὁ Θεὸς τῇ θεότητι ἐνεργεῖ. εἰκότως ἄρα ταῦτα ἐνεργοῦντι
τῷ Πνεύματι, καὶ ἡ κυριότης ὑπάρξει τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἡ θεότης
τοῦ Πατέρος. ὥστε τὸ Πνεῦμα καὶ Κύριος καὶ Θεός. καί μοι
δοκεῖ καὶ ὁ θεσπέσιος Παῦλος διὰ τοῦτο ἐπὶ μὲν τοῦ Πνεύματος,
τῷ ὑποστατικῷ ὀνόματι χρήσασθαι, ἐπὶ δὲ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ <lb n="30"/>
Πατέρος τοῖς κοινοῖς, ἵνα ἐξῇ τοῖς συνορῶσιν ἀπὸ τῆς ταὐτότητος
τῆς ἐνεργείας, τὴν ταὐτότητα τῆς οὐσίας, καὶ τὰ αὐτὰ ὀνόματα
τὸ Κύριος καὶ Θεὸς κατὰ τὴν ταὐτότητα τῆς οὐσίας, ἐπὶ τοῦ
Πνεύματος ἐκλαμβάνειν.</p><p>Οὐ μόνον δὲ ἐκ τῶν εἰρημένων ἡ κυριότης καὶ ἡ θεότης ἀπο- <lb n="35"/>

<pb n="230"/>
δείκνυται τοῦ νεύματος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐπαγομένης συγκεΦαλαιώσεως·
Φησὶ γὰρ καὶ ἐνταῦθα πάλιν σαφέστερον· ὅτι “πάντα
“δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ.
πῶς; αὐτοκρατορικῶς καὶ κυρίως· “καθὼς γὰρ βούλεται,’
φησίν· ὥστε εἰ πάντα ἃ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς ἐνεργεῖ, ταῦτα καὶ <lb n="5"/>
τὸ Πνεῦμα ποιεῖ· καὶ θεικῶς καὶ κυρίως ποιεῖ· ὧς γὰρ βούλεται,
οὕτως ποιεῖ· βούλεται δὲ δηλονότι, ὥσπερ ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός.
οὐ γάρ ἐστιν αὐτοῖς ἀντίξουν, ἄπαγε, βούλημα· φανερὸν ὡς καὶ
Κύριος ἂν εἴη τὸ Πνεῦμα καὶ Θεός. αὐτοκρατορικῶς τε γὰρ τὰ
Πατέρος καὶ Υἱοῦ ἔργα ποιεῖ· καὶ ὡς Κύριος καὶ Θεὸς ποιεῖ, καὶ <lb n="10"/>
πάντα ποιεῖ. ἐπισημειῶσαι δὲ δεῖ καὶ τοῦτο, ὡς ἐν πορισμάτων
μοίρᾳ ἀναφανὲν, πῶς τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἐνεργεῖν ἀποφαινόμενος
ἅπαντα, ἄλλοτε μὲν τῇ “κατὰ” προθέσει κέχρηται, ἄλλοτε δὲ τῇ
“διὰ,” καὶ πάλιν ἐνίοτε τῇ “ἐν·” δεικνὺς ὅτι παρ’ αὐτῷ καὶ τῶν προθέσεων
χρῆσις ἀδιάφορος. καταυτὸ γὰρ φησὶ, καὶ δι’ αὐτοῦ, καὶ <lb n="15"/>
ἐν αὐτῷ· περὶ τοῦ αὐτοῦ διαλαμβάνων Ἁγίου Πνεύματος. καὶ τούτοις
εἰς ἔλεγχον χρήσῃ τῶν λεσχηνευόντων περὶ τοῦ δι’ αὐτοῦ καὶ
ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ, καὶ διὰ τῆς ἑτερότητος τῶν λεξειδίων εἰς
βλασφήμους ἐννοίας ἐξαγομένων.</p><lb n="7"/><p>Ἑκάστῳ δὲ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς <lb n="20"/>
<lb n="8"/> τὸ σύμφερον. ᾧ μὲν γὰρ διὰ τοῦ Πνεύματος δίδοται
λόγος σοφίας, ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως, κατὰ τὸ αὐτὸ
<lb n="9"/> νεῦμα· ἑτέρῳ δὲ πίστ’ ἲς, ἐν τῷ αὐτῷ νεύματι· ἄλλῳ
<lb n="10"/> δὲ χαρίσματα ἰαμάτων, ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι· ἄλλῳ δὲ
ἐνεργήματα δυνάμεων· ἄλλῳ δὲ προφητεία· ἄλλῳ δὲ <lb n="25"/>
διακρίσεως πνευμάτων· ἑτέρῳ δὲ γένη γλωσσῶν· ἄλλῳ
<lb n="11"/> δὲ ἑρμηνεία γλωσσῶν· πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ ἓν καὶ
τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται.</p><p>Κυτίλλου. Οἶδεν γὰρ οἶδεν καιροὺς τοὺς ἑκάστῳ πρέποντας
τῶν παρ’ αὐτοῦ δρωμένων, “ἐν ᾧ πάντες εἰσὶν οἱ θησαυροὶ τῆς <lb n="30"/>
“σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι” κατὰ τὸ γεγραμμένον.
ποῖά γε μὴν χαρίσματα καὶ ποῖαί τινες αἱ διανομαὶ, καὶ μὴν καὶ
τὰ τῶν δυνάμεων ἐνεργήματα διαλευκαίνει λέγων, “ᾧ μὲν γὰρ
“διὰ τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοΦίας.“ σοφίας δὲ λόγος

<pb n="231"/>
κατά γε τὸ αὐτῷ μοι δοκοῦν, ὁ ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος ὁ πρόχει-
ρός τε καὶ εὔρους· “ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως.” εἰσὶ γὰρ τῶν ἐν
ἡμῖν τινες, οἱ τὸ πρόχειρον εἰς λόγους οὐκ ἔχοντες καὶ τοῦ φρά-
φράζειν εὐκόλως δύνασθαι τὴν παρρησίαν οὐ κεκτημένοι· βαθεῖς γε
μὴν ἄγαν εἰς σύνεσιν νουνεχέστα τά τε τοῖς ἱεροῖς προσβάλλοντες <lb n="5"/>
λόγοις· καὶ οὗτος μέντοι ὁ λόγος κἀκεῖνος δι’ ἑνὸς τοῦ Πνεῦ-
πνεύματος τοῖς ἑλεῖν ἀξίοις χορηγεῖται παρὰ τοῦ Πατέρος δι’ Υἱοῦ,
ὃς διαιρεῖν λέγεται τὰς διακονίας· οὓς μὲν γὰρ τῶν ἁγίων Ἀπο-
στόλων διακυρήττειν ἐκέλευσε τοῖς ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ τὸν τῆς
πίστεως λόγον· ἑτέρους δι’ αὐταῖς τῶν ἐθνῶν ἀπονενέμηκε χώραις. <lb n="10"/>
ἐνήργηκε δὲ τοῦτο διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. καὶ γοῦν ἐν ταῖς
Πράξεσι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων γεγραμμένον εὑρήσομεν ὅτι λει-
τουργούντων δὲ αὐτῶν τῷ Κυριῷ καὶ νηστευόντων, ει-πεν τὸ Πνεῦμα
τὸ Ἅγιον· “ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον εἰς
*’ τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς. ’ τέθειται δὲ ὁ θεσπέσιος <lb n="15"/>
Παῦλος εἰς ἀποστολὴν ἐθνῶν, καὶ ταύτην ἔλαχεν τὴν διακονίαν,
καὶ πιστώσεται γράφων αὐτός· ** ἐφ’ ὅσον μὲν οὖν ἐγὼ ἐθνῶν
“εἰμὶ Ἀπόστολος, τὴν διακονίαν μου δοξάσω.”</p><p>Οὐκ οὖν διανέμει μὲν ὁ Υἱὸς τὰς διακονίας, ἐνεργεῖ δὲ τὸ χρῆμα
τὸ Πνεῦμα τὸἍγιον μετ’ ἐξουσίας. Πνεῦμα γάρ ἐστι τοῦ Υἱοῦ· <lb n="20"/>
ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν δυνάμεων ἐνεργήματα, τοῦτ’ ἐστι τὰς διὰ τῶν
ἁγίων θεοσημείας ὁ αὐτὸς ἡμῖν ἀποπεραίνει Θεός. πάντα γὰρ, ὡς
ἔφην, παρὰ Πατέρος δι’ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι· καὶ ἐφ’ ἅπασι τοῖς
κατορθουμένοις ἡγίασται καὶ ὁμοούσιος τριὰς δοξάζεται. ἄθρει γὰρ
ὅπως ἄρχεται μὲν ἀπὸ τοῦ Πνεύματος, ὡς ὄντος ἐν ἡμῖν καὶ τὴν <lb n="25"/>
τῶν θείων χαρισμάτων ἐνεργοῦντος διανομήν. ἀναβιβάσας δὲ τὸν
λόγον ἐπὶ τὸν Υἱὸν, ὅς ἐστιν Υἱὸς κατὰ φύσιν, ἄνεισιν οὕτω λοιπὸν
ἐπὶ τὸν Πατέρα, τὴν διὰ τοῦ Πνεύματος ἐνέργειαν διὰ μέσου τοῦ
Υἱοῦ προσνέμων αὐτῷ. “ἑτέρῳ δὲ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι·”
πίστις ἐν τούτοις εἴη ἂν καθάπερ ἐγῷμαι· ἡ πρὸς πᾶν ὅτι οὖν <lb n="30"/>
τῶν ἀγαθῶν ἑδραιότης καὶ ὧν ἂν βούλοιτο Θεός. φαμὲν γὰρ οὕτω
γενέσθαι πιστὸν ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ τὸν ἱεροφάντην Μωσέα.
οὐ γὰρ τὸ χρῆναι πιστεῦσαι μόνον ὅτι φύσει καὶ ἀληθῶς εἷς ἐστι
τῶν ὅλων Θεὸς, πίστιν ἂν νοοῖτο καὶ λέγοιτο, ἀλλὰ τὸ εὖ βεβη-

<pb n="232"/>
κεναὶ κατὰ ψυχὴν, καὶ ἕτοιμον εἰναι τοῦ πορεύεσθαι μετὰ Κυρίου
τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν τοῦ προφήτου φωνήν· καὶ γοῦν οἱ θεσπέσιοι
μαθηταὶ προσήεσάν ποτε τῷ Χριστῷ λέγοντες ἐναργῶς, “πρόσθες
“ἡμῖν πίστιν.”</p><p>Δίδοται δὲ πρὸς τούτῳ καὶ “χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ ἑνὶ <lb n="5"/>
“Πνεύματι.” καὶ μοι πάλιν ἐπιτήρει λεπτῶς. τοῦ γὰρ Πνεύματος
διανέμειν λεγομένου τὰ τῶν ἰαμάτων χαρίσματα, Χριστός
ἐστιν ὁ διδούς. δέδωκε γὰρ τοῖς ἁγίοις Ἀποστολοῖς ἐξουσίαν
κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά. καὶ δὴ καὶ
ἔφασκεν, “ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, καὶ νέκρους ἐγείρετε, λεπροὺς <lb n="10"/>
καθαρίζετε, καὶ δαιμόνια ἐκβάλλετε. δωρεὰν ἐλάβετε,
“δωρεὰν δότε.” αὐτοῦ δὲ δὴ πάντως καὶ τὰ τῶν δυνάμεων ἐνεργήματα,
πλὴν ἐν Πνεύματι τῷ ἑνί. οἷον ἔρριψεν ὁ Μώσης τὴν
ῥάβδον εἰς γῆν, καὶ γέγονεν ὄφις· μετεσκεύασεν εἰς αἷμα τοὺς
ποταμοὺς, ἐξήγαγεν ὕδωρ ἐκ πέτρας. τετελέκασι δὲ πλεῖστα ὅσα <lb n="15"/>
καὶ πέρα λόγου καὶ θαύματος οἱ μακάριοι προφῆται. ταῦτα δὲ
εἰναι Φαμὲν τὰ τῶν δυνάμεων ἐνεργήματα δι’ ἑνὸς τοῦ Πνεύματος.
ἀλλὰ καὶ προφητεύει τίς ἕτερος, πλὴν οὐ δίχα τοῦ Πνεύματος.
ἔχει δέ τις καὶ διακρίσεις πνευμάτων, εἴρηται πρότερον. διδόναι
γε μὴν καὶ ἑτέροις ἰσχυρίζεται τὸ εἰδέναι γένη γλωσσῶν, καὶ <lb n="20"/>
μέντοι καὶ ἑρμηνείας· χάρισμα δὲ τοῦτο φαμὲν ἴδιον καὶ ἐν καιρῷ
καὶ χρείᾳ τισὶν οἰκονομικῶς κεχορηγημένον· ἀλλ’ οἱ μὲν ταῖς
γλώσσαις ἐλάλουν, καίτοι πρὶν οὐκ εἰδότες αὐτάς· καὶ συνῆσαν
διερμηνεύοντες, καίτοι πάλαι οὐκ ἐν ἔθει τῶν τοιούτων ὄντες φωνῶν·
δεδόσθαι γε μὴν ὁ θεσπέσιος Παῦλος τοῖς τὸ τηνικάδε διϊσχυρίζεται <lb n="25"/>
τὸ γλώσσαις λαλεῖν, οὐχ ὡς ἐν μοίρᾳ χαρίσματος, ἀλλ’
ὡς ἐν τάξει σημείου τοῖς πιστοῖς. καίτοι καὶ προφητικὸν παρετίθει
λόγιον οὕτως ἔχον, “ὅτι ἐν ἑτερογλώσσοις καὶ ἐν χείλεσιν
“ἑτέροις λαλήσω τῷ λαῷ τούτῳ, καὶ οὐδ’ ὡς πιστεύσουσιν.”
ἐνεργεῖ δὲ διαφόρως ἐν ἑκάστῳ τὸ Πνεῦμα τὴν τῶν χαρισμάτων <lb n="30"/>
διανομὴν, ἵνα ὥσπερ, φησὶν, τὸ παχὺ δὴ τοῦτο καὶ ἀπὸ γῆς σῶμα
συνέστηκεν ἐκ μορίων· οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς ἤτοι τὸ σῶμα αὐτοῦ,
τοῦτ’ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία, διὰ πολλῆς ἁγίων πληθύος εἰς ἑνότητα
τὴν νοητὴν τελειοτάτην ἔχοι τὴν σύστασιν· ταύτῃ τοι καὶ ὁ

<pb n="233"/>
θεσπέσιος Δαβὶδ περιεστάλθαι φησὶν αὐτὴν ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ
περιπεποικιλμένῳ· τὸ τῶν χαρισμάτων οἴμαι πολυειδὲς καὶ
τίμιον ὡς ἐν γε τούτῳ σημαίνων·</p><p>Ἰωάλλου. Ἐνεργήματα καὶ χαρίσματα καὶ διακονίαι ὀνομάτων
διαφοραὶ μόναι· ἐπεὶ πράγματα τὰ αὐτά. ὃ γάρ ἐστι χάρισμα, <lb n="5"/>
τοῦτο καὶ διακονία, καὶ ὃ φησὶν διακονίαν, τοῦτο ἐνέργειαν
λέγει. “τὴν γὰρ διακονίαν σου,” φησὶν, “πληροφόρησον. καὶ
“δι’ ἣν αἰτίαν ἀναμιμνήσκω σε ἀναζωπυρεῖν τὸ χάρισμα τοῦ
“Θεοῦ, ὁ ἐστιν ἐν σοὶ,” Τιμοθέῳ γράφων καὶ Γαλάταις ἐπιστέλλων
ἔλεγεν, “ὁ γὰρ ἐνεργήσας Πέτρῳ εἰς ἀποστολὴν τῆς περι- <lb n="10"/>
“τομῆς, ἐνήργησεν κἀμοὶ εἰς τὰ ἔθνη.” λόγον σοφίας εἰχεν
Παῦλος καὶ Ἰωάννης ὁ υἱὸς τῆς βροντῆς. λόγον δὲ γνώσεως εἰχον
οἱ πολλοὶ τῶν πιστῶν· γνῶσιν μὲν ἔχοντες, διδάσκειν δὲ οὕτως
μὴ δυνάμενοι, οὐδὲ εἰς ἕτερον εὐκόλως ἐξενεγκεῖν, ἅπερ ᾔδεσαν.
πίστιν δέ φησιν ἐνταῦθα, οὐ τὴν τῶν δογμάτων, ἀλλὰ τὴν τῶν <lb n="15"/>
σημείων· περὶ ὣν φησὶν, “ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον συνάπεως,
“ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβηθι, καὶ μεταβήσεται.” καὶ οἱ
Ἀπόστολοι περὶ αὐτῆς ἠξίουν λέγοντες, πρόσθες ἡμῖν πίστιν·” αὕτη
γὰρ ἡ μήτηρ τῶν σημείων ἐστίν. χαρίσματα δὲ ἰαμάτων εἶχον οἱ
θεραπεύοντες· ἐνεργήματα δὲ δυνάμεων καὶ οἱ τιμωρούμενοι· δύναμις <lb n="20"/>
γάρ ἐστιν οὐ τὸ ἰάσασθαι μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ κολάσαι· ὥσπερ
ὁ Παῦλος τὸν Ἐλύμαν ἐπήρωσεν, καὶ ὁ Πέτρος ἀνεῖλεν Ἀνανίαν
καὶ ΣάπΦειραν. διάκρισις δὲ πνευμάτων ἐστιν, τὸ εἰδέναι τίς
ὁ πνευματικὸς καὶ τίς ὁ μὴ τοιοῦτος· τίς ὁ προφήτης καὶ τίς
ὁ ἀπατεών.</p><lb n="25"/><p>Θεοδωρίτου. Χαρίσματα καλεῖται, διὰ τὸ κατὰ θείαν δίδοσθαι
φιλοτιμίαν· διακονίαι δὲ δι’ ἀνθρώπων τῶν εἰς ταύτην
τεταγμένων τὴν λειτουργίαν ἐδίδοντο· ἐνεργήματα δὲ πάλιν ἐκάλεσεν
τὰ χαρίσματα, ὡς ὑπὸ τῆς θείας ἐνεργούμενα φύσεως. οὐ
γὰρ ὥς τινες ὑπέλαβον τῶν ἀνοήτων αἱρετικῶν, τὰ μὲν ἔφη ὑπὸ <lb n="30"/>
τοῦ Πνεύματος ἐνεργεῖσθαι, τὰ δὲ ὑπὸ τοῦ Κυρίου, τὰ δὲ ὑπὸ
τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ· ἀλλὰ τῶν αὐτῶν δωρεῶν χορηγὸν ἔδειξε τὴν
ἁγίαν τριάδα. καὶ τοῦτο ἐν τοῖς ἑξῆς διδάσκει σαφέστερον·
ἐνταῦθα γὰρ εἰρηκὼς τὸν Θεὸν ἐνεργεῖν, μετὰ βραχέα φησὶν,
“πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ <lb n="35"/>

<pb n="234"/>
“ἑκάστῳ καθὼς βούλεται.” ταῦτα μέντοι πρὸς τὰς Ἐλληνικὰς
δόξας τέθεικεν ἐπὶ τοῦ παρόντος ὁ θεῖος Ἀπόστολος. ἐκείνων μὲν
τὴν διαφωνίαν ἐλέγχων, τῆς δὲ ἀληθείας τὴν συμφωνίαν δεικνύς.
πρὸς δὲ τούτῳ καὶ τοὺς τὰ ἐλάττονα δοκοῦντα εἶναι τῶν χαρισμάτων
εἰληφότας παραμυθούμενος, καὶ διδάσκων ὡς ἐκ τοῦ αὐτοῦ <lb n="5"/>
Πνεύματος δέδοται καὶ ταῦτα κἀκεῖνα. τοῦτο γὰρ αἰνίττεται τὰ
ἑξῆς, “ἑκάστῳ δὲ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ
“συμφέρον.” οὐκ εἰπεν ἡ χάρις, ἀλλ’ “ἡ Φανέρωσις.” ἡ μὲν γὰρ
χάρις καὶ νῦν δίδοται τοῖς τοῦ παναγίου Πνεύματος ἠξιωμένοις.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Παραυτίκα καὶ γλώτταις διαφόροις ἐλάλουν καὶ<lb n="10"/>
ἐθαυματοποίουν· βεβαιούμενοι διὰ τούτων, καὶ τῆς διδασκαλίας
τἀληθὲς διδασκόμενοι. ἀναγκαίως δὲ ἔφη πρὸς τὸ συμφέρον
δίδοσθαι τοῦ Πνεύματος τὴν φανέρωσιν, τούτους αὐτοὺς ψυχαγωγῶν,
καὶ διδάσκων ὡς πανσόφως ἐπιστάμενος, καὶ τὸ λυσιτελοῦν
ἑκάστῳ γινώσκων, σοφῶς τὰ πάντα ἰθύνει· λόγον δὲ σοφίας καὶ <lb n="15"/>
λόγον γνώσεως ὁμοίως τῷ μακαρίῳ Ἰωάννῃ ἐξέδωκεν· οὐ τὴν
εὐγλωττίαν φήσας λέγειν αὐτὸν λόγον σοφίας, ἀλλὰ τὴν ἀληθῆ
διδασκαλίαν, ἧς καὶ μετεῖχον Πέτρος καὶ Παῦλος καὶ Ἰωάννης.
οὐ γὰρ ἃν ἠδυνήθησαν, φησὶν, ἄνδρες ἁλιεῖς καὶ ἀποχειροβίωτοι
καὶ γραμμάτων ἀμύητοι, καὶ δημηγορίας κατατολμῆσαι καὶ <lb n="20"/>
συγγραφῆς, καὶ δυνάμεως ὅτι μάλιστα πλείστης ἐμπλῆσαι τοὺς
λόγους, εἰ μὴ παρὰ τοῦ θείου Πνεύματος τὴν ἀληθῆ σοφίαν
ἐδέξαντο.</p><p>Θεοδωρου. Προφητείαν δέ φησιν εἶναι τὴν τῶν μελλόντων
προσαγόρευσιν. λέγεσθαι δὲ καὶ τὸ τὰ ἐν πράξει ἤτοι καὶ βουλεύμασιν, <lb n="25"/>
ἄδηλα ὄντα τοῖς πολλοῖς εἰπεῖν. ἀλλὰ μὴν καὶ τὸ τὰ
παρεληλυθότα καὶ ἀγνοούμενα τοῖς πᾶσι δυνηθῆναι εἰπεῖν, ὡς
Μωϋσῆς διηγήσατο ἅπαντα.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Πολλοὶ τότε διὰ τὸ πλῆθος
χαρισμάτων ὑπεκρίνοντο τὴν εὐσέβειαν, εἰς ἀπάτην ἑτέρων. καὶ <lb n="30"/>
δὴ καὶ θαύματα δαιμονικῇ τῇ συνεργείᾳ κεχρημένοι ὁμοίως τοῖς
πιστοῖς ἐπιτελεῖν ἐδόκουν. οὕτως οἱ τοῦ Σκευᾶ υἱοὶ περιῄεσαν ἐν
ἐπορκιστῶν σχήματι, δαίμονας καὶ αὐτοὶ ἀπελαύνειν προσποιούμενοι
δῆθεν. ἦν οὖν χάρισμα Πνεύματος καὶ πρὸς τοῦτο ὥστε
διακρίνειν, τινες μὲν οἱ ἀληθῶς τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος <lb n="35"/>

<pb n="235"/>
ἐπιτελοῦντες τὰ θαύματα, τίνες δὲ οἱ δαιμονικῇ συνεργείᾳ ὑποκρινόμενοι
τὴν ἀλήθειαν.</p><lb n="12"/><p>Καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι, καὶ μέλη ἔχει πολλὰ,
πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἑνὸς, πολλὰ ὄντα,
<lb n="13"/> ἕν ἐστι σῶμα, οὕτως καὶ ὁ Χριστός. καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ <lb n="5"/>
πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε
Ἰουδαῖοι, εἴτε Ἕλληνες, εἴτε δοῦλοι, εἴτε ἐλεύθεροι· καὶ
<lb n="14"/> πάντες εἰς ἓν πνεῦμα ἐποτίσθημεν· καὶ γὰρ τὸ σῶμα
οὐκ ἔστιν ἓν μέλος, ἀλλὰ πολλά.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἔσχατον τοῦτο τέθεικεν, τὸ δὲ τῆς διδασκαλίας <lb n="10"/>
πρῶτον. ἐπειδὴ δι’ ἐκεῖνο καὶ τοῦτο καὶ τὰ ἄλλα ἐδόθη, ἴνα τὸ
κήρυγμα πιστευθῇ, οὕτως καὶ ὁ Χριστός. πάντες ὁμοίως φασὶν
ὡς Χριστὸν ἐνταῦθα ἐκάλεσεν τὸ κοινὸν τῆς Ἐκκλησίας σῶμα,
ἐπειδὴ κεφαλὴ τοῦ σώματός ἐστιν ὁ δεσπότης Χριστός. παρεγγυᾷ
τοίνυν ἀπιδεῖν τὸ σῶμα, καὶ γνῶναι ὡς ἐκ διαφόρων μὲν σύγκειται <lb n="15"/>
μέλων, ἓν δὲ σῶμα καὶ ἔστι καὶ καλεῖται. καὶ μαθεῖν ἐντεῦθεν
ὡς καὶ ἡ Ἐκκλησία σῶμα μὲν τοῦ δεσπότου Χριστοῦ καλεῖται,
μέλη δὲ πολλὰ ἔχει καὶ διάφορα· καὶ τὰ μὲν μείζονα, τὰ δὲ
ἐλάττονα· καὶ τὰ μὲν τίμια, τὰ δὲ ἐκείνων ὑποδεέστερα. πάντα
δὲ ὁμοίως ἀναγκαῖα καὶ χρήσιμα. διδάσκει δὲ καὶ πῶς ἅπαντες <lb n="20"/>
οἱ πιστεύοντες, ἓν προσαγορευόμεθα σῶμα· “καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ πνεύ-
“ματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν· εἴτε Ἰουδαῖοι,
“εἴτε Ἕλληνες, εἴτε δοῦλοι, εἴτε ἐλεύθεροι· καὶ πάντες ἓν πόμα
“ἐποτίαθημεν.”</p><p>Κυτίλλου. ‘Ηνώμεθα γὰρ ἀλλήλοις, σύσσωμοι τε γεγόναμεν <lb n="25"/>
ἐν Χριστῷ συναγείραντι ἡμᾶς καὶ μόνον οὐχὶ συνδέοντι, διὰ τοῦ
ἑνὸς καὶ ἐν πᾶσιν Ἁγίου Πνεύματος· ὃ καὶ ἐν πόματος τάξει
ζωοποιοῦ πεποτίσμεθα. καὶ γοῦν ἔφη Χριστὸς, ὅτε πρὸς τὸ
γύναιον ἐποιεῖτο τοὺς λόγους τὸ ἐπὶ τῇ πηγῇ τοῦ Ἰακὼβ, “ὁ
“πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν, ὃς δ᾿ ἃν πίη ἐκ τοῦ <lb n="30"/>
“ὕδατος, οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος
“ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.” ἔΦη δέ που καὶ πρὸς Ἰουδαίους,
“ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, καθὼς εἰπεν ἡ γραφὴ, ποταμὼ ἐκ τῆς
Η h <lb n="2"/>

<pb n="236"/>
“κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. τοῦτο δὲ εἶπεν φησι
“περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντος εἰς
“αὐτόν.” καὶ μὴ θαυμάσῃς. εἰ γάρ ἐστιν αὐτὸς ὁ ποταμὸς τοῦ
Θεοῦ, κατὰ τὴν τοῦ ψάλλοντος Φωνὴν “ὁ πλήρης ὑδάτων, ὁ χει-
“μάρρους τῆς τρυΦῆς” ὃν ποτίζειν λέγεται τοὺς ἀγαπῶντας <lb n="5"/>
αὐτὸν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ, πῶς οὐκ ἔδει τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ πόμα τε
καὶ ὕδωρ νοεῖσθαι τὸ ζωοποιόν; οὐκ οὖν εἰς ἑνότητα κεκλημένοι
διὰ τοῦ νεύματος, σύσσωμοί τε γεγονότες Χριστῷ, τῆς ἀγάπης
τὸν σύνδεσμον τηρήσωμεν ἀρραγῆ.</p><p>Θεοδωρίτου. ὸ “εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν” ἀντὶ τοῦ ἐπὶ <lb n="10"/>
τοῦτο· ὥστε εἰς ἓν σῶμα τελεῖν. καὶ γὰρ τὸ σῶμα οὐκ ἔστιν ἓν
μέλος ἀλλὰ πολλὰ, καὶ ἐκ πολλῶν μορίων συγκείμενον.</p><p>Ἰωάλλου. Οὕτω φησὶν ὁ Χριστὸς, πολλὰ μὲν ἔχει μέλη
τοὺς καθέκαστον, ἓν δὲ σῶμα τὴν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας. ἐκ
πολλῶν συγκειμένη ἕν ἐστιν σῶμα, κεφαλὴν ἔχουσα τὸν Χριστόν. <lb n="15"/>
ὡς εἰναι τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἓν αὐτοτελὲς σῶμα.
εἶτα ἐπάγει καὶ τὸ κατασκευάσαν πάντας ἓν σῶμά τε εἶναι, ἔντε’
πνεῦμα, καὶ πάντας ὑπὸ τοῦ ἑνὸς βεβαπτίσθαι Πνεύματος εἰς
ἓν σῶμα, τοῦτ’ ἔστιν εἰς τὸ ποιῆσαι πάντας σῶμα ἕν· τέως διὰ
δύο τούτων παραμυθεῖται τοῦτο ἔλαττον ἔχοντα χάρισμα· τῷ τε <lb n="20"/>
εἰπεῖν ὅτι ἓν σῶμα πάντες ἐσμὲν, καὶ τοῦ εἰπεῖν διὰ τοῦ αὐτοῦ
νεύματος καὶ διὰ τῆς αὐτῆς κολυμβήθρας ἓν ἡμᾶς γεγονέναι.
δι’ ἑνὸς φησὶν Πνεύματος ἐσχήκαμεν τῶν χαρισμάτων τὴν δωρεάν.
“ἐποτίσθημεν” δὲ εἶνεν, ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν δένδρων τῶν ἐκ τῆς
αὐτῆς ἀρδομένων πηγῆς. καὶ μὴ θαυμάσῃς, φησὶν, εἰ τοσοῦτοι <lb n="25"/>
ὄντες, ἓν σῶμα ἐσμέν· ὁπότε καὶ ἐπὶ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος
ἀπὸ πολλῶν μελῶν, ἕν ἐστιν εὑρεῖν τὸ σῶμα.</p><lb n="15"/><p>Ἐὰν εἴπῃ ὁ ποὺς, Ὅτι οὐκ εἰμὶ χεὶρ, οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ
σώματος, οὐ πάρα τοῦτο οὐκ ἐστιν ἐκ του σώματος.
<lb n="16"/> καὶ ἐὰν εἴπῃ τὸ οὖς Ὅτι οὐκ εἰμὶ ὀφθαλμὸς, οὐκ εἰμὶ <lb n="30"/>
ἐκ τοῦ σώματος, οὐ παρὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σώματος.
<lb n="17"/> εἰ ὅλον τὸ σῶμα ὀφθαλμὸς, ποῦ ἡ ἀκοή; εἰ ὅλον
<lb n="18"/> ἀκοὴ, ποῦ ἡ ὄσΦρησις; νυνὶ δὲ ὁ Θεὸς ἔθετο τὰ μέλη,

<pb n="237"/>
<lb n="19"/> ἓν ἕκαστον αὐτῶν ἐν τῷ σώματι, καθὼς ἠθέλησεν. εἰ
<lb n="20"/> δὲ ἦν τὰ πάντα ἓν μέλος, ποῦ τὸ σῶμα; νῦν δὲ πολλὰ
μὲν μέλη, ἓν δὲ σῶμα.</p><p>Θεοδωρίτου. Πάλιν τοὺς τὰ ἐλάττονα τῶν χαρισμάτων εἰληΦότας
διὰ τούτων παιδεύει μὴ δυσχεραίνειν ἀλλὰ στέργειν τὰ <lb n="5"/>
δεδομένα. εἰ γὰρ καὶ μὴ χειρὸς ἐνέργειαν, ἀλλὰ ποδὸς πληροῖς·
μήτι μὴν ὀφθαλμοῦ χρείαν, ἀλλ’ ἀκοῆς ἐκτελεῖς. εἰδέναι σε χρὴ
ὡς καὶ ταῦτα ἀναγκαῖα τῷ σώματι. “εἰ ὅλον τὸ σῶμα ὀφθαλμὸς,
“ποῦ ἡ ἀκοή; εἰ ὅλον ἀκοή· ποῦ ἡ ὄσΦρησις;” εἰ γὰρ ἔμελλεν ἅπαν
τὸ σῶμα ἓν ἔχειν μέλος, τὸ τιμιώτατον ἄχρηστον ἃν ἦν παντελῶς <lb n="10"/>
τῶν λοιπῶν ἐστερημένον μελῶν. “νυνὶ δὲ ὁ Θεὸς ἔθετο τὰ μέλη ἓν
“ἕκαστον αὐτῶν ἐν τῷ σώματι καθὼς ἠθέλησεν·” ἱκανὰ ἦν καὶ ταῦτα
πεῖσαι τὸν δυσχεραίνοντα στέργειν τὰ δεδομένα· εἰ γὰρ ὁ Θεὸς
τοῖς τοῦ σώματος μορίοις τὰς ἐνεργείας ἀπένειμεν, ὁ μὴ τοῖς
κειμένοις ὅροις ἐμμένων, ἄντικρυς ἀντιτείνει τῷ τεθεικότι τοὺς <lb n="15"/>
ὅρους. καὶ διὰ τούτων μέντοι τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος τὸ
ὁμότιμον ἔδειξεν. καὶ γὰρ καἰ περὶ τοῦ Πνεύματος εἴρηκεν, ὅτι
πάντα ταῦτα ἐνεργεῖ καθὼς βούλεται· “καὶ περὶ τοῦ Θεοῦ, “ἔθετο
“τὰ μέλη καθὼς ἠθέλησεν.” εἰ δὲ ἦν τὰ πάντα ἓν μέλος· ποῦ τὸ
σῶμα; νῦν δὲ πολλὰ μὲν μέλη, ἓν δὲ σῶμα. ἄχρηστον γὰρ ἦν <lb n="20"/>
τὸ σῶμα; τὴν τῶν μελῶν οὐκ ἔχον διαφοράν. ἐντεῦθεν λοιπὸν τοὺς
τὰ μείζονα τῶν χαρισμάτων εἰληφότας διδάσκει μὴ διαπτύειν
τοὺς ἄλλους, ἀλλ’ ὡς ἀναγκαῖα μέλη τιμᾶν.</p><p>Ἰωάλλου. Τὰ πρὸς ἐκείνους ἁρμόδια ῥήματα ὡς ἐκ
τῶν μελῶν τέθεικεν· δεῖξαι θέλων ὅτι εἰ καὶ ἔλαττόν τις ἔχει <lb n="25"/>
χάρισμα, οὐ παρὰ τοῦτο ἐκβλητέον τοῦ εἶναι μέλος τοῦ σώματος.
καὶ γὰρ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀνθρωπίνου συγκρίματος, καὶ τὸ ἔλαττον
μέλος καὶ τὸ τιμιώτερον εἰς ἓν συντελεῖ σῶμα· ἐὰν τοῦτο
εἴπῃ οὐ πᾶν τὸ εἰπεῖν ἤδη ἀπέστη τοῦ εἶναι ἐκ τοῦ σώματος.
οὕτως οὐδὲ σύ ἐπειδὴ τόδε ἔχεις χάρισμα καὶ οὔχι τόδε, ἤση <lb n="30"/>
πέπαυσαι τοῦ εἶναι σῶμα ἓν σὺν τοῖς ἄλλοις. ἐπειδὴ ὀφθαλμοῦ
καὶ ποδὸς ἐμνήσθη, ἐκ δὲ τούτου ἐλύπησεν αἰνιξάμενος καὶ αὐτοὺς
ἐλάττωσίν τινα ἔχειν ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν μελῶν, νῦν δείκνυσιν
οὕτως εἶναι συμφέρον τὸ διάφορα εἶναι χαρίσματα· ὥσπερ γὰρ

<pb n="238"/>
τὸ σῶμα διὰ τοῦτό ἐστι σῶμα, ἐπειδὴ ἐκ διαφόρων συνέστηκε
μελῶν· οὕτω καὶ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦτ’ ἔστιν τὴν ἐκκλησίαν,
τοῦτο εἶναι ποιεῖ σῶμα· ἡ διαφορὰ τῶν χαρισμάτων καὶ διακονιῶν.
εἰ οὖν ὁ Θεὸς οὕτως ἠθέλησεν· ἄτοπον τὸ ἀδημονεῖν ἐφ’ οἷς
ὁ Θεὸς ἠθέλησεν. τὸ δὲ καθὼς ἠθέλησεν, ἄνω περὶ τοῦ Πνεύματος <lb n="5"/>
εἰπεν οὕτως· οὐκ ἔστιν διαφορὰ τῆς Ἀγίας Τρίαδος. εἰ δὲ ἦν τὰ
πάντα ἓν μέλος, ποῦ τὸ σῶμα; αὐτὸ τὸ ποιοῦν ἐκείνοις πρόφασιν
μικροψυχίας τὸ εἶναι διάφορα τὰ χαρίσματα, αὐτὸς εἰς πρόφασιν
ἑνώσεως λαμβάνει· εἰ γὰρ μὴ εἴχετε, φησὶ, διάφορα χαρίσματα·
οὐδὲ σῶμα ἦτε· σῶμα δὲ μὴ ὄντες, οὔτε ἰσότιμοι ἃν ἦτε· ἡ γὰρ <lb n="10"/>
ἰσοτιμία καὶ ἡ ἕνωσις ἐκ τοῦ εἶναι ἓν σῶμα.</p><p>Φωτίου. Ὄρα κἀνταῦθα πῶς τρανότερον καὶ χωρίς τινος ἀμΦιβολίας
τὸ Πνεῦμα Θεὸν ἀνεκήρυξεν· εἰπὼν γὰρ πρὸ βραχέως ὅτι
πάντα ταῦτα τὸ Πνεῦμα ἐνεργεῖ, νῦν πάλιν περὶ τῶν αὐτῶν λέγων,
Φησὶν, “ὁ Θεὸς ἔθετο τὰ μέλη ἓν ἕκαστον αὐτῶν καθὼς ἠθέλησεν·” <lb n="15"/>
μέλη γὰρ τοὺς τὰ χαρίσματα τὰ διάφορα παρὰ τοῦ Πνεύματος
εἰληφότας ὠνόμασεν. κἀκεῖ μὲν ἔλεγεν “ἐνεργεῖ διαιροῦν ἑκάστω
“καθὼς βούλεται,” ὧδε δὲ, “ἔθετο ἕκαστον αὐτῶν ἐν τῷ σώματι
“καθὼς ἠθέλησεν.”</p><lb n="21"/><p>Οὐ δύναται δὲ ὁ ὀφθαλμὸς εἰπεῖν τῇ χειρὶ, Χρείαν <lb n="20"/>
σου οὐκ ἔχω· ἢ πάλιν ἡ κεφαλὴ τοῖς ποσὶ, Χρείαν ὑμῶν
<lb n="22"/> οὐκ ἔχω. ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον τὰ δοκοῦντα μέλη τοῦ
<lb n="23"/> σώματος ἀσθενέστερα ὑπάρχειν, ἀναγκαῖά ἐστι· καὶ ἃ
δοκοῦμεν ἀτιμότερα εἶναι τοῦ σώματος, τούτοις τιμὴν
περισσοτέραν περιτίθεμεν· καὶ τὰ ἀσχήμονα ἡμῶν εὐσχημοσύνην <lb n="25"/>
<lb n="24"/> περισσοτέραν ἔχει· τὰ δὲ εὐσχήμονα ἡμῶν
οὐ χρείαν ἔχει. ἀλλ’ ὁ Θεὸς συνεκέρασε τὸ σῶμα, τῷ
<lb n="25"/> ὑστεροῦντι περισσοτέραν δοὺς τιμὴν, ἵνα μὴ ἦ σχίσμα
ἐν τῷ σώματι, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ὑπὲρ ἀλλήλων μεριμνῶσι
<lb n="26"/> τὰ μέλη· καὶ εἶτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα <lb n="30"/>
τὰ μέλη· εἴτε δοξάζεται ἓν μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ
μέλη.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἀσθενέστερα τῶν μορίων καὶ ἀναγκαιότερα. ὁ

<pb n="239"/>
ἐγκέφαλος, τὸ ἧπαρ· τούτων γὰρ τὰ ὀστᾶ στεγανώτερα· ἀλλ’
ὅμως πλείονος ἀσφαλείας τετύχηκεν παρὰ τοῦ ποιητοῦ. άτιμότεροι
δὲ πάλιν τῶν τοῦ σώματος μορίων εἶναι δοκοῦσιν οἱ πόδες·
ἀλλὰ καὶ τούτων πολλὴν ποιούμεθα πρόνοιαν, τοῖς ὑποδήμασιν
αὐτοὺς συγκαλύπτοντες.</p><lb n="5"/><p>Θεοδωρου. “Περιτίθεμεν” εἶπεν καὶ οὐ περίκειται· οὐ γὰρ τῆς
φύσεως μέρος τὰ ὑποδήματα, ἀλλ’ ὕστερον εὕρηνται παρ’ ἡμῶν·
“καὶ τὰ ἀσχήμονα ἡμῶν εὐσχημοσύνην περισσοτέραν ἔχει· τὰ δὲ
“εὐσχήμονα ἡμῶν οὐ χρείαν ἔχει·” ἀσχήμονα, ὡς πρὸς τὴν κοινὴν
ὄψιν ἀποκαλεῖ. ὥστε τῇ μὲν φύσει οὐκ ἔτι ἀσχήμονα· εἴπερ δὴ <lb n="10"/>
περισσοτέραν ἔχει τὴν εὐσχημοσύνην. τῇ δὲ ὑπολήψει κρινόμενα
λέγεται οὕτως καθ’ ἣν οὐκ εὐσχημοσύνην τὴν ἄνευ αἰτίας γύμνωσιν
αὐτῶν εἶναι νομίζομεν.
Θεοδωρίτου. τὸ μὲν γὰρ πρόσωπον οὐ δεῖται καλύμματος·
τὰ δὲ παιδογόνα μόρια καὶ ἡμεῖς τῇ ἐσθῆτι καλύπτομεν. καὶ ἡ <lb n="15"/>
φύσις αὐτοῖς τὰς τρίχας οἷόν τι περιβόλαιον περιτέθεικεν· τοῦτο
γὰρ ἐπήγαγεν, “ἀλλ’ ὁ Θεὸς συνεκέρασεν τὸ σῶμα τῷ ὑστεροῦντι
“περισσοτέραν δοὺς τιμήν.” οὕτω τοῖς γλουτοῖς τὸ τῆς ἀποκρίσεως
συνεκάλυψε μόριον. ἀσχήμονα δὲ κέκληκεν ἀπὸ τῆς κατεχούσης
δόξης, ἴνα μὴ ῄ σχίσματα ἐν τῷ σώματι· ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ὕπερ <lb n="20"/>
“ἀλλήλων μεριμνῶσι τὰ μέλη. καὶ εἴτε πάσχῃ ἓν μέλος, συμ-
“πάσχει πάντα τὰ μέλη· εἴτε δοξάζηται ἓν μέλος, συγχαίρῃ
“πάντα τὰ μέλη·” ταύτην ἔστιν εὐρεῖν τὴν ἄκραν κοινωνίαν κρατοῦσαν
ἐν τοῖς μορίοις τοῦ σώματος. καὶ γὰρ τοῦ ποδὸς προσπταιοντος,
ἅπαν ἀνιᾶται τὸ σῶμα· καὶ ὄνυχος πέρα τῆς χρείας περιτεμνομένου, <lb n="25"/>
πάντοσε χωρεῖ τῆς ὀδύνης ἡ αἴσθησις· καὶ γλώττης
βλασφημούσης ἣ ψευδομένης, δακρύουσιν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ αὖ
πάλιν ῥητορευούσης, μειδιῶσι, τὴν εὐφροσύνην ὑποσημαίνοντες. οὕτω
τὴν εἰκόνα δείξας διὰ πλειόνων, ἐπὶ τὸ προκείμενον μεταβαίνει.</p><p>Ἰωάλλου. Πείσας ἐν ταῖς ἔμπροσθε μὴ ἀθυμεῖν τοὺς τὰ <lb n="30"/>
ἐλάττονα ἔχοντας χαρίσματα· νῦν καταστέλλει τὸ φρόνημα τῶν
τὰ μείζονα ἐχόντων· ὥσπερ γὰρ ὁ ὀφθαλμὸς οὐ δύναται λέγειν
τοῖς λοιποῖς μέλεσι, χρείαν ὑμῶν οὐκ ἔχω· ἑνὸς γὰρ ἐνδέοντος
ἅπαν χωλεύει τὸ σῶμα· οὕτως οὐδὲ οἱ τὰ μείζονα εἰληφότες
χαρίσματα δύνανται ἐπαίρεσθαι κατὰ τῶν τὰ ἐλάττονα ἐχόντων, <lb n="35"/>

<pb n="240"/>
ὡς οὐ χρήζοντες αὐτῶν· ἑνὸς γὰρ ἀποβολὴ χωλεύειν ποιεῖ τὸ
πλήρωμα τῆς ἐκκλησίας· οὐκ αὐταρκῶν ὄντων τῶν τὰ μείζονα
ἐχόντων χαρίσματα μόνων οἰκοδομεῖν αὐτήν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Νῦν δεῖξαι θέλει ὅτι καὶ
εἰσὶν οἱ γὰ δοκοῦντα ἐλάττονα τῶν χαρισμάτων εἰληφότες· καλῶς <lb n="5"/>
δὲ εἶπεν “τὰ δοκοῦντα,” δεικνὺς ἐν δοκήσει μόνῃ τὴν ἐλάττωσιν
εἶναι, οὐ μὴν ἐν ἀληθείᾳ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Φάσι τινες περὶ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτὸν
οἳ ἀσθενέστεροι μὲν εἰσὶν ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη, μέγα
δέ τι συντελοῦσι τῷ σώματι.</p><lb n="10"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Πανταχοῦ τὸ δοκοῦν μὲν ἐπιλέγει·
εἰναι ταύτην τὴν οἴησιν· τὸ δὲ “ἀτιμότερα” τινές φασιν
αὐτὸν περὶ τῶν ποδῶν εἰρηκέναι· οἱ τὴν μὲν κάτω χώραν εἰλήφασι,
θάλπονται δὲ καὶ προνοοῦνται παρ’ ἡμῶν πλεῖον σχεδὸν τῶν λοιπῶν
μελῶν· ἐπ’ αὐτῶν γὰρ ἐστήρικται πᾶν τὸ σῶμα· ἢ γοῦν τοῦτο <lb n="15"/>
λάβε περὶ τῶν γεννητικῶν μορίων, ἅπερ δοκεῖ μὲν ἀσχήμονα εἶναι
καὶ ἄτιμα· πλὴν ἕλοιτο ἄν τις ὅλον ἔχειν τὸ σῶμα γυμνὸν, ἢ
ταῦτα· διὸ ἐπάγει, “τούτοις τιμὴν περισσοτέραν περιτίθεμεν καὶ
“εὐσχημοσύνην περισσοτέραν ἔχει· τὰ δὲ ἀσχήμονα ἡμῶν οὐ χρείαν
“ἔχει·” ἵνα μή τις εἴπῃ, καὶ ποῖος οὗτος λόγος προνοεῖν τῶν ἀσχημόνων <lb n="20"/>
καὶ ἀτίμων, καταφρονεῖν δὲ τῶν εὐσχημόνων; οὐ καταφρονοῦμεν
φησὶν, ἀλλ’ οὐδενὸς τῶν ἀφ’ ἡμῶν δέονται· φύσει τὸ
εὔσχημον ἔχοντα. “ἀλλ’ ὁ Θεὸς συνεκέρασεν τὸ σῶμα.” εἰ συνεκέρασεν,
οὐκοῦν καὶ ἐνεποίησεν; τὸ γὰρ κιρνώμενον ἐγγίνεται· ὅρα
οὐκ ἔτι εἶπεν τῷ ἀτίμῳ ἢ τῷ ἀσχήμονι· ἀλλὰ “τῷ ὑστεροῦντι· <lb n="25"/>
δεικνὺς οὐκ ὄντα φύσει ἀσχήμονα ἢ ἄτιμα.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἀντίθεσις. ἐπὶ μὲν τοῦ σώματος τοῦτο
ἄν· ἐπὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων πῶς ἐστιν εὑρεῖν τοὺς ἀτιμοτέρους καὶ
ἀσθενεῖς, πλείονος τῆς κηδεμονίας ἀπολαβόντας; καὶ φαμὲν ὅτι
ὁ Θεὸς τῶν ἀσθενεστέρων μᾶλλον προνοεῖ· καὶ ὅρα τὸν λῃστὴν πρὸ <lb n="30"/>
τῶν Ἀποστόλων εἰς τὸν παράδεισον εἰσελθόντα· καὶ τὸ ἀπολωλὸς
ἐκ τῆς ἑκατοντάδος πρόβατον, ὃ καὶ εὑρεθὲν ἐπὶ τῶν ὤμων ἐβαστάγη·
καὶ τοὺς τῆς ἑνδεκάτης ἐργάτας, οἱ πρῶτοι τὸν μισθὸν
κομίζονται, βαστάζοντος καὶ συγκαταβαίνοντος τοῦ Θεοῦ τοῖς
ἀσθενέσι μᾶλλον. διὸ καὶ Φησὶ “περισσοτέραν δοὺς τιμὴν, ἵνα ἐκ <lb n="35"/>

<pb n="241"/>
τούτου παραμυθήσηται τοὺς τὰ ἐλάττονα ἔχοντας χαρίσματα·
ἵνα μὴ ᾐ σχίσματα ἐν τῷ σώματι· ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ὑπὲρ ἀλλήλων
μεριμνῶσι τὰ μέλη. τὸ γὰρ εἶναι ὅλως σῶμα ποιεῖ τὸ μὴ ἀποσχίζεσθαι·
ὡς εἴ γε ἀποσχισθείη, τὸ πᾶν ἀπόλωλεν. τοῦτο δὲ
φησὶ, φοβῶν τοὺς τὰ μεγάλα κατέχοντας χαρίσματα κατεστάλθαι. <lb n="5"/>
ὡς ἦγε τῶν ἐλαττόνων ἐν χαρίσμασιν ἀποφοίτησις καὶ
αὐτοὺς ἐκείνους λυμανεῖται κινδυνεύοντας μηκέτι εἶναι σῶμα
Χριστοῦ. ὥστε, φησὶ, προνοητέον καὶ μεριμνητέον ἀλλήλων. ἐν
γὰρ τῇ ἑνώσει τὸ εἶναι ἔχομεν. εἰ γὰρ ἡνῶσθαι δεῖ ἀκριβῶς καὶ
προνοεῖν ἀλλήλων τὰ μέλη, εὔδηλον ὡς καὶ τὰ ἀποβαίνοντα, εἴτε <lb n="10"/>
πάθη, εἴτε εὐδοκιμήσεις, κοιναὶ εἶναι ὀφείλουσιν. ἡ γὰρ ἀπορραγὴ
τῶν ἐλαττόνων καὶ σοὶ, φησὶ, τῷ μείζονι λυμανεῖται· ὥσπερ καὶ
τοὺς ὀφθαλμοὺς λυμαίνεται ὁ ποὺς ἀποκοπείς.</p><p>Φωτίου. Τὰ δοκοῦντα μέλη τοῦ σώματος ἀσθενέστερα
φησὶν ἀναγκαῖά ἐστιν· ὥστε εἰ ἀσθενεῖς οἴεσθε ἑαυτοὺς, μὴ <lb n="15"/>
ἀθυμεῖτε, ἀναγκαῖοι ἐστέ. ὅτι δὲ οὐδὲ ἀσθενεῖς ὑμεῖς, ἀλλ’
ἐκεῖνοι μᾶλλον οἷς ἡ οἴησις, δῆλον ἐντεῦθεν, φησὶν, ἃ δοκοῦμεν
ἀτιμότερα εἶναι τοῦ σώματος, πλέον ἀξιοῦμεν βοηθείας καὶ προνοίας
καὶ ἑξῆς. “καὶ ἃ δοκοῦμεν ἀτιμότερα τοῦ σώματος.” ἔστι δὲ
τοῦτο οἰκειότερον καὶ οὕτως ἐκλαβεῖν· οὐ σημαίνει ὑμῖν ἐλάττους <lb n="20"/>
εἶναι, φησὶν, ἐκ τοῦ δοκεῖν ἐλάττονος χαρίσματος τυχεῖν. οὐ πάντως
γὰρ εἰ τις ἔτυχεν μείζονος χαρίσματος, ἤδη καὶ μείζων. ἐπεὶ
καὶ πολλοὶ τῶν εἰληφότων, τῶν μηδόλως εἰληφότων ἐλάττους
εἰσίν. καὶ τί λέγω ἐλάττους; ἀλλὰ καὶ ἄθλιοι παντελῶς, ὡς
ἐκεῖνοι οἱ λέγοντες Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι τάδε καὶ τάδε ἐποιήσαμεν; <lb n="25"/>
οἷς ἀπεῖπεν ὁ δεσπότης, μήτε εἰδέναι αὐτοὺς ποτέ. οὐ
γὰρ καλῶς ἐχρήσαντο τῷ χαρίσματι· ἀλλὰ καὶ ἀποχωρεῖν κατὰ
κεφαλὴν ἐπέταττεν· οἷος ἦν καὶ ὁ μὴ ἀκολούθων τῷ Χριστῷ καὶ
σημεῖα ποιῶν· οἷος αὐτὸς ὁ Ἰούδας· αὐτὸς δὲ ταῦτα μὲν τέως οὐ
καταλέγει, ἀπὸ τῶν σωματικῶς δὲ εἰρημένων αὐτῷ, καὶ τοῦτο <lb n="30"/>
κατασκευάζει, ὅτι οὐκ ἀνάγκη μείζους νομίζειν τοὺς λογιζομένους
μεῖζον εἰληφέναι χάρισμα. τοὐναντίον δ᾿ ἔσθ’ ὅτε καὶ ἐλάττους·
φησι γὰρ ὅτι τοῖς ἀσχήμοσιν ἡμῶν εὐσχημοσύνην περισσοτέραν
περιτιθέαμεν· καὶ τοῖς ἀτιμοτέροις τιμὴν περισσοτέραν.</p><p>Μῆ ἄρα διὰ τοῦτο καὶ τιμιώτερα καὶ εὐσχημονέστερα τῶν <lb n="35"/>

<pb n="242"/>
τιμιωτέρων καὶ εὐσχημονεστέρων ἐστίν. οὕτως, φησὶ, καὶ ὁ Θεὸς
ἐνίοτε τῷ ὑστεροῦντι πλεῖον δι’ δῶσι χάρισμα. τῷ δὲ αὐταρκῶς καὶ
ἱκανῶς ἔχοντι ῥυθμίσαι ἑαυτὸν ἔλαττον. μὴ οὖν ὑμῖν ἀθυμητέον,
ἔλαττον δοκοῦσιν ἔχειν χάρισμα· ἐπεὶ καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ τὰ εὐσχημονέστερα
καὶ τιμιώτερα ἡμῶν μέλη ἅτε οὐ πολλοῖς ἔχοντα <lb n="5"/>
χρείαν εὐσχημοσύνης, ἐφ’ ἧς εἰσι κοσμιότητος καὶ σεμνότητος
μένειν ἐῶντες, τοῖς ἀτιμοτέροις καὶ ἀσχημονεστέροις τιμὴν καὶ
εὐσχημοσύνην περιτιθέαμεν· ὥστ’ ἐκ τοῦ ἔλαττον λαβεῖν, μᾶλλόν
ἐστιν εὐθυμεῖν καὶ εὐχαριστεῖν, ὅτι οὐ καταρχὰς ἔπλασεν ὁ πάντα
σοφῶς καὶ ἀκαταλήπτως Θεὸς ἡμῶν ποιῶν, ὥστε ἐλαττόνων δεῖσθαι <lb n="10"/>
εἰς αὐτάρκειαν καὶ τελείωσιν. ταῦτα δὲ φησὶν τούς τε
ἔλαττον δοκοῦντας ἔχειν ἐπὶ τῇ ἀθυμίᾳ παρακαλῶν, καὶ τοὺς
πλέον λαβεῖν οἰομένους τῆς οἰήσεως κατασπῶν· τι φυσᾷς ἑαυτὸν
πλέον ἔχειν δοκῶν; ἀσθενείας σου τοῦτο μαρτύριόν ἐστιν, ὅτι
πλειόνων ἐδεήθης. τι καταπίπτεις ἔλαττον ἔχειν δοκῶν; ἰσχύος <lb n="15"/>
σου τοῦτο τεκμήριον ἐστιν, ὅτι ἐλαττόνων σε δεηθέντα παρέδειξεν
ὁ Θεός. καὶ σκόπει πῶς ἤρξατο μὲν καταβραχὺ πρὸς τὴν χρείαν
ἰσάζειν αὐτούς κἂν ἀνίσων ἐδόκουν τῶν χαρισμάτων τυχεῖν
ἔπειτα δὲ καὶ πλέον ἐπῆρεν τοὺς ἐλαττοῦσθαι δοκοῦντας. μᾶλλον
γὰρ οἱ ἀθυμοῦντες δέονται παραψυχῆς, ἢ οἱ ἀλαζονευόμενοι Φειδοῦς <lb n="20"/>
καὶ ἐπιεικοῦς ἐπιτιμήσεως. εἶτα ταῦτα εἰπὼν, πάλιν ἀναβιβάζει
αὐτοὺς εἰς τὴν ὁμοτιμίαν καὶ ὁμόνοιαν· ἵνα μὴ ᾖ φησὶν
σχίσμα ἐν τῷ σώματι· ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἀλλήλων μεριμνῶσι τὰ
μέλη καὶ ἑξῆς.</p><lb n="27"/><p>Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. <lb n="25"/>
<lb n="28"/> καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῆ ἐκκλησίᾳ πρῶτον Ἀποστόλους,
δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα
δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις,
γένη γλωσσῶν.</p><p>Θεοδωρίτου. Οὐ γὰρ ἡμεῖς μόνοι· ἀλλὰ πάντες οἱ κατὰ τὴν
οἰκουμένην πεπιστευκότες· τοῦτο γὰρ τὸ ἐκ μέρους προστέθεικεν.</p><p>Θεοδωρου. Οὕτω δὴ καὶ ὑμεῖς· ἐπειδὴ τάξιν ἐπέχετε σώματος
ἐκ διαφόρων συγκειμένου μελῶν, τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος
εἰς τὴν τοῦ δεσποτικοῦ σώματος καταστάντες συνάφειαν· ταύτην

<pb n="243"/>
ἀναγκαίως σώζετε τὴν συμφωνίαν μηδεμίαν ἀπὸ τῆς διαφορᾶς
τῶν χαρισμάτων δεχόμενοι φιλονεικίας παρείσδυσιν.</p><p>Ἰωάννου Τί ἐστιν ἐκ μέρους; τό τε εἰς ὑμᾶς ἧκον, καὶ
ὅσον ἐξ ὑμῶν οἰκοδομηθῆναι μέρος. ἐπειδὴ γὰρ εἶπεν σῶμα· τὸ
δὲ πᾶν σῶμα ἦν, οὐχ ἡ παρὰ Κορινθίοις Ἐκκλησία, ἀλλ’ ἣ πανταχοῦ <lb n="5"/>
τῆς οἰκουμένης, διὰ τοῦτο ἔφησεν ἐκ μέρους.</p><p>Σευηριανοῦ. Οὐκ εἶπεν μέλη ἐκ μελῶν, ἀλλὰ μέλη πολλὰ
ἐκ μέλους ἑνός. μέλος γὰρ ἡ κεφαλὴ τοῦ ὅλου σώματος.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Ἐπειδὴ μελῶν μέμνηται καὶ
ἀπὸ τοῦ τιμιωτέρου τῶν ἄλλων μελῶν τῶν μετὰ τὴν κεφαλὴν τῶν <lb n="10"/>
Ἀποστόλων· προφήτας δὲ λέγει τοὺς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ· οὐ τοὺς ἐν
νόμῳ· τρίτον διδασκάλους. μὴ θαυμάσῃς εἰ πρὸ τῶν τὰς ἰάσεις
καὶ τὰς δυνάμεις ἐπιτελούντων, τέθειται διδάσκαλος· τὰ γὰρ
σημεῖα, ἵνα πιστευθῇ ἡ γνῶσις· ἡ δὲ γνῶσις διὰ τῶν διδασκόντων
παρίσταται. “ἀντιλήψεις.” τοῦτο ἀλλαχοῦ λέγει, “ὁ προϊστά- <lb n="15"/>
“μενος ἐν σπουδῇ.” “κνβερνήσεις·” αἱ διοικήσεις αἱ ἐκκλησιαστικαι.</p><p>Ἰωάλλου. Ἐπειδὴ μέγα ἐφρόνουν ἐν ταῖς γλώσσαις·
αὐτὸ τίθησι πανταχοῦ· τὸ γὰρ πρῶτον ἐνταῦθα καὶ δεύτερον οὐχ
ἁπλῶς εἴρηκεν. ἀλλὰ προτάττων τὸ προτιμότερον, καὶ τὸ καταδεέστερον <lb n="20"/>
δεικνύς. διὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους προὔθηκεν, οἱ πάντα
εἶχον ἐν ἑαυτοῖς τὰ χαρίσματα. προφήτας δὲ καὶ αὐτὸς τοὺς ἐν
τῇ νέᾳ φησί. πολλῷ γὰρ πλείους τότε ἦσαν φησὶν, ἢ ἐπὶ τῆς
παλαιᾶς. οὐ γὰρ εἰς δέκα ἣ εἴκοσι ἣ ἑκατὸν περιέστηκε τὸ
χάρισμα, ἀλλ’ ἐξεχεῖτο δαψιλῶς ἡ χάρις αὕτη. καὶ ἑκάστη <lb n="25"/>
ἐκκλησία πολλοὺς εἶχεν τοὺς προφητεύοντας. εἰ δὲ φησὶν ὁ
Χριστὸς “ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου·” περὶ ἐκείνων
φησὶν, τῶν προφητῶν, τῶν τὴν παρουσίαν αὐτοῦ προαναφωνησάντων.
τρίτον διδασκάλους· ὁ μὲν γὰρ προφητεύων, πάντα ἀπὸ τοῦ
Πνεύματος φθέγγεται. ὁ δὲ διδάσκαλος ἔστιν ὅτε καὶ ἀπὸ οἰκείας <lb n="30"/>
ἐννοίας διαλέγεται. διὰ δὴ τοῦτο μετὰ τὸν προφήτην αὐτὸν τέθεικεν,
ὅτι τὸ μὲν ἔστιν ὅλον χάρισμα, τὸ δὲ καὶ ἀνθρώπινος πόνος.
ἔπειτα “δυνάμεις,” ἔπειτα “χαρίσματα ἰαμάτων·” ὁρᾷς πῶς
πάλιν διαιρεῖ τὰ χαρίσματα ἀπὸ τῶν ἰαμάτων; ὅπερ καὶ ἔμ-
I i 2

<pb n="244"/>
πρόσθεν ἐποίησεν· ὁ μὲν γὰρ δύναμιν ἔχων, καὶ κολάζει καὶ ἰᾶται·
ὁ δὲ χαρίσματα ἰαμάτων, θεραπεύει πόνον.</p><p>Καὶ ὅρα πῶς ἀρίστῃ κέχρηται τῇ τάξει· τὴν προφητείαν
τῶν δυνάμεων καὶ τῶν ἰαμάτων προτίθησιν· ἀνωτέρω μὲν γὰρ
ἔλεγεν ὅτι τῷ μὲν διὰ τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας· <lb n="5"/>
ἄλλῳ λόγος γνώσεως· οὐ κατὰ τάξιν τιθεὶς, ἀλλ’ ἀδιαφόρως
ἐνταῦθα μέντοι προτίθησι καὶ ὑποτάττει. τίνος οὖν ἕνεκεν τὴν
προφητείαν προτίθησιν ; ὅτι καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ ταύτην ἔχει τὸ
πρᾶγμα τὴν τάξιν· ὅτε γοῦν ὁ Ἠσαίας πρὸς Ἰουδαίους διελέγετο,
καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ δυνάμεως παρεῖχεν ἀπόδειξιν, καὶ τῆς τῶν δαι- <lb n="10"/>
μόνων εὐτελείας· τοῦτ’ αὐτὸ ἔφησε τῆς θεότητος ε-ι’ναι δεῖγμα
μέγιστον τὸ λέγειν τὰ μέλλοντα· καὶ ὁ Χριστὸς δὲ τοσαῦτα
σημεῖα ποιήσας, οὐ μικρὸν τοῦτο τῆς θεότητος αὐτοῦ εἶναι λέγει
σημεῖον· καὶ ἐπιλέγει συνεχῶς, “ταῦτα εἴρηκα ὑμῖν· ἵνα ὅτ’ ἃν
γένηται, πιστεύσητε ὅτι ἐγὼ εἰμι. διατὶ δὲ καὶ τὰς διδασκα- <lb n="15"/>
λίας προστίθησιν ; ὅτι οὐκ ἔστιν ἴσον λόγον καταγγέλλοντας τοῦ
κηρύγματος σπείρειν τὴν εὐσέβειαν εἰς τὰς τῶν ἀκουόντων ψυχὰς
καὶ δυνάμεις ποιεῖν· ἐπεὶ καὶ αὗται δι’ ἐκεῖνον γίνονται· ὅτ’ ἃν
οὖν τις καὶ λόγῳ παιδεύῃ καὶ βίῳ, πάντων ἐστὶ μείζων· διδασκά-
λους γὰρ τούτους φησίν· εἰ δὲ τοὺς προφήτας προτίθησι, μὴ <lb n="20"/>
θαυμάσῃς· οὐ γὰρ ἁπλῶς προφήτας τίθησιν, ἀλλὰ τοὺς διὰ τῆς
προφητείας καὶ διδάσκοντας, καὶ εἰς τὸ κοινὴ συμφέρον ἅπαντα
λέγοντας. ἅπερ προιὼν σαφέστερον ἡμῖν ποιεῖ. τί δέ ἐστιν ἀντι-
λήψεις ; ὥστε ἀντέχεσθαι τῶν ἀσθενῶν· τοῦτο οὖν χάρισμά ἐστιν.
μάλιστα μὲν καὶ τοῦτο τῆς τοῦ Θεοῦ δωρεᾶς τὸ προστατικὸν εἶναι <lb n="25"/>
τὸ πρᾶγμα, τὸ οἰκονομεῖν πνευματικά· ἄλλως τε πολλὰ καὶ τῶν
ἡμετέρων κατορθωμάτων χαρίσματα καλεῖ· δεικνὺς ὅτι πανταχοῦ
τῆς τοῦ Θεοῦ δεόμεθα βοηθείας, καὶ παρασκευάζων εὐχαρίστους
εἶναι.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἀποστόλους οὐ μόνους λέγει δώδεκα, ἀλλὰ καὶ <lb n="30"/>
τοὺς ἑβδομήκοντα, καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα τῆς χάριτος ταύτης
τετυχηκότας. καὶ γὰρ καὶ αὐτὸς ὕστερον κληθεὶς, τῆς χειροτονίας
ταύτης τετύχηκεν· καὶ ὁ μακάριος δὲ Βαρνάβας, καὶ ἕτεροι πρὸς
τούτοις μυρίοι. καὶ τὸν Ἐπαφρόδιτον δὲ Ἀπόστολον τῶν Φιλιπ-

<pb n="245"/>
πησίων καλεῖ. “ὑμῶν γὰρ,” φησὶν, “ἀπόστολον καὶ συνεργὸν
“τῆς χρείας μου.”</p><p>Ὠριγένουσ. Ἐκεῖ μᾶλλον τὸν λόγον ἐν τάξει τετήρηκεν.
δὲ ὡσεὶ ἀποκληρωτικῶς ἐπέρχεται, καὶ κατὰ τὸ ἐπελθὸν αὐτῷ
μνημονεύει τῶν χαρισμάτων. πλὴν καὶ οὕτως ἐκ τοῦ δευτέρου ῥητοῦ <lb n="5"/>
ἀναφωνεῖ, ὅτι ἐλάττονα τὰ χαρίσματά ἐστι παρὰ τὰς δυνάμεις
ἐνεργούμενα τοῦ χαρίσματος, τοῦ κατὰ τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν προφητείαν
καὶ τὴν διδασκαλίαν. εἰ μὴ ἄρα τις δύο εἴδη προφητείας
δώσει· ἵνα καὶ ἐνθάδε τηρήσῃ τὸ τὴν τάξιν σώζεσθαι. ὥστε εἶναι
τινὰ μὲν προφητείαν ὑπερβεβηκυῖαν, τινὰ δὲ προφητείαν ἀναβεβηκυῖαν. <lb n="10"/>
τὴν μὲν γὰρ καθολικωτέραν καὶ μιμουμένην τὰς προφητείας
Ἠσαίου καὶ Ἱερεμίου δευτέραν τάξιν μετὰ τὴν ἀποστολὴν ἐρεῖ. ταύτην
δὲ τὴν τελευταίαν τεταγμένην τάξιν μετὰ τὰ εἰρημένα χαρίσματα
τοιαύτην οὖσαν. “ἐὰν δὲ προφητεύητε, εἰσέλθῃ δέ τις ἄπιστος
“ἣ ἰδιώτης, ἐλέγχεται ὑπὸ πάντων· ἀνακρίνεται ὑπὸ πάντων.” τὰ <lb n="15"/>
κρυπτὰ τῆς καρδίας αὐτοῦ φανερὰ γίνεται· καὶ οὕτως πεσὼν ἐπὶ
πρόσωπον προσκυνήσει τῷ Θεῷ, καὶ ἀπαγγελεῖ ὅτι ὄντως Θεὸς ἐν
ὑμῖν ἐστιν. τοῦτο γὰρ οὐ μακράν ἐστι τοῦ ἐνεργήματος τῶν δυνάμεων·
καὶ χαρίσματος ἰαμάτων ἐπὶ ἐκπλήξει γινομένων τῶν ὁρώντων·
ἵνα ὁ προφητεύων εἴπῃ, τόδε ἔχεις ἐν τῇ καρδίᾳ σου, ἀπὸ <lb n="20"/>
δὲ τοῦ ἁμαρτήματος ἐλήλυθας ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν. δύναται δὲ καὶ
αὕτη ἡ προφητεία τάξει εἶναι ὑστέρα παρὰ τὰ πρότερα, κἀκείνη
ἡ θειοτέρα καὶ μείζων δευτέρα εἶναι· περὶ ἧς έγει “ὁ Θεὸς,
“ἔθετο ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον Ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας·
“τρίτον διδασκάλους,” εἰς κατασκευὴν τοῦ δύο σημαίνεσθαι ἀπὸ <lb n="25"/>
τοῦ τῆς προφητείας ὀνόματος τὰ εἰρημένα προεθέμην ἃ προεῖπον·
ὅρα εἰ δύναμαι ἔτι παραστῆσαι σαφέστερον τὸ λεγόμενον. ὁ Θεὸς
ἔθετο ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πρῶτον Ἀποστόλους, ἀλλ’ οὐ πάντες Ἀπόστολοι·
ἐὰν γὰρ πάντες Ἀπόστολοι, τίσι διακονοῦνται τὴν ἀποστολήν;
δεύτερον προφήτας. οὐ πάντες προφῆται· κατὰ δὲ τὴν ἄλλην <lb n="30"/>
προφητείαν· “ἐὰν δὲ πάντες προφητεύητε· εἰσέλθῃ δὲ ἄπιστος ἡ
“ἰδιώτης,” οὐχ ὡς ἀδυνάτου ἀλλ’ ὡς δυνατοῦ ὄντος τοῦ πάντας οὕτως
προφητεύειν. δύο οὖν σημαινόμενά ἐστιν ἀπὸ τοῦ τῆς προφητείας
ὀνόματος· διὸ καὶ ἐνθάδε τετήρηται ἡ τάξις τῶ Ἀποστόλῳ ἡ
λέγουσα· “πρῶτον Ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας,” καὶ τὰ ἑξῆς. <lb n="35"/>

<pb n="246"/>
ταῦτα μὲν ὡς περὶ τῆς τάξεως. ἐπεὶ δὲ ἔδοξεν ἡμᾶς θλίβειν τὸ
“ἄλλῳ δὲ προφητεία·” τελευταῖα τεταγμένη ἐν ἄλλῃ λέξει. a</p><lb n="29"/><p>Μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται;
<lb n="30"/> πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες
χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις <lb n="5"/>
<lb n="31"/> λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι; ζηλοῦτε δὲ τὰ
χαρίσματα τὰ κρείττονα· καὶ ἔτι καθ’ ὑπερβολὴν ὁδὸν
ὑμῖν δείκνυμι.</p><p>Θεοδωρίτου. Πάλιν διὰ τούτων ἐψυχαγώγησεν τοὺς
δοκοῦντας εἰληφέναι χαρίσματα, καὶ σαφῶς ἐδίδαξεν ὡς <lb n="10"/>
οὐχ οἷόν τε πάντας τὰ αὐτὰ ἔχειν· καὶ ὅτι ἀλλήλων προσδέονται,
ὥσπερ τῆς ἀλλήλων ἐπικουρίας δεῖται τά μέλη.</p><p>Θεοδωρου. Ἀντὶ τοῦ ὅλως γὰρ ἐφίεσθε τῶν μειζόνων χαρισμάτων·
εἰ ὄντως ἐφίεσθε, ἐγὼ ὑμᾶς ἐπὶ ταῦτα προοδηγήσω προθύμως.
τοῦτο γὰρ ἐπήγαγεν, “καὶ ἔτι καθ’ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι.” <lb n="15"/>
τοῦτ’ ἔστι τῶν καθ’ ὑπερβολὴν μειζόνων χαρισμάτων δείκνυμι
τὴν ὁδόν· καὶ διδάσκει αὐτοὺς ὡς τούτων ἁπάντων κρείττων ἡ
περὶ τοῦ πέλας ἀγάπη.</p><p>Σευηριανοῦ. Διὰ τοῦτο δείκνυσιν ὅτι μέγα ἐφρόνουν ἐπὶ
χαρίσματι τῶν γλωσσῶν· ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις χαρίσμασι· <lb n="20"/>
δείκνυσιν οὖν ὅτι τὸ μέγιστον ἡ ἀγάπη ἐστίν. ἐκεῖνα μὲν γὰρ
χαρίσματά ἐστιν καὶ τοῖς ἀναξίοις διὰ τὴν οἰκοδομὴν τῆς Ἐκκλησίας
διδόμενα. τὸ δὲ τῆς ἀγάπης κατόρθωμα τοῦ εὐσεβοῦς. τοῦτο
οὖν λέγει. ποθεῖτε τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα· καὶ ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι
τὴν ἄγουσαν ὑμᾶς ἐπὶ τὴν τῶν κρειττόνων χαρισμάτων ἀπόλαυσιν· <lb n="25"/>
ὁδὸν δὲ τὴν ἀγάπην· ὁ γὰρ ἀγαπῶν νόμον πληροῖ· ὁ δὲ νόμου πληρῶν
εὐδοκιμεῖ. ὁ δὲ εὐδοκιμῶν λαμβάνει χάρισμα πνευματικόν.</p><p>Ἰωάννου. Εἶτα ἵνα μὴ τῇ τάξει ταύτῃ καὶ τῷ φανερῶσαι
τὰ μείζονα καὶ τὰ μικρότερα χαρίσματα, πάλιν λύπην ἐμβάλῃ
τοῖς τὰ ἐλάττονα ἔχουσιν, ἄκουσον τί φησίν· “μὴ πάντες Ἀπό- <lb n="30"/>
“στόλοι ἢ προφῆται;” εἰ γὰρ πάντες ἓν ἦτε, οὐκ ἔτι διάφορα
μέλη. εἰ πάντες, φησὶν, ἦτε προφῆται, ποῦ οἱ Ἀπόστολοι; εἰ
πάντες Ἀπόστολοι· ποῦ οἱ διδάσκαλοι; ὥστε φησὶν ἡ τάξις
<note type="footnote">a Nullum est lacunæ indicium in</note>

<pb n="247"/>
αὕτη καὶ συμφέρουσα καὶ ὠφελιμωτέρα, ἵνα ἕκαστος τοῦ πλησίον
δέηται. “ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα·” ἠρέμα καὶ
ἠνίξατο αὐτοὺς ὅτι ὑμεῖς, φησὶν, αἴτιοι τοῦ μεγάλα λαβεῖν χαρίσματα
διὰ τὴν ῥαθυμίαν ὑμῶν. τοῦτο γὰρ τὸ “ζηλοῦτε” ἐμφαίνει·
ἀλλ’ οὐκ εἰπεν μεγάλα ἀλλὰ “τὰ κρεῖττονα·” τοῦτ’ ἔστι τὰ ὠφελιμώτερα <lb n="5"/>
καὶ δυνάμενα μᾶλλον τὴν ἐκκλησίαν ὠφελεῖν. καὶ ἔτι
καθ’ ὑπερβολήν. ἐὰν ὅλως, φησὶ, ζηλωταὶ ἐστὲ κρειττόνων χαρισμάτων,
δείκνυμι ὑμῖν καθ’ ὑπερβολὴν κρεῖττον χάρισμα· τὴν
ἀγάπην δὲ μέλλει δεικνύειν, καὶ ὅρα, οὐκ εἶπεν καθ’ ὑπερβολὴν
χάρισμα ὑμῖν δείκνυμι, ἀλλ’ “ὁδόν·” σημαίνων ὁδὸν εἶναι τὴν ἀγάπην, <lb n="10"/>
εἰς πάντα ἀπάγουσαν τὰ χαρίσματα· καὶ ὁ ταύτην κτησάμενος
δι’ αὐτῆς ὁδεύσει καὶ εἰς τὰ λοιπὰ χαρίσματα.</p><p>Φωτίου. Τὸ “ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα,” δοκῶ μοι μὴ
παραίνεσιν καὶ ἀπόφασιν εἰρηκέναι· πῶς γὰρ ὁ γε πολλάκις πρός
τε τὸ συμφέρον εἰπὼν λαβεῖν ἕκαστον τὸ χάρισμα, καὶ μηδὲν <lb n="15"/>
διαφέρειν πολλάκις ἐνδειξάμενος τὸν δοκοῦντα ἔχειν τὸ μεῖζον
χάρισμα, πρὸς τὸν ἔχοντα τὸ ἔλαττον; ἀλλ’ εἰρῆσθαι μοι δοκεῖ
τῷ θεσπεσίῳ Παύλῳ κατ’ ἐρώτησιν· “ζηλοῦτε” φησὶν “τὰ
“χαρίσματα τὰ κρείττονα;” καὶ οὔπω ὑμᾶς ἐπείσαμεν μὴ ἀθυμεῖν
ἐπὶ τοῖς ἐλάττοσιν· ἀλλ’ ἔτι ἐρασταὶ καὶ ζηλωταὶ τῶν <lb n="20"/>
μειζόνων ἐστέ· ἐγὼ δὲ ἔτι πρὸς τοῖς εἰρημένοις μέθοδον ὑμῖν καὶ
ὁδὸν δείκνυμι, δι’ ἧς οὐδὲν τούτων τῶν χαρισμάτων τῶν μεγίστων
δεηθέντες, καθ’ ὑπερβολὴν ἃν τῶν ἄλλων μείζους ὡς ἀληθῶς καὶ
τελειότεροι φανείητε· τι οὑν ἔστιν τοῦτο; ἁπλοῦν καὶ ἄκοπον
καὶ ἐκ τοῦ ῥᾴστου παραγινόμενον. τί οὖν ἐστιν; τί δὲ ἄλλο, ἀλλ’ <lb n="25"/>
ἡ ἀγάπη; ταύτην γὰρ ὁ καθαρῶς ἀναλαβὼν, πάντων προέχει,
πάντων ὑπερβέβηκεν· ὁ δὲ ταύτην μὴ ἔχων, πάντων ἐκπέπτωκεν·
πάντων ἐστὶν ἔρημος. ἃν δὲ τὴν ἀγάπην ἔχωμεν, οὔτε περὶ χαρισμάτων
ἀλλήλοις ἐρίσαντες μικρολογησόμεθα, οὔτ’ ἄλλο τι
τῶν οὐ προσηκόντων ὑμῖν ἅψεται.</p><lb n="30"/><lb n="1"/><p>Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν
ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν
<lb n="2"/> ἣ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν, καὶ
εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ

<pb n="248"/>
ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην
δὲ μὴ ἔχω, οὐθέν εἰμι.</p><p>Σευηριανοῦ. Καὶ τίς γλῶσσα Ἀγγέλων· παρ’ οἱς οὐ
οὐ λάρυγξ, οὐ γλῶσσα, οὐ φωνή; ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡς λέγει Μωϋσῆς
ἐν τῷ Δευτερονομίῳ, “ἔστησεν ὁ Θεὸς ὅρια ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν <lb n="5"/>
Ἀγγέλων Θεοῦ, τότε δὲ δηλαδὴ ἔστησεν, ὅτε εἰς γλώσσας ἐμέρισεν
τοὺς τὸν πύργον οἰκοδομεῖν ἐπιχειρήσαντας· ἐπειδὴ γὰρ οὐκ
ἔτι ἀπὸ τῆς ὁμοφωνίας ἐφυλάττοντο εἰς συμφωνίαν. ἀλλ’ ὥσπερ
ἠλλοτριώθησαν ἀλλήλων ταῖς τῆς γλώσσης ἐναλλαγαῖς, ἐτέθησαν
Ἄγγελοι, ἵνα ἕκαστος φυλάσσῃ ὃ ἐπιστεύθη ἔθνος· καὶ μηδὲν <lb n="10"/>
παραναλωθῇ, καὶ ἀπόληται· διὰ τοῦτο Ἀγγέλων γλώσσαις καλεῖ,
τὴν διαφορὰν τῶν γλωσσῶν· δεῖ δὲ εἰδέναι ὅτι ὥσπερ “ἄρτον
“Ἀγγέλων” λέγει ὁ Δαβὶδ, οὐχ ὡς ἐσθιόντων· οὕτως καὶ Ἀγγέλων
γλώσσας οὐχ ὡς λαλούντων. ἐκεῖνό τε γὰρ καὶ τοῦτο, ὡς υπουργούντων
τῇ τοῦ Θεοῦ διατάξει. ἀνθρώπων μὲν οὖν γλῶσσα ἡ <lb n="15"/>
πεπαιδευμένη. ἐπείσακτος γὰρ αὕτη παρὰ τὴν φυσικὴν, ἡ ἔνταγνος b.
Ἀγγέλων δὲ γλῶσσα, ἡ κατὰ φύσιν εἰς πολλὰ μερισθεῖσα·
“γέγονα χαλκὸς ἠχῶν, ἣ κύμβαλον ἀλαλάζον·” ἐντεῦθεν φαίνεται
ὅτι Ἀγγέλων λέγει τὴν ἐναλλαγὴν τῶν γλωσσῶν καὶ τὴν διαφοράν·
ὁ γὰρ λαλῶν ἄλλαις γλώσσαις παρὰ τοῖς οὐκ εἰδόσιν <lb n="20"/>
αὐτὰς, ὥσπερ κύμβαλόν ἐστι μόνον ἦχον ἀποτελοῦν, νόημα δὲ
οὐδὲν ἐπιδεικνύμενον.</p><p>Θεοδωρου. Πρῶτον ἁπάντων τέθεικεν τὴν παρεζέτασιν ποιούμενος.
τὸ χάρισμα τῶν γλωσσῶν ἐπειδὴ τοῦτο ἐδόκει παρὰ τοῖς
μεῖζον εἶναι τῶν ἄλλων. μεῖζον δὲ αὐτὸ ὑπέλαβον, ἐπειδὴ πρὸ <lb n="25"/>
τῶν ἄλλων ἁπάντων τοῖς Ἀποστόλοις ἐδόθη κατὰ τὴν τῆς Πεντηκοστῆς
ἡμέραν τοῦ Παναγίου ἐπιφοιτήσαντος Πνεύματος· λέγει
τοίνυν ὅτι κἂν πάσας εἰδῶ τὰ τῶν ἀνθρώπων φωνὰς, πρὸς δὲ τούτοις
καὶ τὰς τῶν ἀοράτων δυνάμεων, τὴν δὲ περὶ τὸν πέλας
ἀγάπην μὴ ἔχω, τῶν ἀψύχων ὀργάνων οὐδὲν διενήνοχα· Ἀγγέλων <lb n="30"/>
δὲ γλώττας οὐκ αἰσθητὰς λέγει, ἀλλὰ νοητὰς τίνας, δι’ ὧν καὶ
τὸν τῶν ὅλων ὑμνοῦσι Θεόν· καὶ ἀλλήλοις προσδιαλέγονται·
ἤκουσεν γὰρ αὐτῶν καὶ Ἠσαίας ὑμνούντων καὶ Ἰεζεκιήλ· καὶ
<note type="footnote">b An ἔντακτος?</note>

<pb n="249"/>
μέντοι καὶ Δανιὴλ προσδιαλεγομένων αὐτῶν ἀκήκοεν, Ζαχαρίας c
καὶ Μιχαίας. τέθεικεν δὲ αὐτὸ ὁ θεῖος Ἀπόστολος ὑπερβολικῶς·
δεῖξαι βουλόμενος τῆς ἀγάπης τὸ κέρδος.</p><p>Ὠριγένουσ. Ζητοῦμεν ἐνταῦθα εἰ δύναταί τις ἐν τῷ
τούτῳ καὶ προφητείαν ἔχειν, καὶ τὰ μυστήρια ἅπαντα γνῶναι <lb n="5"/>
χωρὶς ἀγάπης· καὶ ὅλως εἰ δίδοταί τινι τὰ μυστήρια πάντα
γνῶναι. φησὶ γὰρ ὁ Παῦλος “εἰ τις δοκεῖ ἐγνωκέναι τι, οὔπω
“ἔγνω καθὼς δεῖ γνῶναι.” καὶ πάλιν· “ἐκ μέρους.” φησὶ, “γι-
“νώσκομεν· καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅτ’ ἂν δὲ ἔλθῃ τὸ
“τέλειον, τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται.” τὸ δὲ ταῦτα λέγειν <lb n="10"/>
περὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν παραπλησίων Ἀποστόλων αὐτῷ, δηλοῖ ὅτι
οὐ δυνατόν ἐστιν εἰδέναι πάντα τὰ μυστήρια καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν.
πῶς οὖν ὡς δυνατοῦ ὄντος τοῦ εἰδέναι πᾶσαν τὴν γνῶσιν καὶ
πάντα τὰ μυστήρια ἐπίστασθαι ταῦτα φησίν; ἐὰν ἴδωμεν τὸ
προοίμιον τῶν λόγων ἐν οἷς φησὶ “καὶ ἔτι καθ’ ὑπερβολὴν ὁδὸν <lb n="15"/>
“ὑμῖν δείκνυμι,” καὶ νοήσωμεν τί ἐστιν ὑπερβολὴ, ταῦτα πάντα
ἔσται σεσαφηνισμένα. ὑπερβολὴ τοίνυν ἐστὶν, ὡς καὶ Ἕλληνες
ὁρίσαντο, λόγος ἐμφάσεως ἕνεκεν, ὑπεραίρων τὴν ἀλήθειαν. καὶ
χρῶνται ἐκεῖνοι παραδείγματι, ὅτι λευκότεροι χιόνος λέγονταί
τινες εἶναι· οὐχ ὅτι δυνατόν τι εἶναι λευκότερον χιόνος, ἀλλὰ καθ’ <lb n="20"/>
ὑπερβολὴν λέλεκται· καὶ ἔτι, τρέχουσί τινες ἵπποι ὡς ἄνεμος·
οὐχ ὅτι δυνατόν ἐστι τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ἐμφάσεως ἕνεκεν, ἵνα τὸ
τάχος τῶν ἵππων παραστῇ, λέγεται τὸ τοιοῦτον περὶ αὐτῶν· καὶ
ἐν τῇ γραφῇ δὲ λέγεται τῶν Ψαλμῶν περὶ τῆς θαλάσσης· “ἀνα-
“βαίνουσι τὰ κύματα αὐτῆς ἕως τῶν οὐρανῶν, καὶ καταβαίνουσιν <lb n="25"/>
ἕως τῶν ἀβύσσων. ὅπερ ἀδύνατον ἀλλ’ ἐμφάσεως ἕνεκεν εἴρηται.
καὶ ἐν τῇ νόμῳ δὲ εὑρήσεις γεγραμμένον τῆς ὑπερβολῆς
τὸν τρόπον ἔνθα γέγραπται, “εἴδομεν πόλεις μεγάλας καὶ τει-
“χήρεις ἕως τοῦ οὐρανοῦ.” πῶς δὲ τοῦτο δύναται εἶναι; ἀλλ’
ὑπερβολικῶς λέγεται. οὐ πάντως αὐτὸ τὸ δηλούμενον παριστῶντος <lb n="30"/>
τοῦ λόγου, ἀλλ’ ἵνα δηλώσῃ τὸ μέγεθος τῶν κυμάτων, ἢ τὴν
ταπείνωσιν· ἢ τὸ μέγεθος τῶν τειχῶν, ἤτοι τούτοις παραπλήσιον.
οὕτω καὶ ἐνθάδε ὑπόθεσιν λαμβάνει ὁ Ἀπόστολος ὑπὲρ τοῦ ἐξε-
<note type="footnote">c Ζαχαρίας Cod.</note>

<pb n="250"/>
τασθῆναι φύσιν χαρισμάτων φύσιν ἀγάπης· οὐχ ὅτι δυνατόν ἐστι
εἰναι χάρισμα καὶ ταῦτα τηλικοῦτον χωρὶς ἀγάπης· ἣ ὅτι δυνατὸν
ἐν τῷ βίῳ τούτῳ εἰδέναι τινὰ πᾶσαν τὴν γνῶσιν χωρὶς ἀγάπης,
ἣ ἔχειν πίστιν τηλικαύτην ὥστε ὄρη μεθιστάνειν· ἀλλὰ βουλόμενος
παραστῆσαι ὅτι εἰ ἐν ζυγῷ τεθείη ἡ ἀγάπη καθ’ ὑπόθεσιν <lb n="5"/>
εἰρημένου τοῦ λόγου. δεῖ οὖν, φησὶ, μάλιστα ζηλοῦν τὴν
ἀγάπην.</p><p>Ἄρα δὲ Ἄγγελοι διαλεγόμενοι πρὸς ἀλλήλους, ταύταις ταῖς
γλώσσαις διαλέγονται αἷς καὶ ἄνθρωποι· ὥστε τῶν Ἀγγέλων τινὰς
μὲν‘ Ἕλληνας εἶναι τυχόν· τινὰς δὲ Ἑβραίους, καὶ ἄλλους Αἰγυπτίους; <lb n="10"/>
ἣ τοῦτο ἄτοπον λέγειν περὶ τῶν ἄνω ἀγγελικῶν ταγμάτων;
μή ποτε οὖν ὧσπέρ εἰσιν ἐν ἀνθρώποις διάλεκτοι πολλαὶ, οὕτως εἰσὶ
καὶ ἐν Ἀγγέλοις· καὶ ἐὰν ὁ Θεὸς ἡμῖν χαρίσηται ἀπὸ τῆς ἀνθρωπίνης
φύσεως ἐπὶ τὴν ἀγγελικὴν καταταγὴν, τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ
Χριστοῦ ἐπαγγελίαν λέγοντος, “ἰσάγγελοι ἔσονται καὶ Υἱοὶ Θεοῦ, <lb n="15"/>
“τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες,” οὐκ ἔτι χρησόμεθα διαλέκτῳ ἀνθρώπων,
ἀλλὰ διαλέκτῳ τῇ ἀγγελικῇ· καὶ ὥσπερ ἄλλη διάλεκτος
παιδίων, καὶ ἄλλη τετρανωμένων τὴν φωνὴν, οὕτως πᾶσα ἐν ἀνθρώποις
διάλεκτος οἱονεὶ παιδίων ἐστὶν διάλεκτος· ἡ δὲ ἀγγελικὴ
οἱονεὶ ἀνδρῶν ἔστι τελείων καὶ τετρανωμένων· ἴσως δὲ κἀκεῖ κατὰ <lb n="20"/>
τὴν ἀναλογίαν τῆς καταστάσεως καὶ διάλεκτοι εἰσιν· “ἐὰν” οὖν
“ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ, καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην
“δὲ μὴ ἔχω, γέγονα καλκὸς ἠχῶν ἣ κύμβαλον ἀλαλάζον.” ὥσπερ
ὁ χαλκὸς ἠχῶν ἄσημον δίδωσι φωνήν· ὥσπερ τὸ κύμβαλον τὸ
ἀλαλάζον οὐδὲν τρανὸν, τὸν αὐτὸν τρόπον χωρὶς μὲν ἀγάπης <lb n="25"/>
γλῶσσα κἂν Ἀγγέλων ἐν ἀνθρώποις καθ’ ὑπόθεσιν ᾖ, ἀτράνωτός
ἐστιν· οὐδὲν γὰρ ποιεῖ τῶν ἀνθρώπων ἤτοι τῶν Ἀγγέλων τρανῆ καὶ
σαφῆ, ὡς ἡ ἀγάπη· ἀγάπης δὲ μὴ παρούσης, τὸ λαλούμενον οὐδέν
ἐστιν· τίς δὲ ἡ διαφορὰ τῆς γνώσεως καὶ τῆς τῶν μυστηρίων
εἰδήσεως; περὶ δύο γὰρ πραγμάτων ὁ Ἀπόστολος λέγει· ἡγοῦμαι <lb n="30"/>
τοίνυν τὸ μὲν περὶ τῶν φανερῶν εἰδέναι τὴν γνῶσιν εἶναι γενικωτέραν
οὖσαν τῶν μυστηρίων· ἐν μέρει γὰρ τῆς γνώσεως ἡ τῶν
μυστηρίων ἐστὶν ἐπιστήμη· τὸ δὲ περὶ τῶν ἀπορρητοτέρων καὶ
θειοτέρων εἰδέναι τοῦτ’ εἶναι τὸ μυστήριον γινώσκειν, ὡς εἶναι
γενικὸν μὲν λόγον τῆς γνώσεως, οὐκ ἔτι δὲ πάσης τῆς γνώσεως <lb n="35"/>

<pb n="251"/>
εἰναι τὴν κατάληψιν μυστηρίων περὶ ὧν λέλεκται· ἀλλὰ “λαλοῦ-
“μὲν Θεοῦ σοφίαν ἐν μυστηρίῳ τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν
ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ὑμῶν. ὅτ’ ἃν γὰρ εἰδῶ
ταῦτα, τότε ἔχω τὴν γνῶσιν τῶν μυστηρίων· “κἂν ἔχω πᾶσαν
“τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστάνειν·” γέγραπται ἐν τῷ εὐαγγελίῳ· <lb n="5"/>
“ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει
“τούτῳ, ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ μεταβήσεται·
“καὶ οὐδὲν ὑμῖν ἀδυνάτησει.” ὁ γὰρ ἔχων πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως
ὅλην ἔχει τὴν πίστιν.</p><p>Ἰωάλλου. Γλώσσαις Ἀγγέλων εἰπὼν, οὐ σῶμα τοῖς ἀγγέλοις<lb n="10"/>
περιτίθησιν· ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἡμῖν ἐγνωσμένου φωνῆς ὀργάνου τὴν
πρὸς αὐτοὺς τῶν ἀγγέλων ὁμιλίαν δηλοῖ. ὡς καὶ ἀλλαχοῦ φησὶν,
ὅτι “αὐτῷ κάμψει πᾶν γόνυ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων.”</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Ποῖα οὖν αὕτη ἐστίν ὁδός; ποῖα ἡ
ἧς χωρὶς, οὐδὲ ἓν ἔνι χάρισμα ἐπωφελές; καὶ πρῶτον ἀπὸ τοῦ <lb n="15"/>
παρ’ αὐτοῖς τιμίου τῶν γλωσσῶν ἄρχεται, καὶ φησὶν, ἐὰν ταῖς
γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων λαλῶ ἄνευ ἀγάπης·
εἰκῆ καὶ μάτην καὶ εἰς οὐδὲν δέον φθέγγομαι· ὥσπερ τὰ ἄψυχα, ὁ
χαλκὸς καὶ τὸ κύμβαλον.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Θέλων δεῖξαι μέγαν τὴν ἀγάπην, αὔξει
τὰ χαρίσματα, καὶ τότε φησὶν ἐκτὸς ἀγάπης οὐδὲν εἶναι. ἄνω
γὰρ εἰπὼν, ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων καὶ Ἀγγέλων λαλῶ,
ὅπερ ἦν μέγιστον· νῦν πάλιν ἐπὶ τῆς προφητείας τὸ αὐτὸ ποιεῖ·
προφητείαν γὰρ ἐὰν ἔχω, οὐ τὴν τυχοῦσαν, φησὶν, ἀλλὰ τὴν
ἀκροτάτην, τὴν τὰ μυστήρια καὶ τὴν γνῶσιν ἔχουσαν, ἄνευ ἀγάπης <lb n="25"/>
οὐδὲν εἰμί· τοῦτο γὰρ κάτω ἀποδίδωσιν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὃ εἶπεν ὁ Κύριος ἐν τοῖς
τὸ διὰ πίστεως ὄρη μεθιστᾶν, τοῦτο φησὶ μηδὲν εἶναι, ἀγάπης
χωρίς· οὐκ εἶπεν μικρός εἰμι καὶ εὐτελὴς, ἀλλ’ οὐδέν εἰμι.</p><p>Γενναδίου. Νῦν πίστιν οὐ τὴν τῶν πιστῶν ἔφη, τὴν κοινὴν <lb n="30"/>
καὶ καθολικήν· ἀλλὰ τὸ χάρισμα τὸ τῆς πίστεως· ἦν γάρ τι
χαρίσματος εἶδος, ὁμωνύμως οὕτω τῇ πίστει λεγόμενον· ὅθεν ἐπὶ
φανερώσει πνευματικῆς μετουσίας ἐχορηγεῖτο πολλοῖς ἐν τῷ τότε
τῶν εὐσεβῶν. περὶ τούτου γὰρ ὁ Κύριος ἐν Εὐαγγελίοις φησὶν,
“ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ <lb n="35"/>

<pb n="252"/>
“ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ γενήσεται οὕτως.”
οὐ δήπου γὰρ ὡς πρὸς ἀπίστους τὴν κοινὴν πίστιν ταῦτα πρὸς αὐτους
διελέγετο.</p><p>Θεοδωρίτου. Πίστιν ἐνταῦθα οὐ τὴν κοινὴν ταύτην λέγει· διὰ
γὰρ δὴ τὴν τηνικαῦτα κατέχουσαν ἀπιστίαν, πολλὰ τοιαῦτα <lb n="5"/>
ἐθαυματούργουν εἰς ἔκπληξιν· διὰ τούτων ποδηγοῦντες πρὸς τὴν
ἀλήθειαν.
<lb n="3"/> Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν
παραδῷ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ
<lb n="4"/> ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται· <lb n="10"/>
ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ. ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ
<lb n="5"/> φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται,
<lb n="6"/> οὐ λογίζεται τὸ κακὸν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ
<lb n="7"/> ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῆ ἀληθείᾳ, πάντα στέγει, πάντα
<lb n="8"/> πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. ἡ ἀγάπη οὐδέποτε<lb n="15"/>
ἐκπίπτει.</p><p>Ὠριγένοτσ. Κἂν ψωμίσω πάντα μου τὰ ὑπάρχοντα οὐ διὰ
τὴν ἀγάπην· κἂν παραδῶ τὸ σῶμά μου, ἵνα καυθήσωμαι, ὡς δυνατοῦ
ὄντος ψωμίσαι τινὰ τὰ ὑπάρχοντα, οὐ διὰ τὴν ἀγάπην ἀλλὰ
διὰ κενοδοξίαν· καὶ ὡς δυνατοῦ ὄντος καὶ μαρτυρῆσαι τινα ἕνεκεν <lb n="20"/>
καυχήσεως, καὶ δόξης ἧς δοξάζονται ἐν ταῖς ἐκκλησίαις οἱ μάρτυρες.
ἀγάπην αὐτὸν νῦν λέγειν, οὐ τὴν εἰς Θεὸν, ἀλλὰ τὴν εἰς
τὸν πλησίον· πιστοῖς γὰρ, φησὶ, γράφει. καὶ ὅτι ὑπερβολικῶς
εἴρηται πάντα τὰ νῦν λεχθέντα.</p><p>Ὠριγένουσ. Τὰ ἐγκώμια τῆς ἀγάπης τῆς ὑπερεχούσης τὰ <lb n="25"/>
χαρίσματα διεξέρχεται. ἔδει γὰρ αὐτὸν διδάξαι καὶ τι ἐστιν ἀγάπη,
καὶ πῶς ἐστιν ὁ ἔχων τὴν ἀγάπην· “ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ.” ”
ἔχεις μακροθυμίαν τὴν οὖσαν καρπὸν τοῦ Πνεύματος, ἔχεις αὐτὴν
διὰ τὴν ἀγάπην· “χρηστεύεται·” τι χρηστότητι ἐναντίον; ἡ
πονηρία. εἰ πονηρεύει κατά τινος, οὐκ ἔχεις τὴν ἀγάπην. εἰ χρηστὸς <lb n="30"/>
εἰ καὶ γλυκὺς πρὸς πάντας ἀνθρώπους, ἔχεις ἀγάπην· “ἡ
ἀγάπη οὐ ζηλοῖ εἰ ζῆλός ἐστιν ἔν σοι, ὁποῖος ἢν ἐν τῷ Καΐν
πρὸς τὸν Ἄβελ· ἢ ὁποῖος ἦν ἐν τοῖς ἀδελφοῖς τοῦ Ἰωσὴφ πρὸς
τὸν Ἰωσὴφ, οὐκ ἔχεις τὴν ἀγάπην· μαχόμενον πρᾶγμά ἐστι τὸ

<pb n="253"/>
ἀγαπᾶν τῷ ζηλοῦν. “ἡ ἀγάπη οὐκ περπερεύεται·” ὅτ᾿ ἄν τις
προπετὴς ᾖ ἐπαγγελόμενος εἰδέναι ἢ περὶ τέχνης ἢ περὶ ἐπιστήμης
η πέρι γνώσεως, οὕτος ἐστιν ο περπερευόμενος, πάρα τὸ μὴ
ἔχειν τὴν ἀγάπην. “οὐκ ἀσχημονεῖ·” οὐδεὶς τὴν ἀγάπην ἔχων
ἄσχημόν τι πράττει· ἐὰν οὖν πότε ἀδελφοὶ ἡμῶν ἄρρεν καὶ θήλεια, <lb n="5"/>
φάσκοντες κατὰ Θεὸν ἀλλήλους ἀγαπᾶν, δι’ ἀσθένειαν πέσωσι
προφάσει ἀγάπης, λέγομεν αὐτοῖς ὅτι οὐκ ἔχουσι τὴν ἀγάπην·
“ἡ γὰρ ἀγάπη οὐκ ἀσχημονεῖ· οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς.” οὐδεὶς
ἀγάπην ἔχων ζητεῖ τὰ ἑαυτοῦ· οἷον μητὴρ τὸ ἀγαπᾶν τὸν υἱὸν, ἢ
πατὴρ, οὐ ζητεῖ τὰ ἴδια, ὡς τὰ τοῦ υἱοῦ. τὸ γὰρ ἔχειν ἀγάπην <lb n="10"/>
οὐ φίλαυτον. εἰ ἐζήτει τὸ ἑαυτοῦ ὁ Σωτῆρ’ ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων
καὶ ὢν ἴσα Θεῷ, ἔμενεν ἂν ἐν τῇ μορφῇ ἐκείνῃ· νῦν δὲ σῶσαι
κόσμον ἀπολλύμενον θελήσας, “ἑαυτὸν ἐκένωσεν, μορφὴν δούλου
λαβὼν, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος, ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν
γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.” ἔλθε καὶ <lb n="15"/>
ἐπὶ τοὺς ἁγίους· ἴδε τὴν ἀγάπην Μωΰσεως· “εἰ μὲν ἀφεῖς αὐτοῖς
“τὴν ἁμαρτίαν, ἄφες· εἰ δὲ μὴ, κἀμὲ ἐξάλειψον ἐκ τῆς βίβλου
“σου, ἧς ἔγραψας.” καὶ ὁ Ἀπόστολος δὲ φησὶ “καθὼς κἀγὼ πάντα
“πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἑοῦ συμφέρον ἀλλὰ τὸ τῶν πολ-
“λῶν, ἵνα σωθῶσιν· καὶ εὐχόμην αὐτὸς ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ <lb n="20"/>
“Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα·”
ἀνάθεμα τοῦ Χριστοῦ εὔχεται εἶναι ὑπὲρ τῆς ἄλλων σωτηρίας.</p><p>Ἰωάννου. Καλῶς τὸ “Ψωμίσω·” μετὰ τῆς δόσεως, καὶ τὴν
οἰκείαν σημαίνων διακονίαν· ὅρα δὲ καὶ τὸ πάντα τὰ ὑπάρχοντα,
οὐ μέρος αὐτῶν· καὶ “ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι,” <lb n="25"/>
τὸν χαλεπώτατον λέγει θάνατον, ὑπὲρ Θεοῦ δηλονότι γινόμενον.
εἶτα λοιπὸν διεξέρχεται τῆς ἀγάπης τὰ γνωρίσματα· δεικνὺς ὅτι
οὐ μόνον βλαστήσαντα τὰ πάθη ἐκριζοῖ, ἀλλ’ οὐδὲ φῦναι συγχωρεῖ.
ὅρα δὲ εὐθὺ τὴν μακροθυμίαν τέθεικεν τὴν ῥίζαν πάσης
φιλοσοφίας. ἐπειδὴ τινές εἰσιν οἱ τῇ μακροθυμίᾳ οὐκ εἰς φιλοσοφίαν <lb n="30"/>
κέχρηνται· ἀλλὰ πρὸς τὸ διαρρῆξαι τοὺς ἐνοχλοῦντας
ἠθικώτερον αὐτοῖς διαλεγόμενος, φησὶ, “χρηστεύεται,” τοῦτ’
ἔστιν οὐκ ἐπὶ τὸ ἀνάψαι τὴν ὀργὴν τῶν ἐνοχλούντων, ἀλλ’ ἐπὶ
τῷ καὶ πραύναι τὴν μακροθυμίαν κεχρημένος· βαβαὶ, οἷόν ἐστι τὸ

<pb n="254"/>
μὴ ζηλοῦν τοὺς εὖ πράττοντας· “περπερεύεται·” ἀλαζονεύεται·
οὔτε φυσιοῦται καὶ φρονεῖ μέγα ἐπὶ τοῖς οἰκείοις κατορθώμασιν·
οὐ μόνον, φησὶν, οὐ φρονεῖ μέγα, ἀλλὰ καὶ τὰ αἴσχιστα πάσχουσα,
οὐκ οἴεται ἀσχημοσύνην εἶναι τὸ πρᾶγμα, διὰ τὸν ἀγαπώμενον
λέγει τρόπον· πῶς οὐκ ἀσχημονεῖ; ὅτι οὐ ζητεῖ τὸ οἰκεῖον <lb n="5"/>
συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τοῦ πλησίον· καὶ ἀσχημοσύνην τότε ἡγεῖται,
ὅτ’ ἃν ἀσχημονοῦντα τὸν πλησίον μὴ ἀπαλλάξῃ· πάντα πάσχουσα
οὐ παροξύνεται εἰς ὀργήν· καὶ οὐ μόνον οὐκ ἐργάζεται τὸ
κακὸν, ἀλλ’ οὐδὲ λογίζεται· οὐκ ἐφήδεται, φησὶ, τοῖς κακῶς
πάσχουσιν, συγχαίρει δὲ τοῖς εὐδοκιμοῦσιν. τοῦτο γὰρ αὐτοῖς ἡ <lb n="10"/>
μακροθυμία χαρίζεται, περὶ ἧς εἶπεν, πάντα πιστεύει ἃ ἃν εἴποι
ὁ ἀγαπώμενος. καὶ οὐδὲν ὕπουλον οὔτε αὐτὸς λαλεῖ, οὐδὲ ’τον
λαλοῦντα οἴεται· οὐκ ἀπογινώσκει, φησὶ, τοῦ ἀγαπωμένου· ἀλλ’
ἐλπίζει αὐτὸν εἰς τὸ βέλτιον ἐπιδιδόναι· εἰ δὲ καὶ ἐλπίσας, φησὶν,
ἀποτύχει, ἐκείνου τῇ κακίᾳ ἐναπομείναντος, φέρει γενναίως αὐτοῦ <lb n="15"/>
τὰ ἐλαττώματα· πάντα γὰρ, φησὶν, ὑπομένει· οὐ διαλύεται
φησὶν, οὐδὲ διακόπτεται· ἤγουν οὐδέποτε ἐκπίπτει, οὐδὲ ἀποτυγχάνει
τῆς εὐδοκιμήσεως.</p><p>Θεοδωρίτου. Συγγινώσκει τοῖς ἐπταισμένοις· οὐκ ἐπὶ κακῷ
σκοπῷ ταῦτα γεγενῆσθαι ὑπολαμβάνων. μισεῖ τὰ παράνομα· <lb n="20"/>
συνευφραίνεται τοῖς καλοῖς. πάντα στέγει, ἀνέχεται διὰ τὴν
ἀγάπην τῶν λυπηρῶν. πάντα πιστεύει· ἀψευδῆ νομίζει τὸν ἀγαπώμενον·
πάντα ἐλπίζει· κἂν ἐπὶ τὸ χεῖρον ἴδῃ ῥέψαντα, προσμένει
αὐτοῦ τὴν ἐπὶ τὰ κρείττω μεταβολήν. πάντα ὑπομένει·
οὐδὲν αὐτὸν τῶν εἰς αὐτὸν γινομένων ἀπορρῆξαι δύναται τῆς ἀγάπης. <lb n="25"/>
“ὴ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει τοῦτ’ ἔστιν οὐ διασφάλλεται,
ἀλλ’ ἀεὶ μένει βεβαία καὶ ἀσάλευτος· τοῦτο γὰρ διὰ τῶν
ἐπαγομένων ἐδίδαξεν.</p><p>Φωτίου. “Ἡ ἀγάπη,” φησὶν, “οὐδέποτε ἐκπίπτει·” ἀλλ’
ἀεὶ προφάσεις ἀγαθὰς καὶ καλὰς ἑαυτῇ ἀνευρίσκει. δι’ ὧν τῆς <lb n="30"/>
πρὸς τοὺς πλησίους στοργῆς καὶ συναφείας κατέχει τοὺς χρωμένους
αὐτῇ παραμένειν, καὶ μὴ διαρρήγνυσθαι· κἂν ἐκεῖνοι ἀφηνιῶσιν
καὶ ἀποσκιρτᾶν αἰτίας παρέχωσιν· στέγειν γὰρ ποιεῖ καὶ
ἐλπίζειν καὶ ὑπομένειν τὸν ἁμαρτάνοντα εἰς αὐτόν.</p><pb n="255"/><p>Εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλώσσαι,
<lb n="9"/> παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. ἐκ μέρους
<lb n="10"/> δὲ γινώσκομεν, καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ
<lb n="11"/> ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. ὅτε
ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος <lb n="5"/>
ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνὴρ, κατήργηκα
τὰ του νηπίου.</p><p>Θεοδωρίτου. “Εἴτε προφητείαν, καταργηθήσονται· εἴτε
“γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. ὁ γὰρ
μέλλων βίος, τούτων ἀνενδεής· περιττὴ γὰρ ἡ προφητεία, τῶν i o
πραγμάτων παρόντων· ἄχρηστοι δὲ καὶ αἱ γλῶτται, τῆς τούτων
ἀναιρουμένης διαφορᾶς· ἡ γνῶσις παύσεται, ἡ ἐλάττων, χορηγου-
χορηγουμένης τῆς μείζονος· τοῦτο γὰρ ἐπήγαγεν, “ἐκ μέρους γὰρ γινώ-
“σκομεν, καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν. ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε
“τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται.” περιττὴ γὰρ τοῖς τελείοις, τῶν <lb n="5"/>
μειρακίων ἡ γνῶσις· ταύτῃ μὲν κέχρηται τῇ εἰκόνι καὶ ὁ θεῖος
Ἀπόστολος· “ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος
“ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνὴρ, τὰ τοῦ
“νηπίου κατήργηκα.” οἱ γὰρ μετὰ τὴν τελείαν ἡλικίαν ἀγχι-
νοίᾳ καὶ συνέσει κοσμούμενοι, τῆς μειρακιώδους οὐ προσδέονται <lb n="20"/>
γνώσεως· ἀπείκασε τοίνυν τὴν μὲν ἐὺ τοῦ παρόντος βίου δεδο-
μένην ἡμῖν γνῶσιν τίη τῶν νηπίων γνώσει τὴν ’δε γε προσδοκω-
μένην τῇ τῶν τελείων ἀνδρῶν διδασκαλίᾳ. πάλιν διὰ τούτων μὴ
μέγα φρονεῖν ἐπὶ τῇ γνώσει τοὺς κατατέμνοντας τῆς Ἐκκλησίας
τὸ σῶμα.</p><lb n="5"/><p>Ὠριγένουσ. Γλῶσσαι παύσονται· ὅτε νῷ ὁμιλήσω ᾧ βούλοι’
’μαι διαλεχθῆναι, Ἰωάννου καταλέξας τῆς ἀγάπης τὰ βλαστήματα.
πάλιν αὐτὴν καὶ ἑτέρῳ τρόπῳ ὑψοῖ, τῷ λέγειν, καὶ τὴν προφητείαν
καὶ τὰς γλώσσας καὶ τὴν γνῶσιν, τέλος ἕξειν· τὴν δὲ ἀγάπην
μονίμου εἶναι καὶ ἀτελεύτητον. εἰ γὰρ καὶ αἱ προφητεῖαι καὶ αἱ <lb n="3"/>
γλῶσσαι διὰ τὴν τῆς πίστεως γνῶσιν εἰσὶν, τῆς πίστεως παντα-
χοῦ ἁπλωθείσης, εἰκότως περιτταὶ ἀργήσωσιν· τοῦτο δὲ καὶ νῦν
ἔσται, τότε μάλιστα· τι οὖν τότε ; περὶ τοῦ μέλλοντος γὰρ <lb n="7"/>
χρόνου καταργεῖσθαι τὴν γνῶσιν· τότε τοίνυν ἐν ἀγνωσίᾳ μέλλο-

<pb n="256"/>
μὲν διάγειν; μὴ γένοιτο. ἀλλὰ περὶ τῆς συγγνώσεως τῆς ἐκ
μέρους εἴρηται αὐτῷ, ὅτι καταργηθήσεται· τῆς γὰρ νῦν οὔσης
γνώσεως ἐκ μέρους οὔσης, ἐπὰν ἔλθῃ ἡ τελεία γνῶσις, αὕτη ἡ ἐκ
μέρους τέλος ἔχει, τῇ τελείᾳ γνώσει καταργουμένη. τὸ αὐτὸ δέ
μοι καὶ περὶ προφητείας νόει· ἐπειδὴ εἶπεν τῆς τελείας γνώσεως <lb n="5"/>
ἐρχομένης, τὴν μερικὴν τέλος ἕξειν, καὶ παραδείγματι κυροῖ τὸν
λόγον. ὅτε, φησὶν, ἤμην νήπιος καὶ παῖς τὴν ἡλικίαν, πάντα νήπια
εἶχον καὶ τὸ λαλεῖν καὶ τὸ φρονεῖν καὶ τὸ λογίζεσθαι· ὅτε δὲ ἀνὴρ
γέγονα, ἀπέρριψα τὰ τοῦ νηπίου· οὕτω φησὶ καὶ ἐπὶ τῶν πνευματικῶν·
νῦν νηπία ἡμῖν ἐστιν ἡ γνῶσις· ἐπεὶ καὶ ἡμεῖς νήπιοί ἐσμεν. <lb n="10"/>
ὅταν τοίνυν τέλειοι γενώμεθα, ἐσόμεθα δὲ ἐν τῷ μέλλοντι χρόνῳ,
πάντα τὰ νηπιώδη ἀπορρίψομεν.</p><p>Φωτίου. “Εἴτε γνῶσις.” γνῶσιν ἴσως τὴν τοῦ διδάσκειν
φησί. πλατυνομένης γὰρ τῆς εὐσεβείας καὶ πίστεως, ἀργήσει ἡ
διδασκαλία. “καταργηθήσεται.” πῶς καταργηθήσεται ἡ γνῶσις; <lb n="15"/>
τελειοτέραν ταύτην ἀπολαμβανόντων ἡμῶν· καὶ τῆς ἐνούσης νῦν
ἡμῖν ἀχρήστου, τότε διὰ τὴν ἀτέλειαν δεικνυμένης. “ἐκ μέρους
“δὲ γινώσκομεν,” ἀντὶ ἐκ μέρους γάρ· αἰτία γὰρ τοῦ διὰ τί
μέλλουσι καταργηθῆναι καὶ παύσασθαι. “ὅτε ἤμην νήπιος.”
νηπιότητι γὰρ ἔοικεν ἡ παροῦσα γνῶσις καὶ προφητεία καὶ πολιτεια <lb n="20"/>
κατὰ τὴν μέλλουσαν.</p><lb n="12"/><p>Βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε
δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους,
<lb n="13"/> τότε δὲ ἐπιγνώσομαι, καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. νυνὶ δὲ
μένει πίστις, ἐλπὶς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ <lb n="25"/>
τούτων η ἀγάπη.</p><p>Θεοδωρίτου. Σκία φησὶ τὰ παρόντα τῶν μελλόντων· ἐν γὰρ
τῷ παναγίῳ βαπτίσματι, τὸν τύπον ὁρῶμεν τῆς ἀναστάσεως· τότε
δὲ αὐτὴν ὀψόμεθα τὴν ἀνάστασιν. ἐνταῦθα τὰ σύμβολα τοῦ
δεσποτικοῦ θεώμεθα σώματος. ἐκεῖ δὲ αὐτὸν ὀψόμεθα τὸν δεσπότην. <lb n="30"/>
τοῦτο γὰρ λέγει “πρόσωπον πρὸς πρόσωπον.” ὁρῶμεν δὲ αὐτοῦ
οὐ τὴν ἀθέατον φύσιν, τὴν πάσην ἀόρατον, ἀλλὰ τὴν ἐξ ἡμῶν
ληφθεῖσαν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Οὐ τοῦτο λέγει, ὡς ἔγνω με, γνώσομαι

<pb n="257"/>
ἀκριβέστερον αὐτὸν ὄψομαι· ἅτε δὴ προσῳκειωμένος αὐτῷ· τὸ
γὰρ ἐπεγνώσθην, ἀντὶ τοῦ ᾠκειώθην τέθεικεν. οὕτως καὶ τῷ Μωϋσεἰ
ἔφη, “οἶδά σε παρὰ πάντας.” καὶ ὁ Ἀπόστολος λέγει· “οἶδεν
“Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ,” ἀντὶ τοῦ πλείονος αὐτοὺς ἀξιοῖ προμηθείας.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Ἔδειξεν παυόμενα τὰ χαρίσματα, μόνην
ἀγάπην μένουσαν. ἔδειξεν δὲ καὶ τῶν γνωμικῶν παυομένων κατορθωμάτων,
αὐτὴν ὑπερέχουσαν. περιττὴ γὰρ ἡ πίστις ἐν τῷ μέλλοντι
βίῳ, τῶν πραγμάτων ἐναργῶς φαινομένων· “ἔστιν γὰρ
“πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις· πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλε- <lb n="10"/>
“πομένων.” τῶν δὲ πραγμάτων φαινομένων, οὐκ ἔτι χρεία τῆς
πίστεως, οὕτω καὶ ἡ ἐλπὶς ἐκεῖ περιττή. ἐλπὶς γὰρ βλεπομένη,
οὐκ ἔστιν ἐλπίς ὃ γὰρ βλέπει τίς τι καὶ ἐλπίζει. ἡ δέ γε ἀγάπη
ἐκεῖ μᾶλλον ἔχει τὸ κράτος, τῶν παθῶν παυομένων· καὶ τῶν μὲν
σωμάτων ἀφθάρτων γινομένων, τῶν δὲ ψυχῶν οὐκ ἔτι νῦν μὲν <lb n="15"/>
ταῦτα, νῦν δὲ ἐκεῖνα προαιρουμένων.</p><p>Ὠριγένουσ. Ὁ δοκῶν προκόπτειν ἐνθάδε, ὡς ἐν παιδίοις προκόπτει·
ἐὰν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, καταντήσωμεν εἰς ἄνδρα τέλειον,
τότε τὰ τῶν ἀνδρῶν χωρήσομεν καὶ γνῶσιν καὶ προφητείαν καὶ
ὄψιν Θεοῦ, ἣν ὄψονται οἱ μακάριοι, οἱ διὰ τὴν καθαρότητα τῆς <lb n="20"/>
καρδίας.</p><p>Ἰωάλλου. Ἐπειδὴ τὸ ἔσοπτρον παρίστησιν· τὸ ὁρώμενον ὅπωσδήποτε
παρήγαγεν ἐν αἰνίγματι μεθ’ ὑπερβολῆς δεικνὺς μερικωτάτην
τὴν παροῦσαν γνῶσιν. “πρόσωπον δὲ πρὸς πρόσωπον,”
φησὶν, οὐχ ὡς πρόσωπον τοῦ Θεοῦ ἔχοντος· ἀλλ’ ἵνα εἴπῃ σαφέστερον
κα τρανότερον·</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Εἶδες πῶς διπλῶς τὸ φύσημα
καὶ ὅτι μερικὴ ἡ γνῶσις, καὶ οὐδὲ ταύτην οἴκοθεν ἔχουσιν.
οὐ γὰρ ἐγὼ αὐτὸν ἔγνων· ἀλλ’ αὐτός με ἐγνώρισεν, φησίν· ὥσπερ
οὖν αὐτός με ἐγνώρισεν πρότερος, νῦν καὶ αὐτός μοι ἐπέδραμεν· <lb n="30"/>
οὕτως ἐγὼ αὐτῷ ἐπιδραμοῦμαι τότε, καὶ πολλῷ μειζόνως ἣ νῦν.
καὶ γὰρ ὁ ἐν τῷ σκότῳ καθήμενος, ἕως μὲν ἃν μὴ βλέπῃ τὸν
ἥλιον, οὐκ αὐτὸς ἐπιτρέχει τῷ κάλλει τῆς ἀκτίνος, ἀλλ’ ἐκείνη
δείκνυσιν ἑαυτὴν, ἐπειδὰν λάμψῃ. ὅταν δὲ αὐτῆς δέξηται τὴν
αὐγὴν, τότε καὶ αὐτὸς λοιπὸν διώκει τὸ φῶς. τοῦτο οὖν ἐστι τὸ, <lb n="35"/>

<pb n="258"/>
“καθὼς ἐπεγνώσθην.” οὐχ ὅτι οὕτως αὐτὸν εἰσόμεθα ὡς αὐτὸς
ἡμᾶς· ἀλλ’ ὅτι ὥσπερ αὐτὸς ἡμῖν ἐπέδραμεν νῦν, οὕτως ἡμεῖς
ἀνθεξόμεθα αὐτοῦ τότε, καὶ πολλὰ τῶν νῦν ἀπορρήτων εἰσόμεθα·
“νῦν δὲ μένει πίστις, ἐλπὶς, ἀγάπη· τὰ τρία ταῦτα. μείζων δὲ
“τούτων ἡ ἀγάπη·” ἡ μὲν γὰρ πίστις καὶ ἡ ἐλπὶς τῶν πιστευθέντων <lb n="5"/>
καὶ τῶν ἐλπισθέντων παραγενομένων ἀγαθῶν παύεται· ἡ δὲ
ἀγάπη τότε μάλιστα ἐπαίρεται καὶ γίνεται σφοδροτέρα.</p><p>Οἰκουμενίου. Εἰσὶ μὲν καὶ γλῶσσαι καὶ προφητεῖαι
γνώσεις νῦν, εἰ καὶ ἀμυδραί εἰσιν· ἀλλὰ τὸ εἰρημένον “νυνὶ δὲ
“μένει” νοήσεις τὸ οἷον μονιμώτεραι εἰσὶ τῶν λοιπῶν αἱ τρεῖς <lb n="10"/>
αὗται ἀρεταὶ, ἤγουν τὰ χαρίσματα· ἡ πίστις καὶ ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ
ἀγάπη. καὶ τούτων δὲ αὐτῶν, πάλιν ἡ ἀγάπη μείζων· ἐπειδὴ καὶ
εἰς τὸν μέλλοντα χρόνον παρεκτείνεται. διὰ τοῦτο δὲ τὰ τρία
ταῦτα τῶν λοιπῶν μονιμώτερα, οἷον τῆς προφητείας καὶ τῶν
γλωσσῶν καὶ τῆς γνώσεως· ἐπειδὴ τῆς πίστεως χεθείσης, ἀργεῖν <lb n="15"/>
ἤμελλον λοιπὸν αἱ κατὰ πλάτους προφητεῖαι καὶ γλῶσσαι· καὶ
ἡ παρὰ Κορινθίοις δὲ γνῶσις τέλος ἤμελλεν ἕξειν, ἀμυδροτέρα
ὑπάρχουσα τῆς νῦν ἐνούσης χάριτι Χριστοῦ ἐν τῷ κόσμῳ γνώσεως.</p><p>Φωτίου. “Καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην·” ἀντὶ τοῦ ἀκριβῶς καὶ τελείως· <lb n="20"/>
ἐπὶ τούτῳ γὰρ φησὶ, καὶ τὴν ἀρχὴν ἐγὼ ἐπεγνώσθην, ἵνα
καὶ αὐτὸς γνώσωμαι, καθώς ἐστιν ἀνθρώπῳ δυνατὸν τελείως καὶ
ἀκριβῶς τὸν ἐπιγνόντα δεσπότην. “νυνὶ δὲ μένει πίστις·” ἡ
πίστις καὶ ἡ ἀγάπη οὐ μόνον ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, τῶν ἄλλων χαρισμάτων
παυομένων, διαμενοῦσιν· ἀλλὰ πολλῷ πλέον καὶ ἐν τῷ <lb n="25"/>
μέλλοντι· τότε γὰρ ὡς ἀληθῶς τοῖς ἁγίοις τὸ εἰρηνικὸν καὶ
φιλάλληλον καθαρὸν καὶ ἀστασιάστον· καὶ ἡ πίστις δὲ ὁμοίως·
τότε γὰρ λαμπρότερον καὶ τελειότερον καὶ ἐντρυφᾶν ἐστι τῇ
θεωρίᾳ τοῦ ποθουμένου. τὴν δὲ ἐλπίδα εἴποι τις ἴσως ἔτι τότε
παρεῖναι ὡς τῶν ἐλπισθέντων ἤδη παρόντων καὶ μηδὲν διαψεύσασαν <lb n="30"/>
τοὺς ἠλπικότας. ἀίδιον γὰρ τὸ χρῆμα τῆς ἀληθείας.</p><p>Εἰσ τὸ Αὐτό. “Νυνὶ δὲ μένει πίστις·” ἀλλ’ οὐχ οὕτως
τὸ γὰρ νῦν ἐνταῦθα οὐκ ἔστι χρόνου δηλωτικόν· οὐχ οὕτως οὖν
φησὶν, ἐπὶ τῆς πίστεως ἐστιν ἰδεῖν καὶ τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀγάπης,
ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων χαρισμάτων· τὰ μὲν γὰρ ἄλλα, ἅπερ <lb n="35"/>

<pb n="259"/>
καὶ ἀπηριθμήσατο, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀργήσει, τῶν τελειοτέρων
ἡμῖν ἐπιγινομένων τότε· ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παρόντι ἐπιλείψει καὶ
ἀργήσει, τῆς εὐσεβείας εἰς πάντας ἐξαπλουμένης· “εἰδήσουσι
“γάρ με καὶ ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου.” καὶ γὰρ τὰ πλεῖστα
τῶν ἄλλων χαρισμάτων ἐδόθη ἕνεκα τοῦ χειραγωρεῖσθαι καὶ <lb n="5"/>
προσάγεσθαι τῇ πίστει τοὺς ἀνθρώπους· προσαχθέντων δὲ καὶ
πιστευσάντων, δηλονότι παύσεται· ἀλλ’ οὐκ ἔτι ὡσαύτως καὶ ἡ
πίστις καὶ ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἀγάτη· αὗται γὰρ δι’ ὁλοῦ τοῦ ἀνθρωπίνου
βίου παραμενοῦσιν καὶ παραταθήσονται· καὶ τότε μᾶλλον
ἐκλάμψουσιν, ὅτε τὰ ἄλλα ἀργήσει· τότε γὰρ μᾶλλον ἐπικρατήσει <lb n="10"/>
καὶ μᾶλλον αὐτῶν ἡ χρεία, ὅτε πάντες εὐσεβήσουσι καὶ
πιστεύουσι. τότε γὰρ μᾶλλον καὶ ἐλπίδος ἐστὶ χρεία, καὶ ἐλπίσουσι·
καὶ ἀγάπης, καὶ ἀγαπήσουσιν, ὥστε παυομένων καὶ ἄλλων
χαρισμάτων, αὗται μᾶλλον ἀκμάσουσιν.</p><lb n="1"/><p>Διώκετε τὴν ἀγάπην· ζηλοῦτε δὲ τὰ πνευματικὰ, <lb n="15"/>
<lb n="2"/> μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε. ὁ γὰρ λαλῶν γλώσσῃ, οὐκ
ἀνθρώποις λαλεῖ, ἀλλὰ τῷ Θεῷ, οὐδεὶς γὰρ ἀκούει,
<lb n="3"/> πνεύματι δὲ λαλεῖ μυστήρια· ὁ δὲ προφητεύων, ἀνθρώποις
λαλεῖ οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν.</p><p>Θεοδωρου. Ἀντὶ τοῦ μάλιστα μὲν ὑμᾶς τῆς ἀγάπης ἐπιμελεῖσθαι <lb n="20"/>
βούλομαι· εἰ δ᾿ ἄρα καὶ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων
ἐφίεσθε, κἂν γνῶτε ποῖα κρείττονα, καὶ ὅτι τὸ προφητεύειν ἄμεινον
τοῦ γλώσσῃ λαλεῖν.</p><p>Θεοδωρίτου. Πάλιν τῶν ἐπὶ τῷ χαρίσματι τῶν γλωττῶν φιλοτιμουμένων
τὴν ὀφρὺν καταστέλλει.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Ἀμφότερα κατὰ ταὐτὸν ποιεῖ· καὶ
φιλοτιμίας κατηγορεῖ, καὶ τοῦ χαρίσματος διδάσκει τὴν χρείαν·
ἐδόθη γὰρ τοῦτο τοῖς κήρυξιν, διὰ τὰς διαφόρους τῶν ἀνθρώπων
φωνάς· ἵνα πρὸς Ἰνδοὺς ἀφικόμενοι τῇ ἐκείνων χρώμενοι γλώττῃ
τὸ θεῖον προσφέρωσι κήρυγμα· καὶ Πέρσαις πάλιν διαλεγόμενοι <lb n="30"/>
καὶ Σκύθαις καὶ Ῥωμαίοις καὶ Αἰγυπτίοις, ταῖς ἑκάστων κεχρημένοι
φωναῖς, τὴν εὐαγγελικὴν διδασκαλίαν κηρύξωσι· περιττὸν
τοίνυν ἢν τοῖς ἐν Κορίνθῳ διαλεγομένοις τῇ περὶ τῶν Σκυθῶν ἡ
Αἰγυπτίων κεχρῆσθαι φωνῇ, ἐπαΐειν ἐκείνων οὐ δυναμένων· οὗ δὴ

<pb n="260"/>
χάριν καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος ἔφη τὸν γλώτταις λαλοῦντα μὴ
ἀνθρώποις λαλεῖν, ἀλλὰ Θεῷ. τοῦτο γὰρ ἐπήγαγεν “οὐδεὶς γὰρ
“ἀκούει.” καὶ ἵνα μὴ ἄχρηστον τὸ χάρισμα νομισθῇ, προστέθεικεν,
“πνεύματι δὲ λαλεῖ μυστήρια· ὁ δὲ προφητεύων ἀνθρώ-
“ποις λαλεῖ οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν.” πάντες <lb n="5"/>
γὰρ τῶν λεγομένων ἀκούουσιν.</p><p>Ἰωάννου. Ἐπεὶ οὖν οὕτω μέγα χρῆμα ἀπεδείχθη ἡ ἀγάπη·
“διώκετε” αὐτήν· ὅρα δὲ οὐκ εἶπεν ἀκολουθεῖτε αὐτὴν ἣ κτήσασθε
αὐτὴν, ἀλλὰ “διώκετε.” δεικνὺς πεφευγέναι ἡμᾶς αὐτῆς καὶ
ἔτι φεύγειν· καὶ πολλοῦ δεῖν ἡμῖν δρόμου, ἵνα φθάσωμεν· τοσοῦτον <lb n="10"/>
ἀφέστηκεν. “ζηλοῦτε δὲ τὰ πνευματικὰ,” ἵνα μὴ νομίσωσι
διὰ τοῦτο αὐτὸν τοὺς περὶ ἀγάπης λόγους εἰρηκέναι ὡς ἔξω τὰ
πνευματικὰ, τοῦτ’ ἐστι τὰ χαρίσματα. σύγκρισιν ποιεῖ ’τον λοιπὸν
προφητείας καὶ γλωσσῶν· καὶ δείκνυσιν ὠφελιμωτέραν τὴν προφητείαν,
καταβάλλων τὰς γλώσσας· καὶ γὰρ σφόδρα ἦσαν ἐπηρμένοι<lb n="15"/>
δι’ αὐτάς.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Πῶς ἑαυτὸν οἰκοδομεῖ, εἰ μὴ οἶδεν ὃ
τέως περὶ τῶν εἰδότων μὲν ἃ λέγουσι διαλέγεται, μὴ ἐπισταμένων
δὲ εἰς ἑτέρους ἐξενεγκεῖν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ δείκνυσι μὴ ὂν σφόδρα τὸ τῶν
ὠφέλιμον· οὐδένα γὰρ, φησὶν, τῶν ἀκουόντων οἰκοδομεῖ· τῷ
γὰρ Θεῷ λαλεῖ οὐκ ἀνθρώποις· ἐπεὶ μηδεὶς νοεῖ τὰ λεγόμενα. εἶτα
ἵνα μὴ παντελῶς ἀχρήστους αὐτὰς δείξῃ, ἐπάγει, “πνεύματι δὲ
“λαλεῖ μυστήρια.” τοῦτ’ ἐστιν ἣ τῷ ἰδίῳ πνεύματι, οἷον τῇ
ψυχῇ προσδιαλέγεται· ἣ ὅτι ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ· οἷον διὰ Πνεύματος <lb n="25"/>
Ἁγίου λαλεῖ. ἀλλ’ εἰ καὶ ἐν Πνεύματι λαλεῖ, ἧττόν ἐστιν
τῆς προφητείας, ὅσῳ καὶ ἥττων ἡ ὠφέλεια. ἀπὸ τοῦ κοινὴ συμφερόντος
δείκνυσι τὴν προφητείαν κρείττονα. τοὺς γὰρ ἀνθρώπους,
φησὶν, οἰκοδομεῖ καὶ παρακαλεῖ ἐπὶ πίστιν· καὶ παραμυθεῖται ἐπὶ
τοῖς ἐσομένοις πειρασμοῖς.</p><lb n="30"/><p>Κυτίλλου. Ἐξίστησιν αὐτοὺς τοῦ χρῆναι νομίζειν ὥς ἐστι δὴ
μᾶλλον πρὸς εὐκλείας αὐτῆς τοῦ διερμηνεύειν τὰ προφητῶν τὸ
γλώσσαις λαλεῖν προυποκειμένων γὰρ ἐν ἡμῖν πίστεως τε καὶ
ἐλπίδος, καὶ μὴν καὶ ἀγάπης τῆς εἰς Θεόν τε καὶ ἀδελφοὺς, ἣ
καὶ παντὸς τοῦ νόμου τὴν πλήρωσιν ἔχει, προσεπαγέσθω τὰ ἑτέρα· <lb n="35"/>

<pb n="261"/>
τότε γὰρ τότε καὶ λίαν ἐπὶ καιροῦ καὶ αὐτῶν ἐσόμεθα τῶν παρὰ
Θεοῦ χαρισμάτων μεμεστωμένοι, καὶ τὰς διὰ τοῦ Πνεύματος
καταπλουτήσομεν δωρεάς· τὸ προφητεύειν δύνασθαί φημι, τουτέστι
τὸ διερμηνεύειν τὰ προφητῶν. ἐνηνθρωπηκότος γὰρ ἅπαξ τοῦ μονογενοῦς,
παθόντος τε καὶ ἐγηγερμένου, καὶ τῆς κἀς ἡμᾶς οἰκονομίας <lb n="5"/>
ἐκπεπερασμένης, ποίας ἢν ἔτι προφητείας καιρός; ἣ ποίων ἔσται
πραγμάτων ἡ προαγόρευσις; οὐκ οὑν τὸ προφητεύειν ἐν τούτως
εἴη ἃν ἕτερον οὐδὲν, πλὴν ὅτι καὶ μόνον τὸ διερμηνεύειν δύνασθαι
προφητείας, καὶ τοῖς ἀκροωμένοις ὡς ἔνι καταλευκαίνοντες· εἶτα
πρὸς ἀληθείαν τὸν οἰκεῖον ἐξ αὐτῶν ἐμπεδοῦντες λόγον, ὀρθοί τε <lb n="10"/>
καὶ ἀπλανεῖς ἐσόμεθα τῶν καλλίστων ἐξηγηταί.</p><p>Ὁ τοίνυν, φησὶ, γλώσσῃ λαλῶν, οὐκ ἀνθρώποις μᾶλλον ἀλλὰ
τῷ Θεῷ προσλαλεῖ· πῶς δὲ ἣ τίνα τρόπον; οὐδεὶς γὰρ ἀκούει
φησίν· εἰ γὰρ δέδοται τυχὸν τῷ μὲν δεῖνι τῶν μαθητῶν τὸ γλώσσῃ
τῇ Μηδῶν δύνασθαι λαλεῖν· ἑτέρῳ δὲ αὗ τῇ Ἑλαμιτῶν· εἶτα <lb n="15"/>
ταῖς Ἰουδαίων προσδιαλέγοιτο συναγωγαῖς, οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος
ἤγουν ταῖς Ἑλλήνων ἀγέλαις, τίς ὁ ἀκουσόμενος; ἣ ποῖα τῶν
λόγων ἣ ὄνησις ἔσται; συνήσει γὰρ οὐδεὶς πλὴν μόνου τοῦ πάντα
εἰδότος Θεοῦ· τῷ γὰρ Πνεύματι, φησὶ, λαλεῖ μυστήρια· ἄθρει
δὲ ὅπως ὁ Θεῶ λαλῶν, πνεύματι λαλεῖ· Θεὸς οὗν ἄρα τὸ Πνεῦμα· <lb n="20"/>
οὐκ οὖν ὁ γλώσσῃ λαλῶν, Θεῷ μᾶλλον, φησὶ, καὶ οὐκ ἀνθρώποις
λαλεῖ· “ὁ δὲ προφητεύων ἀνθρώποις λαλεῖ· οἰκοδομὴν καὶ παρά-
“κλῆσιν καὶ παραμυθίαν.’ συνίεις οὖν ὅτι τὸ προφητεύειν ἐν
τούτοις τὸ διερμηνεύειν ἐστὶ τὰ τῶν προφητῶν, δι’ ὧν ὁ τῆς παρακλήσεως
πιστοῦται λόγος, καὶ ὁ τῶν μυσταγωγουμένων χειραγωγεῖται <lb n="25"/>
νοῦς εἰς ἀληθείαν τὴν ἐπὶ Χριστῷ· προαποδείκνυσι καὶ
ἑτέρως ἀσυγκρίτως ὅσον g ἐν ἀμείνοσι τοῦ γλώσσῃ λαλεῖν τὸ
διερμηνεύειν τὰ προφητῶν· ἑαυτὸν μὲν γὰρ οἰκοδομεῖ, φησὶν, ὁ
γλώσσῃ λαλῶν· συνίησι γὰρ αὐτός· ἕτερος δὲ ὅλως οὐδείς· ὁ δὲ
ταῖς τῶν ἁγίων προφητῶν φωναῖς καὶ προρρήσεσιν εἰς μαρτυρίαν <lb n="30"/>
χρώμενος, Ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖ. μεῖζον οὖν ἄρα καὶ ἐν ὑπερτάτοις
αὐχήμασι τὸ προφητεύειν ἐστὶν, καὶ ἐν ἐλπίσι λαμπραῖς.
εἴπερ ἐστὶν ἄμεινον ὁμολογουμένως τὴν Ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖν, τοῦ
ἑαυτῷ τε καὶ μόνῳ προσδιαλέγεσθαι γλώσσῃ.</p><note type="footnote">g ὃν ἂν Cod.</note><pb n="262"/><p>Σευηριανοῦ. Ἐὰν γὰρ μὴ διερμηνεύει, μόνον δὲ λαλεῖ γλώσσῃ,
καὶ τὴν δύναμιν μὴ σαφηνίζῃ, ὡς οὐκ ἔχων τοῦτο τὸ τῆς διερμηνείας
χάρισμα, μυστήρια μὲν λαλεῖ, τὸ γὰρ Πνεῦμα χωρηγοῦν
τὰς γλώσσας δηλονότι, καὶ μυστήρια φθέγγεται διὰ τῶν γλωσσῶν,
οὐκ οἰκοδομεῖ δὲ τὴν Ἐκκλησίαν οὐκ ἐπισταμένην ἃ λέγει· <lb n="5"/>
ὁ λαλῶν γλώσσῃ, ἑαυτὸν οἰκοδομεῖ, ἐπιστάμενος ὅτι ἃ μὴ ἤδη
ἐφθέγγετο ἐνόει, Πνεύματος Ἁγίου ἦν χάρις ἐν αὐτῷ, καὶ ὠκοδομεῖτο.</p><p>Φωτίου. “Ζηλοῦτε δὲ τὰ πνευματικά.” ἀντὶ τοῦ μὴ δὲ ἐκείνων
ἀμελεῖτε· μείζων μὲν γὰρ ἡ ἀγάπη καὶ ταύτην διώκειν· οὐ <lb n="10"/>
δεῖ δὲ οὐδὲ τῶν ἄλλων ἀμελεῖν χαρισμάτων, καὶ μάλιστα τοῦ περὶ
τῶν προφητείαν χαρίσματος.</p><lb n="4"/><p>Ὁ λαλῶν γλώσση, ἑαυτὸν οἰκοδομεῖ· ὁ δὲ προφητεύων,
<lb n="5"/> ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖ. θέλω δὲ πάντας ὑμᾶς λαλεῖν
γλώσσαις, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε· μείζων γὰρ <lb n="15"/>
ὁ προφητεύων ἢ ὁ λαλῶν γλώσσαις, ἐκτὸς εἰ μὴ διερμηνεύῃ,
ἵνα ἡ ἐκκλησία οἰκοδομὴν λάβη.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὁρῶντες καὶ τὴν τῶν λογισμῶν ἀποκάλυψιν καὶ
τὴν τῶν κρύβδην γινομένων φανέρωσιν, πλείστην ὄνησιν εἰσεδέχοντο.
καὶ ἵνα μή τις αὐτὸν ὑποτοπήσῃ φθόνῳ βαλλόμενον ταῦτα <lb n="20"/>
λέγειν, ἀναγκαίως ἐπήγαγεν, “θέλω δὲ ἵνα προφητεύητε· μείζων
“γὰρ ὁ προφητεύων· ἢ ὁ λαλῶν γλώσσῃ, ἐκτὸς εἰ μὴ διερμηνεύει·
“ἵνα ἡ ἐκκλησία οἰκοδομὴν λάβῃ.” σαφῶς ἔδειξεν διατὶ τὸ μᾶλλον
τέθεικεν· οὐ γὰρ σμικρύνω, φησὶ, τὸ χάρισμα, ἀλλὰ τὴν
χρείαν αὐτοῦ ζητῶ· μὴ παρόντος γὰρ ἑρμηνέως, ἀμείνων ἡ προφητεία. <lb n="25"/>
πλέον γὰρ ἔχει τὸ κέρδος.</p><p>Σευηριανοῦ. Ὠσπερ ὁ γλώσσαις λαλῶν καὶ διερμηνεύει,
ἔλαττόν ἐστι τοῦ προφήτου.</p><p>Κυτίλλου. Ἐπειδὴ παράδοξον ἦν καὶ θεόσδοτον ἀληθῶς τὸ
δύνασθαι γλώσσαις ταῖς ἑτέρων λαλεῖν, ἄνδρας ὄντας Ἑβραίους, <lb n="30"/>
ἵνα μή τις οἴηται τὸν Ἀπόστολον καθορίζειν ἀβούλως τοῦ γεγονότος
τὸ εἰκαῖον εἶναι λέγειν, τὸ διὰ τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας
δεδωρημένον ἀποδέχεται καὶ φησὶ, “θέλω δὲ πάντας λαλεῖν
“γλώσσαις.” ἀποκείρει δὲ παραχρῆμα σαφῶς τὴν ἔν γε τούτῳ

<pb n="263"/>
σπουδὴν, καὶ μεθίστησι πρὸς τὸ ἄμεινον, ἐπενεγκὼν εὐθὺς, “μᾶλλον
“δὲ ἵνα προφητεύητε·” μείζονά τε τὸν προφητεύοντα τοῦ γλώσσῃ
λαλοῦντος ἐναργέστατα λέγων· καταδείκνυσι δὲ οὐδὲ παντελῶς
ἀνόνητον ἐκεῖνο τοῖς ἔχουσι καὶ τοῖς ἀκροωμένοις, ἐπιφέρων, “ἐκτὸς
“εἰ μὴ διερμηνεύῃ.” τοῦτ’ ἐστιν, εἰ μὴ ἔχοι τινὰ τὸν ἀεὶ προσεδρεύοντα <lb n="5"/>
καὶ τοῖς μυσταγωγουμένοις διερμηνεύοντα.</p><p>Ἰωάννου. Περὶ τῶν εἰδότων μὲν αὐτῶν ὃ λαλοῦσιν, οὐκ εἰδότων
δὲ ἑτέροις ἑρμηνεῦσαι, διαλέγεται· “ὁ δὲ προφητεύων,” φησὶν,
“Ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖ·” ὅσον οὖν τὸ μέσον τοῦ ἕνα ὠφελεῖσθαι
καὶ τοῦ Ἐκκλησίαν, τοσοῦτον τὸ μέσον γλωσσῶν καὶ προφητείας. <lb n="10"/>
εἶτα ἐπειδὴ πολλοὶ παρ’ αὐτοῖς γλώσσαις ἐλάλουν· ἵνα μὴ νομισθῇ
κατὰ φθόνον ἀποσμικρύνειν τὰς γλώσσας, φησί· “θέλω
“πάντας γλώσσαις λαλεῖν,” οὐχ ἕνα ἣ δύο. μᾶλλον ὑμᾶς προφητεύειν
βούλομαι· ἐπειδὴ μείζων ὁ προφητεύων, διὰ τὸ πλείονας
ὠφελεῖν. ἐπειδὴ δὲ ἀπεφήνατο μείζονα τὸν προφήτην, ἐπάγει, <lb n="15"/>
“ἐκτὸς εἰ μὴ διερμηνεύῃ.” τοῦτ’ ἐστιν μείζων ὁ προφήτης, ἐκτὸς
ἐκείνου τοῦ καὶ γλώσσαις λαλοῦντος καὶ διερμηνεύοντος ἃ λέγει.
ὀ γὰρ τοιοῦτος ίσος ἐστι τῷ προφήτῃ ὁμοίως γὰρ τὸ κοινὸν τῆς
Εκκλησίας ὠφελεῖ.</p><lb n="6"/><p>Νυνὶ δὲ, ἀδελφοὶ, ἐὰν ἔλθω πρὸς ὑμᾶς γλώσσαις <lb n="20"/>
λαλῶν, τί ὑμᾶς ὠφελήσω, ἐὰν μὴ ὑμῖν λαλήσω, ἢ ἐν
ἀποκαλύψει, ἢ ἐν γνώσει, ἢ ἐν προφητείᾳ, ἢ ἐν διδαχῇ;
<lb n="7"/> ὅμως τὰ ἄψυχα φωνὴν διδόντα, εἴτε αὐλὸς, εἴτε κιθάρα,
ἐὰν διαστολὴν τοῖς φθόγγοις μὴ διδῷ, πῶς γνωσθήσεται
<lb n="8"/> τὸ αὐλούμενον ἣ τὸ κιθαριζόμενον; καὶ γὰρ ἐὰν <lb n="25"/>
ἄδηλον φωνὴν σάλπιγξ δῷ, τίς παρασκευάσεται εἰς
πόλεμον;</p><p>Θεοδωρίτου. πάλιν τὸ ἑαυτοῦ ὑπέθηκεν πρόσωπον· τοὺς
κατηγορουμένους ταύτῃ παραμυθούμενος· ἐγὼ γὰρ, φησὶ, πρὸς
ὑμᾶς ἀφικνούμενος, καὶ τῇ διαφορᾷ τῶν γλωττῶν κεχρημένος, <lb n="30"/>
ποῖον ἃν ὑμῖν προσκομίσαιμι κέρδος· εἰ μή ποτε ἄρα διδασκαλίᾳ
χρησαίμην, ἀποκαλύπτων ὑμῖν τὰ κεκρυμμένα μυστήρια, καὶ
ποδηγῶν πρὸς τὰ θεῖα, καὶ παραινῶν τὰ προσήκοντα; τίθησι δὲ καὶ

<pb n="264"/>
εἰκόνα τῷ προκειμένῳ λόγῳ κατ’ ἄλληλον· “ὅμως τὰ ἄψυχα
“φωνὴν διδόντα, εἴτε αὐλὸς εἴτε κιθάρα, ἐὰν διαστολὴν τοῖς
“φθόγγοις μὴ διδῷ, πῶς γνωσθήσεται τὸ αὐλούμενον ἣ τὸ κιθα-
“ριζόμενον; καὶ γὰρ ἐὰν ἄδηλον φωνὴν σάλπιγξ δῷ, τίς παρα-
“σκευάσεται εἰς πόλεμον;” ἴστε δὲ καὶ ὑμεῖς ὡς καὶ αὐλὸς καὶ <lb n="5"/>
κιθάρα ῥυθμοῦ τινος δεῖται καὶ τέχνης· τοῦτον γὰρ ἀπολαβόντα,
καίτοι ἄψυχα ὄντα ἐναρμόνιόν τινα ἐκπέμπει ἠχήν. εἰ δὲ παρὰ
ταύτα τις χρήσαιτο τούτοις, ἄσημον τὸ ἀποτελούμενον. οὐτῶ καὶ
σάλπιγξ, εἰ μὴ τὸ πολεμικὸν ἠχήσοι, οὐχ ὁπλίζει τοὺς στρα-
τιώτας.</p><lb n="10"/><p>Ἰωάννου. Ἐπὶ τοῦ οἰκείου προσώπου δεῖξαι θέλων τὸ τῶν
γλωσσῶν ὑποδεὲς, καὶ φησὶν, ὑποθώμεθα ἐμὲ ἑαυτὸν ἑαυτὸν τὸν
γλώσσαις λαλοῦντα· ἀλλ’ οὐδὲν ὑμᾶς ἐκ τούτου ὠφελήσω· ἐὰν
γὰρ, φησὶν, μὴ λαλήσω ὑμῖν ἐν ἀποκαλύψει, τοῦτ’ ἐστιν εὐσυλληπτά
τινα καὶ νοούμενα· ἣ ἐν γνώσει, τοῦτ᾿ ἔστιν, ἵνα γινώσκηται <lb n="15"/>
ἃ λαλῶ. ἣ ἐν προφητείᾳ, ταύτην γὰρ ἐνόουν κατὰ τὴν κοινὴν
ὁμιλίαν λαλουμένην. ἣ ἐν διδαχῇ, καὶ γὰρ καὶ ἐδίδασκον σπουδάζειν
νοεῖν τοὺς διδασκομένους τὰ λεγόμενα. οὐκ ἔσομαι φησὶν,
ὑμῖν ἐπωφελής· καὶ τί, φησὶ, λέγω, ὅτι ἐφ’ ἡμῶν τὸ μὲν νοούμενον
ὠφέλιμον, ἀκερδὲς δὲ τὸ μὴ νοούμενον. καὶ γὰρ καὶ ἐν τοῖς <lb n="20"/>
ἀψύχοις ὀργάνοις τοῦτό τις εὕροι· καὶ χρὴ καὶ ἐπὶ κιθάρας καὶ
αὐλοῦ μὴ συγχεῖσθαι τὰ λεγόμενα· ἐπεὶ οὐκ ἃν ποτέ τινα ψυχαγωγήσοι.
εἰ οὖν ἐπὶ τῶν μικρῶν μέγα ἡ σαφήνεια, πόσῳ μᾶλλον
ἐπὶ τῶν πνευματικῶν; ἐκ τῶν παραδειγμάτων δείκνυσι τίς
ἡ δυνάμις καὶ ἡ ὠφέλεια τῆς σαφηνείας, καὶ φησὶν οὐ μόνον <lb n="25"/>
αὐλὸς καὶ κιθάρα ἀλλὰ καὶ σάλπιγξ ἄδηλον εἰ δῷ φωνὴν, οὐδεὶς
ἔσται ὁ εἰς πόλεμον παρασκευαζόμενος, ἀγνοουμένου τοῦ σαλπι-
σθέντος.</p><p>Φωτίου. Νυνὶ δὲ ἀδελφοὶ, νυνὶ δὲ, φησὶ, βούλομαι ἐπὶ τοῦ
ἐμοῦ προσώπου, διὰ τὸ μὴ γενέσθαι ὑμῖν φορτικὸν, ταῦτα μετασχηματίσαι, <lb n="30"/>
καὶ δεῖξαι ὅσον λείπει εἰς τελείωσιν τὸ γλώσσαις
μόνον λαλεῖν. “ἐὰν γὰρ,” φησὶν, “ἔλθω πρὸς ὑμᾶς γλώσσαις
“λαλῶν” καὶ ἑξῆς. πρότερον δὲ ἐπὶ οἰκείου σχηματίσας, λοιπὸν
προιὼν καὶ ἐπὶ αὐτῶν ἐκείνων ταῦτα γυμνάζει. ἀλλὰ κἀκεῖ ἔνθα

<pb n="265"/>
τραχύτερόν τι μέλλει λέγειν εἰς ἑαυτὸν τοῦτο ἀναδέχεται, ὡς τὸ
“ἔσομαι ἔσομαι τῷ λαλοῦντι βάρβαρος,” καὶ ἔτι ὅμοιον· “ἐὰν ἔλθω πρὸς
“ὑμᾶς γλώσσαις λαλῶν,” τὰ εἴδη λέγει τῶν ἐν λόγῳ χαρισμάτων.
ταῦτα δέ ἐστι γλώσσας ἑρμηνεύειν, καὶ τὰ λαλούμενα παρ’
αὐτῶν ἀποκαλύπτειν· ἣ συνάμφω, καὶ γλώσσαις λαλεῖν καὶ ἀποκαλύπτειν· <lb n="5"/>
ὃ καὶ γνῶσιν καλεῖ, ὅτι καὶ λαλεῖ καὶ ἑρμηνεύει ὡς
εἰδὼς ὃ λέγει ἢ προφητεύειν τοῦτο δὲ δῆλον τι ἐστιν· ἣ διδάσκειν·
ἕτερον γὰρ τοῦτο χάρισμα παρὰ τὰ εἰρημένα. φησὶν οὑν,
ἐὰν ἔλθω, ἔχων μὲν τὸ χάρισμα τοῦ γλώσσαις λαλεῖν· μὴ ἔχων
δέ τι ἄλλο χάρισμα τῶν εἰρημένων τεσσάρων, τί ἔσται ὑμῖν <lb n="10"/>
ὄφελος;</p><lb n="9"/><p>Οὕτως καὶ ὑμεῖς διὰ τῆς γλώσσης ἐὰν μὴ εὔσημον
λόγον δῶτε, πῶς γνωσθήσεται τὸ λαλούμενον; ἔσεσθε
<lb n="10"/> γὰρ εἰς ἀέρα λαλοῦντες. τοσαῦτα, εἰ τύχοι, γένη φωνῶν
<lb n="11"/> ἐστιν ἐν κόσμῳ, καὶ οὐδὲν αὐτῶν ἄφωνον· ἐὰν οὖν μὴ <lb n="15"/>
εἰδῶ τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς, ἔσομαι τῷ λαλοῦντι βάρβαρος·
καὶ ὁ λαλῶν, ἐν ἐμοὶ βάρβαρος.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὅπέρ ἐστιν ὁ ἐναρμόνιος ῥυθμὸς ἐπὶ τῆς κιθάρας
καὶ ἐπὶ τῆς σάλπιγγος ἡ πολεμικὴ σημασία, τοῦτο ἐπὶ τῶν
γλωττῶν ἡ ἑρμηνεία. τῶν γὰρ παρόντων οὐ συνιέντων, εἰς ἀέρα <lb n="20"/>
μάτην διαχεῖται τὰ ῥήματα.</p><p>Ἰωάλλου. αῦτα εἰ τύχοι γένη φωνῶν ἐστιν, τοῦτ’ ἔστι
τοσαῦται γλῶσσαι· τοσαῦται φωναὶ Ῥωμαίων, Σκυθῶν, καὶ τῶν
ἄλλων ἁπάντων.</p><p>Κυτίλλου. Ἄφωνον λέγει παντελῶς οὐδὲν τῶν τελούντων ἐν <lb n="25"/>
λογικοῖς, ἤγουν ἐν ἀνθρώποις, ἀλλὰ τῆς ἑκάστου φωνῆς τὴν δύναμιν.
εἰ μή τις εἰδῇ τυχὸν, μήτε μὴν ἐκεῖνοι τῆς αὐτοῦ γλώσσης, εἰ
ἀνεπιστήμονες, ἀλλήλοις ἔσονται βάρβαροι· καίτοι λαλοῦντες
ὀρθῶς, κάταγε τὴν ἰδίαν ἑκάστου φωνήν. δεῖ δὴ οὖν ἄρα τοὺς
διδάσκειν ἑτέρους ἐθέλοντας τὸν συνήθη τοῖς ἀκροωμένοις ἐρεύγεσθαι <lb n="30"/>
λόγον.</p><p>Ἰωάννου. Εἶτα ἵνα μὴ λέγωσι, καὶ τι πρὸς ἡμᾶς ταῦτα τὰ
παραδείγματα; ἐπάγει, οὕτω καὶ ὑμεῖς, εἰ μὴ σαφῆ, φησὶ, καὶ

<pb n="266"/>
νοούμενα λαλήσετε λόγον, ἔσεσθε εἰς ἀέρα λαλοῦντες· τοῦτ’ ἐστιν
εἰκῆ καὶ μάτην καὶ ἀνωφελές.</p><p>Ἀντίθεσισ. Καὶ εἰ ἀνωφελές ἐστι τὸ τῶν γλωσσῶν, διατὶ
ἓν χάρισμα τοσαύτας ἔλαβον, ἵνα ὁ ἔχων καὶ λαλῶν ὠφελῆται
μόνος ; εἰ δὲ μέλλοι καὶ ἑτέροις ε-ι’ναι χρήσιμος, ἑρμηνείας <lb n="5"/>
ἣν ἐλάμβανον οἱ μᾶλλον κεκαθαρμένοι· κατὰ τὴν ἀναλογίαν γὰρ
τῆς καθάρσεως καὶ τῆς πίστεως, καὶ τὰ χαρίσματα.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “Tοσαῦτα,” τοῦτ’ ἐστι πολλά· πολλά φησιν,
καθὼς ἔτυχεν ὄντα γένη φωνῶν ἐστιν ἐμψύχων τε καὶ ἀψύχων·
ἀλλ’ οὐδὲ ἐξ ἑνὸς τούτων, φησὶν, ὠφεληθείη τις, εἰ μὴ εἰδείη τὴν <lb n="10"/>
δύναμιν τῆς φωνῆς. τοιγαροῦν οὐδὲ ἐκ τῶν ὑμετέρων γλωσσῶν
ὠφέλειά τις εἰς ἄλλους διαβήσεται, εἰ μὴ εἰδείη τὴν δύναμιν τοῦ
λαλουμένου. ἔσται δὲ τοῦτο, εἰ διερμηνεύεις λαλῶν· διερμηνεύσει
δὲ εἰ πλεῖον ἄληπτον βίον καὶ πίστιν πεπυρωμένην κτήσεται·
εἰσὶ μὲν οὖν μυρίαι φωναὶ ἐν τῷ κόσμῳ· ἐὰν οὖν μὴ ἴδω καὶ ολ̓ͅ <lb n="15"/>
τί λαλεῖς, ἐσόμεθα ἀλλήλοις βάρβαροι· οὐ παρὰ τὴν τῆς φωνῆς
κακίαν, ἀλλὰ παρὰ τὴν ἡμῶν ἄγνοιαν.</p><p>Φωτίου. To “ τοσαῦτα γένη φωνῶν” καὶ ἑξῆς, διχῶς ἐστιν
ἐκλαβεῖν· ἢ ὅτι πολλά ἐστι γένη φωνῶν καὶ τούτων τῶν γενῶν
οὐδέν ἐστι ἄφωνον. ἵνα ᾖ ἐκ παραλλήλου τὸ τοσαῦτα γένη φωνῶν <lb n="20"/>
καὶ τὸ οὐδὲν αὐτῶν ἄφωνον· ἢ πολλά ἐστι γένη φωνῶν· ἀλλ’ οὐδε-
μία τοῖς ὁμογενέσιν αὐτῶν ἄσημος καὶ ἀνεπίγνωστος. τὸ γὰρ
ἄφωνον, τὰ δύο ἐστὶ σημαῖνον εὑρεῖν· καὶ τὸ παντελῶς ἄφωνον,
καὶ τὸ ἄσημον μόνον καὶ ἀδιάγνωστον. εἰ μὲν οὖν, ὡς προείρηται,
ἐκληψόμεθα, εἴη ἂν τοιοῦτος ὁ ἀποστολικὸς νοῦς· πολλά ἐστι μὲν <lb n="25"/>
γένη φωνῶν, καὶ τούτων τῶν γενῶν οὐδέν ἐστιν ἄφωνον. ἀλλά τι
κερδαίνομεν ἡμεῖς ἐκ τῶν φωνῶν ἐκείνων μηδὲν αὐτοὶ συνιέντες ;
ἐὰν μὲν γὰρ μὴ ἴδω τί σημαίνει ἡ φωνὴ, ἔσομαι ἐγώ τε ἐκείνῳ
καὶ ἐκεῖνος ἐμοὶ βάρβαρος· εἰ δὲ ὡς ὕστερον εὑρέθη ἐκληψόμεθα,
τότε ἄφωνον ἀντὶ τοῦ ἀσήμου ἐκληψόμεθα, καὶ ὁ νοῦς τοιοῦτος. <lb n="30"/>
πολλὰ γένη φωνῶν ἐστιν ἐν κόσμῳ, καὶ οὐδὲν τούτων ἐστὶ τοῖς
ὁμογενέσιν ἄσημον καὶ ἀνεπίγνωστον. πῶς οὖν ὑμεῖς εἰς ἀέρα
λαλοῦντες καὶ ἄσημα τοῖς ὁμογενέσι φθεγγόμενοι, ὡς μέγα τι
κατωρθωκότες ἐπαίρεσθε· ἀλλ’ οὐχὶ σπουδάζετε μᾶλλον καὶ ἐπι-

<pb n="267"/>
μελεῖσθε, ἵνα καὶ τὸ διερμηνεῦον τὰς γλώσσας προσλαβόντες, εἰς
κοινὴν ὠφέλειαν χρήσεσθε τῷ χαρίσματι; ὁ γὰρ δὴ μόνον γλώσσαις
λαλῶν, ἀσήμου καὶ ἀνεπιγνώστου τῆς φωνῆς ὑπαρχούσης
τῷ ἀκροατῇ, ἀντὶ τοῦ ὠφελεῖν ἔσεται αὐτῷ βάρβαρος· καὶ ὁ
ἀκροατὴς ὁμοίως τῷ λαλοῦντι βάρβαρος λογισθήσεται· καὶ τι τὸ <lb n="5"/>
ἐνταῦθα κέρδος;</p><lb n="12"/><p>Οὕτω καὶ ὑμεῖς, ἐπεὶ ζηλωταί ἐστε πνευμάτων, πρὸς
τὴν οἰκοδομὴν τῆς Ἐκκλησίας ζητεῖτε ἵνα περισσεύητε.
<lb n="13"/> διόπερ ὁ λαλῶν γλώσσῃ, προσευχέσθω ἵνα διερμηνεύῃ.
<lb n="14"/> ἐὰν γὰρ προσεύχωμαι γλώσσῃ, τὸ πνεῦμά μου προσεύχεται, <lb n="10"/>
ὁ δὲ νοῦς μου ἄκαρπός ἐστιν.</p><p>Θεοδωρίτου. Τὸν δεδωκότα σοι τῶν γλωττῶν τὸ χάρισμα,
προσθεῖναι καὶ τὸ τῆς ἑρμηνείας ἵνα προσφέρῃς τῇ ἐκκλησίᾳ τὴν
ὠφέλειαν· “ἐὰν γὰρ προσεύχωμαι γλώττῃ, τὸ πνεῦμά μου προσ-
“εὔχεται· ὁ δὲ νοῦς μου ἄκαρπός ἐστιν·” καρπὸς τοῦ λέγοντος <lb n="15"/>
ἡ ὠφέλεια τῶν ἀκουόντων· τοῦτο καὶ ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους εἴρηκεν·
“ἵνα τίνα καρπὸν σχῶ καὶ ἐν ὑμῖν, καθὼς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς
“ἔθνεσιν.” ἑτέρᾳ τοίνυν γλώττῃ διαλεγόμενος, καὶ τοῖς παροῦσι
μὴ προσφέρων τὴν ἑρμηνείαν, οὐδένα ἔχω καρπὸν, ὄνησιν ἐκείνων
μὴ δεχομένων.</p><lb n="20"/><p>Κυτίλλου. Πνεῦμα ἐν τούτοις τὴν διὰ τοῦ Πνεύματος ὀνομάζει
χάριν· τοῦτ’ ἐστι τὸ δύνασθαι γλώσσαις λαλεῖν· ἐὰν οὖν
φησὶν, τὰς ἐν ταῖς ἐκκλησίαις εὐχὰς προσεύξωμαι πνεύματι,
τοῦτ’ ἐστιν ἀποκεχρημένος τῇ γλώσσῃ τῇ διὰ τοῦ Πνεύματος,
ἕξω ἄκαρπον τὸν νοῦν· δεῖ γὰρ ἐν προσευχαῖς συντείνεσθαι, καὶ <lb n="25"/>
τὰ τελοῦντα πρὸς σωτηρίαν παρὰ Θεοῦ ζητεῖν· οὐκ ἐναβρύνεσθαι
γλώσσῃ, καὶ γίνεσθαι ἁπλῶς τοῦ γλώσσῃ λαλεῖν· ἐπεὶ ὁ νοῦς
ἄκαρπος γίνεται, μηδεμίαν ἐκ τῆς τοιαύτης φιλοτιμίας ἀποφερόμενος
ονησιν.</p><p>Ἰωάλλου. Οὕτως πῶς ὥσπερ οἱ λαλοῦντες καὶ μὴ νοούμενοι, <lb n="30"/>
καὶ διὰ τοῦτο ὄντες αὐτοῖς βάρβαροι· παυσάμενος γὰρ τῶν παραδειγμάτων
γυμνότερον αὐτοῖς παραινεῖ· ἐπειδὴ ὅλως ζηλοῦτε καὶ
οἱον προθεῖτε χαρίσματα, τοῦτο γὰρ τὰ πνεύματα, τοιαῦτα ἐπιθυμεῖτε,
τὰ δυνάμενα τὴν ἐκκλησίαν οἰκοδομῆσαι· οὐκ εἶπεν δὲ

<pb n="268"/>
ἵνα κτήσεσθε τὰ χαρίσματα, ἀλλ’ “ἵνα περισσεύητε·” τοῦτ’ ἐστιν
ἵνα μετὰ πολλῆς αὐτὰ σχοίητε δαψιλείας. εἶτα καὶ λέγει τρόπον
πῶς ἂν σχοίησαν χαρίσματα, τὴν Ἐκκλησίαν ὠφελοῦντα· “ὁ γὰρ
“λαλῶν,” φησὶ, “γλώσσαις” προσευχέσθω· ἵνα καὶ τὸ διερμηνεύειν
λάβῃ·” ἄρα οὖν αὐτοὶ αἴτιοι τοῦ μὴ τὸ μεῖζον λαβεῖν, οὐκ <lb n="5"/>
αἰτοῦντες τὸ μεῖζον· ἐὰν γάρ, φησι, λαλῶ γλώσσῃ, οὐ μὴν καὶ
διερμηνεύω, τὸ μὲν πνεῦμά μου, οἷον ἡ ψυχὴ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν
ὠφελεῖται, ἄκαρπος δέ μου ὁ νοῦς εὑρεθήσεται, τὸ μὴ καὶ ἄλλους
ὠφελεῖν· νοῦ γὰρ καρπὸς τὸ διὰ ποικίλων καὶ παντοδαπῶν νοημάτων
ὠφέλειαν τοῖς πλησίον ἐπινοεῖν.</p><lb n="10"/><p>Φωτίου. Ὅυτως καὶ ὑμεῖς ἀντὶ τοῦ διὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς.
διὰ ποῖον; ἵνα μὴ ἦτε ἀλλήλοις βάρβαροι. διὰ τοῦτο οὖν καὶ
ὑμεῖς, ἐπεὶ ἐπιθυμίαν ἔχετε χαρισμάτων, ἐκείνων τυχεῖν ἀγωνίσασθε,
δι’ ὥν ὑμῖν ἡ ὠφέλεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ οἰκοδομὴ
κατορθωθήσεται· αὐτοὶ δὲ “ἵνα περισσεύητε” φησὶ, τοῦτ’ ἔστιν, ἵνα <lb n="15"/>
πλέον ἢ νῦν ἔχητε, γλώσσαις νῦν μόνον λαλοῦντες καὶ οὐχ έρμηνεύοντες.
ἢ ἵνα περισσεύητε μᾶλλον ἀντὶ τοῦ γλώσσαις λαλεῖν·
τὰ γὰρ ἄλλα χαρίσματα περισσεύει τῶν γλωσσῶν, ὡς πλείονα
ὠφέλειαν παρεχόμενα· “ἐὰν γὰρ προσεύχωμαι γλώσσῃ· τὸ
“πνεῦμά μου προσεύχεται·” τὸ προσεύχομαι καὶ προσεύξομαι <lb n="20"/>
ἀντὶ τοῦ λαλεῖν τι ταῖς γλώσσαις καλὸν καὶ σπουδαῖον εἴληφεν·
καὶ γὰρ καὶ ἡ προσευχὴ εἶδος τί ἐστι τοῦ λόγου· φησὶν οὖν ὅτι
ἐάν τι λαλῶ τῶν ἀναγκαίων καὶ καλῶν, μὴ διερμηνεύω δὲ αὐτὸ
καὶ τοῖς ἀκροαταῖς, ἐμαυτὸν μὲν ὠφελῶ, τοῦτο γάρ ἐστι “τὸ
“πνεῦμά μου προσεύχεται,” τοῦτ’ ἐστιν ἐγὼ μόνος ἀπολαύω τοῦ <lb n="25"/>
ἀναγκαίου ἐκείνου καὶ τοῦ καλοῦ. ἄλλος δὲ οὐκ ὠφελεῖται· ἵνα
ἐκέρδησέ μου ἐντεῦθεν ὁ νοῦς καὶ τὸν καρπὸν τῆς ἐκείνων ὠφελείας·
τὸν νοῦν δὲ ἐστερῆσθαι τοῦ τοιούτου καρποῦ· καὶ πάλιν ἀπολαύειν
ὑποτίθεται, ὅτι ἐκεῖνος μᾶλλον τῶν ἐν ἡμῖν δυνάμεων ἐραστής
ἐστιν τῆς τοῦ πλησίον ὠφελείας· ἅτε μήτε ὡς τὸ θυμικὸν, μήτε <lb n="30"/>
ὡς τὸ ἐπιθυμητικὸν ῥαδίως οὕτω πυνθανόμενος, καὶ τῆς ἰδίας καὶ
κατὰ φύσιν ἀρετῆς εὐχερῶς μεθιστάμενος· καὶ ἐκεῖνός ἐστι μᾶλλον
ὁ καὶ ἄκαρπος ὅτε ἐστὶ συναισθανόμενος· καὶ πάλιν ἐπειδὰν
ἐπιτύχῃ τοῦ καρποῦ ἐνευφραινόμενος.</p><p>Εἰτα φησὶ, “τί οὖν ἔστι;” οἷον τί δεῖ γενέσθαι· πῶς ἔσται <lb n="35"/>

<pb n="269"/>
ἡμῖν μὴ ἀκάρποις εἶναι; πῶς; ἐπιμεληθεὶς, δι’ ἀρετῆς ὥστε
γλώσσαις λαλοῦντα καὶ τῷ πνεύματι λαλεῖν καὶ τῷ νοΐ. τοῦτ’
ἐστιν καὶ ἕνεκα τῆς ἰδίας ὠφελείας λαλεῖν, καὶ ἕνεκα τοῦ ἀπολαύειν
τὸν ν·οῦν τοῦ καταλλήλου καρποῦ. τοῦτο δέ ἐστιν ἡ τῶν
πλησίων ὠφέλεια· ἔσται δὲ τοῦτο, ἐὰν ταῖς γλώσσαις λαλοῦντες <lb n="5"/>
λάβωμεν χάρισμα, καὶ ἵνα διερμηνεύωμεν· ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τοῦ
λαλεῖν τι τῶν καλῶν καὶ σπουδαίων τὸ τῆς προσευχῆς ὄνομα
λαβὼν ἐπέμεινεν χρώμενος αὐτῷ, ἵνα μὴ νομίσῃς ὅτι προηγουμενως
περὶ προσευχῆς ἐστιν ὁ λόγος, ἀλλ’ οὔχι περὶ παντὸς
ἀναγκαίου καὶ ἐπιτηδείου λόγου γλώσσαις λαλουμένου, μετέπεισεν <lb n="10"/>
εἰς τὸ ψάλλειν· ὡσανεὶ λέγων, ὅτι εἶτε ἐπὶ προσευχῆς, εἴτε ἐπὶ
ψαλμῳδίας, εἴτε ἐπὶ ἄλλου τινὸς τῶν ἀναγκαίων καὶ καλῶν, ἐπὶ
πάντων ὁμοίως δεῖ καὶ ἑαυτὸν ὠφελεῖν καὶ τοὺς πλησίον. εἶτα
φέρει καὶ παράδειγμα, δεικνὺς ὅτι κατὰ πολλὰ ἐλλείπει καὶ
ὑστερεῖ τὸ γλώσσαις μόνον λαλεῖν ἄνευγε τοῦ διερμηνεύειν. ἐὰν <lb n="15"/>
γάρ, φησι, τῷ πνεύματι εὐλογήσῃς, τοῦτ’ ἐστιν σὺ μόνος συνίεις
καὶ σαυτὸν οἷς εὐλογεῖς ὠφελῶν, ὁ δὲ ἀκροατὴς οὐ συνίησιν ἃ
λέγεις, τι ἀποκριθήσεται πρὸς σέ; πῶς ἐρεῖ τὸ ἀμὴν, ἃν τοῦτο
ᾖ χρεία τυχὸν αὐτὸν ἀποκρίνασθαι, μηδὲν ὅλως εἰδὼς ὧν λέγεις
σύ. σὺ μὲν γὰρ καλῶς καὶ ἐπὶ σαυτοῦ συμφέροντι εὐλογεῖς ἣ <lb n="20"/>
εὐχαριστεῖς εἰ τύχοι, ἣ ἄλλο τι τῶν δεόντων ποιεῖς. καθόλου γὰρ
τὸν λόγον βούλεται ἐξακούεσθαι, καὶ οὐκ ἔπι τινος εἴδους ὡρισμένου.
διὸ πότε μὲν τὸ ψάλλειν, ἄλλοτε δὲ τὸ εὐλογεῖν καὶ μεταυτὸ
καὶ ἃν ταυτοῦ τίθησιν τὸ εὐχαριστεῖν, δεικνὺς ὅτι καθόλου περὶ
παντὸς ἀναγκαίου καὶ ἐπιτηδείου γλώσσαις λαλουμένου ἔστιν <lb n="25"/>
αὐτῷ ἡ παραίνεσις καὶ ἡ σπουδή. ἀλλ’ ὅπερ ἔλεγον, σὺ μέν,
φησιν, ἐπὶ τῷ σεαυτοῦ συμφέροντι γλώσσαις λαλῶν, εὐλογεῖς ἣ
εὐχαριστεῖς ἣ ἄλλο τι λαλεῖς, ὁ δὲ ἀκροατὴς οὐδὲν κερδαίνει,
οὐδὲν ὠφελεῖται ἀπὸ σοῦ.</p><lb n="15"/><p>Τί οὖν ἐστι; προσεύξομαι τῷ πνεύματι, προσεύξομαι <lb n="30"/>
δὲ καὶ τῷ νοΐ· ψαλῶ τῷ πνεύματι, ψαλῶ δὲ καὶ
<lb n="16"/> τῷ νοί. ἐπεὶ ἐὰν εὐλογήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν
τὸν τόπον τοῦ ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τὸ ἀμὴν ἐπὶ τῆ σῇ

<pb n="270"/>
<lb n="17"/> εὐχαριστίᾳ, ἐπειδὴ τί λέγεις οὐκ οἶδεν; σὺ μὲν γὰρ
καλῶς εὐχαριστεῖς, ἀλλ’ ὁ ἕτερος οὐκ οἰκοδομεῖται.</p><p>Κυτίλλου. Δεῖ φησὶν, εἴπερ ἑλοίμην εὐδοκιμεῖν καὶ γλώσσῃ
τυχὸν κεχρῆσθαι τῇ διὰ τοῦ πνεύματος καὶ μὴ πειρᾶσθαι σπουδαίως
ἄκαρπον ἔχειν τὸν νοῦν, συναγείρειν δὲ ὥσπερ ἐν ἐμαυτῷ τὸν <lb n="5"/>
νοῦν· καὶ εἰ ψάλλοιμι τυχὸν ἐν γλώσσῃ, ψάλλειν οὐδὲν ἧττον
καὶ τῶ νοί· τοῦτ’ ἐστιν συνιέναι λεπτῶς τῆς ψαλμῳδίας τὴν
δύναμιν, καὶ τῆς προφητείας τοὺς λόγους μὴ ἀζητήτους ἐᾶν· οὐκ
οὖν ἄμεινον τὸ προφητεύειν ἤτοι διερμηνεύειν ἐν ἐκκλησίᾳ τὰ ἐκ
τῶν ἱερῶν γραμμάτων, ἢ γλώσσαις ἁπλῶς κατακεχρῆσθαι φιλεῖν.</p><lb n="10"/><p>Σευηριανοῦ. Ἐὰν, φησὶ, λαλήσω γλώσσῃ τινὶ ἣν οὐκ
μηδὲ εἰδὼς αὐτῆς τὴν δύναμιν, πέπεισμαι μὲν ὅτι νοῦν ἄκαρπον
ἔχω, οὐκ ἔχοντα τῶν εἰρημένων τὴν δύναμιν.</p><p>Ἰωάννου. Καὶ γὰρ ἦσαν τὸ παλαιὸν καὶ χαρίσματα εὐχῆς
ἔχοντες μετὰ τῆς γλώσσης πολλοί· καὶ ηὔχοντο μὲν, καὶ ἡ <lb n="15"/>
γλῶττα ἐφθέγγετο τῇ Περσῶν ἣ τῇ Ῥωμαίων φωνῇ εὐχομένη·
ὁ νοῦς δὲ οὐκ ἤδει τὸ λεγόμενον διὸ καὶ ἔλεγεν “εὰν προσεύ-
“χωμαι τῇ γλώσσῃ, τὸ πνεῦμά μου προσεύχεται·” τοῦτ’ ἔστι
τὸ χάρισμα τὸ δοθέν μοι καὶ κινοῦν τὴν γλῶσσαν, ὁ δὲ νοῦς μου
ἄκαρπός ἐστιν τί ποτ’ οὐν τὸ ἄριστον καὶ ὠφέλιμον, ἵνα καὶ ἡ <lb n="20"/>
γλῶσσα φθέγγηται καὶ ὁ νοῦς μὴ ἀγνοῇ τὰ λεγόμενα.</p><p>Θεοδωρίτου. Προσήκει τὸν ἑτέρᾳ γλώττῃ διαλεγόμενον, εἴτε
ἐπὶ ψαλμῳδίας, εἴτε ἐπὶ προσευχῆς, εἴτε ἐπὶ διδασκαλίας, ἣ
αὐτὸν ἑρμηνεύειν ὠφέλειαν τῶν ἀκουόντων· ἣ ἕτερον τοῦτο ποιεῖν
δυνάμενον συνεργὸν τῆς διδασκαλίας λαμβάνειν· “ἐπεὶ ἐὰν εὐλο- <lb n="25"/>
“γήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τὸν τόπον τοῦ ἰδιώτου, πῶς
“ἐρεῖ τὸ ἀμὴν ἐπὶ τῇ σῇ εὐχαριστίᾳ. ἐπειδὴ τί λέγεις οὐκ οἶδεν;”
ἰδιώτην καλεῖ τὸν ἐν τῷ λαικῷ τάγματι τεταγμένον.</p><p>Κυτίλλου. Ὅτ᾿ ἃν, φησὶν, αὐτὸς μὲν γλώσσῃ λαλῇ, ὁ γε
μὴν ἐν τάξει τῇ τοῦ λαικοῦ κείμενος, εἰ τὴν σὴν οὐκ εἰδείη φωνήν· <lb n="30"/>
πῶς προσυπακούσεται τὸ ἀμὴν ἐν ταῖς ἰδίαις εὐχαριστίαις, ἤτοι
προσευχαῖς; ἵνα τῇ τῶν ἱερέων τελειότητι τὸ δοκοῦν ἐλλείπειν
τοῖς τῶν λαῶν ἀναπληρῶτο μέτροις, καὶ οἷον τοὺς μικροὺς μετὰ
τῶν μεγάλων ὡς ἑνότητι πνεύματος παραδέχοιτο Θεός.</p><pb n="271"/><p>Θεοδωρίτου. Οἰδα, φησὶν, ὅτι ὑπὸ τῆς θείας ἐνεργούμενος
χάριτος ἀνυμνεῖς τὸν Θεόν· ἀλλ’ οὐ συνίησι τῶν λεγομένων ὁ τὴν
γλῶτταν οὐκ ἐπιστάμενος.</p><lb n="18"/><p>Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου, πάντων ὑμῶν μᾶλλον
<lb n="19"/> γλώσσαις λαλῶν· ἀλλ’ ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους <lb n="5"/>
διὰ τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἵνα καὶ ἄλλους κατηχήσω,
<lb n="20"/> ἣ μυρίους λόγους ἐν γλώσσῃ. ἀδελφοὶ, μὴ παιδία
γίνεσθε ταῖς φρεσίν· ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε, ταῖς δὲ
φρεσὶ τέλειοι γίνεσθε.</p><p>Ἰωάννου. Ἵνα μὴ δείξῃ διὰ τοῦτο εὐτελίζειν καὶ ὑποτιθέναι <lb n="10"/>
τὸ τῶν γλωσσῶν χάρισμα, ὡς αὐτὸς μὴ κεκτημένος αὐτῷ, φησὶν,
πάντων πλέον γλώσσαις λαλῶ· τοῦτ’ ἔστιν ἵνα οἶδα αὐτὸ ἑομηνεύειν
καὶ τοῖς ἀκούουσι σαφηνίζειν, ὅπως ὠφελῶνται· ἣ μυρίους
λόγους ἐν γλώσσῃ, τοῦτ’ ἔστιν ἴνα μὴ ἰσχύω αὐτὸ ἑρμηνεύσαι.
τότε γὰρ εἰς ἐμὲ μόνον ἡ ὠφέλεια περιστήσεται.</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Πρῶτος ὑμῶν τοῦδε τοῦ χαρίσματος ἠξιώθην.
δι’ ἐμοῦ καὶ ὑμεῖς τήνδε τὴν χάριν ἐδέξασθε. ἀλλ’ ὅμως ἐγὼ τῆς
τῶν πολλῶν ὠφελείας κηδόμενος, τὴν σαφῆ διδασκαλίαν τῆς
ἀσαφοῦς γλώσσης προτιμῶ· εἶτα κατ’ ἐπιτίμησιν, “ἀδελφοὶ, μὴ
“παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν· ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε· ταῖς δὲ <lb n="20"/>
“φρεσὶ, τέλειοι γίνεσθε·” μὴ ἀντιστρέψητε τὴν τάξιν, μηδὲ τῶν
παιδίων τὴν ἄνοιαν, ἀλλὰ τὴν κακίαν ζηλώσατε· τῶν δὲ τελείων
μὴ τὴν πονηρίαν ἀλλὰ τὴν ἀγχίνοιαν.</p><p>Ἰωάννου. Μετὰ τὸ δεῖξαι μείζονα τὴν προφητείαν, λοιπὸν
πληκτικωτέρῳ χρῆται λόγῳ· “μὴ παιδία γίνεσθε,” φησὶν, νηπίων <lb n="25"/>
γάρ ἐστι τὸ τὰ μικρὰ θαυμάζειν· οἷον τὰς γλώσσας, τῶν δὲ
μεγάλων καταφρονεῖν· τοῦτ’ ἐστι τῆς προφητείας. ὅταν πρόκειται
ἀδικία τις ἣ ἁμαρτία, τότε νηπιάζετε· νηπιάζειν δέ ἐστι, τὸ μὴ
εἰδέναι κακοποιεῖν ἣ ἁμαρτάνειν. ἡ δὲ τῶν φρενῶν τελειότης, καὶ
κακίαν φεύγει, καὶ ἀρετὴν διώκει, καὶ τὰ μείζω καὶ ὠφελιμώτερα <lb n="30"/>
τῶν χαρισμάτων διακρίνειν ἐπίσταται.</p><p>Φωτίου. “Διὰ τοῦ νοός μου λαλῆσαι,” τοῦτ’ ἐστι διὰ τῆς
τοῦ νοὸς καρποφορίας, ἥτις ἐστὶν ἡ ὠφέλεια τῶν πολλῶν· διὰ τοῦ

<pb n="272"/>
νοός μου δὲ ἕνεκα, φησὶ, τοῦ νόος μου, τοῦ μὴ εἶναι ἄκαρπον
αὐτὸν, ἀλλὰ ἀπολαύειν καρποῦ τῆς ὠφελείας τῶν πολλῶν.</p><lb n="21"/><p>Ἐν τῷ νόμῳ γεγ́ραπται,Ὅτι ἐν ἑτερογλώσσοις, καὶ
ἐν χείλεσιν ἑτέροις, λαλήσω τῷ λαῷ τούτῳ, καὶ οὐδ’
<lb n="22"/> οὕτως εἰσακούσονταί μου, λέγει Κύριος. ὥστε αἱ γλῶσ- <lb n="5"/>
’σαι εἰς σημεῖον εἰσὶν, οὐ τοῖς πιστεύουσιν, ἀλλὰ τοῖς
ἀπίστοις· ἡ δὲ προφητεία οὐ τοῖς ἀπίστοις, ἀλλὰ τοῖς
<lb n="23"/>πιστεύουσιν. ἐὰν οὖν συνέλθῃ ἡ ἐκκλησία ὅλη ἐπὶ τὸ
αὐτὸ, καὶ πάντες γλώσσαις λαλῶσιν, εἰσέλθωσι δὲ
<lb n="24"/> ἰδιῶται ἢ ἄπιστοι, οὐκ ἐροῦσιν ὅτι μαίνεσθε ; ἐὰν δὲ <lb n="10"/>
πάντες προφητεύωσιν, εἰσέλθῃ δέ τις ἄπιστος ἢ ἰδιώτης,
<lb n="25"/>ἐλέγχεται ὑπὸ πάντων, ἀνακρίνεται ὑπὸ πάντων, καὶ
οὕτως τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας αὐτοῦ φανερὰ γίνεται,
καὶ οὕτως πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον προσκυνήσει τῷ Θεῷ,
ἀπαγγέλλων ὅτι ὁ Θεὸς ὄντως ἐν ὑμῖν ἐστιν.</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Προφητικὴ μέν ἐστιν ἡ φωνή· νόμος δὲ τὴν
παλαιὰν γραφὴν προσηγόρευσεν· τεθεικὼς δὲ τὴν μαρτυρίαν,
ἐπάγει τὴν ἑρμηνείαν·</p><p>Σετηριανοῦ. Ἐπισημήνασθαι χρὴ ὅτι ἀπαιτούμενοι Ἰουδαῖοι
ὅπου ὁ Θεὸς ἐν πολλαῖς αὐτοῖς ἐλάλησεν γλώσσαις, κἀκεῖνοι ἠπί- <lb n="20"/>
θῆσαν, οὐκ ἔχουσι δεῖξαι· ἡμεῖς δὲ δείκνυμεν ὅτι ὅτε ἦλθε τὸ
Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ἐμέρισεν γλώσσας, οἱ 1ουδαῖοι ἀπιθοῦντες
ἔλεγον, γλεύκους μεμεστωμένοι εἰσίν· ὥστε αἱ γλῶσσαι εἰς ση-
μεῖον εἰσὶν, οὐ τοῖς πιστεύουσιν, ἀλλὰ τοῖς ἀπίστοις· ἡ δὲ
προφητεία οὐ τοῖς ἀπίστοις, ἀλλὰ τοῖς πιστεύουσιν. ὥστε οἰκοδο- <lb n="25"/>
μοῦσιν αἱ γλῶσσαι, ὅτ’ ἃν μάθῃ ὁ ἀκούων ὅτι ὁ λαλῶν λαλεῖ
γλῶσσαν ἣν οὐκ ολ̓ͅν, οὐ μὴν οἰκοδομὴν λαμβάνει τῆς ὠφελείας
τῆς πνευματικῆς διδαχῆς, διὰ τὸ μὴ νοεῖσθαι μὴ προχωρούσης·
ἡ μὲν γὰρ προφητεία μελλόντων, τοῖς δὲ περὶ τούτων λεγομένοις
ὁ τυχὼν οὐ πιστεύει, ἀλλ’ ὁ πιστός. ὁ δὲ ἄπιστος χρει-αν ἔχει <lb n="30"/>
τοῦ οὐκ εἰδότος τὴν γλῶσσαν, ᾗ κέχρηται, καὶ δεικνύντος ὅτι
Θεοῦ Πνεῦμα ἐν αὐτῷ· ὥστε θαῦμα ἦν ἡ γλῶττα· ἡ δὲ προφη-

<pb n="273"/>
τεία ἀπὸ τῆς ἐκβάσεως θαῦμα, οὐκ ἐν τῷ λέγεσθαι. διχῶς δὲ
λέγεται ἀπιστία ἐν τῇ θείᾳ γραφῇ· καὶ ἡ ἀληθῶς ἀπιστία, ἡ
τῶν Ἑλλήνων· καὶ ἡ ὀλιγοπιστία, ἡ τῶν εὐσεβῶν.</p><p>Ἰωάννου. Πόλλην ἐνταῦθα ἐκ τῶν εἰρημένων ἐπαπόρησιν ἴδοι
τις ἄν· εἰ γὰρ τοῖς ἀπίστοις σημεῖον εἰσὶν αἱ γλώσσαι, πῶς <lb n="5"/>
λέγει ἐφεξῆς, ὅτι ἐὰν ἴδωσιν ὑμᾶς γλώσσαις λαλοῦντας οἱ ἄπιστοι,
ἐροῦσιν ὅτι μαίνεσθε; καὶ εἰ ἡ προφητεία οὐ τοῖς ἀπίστοις,
ἀλλὰ τοῖς πιστεύουσιν· πῶς καὶ οἱ ἄπιστοι ἐξ αὐτῆς κερδανοῦσιν;
ἐὰν γὰρ εἰσέλθῃ φησὶν “ἄπιστος, ἐλέγχεται ὑπὸ πάντων
προφητευόντων ὑμῶν, καὶ ἀνακρίνεται. οὐκ αὐτὴ δὲ μόνον, ἀλλὰ <lb n="10"/>
καὶ μετ’ αὐτὴν δευτέρα ζήτησις ἐντεῦθεν φύεται· φανεῖται γὰρ
ἡ γλῶττα πάλιν μείζων τῆς προφητείας· εἰ γὰρ αἱ γλῶσσαι
εἰσὶν σημεῖον τοῖς ἀπίστοις, ἡ δὲ προφητεία τοῖς πιστοῖς, τὸ
τοὺς ἀλλοτρίους ἐφελκόμενον καὶ οἰκειοῦν, μεῖζον τοῦ ῥυθμίζοντος
τοὺς ἰδίους.</p><lb n="15"/><p>Τί οὖν ἐστι τὸ εἰρημένον; πρῶτον ἐκεῖνο γίνωσκε ἀπίστους μὴ
τοὺς αὐτοὺς πανταχοῦ λέγεσθαι· ἀλλὰ ποτὲ μὲν τοὺς ἀνίατα
νοσοῦντας καὶ ἀδιορθώτους μένοντας· ποτὲ δὲ καὶ τοὺς μεταβάλλεσθαι
δυναμένους· οἷοι ἦσαν ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων οἱ θαυμάζοντες
τὰ λεγόμενα τοῦ Θεοῦ μεγαλεῖα· οἷοι ἐπὶ Κορνηλίου. ὃ τοίνυν <lb n="20"/>
λέγει, τοῦτό ἐστιν, ὅτι τὴν γλῶτταν ἀκούοντες οἱ ἄπιστοι καὶ
ἀνόητοι, οὐ μόνον οὐ κερδανοῦσιν, ἀλλὰ καὶ καταγελάσουσιν ὡς
μαινομένων τῶν φθεγγομένων. καὶ γὰρ εἰς σημεῖον αὐτοῖς ἐστι
μόνον, τοῦτ’ ἐστιν εἰς τὸ ἐκπλήττεσθαι· τὸ γὰρ σημεῖον τῶν μέσων
ἐστίν· ὡς ὅτ’ ἃν λέγῃ, “ποίησον μετ’ ἐμοῦ σημεῖον” καὶ προστίθησιν <lb n="25"/>
“εἰς ἀγαθόν·” καὶ ἵνα μάθῃς ὅτι τὸ σημεῖον ἐνταῦθα οὐχ
ὡς πάντως χρήσιμόν τι ποιοῦν παρήγαγεν, ἐπήγαγεν τὸ ἐξ αὐτοῦ
γινόμενον· ἐροῦσι γὰρ οἱ ἄπιστοι ὅτι μαίνεσθε· τοῦτο δὲ οὐ παρὰ
τὴν τοῦ σημείου φύσιν· ἀλλὰ παρὰ τὴν ἐκείνων ἄνοιαν· ὅσοι γὰρ
νοῦν εἶχον καὶ ἐκέρδαινον· διὸ καὶ ἐδόθη τὸ σημεῖον. οὐδὲ γὰρ ἐπὶ <lb n="30"/>
τῶν Ἀποστόλων μόνοι οἱ μέθην αὐτῶν κατηγοροῦντες ἦσαν τότε·
ἀλλὰ πολλοὶ καὶ ἐθαύμαζον αὐτοὺς, ὡς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ
διηγουμένους· ἡ δὲ προφητεία οὐκ εἶπεν, ὅτι οὐκ ἔστιν χρήσιμος
τοῖς ἀπίστοις· ἀλλ’ ὅτι οὐκ ἔστιν εἰς σημεῖον ὥσπερ ἡ γλῶττα
ἁπλῶς· ἀλλ’ ὅτι καὶ εἰς πίστιν καὶ εἰς ὠφέλειαν ἀμφοτέροις <lb n="35"/>

<pb n="274"/>
ἐπιτηδεία καὶ χρήσιμος. καὶ τοῦτο εἰ καὶ μὴ εὐθέως, ἀλλὰ διὰ
τῶν ἑξῆς σαφέστερον ἡρμήνευσεν εἰπὼν, “ἐλέγχεται ὑπὸ πάντων·
“ἀνακρίνεται ὑπὸ πάντων· τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας αὐτοῦ φανερὰ
“γίνεται· καὶ πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον προσκυνήσει, ἀπαγγέλλων
“ὅτι ὁ Θεὸς ὄντως ἐν ὑμῖν ἐστιν.</p><lb n="5"/><p>Ὥστε οὖν οὐ τούτῳ μόνῳ μεῖζον ἡ προφητ(??)α τῷ ἐν ἑκατέροις
ἰσχύειν, ἀλλὰ καὶ τῷ τοὺς ἀναισχυντοτέρους τῶν ἀπίστων ἐφέλκεσθαι·
οὐδὲ γὰρ τὸ αὐτὸ θαῦμα ἦν ὅτε τὴν Σάπφειραν ἤλεγξεν
ὁ Πέτρος, ὅπερ προφητείας ἦν· καὶ ὅτε γλώσσῃ ἐλάλει· ἀλλὰ
τότε μὲν πάντες συνεστάλησαν· ὅτε δὲ γλώσσαις ἐλάλει, καὶ <lb n="10"/>
παραπαίοντος ἔλαβεν δόξαν· οὕτω καὶ Ναβουχοδονόσορ τὸν Θεὸν
προσεκύνησεν λέγων, “ἐπ’ ἀληθείας ὁ Θεὸς ὑμῶν αὐτός ἐστι Θεὸς
“ἀποκαλύπτων μυστήρια, ὅτι ἠδυνήθης ἀποκαλύψαι τὸ μυστήριον
“τοῦτο·” εἶδες τῆς προφητείας τὴν ἰσχύν; πῶς τὸν ἄγριον ἐκεῖνον
μετέβαλεν, καὶ εἰς πίστιν ἤγαγεν; ὅπερ δὲ ἔφθην εἰπὼν οὐκ <lb n="15"/>
ἐν τοῖς διαβεβλημένοις, ἀλλ’ ἐν τοῖς μὴ σφόδρα ὠφελοῦσι σπουδάζει
κατατάξαι τὸ χάρισμα τῶν γλωσσῶν· ὥστε καταστεῖλαι
αὐτοὺς καὶ εἰς ἀνάγκην ἀγαγεῖν τοῦτον ἑρμηνεύοντα ἐπιζητεῖν.
ἐπειδὴ γὰρ οὐ πρὸς τοῦτο ἑώρων, ἀλλὰ πρὸς ἐπίδειξιν αὐτὸ καὶ φιλοτιμίαν
ἐκέχρηντο οἱ πολλοὶ, ἀπὸ τούτου μάλιστα ἀπάγει, δεικνὺς ὅτι <lb n="20"/>
μάλιστα εἰς δόξαν παραβλάπτονται μανίας ὑπόληψιν κτώμενοι.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἄπιστον λέγει τὸν Ἕλληνα· ἰδιώτην δὲ τὸν
βαπτισθέντα, τὸν ἀστράτευτον. τότε γὰρ οὐκ ἐλέγοντο κατηχούμενοι
οἱ a ἀβάπτιστοι.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἐπισημήνασθαι δεῖ ὡς Θεὸν ἐνταῦθα σαφῶς <lb n="25"/>
τὸ Πανάγιον Πνεῦμα προσηγόρευσε· τοῦ γὰρ θείου Πνεύματος ἦν
ἡ τῆς προφητείας ἐνέργεια· “πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ
“τὸ αὐτὸ πνεῦμα διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται·” ἀλλ’
ὅμως ἐνταῦθα τέθεικεν ὅτι “πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον προσκυνήσει τῷ
“Θεῷ, ἀπαγγέλλων ὅτι Θεὸς ὄντως ἐν ὑμῖν ἐστιν,” Θεὸν εἰπὼν <lb n="30"/>
τὸ Πανάγιον Πνεῦμα.</p><p>Τί οὖν ἐστιν, ἀδελφοὶ, ὅτ’ ἃν συνέρχησθε, ἕκαστος
<lb n="26"/> ὑμῶν ψαλμὸν ἔχει, διδαχὴν ἔχει, γλῶσσαν ἔχει, ἀποκάλυψιν
ἔχει, ἑρμηνείαν ἔχει· πάντα πρὸς οἰκοδομὴν
<note type="footnote">a ἢ Cod.</note>

<pb n="275"/>
<lb n="27"/> γινέσθω. εἴτε γλώσσῃ τὶς λαλεῖ, κατὰ δύο ἢ τὸ πλεῖστον
<lb n="28"/> τρεῖς, καὶ ἀνὰ μέρος· καὶ εἷς διερμηνευέτω. ἐὰν δὲ
μὴ ᾖ διερμηνευτὴς, σιγάτω ἐν ἐκκλησίᾳ· ἑαυτῷ δὲ
<lb n="29"/> λαλείτω καὶ τῷ Θεῷ. προφῆται δὲ δύο ἢ τρεῖς λαλείτωσαν,
καὶ οἱ ἄλλοι διακρινέτωσαν.</p><lb n="5"/><p>Θεοδωρίτου. Διὰ τοῦ συνέρχεσθαι ἐνέδειξεν τὸ σῶμα·
διὰ τοῦ ἕκαστος ὑμῶν τάδε ἔχει καὶ τάδε, τὴν τῶν μελῶν διαφοράν·
εἰτα πάλιν τὴν τῷ κοινῷ παρ’ ἑκάστου προσφερομένην
ὠφέλειαν “πάντα πρὸς οἰκοδομὴν γινέσθω· εἴτε γλώσσῃ τίς
“λαλεῖ, κατὰ δύο ἢ τὸ πλεῖστον τρεῖς· καὶ ἀνὰ μέρος.” μὴ <lb n="10"/>
κοινῇ διαλέγεσθαι· τοῦτο γὰρ ἀταξίας καὶ συγχύσεως· μήτε μὴν
πολλοί· ἀρκοῦσι γὰρ καὶ δύο· ἀλλ’ ὅμως μέχρι τριῶν ὁρείσθω
τῶν οὕτω διαλεγομένων ὁ ἀριθμός· “καὶ εἷς διερμηνευέτω·” χρὴ γὰρ
τοὺς παρόντας νοεῖν τὰ λεγόμενα· “ἐὰν δὲ μὴ ᾖ διερμηνευτὴς,
“σιγάτω ἐν ἐκκλησίᾳ· ἑαυτῷ λαλείτω καὶ τῷ Θεῷ·” ἀτοπώτατον <lb n="15"/>
γὰρ κατὰ φιλοτιμίαν καὶ μὴ δι’ ὠφέλειαν τῷ θείῳ κεχρῆσθαι
χαρίσματι· “προφῆται δὲ δύο ἣ τρεῖς λαλείτωσαν· καὶ οἱ ἄλλοι
“διακρινέτωσαν·” σκοπεῖν καὶ διακρίνειν παρακελεύεται τοὺς ἠξιωμένους
τοῦ χαρίσματος τῆς διακρίσεως τῶν πνευμάτων, εἰ κατ’
ἐνέργειαν τοῦ θείου Πνεύματος λέγεται. ὥσπερ γὰρ τοῖς προφήταις <lb n="20"/>
ψευδοπροφήτας ἀντέταξεν ὁ διάβολος· οὕτω τοῖς Ἀποστόλοις
ψευδαποστόλους.</p><p>Ἰωάννου. Τί οὖν, φησὶ, ποιητέον ὑμῖν; ἰδοὺ γὰρ ἀκηκόατε
τὰς τῶν χάρισ’ μάτων διαφοράς· καὶ λοιπὸν ἐπάγει· “εἴτε ψαλμὸν
“ἔχει·” ἀπὸ γὰρ χαρίσματος καὶ ψαλμὸν ἐποίουν· “εἴτε διδα- <lb n="25"/>
“χὴν ἔχει·” οἷον εἰ δύναται διδάξαι καὶ ὠφελῆσαι· “εἴτε προ-
“φητείαν ἔχει·” τοῦτο γὰρ ἡ ἀποκάλυψις· “εἴτε γλῶσσαν ἔχει·”
καλῶς δὲ καὶ τῶν γλωσσῶν ἐμνήσθη. ἐπειδὴ γὰρ αὐτὰς ἐν τοῖς
προλαβοῦσι σφόδρα καθεῖλεν· νῦν καὶ αὐτῶν ἐμνήσθη· ἐπεὶ ἔδοξεν
ἂν μήτε εἶδος χαρίσματος τὸ τῶν γλωσσῶν· “εἴτε ἑρμηνείαν <lb n="30"/>
“ἔχε” καὶ δύναται ταῖς γλώσσαις ἑρμηνεύειν· πρὸς ἓν τέλος
πάντα ὁρᾷ τῷ τὸ οἰκοδομεῖν τὴν Ἐκκλησίαν. μὴ πολλοὶ, μὴ δὲ
συγκεχυμένως, ἵνα μὴ ἀκαταστασία γίνηται, “ἀλλὰ δύο ἣ τρεῖς
“τὸ πλεῖστον καὶ ἀνὰ μέρος·” τοῦτ’ ἐστιν εἷς ἀφ’ ἑνὸς τῷ αὐτῷ

<pb n="276"/>
λαλείτω· οὐκ ἔστιν ἐπιτρέποντος, ἀλλ’ οὐδὲ κωλύοντος· ὡσεὶ ἔλε-
γεν, εἰ μὴ ἔχῃ ἑρμηνείαν, σιγάτω· εἰ δὲ μὴ καρτερεῖ σιγᾶν,
τοῦτο δὲ κατηγορίας ἐστὶν, ἑαυτῷ λαλείτω· τοῦτ’ ἔστιν ἀψοφητὶ
καὶ ἠρέμα, ὡς Θεὸν μόνον ἀκούειν, οὐ μὴν ἀνθρώπους. ὅρα πῶς ἐν
τῷ δοκεῖν ἐπιτρέπειν, ἀποτρέπει· ἦσαν ἐν τοῖς προφήταις καὶ <lb n="5"/>
μάντεις λανθάνοντες· διὸ φησὶ, “δύο ἢ τρεῖς, καὶ οἱ ἄλλοι δια-
** κρινέτωσαν·” τοῦτ’ ἐστιν διακρινέτωσαν, μή που τις μάντις
προφήτης εἶναι ὑποκρίνοιτο. διὰ τοῦτο δὲ δύο ἢ τρεῖς· ἵνα μὴ διὰ
τὸ πλῆθος λάθωσιν οἱ μάντεις.</p><lb n="30"/><p>Ἐὰν δὲ ἄλλῳ ἀποκαλυφθῇ καθημένῳ, ὁ πρῶτος <lb n="10"/>
<lb n="31"/> σιγάτω. δύνασθε γὰρ καθ’ ἕνα πάντες προφητεύειν, ἵνα
<lb n="32"/> πάντες μανθάνωσι, καὶ πάντες παρακαλῶνται· καὶ πνεύ-
<lb n="33"/>ματα προφητῶν προφήταις ὑποτάσσεται· οὐ γάρ ἐστιν
ἀκαταστασίας ὁ Θεὸς, ἀλλὰ εἰρήνης, ὡς ἐν πάσαις ταῖς
ἐκκλησίαις τῶν ἁγίων.</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Ἐὰν ἄλλον, φησὶν, κινήσῃ ἡ χάρις τοῦ Πνεύμα-
τος· παραχωρείτω ὁ τοῦ λέγειν ἀρξάμενος· “δύνασθε γὰρ καθ’ ἕνα
“πάντες προφητεύειν· ἵνα πάντες μανθάνωσι καὶ πάντες παρα-
*’ καλῶνται·” μηδὲν ἀτάκτως μηδὲ συγκεχυμένως γινέσθω. καὶ γὰρ
ο7όν τε πάντας ὑμᾶς τὴν προφητείαν τοῖς ἀθροιζομένοις προσ- <lb n="20"/>
φέρειν, καὶ τὴν ἐντεῦθεν αὐτοῖς ὄνησιν πραγματεύεσθαι· αὕτη
μέχρι τοῦ παρόντος ἡ τάξις ἐν ταῖς ἐκκλησίαις μεμένηκεν· καὶ
τῶν διδασκάλων, οἱ μὲν ἐν ταύτῃ τῇ πανηγύρει, οἱ δὲ ἐν ἑτέρᾳ,
τῷ λαῷ διαλέγονται.</p><p>Ἰωάννου. Εἰ σοῦ, φησὶν, προφητεύοντος, ἄλλον ἐκίνησε τὸ <lb n="25"/>
Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, σὺ σίγα· ἵνα μὴ τῶν δύο ἅμα προφητευόντων,
σύγχυσις γένηται· διὰ τοῦτο γὰρ σοῦ, φησὶν, προφητεύοντος,
ὁ ἄλλος ἐνεπνεύσθη, βουλομένου τοῦ Πνεύματος, καὶ δι’ ἐκείνου
λεχθῆναι τι. ἐπειδὴ δὲ τὸν πρῶτον σιγᾶν ἐκέλευσεν, παραμυ-
θεῖται αὐτόν· μὴ δυσχεράνῃς, φησὶ, σιγᾶν κελευόμενος· δύνῃ <lb n="50"/>
καὶ σὺ καὶ ἄλλος καὶ πάντες προφητεύειν. τοῦτ’ ἔστιν οὐκ ἐκ-
λείψει ὁ καιρὸς, ἵνα πάντες οἱ τὴν ἐκκλησίαν πληροῦντες, καὶ
μανθάνωσι καὶ εἰς πίστιν παρακαλῶνται.</p><p>Σετηριανοῦ. Διὰ τούτων δείκνυσιν ὅτι ταῖς ψυχαῖς τὸ Πνεῦ-

<pb n="277"/>
μὰ τὸ Ἅγιον ἀπεκάλυπτεν τὰ μυστήρια· κἀκεῖναι φωτισθεῖσαι
ἀπεκάλυπτον ἀνθρώποις, οὐχ ὡς ἐν ταῖς μαντείαις οὐκ οἶδεν ὁ
μάντις τι φθέγγεται. ἀπέδωκεν οὖν ἐκεῖνο τὸ πρῶτον, ὃ ἔλεγεν,
ὅτι ὅτε ἤτε ἔθνη, πρὸς τὰ εἴδωλα τὰ ἄφωνα ὡς ἃν ἤγεσθε
“ἀπαγόμενοι.” “προφῆται δὲ δύο ἣ τρεῖς λαλείτωσαν· οἱ ἄλλοι <lb n="5"/>
“δὲ διακρινέτωσαν·” οἱ ἔχοντες τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν
πνευμάτων. “ἐὰν δὲ ἄλλῳ ἀποκαλυφθῇ καθημένῳ, ὁ πρῶτος
“σιγάτω·” ὡς ἐν αὐτοῖς ὃν ποτὲ μὲν σιγᾶν, ποτὲ δὲ λέγειν.
“καὶ πνεύματα προφητῶν προφήταις ὑποτάσσεται·” μὴ φοβηθῇς
φησὶν, ἐὰν σιγήσῃς ὡς ἀθετῶν τὸ Πνεῦμα· οἶδεν γὰρ τὰ χαρίσματα <lb n="10"/>
ἀλλήλοις ὑποτάσσεσθαι· οὕτως Ἰησοῦς ὑπετάσσετο τῷ
Μωϋσεῖ· οὕτως ὁ Ἑλισσαῖος τῶ Ἠλία· οὕτως αὐτῶ τῶ Ἑλισσαίῳ
τὸ πλῆθος τῶν προφητῶν· οὕτως αὐτῷ τῷ Ἀποστόλῳ Τιμόθεος καὶ
Τίτος καὶ οἱ λοιποί.</p><p>Ἰωάλλου. Ἵνα μὴ φιλονεικῇ ἄνθρωπος, αὐτὸ τὸ πνεῦμα <lb n="15"/>
δείκνυσιν ὑποτασσόμενον πνεῦμα γὰρ ἐνταῦθα, τὴν ἐνέργειαν
λέγει· εἰ δὲ τὸ πνεῦμα ὑποτάσσεται, πολλῷ πλέον σὺ ὁ κεκτημένος,
οὐκ ἂν εἴης δίκαιος φιλονεικεῖν.</p><p>Οἰκουμενίου. Ἄντικρυς ἢ ἐπὶ τῶν μάντεων· ἐκεῖνοι γὰρ
τὴν παρ’ αὐτοῖς ἐνθουσίασιν, καὶ ἄκοντες οἱ δαιμονῶντες λαλοῦσιν <lb n="20"/>
ἃ οὐ βούλονται. εἰ τοίνυν τὸ χάρισμα τοῖς προφήταις ὑποτέτακται·
πῶς οὐκ ἄτοπον ὑμᾶς μὴ ὑποτάσσεσθαι τῷ κοινῇ συμφέροντι;
ἵνα ὅτ’ ἂν ᾖ καιρὸς σιωπῆς, σιωπᾶτε.
Ἰωάλλου. Πνεύματα προφητῶν φησὶν αὐτὸ τὸ πνευματικὸν
χάρισμα· εἶτα ἵνα μὴ λέγῃ τις, καὶ πῶς σιγᾶν δύναμαι; αὐτὸ <lb n="25"/>
γὰρ τὸ ἐπιπνέον Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἑκόντα καὶ ἄκοντα ἀναγκάζει
λαλεῖν· οὐχὶ, φησὶν, ὑποτέτακται γὰρ τῷ προφήτῃ τὸ χάρισμα·
τοῦτ’ ἔστιν ἐν αὐτῶ ἐστι καὶ λαλεῖν καὶ σιωπᾶν.</p><p>Ὠριγένοτσ. Κίνδυνός ἐστι τοῖς ἀναγινώσκουσιν ἁπλῶς ἀποφαινέσθαι·
ὁμοίως δὲ καὶ τοῖς ἀκούουσιν. ἄκουε γοῦν Παύλου <lb n="30"/>
λέγοντος· “εἴτις δοκεῖ ἐν ὑμῖν προφήτης εἶναι, ἢ πνευματικὸς,
“ἐπιγινωσκέτω ἃ γράφω, ὅτι Θεοῦ ἐστιν·’ ὡς οὐ παντὸς ἐπιγινώσκοντος
τὰ τοῦ Θεοῦ· ἐὰν μὴ ᾖ προφήτης ἣ πνευματικός. διέγραψεν
δὲ τὸν πνευματικὸν ὁ Ἀπόστολος εἰπών· “ὁ δὲ πνευμα-
“τικὸς ἀνακρίνει τὰ πάντα· αὐτὸς δὲ ὑπ’ οὐδενὸς ἀνακρίνεται·” <lb n="35"/>

<pb n="278"/>
τίς δέ ἐστιν ὁ διακρίνων τὰ πάντα, ἣ ὁ δυνάμενος πάντα λόγον
ἐξετάζειν καὶ κρίνειν; οὗτος δὲ ὑπ’ οὐδενὸς ἀνακρίνεται, διὰ τὸ
βάθος τῶν νοημάτων αὐτοῦ μὴ καταλαμβανόμενος· ὁ γὰρ πνευματικὸς
νοῦν ἔχει Κυρίου. ὥσπερ οὖν παιδίον οὐ δύναται ἀνακρίναι
νοῦν ἀνδρὸς καὶ ἐξετάσαι τὰ νοήματα αὐτοῦ, οὐδὲ γὰρ τὴν ἀρχὴν <lb n="5"/>
παρακολουθεῖ τοῖς τοῦ ἀνδρὸς νοήμασιν ὁ βραχὺς παῖς· τὸν αὐτὸν
τρόπον οὐδὲ ψυχικὸς δύναται εἰδέναι ποῖα τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ποῖα
οὐχί. μόνου δὲ πνευματικοῦ ἐστι τοῦτο τὸ ἔργον. ἐγὼ πολλάκις
ἐζήτουν κατεμαυτὸν τί δήποτε, ὅτε οἱ προφῆται ἦσαν τοῦ Θεοῦ
καὶ οἱ ψευδοπροφῆται, οἱ ψευδοπροφῆται εὐδοκίμουν παρὰ τοῖς <lb n="10"/>
βασιλεῦσιν αὐτῶν, παρὰ τοὺς προφήτας· καὶ τὰ μὲν βιβλία τῶν
ψευδοπροφητῶν οὐκ ἐγράφη, οὐδὲ ἐσώθη ἐν τῷ λαῷ· τὰ δὲ τῶν
προφητῶν καταδικασθέντων, μισηθέντων, πεπονθότων ἃ ἴσμεν, ἦλθεν
εἰς μέσον, καὶ τετίμηται· τίς γέγονεν ἡ τούτων ἀρχή; ἀπὸ
τοῦ Ἀποστόλου ἀφορμὰς λαβὼν λέγω, ὅτι ἦν χάρισμα ἐν τῷ λαῷ <lb n="15"/>
ὥσπερ προφητεύειν, οὕτω διακρίνειν προφήτας. “δύνασθε γὰρ καθ’
“ἕνα πάντες προφητεύειν·” ἀφθονία ἦν τότε τῶν λεγόντων καὶ τῶν
ἐπιτρεπομένων λέγειν. διὰ γὰρ τοῦτο ἐπέτρεψεν ὁ Ἀπόστολος
πᾶσι λέγειν ἐν Ἐκκλησίᾳ· μικροῦ δεῖν καὶ ταῖς γυναιξὶν ἐπέτρεψε
λαλεῖν, εἰ μὴ εἰρήκει τὸ ἑξῆς.</p><lb n="20"/><p>Ἰωάλλου. Εἶτα δείκνυσιν ὅτι καὶ τῶ Θεῶ τοῦτο δοκεῖ, τὸ
τὸν πρῶτον σιγᾶν. ἐπεὶ μὴ “ἔστιν Θεὸς ἀκαταστασίας, ἀλλ’
“εἰρήνης.” ἐκ γὰρ ἐκ γὰρ τούτου, φησὶν, ἀκαταστασία
γίνεται. οὕτως δὲ ὁ τῆς εἰρήνης νόμος ἐν πάσαις ἔστιν ἐκκλησίαις
τῶν ἁγίων. καλῶς δὲ φησὶν “τῶν ἁγίων,” ἐπειδὴ καὶ Ἑλλήνων <lb n="25"/>
ἤσαν ἐκκλησίαι.</p><p>Φωτίου. “ Ὁ πρῶτος” εἶπεν, οὐχὶ πρῶτος κατὰ τὸ ἀξίωμα τῆς
προφητείας, ἀλλὰ καθὸ πρότερος αὐτὸς ἤρξατο λέγειν τοῦ μεταυτόν.</p><lb n="34"/><p>Αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· οὐ
γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ’ ὑποτάσσεσθαι, <lb n="30"/>
<lb n="35"/> καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει. εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν
οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν γάρ
<lb n="36"/> ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίαις λαλεῖν. ἢ ἀφ’ ὑμῶν ὁ λόγος
τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθεν; ἢ εἰς ὑμᾶς μόνους κατήντησεν;</p><pb n="279"/><p>Ὠριγένοτσ. Ὡς γὰρ πάντων λεγόντων καὶ δυναμένων λέγειν,
ἐὰν ἀποκάλυψις αὐτοῖς γένηταί φησιν, “αἱ γυναῖκες ἐν ταῖς
“ἐκκλησίαις σιγάτωσαν.” ταύτης δὲ τῆς ἐντολῆς οὐκ ἦσαν οἱ
τῶν γυναικῶν μαθηταὶ, οἱ μαθητευθέντες Πρισκίλλῃ καὶ Μαξιμίλλῃ·
οὐ Χριστοῦ τοῦ ἀνδρὸς τῆς νύμφης· ἀλλ’ ὅμως εὐγνωμονῶμεν <lb n="5"/>
καὶ πρὸς τὰ πιθανὰ ἐκείνοις ἀπαντῶντες. τέσσαρες φασὶ
θυγατέρες ἦσαν Φιλίππου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, καὶ προεφήτευον.
εἰ δὲ προεφήτευον· τί ἄτοπόν ἐστι καὶ τὰς ἡμετέρας, ὡς φασὶν
ἐκεῖνοι, προφήτιδας προφητεύειν; ταῦτα δὲ λύσομεν· πρῶτον μὲν
λέγοντες, ὅτι αἱ ὑμέτεραι προεφήτευον· δείξατε τὰ σημεῖα τῆς <lb n="10"/>
προφητείας ἐν αὐταῖς. δεύτερον δὲ εἰ καὶ προεφήτευον αἱ θυγατέρες
Φιλίππου, ἀλλ’ οὐκ ἐν ταῖς ἐκκλησίαις ἔλεγον· οὐ γὰρ
ἔχομεν τοῦτο ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν Ἀποστόλων· ἀλλ’ οὐδ’ ἐν τῇ
παλαιᾷ. Δεββῶρα μεμαρτύρηται προφῆτις εἶναι. λαβοῦσα δὲ
Μαριὰμ ἢ ἀδελφὴ Ἀαρὼν τὸ τύμπανον, ἐξῆρχε τῶν γυναικῶν. <lb n="15"/>
ἀλλ’ οὐκ ἂν εὕροις ὅτι Δεββῶρα ἐδημηγόρησεν εἰς τὸν λαὸν,
ὥσπερ Ἱερεμίας καὶ Ἡσαΐας· οὐκ ἃν εὕροις ὅτι Ὀλδὰ προφῆτις
οὖσα ἐλάλησε τῷ λαῷ, ἀλλ’ ἑνί τινι ἐλθόντι πρὸς αὐτήν· ἀλλὰ
καὶ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ ἀναγέγραπται Ἄννα προφῆτις θυγάτηρ
Φανουὴλ ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· ἀλλ’ οὐκ ἐν ἐκκλησίᾳ ἐλάλησεν. ἵνα <lb n="20"/>
οὖν καὶ δοθῇ ἐκ σημείου προφητικοῦ εἶναι προφῆτις γυνή· ἀλλ’
οὐκ ἐπιτρέπεται ταύτῃ λαλεῖν ἐν ἐκκλησίᾳ. ὅτε ἐλάλησε Μαριὰμ
προφῆτις ἄρχουσα ἦν τινῶν γυναικῶν· αἰσχρὸν γὰρ γυναικὶ λαλεῖν
ἐν ἐκκλησίᾳ· καὶ διδάσκειν δὲ γυναικὶ οὐκ ἐπιτρέπω ἁπλῶς, ἀλλ’
οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός.</p><lb n="25"/><p>Καὶ ἄλλοθεν δὲ τοῦτο παραστήσω. εἰ καὶ ἐκεῖνο ἀσφαλέστερον
εἴρηται, περὶ τοῦ μὴ τὴν γυναῖκα ἡγεμόνα γίνεσθαι τῷ λόγῳ τοῦ
ἀνδρὸς, “πρεσβύτιδας ἐν καταστήματι, ἱεροπρεπεῖς καλοδιδα-
“σκάλους, ἵνα σωφρονίζωσι τὰς νέας.” οὐχ ἁπλῶς ἵνα διδάσκωσιν,
καλοδιδάσκαλοι μὲν γὰρ ἔστωσαν καὶ γυναῖκες. οὐχ ἵνα <lb n="30"/>
ἄνδρες καθήμενοι ἀκούωσι γυναικῶν, ὡς ἐκλειπόντων ἀνδρῶν τῶν
δυναμένων πρεσβεύειν τὸν τοῦ Θεοῦ λόγον. “εἰ δέ τι μαθεῖν
“ἐθέλουσιν· ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν
“γάρ ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίᾳ λαλεῖν.” δοκεῖ μοι τὸ τοὺς
ἰδίους ἄνδρας οὐκ ἐπὶ τοὺς γαμετοὺς ἀναφέρεσθαι μόνον· αἱ παρ- <lb n="35"/>

<pb n="280"/>
θένοι γὰρ ἣ λαλήσουσιν ἐν ἐκκλησίᾳ ἣ οὐχ ἕξουσι τοὺς διδάσκοντας·
καὶ αἱ χηρεύουσαι ὁμοίως. ἀλλὰ μήποτε τοὺς ἰδίους ἄνδρας,
οἷον καὶ τὸν ἀδελφὸν καὶ τὸν οἰκεῖον καὶ τὸν υἱόν. ἅπαξ ἁπλῶς
ἀνδρὸς πυνθανέσθω γυνὴ τοῦ ἰδίου, κατὰ τὸ γενικὸν ὄνομα ἀνδρὸς
πρὸς ἀντιδιαστολὴν γυναικός· “αἰσχρὸν γὰρ γυναικὶ λαλεῖν ἐν <lb n="5"/>
“ἐκκλησίᾳ·” ὁποῖα ἐὰν λαλῇ, κἂν θαυμαστὰ λαλῇ, κἂν ἅγια,
μόνον δὲ ἀπὸ στόματος γυναικείου ἐξέρχηται. γυνὴ ἐν ἐκκλησίᾳ
δηλονότι κατὰ τὸ αἰσχρὸν λέγεται, ἐπὶ κατηγορίᾳ τῆς ὅλης ἐκκλησίας.
“ἣ ἀφ’ ὑμῶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθεν; ἣ εἰς ὑμᾶς μόνους
“κατήντησεν;” ὡς τῆς ἀταξίας ταύτης οὔσης ἐν Κορίνθῳ, μετὰ <lb n="10"/>
καὶ τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων. τοῦτο οὖν λέγει, ὅτι ἀπέστειλεν τὸν
λόγον αὐτοῦ ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον. ἄρ οὖν ἡ ἀλήθεια καὶ ὁ κανὼν
ὁ ἐκκλησιαστικὸς εἰς ὑμᾶς μόνους τοὺς Κορινθίους κατήντησεν;
Ἰωάλλου. Οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ’ ὑποτάσσεσθαι,
καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει. καὶ ποῦ τοῦτο λέγει ὁ <lb n="15"/>
νόμος; “πρὸς τὸν ἄνδρα σοῦ ἡ ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου
“κυριεύσει.” εἶδες Παύλου τὴν σοφίαν; ἡλίκην παρήγαγεν μαρτυρίαν,
οὐ σιγᾶν αὐταῖς κελεύουσαν μόνον, ἀλλὰ καὶ μετὰ φόβου
σιγᾶν, καὶ φόβου τοσούτου, μεθ’ ὅσου τὴν δούλην ἡσυχάζειν χρή.
παράγει δὲ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας τῆς σιωπῆς τηρούσας τὸν <lb n="20"/>
νόμον ἄπο τῆς καινοτομίας ’τον θόρυβον ὑποτεμνόμενος, καὶ τῇ
τῶν πολλῶν ψήφῳ τὸν λόγον ποιῶν εὐπαράδεκτον. οὔτε γὰρ πρῶτοι,
φησὶν, ὑμεῖς οὔτε μόνοι πιστοὶ, ἀλλ’ ἡ οἰκουμένη πᾶσα.</p><lb n="37"/><p>Εἴ τις δοκεῖ προφήτης εἶναι ἣ πνευματικὸς, ἐπιγινωσκέτω
<lb n="38"/> ἃ γράφω ὑμῖν, ὅτι τοῦ Κυρίου εἰσὶν ἐντολαί· <lb n="25"/>
<lb n="39"/> εἰ ’δε τις ἀγνοεῖ, ἀγνοείτω. ὥστε, ἀδελφοί μου, ζηλοῦτε
τὸ προφητεύειν, καὶ τὸ λαλεῖν γλώσσαις μὴ κωλύετε.
<lb n="40"/> πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω.</p><p>Ὠριγένοτσ. Ἵνα οὖν ἐπιγινώσκωμεν τὰ τοῦ Θεοῦ· παρακαλέσωμεν
τὸν διδόντα χαρίσματα, ἵνα δώῃ ἡμῖν χάρισμα προφητικὸν, <lb n="30"/>
καὶ ποιήσῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ κρατοῦντος Πνεύματος πνευματικούς.
καὶ οὕτως ἐπὶ τοῦ κρίνειν ποῖα τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ἣ ποῖα οὐκ
ἔστιν αὐτοῦ· ὁ γὰρ τῆς χάριτος ταύτης ἐστερημένος συνεῖναι οὐ
δύναται. ὅθεν ἐπήγαγεν, “εἰ δέ τις ἀγνοεῖ, ἀγνοείτω.”</p><pb n="281"/><p>Ἰωάννου. Πολλαχῶς διδάξας τὸ δεῖν τὰς γυναῖκας σιγᾶν,
νῦν καὶ τοῦτο προστίθησιν, ὅτι, φησὶ, καὶ τῷ Θεῷ τοῦτο δοκεῖ·
εἴ τις γάρ, φησιν, ἢ προφήτης ἐστὶν ἣ ἄλλως πνευματικὸν ἔχει
χάρισμα, εἰς τὸ εἰδέναι τὰ γραφόμενα παρ’ ἐμοῦ· ἴστω ὅτι Θεοῦ
εἰσιν ἐντολαὶ, ἃ γράφω· καὶ οὐκ ἀφ’ ἑαυτοῦ, φησὶ, πρὸς τούτοις <lb n="5"/>
κινοῦμαι· εἰ δέ τις ἀγνοεῖ, ὅτι Θεοῦ εἰσιν αὐταὶ ἐντολαὶ, ἀγνοείτω·
τοῦτ’ ἐστιν, ἐγὼ εἶπον, ὁ θέλων πειθέσθω· ὁ μὴ θέλων, ὃ
οἶδεν ποιείτω. τὸ δὲ ταῦτα λέγειν σημεῖόν ἐστιν ἀνδρὸς οὐ τὰ
ἑαυτοῦ πάντως βουλομένου στῆσαι, ἀλλὰ τὸ κοινῇ συμφέρον
σκοποῦντος· τὸ δὲ τοιοῦτον σχῆμα τοῦ λόγου ποιεῖν εἴωθεν, ἔνθα <lb n="10"/>
οὐ μέγα ἐστὶν τὸ γινόμενον πλημμέλημα. τί γὰρ μέγα τὸ ἀγνοεῖν
αὐτοὺς ὅτι Θεοῦ εἰσιν ἐντολαὶ τὸ σιγᾶν τὰς γυναῖκας;</p><p>Θεοδωρίτου. πάλιν τὸ μὲν ἔδειξε τιμιώτερον· τὸ δὲ καὶ αὐτὸ
χρεῶδες. τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ “μὴ κωλύετε· πάντα δὲ εὐσχημόνως
“καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω·” τὴν δὲ τάξιν ἐν τοῖς πρόσθεν ἐδίδαξεν.</p><lb n="15"/><p>Ἰωάννου. πάλιν ἐπανῆλθεν ὅθεν ἐξῆλθεν· καὶ μείζονα δείκνυσι
τὴν προφητείαν, τῷ εἰπεῖν “ζηλοῦτε·” ἧττον δὲ τὴν τῶν γλωσσῶν
χάριν· τὸ γὰρ λαλεῖν γλώσσαις, φησὶ, μὴ κωλύετε· εἶτα
ἐπανακεφαλαιοῦται τὰ πρῶτα. “πάντα,” φησὶν, “εὐσχημόνως καὶ
“κατὰ τάξιν γινέσθω. ἔσται δὲ τοῦτο ἐὰν οἱ γλώσσαις λαλοῦντες <lb n="20"/>
δύο ἣ τρεῖς λαλοῦσι καὶ ἀνὰ μέρος· καὶ οἱ προφῆται ἀλλήλοις
παραχωροῦσι· καὶ αἱ γυναῖκες ἐν ἐκκλησίᾳ σιωπῶσιν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><head>ΚΕΦ. Θ.</head><p>Περὶ ἀναστάσεως σωμάτων καθολικῆς.</p><lb n="1"/><p>Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοὶ, τὸ εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην <lb n="25"/>
<lb n="2"/> ὑμῖν, ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε, δι’
οὗ καὶ σώζεσθε, τίνι λόγῳ εὐγγελισάμην ὑμῖν, εἰ
κατέχετε, ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῆ ἐπιστεύσατε.</p><p>Κυτίλλου. Ἐπὶ καιροῦ δὴ λίαν καὶ σοφῶς εὐαγγέλιον ἀποκαλεῖ
τὸ περὶ τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως κήρυγμα, καὶ αὐτοῦ <lb n="30"/>
δὲ πάντως τοῦ Χριστοῦ. καὶ γάρ ἐστιν ἀληθῶς ἀγαθοῦ παντὸς
ἀπαγγελία τοῖς τὴν πίστιν εἰσδεδεγμένοις· ἐν αὐτῷ δὲ φησὶν
αὐτοῖς ἑστάναι τε καὶ σώζεσθαι. τοῦ μὲν ἑστάναι κατασημαί-

<pb n="282"/>
νοντος τὸ ἐν ἑδραιότητι τῆς ἐλπίδος καὶ τὸ ἐν καλῷ τῆς δόξης
γενέσθαι τοὺς πεπιστευκότας· τοῦ δέ γε σώζεσθαι, τὸ καὶ αὐτῆς
ἀναπεφάνθαι τῆς ἁμαρτίας ἀμείνους, καὶ τῶν τοῦ θανάτου βρόχων
ἐπέκεινα δραμεῖν.</p><p>Ἰωάννου. Εἰς τὸν περὶ ἀναστάσεως ἔρχεται λόγον. λέγει δὲ <lb n="5"/>
ὅτι οὐδὲν ξένον ὑμῖν ἐρῶ, ἀλλὰ τὸ ἤδη γνωρισθὲν ὑμῖν, εἰς λήθην
δὲ ἐλθόν· τὸ γὰρ “γνωρίζω” οἷον ὑπομιμνήσκω κεῖται· ἀδελφοὺς
δὲ καλέσας, ὁμοῦ μὲν αὐτοὺς καταπραύνει, ὁμοῦ δὲ τὸ τῶν δωρεῶν
ἀναμιμνήσκει τοῦ Χριστοῦ. διὰ γὰρ τὴν αὐτοῦ ἔνσαρκον παρουσίαν,
πάντες ἀδελφοὶ γεγόναμεν ὧσπέρ τινι παρακαταθήκην· οὐ λόγῳ <lb n="10"/>
γὰρ μόνῳ παρειλήφεσαν, ἀλλὰ καὶ διὰ σημείων καὶ ποικίλων
δυνάμεων· ὅρα δὲ τὴν σοφίαν Παύλου· ἐσαλεύοντο οὗτοι, καὶ
ὅμως ἑστάναι αὐτοὺς λέγει· ἵνα μὴ ἀναισχυντοτέρους ποιήσῃ
ἑκὼν ἀγνοῶν· εἶτα τοῦ ἑστάναι τὸ κέρδος, δι’ οὗ φησὶ καὶ σώ.
ζεσθαι.</p><lb n="15"/><p>Σευηριανοῦ. Οὐ ξένον, φησὶ, λέγω, ἀλλ’ ὅπερ ἐκήρυξα. καὶ
οὔχι ἐγὼ μὲν ἐκήρυξα, ὑμεῖς ’δε οὐκ ἐδέξασθε· ἀλλ᾿ καὶ παρελάβετε·
καὶ οὐχὶ μάταιον παρελάβετε καὶ ἀνόνητον, ἀλλ’ ἐν ᾧτ’
σώζεσθε· μέλλων δὲ λέγειν ὅτι ἐγνώρισα ὑμῖν, ὁ Κύριος Ἰησοῦς
ἀπέθανεν ὑπὲρ ὑμῶν, φησὶ, τίνι δὲ λόγῳ τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον; ἵνα <lb n="20"/>
πιστευθῇ ἡ ἀνάστασις· ἀπαρχὴ γὰρ υἱὸς Ἰησοῦς τῆς ἀναστάσεως,
ἀποθανὼν ὑπὲρ ἡμῶν. εἰ γὰρ μὴ ἔδει τὸν θάνατον ἀναιρεθῆναι,
οὐκ ἃν ἐνηνθρώπησεν ὁ Σωτήρ· “ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῆ ἐπιστεύ-
“σατε.” ἀντὶ τοῦ πλὴν εἰ μὴ εἰκῆ ἐπιστεύσατε· ἐγὼ γὰρ λέγω,
ὅτι εἰ μὴ κατέχετε, φανερὸν ὅτι εἰκῆ ἐπιστεύσατε.</p><lb n="25"/><p>Ἰωάλλου. Ὡσανεὶ αὐτῶν σαφήνειαν μόνον ζητούντων, οὐ μὴν
ἀμφιβαλλόντων περὶ τὴν ἀνάστασιν, οὕτω λέγει· “τίνι λόγῳ
“ εὐηγγελισάμην ὑμῖν·” τοῦτ’ ἔστι, ποίῳ τρόπῳ ἀνάστασις ἐλέχθη
γενέσθαι· ὡσεὶ ἔλεγεν, περὶ μὲν τοῦ δόγματος οὐκ ἃν φαίην ὑμᾶς
ἀμφιβάλλειν, τὸν δὲ τούτων ζητεῖν λόγον· ὅθεν, φησὶ, τὸν τῆς <lb n="30"/>
ἀναστάσεως λόγον ὑμᾶς ὑπομιμνήσκω· εἶτα ἵνα μὴ ῥαθύμους
ἐργάσηται μαρτυρῶν αὐτοῖς τὸ ἑστάναι, ἐπάγει· “εἰ κατέχετε·”
ἐκτὸς γὰρ τοῦ κατέχειν τὸ περὶ ἀναστάσεως δόγμα, “εἰκῆ ἐπι-
“στεύσατε,” ὡς τοῦ κεφαλαίου τῆς πίστεως ἐν τούτῳ ὑπάρ-
χοντος.</p><lb n="35"/><pb n="283"/><p>Θεοδωρου. Εἰ γὰρ εὐγγελίσατο καὶ παρέλαβον καὶ μὴν καὶ
κατέχουσιν ἔτι, τοῦτο γάρ ἐστι τὸ “ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε,” περιττὸν
τὸ περὶ τούτου γράφειν· εἰ μὴ ἄρα ἐκεῖνοι τῷ δοκεῖν τὰ Χριστιανικὰ
κατέχοντες δόγματα, ἐπὶ τῶν πραγμάτων τὰ ἐναντία
φαίνονται ἀσπαζόμενοι· ὅθεν καλῶς ἐπήγαγεν τὸ “δι’ οὗ καὶ <lb n="5"/>
“σώζεσθε.” ἀντὶ τοῦ, οὕτω κατέχετε, ὡς ἂν καὶ σωτηρίας τυχεῖν
ἐλπίζοντες ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δὲ τίνι λόγῳ εύηγγελισάμην ὑμῖν
ἀντὶ τοῦ, τίς ὁ σκοπὸς τοῦ εὐαγγελίου, τίς ἡ αἰτία· ἵνα τὸ μὲν
εὐαγγέλιον ᾖ τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνάστασις· ὁ δὲ τούτου σκοπὸς τὸ
πιστεῦσαι ὅτι καὶ πάντες ἀναστησόμεθα ἀκολούθως ἐκείνῳ.</p><lb n="10"/><p>Θεοδωρίτου. πάλιν τῇ διδασκαλίᾳ τὴν εὐφημίαν ἀνέμιξεν,
προλεαίνων τὴν ἀκοήν· διὰ τοῦτο εἶπεν “ἐν ᾧ ἑστήκατε, δι’ οὗ
“καὶ σώζεσθε.” λέγει δὲ τοῦτο, βούλομαι ὑμᾶς ἀναμνῆσαι τοῦ
πη ἐμοῦ κηρυχθέντος εὐαγγελίου, ὃ προθύμως μὲν ἐδέξασθε, τὴν
ἐκ τούτου δὲ φυομένην προσμένετε σωτηρίαν· ἀναμιμνήσκω δὲ <lb n="15"/>
ὑμᾶς, ὑποδείξαι θέλων τὸν τούτου σκοπόν. τοῦτο γὰρ εἶπεν “τίνι
“λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμᾶς.” εἶτα ἐπάγει· “εἰ κατέχετε, ἐκτὸς
“εἰ μὴ εἰκῆ ἐπιστεύσατε.” τῆς γὰρ τῶν σωμάτων ἀπιστουμένης
ἀναστάσεως, περιττὸν τοῦ εὐαγγελίου τὸ κήρυγμα.</p><p>Θεοδωρου. Εἴπερ δὴ κατέχετε καὶ μὴ ἀπεβάλλετε πάντα, <lb n="20"/>
ὡς ἂν εἰκῆ πεπιστευκότες τοῖς παρ’ ἡμῶν λεχθεῖσιν.</p><p>Ὠριγένουσ. Ἰουδαῖοι οὐχ ἑστήκασιν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ, τὸν
Ἰησοῦν μὴ παραδεξάμενοι· οἱ ἀπὸ τῶν αἱρέσεων κακῶς ἑστήκασι,
μὴ νοοῦντες τὸ εὐαγγέλιον, ἀλλ’ ἰδίως αὐτὸ ἐκδεχόμενοι· οἱ ἁμαρτάνοντες
οὐχ ἑστήκασι ἐν τῷ εὐαγγελίῳ. ἢ οἱ παραλαβόντες αὐτὸ <lb n="25"/>
καὶ παραδεξάμενοι καὶ καταυτὸ βιοῦντες. ἐὰν δὲ νοηθῇ “τίνι
“λόγῳ εὐαγγελισάμην ὑμῖν εἰ κατέχετε,” καὶ νοηθῇ τὸ ἐπιφερόμενον
εὐλόγως τοῖς τὸ ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῆ πεπιστευκότα οὕτω
πεπιστευκέναι ψευδεῖ· ἀλλὰ τὸ πεπιστευκέναι μὲν, ἀληθεῖ δέ·
ἔργον οὐκ ἔστιν κρίσει πιστεύειν· οἱ πρὸς καιρὸν πιστεύοντες καὶ <lb n="30"/>
ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφιστάμενοι εἰκῆ πιστεύουσιν· καίτοιγε οὐ
ψευδῆ πεπιστεύκασιν· ἀλλὰ τῷ ἀληθεῖ μέν· ἐπειδὴ δὲ οὐ βεβαίως
πεπιστεύκασιν, διὰ τοῦτο ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται·
καλῶς γὰρ πιστεύων τις, οὐ πεσεῖται.</p><pb n="284"/><lb n="3"/><p>Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις, ὃ καὶ παρέλαβον·
ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, κατὰ
<lb n="4"/> τὰς γραφάς· καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται τῆ τρίτη
<lb n="5"/> ἡμέρᾳ, κατὰ τὰς γραφάν καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾶ, εἶτα
<lb n="6"/> τοῖς δώδεκα. ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς <lb n="5"/>
ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείους μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ
<lb n="7"/> καὶ ἐκοιμήθησαν· ἔπειτα ὤφθη Ἰακώβῳ, εἶτα τοῖς Ἀποστόλοις
πᾶσιν.</p><p>Κυτίλλου. Παραδεδωκέναι φησὶν ὑμῖν οὐ τὸ εἰς νοῦν ἧκον
ἁπλῶς καὶ ἀβασανίστως εἰσδεδεγμένοι, ἀλλ’ Εὐαγγέλιον ὃ παρέλαβεν· <lb n="10"/>
ἐνίεντος αὐτῷ τὴν γνῶσιν τοῦ δι’ ἡμᾶς ἐνηνθρωπηκότος·
ἔφη γὰρ πάλιν ὁ αὐτὸς διὰ τοῦ Εὐαγγελίου· “οὐδὲ γὰρ ἐγὼ
“παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ, οὐδ’ ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι’ ἀπο-
“καλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ·” εἴπερ οὖν ἐστι θεοδίδακτος ὁ παραδιδοὺς,
πῶς οὐκ ἀληθὲς τὸ δι’ αὐτοῦ κηρυσσόμενον; “ὅτι Χριστὸς <lb n="15"/>
“ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς.” δηλονότι
τῆς τε παλαιᾶς καὶ νέας· πολλοὶ γὰρ λίαν οἵτε τοῦ θανάτου
Χριστοῦ καὶ τῆς ἀναστάσεως μάρτυρες εἶναι λοιπὸν, κατ’ οὐδένα
τρόπον ἐνδοιαστὸν τὸ ἐκτεθνάναι μὲν ὑπὲρ ἡμῶν κατὰ σάρκα
Χριστὸν Ἰησοῦν, ἵνα ἐξέλῃ τοῦ κόσμου τὴν ἁμαρτίαν· ἐγηγέρθαι <lb n="20"/>
τε αὖ πατοῦντα τὸν θάνατον, ἵνα καὶ ἡμεῖς τὸ χρῆμα κερδάνωμεν.
ἀναγκαίως δὲ εἰς τὸ παρὸν οὐ τεθνάναι μόνον, ἀλλὰ καὶ τετάφθαι
φησὶν αὐτόν. πιστούμενος γὰρ τὸ τεθνάναι κατὰ ἀλήθειαν ὁ
Εμμανουὴλ τέθειται ἐν μνημείῳ· πλὴν ἀνεβίω, καθάπερ ἔφην
ἀρτίως, διὰ μὲν τοῦ τεθνάναι σαρκὶ πληροφορῶν ὅτι γέγονε σὰρξ, <lb n="25"/>
καίτοι Θεοῦ ὧν ὁ Λόγος. διὸ δὲ τοῦ πατῆσαι τὸν θάνατον, ὅτι
Χριστὸς κατὰ φύσιν ἐστὶν ἐναργῶς ἀποφαίνων. πλὴν οὐκ ἀλλότριον
ζωοποιεῖ ναὸν ὁ ἐκ Θεοῦ Πατέρος Λόγος· οὐ δὲ τὸ τίνος
ἁπλῶς, σῶμα δὲ μᾶλλον τὸ ἴδιον αὐτοῦ, δι’ οὗ καὶ ὑπὲρ ἡμῶν
τεθνάναι λέγεται, ἵνα καὶ τὸ τῆς ἀναστάσεως ἀγαθὸν ὑπὲρ ἡμῶν <lb n="30"/>
ἀληθῶς γεγονὸς εὑρεθῇ. ὅλη γὰρ ἦν ἡ ἀνθρώπου φύσις ἐν αὐτῷ
πατοῦσα τὸν θάνατον· οὕτω γὰρ αὐτῷ συνταφῆναί τε καὶ συνεγηγέρθαι
λεγόμεθα, συγκαθίσαι τε καὶ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις. οὐκ

<pb n="285"/>
οὖν ἐγηγέρθαι μὲν φησὶ κατὰ τὰς γραφάς· ὤφθαι δὲ τοῖς ἁγίοις
Ἀποστόλοις, ἀνὰ μέρος τε τισὶν ὡς ἐξειλεγμένοις, καὶ μὴν καὶ
κατὰ πλῆθος· “ὤφθη δὲ κἀμοὶ ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι τῶν Ἀπο-
“στόλων. μετριάζει δὲ σφόδρα· διῶξαί τε τὴν ἐκκλησίαν ἰσχυρίζεται·
πλὴν ἠλεῆσθαι παρὰ Χριστοῦ καὶ κεκλῆσθαι πρὸς <lb n="5"/>
Ἀποστολὴν, ἀποφῆναι δὲ τὸ μέγα τῆς ἀναστάσεως μυστήριον,
οὔτε τοῖς ἀρχαίοις ἁγίοις ἠγνοήμενον· προείρηται γὰρ “οὔτε μὴν
“τοῖς ἐξειλεγμένοις εἰς ἀποστολήν· οἳ καὶ αὐτόπται καὶ ὑπηρέται
“γεγόνασι τοῦ λόγου.”</p><p>Ἰωάλλου. Ποῦ εἰρήκασιν αἱ γραφαὶ ὅτι ἐτάφη καὶ τῇ τρίτῃ <lb n="10"/>
ἡμέρᾳ ἀναστήσεται; διὰ τοῦ κατὰ τὸν Ἰωνὰν τύπου. ὃν καὶ αὐτὸς
παράγει λέγων, “ὥσπερ ἦν Ἰωνὰς ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς
“ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας· οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν
“τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς, τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας.” καὶ διὰ τοῦ
βάτου τοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ. ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνος ἐκαίετο καὶ οὐ κατεκαίετο· <lb n="15"/>
οὕτω καὶ τὸ σῶμα ἐκεῖνο ἀπέθανεν μὲν, οὐ κατεσχεθη δὲ
ὑπὸ τοῦ θανάτου διηνεκῶς. καὶ ὁ δράκων δὲ ὁ ὑπὸ τοῦ Δανιὴλ
τοῦτο αἰνίττεται· καθάπερ γὰρ ἐκεῖνος λαβὼν τὴν τροφὴν, ἣν
ἔδωκεν ὁ προφήτης, ἐρράγη· οὕτως καὶ ὁ Ἄδης καταπίων τὸ σῶμα
ἐκεῖνο διεσχίσθη, τοῦ σώματος διατεμόντος αὐτοῦ τὴν νηδὺν καὶ <lb n="20"/>
ἀναστάντος. εἰ δὲ καὶ ῥημάτων θέλεις ἀκοῦσαι, ἄκουσον τοῦ
Ησαΐου λέγοντος “ὅτι αἵρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ,” καὶ
“Κύριος βούλεται καθαρίσαι αὐτὸν ἀπὸ τῆς πληγῆς, δεῖξαι αὐτῷ
“φῶς.” καὶ τοῦ Δαβὶδ πρὸ ἐκείνου, “ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις
“τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθο- <lb n="25"/>
“ράν.” διὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος παραπέμπει σε ἐπὶ τὰς γραφάς·
ἵνα μάθῃς ὅτι οὐχ ἁπλῶς οὐδὲ εἰκῆ ταῦτα ἐγένετο. καὶ ὅτι ὤφθη
“Κηφᾶ.” καὶ μὴν τὸ Εὐαγγέλιον λέγει ὅτι τῇ Μαρίᾳ πρώτῃ ὤφθη.
ἀλλ’ ἐν ἀνδράσι τοῦτο πρῶτον τὸ μάλιστα αὐτὸν ποθοῦντι ἰδεῖν·
“ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ.” τινὲς τὸ <lb n="30"/>
ἐπάνω τὸ ἄνωθεν ἐκ τῶν οὐρανῶν εἶναι φασίν· οὐ γὰρ ἐπὶ τῆς γῆς
βαδίζων, ἀλλ’ ἄνωθεν καὶ ὑπὲρ κεφαλῆς αὐτοῖς ὤφθη· καὶ γὰρ
οὐχὶ τὴν ἀνάστασιν πιστώσασθαι ἐβούλετο μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν
ἀνάληψιν· τινὲς δὲ λέγουσιν τὸ “ἐπάνω πεντακοσίοις” τὸ πλείοσιν
η πεντακοσίοις.</p><pb n="286"/><p>Σευηριανοῦ. Τὸ “ἐν πρώτοις” εἶπεν ἀντὶ τοῦ πρὸ
τοῦτο ὑμῖν παρέδωκα.</p><p>Οἰκουμενίου. Λέγομεν ἣ γραφικόν ἐστι σφάλμα, ἣ ὅτι τῷ
προγνωστικῷ ὀφθαλμῷ ὁ Κύριος εἰδὼς ὅτι συγκαθαριθμηθήσεται
τοῖς ἕνδεκα, ὤφθη καὶ αὐτῷ, ἵνα μηδὲ ἐν τούτῳ ἔλαττον ἔχῃ <lb n="5"/>
τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων. τοιοῦτόν τι παραδηλοῖ καὶ Ἰωάννης, μηδαμοῦ
μὲν λέγων ὅτι ὤφθη τοῖς ἕνδεκα, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ Θωμᾶ
διελεγόμενος εἶπεν “Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα.” μᾶλλον γὰρ
ἂν εἴποιμεν ὅτι τὸν Ματθίαν συνέταξε κατὰ πρόγνωσιν τοῖς λοιποῖς
ποῖς Ἀποστόλοις, ἣ τὸν Ἰούδαν μετὰ τὴν προδοσίαν τὴν ἀγχονην.</p><lb n="8"/><p>Ἔσχατον δὲ πάντων, ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι, ὤφθη
<lb n="9"/> κἀμοί. ἐγὼ γὰρ εἰμὶ ὁ ἐλάχιστος τῶν Ἀποστόλων· ὃς
οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι Ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν
<lb n="10"/> Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· χάριτι δὲ Θεοῦ εἰμὶ ὃ εἰμὶ, καὶ <lb n="15"/>
ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμὲ οὐ κενὴ ἐγενήθη, ἀλλὰ περισσότερον
αὐτῶν πάντων ἐκοπιάσα, οὐκ ἐγὼ δὲ, ἀλλ’ ἡ
<lb n="12"/> χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί. εἴτε οὖν ἐγὼ, εἴτε ἐκεῖνοι,
οὕτω κηρύσσομεν, καὶ οὕτως ἐπιστεύσατε.</p><p>Ἰωάννου. απεινοφροσύνης μὲν τὸ ῥῆμα· πλὴν οὐ διὰ τοῦτο <lb n="20"/>
ἐλάττων τινὸς ὁ Παῦλος, ὅτι ἐσχάτῳ αὐτῷ ὤφθη· οὔτε γὰρ
Ἰάκωβος ἐλάττων ἦν τῶν πεντακοσίων, ἐπειδὴ ὕστερον ἐκείνων
ὤφθη αὐτῷ·” πλὴν ὅτι καὶ οἰκονομικῶς ἑαυτὸν ἐξευτελίζει· ἵνα
ὅτ’ ἂν εἴπῃ τὸ μέγα ῥῆμα ἐκεῖνο τὸ “περισσότερον αὐτῶν πάντων
“ἐκοπίασα,” μὴ ἀπιστηθῇ.</p><lb n="25"/><p>Σευηριανοῦ. Ἔκτρωμα δέ ἐστι τὸ πρὸ τοῦ
καὶ λαβεῖν τὸν προσήκοντα αὐτῷ χρόνον τὸν ἐν τῇ γαστρὶ ἐκβαλλόμενον·
ὃ καὶ ζῆν οὐ δύναται. ἐπειδὴ τοίνυν ὡς ἐν γαστρὶ τὰ
βρέφη πλάττεται, ἐν τῷ νόμω προεμορφοῦντο αἱ ψυχαὶ πρὸς
εὐσέβειαν· ἀνεγενῶντο δὲ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος· ὁ δὲ Παῦλος <lb n="30"/>
ἐδίωκεν τὴν Ἐκκλησίαν οὐ μορφούμενος ἐν νόμῳ εἰς τὸ τέλειον·
ἐδίωκεν γάρ· διὰ τοῦτο ἔκτρωμα ἑαυτὸν ἐκάλεσεν· καὶ τοῦτο ἑξῆς
ἐπιφέρει· “διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ.”</p><p>Ἰωάννου. Λοιπὸν καὶ ἀποφαίνεται περὶ ἑαυτοῦ· ὅρα δὲ οὐκ

<pb n="287"/>
εἶπεν μόνον δώδεκα, ἀλλὰ “πάντων τῶν Ἀποστόλων·” καὶ τὴν
αἰτίαν λέγει, “διότι ἐδίωξα τὴν Ἐκκλησίαν.”</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐλάχιστος ἐν τοῖς Ἀποστόλοις· ἐπειδὴ
μὴ διωξάντων ἀλλὰ πιστευσάντων, ἐγὼ δὲ ἐδίωξα.</p><p>Ἰωάλλου. Ὅρα δὲ εὐγνωμοσύνην· τὰ μὲν ἁμαρτήματα ἑαυτῷ <lb n="5"/>
καταλογίζεται, τὰ δὲ κατορθώματα τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ ἀνατίθησιν·
καὶ τοῦτο μεθ’ ὑποστολῆς εἴρηκεν· οὐ γὰρ εἶπεν ἄξια τῆς
χάριτος ἔπραξα· ἀλλ’ οὐ ματαία φησὶν ἡ χάρις εὑρέθη ἐν ἐμοί.
πῶς; ὅτι “πάντων,” φησὶ, “τῶν Ἀποστόλων περισσότερον ἐκο-
“πιάσα·” ὅρα δὲ καὶ ὧδε, πῶς ὑφειμένως αὐτὸ τέθεικεν· οὐ γὰρ <lb n="10"/>
εἶπεν, ἠγωνισάμην ἣ ἐκήρυξα ἢ ἐκινδύνευσα, ἀλλ’ ἐκοπίασα.
ταύτῃ τὸ πέρι ἑαυτοῦ ἐγκώμιον ὑποτεμνόμενος· ὅμως ἔπι ταύτα
τὰ ῥήματα ἐξ ἀνάγκης ἦλθεν· δεῖ γὰρ τὸν διδάσκαλον ἀξιόπιστον
εἶναι.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἶτα ὥσπερ δειλιάσας μὴ αὐτῷ τὸ
λογισθῇ, ἐπὶ τὴν τοῦ Θεοῦ χάριν αὐτὸ ἀνατίθησιν· οὕτως κηρύσσομεν,
ὃ μορφοῦμεν, φησὶν, ἅπαντες ἐπὶ τὸ κήρυγμα. καὶ οὐκ
εἲπεν, εἰ μὴ ἐμοὶ πιστεύετε ἐκείνοις πείθητε, ἐξηυτέλιζε γὰρ ἑαυτὸν,
καὶ οὐκ ἀξιόπιστον μάρτυρα τῆς ἀληθείας ἑαυτὸν ἀπέφηνεν·
ἀλλὰ τί λέγει; συμφωνοῦμεν ἅπαντες καὶ τὸ εἰπεῖν κηρύσσομεν· <lb n="20"/>
τὸ ἀληθὲς τῶν λεγομένων παρίστησιν· οὐ γὰρ εἶπεν ἐν παραβύστῳ
καὶ ἐν γωνίᾳ λαλοῦμεν περὶ τούτων, ἀλλὰ φανερῶς ἕως ἄρτι·
τοῦτο γὰρ τὸ “κηρύσσομεν, καὶ οὕτω” φησὶν “ἐπιστεύσατε.”
μετὰ τῶν ἄλλων καὶ αὐτὴν τὴν ἐκείνων πίστιν καλεῖ μάρτυρα τῆς
ἀληθείας· οὐ γὰρ ἂν, φησὶν, ἁπλῶς ἐπιστεύσατε λόγοις ἐψευσμένοις <lb n="25"/>
καὶ ἀπατηλοῖς, εἰ μὴ ἐπείσθητε ἀληθῆ εἶναι τὰ κηρυσσομενα.</p><p>Σευηριανοῦ. Οὐ μάτην ἔλαβον πολλὴν χάριν· ἀλλ’
αὐτῇ ὑπὲρ τοῦ κηρύγματος, περισσότερον αὐτῶν πάντων
κοπιάσας.</p><lb n="30"/><lb n="12"/><p>Εἰ δὲ Χριστὸς κηρύσσεται, ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται,
πῶς λέγουσί τινες ἐν ὑμῖν, ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ
<lb n="13"/> ἔστιν; εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς
<lb n="14"/> ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα καὶ

<pb n="288"/>
<lb n="15"/> τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἢ πίστις ὑμῶν. εὑρισκόμεθα
δὲ καὶ ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐμαρτυρήσαμεν
κατὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἤγειρεν τὸν Χριστὸν, ὃν οὐκ
ἤγειρεν, εἴπερ ἄρα νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται.</p><p>Ἰωάλλου. Ἄριστα συλλογίζεται αὐτός· ἀποδείξας γὰρ πρότερον <lb n="5"/>
ὅτι Χριστὸς ἐγήγερται, ἐκ τῆς αὐτοῦ ἐγέρσεως καὶ τὴν
κοινὴν ἀνάστασιν κατασκευάζει· ὡς ἑπομένου πάντοτε καὶ πάντως
τοῦ λόγου τῷ μέρει καὶ κεφαλῇ τοῦ λοιποῦ σώματος· ὅρα δὲ
πῶς οὐ κατὰ πάντων ποιεῖται τὴν κατηγορίαν, ἵνα μὴ ἀναισχυντοτέρους
ἐργάσηται· καὶ ἵνα μὴ λέγωσιν, ὅτι ὁ μὲν Χριστὸς <lb n="10"/>
ἐγήγερται, φησὶν, οὐ μὴν ἔσται καὶ καθολικὴ ἀνάστασις· ἐκ τοῦ
ἐναντίου κατασκευάζει αὐτό· εἰ ἀνάστασις, φησὶν, οὐκ ἔστιν· οὐ
δὲ Χριστὸς ἐγήγερται· ἕκαστον γὰρ, φησὶν, τοῦ ἑτέρου κατασκευαστικὸν
καὶ ἀποδεικτικὸν τυγχάνει· οὐκ εἶπεν γὰρ οὐκ ἐσαρκώθη,
ἀλλ’ οὐκ ἐγήγερται. δείκνυς καὶ τὴν σάρκωσιν τῇ ἀναστάσει <lb n="15"/>
συνῆφθαι, καὶ διὰ τοῦτο ἐνσαρκῶσθαι αὐτὸν, ἵνα τὴν ἀνάστασιν
κατορθώσῃ.</p><p>Κυτίλλου. Καταπλήττεται τῶν οὐκ οἶδ᾿ ὅπως ἀναπεπεισμένων
ταῖς ἱεραῖς τε καὶ θείαις ἀντιφέρεσθαι γραφαῖς, καὶ ἕτερόν τι
παρὰ τοῦτο φρονεῖν ἀποτολμώντων· εἰ γὰρ ἀπέθανεν ὁ Χριστὸς, <lb n="20"/>
οὐκ ἵνα μένῃ νεκρὸς, ἀλλ’ ἵνα κρεῖττον θανατοῦ καὶ φθορᾶς εὑρεθεὶς,
ὁδὸς ὧσπέρ τις καὶ θύρα τῇ τοῦ ἀνθρώπου γένηται φύσει·
πρός τε τὸ δύνασθαι καταθλεῖν τῆς φθορᾶς καὶ παλινδρομῆσαι
πρὸς ζωήν. πῶς ἐγηγερμένου τοῦ δι’ ἡμᾶς ἐν νεκροῖς, ἵνα καὶ
ἡμεῖς σὺν αὐτῷ πρὸς ζωὴν, τοῖς τοῦ θανάτου βρόχοις καταδεσμοῦσιν <lb n="25"/>
ἔτι τοὺς δι’ οὓς τεθνάναι καὶ ἀναβιῶναι λέγεται Θεὸς κατὰ
φύσιν ὑπάρχων ὁ Ἐμμανουήλ; τί παραιροῦνται τὸ γένος τὸ ἀνθρώπινον
τῶν ἐξ ἀναστάσεως ἀγαθῶν, καὶ τὸ τῆς μετὰ σαρκὸς
οἰκονομίας συκοφαντοῦσι πέρας; εἰ γὰρ γέγονεν “ὁ Χριστὸς
“ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων καὶ πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν” ἑψεταί <lb n="30"/>
που πάντως ἀπαρχὴ ἰδία τὸ λεῖπον αὐτῇ· καὶ τῷ πρωτοτόκῳ
συμπαρομαρτήσειεν ἂν· καὶ μάλα εἰκότως· οἷόν περ ἃν νοοῖτο
πρωτότοκος· καὶ μαρτυρήσει λέγων αὐτὸς ὁ θεσπέσιος Παῦλος·
“εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ,

<pb n="289"/>
“ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἔσομεθα.” οὐκ οὖν εἰ συναινοῦσί
τινες ὡς ἐγήγερται μὲν ὁ Χριστὸς, οὐ προσίενται δὲ τῆς ἐκ νεκρῶν
ἀναστάσεως τὸ μυστήριον, ἠγνοήκασι παντελῶς τῆς ἐνανθρωπήσεως
τοῦ μονογενοῦς τὸν σκοπόν. γέγονε γὰρ ἄνθρωπος, οὐ δι’
ἑαυτὸν, “ὁ δὲ ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρὸν, <lb n="5"/>
“αἰσχύνης καταφρονήσας.” διὰ ποίαν αἰτίαν, διδάξει λέγων
αὐτὸς ὁ σοφώτατος Παῦλος· “ἐπειδὴ γὰρ τὰ παιδία κεκοινώ-
“νηκεν αἵματος καὶ σαρκὸς, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετεῖχεν
“τῶν αὐτῶν· ἵνα διὰ τοῦ θανάτου, καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος
“ἔχοντα τοῦ θανάτου τοῦτ’ ἐστι τὸν διάβολον,” καὶ ἀπαλλάξῃ <lb n="10"/>
ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῇν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας.
οὐκ οὖν εἰ μὴ καταργηθῇ θάνατος, εἰκαῖον αὐτῷ τὸ σκέμμα· ἀνόνητον
δὲ καὶ ἡμῖν αὐτοῖς τῆς μετὰ σαρκὸς οἰκονομίας τὸ μυστήριον·
διημαρτήκαμεν δὲ καὶ τῆς εἰς ζωὴν ἐλπίδος· κεκλήμεθα δὲ
πῶς εἰς υἱοθεσίαν, καὶ ἐσμὲν τέκνα Θεοῦ, καθ’ ἃ φησὶν Ἰωάννης <lb n="15"/>
ὁ σοφός· “εἶπέρ ἐστιν ἀληθὲς ὡς υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμεθα τὴν
“ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἡμῶν.” ποῖα δὲ ὅλως ἡ ἀπολύτρωσις,
εἰ μὴ θανάτου κρείττους ἡμᾶς ἀπέφηνεν ὁ Χριστός; ἢ πῶς
μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινοσεως ἤμων σύμμορφον τῳ
σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ; ποῖος γὰρ ὅλως ὁ τοῦδε καιρὸς, εἰ μὴ <lb n="20"/>
ἀπρακτήσῃ θάνατος; ἣ ποῖος ἔσται μετασχηματισμὸς τοῖς ἐν
ταὐτότητι, μᾶλλον δὲ καὶ ἐν χείροσιν ἐσομένοις;</p><p>Ἄθρει δὲ ὅπως περιίστησιν εὐτέχνως εἰς ἀναγκαίαν ὁμολογίαν τοῦ
χρῆναι λέγειν ὡς ἀναβιώσοντες κατὰ καιροὺς τὰ ἐκ γῆς ἡμῶν σώματα.
εἰ γὰρ δὴ, φησὶν, διὰ πάσης τῆς θεοπνεύστου γραφῆς ἐγηγερμένος <lb n="25"/>
ἐκ νεκρῶν διακεκήρυκται Χριστὸς, πῶς λέγουσιν ἐν ὑμῖν
τινες ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν; ἀπέθανεν γὰρ, ὡς ἤδη φθάσαντες
εἴπομεν, οὐχ ἑαυτῷ μᾶλλον, ἀλλ’ ἡμῖν· ἵν ἐπείπερ ἐστὶ ζωὴ
κατὰ φύσιν ὡς Θεὸς, τῷ θανάτῳ τῆς ἰδίας σαρκὸς καταργήσῃ
θάνατον ὡς ἑψομένης αὐτῷ τῆς ἀνθρώπου φύσεως· ἀνεβίω γὰρ καὶ <lb n="30"/>
γέγονεν ὧσπέρ τις ἀνθρωπότητος ἀπαρχὴ μεταφοιτώσης εἰς ζωὴν,
καὶ ἀνακτιζομένης εἰς ἀφθαρσίαν, καὶ νικώσης θάνατον· καινὴ
γὰρ κτίσις τὰ ἐν Χριστῷ. λαβόντος τοῦ πράγματος τὴν ἀρχὴν,
πῶς ἀπομενοῦμεν ἐν γῇ; ἣ πῶς ἐν ὑμῖν τινες ἀποτολμῶσι λέγειν
οὐκ ἀναβιώσεσθαι τοὺς νεκρούς; Σαδδουκαῖοι δὲ οὗτοι κάταγε

<pb n="290"/>
<lb n="290"/> EHHrHSIS ΕΙΣ THN ΠΡοΣ T0T2 XV. <lb n="15."/>
τὸ εἰκός· ἔφασκον γὰρ αὐτοὶ μὴ εἶναι ἀνάστασιν, μήτε Ἄγγελον,
μήτε πνεῦμα· σεσυκοφαντήκασι δὲ τῆς ἀναστάσεως τὸ μυστήριον
καὶ Ὑμέναιος καὶ Ἀλέξανδρος, λέγοντες ἀνάστασιν ἤδη γεγονέναι·
πλὴν ἐναυάγησαν ἐκεῖνοι περὶ τὴν πίστιν, καὶ ὅσοι ταῖς
ἐκείνων ἐξιτηλίαις ἕπεσθαι βούλονται. <lb n="5"/>
Ἰωάννου. Ὡσεὶ εἶπεν, ἅπαντα ἀπόλωλεν καὶ μεματαίωται,
καὶ τὸ κήρυγμα ἡμῶν καὶ ἡ πίστις ὑμῶν· καὶ οὐ μόνον ματαίως
ἀλλὰ καὶ ὅλως ἀνόσιον, φησὶν, τὸ συκοφαντεῖν ἡμᾶς τὸν Θεὸν,
ὅτι ἐποίησεν τι ὅπερ οὐκ ἐποίησεν·</p><p>Σευηριανοῦ. Ζητοῦμεν ποῖον θάνατον λέγουσιν ὑπομεμενηκέναι
τὸν Σωτῆρα, ἣ ποίαν ἀνάστασιν· εἰ μὲν γὰρ δοκήσει ἑκάτερα,
εἰς δόκησιν ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν. εἰ δὲ ἀληθὴς ὁ
θάνατος· ἀληθὴς δὲ καὶ ἡ ἀνάστασις αὐτοῦ· λεγέτωσαν ποῖος
θάνατος ἢ ποῖα ἀνάστασις. ἄρα θάνατος τὸ σάρκα λαβεῖν; οὐκ
οὖν σάρκα εἶχεν ὁ Κύριος; εἰ δὲ εἶχεν σάρκα, καὶ ἀπέθανεν· εἰ <lb n="15"/>
δὲ ἀπέθανεν, καὶ ἀνέστη. ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων γενόμενος
Χριστὸς, ἐγήγερται ἄρα καὶ τὰ ἡμέτερα σώματα. ἀλλὰ ποῖον
θάνατον λογίσομαι; ἄρα τὸ ἁμαρτίαις ἀποθανεῖν; ἀλλ’ αὐτὸς
λέγει, “ἔρχεται ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει
“οὐδέν.” εἰ δὲ καὶ ἀπέθανεν ὡς ἁμαρτὼν, καὶ τὸν θάνατον τὸν <lb n="20"/>
τῆς ἁμαρτίας· ἐπειδὴ ἦρεν τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου· τούτῳ τῷ
λόγῳ μέχρι τῆς τήμερον οὐκ ἀνέστη· ἀεὶ γὰρ ἁμαρτωλός ἐστι
τῷ αἴρειν τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. ἀνάστασιν δὲ ποίαν λέγει
ὁ Παῦλος τοῦ Κυρίου; ἄρα τῆς σαρκὸς ἀπαλλαγήν; οὐκ οὖν ὁ
αὐτὸς ῥηθήσεται λόγος ὁ καὶ πρότερος· ἄλλως τε εἰ ἀπαρχὴ τῶν <lb n="25"/>
κεκοιμημένων Χριστὸς, πᾶσα ἀνάγκη οἵαν ἃν δῶμεν ἑαυτοῖς ἀνάστασιν,
τοιαύτην διδόναι καὶ τῷ Σωτήρι’. ποίαν οὖν ἀνάστασιν
ἡμεῖς λαμβάνομεν; ἄρα τῆς σαρκὸς τὴν ἀπαλλαγήν; οὐκ οὖν
καὶ ὁ Κύριος εἶχεν ἁμαρτίας, ὧν ἀπηλλάγη. οὕτως πανταχόθεν
τῶν ἀποστολικῶν ῥητῶν ἀκολουθίας καὶ δυνάμεως c.</p><lb n="30"/><p>Κυτίλλου. Ἀκολουθεῖ γὰρ ὥσπερ τῷ πρώτῳ τὸ δεύτερον, καὶ
τῷ δευτέρῳ συναναιρεῖται τὸ πρῶτον· οὗ δὴ γεγονότος, ἤγουν πρὸς
ἡμῶν παραδεχθέντος εἰς πίστιν, κενὸν ἔσται τῶν ἁγίων Ἀποστόλων
τὸ κήρυγμα, κενὴ καὶ ἡ πίστις· ἔχει γὰρ ὧδε τὸ ῥῆμα τῆς
<note type="footnote">c Quædam deesse</note>

<pb n="291"/>
πίστεως τὸ διὰ τῶν ἁγίων μυσταγωγοῦν τοῖς ἀνὰ πᾶσαν τὴν
γῆν μεμυσταγωγημένοις. πῶς οὖν ἔτι πιστεύσομεν, εἰ μὴ ἀνεβίω
κατά τινας; “εὑρισκόμεθα γάρ’ φησὶ, “καὶ ψευδομάρτυρες κατὰ
“τοῦ Θέο ὖ, ὅτι ἤγειρεν τὸν Χριστὸν, ὃν οὐκ ἤγειρεν, εἴπερ νεκροὶ
“οὐκ ἐγείρονται.” εἶτα τοσαύτη πληθὺς ἁγίων πῶς ἃν διαφύγοι <lb n="5"/>
συκοφαντίας γραφήν; οὐκ οὖν εἶεν ἃν οὐδὲ ἅγιοι, πόθεν οἷς ἃν εἴη
τὸ πλημμέλημα συκοφαντία κατὰ τοῦ Θεοῦ. ἀλλ’ οὐχ ὧδε ταῦτα
ἔχει· ἀψευδεῖς γὰρ οἱ μυσταγωγοὶ, Χριστὸν ἐγήγερται λέγοντες.</p><p>Εἰ γὰρ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται·
<lb n="16"/> εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν, <lb n="10"/>
ἔτι ἐστὲ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν· ἄρα καὶ οἱ κοιμηθέντες
<lb n="18"/> ἐν Χριστῷ, ἀπώλοντο.</p><p>Ἰωάννου. πάλιν τῷ αὐτῷ ἐπαγωνίζεται λόγῳ· διὰ τοῦτο γὰρ,
φησὶν, ἀνέστη, ἵνα καθολικὴν ἀνάστασιν ποιήσει· εἰ δὲ ἀνάστασις
οὐκ ἔστιν, ἄρα οὐδὲ αὐτὸς ἀνέστη.</p><lb n="15"/><p>Κυτίλλου. Ἀληθέστατα καὶ λίαν ὀρθῶς προσεπάγει τοῖς
ἄλλοις καὶ τοῦτο. δικαιοῖ μὲν γὰρ ἡ πίστις, ἀλλ’ εἴ τις αὐτῇ
καθαρίζει τὸ μάταιον, ὡς Χριστοῦ μὴ ἐγηγερμένου, τί τὸ διάφορόν
ἐστι λοιπόν; οὐκ οὖν ἐνεσχήμεθα τοῖς ἀρχαίοις ἐγκλήμασιν;
ἀναπόνιπτον ἔχομεν τὴν ἁμαρτίαν; μάτην καὶ ὁ θεσπέσιος <lb n="20"/>
ἔφη μελῳδός· “εὐδόκησας, Κύριε, τὴν γῆν σου· ἀφῆκας τὰς
“ἀνομίας τῷ λαῷ σου, ἐκάλυψας πάσας τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.”
καὶ πάλιν· “μακάριοι, ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι· καὶ ὥν ἐκα-
“λύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι· μακάριος ἀνὴρ ᾧτ’ οὐ μὴ λογίσηται
“Κύριος ἁμαρτίαν.” καίτοι τὸν ἔν γε τούτοις μακαρισμὸν ἐπί τε <lb n="25"/>
τὴν περιτομὴν καὶ τοὺς ἐξ ἐθνῶν κατευρύνεσθαι, φησὶν ὁ μακάριος
Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους· “δεδικαιώμεθα γὰρ ἐν Χριστῷ·
“ὃς παρεδόθη διὰ τὸ παραπτώματα ἡμῶν, καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν
δικαίωσιν.</p><p>Ἰωάννου. Εἰ γὰρ καὶ αὐτὸς κατεσχέθη ὑπὸ τοῦ θανατοῦ ἡμῶν, <lb n="30"/>
πῶς πάντας τοὺς ἄλλους ἀπήλλαξεν θανάτου τοῦ διὰ τὴν ἁμαρτίαν
γεγονότος; ἀκολούθως τοιγαροῦν οὔτε ἡ ἁμαρτία τῷ σταυρῷ
τοῦ Χριστοῦ ἀνήρηται· εἰ γὰρ ἀνήρηται, ἀνῄρητο ἃν καὶ ὁ δι’ αὐτῆς
θανάτος· εἰ δὲ τοῦτο ἐγεγόνει, ἔδει πάντως τὸν καὶ τοὺς ἄλλους

<pb n="292"/>
θανάτου ἀπαλλάξαντα, αὐτὸν πρῶτον ἀναστῆναι καὶ ὁδηγὸν τοῖς
ἄλλοις γενέσθαι πρὸς ἀνάστασιν.</p><p>Κυτίλλου. Ἠπάτηνται γὰρ ὡς ἔοικεν, καὶ ἀμισθὶ τεθείκασιν
ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ψυχὴν, εἰ γε μὴ ἐγήγερται Χριστός. εἰ μὴ
ἀθανασίας ἐστὶ πλήρης τῶν ἁγίων ἡ ἐλπίς· εἰ μὴ προσδοκῶσι <lb n="5"/>
συμβασιλεύειν αὐτῷ· ἀπολώλασι τάχα που· ἄπαγε τῆς οὕτω δεινῆς
ἀμαθίας· “ἀναστήσονται γὰρ οἱ νεκροὶ καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν
“ τοῖς μνημείοις,” κατὰ τὴν τοῦ προφήτου φωνήν.</p><p>Ἰωάλλου. τῷ ὀνόματι τῆς κοιμήσεως τὴν ἀνάστασιν
οἱ διὰ τὸν Χριστόν, φησιν, ἀποθανόντες, οἱ τοὺς πολλοὺς <lb n="10"/>
διανύσαντες καμάτους, καὶ τοὺς μυρίους κινδύνους ὑπομεμενηκότες.
ὅπερ ἄτοπον ἦν ἀπολέσθαι τοὺς δι’ αὐτὸν ἀποθανόντας· πανταχοῦ
γὰρ εἰς ἄτοπον ἀγωγὴν πρόεισιν.</p><p>Σευηριανοῦ. Εἰ ψυχῆς ἡ ἀνάστασις· ἀνάστασις δὲ αὐτῆς
νοεῖται, ἤτοι σαρκὸς ἀπαλλαγὴ ἢ ἁμαρτιῶν, πῶς οἱ κοιμηθέντες <lb n="15"/>
ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο, εἴγε δίκαιοι ἦσαν; εἰ γὰρ ἐν Χριστῷ οὐχ
ἁμαρτωλοί· καὶ εἰ σαρκὸς ἀπηλλάγη, ἀθάνατος δέ ἐστιν, οὐκ
ἀπώλετο· ὁρᾷς ὅτι περὶ τῆς σαρκὸς τῆς ἡμετέρας λέγει τῆς ἐν
Χριστῷ κοιμωμένης, ὅτ’ ἂν ἀποθάνωμεν· Χριστὸς ἢ d ὁ ἀπελθών.</p><p>Θεοδωρίτου. τύπος γὰρ τοῦ δεσποτικοῦ θανάτου τὸ βάπτισμα·
περιττὸς δὲ ὁ τύπος, τῆς ἀληθείας οὐκ οὔσης. εἰ δὲ περιττὸς
ὁ τύπος, οὐκ ἔχει τῶν ἁμαρτημάτων τὴν ἄφεσιν· ἔτι τοίνυν φέρεται
τὸ τῶν ἁμαρτημάτων φορτίον. τοῦτο μέντοι πρὸς ἐκεῖνο
τέθεικεν, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ
τὰς γραφάς. ἄρα καὶ οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο; μάτην <lb n="25"/>
ὡς ἔοικεν ἀνῃρέθησαν ὑπὲρ τῆς εἰς Χριστὸν ὁμολογίας οἱ καλλίνικοι
μάρτυρες· καὶ τοὺς μὲν ἀγῶνας προθύμως ἐδέξαντο, τῶν δὲ
στεφάνων διήμαρτον· ἀναστάσεως γὰρ ἀνῃρημένης, καὶ ἡ ἀνάρρησις
συνήρηται.</p><p>Εἰ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἠλπικότες ἐσμὲν ἐν Χριστῷ <lb n="30"/>
<lb n="19"/> μόνον, ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμέν.</p><p>Σευηριανοῦ. Προσθεὶς τὸ “μόνον,” ἔδειξε καὶ παροῦσαν
καλὴν ζωήν· καἰ γὰρ ἐν ταύτῃ τῇ ζωῇ εὐσεβοῦμεν, ἐν ἐκείνῃ δὲ
τοὺς μισθοὺς ἀπολαμβάνομεν.</p><note type="footnote">d Sic.</note><pb n="293"/><p>Ἰωάννου Εἰ ἄχρι τῆς ὧδε, φησὶ, ζωῆς ἐστι τὰ ἡμέτερα, καὶ
εἰς ταύτην μόνην περικέκλεισται ἡμῖν τὰ τῶν ἐλπίδων, ἄθλιοί
ἐσμεν· τὸ γὰρ πᾶν ἀπωλέσαμεν, τὰ μέλλοντα ἀπολέσαντες· καὶ
τί λέγω, φησι, καὶ ὅτι τὸ ἐλπίζειν ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἐλεεινοὺς
ποιεῖ· εἰ καὶ ἐν Χριστῷ ἐλπίζομεν ἐν ταύτῃ μόνῃ τῇ ζωῇ· καὶ <lb n="5"/>
οὕτως ἄθλιοί ἐσμεν, εἰ μετὰ καμάτους τοσούτους καὶ κινδύνους
ἄχρι ταύτης d τῆς ζωῆς ἔσται ἡμῖν τὰ ἀγαθὰ καὶ αἱ τῶν καμάτων
ἀντιδόσεις.</p><p>Θεοδωρίτου. Μετὰ παντοδαπῶν γὰρ κινδύνων τὸν βίον
λιμῷ πιεζόμενοι καὶ διηνεκῶς αἰκιζόμενοι· καὶ τὰ δεσμωτήρια <lb n="10"/>
τῆς οἰκουμένης ἀμείβοντες· ἀνέστιοι καὶ μετανάσται καὶ
κλυδωνίοις διηνεκέσι παλαίοντες. ἀλλ’ οὐχ οὕτω ταῦτα ἔχει· ἐπεὶ
γὰρ ἀγαθῆς ἐλπίδος ὀχούμεθα, καὶ τοῦ ἡμετέρου Σωτῆρος ἀνάστασιν
ἐχέγγυον τῆς ἡμετέρας ἀναστάσεως ἔχομεν.</p><lb n="20"/><p>Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν <lb n="15"/>
<lb n="21"/> κεκοιμημένων ἐγένετο. ἐπειδὴ γὰρ δι’ ἀνθρώπου ὁ θάνατος,
<lb n="22"/> καὶ δι’ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν. ὥσπερ γὰρ
ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ
<lb n="23"/> Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται. ἕκαστος δὲ ἐν τῷ
ἰδίῳ τάγματι.</p><lb n="20"/><p>Θεοδωρίτου. Πρῶτος γὰρ ἔλυσε τοῦ θανάτου τὸ κράτος·
ἀπαρχῇ δὲ πάντως ἀκολουθήσει τὸ φύραμα· καὶ κυροῖ τὸν λόγον
διὰ παλαιοῦ παραδείγματος.</p><p>Ἰωάννου. Μετὰ τὸ πολλαχῶς ἀποδεῖξαι τὴν ἀνάστασιν, λοιπὸν
ἀποφαντικῶς λέγει. εἰ δὲ ἀπαρχὴ γεγένηται Χριστὸς τῆς <lb n="25"/>
ἀναστάσεως, δῆλον ὡς καὶ οἱ λοιποὶ συνεγερθήσονται· ἀπαρχὴ
γάρ ἐστι τὸ ἐκ πολλῶν ἕνα τινα τόδε ἢ τόδε ποιῆσαι, ὃ μέλλουσι
καὶ οἱ λοιποὶ ποιεῖν.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἀποβλέψατε εἰς τὴν κρηπῖδα τοῦ γένους· καὶ
βλέπετε τῷ προγόνῳ τοὺς ἀπογόνους ἀκολουθήσαντας, καὶ θνητοὺς <lb n="30"/>
ἅπαντας γενομένους· ἐπειδήπερ ἐκεῖνος ἐδέξατο τὴν θνητότητα,
οὕτω ἅπασα τῶν ἀνθρώπων ἡ φύσις ἀκολουθήσει τῷ δεσπότῃ
<note type="footnote">e ταύτῃ Cod. In marg. ταύτης.</note>

<pb n="294"/>
Χριστῷ, καὶ κοινωνήσει τῆς ἀναστάσεως· πρωτότοκος γὰρ καὶ
οὗτος τῶν νεκρῶν· ὥσπερ ἐκεῖνος πρωτόπλαστος. εἰκότως δὲ αὐτὸν
νῦν προσηγόρευσεν ἄνθρωπον, εἰδὼς αὐτὸν καὶ Θεόν. ἵνα τὸ ὁμοφυὲς
δεῖξας, τὸν περὶ τῆς ἀναστάσεως βεβαιώσῃ λόγον. ἐπειδὴ
δὲ πάντας εἶπεν ζωοποιηθήσεσθαι· μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασιν διάκρισις <lb n="5"/>
ἔσται τῶν σωφρόνως βεβιωκότων καὶ τῶν ἀκολασίᾳ συνεξηκότων·
τῶν τὴν ἀπιστίαν νενοσηκότων, καὶ τῶν τῆ πίστει
λαμπρυνομένων, καὶ τῶν ἄλλων ἅπαξ ἁπλῶς τῶν τὰ ἐπαινούμενα
καὶ κατηγορούμενα μετεληλυθότων, ἀναγκαίως ἐπήγαγεν· “ἕκα-
“στος δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι·” οὕτω καὶ ὁ Κύριος ἐν τοῖς ἱεροῖς <lb n="10"/>
Εὐαγγελίοις διδάσκει ὡς τοὺς μὲν ἀμνοὺς στήσει ἐκ δεξιῶν· τοὺς
ἐρίφους ἐξ εὐωνύμων.</p><p>Σετηριανοῦ. Οἱ δεχόμενοι ταῦτα τὰ ῥήματα, λεγέτωσαν διὰ
ποίου ἀνθρώπου ὁ θάνατος ἢ ποῖος θάνατος· ἄρα διὰ τοῦ Ἀδάμ;
ἀλλ’ ἥμαρτεν μὲν ἡ ψυχὴ, κατεκρίθη δὲ τὸ σῶμα· εἶτα “ὥσπερ <lb n="15"/>
“ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσι,” καὶ τὰ ἑξῆς, κατὰ τὴν
ἀπόφασιν λέγει ἐπὶ τῷ πράγματι· οὔτε πάντες ἀποτεθνηκέναι
λέγονται, ζῆν δὲ τὸν Ἑνὼχ καὶ τὸν Ἠλιάν· καὶ εὑρίσκονταί τινες
ζῶντες ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ τοῦ Σωτῆρος.</p><p>Ἰωάλλου. Τί οὖν; πάντες, εἰπέ μοι, ἀπέθανον τὸν τῆς ἁμαρτίας
θάνατον ἐν τῷ Ἀδάμ; πῶς οὖν Νῶε δίκαιος ἐν τῇ γενεᾷ
αὐτοῦ; πῶς δὲ Ἀβραάμ; πῶς Ἰώβ; πῶς δὲ οἱ ἄλλοι πάντες;
πῶς δὲ ζωοποιηθήσονται ἐν Χριστῷ; καὶ ποῦ οἱ εἰς γέενναν ἀπαγομενοι;
ἀν’ μὲν γὰρ πέρι σώματος εἰρημένον ᾖ τοῦτο, ἔστηκεν
ὁ λόγος· ἃν δὲ περὶ δικαιοσύνης καὶ ἁμαρτίας, οὐκ ἔτι· εἶτα ἵνα <lb n="25"/>
μὴ τὴν ζωοποίησιν κοινὴν ἀκούσας, καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς νομίζεις
σώζεσθαι, ἐπήγαγεν· “ἕκαστος δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι.” μὴ
γὰρ δὴ ἐπεὶ ἀνάστασιν ἤκουσας, νομίζῃ πάντας τῶν αὐτῶν ἀπολαύειν·
εἰ γὰρ ἐπὶ τῆς τιμωρίας, οὐ πάντες τὰ αὐτὰ πείσονται,
ἀλλὰ πολλὴ ἡ διαφορά· πολλῷ μᾶλλον ἔνθα ἁμαρτωλοὶ καὶ <lb n="30"/>
δίκαιοι, πλείων ἡ διάστασις ἔσται.</p><p>Ὡριγενουσ. Ἐπεὶ οἱ ἀπὸ τῶν αἱρέσεων λέγοντες τὴν ἐκκηλσιαστικὴν
πίστιν καὶ μυκτηρίζοντες ὡς ἀνόητον πίστιν, ἀθετοῦσιν
τῷ ἔργῳ, εἰ καὶ μὴ τῷ λόγῳ, μὴ γίνεσθαι ἀνάστασιν λέγοντες,
ὡς ἡ Ἐκκλησία πιστεύει· ὅρα πῶς αὐτοῖς ἀπαντητέον ἐκ τῆς <lb n="35"/>

<pb n="295"/>
ἀποστολικῆς ταύτης λέξεως· καὶ ἐξ ἄλλων δὲ μυρίων. ἀνέστη
Χριστὸς ἐκ νεκρῶν, ἣ οὔ; ἀλλὰ περὶ τούτου πᾶσα αἵρεσις συγκατέθετο·
εἰ ἀνέστη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν· πρωτότοκος δὲ ἐκεῖνός
ἐστιν ἐκ νεκρῶν· οὐδεὶς δὲ πρωτότοκός ἐστιν ἑτερογενῶς· ἀνάγκη
ὁμογενῆ εἶναι τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ τῇ ἀναστάσει τῶν ἀνισταμένων· <lb n="5"/>
οἷον, πρωτότοκός ἐστι Ῥουβὶμ υἱὸς ὣν τοῦ Ἰακὼβ, ὁμογενῶν
τῶν ἀδελφῶν ὄντων· οὐ γὰρ ἄλλης φύσεως ὁ Ῥουβὶμ, καὶ
ἄλλης φύσεως ὁ Συμεὼν ἢ ὁ Λευῒ καὶ οἱ ἑξῆς· καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων
πρωτοτόκων τὸ αὐτό· εἰ τοίνυν κω οἷς πρωτότοκος ἔστιν ἐκ νεκρῶν·
ἀνάγκη ὁμογενῆ εἶναι τὴν ἀνάστασιν τῶν ἀνισταμένων· εἰ δὲ <lb n="10"/>
ἐκεῖνος μὲν ἐφόρησε f σῶμα, καὶ ἡ ἀνάστασις αὐτοῦ μετὰ σώματος
ἢν, ὥστε αὐτὸν καὶ φαγεῖν, ὡς γέγραπται, ἐν τῷ κατὰ
Ἰωάννην Εὐαγγελίῳ· ἄλλως δὲ ἀνίστανται ὡς οἴονται οἱ ἀπὸ τῶν
αἱρέσεων οἱ ἀνιστάμενοι τῶν πιστευόντων εἰς τὸν Χριστόν· οὐ
δύνανται παραστῆσαι, πῶς Ἰησοῦς πρωτότοκός ἐστιν ἐκ τῶν <lb n="15"/>
νεκρῶν· “εἰ γὰρ σύμμορφοι γεγόναμεν τῷ θανάτῳ τοῦ Χριστοῦ·
καὶ τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ σύμμορφοι ἐσόμεθα.” καὶ πῶς διδά-
σκει λέγων ὁ Παῦλος “ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπει-
“νώσεως ἡμῶν, σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ.”</p><p>Ἀναιδῶς τοίνυν τινὲς παραδέχονται μὲν ὅτι ἐγήγερται Χριστὸς <lb n="20"/>
ἐκ νεκρῶν, λέγουσι δὲ ὅτι ἀναστάσις νεκρῶν οὐκ ἔστιν· διὸ φησὶν
ὁ Ἀπόστολος· “εἰ δὲ Χριστὸς κηρύσσεται ἐκ νεκρῶν ὅτι ἐγήγερ-
“ται· πῶς λέγουσιν ἐν ὑμῖν τινες ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ
“ἔστιν;” κἂν μὴ τῷ στόματι λέγῃ τις, τῇ δὲ καρδίᾳ λέγει,
ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν· δυνάμει ἀθετεῖ καὶ τὴν Ἰησοῦ <lb n="25"/>
Χριστοῦ ἀνάστασιν. εἰ γὰρ τὸ καθολικὸν ψεῦδος, δῆλον ὅτι περίέχεται
ἐν τῷ καθολικῷ καὶ ὁ εἷς ἀνάστας ἐκ νεκρῶν· εἰ γὰρ
οὐκ ἐγείρονται οἱ νεκροί· γέγονε δὲ καὶ ἐν νεκροῖς ὁ Ἰησοῦς, οὐκ
ἐγήγερται οὐδὲ ὁ Ιησους· ει δὲ ἐκεῖνος ἐγήγερται, δί έκείνου
δηλοῦται ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν· εἰ μὴ τῷ ἀδυνάτῳ τοῦ πράγματος <lb n="30"/>
καθαυτὸ ἀπιστῶμεν, ἐπιλανθανόμενοι τίς ὁ ἐπαγγειλάμενος·
τί γὰρ ὡς ἐν ἀδυνάτοις, ἵν οὕτως εἴπω, ἀδυνατώτερον, τὸ
ζωοποιηθῆναι τὸ σῶμα; ἣ οὐρανὸν ἐξ οὐκ ὄντων γενέσθαι; ἢ ἤλιον·
ἢ σελήνην· ἣ τὰ λοιπὰ τῶν κτισμάτων;</p><note type="footnote">f ἐφόρασε Cod.</note><pb n="296"/><p>Ἐλθὲ δὲ καὶ ἐπ’ αὐτὴν τὴν τοῦ ἀνθρώπου ἀρχήν· ἀναπόλησον
αὐτοῦ τὴν ἀρχήν· δείκνυται σοι σπέρμα ἀνθρώπου· εἰ ἔλεγέν τις,
τοῦτο τὸ σπέρμα ἄνθρωπος ἔσται, μορφωθήσεται ὀστᾶ, ἔσται
ἀπὸ τούτου σάρκες, νεῦρα, φλέβες· περιπατήσει· ἀπὸ τούτου
τοῦ σπέρματος τοῦ βραχέος, τοῦ εὐτελοῦς, ἄνθρωπος ἐπὶ γῆς <lb n="5"/>
διεγηγερμένος, χρήσεται ὀργάνοις· οὐκ ἃν ἐλέγομεν ἀνόητον εἷναι
τὸν ταῦτα ἡμῖν κηρύσσοντα, εἰ μὴ πεῖραν εἰλήφαμεν τούτου; ἵν
οὖν τολμήσω καὶ παραστήσω σοι τὴν ἀνάστασιν· καὶ μᾶλλον
αὐτὴν παραδέξῃ πιστεύσας τῇ τελειότητι τοῦ Θεοῦ· ὅπερ ἐκεῖνο
τὸ σπέρμα ἢν πρὸς τοῦτο τὸ σῶμα τὸ ἐνεστηκός· νυν τὸ παρεστηκὸς <lb n="10"/>
τὸ γενικόν· τὸ σπεῖρον τὸ ὄργανον γενόμενον λόγων καὶ
ἔργων τῶν κατὰ δικαιοσύνην· τοῦτο τὸ σῶμα πρὸς ἐκεῖνο γίνεται·
“ὁ κόκκος τοῦ σίτου ἐὰν μὴ πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς
“μόνος μένει· ἐὰν δὲ πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ” καὶ διασαπῇ·
ἐκ τῆς διασήψεως τοῦ κόκκου τοῦ σίτου στάχυς ἑκατοντάχους <lb n="15"/>
γίνεται·</p><p>Ὅτι γὰρ τὸ σῶμά σου σπέρμα ἐστι τοῦ ἀναστησομένου, ἄκουε
Παύλου λέγοντος, “σπείρεται ἐν φθορᾷ· ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ·
“σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ· ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενίᾳ·
“ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν· ἐγείρεται σῶμα <lb n="20"/>
“πνευματικόν.” ὁρᾷς ὡς ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ σπέρματος εὐτελὲς καὶ οὐδενὸς
λόγου ἄξιον ἐσπάρη. καὶ ἐγήγερται ἄνθρωπος ὡραῖος καὶ καλός· τὸν
αὐτὸν τρόπον τοῦτο τὸ νεκρὸν κόκκος ἐστὶ σίτου τῷ Θεῷ ὡς τὸ
προαναστησόμενον. ὡσπερ οὑν εὐπόρησεν ὁ Θεος απο τοῦ κοκκου
τοῦ σίτου στάχυν ποιῆσαι· οὐκ ἔξωθεν τῶν ἀφορμῶν τῶν ἐν τῷ <lb n="25"/>
σπέρματι τῷ βραχεῖ’ ἀπὸ γὰρ ἐκείνου ἤγειρεν τὸν στάχυν· καὶ
ἀφ’ ἑκάστου σπέρματος ἐγείρει τὸ δυνάμει ἐνυπάρχον τῷ σπέρματι·
οὕτως ἀπὸ σπέρματος μὲν ἀνθρώπου κατὰ τὴν ἀρχὴν,
γέγονεν οὗτος ὁ ἄνθρωπος· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ τὸ σῶμα αὐτοῦ, σπέρμα
γίνεται τοῦ ἀναστησομένου ἐκ νεκρῶν ἐν δόξῃ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. <lb n="30"/>
τὸ ἄπιστον δὲ τῇ ἀναστάσει τῇ ἀπὸ τῶν νεκρῶν ἴσον ὑπέλαβεν
εἶναι ὁ Ἀπόστολος τὸ μὴ πιστεύειν ὅτι ἐσόμεθα τὴν ἀρχὴν μετὰ
τὴν ἔξοδον. διὸ τοῖς πιστεύουσιν ἀνάστασιν ἔσεσθαι νεκρῶν φησὶν,
ὡς μὴ ἄλλης καταυτοῦς g ζωῆς παρὰ τὴν ἐνεστῶσαν, τὸ “εἰ ἐν
<note type="footnote">f ἀναπόλεσον Cod. g Sic.</note>

<pb n="297"/>
“τῇ ζωῇ ταύτῃ ἐν Χριστῷ ἠλπικότες ἐσμὲν μόνον, ἐλεεινότεροι
ἐσμεν πάντων ἀνθρώπων.</p><p>Καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς δὲ ὡς κατὰ τοὺς λέγοντας μὴ εἶναι ἀνάστασιν
νεκρῶν, μηδὲ ζωῆς ὑπαρχούσης κατὰ τὸν βίον τοῦτον φησίν·
“τί καὶ ἡμεῖς κινδυνεύομεν πᾶσαν ὥραν; καθ’ ἡμέραν ἀποθνήσκω· <lb n="5"/>
“μὴ τὴν ἡμετέραν καύχησιν, ἣν ἔχω ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ
“ἡμῶν” καὶ τὰ ἑξῆς. δηλοῖ δὲ καὶ ἡ αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων
ἀθετούντων τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν, ὅτι ἀκολουθεῖ αὐτοῖς τὸ
μηδὲ ζῆν ὑμᾶς μετὰ τὴν παροῦσαν ζωήν. διόπερ ὁ Σωτῆρ’ πρὸς
αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νόμου μόνον παράδειγμα λαμβάνει περὶ τοῦ εἶναι <lb n="10"/>
ἀνάστασιν τὴν ἐκ νεκρῶν ῥητὸν λέγων, “περὶ δὲ τῆς ἀναστάσεως
“τῶν νεκρῶν, οὐκ ἃν ἔγνωτε ὅτι ὁ Θεὸς εἶπεν ἐπὶ τῆς βάτου
“λέγων, ἐγὼ ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς
“Ἰακώβ. Θεὸς οὐκ ἔστι νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων.” “νυνὶ δὲ Χριστὸς
“ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων.” ἡ ἀπαρχὴ <lb n="15"/>
πολλῶν ἔστιν ἀπαρχή.</p><p>Ὡς δὲ ἐπὶ παραδείγματος τῶν ἐν τῷ νόμῳ εἴσομεν, ἀπαρχὴ
ἀναφέρεται σίτου ὑπὸ τῶν σῖτον θερισάντων· καὶ φέρε εἰπεῖν
οἴνου, ὑπὸ τῶν οἶνον τρυγησάντων· καὶ ἐλαίου ἀπὸ τῶν ἐλαίαν
ἐκθερισάντων· οὕτω εἴπερ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπαρχή <lb n="20"/>
ἐστι, τῶν κεκοιμημένων ἀναγκαῖόν ἐστι οὗτος ἀπαρχή. καὶ ζητοῦμεν
πότερον πάντων ἀπαρχή ἐστιν ἢ πολλῶν· “Χριστὸς γάρ,” φησιν,
“ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων·” εἰ μὲν οὖν μὴ ἔχομεν λέξιν ἀπὸ τῆς
ἀρχῆς· κἂν λέγωμεν δύσφημόν τι νομίσαντες εἶναι κατὰ τὸν
τόπον τὸ λέγειν αὐτὸν ἀπαρχὴν πάντων εἶναι· ὅτι ἀπαρχή ἐστι <lb n="25"/>
τῶν κεκοιμημένων, δικαίων μόνων οὐχὶ δὲ τῶν λοιπῶν· νυνὶ δὲ καὶ
αὐτὸς ὁ Ἀπόστολος λέγει· “ἐπειδὴ γὰρ δι’ ἀνθρώπου ὁ θάνατος·
“καὶ δι’ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν·” πῶς ἐπί τινας αὐτὸς λέγει,
ὅτι ἐπὶ πάντας; “ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν·
“οὕτως ἐν τῷ Χριστῷ” οὐκ εἴρηκεν οἱ δίκαιοι ζωοποιηθήσονται. <lb n="30"/>
εἶτα ἵνα μὴ ταραχθῇς καὶ εἴπῃς, ἄρα οὖν μάτην ἐμοὶ ὁ κάματος
ὁ τοσοῦτος ἀνήντληται· εἴ γε Χριστὸς ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, πάντων
ἐστὶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων, καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται·
ἀλλ’ εἰ καὶ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀπέθανον· οὐδὲν
ἦττον Ἀβραὰμ δίκαιος ἦν· Ἰσαὰκ πατριάρχης ἦν, Ἰακὼβ τοὺς <lb n="35"/>

<pb n="298"/>
δώδεκα πατριάρχας γεννήσας, Ἰσραὴλ ἦν· οὕτω δὲ ἐλεύσει καὶ
ἐπὶ τοὺς λοιποὺς δικαίους. κατατολμῶ εἰπεῖν, ὅτι ὁ μὲν Απόστολος
εἶπεν ἀπαρχὴν εἶναι τῶν κεκοιμημένων Χριστὸν Ἰησοῦν.
ἐγὼ δὲ παρ’ ἐκεῖνον ποιήσαιμ’ ἄν· οὗτος μὲν ἀπαρχὴ ἐπὶ ζωὴν τῶν
μελλόντων ζῆν· Ἀδὰμ δὲ ἀπαρχὴ τοῦ θανάτου τῶν ἀνθρώπων <lb n="5"/>
γεγένηται· “ἐν γὰρ τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν·” ἐκείνου
τὴν ἀπαρχὴν τοῦ θανάτου εἰληφότος· ἀλλ’ ὁ μὲν Σωτῆρ’ θέλων
τὴν ἀπαρχὴν τῆς ζωῆς ἀναλαβεῖν, ἀνέλαβεν πρῶτον τὸν θάνατον
τῶν ἀποθανόντων· ἵνα καταργήσας τὸν θάνατον, γένηται οὗτος
ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων καὶ ζώντων.</p><lb n="10"/><p>Κυτίλλου. Δέχεται λοιπὸν ὡς ὁμολογούμενον τὸ χρῆναι
πιστεύειν, ὡς ἀνεβίω μὲν Χριστὸς, καὶ γέγονεν ἀπαρχὴ τῶν
κεκοιμημένων· πρῶτος τῶν ἐπὶ τῆς γῆς, πατήσας τὸν θάνατον.
καθάπερ ἀμέλει καὶ ὁ προπάτωρ Ἀδὰμ πρῶτος εἰς αὐτὸν ἐμβέβηκεν,
καὶ γέγονεν ἀπαρχὴ τῶν ὠλισθηκότων εἰς φθοράν. ἕψεται <lb n="15"/>
δὲ ὅτι τῇ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἀναστάσει καὶ ἡ τῶν νεκρῶν, προσεπάγει
λέγων, “ὥσπερ γὰρ δι’ ἀνθρώπου θάνατος, καὶ δι’ ἀνθρώ-
“που ἀνάστασις νεκρῶν.” ἄθρει δὲ ὅπως τῆς μετὰ σαρκὸς οἰκονομίας
τὸ μυστήριον θεοπρεποῦς ἀνάμεστον εὐτεχνίας ἀποφαίνει
πάλιν· ἔδει γὰρ, ἔδει, φησὶν, ἄνθρωπον ὑπὲρ ἡμῶν νικῆσαι τὸν <lb n="20"/>
θάνατον· ταύτης δὲ ἕνεκα τῆς αἰτίας ὁ ἐκ Θεοῦ πεφηνὼς Θεὸς
Λόγος, “οὐκ ἀγγέλων ἐπελάβετο,” καθὰ φησὶν αὐτὸς, “ἀλλὰ
“σπέρματος Ἀβραάμ· ἵνα κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῇ.”
ἔδει γὰρ, ὡς ἔφην, θεραπεύεσθαι τὸ ἠρρωστηκός· ἀναστῆναι τὸ
πεπτωκός. ἔδει καταθλῆσαι θανάτου δι’ ὑπακοῆς καὶ δικαιοσύνης <lb n="25"/>
τὸ ὑπ’ αὐτῷ γεγονὸς διὰ παραβάσεως καὶ ἁμαρτίας.</p><p>ταύτῃ γέγονεν ἄνθρωπος οὐκ εἰδὼς ἁμαρτίαν, ὁ μονογενὴς τοῦ
Θεοῦ Λόγος. ἵνα ὥσπερ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες κατακεκρίμεθα, τῆς
ἀνθρώπου φύσεως πατούσης τὸν θάνατον, οὕτω καὶ δικαιωθέντες
ἐν Χριστῷ, συναποδυσόμεθα τῇ ἁμαρτίᾳ τὸν ἐξ αὐτῆς ἀναψύντα <lb n="30"/>
θάνατον. καὶ μαρτυρήσει λέγων αὐτὸς ὁ θεσπέσιος Παῦλος·
“ὥσπερ γὰρ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἁμαρτωλοὶ
“κατεστάθησαν, οἱ πολλοί.” οὐκοῦν ὥσπερ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες
ἀποθνήσκουσι· καταδεδικασμένης, ὡς ἔφην, ἐν αὐτῷ τῆς φύσεως
διὰ τὴν παράβασιν· οὕτως ἐν τῷ Χριστῷ ζωοποιηθήσονται, πάλιν <lb n="35"/>

<pb n="299"/>
εὐλογουμένης ἐν αὐτῷ τῆς φύσεως κατὰ τὸν ἴσον τρόπον διὰ τὴν
δικαίωσιν. λύσις οὖν ἄρα τῶν πρώτων τὰ δεύτερα· “παρεδόθη
“γὰρ διὰ τὰ παραπτώματα ἡμῶν, καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν
“ἡμῶν·” ἐγηγερμένῳ δὴ οὖν συνεγηγέρμεθα καὶ ἡμεῖς. ζωὴ γάρ
ἐστι κατὰ φύσιν ὁ ἐκ Θεοῦ Λόγος. οὐχὶ δήπου μόνῃ τῇ ἰδίᾳ <lb n="5"/>
σαρκὶ τὸ τῆς αὐτοῦ φύσεως ἀγαθὸν δωρούμενος, φημὶ δὴ τὴν
ζωήν· ἀλλ’ εἰς ὅλην αὐτὸ παραπέμπων τὴν τοῦ ἀνθρώπου φύσιν·
ἐγήγερται μὲν γὰρ ὁμολογουμένως ὡς ἀπαρχὴ Χριστός· ἵνα
γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων κατὰ τὸ γεγραμμένον. ἕψεται
γε μὴν ἐν καιρῷ τὸ ἀναβιῶναι τοὺς ἄλλους. πλὴν κατὰ τὸ εἰκὸς <lb n="10"/>
οὐ χύδην, ἀλλ’ ἐν κόσμῳ τε καὶ διακεκριμένως καὶ οἷον ἐν κελεύσματι·
μετὰ γάρ τοι τὴν ἀπαρχὴν τοῦτ’ ἐστιν Χριστὸν, τοὺς
αὐτοῦ φησὶν ἐγερθήσεσθαι. δῆλον δὲ ὅτι τοὺς ἐν καιρῷ τῆς ἐπιδημίας,
ἤγουν γεγονότας μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν καὶ ὡς ἐν πίστει
κεκοιμημένους.</p><lb n="15"/><p>Ἧσαν μὲν γὰρ ὁμολογουμένως ἅγιοι κατὰ καιροὺς ἐν τῷ
Ἰσραὴλ, τῆς ἐν νόμῳ ζωῆς ἐπαινουμένης τε καὶ κρατούσης ἔτι·
πλὴν ἀμείνους οἱ ἐν Χριστῷ· δεδικαίωνται γὰρ διὰ πίστεως, καὶ
τῆς θείας φύσεως γεγόνασι κοινωνοί· καὶ τὸ τῆς υἱοθεσίας ἐκπεπλουτήκασι
πνεῦμα. κέκληνται δὲ καὶ εἰς ἀδελφότητα κατὰ χάριν <lb n="20"/>
τοῦ κατὰ φύσιν τε καὶ ἀληθῶς Υἱοῦ. καὶ ἦν μὲν πνεῦμα δουλείας
ἐν τοῖς ὑπὸ νόμον· “κράζομεν δὲ ἡμεῖς ἀββὰ ὁ πατήρ. οὐκ οὑν
ἀμείνους ὡς ἔφην τῶν ἀρχαιοτέρων οἱ ἐν Χριστῷ· τοι γάρ τοι καὶ
πρώτους αὐτοὺς ἀναβιώσεσθαι φησὶν, οἷον ἴοντας κατ’ ἴχνος τῇ
πάντων ἀρχῇ· διά τοι τὸ εἶναι προσεχεστέρους αὐτῇ, καὶ προτετιμῆσθαι <lb n="25"/>
ταύτῃ τοι τῶν ἄλλων. ὑπεμφαίνει δέ τι τοιοῦτον καὶ
αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν παραβολαῖς εὐαγγελικαῖς·
ἔφη γὰρ ὅτι τοὺς ἐργάτας εἰς τὸν ἀμπελῶνα μισθούμενος,
οἰκοδεσπότης δὲ οὗτος, ὀψίας γεγενημένης ἔφη τῷ ἐπιτρόπῳ
αὐτοῦ· “κάλεσον τοὺς ἐργάτας, καὶ ἀπόδος αὐτοῖς τὸν μισθὸν, <lb n="30"/>
“ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἕως τῶν πρώτων.”</p><p>Ἀπαρχὴ Χριστὸς, ἔπειτα οἱ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ παρουσίᾳ
<lb n="24"/> αὐτοῦ· εἶτα τὸ τέλος, ὅτ’ ἂν παραδῷ τὴν βασιλείαν
τῷ Θεῷ καὶ Πατέρι, ὅτ’ ἃν καταργήσῃ πᾶσαν

<pb n="300"/>
<lb n="25"/> ἀρχὴν καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν· δεῖ γὰρ αὐτὸν
βασιλεύειν, ἄχρις οὗ ἃν θῆ πάντας τοὺς ἐχθροὺς ὑπὸ
<lb n="26"/>τοὺς πόδας αὐτοῦ. ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ
θάνατος.</p><p>Ἰωάννου. Ἀπαρχὴ, φησὶν, καὶ ὁδὸς τῆς ἀναστάσεως ὁ <lb n="5"/>
Χριστὸς γεγέννηται. μετ’ αὐτὸν οἱ αὐτοῦ πρῶτοι ἀναστήσονται·
αὐτοῦ δὲ λέγει, τοὺς δικαίους κατὰ τὸν λόγον τῆς οἰκειώσεως.
ἔδει γὰρ ἔχειν προτέρημα καὶ ἐπ’ αὐτῷ τῷ ἐγείρεσθαι τοὺς
δικαίους· ἐπειδὴ γὰρ μέλλουσιν ἁρπάζεσθαι εἰς ἀέρα εἰς ἀπάντησιν
τοῦ Κυρίου· προεγείρονται, ἵνα ἀπαντῆσαι φθάσωσιν· τίς <lb n="10"/>
γὰρ ἦν χρεία προεγείρεσθαι τοὺς ἁμαρτωλοὺς, τοὺς κάτω μέλλοντας
μένειν τὸν κριτήν· εἶτα μετὰ τοῦτο τὸ τέλος τῶν πάντων
πραγμάτων καὶ αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως· τὸ καὶ τοὺς λοιποὺς λοιπὸν
ἐγείρεσθαι· οὐχ ὥσπερ γὰρ νῦν ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως
μεμένηκε τὰ νῦν ἀνθρώπινα πράγματα, οὕτως καὶ τότε ἔσται, <lb n="15"/>
ἀλλὰ πάντα τέλος λήψεται.</p><p>Θεοδωρίτου. τοῦ Χριστοῦ καλεῖ οὐ μόνον μετὰ τὴν ἀνθρώπησιν
εἰς αὐτὸν πεπιστευκότας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐν νόμῳ καὶ τοὺς
πρὸ νόμου ἐν εὐσεβείᾳ καὶ ἀρετῇ διαλάμψαντας. “εἶτα τὸ τέλος.”
ἀντὶ τοῦ ἡ κοινὴ πάντων ἀνάστασις· ὅτ’ ἃν γὰρ αὕτη γένηται, <lb n="20"/>
πάντα λήψεται τέλος· καὶ τὰ παρόντα πράγματα καὶ τῶν προφητῶν
αἱ προρρήσεις.</p><p>“ Ἀπαρχὴ Χριστός·” εἰς ἀφθαρσίαν πρῶτος ὁ Χριστὸς ἐκ
νεκρῶν ἀνέστη· ὅσοι τετυχήκασιν ἀναστάσεως. εἴτε δι’ αὐτοῦ τοῦ
Σωτῆρος, εἴτε διὰ προφητῶν καὶ Ἀποστόλων αὖθις τεθνήκασιν. <lb n="25"/>
“ἔπειτα οἱ τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ·” τοῦτ’ ἔστιν,
ὅτ’ ἃν ἀπ’ οὐρανοῦ φανῇ ἐν δόξῃ, πρῶτον οἱ πιστοὶ καὶ δίκαιοι
καὶ εἰς αὐτὸν προηλπικότες καὶ τὴν ἔνσαρκον αὐτοῦ παρουσίαν
δεξάμενοι, ἀναστήσονται· “εἶτα τὸ τέλος” μετὰ τὴν τῶν δικαίων
ἀνάστασιν καὶ ἐν νεφέλαις ἁρπαγὴν εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου. <lb n="30"/>
τότε τὸ τέλος, τοῦτ’ ἐστιν ἡ πάντων ἀνάστασις τῶν ἀπὸ καταβολῆς
κόσμου τετελευτηκότων, καὶ τῇ κρίσει παραδοθῆναι τελείως
ὀφείλονται.</p><p>Ἰωάννου Ἐνταῦθά μοι προσέχετε μετὰ ἀκριβείας, καὶ ὁρᾶτε

<pb n="301"/>
μήτι διαφύγῃ τῶν λεγομένων ὑμᾶς· καὶ γὰρ πρὸς ἐχθροὺς ἡμῖν
ἡ μάχη. διὸ πρότερον τὴν εἰς ἄτοπον ἀπαγωγὴν δεῖ γυμνάζειν·
ὃ καὶ Παῦλος πολλάκις ποιεῖ. οὕτω γὰρ μάλιστα λέγουσιν·
εὐφώρατά ὑμῖν φανεῖται. ἐρώμεθα αὐτούς· τι ἐστι τὸ εἰρημένον,
“ὅτ’ ἃν παραδῷ τὴν βασιλείαν τῷ Θεῷ καὶ Πατέρι;” εἰ γὰρ <lb n="5"/>
ἁπλῶς ἐκλάβοιμεν τοῦτο καὶ μὴ θεοπρεπῶς, οὐκ ἔσται μετὰ
ταῦτα ἔχων αὐτήν· ὁ γὰρ παραδοὺς ἑτέρῳ, παύεται τοῦ κατέχειν
αὐτός· καὶ οὐ τοῦτο μόνον ἔσται τὸ ἄτοπον, ἀλλ’ ὅτι οὐδὲ ἐκεῖνος
ὁ παραλαβὼν εὑρεθήσεται πρὶν ἣ παραλαβεῖν ἔχων. οὐκοῦν κατ’
ἐκείνους, οὔτε ὁ Πατὴρ βασιλεὺς ἔμπροσθεν βασιλεὺς ἦν καὶ <lb n="10"/>
διῴκει τὰ ἡμέτερα, οὔτε ὁ Υἱὸς φανεῖται μετὰ ταῦτα βασιλεύων.
πῶς οὖν περὶ μὲν τοῦ Πατέρος φησὶν αὐτός· “ὁ Πατήρ μου ἕως
“ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι. περὶ δὲ αὐτοῦ Δανιὴλ, “ὅτι
“ἡ βασιλεία αὐτοῦ βασιλεία αἰώνιος, ἥτις οὐ παρελεύσεται.” εἶδες
πόσα ἄτοπα τίκτεται καὶ μαχόμενα ταῖς γραφαῖς, ὅτ’ ἃν ἀνθρωπίνως <lb n="15"/>
ἐκλαμβάνῃ τις τὰ λεγόμενα. ποῖαν δὲ καἰ ἀρχὴν ἄρα
ἐνταῦθα φησὶ καταργεῖν· τὴν τῶν Ἀγγέλων; ἄπαγε, ἀλλὰ τὴν
τῶν πιστῶν; οὐδὲ τοῦτο· ἀλλὰ ποιᾶν; τὴν τῶν δαιμόνων, περὶ
ἧς φησὶν, “οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ
“πρὸς τὰς ἀρχὰς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας <lb n="20"/>
“τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου.” νῦν μὲν γὰρ οὐδέπω κατήργηνται
τέλεον· ἐνεργοῦσι γὰρ πολλαχοῦ. τότε δὲ παύσονται. “δεῖ γὰρ
“αὐτὸν βασιλεύειν, ἄχρις οὗ ἃν θῇ πάντας τοὺς ἐχθροὺς ὑπὸ
“τοὺς πόδας αὐτοῦ.”</p><p>Πάλιν ἐντεῦθεν ἕτερον ἄτοπον τίκτεται, ἃν μὴ καὶ τοῦτο θεοπρεπῶς <lb n="25"/>
ἐκλάβωμεν. τὸ γὰρ “ἄχρι” τέλους ἐστὶ καὶ διορισμοῦ. ἐπὶ
δὲ Θεοῦ, τοῦτο οὐκ ἔστιν. “ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνα-
“τος·” πῶς ἔσχατος; μετὰ πάντας, μετὰ τὸν διάβολον, μετὰ
τὰ ἄλλα πάντα. καὶ γὰρ ἐν ἀρχῇ ἔσχατος εἰσῆλθεν· πρότερον
γὰρ ἡ συμβουλὴ τοῦ διαβόλου καὶ ἡ παρακοή· καὶ τότε ὁ θάνατος. <lb n="30"/>
τῇ μὲν οὖν δυνάμει καὶ νῦν κατήργηται, τῇ δὲ ἐνεργείᾳ
τότε.</p><p>Οἰκοτμενίου. Ὅμοιον φησὶν ὁ Δαβίδ, “καὶ ἐν τῆ σκία
“τῶν πτερύγων σοῦ ἐλπιῶ, ἕως οὗ παρέλθῃ ἡ ἀνομία·” τότε γὰρ

<pb n="302"/>
παρέρχεται, ὅτ’ ἃν αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἐξουσίαι καταργηθῶσιν, καὶ
ἀνενέργητοι μένωσιν·</p><p>Κυτίλλου. Ἐν βίβλῳ τετάρτῳ τῶν κατὰ Ἰουλιανοῦ πρὸς
αὐτὸ τὸ πέρας, οὕτω φησὶν, “ὅτ’ ἃν παραδῷ τὴν βασιλείαν,” τοῦτ’
ἔστιν ἐλευθέραν ὡς ὑπὸ τυράννου διηρπασμένην, ἐξελὼν καὶ προσάγων <lb n="5"/>
τῷ ἰδίῳ γεννήτορι.</p><p>Γρητορίου. Οὐ τέλος ἐπιτιθεὶς τῇ βασιλείᾳ εἶπεν τὸ “ἄχρις·”
ἀλλὰ ἀξιόπιστον ποιῶν τὸ εἰρημένον καὶ θαρρεῖν παρασκευάζων·
ὡσανεὶ ἔλεγεν, μὴ ἐπειδὴ ἤκουσας, ὧ οὗτος, ὅτι καταργήσει
πᾶσαν ἀρχὴν καὶ ἐξουσίαν καὶ αὐτὸν τὸν θάνατον, φοβηθῇς, ὡς <lb n="10"/>
ἀτονοῦντος αὐτοῦ· ἕως γὰρ ἃν πάντα ποιήσῃ, βασιλεύει· οὐ τοῦτο
λέγων ὅτι μετὰ τὸ ποιῆσαι, οὐ βασιλεύει· ἀλλ’ ἐκεῖνο δεικνὺς ὅτι
κἂν μὴ νῦν γένηται, παντὸς ἔσται· κρατεῖ γὰρ αὐτοῦ ἡ βασιλεία
καὶ οὐκ ἀτονεῖ, ἄχρι πάντα κατορθώσει· ἡ δὲ κρατοῦσα ἄχρι
οὗ κατορθωθῇ πάντα. πολλῷ μᾶλλον μετὰ τὸ κατορθωθῆναι κρατήσει· <lb n="15"/>
“καὶ τῆς βασιλείας γὰρ αὐτοῦ” φησὶν “οὐκ ἔσται
“τέλος.”</p><p>Φωτίου. Παραδίδωσιν, οὐκ αὐτὸς στερούμενος. ἀνόητον γὰρ
λίαν ὑπονοεῖν ὡς στασιάζουσαν μὲν εἶχεν, ἀπαλλάξας δὲ πόνοις
ἰδίοις, ταύτης ἐστερήθη· ἀλλὰ παραδίδωσιν, οἱονεὶ κοινωνὸν ποιεῖται <lb n="20"/>
τὸν Πατέρα τοῦ ἰδίου κατορθώματος· κοινὰ γὰρ ἅπαντα τὰ
τῆς τριάδος. εἰ γὰρ καὶ ὁ Υἱὸς σεσάρκωται· ἀλλ’ εὐδοκίᾳ τοῦ
Πατέρος, καὶ συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· οὐκοῦν κοινὰ καὶ
ἃ σαρκωθεὶς ὁ Υἱὸς καὶ σταυρωθεὶς καὶ ἀναστὰς εἰργάσατο κατορθώματα.
καλῶς οὖν φησὶν, τὴν βασιλείαν παραδίδωσιν, τοῦτ’ <lb n="25"/>
ἔστιν κοινοποιεῖται καὶ εὐφραίνει τῷ κατορθώματι. ὥσπερ γὰρ
ὁ Υἱὸς παραλαβὼν αὐτὴν στασιάζουσαν, οὐκ ἀφείλετο αὐτὴν τοῦ
Πατέρος· οὕτω νῦν παραδιδοὺς, οὐδ’ αὐτὸς ἀφαιρεθήσεται αὐτῆς.
παραδίδωσι δὲ, εἴποι τις ἃν, οὐκ ἔξω σκοποῦ, καὶ οὐκ ἐφ’ ᾧ μὴ
ταλαιπωρεῖσθαι περὶ αὐτήν· καὶ ἐφ’ ᾧ μήτε συμμαχεῖν, μήτε <lb n="30"/>
τροποῦσθαι, μήτε ἄλλο τι ποιεῖν, ὧν τὰ μὲν πρὸ τοῦ πάθους, τὰ
δὲ καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασιν, ὡς Υἱὸς Θεοῦ καὶ ἄνθρωπος γεγονὼς
εἰς ἡμᾶς ἐπεδείξατο. παραδίδωσιν οὖν, ὡς ἔφημεν, οὐκ ἐφ’ ᾧ μὴ
ἔχειν, ἀλλ’ ἐφ’ ᾧ μηκέτι τῶν εἰρημένων τι περὶ αὐτὴν ἐπιτελεῖν·

<pb n="303"/>
ἐπεὶ καὶ παρείληφεν οὐκ ἐφ’ ᾧ ἔχειν· εἶχεν γὰρ ὥσπερ ὁ Πατήρ·
ἀλλ’ ἐφ’ ᾧ πόνοις ἰδίοις στάσεως αὐτὴν καὶ τυραννίδος
ἀπαλλάξει.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “τὴν βασιλείαν τῷ Θεῷ καὶ Πατέρι·” εἶχεν ἀεὶ
ὁ Πατὴρ τὴν τῶν ἀνθρώπων βασιλείαν, καὶ μὴν τῶν Ἀγγέλων· <lb n="5"/>
ἀλλὰ τὴν μὲν τῶν Ἀγγέλων ἀστασίαστον· τὴν δὲ τῶν ἀνθρώπων
στασιάζουσαν, καὶ πάθεσιν αἰχμαλωτιζομένην, καὶ δαιμόνων ἐπηρείαις
τυραννουμένην. ἀλλ’ ὁ Υἱὸς διὰ τοῦ οἰκείου πάθους, ὃ ἐν
σαρκὶ γεγονὼς, ἀνεδέξατο· πᾶσαν ἐσάθρωσεν τυραννίδα καὶ
ἀσθενεστάτην εἰργάσατο, καὶ τὸ αἰχμάλωτ’ ἵζον ἐταπείνωσεν καὶ <lb n="10"/>
ᾐχμαλώτισεν· ὅμως τῶν ἐν βίῳ καθαραθυμούντων ἀνθρώπων ὥσπερ
σπινθῆρες τινὲς τῆς κακίας διὰ τῆς ἡμῶν ἀμελείας ἀνάπτουσιν
καὶ ἀναφλέγονται· μετὰ δὲ τὸ τέλος, τῶν μὲν παθῶν πεπαυμένων,
τῶν δὲ δαιμόνων κολαζομένων, καὶ τῶν δικαίων ἀνενοχλήτων ἐν
παραδείσῳ διαιτωμένων, παραδίδωσιν ὁ Υἱὸς τῷ Πατέρι τὴν βασιλείαν, <lb n="15"/>
ὡς κατορθώσας καθαρὰν τυραννίδος καὶ ἀστασίαστον, “δεῖ
“γὰρ αὐτὸν βασιλεύειν,” τὸ βασιλεύειν ἐνταῦθα οὐχ ἁπλῶς· ἀλλ’
οἷον δεῖ αὐτὸν τὰ τοῦ βασιλεύοντος ποιεῖν· τοῦτ’ ἐστι πολεμεῖν
τοὺς ἐχθροὺς, συμμαχεῖν τοῖς ἰδίοις. τοὺς μὲν τροποῦσθαι, τοὺς
δὲ ῥύεσθαι· “ἆχρις οὑ ἃν θῇ καὶ ἑξῆς. μετὰ γὰρ ταῦτα, οὐδενὸς <lb n="20"/>
τῶν εἰρημένων χρεία. ἀστασίαστος γὰρ λοιπὸν ἡ βασιλεία.</p><lb n="27"/><p>Πάντα γὰρ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ· ὅταν
δὲ εἴπῃ ὅτι πάντα ὑποτέτακται, δῆλον ὅτι ἐκτὸς τοῦ
<lb n="28"/> ὑποτάξαντος αὐτῷ τὰ πάντα· ὅταν δὲ ὑποταγῇ αὐτῷ
τὰ πάντα, τότε καὶ αὐτὸς ὁ Υἱὸς ὑποταγήσεται τῷ <lb n="25"/>
ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ πάντα, ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ πάντα
ἐν πᾶσιν.</p><p>Ἰωάλλου. Καὶ γὰρ ἔμπροσθεν οὐκ αὐτὸν τὸν Πατέρα
εἰναι τὸν ὑποτάξαντα, ἀλλ’ αὐτὸν καταργοῦντα. καὶ ὅτ’ ἃν γὰρ
καταργήσῃ, φησὶν, πᾶσαν ἀρχὴν καὶ ἐξουσίαν. καὶ πάλιν· “δεῖ <lb n="30"/>
“γὰρ αὐτὸν βασιλεύειν, ἄχρις οὗ ἃν θῇ πάντας τοὺς ἐχθροὺς ὑπὸ
“τοὺς πόδας αὐτοῦ.” πῶς οὖν ἐνταῦθα τὸν Πατέρα φησίν; καὶ
οὐ τοῦτο μόνον ἐστὶ τὸ δοκοῦν ἄπορον εἶναι· ἀλλ’ ὅτι τι καὶ
δέδοικε δέος σφόδρα ἄτοπον, καὶ κέχρηται ἐπὶ διορθώσει λέγων,

<pb n="304"/>
“ἐκτὸς τοῦ ὑποτάξαντος αὐτῶ τὰ πάντα,” ὥς τινων ὑποπτευόντων
μή ποτε καὶ ὁ Πατὴρ ὑποταγῇ τῷ Υἱῷ· οὗ τί γένοιτ’ ἃν ἀλογώτερον;
ἀλλ’ ὅμως αὐτὸ δέδοικεν. τί οὖν ἐστι; καὶ γὰρ πολλὰ
τὰ ζητήματα ἐφ’ ἑξῆς κεῖται· ἀλλὰ συντείνατέ μοι τὴν διάνοιαν.
καὶ γὰρ ἀναγκαῖον ὑμῖν πρῶτον Παύλου τὸν σκοπὸν εἰπεῖν καὶ τὴν <lb n="5"/>
γνώμην, ἣν πανταχοῦ τις ἃν εὕροι διαλάμπουσαν· καὶ τότε τὴν
λύσιν ἐπαγαγεῖν· καὶ γὰρ καὶ τοῦτο πρὸς τὴν λύσιν ἡμῖν συντελεῖ.
τίς οὖν ἡ Παύλου γνώμη, καὶ τι τὸ ἔθος; ἄλλως ὅτε περὶ
τῆς θεότητος διαλέγεται μόνης φθέγγεται· καὶ ἑτέρως ὅτ’ ἃν εἰς
τὸν τῆς οἰκονομίας ἐμπέσῃ λόγον. ὅτ’ ἃν γὰρ ἐπιλάβηται τῆς <lb n="10"/>
σαρκὸς, ἀδεῶς ἅπαντα λέγει λοιπὸν ταπεινά· θαρρῶν ὡς οὔσης
τῆς δεξομένης τὰ λεγόμενα.</p><p>Εἴδωμεν τοίνυν καὶ ἐνταῦθα πότερον περὶ γυμνῆς τῆς θεότητος
ὁ λόγος αὐτῷ, ἢ μετὰ τῆς οἰκονομίας ἀποφαίνεται περὶ αὐτοῦ ταῦτα
ἅπερ φησίν· μᾶλλον δὲ πρότερον δείξομεν ποῦ τοῦτο ὅπερ εἶπεν <lb n="15"/>
ἐποίησεν, Φιλιππησίοις γράφων φησὶν, “ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρ-
“χῶν, οὐχ ἁρπαργμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ· ἀλλ’ ἑαυτὸν
“ἐκένωσεν, μορφὴν δούλου λαβών· ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενό-
“μένος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος, ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν,
“ὑπήκοος γενόμενος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. διὸ καὶ <lb n="20"/>
“ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσεν·” εἶδες πῶς ὅτε μὲν περὶ τῆς θεότητος
διελέγετο μόνης, τὰ μεγάλα ἐκεῖνα εἴρηκεν, τὸ ἐν μορφῇ Θεοῦ
ὑπάρχειν, καὶ τὸ εἶναι ἴσα τῳ γεγεννηκότι καὶ αὐτῷ τὸ πὰν ανατιθησιν.
ἐπειδὴ δὲ ἔδειξέν σοι αὐτὸν σαρκωθέντα, κατεβίβασε πάλιν
τὸν λόγον. εἰ γὰρ μὴ ταῦτα οὕτως διέλοις, πολλὴ ἡ μάχη τῶν <lb n="25"/>
εἰρημένων. καὶ γὰρ εἰ ἴσα Θεῷ ἦν, πῶς τὸν ἴσον ἑαυτῷ ὑπερύψωσεν;
εἰ ἐν μορφῇ Θεοῦ ἦν, πῶς ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα; ὁ γὰρ
χαριζόμενος τῷ μὴ ἔχοντι χαρίζεται· καὶ ὁ ὑψῶν, τὸν ἔμπροσθεν
ταπεινὸν ὄντα ὑψοῖ. εὑρεθήσεται ἄρα ἀτελὴς ὣν καὶ ἐνδεῶς ἔχων
πρὶν ἢ λαβεῖν τὸ ὕψος καὶ τὸ ὄνομα. καὶ μυρία ἕτερα λήμματα <lb n="30"/>
ἐντεῦθεν ἕψεται ἄτοπα· ἀλλ’ ἐὰν τὴν οἰκονομίαν προσθῇς, οὐχ
ἁμαρτήσεις ταῦτα λέγων.</p><p>ταῦτα δὴ καὶ ἐνταῦθα λογίζου, καὶ μετὰ τῆς γνώμης ταύτης
ἐκδέχου τὰ εἰρημένα. μετὰ δὲ τούτων, καὶ ἑτέρας αἰτίας ἐροῦμεν
τοῦ οὕτως συγκεῖσθαι ταυτηνὶ τὴν περικοπὴν τῆς γραφῆς. τέως <lb n="35"/>

<pb n="305"/>
δὲ ἐκεῖνο ἀναγκαῖον εἰπεῖν, ὅτι καὶ περὶ ἀναστάσεως ὁ λόγος ἦν
τῷ Παύλῳ· πράγματος ἀδυνάτου δοκοῦντος εἶναι καὶ σφόδρα
ἀπιστουμένου· καὶ πρὸς Κορινθίους ἐπέστελλεν, ἔνθα πλείους οἱ
φιλόσοφοι οἱ τὰ τοιαῦτα κωμῳδοῦντες ἀεί. καὶ γὰρ ἐν τοῖς ἄλλοις
ἀλλήλοις συρρηγνύμενοι, ἐν τούτῳ πάντες ἅτε ἐξ ἑνὸς στόματος <lb n="5"/>
συνέπνευσαν, δογματίζοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν. ἀγωνιζόμενος
τοίνυν ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως οὕτως ἀπιστουμένης, καὶ διὰ
τὴν πρόληψιν τὴν γεγενημένην, καὶ διὰ τὴν τοῦ πράγματος δυσκολίαν·
καὶ βουλόμενος κατασκεύασαι αὐτὸ δυνατὸν, πρῶτον ἐκ τῆς
ἀναστάσεως τοῦ πρώτου τοῦτο ἐργάζεται· καὶ ἀποδείξας αὐτὴν <lb n="10"/>
κα ἄπο τῶν προφήτων, καὶ ἄπο τῶν ἑωρακότων, καὶ ἄπο τῶν
πιστευσάντων, ἐπειδὴ ἔλαβεν ὡμολογημένην τὴν εἰς ἄτοπον ἀπαγωτγὴν,
καὶ τὴν τῶν ἀνθρώπων κατασκευάζει λοιπόν.</p><p>Εἰ γὰρ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, φησὶν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται·
εἶτα συνεχῶς ταῦτα ἀντιστρέψας ἐν τοῖς ἔμπροσθεν, ἑτέρως πάλιν <lb n="15"/>
ἐπιχειρεῖ· ἀπαρχὴν αὐτὸν καλῶν, καὶ δεικνὺς καταργοῦντα πᾶσαν
ἀρχὴν καὶ ἐξουσίαν καὶ δύναμιν καὶ θάνατον ἔσχατον· πῶς οὖν
καταργηθείη, φησὶν, ἐὰν μὴ πρότερον ἅπερ εἶχεν ἀποβάλῃ σώματα;
ἐπειδὴ καὶ μεγάλα περὶ τοῦ μονογενοῦς ἐφθέγξατο, ὅτι
παραδίδωσι τὴν βασιλείαν, τοῦτ’ ἐστιν, ὅτι αὐτὸς ἀνύει ταῦτα, <lb n="20"/>
καὶ αὐτὸς τὸν πόλεμον νικᾷ, καὶ πάντα τίθησιν ὑπὸ τοὺς πόδας
αὐτοῦ, ἐπήγαγεν, τὴν ἀπιστίαν τῶν πολλῶν διορθούμενος, “δεῖ
“γὰρ αὐτὸν βασιλεύειν, ἄχρις οὗ ἂν θῇ πάντας τοὺς ἐχθροὺς
“ὑπὸ πόδας αὐτοῦ.” οὐ τέλος ἐπιτιθεὶς τῆ βασιλείᾳ τὸ ἄχρις,
ἀλλ’ ἀξιόπιστον ποιῶν τὸ εἰρημένον, καὶ θαρρεῖν παρασκευάζων. <lb n="25"/>
μὴ γὰρ ἐπειδὴ ἤκουσας, φησὶν, ὅτι καταργήσει πᾶσαν ἀρχὴν καὶ
ἐξουσίαν καὶ δύναμιν, καὶ τὸν διάβολον καὶ τὰς τῶν δαιμόνων
φάλαγγας τὰς τοσαύτας, καὶ τῶν ἀπίστων τὰ πλήθη, καὶ τοῦ
θανάτου τὴν τυραννίδα, καὶ τὰ κακὰ ἅπαντα, φοβηθῇς ὡς ἀτονοῦντος
αὐτοῦ. ἕως γὰρ ἂν ποιήσει ταῦτα πάντα, δεῖ βασιλεύειν <lb n="30"/>
αὐτόν. οὐ τοῦτο λέγων, ὅτι μετὰ τὸ ποιῆσαι οὐ βασιλεύει, ἀλλ’
ἐκεῖνο κατασκευάζων ὅτι καὶ μὴ νῦν γένηται, πάντως ἔσται· οὐ
γὰρ διακόπτεται αὐτοῦ ἡ βασιλεία· κρατεῖ γὰρ καὶ ἰσχύει καὶ
μένει, ἕως ἃν πάντα κατορθώσῃ. τοῦτο δὲ τὸ ἔθος καὶ ἐν τῇ
παλαιᾷ εὕροι τις ἄν· ὡς ὅτ’ ἂν λέγῃ, “τὸ δὲ ῥῆμα τοῦ Κυρίου <lb n="35"/>

<pb n="306"/>
“μένει εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ
“ ἐκλείψουσι.” ταῦτα δὲ λέγει ὁ προφήτης καὶ τὰ τοιαῦτα,
ἐπειδὰν περὶ πραγμάτων διηγῆται μακρῷ χρόνῳ κατορθουμένων·
τὴν δειλίαν τῶν παχυτέρων ἀκροατῶν ἐκβάλλων. ὅτι δὲ τὸ “ἄχρι”
ἐπὶ Θεοῦ λεγόμενον καὶ ἕως οὐκ ἔστι τέλους, ἄκουσον τί φησιν, <lb n="5"/>
“ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ·” καὶ πάλιν, “ἐγώ
εἰμι, ἐγώ εἰμι καὶ ἕως ἃν καταγηράσητε, ἐγώ εἰμι. διὰ δὴ
τοῦτο καὶ ἔσχατον τίθησι τὸν θάνατον, ἵν ἀπὸ τῆς τῶν ἄλλων
νίκης, καὶ τοῦτο εὐπαράδεκτον γένηται τῷ διαπιστοῦντι· ὅτ’ ἂν
γὰρ τὸν διάβολον ἕλῃ τὸν εἰσαγαγόντα τὸν θάνατον, πολλῷ μᾶλλον <lb n="10"/>
τὸ ἔργον τὸ ἐκείνου καταλύσει.</p><p>Ἐπεὶ οὖν πάντα αὐτῷ ἀνατέθεικε τὸ καταργεῖν τὰς ἀρχὰς,
τὰς ἐξουσίας, τὸ κατορθῶσαι τὴν βασιλείαν, λέγω δὴ τῶν πιστῶν
τὴν σωτηρίαν, τὴν τῆς οἰκουμένης εἰρήνην, τὴν τῶν κακῶν ἀναίρεσιν·
τοῦτο γάρ ἐστι τὴν βασιλείαν κατορθῶσαι, τὸ καταλῦσαι <lb n="15"/>
τὸν θάνατον. καὶ ἐπεὶ οὐκ εἶπεν ὅτι ὁ Πατὴρ δι’ αὐτοῦ, ἀλλ’ αὐτὸς
καταργήσει ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ οὐδαμοῦ τοῦ γεγεννηκότος
ἐμνημόνευσεν, ἐφοβήθη λοιπὸν μὴ διὰ τοῦτο δόξῃ παρά τισι τῶν
ἀλογωτέρων, ἣ μείζων εἶναι τοῦ τέος ὁ Υἱὸς, ἣ ἑτέρα τις ἀρχὴ
ἀγέννητος. καὶ διὰ τοῦτο ἡρέμα ἀσφαλιζόμενος, παραμυθεῖται <lb n="20"/>
τὸν ὄγκον τῶν εἰρημένων, λέγων, “πάντα γὰρ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς
“πόδας αὐτοῦ·” πάλιν τῷ Πατέρι τὰ κατορθώματα ἀνατιθεὶς,
οὐχ ὡς ἀτονοῦντος τοῦ παιδὸς, πῶς γὰρ ᾧ τοσαῦτα ἐμαρτύρησεν
ἔμπροσθεν, καὶ πάντα ἀνέθηκε τὰ εἰρημένα; ἀλλὰ διὰ τὴν αἰτίαν
ἣν εἶπον, καὶ ἵνα δείξη κοινὰ Πατέρος καὶ Υἱοῦ τὰ ὑπὲρ ἡμῶν <lb n="25"/>
γενόμενα ἀπάντα·</p><p>Ὅτι γὰρ αὐτὸς αὐτῷ ἤρκεσεν εἰς τὸ ὑποτάξαι ἑαυτῷ τὰ πάντα,
ἄκουσας πάλιν Παύλου λέγοντος, “ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα
“τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, εἰς τὸ γενέσθαι σύμμορφον τῷ σώματι
“τῆς δόξης αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δύνασθαι αὐτὸν ὑπο- <lb n="30"/>
“τάξαι αὐτῷ τὰ πάντα.” εἶτα καὶ ἐπιδιορθώσει κέχρηται λέγων,
ὅτ’ ἃν δὲ εἴ, ὅτι πάντα ὑποτέτακται, δῆλον ὅτι ἐκτὸς τοῦ
“ὑποτάξαντος αὐτῷ τὰ πάντα·” οὐ μικρὰν κἀντεῦθεν τῷ μονογενεῖ
μαρτυρῶν δόξαν. εἰ γὰρ ἐλάττων εἴη καὶ πολὺ καταδεέστερος,
οὐκ ἃν τοῦτο ἐφοβήθη ποτὲ τὸ δέος· καὶ οὐδὲ τούτῳ ἀρκεῖται, <lb n="35"/>

<pb n="307"/>
ἀλλὰ καὶ ἕτερον προστίθησι λέγων, ἵνα γὰρ μή τις ὑποπτεύῃ καὶ
λέγῃ, τί γὰρ εἰ καὶ μὴ ὑποτέτακται ὁ Πατήρ; οὐδὲν τοῦτο κωλύει
ἰσχυρότερον εἶναι τὸν Υἱόν· δείσας τὴν ἀσεβῆ ταύτην ὑπόνοιαν·
ἐπειδὴ ἐκεῖνο οὐκ ἤρκει καὶ τοῦτο δεῖξαι, προσέθηκεν ἐκ περιου-
σίας πολλῆς, “ὅτ᾿ ἂν δὲ ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, τότε καὶ <lb n="5"/>
“αὐτὸς ὁ Υἱὸς ὑποταγήσεται,” τὴν πολλὴν πρὸς τὸν Πατέρα
ὁμόνοιαν δεικνύς· καὶ ὅτι οὗτος ἀρχὴ πάντων ἀγαθῶν καὶ αἰτία
πρώτη, ὁ τὸν τοσαῦτα δυνάμενον καὶ κατορθοῦντα γεγεννηκώς. εἰ
δὲ πλέον εἴρηκεν ἣ ἀπῄτει τοῦ πράγματος ἣ ὑπόθεσις, μὴ θανμάσῃς·
τὸν γὰρ διδάσκαλον τὸν αὐτοῦ μιμούμενος, τοῦτο ποιεῖ. <lb n="10"/>
καὶ γὰρ αὐτὸς ὁμόνοιαν δεῖξαι βουλόμενος πρὸς τὸν γεγεννηκότα,
καὶ ὅτι οὐ παρὰ γνώμην αὐτοῦ ἀφίηται, τοσοῦτον καταβαίνει·
οὐχ ὅσον ἀπῄτει τῆς ὁμονοίας ἡ ἀπόδειξις, ἀλλ’ ὅσον ἔδει τῶν
παρόντων ἡ ἀσθένεια. εὔχεται γὰρ τῷ γεγεννηκότι δι’ οὐδὲν ἕτερον,
ἣ διὰ τοῦτο· καὶ τὴν αἰτίαν τιθεὶς, φησὶν, “ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι <lb n="15"/>
“σύ με ἀπέστειλας.”</p><p>Τοῦτον οὖν μιμούμενος καὶ ἐνταῦθα ἐκ περιουσίας τῇ λέξει
κέχρηται· οὐχ ἵνα δουλείαν κατηναγκασμένην ὑποπτεύσῃς, ἄπαγε·
ἀλλ’ ἵνα τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα δόγματα ἐκ περιουσίας ἐκβάλῃ. καὶ
γὰρ ὅτ᾿ ἃν βουληταί τι πρόρριζον ἀνασπάσαι, πολλῇ κέχρηται <lb n="20"/>
τῇ περιουσίᾳ. οὕτω γοῦν περὶ γυναικὸς πιστῆς λέγων καὶ ἀνδρὸς
ἀπίστου ὁμιλούντων ἀλλήλοις νόμῳ γάμου· ἵνα μὴ νομίσῃ ἡ γυνὴ
μολύνεσθαι ἀπὸ τῆς μίξεως καὶ τῶν περιπλοκῶν τῶν πρὸς τὸν
ἄπιστον, οὐκ εἶπεν ὅτι οὐκ ἔστιν ἀκάθαρτος ἡ γυνὴ, ἢ ὅτι οὐδὲν
βλάπτεται παρὰ τοῦ ἀπίστου, ἀλλ’ ὃ πολλῷ πλέον ἦν, ὅτι καὶ <lb n="25"/>
ὁ ἄπιστος ἡγίασται δι’ αὐτῆς. οὐ τοῦτο βουλόμενος δεῖξαι ὅτι
ὁ Ἕλλην ἅγιος ἐγένετο ἐξ ἐκείνης, ἀλλὰ τῇ ὑπερβολῇ τοῦ
ῥήματος τὸν φόβον αὐτῆς ἐκλῦσαι σπεύδων· οὕτω καὶ ἐνταῦθα
τῇ περιουσίᾳ τῆς λέξεως τὸ ἀσεβὲς ἐκεῖνο δόγμα ἀνελεῖν ἐσπουδακὼς,
εἶπεν ὅπερ εἴρηκεν. ὥσπερ γὰρ ἀσθενῆ τὸν Υἱὸν ὑποπτεύειν, <lb n="30"/>
τῆς ἐσχάτης παρανομίας ἐστί· διόπερ αὐτὸ διορθοῦται λέγων, ὅτι
πάντας τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ θήσει ὕπο τοὺς πόδας αὐτοῦ οὐτῶ
τοῦτο πάλιν ἀσεβέστερον τὸ ἐλάττονα νομίζειν τὸν Πατέρα. διὸ
καὶ αὐτὸ μετὰ πολλῆς ἀναιρεῖ τῆς ὑπερβολῆς. καὶ ὅρα πῶς
αὐτὸ τίθησιν· οὐ γὰρ εἶπεν ἐκτὸς τοῦ ὑποτάξαντος ἁπλῶς, ἀλλὰ <lb n="35"/>

<pb n="308"/>
δῆλον ὅτι εἰ γὰρ καὶ ὁμολογῆται φησιν, ἀλλ’ ὅμως
ἀσφαλίζομαι.</p><p>Καὶ ἵνα μάθῃς ὅτι αὕτη ἐστὶν ἡ αἰτία τῶν εἰρημένων, ἐκεῖνο
ἄν σε ἐροίμην. ἄρα προσθήκη γίνεται τότε ὑποταγῆς τῷ Υἱῷ; καὶ
πῶς οὐκ ἄτοπον καὶ Θεοῦ ἀνάξιον; ἡ γὰρ μεγίστη ὑποταγὴ ἡ <lb n="5"/>
ὑπακοὴ αὕτη, τὸν Θεὸν ὄντα δούλου μορφὴν λαβεῖν· πῶς οὖν τότε
ὑποταγήσεται; ὁρᾷς ὅτι τὴν ἄτοπον ὑποψίαν ἀναιρῶν τοῦτο τέθεικεν;
καὶ τοῦτο δὲ μετὰ τῆς προσηκούσης ὑπονοίας· ὡς γὰρ Υἱῷ
προσῆκεν καὶ Θεῷ, οὕτως ὑπακούει· οὐκ ἀνθρωπίνως, ἀλλ’ ἐλευθεριάζων
καὶ ἐξουσίαν πᾶσαν ἔχων· ἐπεὶ πῶς σύνθρονος; πῶς ὡς <lb n="10"/>
ὁ Πατὴρ ἐγείρει, οὕτω καὶ αὐτὸς οὓς θέλει; πῶς τὰ τοῦ Πατέρος
αὐτῷ πάντα, καὶ τὰ αὐτοῦ τοῦ Πατέρος; ταῦτα γὰρ ἐξουσίαν
ἀπηκριβωμένην πρὸς τὸν γεγεννηκότα ἡμῖν ἐνδείκνυται.</p><p>Τί δ δέ ἐστιν, “ὅτ’ ἂν παραδῶ τὴν βασιλείαν;” βασιλείας
Θεοῦ δύο οἶδεν ἡ γραφή· τὴν μὲν κατ’ οἰκείωσιν, τὴν δὲ κατὰ <lb n="15"/>
δημιουργίαν. βασιλεύει μὲν γὰρ ἁπάντων, καὶ Ἑλλήνων καὶ Ἰουδαίων,
καὶ δαιμόνων τῶν ἀντιτεταγμένων κατὰ τὸν τῆς δημιουργίας
λόγον. βασιλεύει δὲ τῶν πιστῶν καὶ ἑκόντων καὶ ὑποτεταγμένων
κατὰ τὸν τῆς οἰκειώσεως. αὕτη ἡ βασιλεία· καὶ ἀρχὴν λέγεται
ἔχειν· περὶ γὰρ ταύτης φησὶν καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ ψαλμῷ· “αἴτη- <lb n="20"/>
“’σαι παρ’ ἐμοῦ, καὶ δώσω σοι ἔθνη τὴν κληρονομίαν σου.” περὶ
ταύτης καὶ αὐτὸς εἴρηκεν τοῖς μαθηταῖς· “ἐδόθη μοι ἐξουσία
“παρὰ τοῦ Πατέρος μου·” τῷ γεγεννηκότι πάντα ἀνατιθείς· οὐχ
ὡς αὐτὸς οὐκ ἀρκῶν, ἀλλὰ δεικνὺς ὅτι Υἱός ἐστι καὶ οὐκ ἀγέννητος.
ταύτην οὖν παραδίδωσι, τοῦτ’ ἐστιν κατορθοῖ. τί δή ποτ’ οὖν <lb n="25"/>
περὶ τοῦ Πνεύματος, φησὶν, οὐδὲν εἴρηκεν; ὅτι οὐ περὶ τούτου
ὁ λόγος αὐτῷ ἦν νῦν· οὐδὲ ὁμοῦ πάντα συγχεῖ. ἐπεὶ καὶ ὅτ’ ἃν
λέγει “εἷς Θεὸς ὁ Πατὴρ, καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς,” οὐ
πάντως ἀφεὶς εἶναι τὸ Πνεῦμα, διὰ τοῦτο σιγᾷ· ἀλλ’ ἐπειδὴ τέως
οὐ κατήπειγεν τοῦτο εἰπεῖν. οἰδεν γὰρ καὶ τοῦ Πνεύματος μεμνήσθαι <lb n="30"/>
μόνου· καὶ οὐ διὰ τοῦτο τὸν Υἱὸν ἐκβαλοῦμεν. οἶδεν καὶ
τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος μόνου· καὶ οὐ διὰ τοῦτο τὸν Πατέρα
ἀθετήσομεν.</p><p>Τί δέ ἐστιν, ἴνα ἢ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν;” ἴνα ἅπαντα
εἰς αὐτὸν ἀνηρτημένα ᾖ. ἵνα μὴ δύο τις ἀρχὰς ἀνάρχους ὑπο- <lb n="35"/>

<pb n="309"/>
πτεύῃ, μὴ δὲ ἑτέραν βασιλείαν ἀπεσχισμένην. ἵνα μηδὲν αὐτοῦ
ἀπηλλοτριωμένον ᾖ· ὅτ’ ἃν γὰρ οἱ μὲν ἐχθροὶ ὑπὸ τοὺς πόδας ὦσι
κείμενοι τοῦ παιδός· ὁ δὲ ἔχων αὐτοὺς ὑπὸ πόδας ἐρριμμένους, μὴ
στασιάζῃ πρὸς τὸν γεγεννηκότα· ἀλλ’ ὁμονοεῖ μετὰ πολλῆς τῆς
ἀκριβείας, αὐτὸς ἔσται τὰ πάντα ἐν πᾶσιν. τινὲς δὲ καὶ τῆς <lb n="5"/>
κακίας τὴν ἀναίρεσιν δηλοῦντα τοῦτό φασιν αὐτὸν εἰρηκέναι. ὣς
παντὸς εἴκοντος λοιπὸν, καὶ οὐδενὸς ἀνθισταμένου, οὐδὲ πονηροευομένου·
ὅτ’ ἃν ἁμαρτία μὴ ᾖ, εὔδηλον ὅτι ὁ Θεὸς ἔσται τὰ πάντα
ἐν πᾶσιν.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὅπερ ἐνταῦθα ἐπὶ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρος εἴρηκεν <lb n="10"/>
ὁ θεῖος Ἀπόστολος, ἀλλαχοῦ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ τέθεικεν. λέγει
δὲ οὕτως, “ὅπου οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος καὶ Ἕλλην, περιτομὴ καὶ
“ἀκροβυστία, βάρβαρος καὶ Σκύθης· ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν
“πᾶσι Χριστός·” οὐκ ἂν δὲ τὰ ἁρμόττοντα τῷ Πατέρι προσήρμοσε
τῷ Υἱῷ, εἰ μὴ τὸ ὁμότιμον αὐτῶν παρὰ τῆς θείας χάριτος <lb n="15"/>
ἐδιδάχθη.</p><p>Ἰωάννου Εἰ δὲ μὴ ἀνίσταται τὰ σώματα, πῶς ταῦτα ἀληθῆ;
ὁ γὰρ χαλεπώτατος ἐχθρὸς θάνατος μένει, ἁνύσας ὅπερ ἠθέλησεν;
οὐχὶ φησὶν, οὐδὲ γὰρ ἁμαρτήσονται λοιπόν. καὶ τι τοῦτο; οὐδὲ
περὶ τοῦ θανάτου τοῦ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ περὶ τοῦ σωματικοῦ διαλέγεται <lb n="20"/>
ἐνταῦθα. πῶς οὑν καταργεῖται; νίκη γὰρ τοῦτό ἐστι τὸ
τὰ ἀφαιρεθέντα καὶ κατεχόμενα λαβεῖν· εἰ δὲ μέλλοι κατέχεσθαι
ἐν τῇ γῇ τὰ σώματα, ἄρα μενεῖ αὐτοῦ ἡ τυραννίς· τούτων μὲν
κατεχομένων, ἑτέρου δὲ οὐκ ὄντος σώματος ἔνθα ἡττηθήσεται·
“τότε καὶ αὐτὸς ὁ Υἱὸς ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ <lb n="25"/>
“πάντα.” ὁ Ἀπόστολος φάρμακον κατασκευάζει τῆς Ἑλληνικῆς
νόσου, οὐ δόγμα ἐκκλησιαστικὸν εἰσάγει, ἀλλ’ ὑπόνοιαν Ἑλληνικὴν
ἐκβάλλει. εἰ δὲ δεῖ ἀπολύτῳ χρησάμενον εἰπεῖν τῷ λόγῳ·
ὑποταγὴν λέγει τοῦ Χριστοῦ γιγνομένην τὴν διὰ τῆς Ἐκκλησίας.
ὅτ’ ἃν Ἐκκλησία ὑποταγῇ, μηδένα νόθον ἔχουσα μὴ δὲ σπίλον, <lb n="30"/>
ἀλλ’ εἰλικρινῆ καὶ ἄνοθον προσφέρουσα τῷ Θεῷ τὴν διάθεσιν, τότ’
αὐτῷ γνησίως ὑποταγήσεται· ὥσπερ γὰρ ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν ἐκ
νεκρῶν ἀνάστασιν καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἀνάληψιν, καὶ τὴν ἐκ
δεξιῶν καθέδραν ὑπὸ πάσης ἀγγελικῆς δυνάμεως προσκυνούμενος·

<pb n="310"/>
οὐκ ὣν οὔτε ἐν τοῖς θλιβομένοις, οὔτε ἐν τοῖς διωκομένοις· ἐπειδὴ
μεμηνότα τὸν Παῦλον εἶδεν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ πολὺν χέοντα
τὸν θυμὸν κατὰ τῶν ἁγίων, φησὶ πρὸς αὐτὸν, “Σαοὺλ, Σαοὺλ, τί
“με διώκεις ;“οἰκειοῦται τῆς Ἐκκλησίας τὰ πάθη καὶ τὴν τιμὴν
ὁ Χριστός. ἐτίμησας Ἐκκλησίαν, τὸν Χριστὸν ἐτίμησας. ἐδί- <lb n="5"/>
ᾦξας Ἐκκλησίαν, εἰ καὶ μὴ τῇ ὄψει ἀλλὰ τῇ προαιρέσει, Χριστὸν
ἐδίωξας.</p><p>Οἰκοτμενίου. Καὶ δίκαιος ὁ φόβος· πρὸς γὰρ ἄνδρας ἀπὸ
Ἐλλήνων πιστεύσαντας ἔγραφεν, οἱ δοξάζουσι τὸν Δία ἐπανα-
στάντα τῷ οἰκείῳ πατρὶ, ἐξῶσαι αὐτὸν τῆς βασιλείας. δέος οὖν <lb n="10"/>
μήτι τοιοῦτον καὶ παρ’ ἡμῖν ὑποπτεύσωσι. πρός τε τὴν Ἑλλήνων
μυθολογίαν τε καὶ ἀπάτην εἰρῆσθαι ταῦτα εἰπόντων καὶ φασκόν-
φασκόντων πατραλοίας εἶναι θεούς· καὶ ὅτι τῆς Ἐκκλησίας ὑποτασσο-
ὑποτασσομένης, αὐτὸς λέγεται ὑποτάττεσθαι, οἰκειούμενος τῆς Bκκλησίας
τοὺς διωγμοὺς καὶ τὰ πάθη καὶ τὴν ὑποταγήν.</p><lb n="15"/><p>Οἰκουμενίου. Οἰκειοποιεῖται γὰρ τοῦ Υἱοῦ, ὡς Πατὴρ, καὶ
πᾶν ὅπερ δύναται ὁ Υἱὸς, τοῦτο εἰς τὸν Πατέρα ἀνάγεται. αὐτὸς
γὰρ αὐτῷ αἴτιος τοῦ δύνασθαι ὁ γεννήσας αὐτὸν ἀχρόνως.</p><p>Φωτίου. i ὅτε καὶ αὐτὸς ὁ Υ ἰὸς ὑποταγήσεται τοῦτ’ ἔστιν
τότε δείκνυται ἀληθῶς καὶ θεοπρεπῶς ὑποτεταγμένος, ὅτι ἐπλήρωσε <lb n="20"/>
τὸ πνευματικὸν βούλημα, παραστήσας τὴν βασιλείαν πάσης στά-
σεως καὶ τυραννίδος ἠλευθερωμένην.</p><lb n="29"/><p>Ἐπεὶ τί ποιήσουσι οἱ βαπτιζόμενοι ὑπὲρ τῶν νεκρῶν ;
εἰ ὅλως νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται ; τί καὶ βαπτίζονται ὑπὲρ
<lb n="30"/> τῶν νεκρῶν ; τί καὶ ἡμεῖς κινδυνεύομεν πᾶσαν ὥραν ; <lb n="25"/>
5ι καθημέραν ἀποθνήσκω, νὴ τὴν ὑμετέραν καύχησιν, ἢν
ἔχω ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.</p><p>Ἰωάννου. Ἐνταῦθα παραποιοῦσι ταύτην τὴν ῥῆσιν οἱ τὰ
Μαρκίωνος νοσοῦντες. ἐπειδὰν γάρ τις κατηχούμενος ἀποθάνῃ
παρ’ αὐτοῖς· τὸν ζῶντα ὑπὸ τὴν κλίνην τοῦ τετελευτηκότος κρύψαντες,<lb n="30"/>
προσίασι τῷ νεκρῷ, καὶ διαλέγονται καὶ πυνθάνονται εἰ
βούλοιτο λαβεῖν τὸ βάπτισμα. εἶτα ἐκείνου μηδὲν ἀποκρινομένου,
ὁ κεκρυμμένος κάτωθεν ἀντ’ ἐκείνου φησὶν ὅτι δὴ βούλοιτο βαπτι-

<pb n="311"/>
σθῆναι· καὶ οὕτω βαπτίζουσιν αὐτὸν ἀντὶ τοῦ ἀπελθόντος, καθάπερ
ἐπὶ τῆς σκηνῆς παίζοντες. εἰ γὰρ τοῦτο ἔλεγε Παῦλος, τίνος
ἕνεκεν ἠπείλησεν ὁ Θεὸς τῷ μὴ βαπτιζομένῳ; οὐ γάρ ἔστι τινα
βαπτισθῆναι ἐπινοηθέντος τούτου. ἄλλως δὲ τὸ ἔγκλημα οὐκ ἔτι
παρὰ τὸν ἀπελθόντα γίνεται, ἀλλὰ παρὰ τὸν ζῶντα· τισὶ δὲ ἔλεγεν <lb n="5"/>
“εἰ μὴ φάγε τε τὴν σάρκα μου καὶ πίητε τὸ αἷμα μου, οὐκ
“ἔχετε ζωὴν ἐν αὐτοῖς·” τοῖς ζῶσιν ἢ τοῖς τετελευτηκόσιν, εἰπέ
μοι; καὶ πάλιν, “ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος,
“οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.” εἰ γὰρ τοῦτο ἐφίεται,
καὶ οὐ χρεία γνώμης τῆς τοῦ λαμβάνοντος, οὐδὲ συγκαταθέσεως <lb n="10"/>
τῆς ἐν τῶ ζῆν, τί κωλύει καὶ Ἕλληνας καὶ Ἰουδαίους οὕτω
γενέσθαι πιστούς· ἑτέρων μετὰ τὴν τελευτὴν, ἐκείνων ὑπὲρ ἐκείνων
ταύτα ποιούντων;</p><p>Ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἐπὶ πλεῖον τὰ ἀράχνια διακόπτοντες ματαιοπονῶμεν,
φέρε τῆς ῥήσεως ταύτης τὴν δύναμιν ὑμῖν ἀναπτύξωμεν. τι <lb n="15"/>
οὖν φησὶν ὁ Παῦλος; πρώτους ἀναμνῆσαι βούλομαι τοὺς μεμνημένους
μένους ὑμᾶς μίας ῥήσεως· ἣν οἱ μυσταγωγοῦντες λέγειν κελεύουσι·
καὶ τότε ἐρῶ καὶ τὸ τοῦ Παύλου· οὕτω γὰρ ἡμῖν καὶ τοῦτο ἔσται
σαφέστερον· μετὰ γὰρ τὰ ἄλλα πάντα τοῦτο προστίθεμεν, ὃ νῦν
ὁ Παῦλος λέγει· μετὰ γὰρ τὴν ἐπαγγελίαν τῶν μυστικῶν ῥημάτων <lb n="20"/>
ἐκείνων, καὶ τοῦτο τῷ τέλει προστίθεμεν· ὅταν μέλλωμεν
βαπτίζειν, κελεύοντες λέγειν ὅτι πιστεύω εἰς νεκρῶν ἀνάστασιν,
καὶ ἐπὶ τῇ πίστει ταύτῃ βαπτιζόμεθα, τοῦτο τοίνυν ὁ Παῦλος
ἀναμιμνήσκων σε λέγει, εἰ μὴ ἔστιν ἀνάστασις· τι καὶ βαπτίζῃ
ὑπὲρ τῶν νεκρῶν; τοῦτ’ ἐστιν τῶν σωμάτων· καὶ γὰρ ἐπὶ τούτῳ <lb n="25"/>
βαπτίζῃ, τῇ τοῦ νεκροῦ σώματος ἀναστάσει πιστεύων ὅτι οὐκ
ἔτι μένει νεκρὸν·</p><p>Θεοδωρίτου. Ὁ βαπτιζόμενος τῷ δεσπότῃ Χριστῷ συνθάπτεται·
πτεται· ἵνα τοῦ θανάτου συγκοινωνήσας, καὶ τῆς ἀναστάσεως
γένηται κοινωνός. εἰ δὲ νεκρόν ἐστι τὸ σῶμα, καὶ οὐκ ἀνίσταται· <lb n="30"/>
τι δήποτε καὶ βαπτίζεται;</p><p>Ἰωάλλου. “Καύχησιν” ἐνταῦθα τὴν αὐτῶν προκοπὴν
ἐπειδὴ γὰρ πολλοὺς ἔδειξε τοὺς κινδύνους ὄντας· ἵνα μὴ δόξῃ ὡς
ἀποδυρόμενος ταῦτα λέγειν, οὐ μόνον οὐκ ἀλγῶ, φησὶν, ἀλλὰ καὶ
καυχῶμαι τῷ ταῦτα πάσχειν ὑπὲρ ἡμῶν. διπλῆ ἐναβρύνεσθαι, <lb n="35"/>

<pb n="312"/>
φησὶ, καὶ τῷ δι’ αὐτοὺς κινδυνεύειν, καὶ τῷ ὁρᾷν αὐτοὺς ἐπιδιδόντας·
εἶτα τὸ a αὐτῷ σύνηθες ποιῶν, ἐπειδὴ μεγάλα ἐφθέγξατο,
ἀμφότερα ἀνατίθησι τῷ Χριστῷ.</p><p>Φωτίου. “ Ἐπεὶ τί ποιήσουσι,” φησὶν, “οἱ βαπτιζόμενοι,” ὥστε
μὴ εἶναι διὰ παντὸς νεκροὶ, καὶ ἐν τῷ Ἅιδῃ κατέχεσθαι; οἷον τῆς <lb n="5"/>
ἀναστάσεως, φησὶν μὴ οὔσης, οἱ ἐπὶ τοιαύταις ἐλπίσι βαπτιζόμενοι,
ὥστε μετὰ θάνατον ἀναστῆναι, τι ποιήσουσιν;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἰ ὅλως νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, τί βαπτίζονται
ἴνα ἀναστῶσιν; αὐτὸς ’δε ἐπιπληκτικώτερον ὕπερ τῶν νεκρῶν
φησὶν, οἷον, οὓς ὑμεῖς διὰ τῆς ἰδίας δόξης ἀιδίους νεκροὺς ἀπεφήνατε· <lb n="10"/>
νεκροὺς δὲ καὶ τοὺς ἄλλους καὶ ἑαυτοὺς, καὶ νεκροὺς
αἰωνίους ἀποφηνάμενοι, τι βαπτίζεσθε ὑπὲρ ὑμῶν τῶν μηκέτι καθ’
ὑμᾶς ἀναστησομένων ἀλλ’ ἀεὶ νεκρῶν ἐσομένων; ἐπὶ ἄλλων δὲ
προσώπων προσάγει ’τον λόγον, καὶ οὔχι ἔπι ἀυτῶν ἐκείνων, ἴνα μὴ
πλέον καθαψάμενος εἰς ἀπόνοιαν ἐκκαλέσηται.</p><lb n="15"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “Καθ’ ἡμέραν ἀποθνήσκω.” ὅσον ταῖς
τῶν θλίψεων καὶ πειρασμῶν, καὶ τῇ καθημερινῇ ἐλπίδι τοῦ θανάτου.</p><p>Εἰ κατὰ ἄνθρωπον ἐθηριομάχησα ἐν Ἐφέσω, τί μοι
<lb n="32"/> τὸ ὄφελος; εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, Φάγωμεν καὶ πίωμεν,
αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν. μὴ πλανᾶσθε· Φθείρουσιν <lb n="20"/>
<lb n="33"/> ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί. ἐκνήψατε δικαίως,
<lb n="34"/>καὶ μὴ ἁμαρτάνετε· ἀγνωσίαν γὰρ Θεοῦ τινες ἔχουσιν·
πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω.</p><p>Ἰωάννου Τί ἐστιν “εἰ κατὰ ἄνθρωπον;” ὅσον εἰς ἀνθρώπους
ἧκον ἐθηριομάχησα. τί γὰρ εἰ ὁ Θεὸς ἐξήρπασέ με τῶν κινδύνων; <lb n="25"/>
ὥστε ὁ μάλιστα ὑπὲρ τούτων ὀφείλων μεριμνᾶν, ἐγώ εἰμι ὁ
τοσούτους κινδύνους ὑπομένων, καὶ μηδεμίαν μηδέπω λαβὼν ἀμοιβήν.
εἰ γὰρ μὴ παραγίνεται ὁ τῆς ἀντιδόσεως καιρὸς, ἀλλὰ μέχρι
τοῦ παρόντος τὰ ἡμέτερα συγκέκλεισται, ἡμεῖς ἐν μείζονι ζημίᾳ
ἐσμέν· ὑμεῖς μὲν γὰρ ἀκινδύνως ἐπιστεύσατε· ἡμεῖς δὲ καθ’ ἑκάστην <lb n="30"/>
σφαττόμεθα τὴν ἡμέραν.</p><p>Θεοδωρίτου. Διαστέλλειν δεῖ τὸ “εἰ κατὰ ἄνθρωπον,” καθ’
ὑπόκρισιν ἀναγινώσκοντα· εἰ τὰ, τὸ κατὰ ἄνθρωπον ἐπάγοντα,
<note type="footnote">a τῷ Cod.</note>

<pb n="313"/>
ἐθηριομάχησα ἐν Ἐφέσῳ· βούλεται γὰρ εἰπεῖν, ὅτι ὅσον ἐπ’ ἀνθρώποις
θηρίων ἐγενόμην βορά.</p><p>Οἰκοτμενιου. Ἢ οὕτως εἰ μὴ διὰ τὴν ἐσομένην ἐλπίδα
καὶ ἀντίδοσιν ἐθηριομάχησα, ἀλλὰ διὰ δόξαν ἀνθρωπίνην, τί ὀφέλημαι;
θηριομαχῆσαι δὲ καλεῖ, τὸ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους σχεῖν· τὸ <lb n="5"/>
πρὸς Δημήτριον τὸν ἀργυροκόπον· τὶ γὰρ οὗτοι θηρίων διέφερον;</p><p>Ἰωάννου. Τοῦτο τὸ ῥῆμα λοιπὸν κωμῳδοῦντός ἐστιν. διὸ
οἴκοθεν αὐτὸ παρήγαγεν, ἀλλὰ τὸν προφήτην ἐπέστησεν Ἠσαῒαν·
ὃς περί τινων ἀπηλγηκότων διαλεγόμενος καὶ ἀπεγνωσμένων, ἔλεγε
ταῦτα τὰ ῥήματα· “οἱ σφάζοντες μόσχους καὶ θυόντες πρό- <lb n="10"/>
“βάτα, ὥστε φαγεῖν κρέα καὶ πιεῖν οἴνους, οἱ λέγοντες, φάγωμεν
“καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν. ἀνακεκαλυμμένα ταῦτά
“ἐστιν εἰς τὰ ὠτα Κυρίου Σαβαώθ· καὶ οὐκ ἀφεθήσεται ὑμῖν ἡ
ἁμάρτια ἀυτὴ, ἕως ἀν’ ἀποθάνηται. εἰ ’δε τότε συγγνωμης
ἦσαν ἀπεστερημένοι οἱ ταῦτα λέγοντες, πολλῷ μᾶλλον ἐπὶ * * f.</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Μόνον οὐχὶ τοῦτο φησὶ, περιττὴ τῆς χάριτος ἡ
νηστεία, περιττὴ ἡ ἐγκράτεια· τῶν κατὰ τὸν παρόντα βίον ἀπολαύσωμεν
ἡδονῶν, ἀντιδόσεως οὐδὲ μιᾶς τοῖς τῆς ἀρετῆς ἐργάταις
ἀποκειμένης· εἶτα ἐντρεπτικῶς, “μὴ πλανᾶσθε· φθείρουσιν ἤθη
“χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί·” χρηστὰ ἐνταῦθα τὰ κοῦφα ἐκάλεσεν· <lb n="20"/>
τὰ ῥαδίως ἐξαπατώμενα.</p><p>Ἰωάλλου. “Ἐκνήψατε δικαίως·” τί ἐστιν δικαίως; ἐπὶ
καὶ χρησίμῳ· ἔστι γὰρ ἀδίκως νήφειν· ὅτ’ ἃν ἐπὶ βλάβῃ
τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς διεγηγερμένος ᾖ τις.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὡς ἀποβουκοληθεῖσι καὶ τῇ ἀπιστίᾳ μεθύουσι,
τὸ “ἐκνήψατε” εἴρηκεν· ἄγαν δὲ σοφῶς Θεοῦ ἄγνοιαν τῆς ἀνστάσεως
τὴν ἀπιστίαν ἐκάλεσεν· ὁ γὰρ ὁμολογῶν εἰδέναι Θεὸν,
δίκαιον τοῦτον εἶναι πιστεύει· τῷ δικαίῳ δὲ ἡ ἀντίδοσις πρέπει·
τὴν δὲ δικαίαν ἀντίδοσιν κατὰ τὸν παρόντα βίον οὐ βλέπομεν·
δεῖ τοίνυν προσμεῖναι τὴν ἀνάστασιν τὸν τῷ Θεῷ πιστεύειν <lb n="30"/>
ὁμολογοὓντα.</p><p>Φωτίου. Ἢ ὅτι καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη αἱ συνεχεῖς τῶν
ὁμιλίαι διαφθείρουσι· καὶ γὰρ ῥανὶς ἐνδελεχοῦσα κοιλαίνει πέτραν.
διὰ τοῦτο δὲ παραινεῖ αὐτοὺς ἐκτρέπεσθαι τὰς ὁμιλίας τῶν
<note type="footnote">f ἐπὶ τῆς χάριτος Chrys. Edd.
</note>

<pb n="314"/>
μοχθηρῶν· καὶ μὴ θαρροῦντας ἑαυτοῖς, ὅτι οὐ βλαβήσονται αὐτοὶ
χρηστοὶ ὄντες, τὸ πρὸς αὐτοὺς ἐνδελεχῶς ὁμιλεῖν τῆς ἐκεῖθεν
λύμης ἡρέμα καὶ κατὰ μικρὸν ὑποπίμπλασθαι.</p><lb n="35"/><p>Ἀλλ᾿ ἐρεῖ τὶς, Πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ
<lb n="36"/> σώματι ἔρχονται; ἄφρον, σὺ ὃ σπείρεις, οὐ ζωοποιεῖται, <lb n="5"/>
<lb n="37"/> ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ· καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον
σπείρεις, ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον, εἰ τύχοι, σίτου
<lb n="38"/> ἤ τινος τῶν λοιπῶν· ὁ δὲ Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθὼς
ἠθέλησεν, καὶ ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων τὸ ἴδιον
σῶμα.</p><lb n="10"/><p>Θεοδωρίτου. Διπλῆ ἡ ἐρώτησις· καὶ περὶ τοῦ τρόπου
ἀναστάσεως, καὶ περὶ τῆς ἐσομένης τῶν σωμάτων ποιότητος. εἶτα
ἀπὸ τῶν ἀνθρωπίνων ἀμφότερα δείκνυσιν, καὶ ἄφρονα προσαγορεύει,
τὸν ταῦτα συνιδεῖν οὐ δυνηθέντα.</p><p>Ἰωάλλου. Ἄφρονα καλῶ φησὶν, ὅτι τὰ καθ’ ἡμέραν γινόμενα
παρὰ σοῦ ἀγνοεῖς· διὸ σφόδρα ἐμφατικῶς εἶπεν· “σὺ ὃ σπείρεις·”
σὺ ὧ θνητὸς καὶ ἀπολλύμενος· καὶ ὅρα πῶς ταῖς λέξεσιν οἰκείως
τῇ παρούσῃ κέχρηται ὑποθέσει· οὐ ζωοποιεῖται γὰρ, φησὶν, ἐὰν
μὴ ἀποθάνῃ· τὰς γὰρ οἰκείας λέξεις τῶν σπερμάτων ἀφεὶς, οἷον
τὸ βλαστάνει καὶ φύεται καὶ σήπεται, τὰς καταλλήλους τῇ <lb n="20"/>
ἡμετέρᾳ σαρκὶ ἥρμοσε τὸ “ζωοποιεῖται” καὶ “ἀποθάνῃ.” ὅπερ οὐ
σπερμάτων κυρίως ἐστὶν, ἀλλὰ σωμάτων· καὶ οὐκ εἶπεν ὅτι μετὰ
τὸ ἀποθανεῖν ζῇ, ἀλλ’ ὃ μεῖζόν ἐστιν, ὅτι διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἀποθνήσκει.
ὁρᾷς ὅτι ὅπερ ἀεὶ λέγω εἰς τοὐναντίον ἀεὶ περιτρέπει τὸν
λόγον· ὃ γὰρ ἐποιοῦντο ἐκεῖνοι τεκμήριον τοῦ μὴ ἀνίστασθαι, τοῦτο <lb n="25"/>
τοῦ ἀνίστασθαι ποεῖται ἀπόδειξιν. καὶ τι δήποτε οὐχ ὅπερ οἰκειότερον
ἦν, τοῦτο ἤγαγεν εἰς μέσον, τὸ σπέρμα λέγω τὸ ἀνθρώπινον·
καὶ γὰρ ἡ ἡμετέρα γένεσις ἀπὸ φθορᾶς ἄρχεται ὥσπερ ἡ τοῦ
σίτου; ὅτι οὐκ ἦν ἴσον, ἀλλὰ τοῦτο πλέον· ὁλόκληρον γάρ τι ζητεῖ
φθειρόμενον· ἐκεῖνο δὲ μέρος ἦν· διόπερ τοῦτο εἰς μέσον ἄγει· <lb n="30"/>
ἄλλωστε ἐκεῖνο μὲν καὶ ἀπὸ ζῶντος πρόεισι, καὶ εἰς ζῶσαν ἐμπίπτει
γαστέρα. ἐνταῦθα δὲ οὐκ εἰς σάρκα ἀλλ’ εἰς γῆν ὁ σπόρος
καταβάλλεται, καὶ εἰς αὐτὴν διαλύεται, καθάπερ τὸ σῶμα τὸ
τεθνηκός.</p><pb n="315"/><p>Σευηριανοῦ. Οἱ Ἕλληνες ἀντιλέγουσιν ὅτι σπέρμα διχασθὲν
οὐκ ἔτι βλαστάνει· ἄρα οὖν καὶ ἄνθρωπος ἀποκοπεὶς τὸν πόδα,
ἢ ὅλως ἀκρωτηριασθεὶς τὸ σῶμα, οὐκ ἔτι ἐγείρεται; ἀγνοοῦντες
ὅτι οὐ φύσις φησὶ παρετέθη, ἀλλ’ ἡ δύναμις τοῦ πεποιηκότος.
τοῦτ’ ἔστι, τοῦ σπέρματος τὴν βλαστητικὴν φύσιν καὶ τὴν σπερματικὴν <lb n="5"/>
δύναμιν τίς ἔδωκεν; οὐχ ὁ Θεός; τίς ὁ ποιῶν ἀποθανεῖν
πρῶτον τὸν σπόρον εἶτα ἀνίστασθαι; οὐχ ὁ Θεός; ἄρα ὁ τῷ κόκκῳ
δεδωκὼς τὴν σπερματικὴν δύναμιν, ἔδωκεν καὶ τοῖς ἡμετέροις σώμασι
τὴν τῆς ἀναστάσεως ἰσχύν.</p><p>Ὠτιυγένοτσ. Ἄρα οὖν τὸ τοῦ ἀνθρώπου σπέρμα παρὰ
ἐκεῖνα τὰ σώματα τῷ δημιουργῷ ἄχρηστόν ἐστιν· ὡς ἐλπίζεται
μὲν ἀνάστασιν εἶναι νεκρῶν, εἰ δεῖ οὕτως εἰπεῖν, ἐλαικῶς καὶ
ἀμπελικῶς καὶ σιτικῶς καὶ ἀπὸ τῆς κιγκραμίδος τῆς συκῆς
ἀνίσταται τηλικαύτη συκῆ· καὶ οὐ γελᾷς τοῦτο ὃ ἐπὶ τῇ πείρᾳ
βλέπεις; καὶ εἰ τις σοι λέγει ὅτι ἀπὸ τούτου τοῦ βραχέος ἐγείρεται <lb n="15"/>
συκῆ καρποφοροῦσα· τῇ πείρᾳ μαθὼν οὐ καταγελᾶς· ἐπεὶ
δὲ οὐδέπω ἦλθεν ὁ καιρὸς τοῦ ἀνατεῖλαι ἀπὸ τοῦ ἀνθρωπείου σώματος
κατὰ τὴν ἀνάστασιν τὴν ἐκ νεκρῶν· τὸ ἀναστησόμενον οὐ
θέλεις περιμεῖναι, ἵνα καὶ τοῦτο ἴδης; ἣ οὐκ οἶδας ὅτι καὶ ἐπὶ
τῶν ἄλλων πάντων σπερμάτων, οὐ πᾶς καιρὸς ἐπιτήδειός ἐστι <lb n="20"/>
πρὸς τὸ ἀνατεῖλαι τὰ σπέρματα, ἀλλ’ ἐγείρεται κόκκος σίτου·
τῷ δὲ τῷ καιρῷ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐγείρεται τὸ γίγαρτον· τῇ δὲ τῇ
ὥρᾳ τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁ πυρὴν τῆς ἐλαίας κατὰ τόνδε τὸν μῆνα, οὐ
κατὰ πάντα χρόνον· θέλεις δὲ ἐπὶ τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα
πιστεύσῃς κατ’ ἐνιαυτὸν ὡς τὸ γίγαρτον, ὡς τὴν ἐλαίαν ἀνίστασθαι <lb n="25"/>
τοὺς νεκροὺς, καὶ οὐχὶ ἕνα καιρὸν παράδοξον, ὄψει ἵνα εἰδῇς τὴν
ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν· τίς ὁ εἷς καιρός; ἐπὶ συντελείᾳ τοῦ
αἰῶνος· ἵνα μετὰ τὴν ἀνάστασιν τὴν ἐκ νεκρῶν, μηκέτι ᾖς ἐν τῷ
αἰῶνι τῷ ἐνεστῶτι πονηρῷ· Ἰησοῦς γὰρ Χριστὸς πέπονθεν, ὅπως
ἐξέληται ἡμᾶς ἐκ τοῦ αἰῶνος τοῦ ἐνεστῶτος πονηροῦ. καὶ “ἐξα- <lb n="30"/>
“γοραζόμενοι τὸν καιρὸν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν.” καλῶς οὖν
ὁ Θεὸς καὶ τοῦτο μετὰ τῶν ἄλλων ᾠκονόμησεν.</p><p>Κυτίλλου. Ὁ προφήτης Ἡσαΐας, μετὰ τῆς ἐκ νεκρῶν
τὸ μυστήριον ὡς ἔσται κατὰ καιροὺς Θεοῦ κατανεύοντος
καὶ ἀφάτῳ δυνάμει μεταπλάττοντος εἰς ζωὴν τὸ τῷ θανάτῳ <lb n="35"/>

<pb n="316"/>
κεκρατημένον, προανακεκράγει λέγων, “ἀναστήσονται οἱ νεκροὶ
“καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ εὐφρανθήσονται οἱ
“ἐν τῇ γῇ. ἡ γὰρ δρόσος ἡ παρὰ σοῦ ἴαμα αὐτοῖς ἔστιν. δρόσον
οἶμαι λέγων τροπικῶς τὴν ζωοποιὸν ἐνέργειαν τοῦ Θεοῦ· καθ’ ἣν
καὶ τὸ εἶναι τοῖς οὐκ οὖσι προσνέμει, καὶ τοῖς ἤδη παρενηνεγμένοις <lb n="5"/>
εἰς ὕπαρξιν τὸ εὖ εἶναι χαρίζεται· συνέστηκε γὰρ τὰ πάντα ἐν
αὐτῷ· καθάπερ ἀμέλει καὶ δι’ αὐτοῦ παρήχθη πρὸς γένεσιν.
ψάλλει δέ που καὶ ὁ θεσπέσιος Δαβὶδ περὶ τῶν ἐπὶ γῆς πρὸς
τὸν τῶν ὅλων Σωτῆρα Θεόν· “ἀνοίξαντος δέ σου τὴν χεῖρα, τὰ
“σύμπαντα πληθήσεται χρηστότητος· ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ <lb n="10"/>
“πρόσωπον, ταραχθήσονται. ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκ-
“λείψουσι, καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν· ἐξαποστελεῖς
“τὸ Πνεῦμά σου καὶ κτισθήσονται· καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον
“τῆς γῆς.”</p><p>Πέπονθε μὲν γὰρ ἡ ἀνθρώπου φύσις τοῦ θείου προσώπου τὴν <lb n="15"/>
ἀποστροφὴν ἐν Ἀδὰμ διὰ τὴν παράβασιν· τοιγάρτοι μονονουχὶ
συγκέχυται καὶ τετάρακται καὶ εἰς τὸν ἴδιον ὑπενόστησε χοῦν·
κατεβιβάσθη τε καὶ εἰς θάνατον καὶ φθοράν. ἐπειδὴ δὲ γέγονε
καθ’ ἡμᾶς ὁ μονογενὴς τοῦ Θεοῦ Λόγος καὶ τὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
πεπλουτήκαμεν μέθεξιν, ἀναμορφούμεθα πρὸς τὸ ἐν ἀρχαῖς, <lb n="20"/>
καὶ οἷον ἀνεκτίσμεθα· κεκλήμεθα γὰρ εἰς καινότητα ζωῆς· τὸ τοῦ
θανάτου διαδιδράσκοντες κράτος· καὶ μαρτυρήσει λέγων ὁ σοφώτατος
Παῦλος· “εἰ δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Ἰησοῦν οἰκεῖ ἐν
“ὑμῖν, ὁ ἐγείρας ἐκ νεκρῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ζωοποιήσει καὶ τἂ
“θνητὰ σώματα ὑμῶν διὰ τοῦ ἐνοικοῦντος αὐτοῦ Πνεύματος ἐν <lb n="25"/>
“ὑμῖν·” ὅτε τοίνυν ἀνεβίω μὲν ὁ Χριστὸς, πατήσας τοῦ θανάτου
τὸ κράτος, καὶ γέγονεν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων, ὡς ἑψομένων
πάντως τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ, πῶς οὐκ ἀπόπληκτον κομιδὴ τὸ κατάτι
γοῦν ὅλως ἐνδοιάζειν ἔτι περὶ τὸ τῆς ἀναστάσεως μυστήριον; ἀλλ’
ἴσως ἐκεῖνο ἐρεῖς, καὶ λέγεις ὀρθῶς· παρίημί τε λοιπὸν τὸ χρῆναι <lb n="30"/>
ζητεῖν πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί· διειδέναι γε μὴν ἀναγκαῖον, ποίῳ
σώματι ἔρχονται. ἄρα γὰρ τὸ ἐκ γῆς δὴ τοῦτο καὶ τῇ φθορᾷ
κάτοχον ἀναβιώσεται σῶμα; ἣ ἕτερόν τι πη αὐτὸ πλὴν ἐξ
αὐτοῦ;</p><p>Φαίην δ᾿ ἃν ἐγὼ γε πρὸς τοῦτο εὐθὺς, ὡς ὁ μὲν ὀρθὸς τῆς <lb n="35"/>

<pb n="317"/>
πίστεως λόγος περῒστησιν ἡμᾶς εἰς τήνδε τὴν σάρκα τὴν ἀνάστασιν·
ἀνεβίω γὰρ οὕτω Χριστὸς ὁ πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν, ἡ
ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων· ἐπειδὴ δὲ οὐ σφόδρα τισὶν ἀρέσκει τὸ
δόγμα· φέρε, παραθέντες ὃν εὖ ἔχειν οἴονται λόγον, τὰ εἰκότα
λέγωμεν· εἶτα παραθεὶς τῶν προυπάρχειν λεγόντων τὰς ψυχὰς <lb n="5"/>
τὰς μυθολογίας φησίν· εἶτα πῶς ἀποσεμνύνεται Θεὸς ἐπὶ τῇ τοῦ
ἀνθρώπου κατασκευῇ· φησὶ γάρ που πρὸς τὸν μακάριον Ἰώβ g.
“εἰ σὺ λαβὼν γῆς πηλὸν ἔπλασας ζῶον καὶ λαλητὸν h αὐτὸ
“ ἔθου ἐπὶ τῆς γῆς;” περᾶ μὲν γὰρ οἶμαι παντὸς ἂν ἴοι θαύματος,
τὸ λογικὸν ἐκ γῆς ἀποτελέσαι ζῶον· πῶς δὲ γεγονότα τὸν ἄνθρωπον <lb n="10"/>
εὐθὺς καὶ πεπλασμένον ἐκ γῆς εὐλόγησεν ὁ δημιουργός·
“αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε” λέγων, “καὶ πληρώσατε τὴν γήν.”
καὶ πολλὰ ἕτερα πρὸς αὐτοὺς εἰπὼν ἐπιφέρων, ἀρίστῳ χρῆται
παραδείγματι ὁ θεσπέσιος Παῦλος· πίπτειν μὲν εἰς γῆν τὸ σῶμα
λέγων, οἷά τινα κόκκον, οὐχ οὕτως ἀναστησόμενον, καθὰ καὶ <lb n="15"/>
ἐσπάρη γυμνός· ἀλλ’ ἐν ἀμφιάσει καὶ περιστολῇ τῶν ἐξ ἔθους
ἐμφυομένων αὐτῷ, καλάμης δὴ λέγω καὶ φυλλάδος· “δίδωσι”
γάρ φησιν, “ὁ Θεὸς ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων ἴδιον σῶμα.” ἐπειδὴ
γὰρ οὐχ ἅπαντας τοὺς κεκοιμημένους ἀναβιώσεσθαι φησὶν ἐν
δόξῃ, κἂν εἰ πάντες ἐν ἀφθαρσίᾳ· οὐ γάρ που τοῖς ἀνεπιεικέσι <lb n="20"/>
καὶ τοῖς τῶν φαύλων ἐργάταις τὸ ἐν εὐκλείᾳ τῇ παρὰ Θεοῦ
στεφανοῦσθαι πρέπει· ταύτῃ τοι χρησίμως διαφόρων μέμνῃ καὶ
σπερμάτων, οἷς καὶ διανέμει Θεὸς καθ’ ὃν ἃν ἕλοι τρόπον αὐτὸς
τὸ ἐν τοιῷδε τυχὸν ἣ ἑτεροίῳ σχήματι διαφέρεσθαι· φησὶν γὰρ
“καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις.”</p><lb n="25"/><p>Ἰωάννου. Τὰ μὲν ἔμπροσθεν εἵρηται πρὸς τὸ λέγειν “οἱ
“νεκροὶ πῶς ἐγείρονται;” τοῦτο δὲ πρὸς τὸ διαπορεῖν ποίῳ σώ-
ματι ἔρχονται· τι δέ ἐστιν “οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον;” οὐ
στάχυν ὁλόκληρον οὐ δὲ σῖτον νέον· ἐνταῦθα γὰρ οὐκ ἔτι πρὸς
τὴν ἀνάστασιν ὁ λόγος· ἀλλὰ πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἀναστάσεως. <lb n="30"/>
ποταπὸν τὸ σῶμα τὸ μέλλον ἀναστήσεσθαι; οἱονεὶ τοιοῦτον, ἢ βέλτιον
καὶ λαμπρότερον· καὶ ἀμφότερον ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ὑποδείγματος
λαμβάνει· δεικνὺς ὅτι πολλῷ βέλτιον. καὶ ἵνα μὴ ἄλλο τις
<note type="footnote">g Cap. xxxviii. 14. h λα τὸν Cod.</note>

<pb n="318"/>
ὑποπτεύσῃ ἐντεῦθεν εἰρῆσθαι, παραμυθεῖται τὸ αἴνιγμα, καὶ αὐτὸς
ἑρμηνεύει τὸ εἰρημένον, τι ἐστιν· “οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον·’
εὐθέως γὰρ ἐπάγει, “ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον, εἰ τύχοι σίτου, ἣ
τινος τῶν τοιούτων σωμάτων. τοῦτ’ ἔστιν οὐχ οὕτω περιβεβλημένον,
οὐ δὲ καλάμην ἔχοντα καὶ ἀνθέρικας· “καὶ ἑκάστῳ τῶν <lb n="5"/>
“σπερμάτων, τὸ ἴδιον σῶμα.” ποῦ τοίνυν τὸ ἀλλότριον· τὸ γὰρ
ἴδιον δίδωσιν ὥστε ὅτ’ ἂν λέγει οὐ τὸ γενησόμενον σπείρεις,
οὐ τοῦτο λέγει ὅτι ἄλλη ἄντ’ ἄλλης οὐσία ἀνίσταται· ἀλλ’ ὅτι
βελτίων, ὅτι λαμπροτέρα.</p><p>Φωτίου. “Σὺ ὃ σπείρεις οὐ ζωοποιεῖται.” εἰ οὖν σὺ ὃ σπείρεις
καὶ τρόπον τινὰ τάφῳ καλύπτεις καὶ θανατοῖς, τοῦτο ὁ Θεὸς
ἀνίστησι καὶ δίδωσι τὸ ἴδιον σῶμα τὸ σαπὲν καὶ διαλυθὲν, δίδωσι
δὲ καθὼς ἠθέλησεν ἐκπρεπέστερον καὶ ὡραιότερον· ὃ αὐτὸς ἐκεῖνος
διὰ τῆς οἰκείας ἀποφάσεως εἰς γῆν καὶ τάφον ἐκέλευσεν κατατίθεσθαι
καὶ ἀποθνήσκειν, τοῦτο αὐτὸς πάλιν οὐκ ἔχει ῥᾷον τὸ ζωοποιῆσαι <lb n="15"/>
καὶ ἀναστῆσαι ὅτε βούλεται καὶ θελήσει;</p><lb n="39"/><p>Οὐ πᾶσα σὰρξ, ἢ αὐτὴ σάρξ· ἀλλὰ ἄλλη μὲν σὰρξ
ἀνθρώπων, ἄλλη δὲ σὰρξ κτηνῶν, ἄλλη δὲ ἰχθύων,
<lb n="40"/> ἄλλη δὲ πτηνῶν. καὶ σώματα ἐπουράνια· καὶ σώματα
ἐπίγεια· ἀλλ’ ἕτερα μὲν ἡ τῶν ἐπουρανίων δόξα, ἑτέρα <lb n="20"/>
<lb n="41"/> δὲ ἡ τῶν ἐπιγείων. ἄλλη δόξα ἡλίου, καὶ ἄλλη δόξα
σελήνης, καὶ ἄλλη δόξα ἀστέρων· ἀστὴρ γὰρ ἀστέρος
<lb n="42"/> διαφέρει ἐν δόξη. οὕτως καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν.</p><p>Ἰωάννου. Τί βούλεται αὐτῷ ταυτὶ τὰ ῥήματα· καὶ
ἕνεκεν ἐν τῆς ἀναστάσεως τῶν σωμάτων εἰς τὸν περὶ ἄστρων καὶ <lb n="25"/>
ἡλίου λόγον ἐξέπεσεν; οὐκ ἐξέπεσεν οὐδὲ ἀπερράγη τῆς ὑποθέσεως·
ἄπαγε· ἀλλ’ ἔτι αὐτῆς ἔχεται. ἐπειδὴ γὰρ τὸν τῆς ἀναστάσεως
κατεσκεύασε λόγον, δείκνυσι λοιπὸν ὅτι πολλὴ τῆς δόξης τότε ἡ
διαφορὰ, εἰ καὶ ἡ ἀνάστασις μία· καὶ διαιρεῖ εἰς δύο τὸ πᾶν
τέως εἰς τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, τομὴν δικαίων καὶ ἁμαρτολῶν <lb n="30"/>
λέγων. διὰ μὲν τῶν ἐπιγείων τούτους αἰνιττόμενος, διὰ δὲ
τῶν ἐπουρανίων ἐκείνους· εἶτα λοιπὸν τῶν ἁμαρτωλῶν διαφορὰν
πρὸς ἁμαρτωλοὺς εἰσάγει λέγων, “οὐ πᾶσα σὰρξ ἡ αὐτὴ σάρξ.”
εἰ καὶ τὰ πάντα σώματα, ἀλλὰ τὰ μὲν ἐν πλείονι εὐτελείᾳ καὶ

<pb n="319"/>
ἐν ζωὴ δὲ ὁμοίως καὶ ἐν αὐτὴ τῆ κατασκευὴ· καὶ εἰπὼν τοῦτο,
ἀναβαίνει πάλιν εἰς τὸν οὐρανὸν λέγων, “ἄλλη δόξα ἡλίου καὶ ἄλλη
“δόξα σελήνης·” ὥσπερ γὰρ φησὶν ἐν τοῖς ἐπιγείοις ἡ διαφορὰ,
οὕτω καὶ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις· καὶ διαφορὰ οὐχ ἡ τυχοῦσα, ἀλλὰ
l^er^t τῶν ἐσχάτων·</p><lb n="5"/><p>Σετηριανοῦ. Οὐχ ὡς ἀνισταμένων τῶν ἄλλων σαρκῶν· ὑπο-
δείγματι γὰρ κέχρηται· καὶ σώματα ἐπουράνια τὸν ἥλιον λέγει
καὶ τὴν σελήνην, καὶ τὰ ἑξῆς δείκνυσιν· οὕτως καὶ ἡ ἀνάστασις
τῶν νεκρῶν· ὁρᾷς ὅτι ὑποδείγματα ἦν τὰ πρῶτα· ἀποδέδοται δὲ
νῦν οὗ ἔστιν τὸ ὑπόδειγμα.</p><lb n="10"/><p>Θεοδωρίτου. Μία τῆς σαρκὸς ἡ φύσις· ἐκ γὰρ τῶν τεσσά-
ρων στοιχείων συνέστηκεν· ἡ δὲ διαφορὰ ἐν τῷ εἴδει· οὕτω τοίνυν
ἡ μία μὲν πάντων ἀνάστασις, καὶ ἡ τῶν σωμάτων εἰς ἀφθαρσίαν
μεταβολή· ἡ δὲ τῶν τρόπων διαφορὰ τὴν τῶν ἀντιδόσεων κατα-
σκευάζει διαφοράν· τοῦτο καὶ ὁ Κύριος ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις <lb n="15"/>
εἴρηκεν· “πολλαὶ γάρ’ ἔφη, “μοναὶ παρὰ τῷ Πατέρι μου.”</p><p>Κυτίλλου. Ἰστέον ὅτι δυσὶν ἀρτίως παραδειγμάτοιν εἰς μέσον
ἡμῖν παρενηνεγμένοιν, τοῦτε κατὰ τὸν κόκκον, φημὶ, καὶ τοῦ διεκ-
φαίνοντος τὴν τῶν οὐρανίων σωμάτων· τὴν ὡς ἐν δόξῃ διαφορὰν
ἀποφέρει τέως πρὸς τὴν τοῦ πρώτου δύναμιν τῆς τῶν νεκρῶν ἀνα- <lb n="20"/>
στάσεως ἐμφέρειαν· καὶ φησὶν τὰ ἑξῆς.</p><p>Ἰωάννου. Οὕτως καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν· οὕτω πῶς ;
ἐν διαφορᾷ πολλῇ· καθὼς καὶ τὰ παραχθέντα ἐδήλωσε παρα-
δείγματα.</p><lb n="43"/><p>Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· <lb n="-25"/>
τᾶι ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ,
<lb n="44"/> ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικὸν, ε'γείρε-
τᾶι σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικὸν, καὶ ἔστι
45σῶμα πνευματικόν. οὕτως καὶ γέγραπται, Ἐγένετο ὁ
πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ εἰς ψύχην ζῶσαν· ὁ <lb n="50"/>
<lb n="46"/> Ἀδὰμ εἰς σῶμα ζωοποιοῦν. ἀλλ’ οὐ πρῶτον τὸ πνευ-
ματικὸν, ἀλλὰ τὸ ψυχικὸν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν.</p><p>Κυτίλλου. Ὅνπερ γὰρ τρόπον ὁ τοῦ σίτου κόκκος ἐγκατα-

<pb n="320"/>
βληθεὶς τῷ βώλῳ γυμνὸς καὶ νεκρὸς, ἐν περιστολῇ σώματος καὶ
ἐν προσθήκῃ κάλλους ἀναφὺς θαυμάζεται· κατὰ τὸν αὐτὸν τουτονὶ
τρόπον καὶ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα, σπείρεται μὲν ἐν φθορᾷ καὶ ἐν
ἀσθενείᾳ τε καὶ ἐν ἀτιμίᾳ, πλὴν ἀναβιώσεται τιμῇ τε καὶ ἀφθαρσίᾳ·
καὶ μὴν καὶ δυνάμει κατημφιασμένον.</p><lb n="5"/><p>Ἀξίως δὲ θαυμάζειν τοῦ θεηγόρου τὴν νῆψιν· ἐρηρεισμένην γὰρ
ἔχων τὴν πίστιν, καὶ ὅτι πάντη τε καὶ πάντως ἀναβιώσεται πεποιθὼς,
σπορᾷ παρεικάζει τὴν τοῦ σώματος φθοράν· εὐτέχνως δὴ λίαν
καὶ σοφῶς πανταχῆ τῷ παραδείγματι τὴν τοῦ πράγματος φύσιν
ἐξομοιῶν· οὐκ οὖν τῷ κόκκῳ παραπλησίως οὐ γυμνὸν ἀναβιώσεται <lb n="10"/>
τὸ σῶμα φησὶν, ἀλλ’ εὖ μάλα περιεσταλμένον τὴν ἀφθαρσίαν, τὴν
δόξαν· καὶ πρός γε τούτοις τὸ εὐσθενές· καὶ μὴν καὶ τοῦτο καταπλουτοῦν
τὸ ἐν φρονήματι γενέσθαι πνευματικῷ, μεταπλαττούσης
τρόπον τινὰ τῆς ἄνωθεν χάριτος τῆς ἀσυγκρίτου δυνάμεως τοῦ πάντων
δημιουργοῦ πρὸς πᾶν τοὐναντίον τὰ ἐν αὐτῷ. ἐνυπάρχει μὲν γὰρ <lb n="15"/>
τῷ πεσόντι σώματι, καὶ οἷον εἰς γῆν ἐσπαρμένῳ φθορὰ καὶ ἀσθενεία·
καὶ τὸ ἀκαλλὲς, φρόνημά τε τὸ ψυχικὸν, ὃ καὶ ταὐτὸν εἶναι
φαμὲν τῷ σαρκικῷ καὶ γεωδεστέρῳ. ἐπειδὴ δὲ παρήχθη πρὸς γένεσιν
ἐν ἀρχαῖς κατὰ φύσιν οὐχ ὧδε ἔχον· παρεισέδυσαν δὲ ταυτὶ διὰ
τὴν παράβασιν καὶ τὴν ἐπὶ τῷ θανάτῳ δίκην ἀναφρονούσης ἡμῖν τῆς <lb n="20"/>
φύσεως εἰς τὸ ἐν ἀρχαῖς· πράττεται μὲν ἀναγκαίως δυνάμει τε
καὶ ἐνεργείᾳ Θεοῦ τῶν μεταξὺ πάρεισ’ βεβληκότων ἡ ἀπόθεσις·
ἀντικρίνεται δὲ τῶν πρώτων καὶ ἐν ἀρχαῖς ἐνόντων ἡμῖν ἀγαθῶν ἡ
μέθεξις· “ἀνακαινίσμεθα γὰρ ἐν Χριστῷ,” κατὰ τὰς γραφὰς.
ἔφη γὰρ προφήτης ἅγιος· “θάρσει Σιῶν· μὴ παρείσθωσαν αἱ <lb n="25"/>
“χεῖρές σου· Κύριος ὁ Θεὸς σοῦ ἐν σοὶ, δυνατὸς σῶσαι σε· καὶ
“ἀνακαινιεῖ σε ἐν τῇ ἀγαπήσει αὐτοῦ.” ὅτε γὰρ ἠγάπησεν ἡμᾶς
ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ· τότε δὴ τότε καὶ ἀνεκαίνισεν ἐν Χριστῷ·
καὶ γάρ ἐστιν ἀληθὲς ὡς πάντα τὰ ἐν αὐτῷ καινὴ κτίσις· καὶ “τὰ
“μὲν ἀρχαῖα παρῆλθε, γέγονε δὲ καινά·” ποῖα δέ φησιν ἀρχαῖα; <lb n="30"/>
τὰ παριππεύσαντα· καὶ ποῖα καινά; τὰ εἰσκεκριμένα. παλαῖα
μὲν ἡ φθορὰ, καὶ μέντοι τὸ ἄναλκι, καὶ πρός γε τούτῳ τὸ
δυσκλεὲς, καὶ τοῦ ψυχικοῦ φρονήματος τὰ ἐγκλήματα· καινὰ δὲ
διὰ Χριστοῦ, δόξα τε καὶ ἀφθαρσία καὶ δύναμις καὶ τὸ φρόνημα

<pb n="321"/>
τὸ πνευματικόν. ἔσται γὰρ ἡμῶν τὸ σῶμα πνευματικόν· φαίην
δ’ ἃν εἶναι πνευματικὸν οὐ τὸ ἐν εἴδει σκίας, ἤγουν ἀσωμάτου
πνεύματος· τὸ ἀφεστηκὸς δὲ μᾶλλον, καὶ μὴν καὶ εἰς ἅπαν ἀπηλλαγμένον
τοῦ σαρκικοῦ καὶ γεωδεστέρου φρονήματος.</p><p>Ἰωάννου. Θέα σύνεσιν· πῶς ἐπὶ μὲν τῶν σπερμάτων τῷ τῶν <lb n="5"/>
σωμάτων ἐχρήσατο ὀνόματι, λέγων, “οὐ ζωοποιεῖται, ἐὰν μὴ
“ἀποθάνῃ.” ἐπὶ δὲ τῶν σωμάτων τῇ τῶν σπερμάτων προσηγορίᾳ,
λέγων, “σπείρεται ἐν φθορᾷ· ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ.” οὐκ εἶπεν
φύεται, ἵνα μὴ τῆς γῆς ἔργον εἶναι νομίσῃς, ἀλλ’ “ἐγείρεται·”
σπόρον δὲ ἐνταῦθα οὐ τὴν γένεσιν ἡμῶν λέγει, τὴν ἐν μήτρα, ἀλλὰ <lb n="10"/>
τὴν ταφὴν τὴν ἐν τῇ γῇ, τῶν τετελευτηκότων σωμάτων τὴν διά.
λύσιν, τὴν τέφραν. διὸ καὶ ἐπήγαγεν· “σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ.”
τί γὰρ εἰδεχθέστερον νεκροῦ διαρρέοντος· “ σπείρεται σῶμα ψυ-
“ χικόν· ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν.” τί λέγεις; τοῦτο δὲ οὐ
πνευματικόν; πνευματικὸν μὲν, ἀλλ’ ἐκεῖνο πολλῷ πλεόν· νῦν <lb n="15"/>
μὲν γὰρ καὶ ἀφίπταται τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου πολλάκις ἡ
πολλὴ χάρις ἁμαρτανόντων ἡμῶν, καὶ τοῦ Πνεύματος δὲ παρόντος
τῆς ψυχῆς ἡ ζωὴ τῆς σαρκός. τότε δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ διηνεκῶς
παραμένει τῇ σαρκὶ τῶν δικαίων, καὶ αὐτοῦ ἔσται τὸ κράτος,
παρούσης καὶ τῆς ψυχῆς. ἢ γὰρ τοῦτο ἠνίξατο πνευματικὸν εἰπὼν, <lb n="20"/>
ἣ ὅτι κουφότερόν ἔσται καὶ λεπτότερον καὶ οἷον καὶ ἐπ’ ἀέρος
ὀχεῖσθαι· μᾶλλον δὲ ἀμφότερα. εἰ δὲ ἀπιστεῖς τῷ λόγῳ· ὅρα τὰ
ἐπουράνια σώματα, καὶ πίστευσον ἐντεῦθεν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς
ποιῆσαι καὶ ταῦτα τὰ φθαρτὰ ἄφθαρτα καὶ πολὺ βελτίω τῶν ὁρωμενων
τούτων.</p><lb n="25"/><p>Θεοδωρίτου. Ψυχικὸν καλεῖ τὸ ὑπὸ τῆς ψυχῆς
πνευματικὸν δὲ τὸ ὑπὸ τοῦ Πνεύματος οἰκονομούμενον· ταύτην δὲ
τὴν χάριν πολλαπλασίαν οἱ ἄξιοι λήψονται· διὰ τοῦτο γὰρ καὶ
ἀρραβὼν τὸ νῦν δοθὲν ὀνομάζεται· ὡς πολυπλασίας ἐκεῖ δοθησομένης
τῆς χάριτος.</p><lb n="30"/><p>Κυρίλλου. Ὥσπερ γὰρ εἴπερ ἕλοιτό τις τὸ ἀπὸ γῆς ἡμῶν
σῶμα ψυχικὸν ἀποκαλεῖν· περιθείη ἄν τις εἰκότως οὐ τὸ ψυχῆς
εἶδος αὐτῷ, περιτρέψει δὲ μᾶλλον τοῦ λόγου τὴν δύναμιν εἰς τὸ
φρόνημα τὸ ψυχικὸν, ἤγουν τὸ σαρκικόν· καθάπερ ἀμέλει καὶ

<pb n="322"/>
σοφίαν νοοῦμεν ψυχικὴν καὶ ἐπίγειον, τὴν κἀς ἡμᾶς τε καὶ
ἀνθρωπίνην, οὕτω κἂν εἰ λέγοιτο σῶμα ψυχικὸν, οὐκ ἃν οἶμαι
τῷ αὐτῷ τὸ ψυχῆς εἶδος περιτιθεὶς, τὴν ἐπὶ τὸ πεπλανῆσθαι
διαφύγοι γραφήν. ἐπεὶ κατά τινα τρόπον ζῶντές τε ἔτι καὶ ἐν
αὐτοῖς δὴ τούτοις τοῖς ἀπὸ γῆς ὄντες σώμασι, ψυχικοὶ λέγονταί <lb n="5"/>
ταί τινες καὶ πνευματικοί· γέγραπται γὰρ ὅτι “ψυχικὸς ἄνθρω-
“πος οὐ δέχεται τὰ τοῦ πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ
“ἐστιν· ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ’
“ οὐδενὸς ἀνακρίνεται.” ἐπειδὴ δὲ ἦν ἀκόλουθον τὸν ἐπὶ τῷδε
λόγον καὶ διὰ πραγμάτων ἐμπεδοῦν· προσεπάγει καὶ φησὶν, <lb n="10"/>
“ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν· ὁ ἔσχατος
“ Ἀδὰμ, εἰς Πνεῦμα ζωοποιοῦν.”</p><p>Ψυχικὸν μὲν οὖν ὠνόμασε τὸν Ἀδάμ· τοῦτο γὰρ οἶμαί ἐστι τὸ εἰς
ψυχὴν πεποιῆσθαι ζῶσαν· ὡς οὐκ εἰς ἅπαν ἀπηλλαγμένον σαρκικῶν
ἐπιθυμιῶν· αἵτε γὰρ ὀρέξεις αἱ πρὸς τὰ τῆς σαρκὸς ὁρῶσαι τε καὶ <lb n="15"/>
τετραμμέναι πάθη, κἂν εἰ νόμον ἔχοιεν τὸν συνήγορον· ἀλλ’ οὖν εἶεν
ἃν κάταγε τὸ ἀληθὲς σαρκικῆς ἀσθενείας ἐγκλήματα, εἰ πρός γε
τὴν τῶν δρωμένων ὁρῶν τις φύσιν· οἷον δὴ τί φημί· τίμιος ὁ γάμος,
καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος· ἐγκαταβέβληται γὰρ τῇ τοῦ σώματος φύσει
παρὰ τοῦ πάντων δημιουργοῦ κίνησις ὀρεκτικὴ, διανιστάσα τὸ <lb n="20"/>
ζῶον εἰς παιδοποιίας ἔφεσιν· εἴρηται γὰρ πρὸς τὸν ἄνθρωπον· “αὐξά-
“νεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν.” καὶ ὁ πλάσας
δὲ φησὶν, “ἐν ἀρχῇ ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς” οὐκ οὖν
ἀκαταιτιάτος μὲν ἡ εἰς μόνον ὁρῶσα παιδοποίαν ἔφεσις· πλὴν
ὅσον ἧκεν εἰς τὴν τοῦ δρωμένου φύσιν, εἴη ἂν σαρκικὸν τὸ πάθος <lb n="25"/>
ἤτοι ψυχικόν· οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀδιαβλήτων παθῶν. οὐκ
οὖν εἰς ζῶσαν ψυχὴν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδάμ· ὁ δέ γε δεύτερος
καὶ ἐξ οὐρανοῦ, τοῦτ’ ἐστι Χριστὸς, οὐκ εἰς ψυχὴν μᾶλλον, ἀλλ’
εἰς πνεῦμα γέγονε ζωοποιοῦν. ἑνώσας γὰρ ἑαυτῷ τὸ ἀνθρώπινον ὁ
ἐκ Θεοῦ Πατέρος πεφηνὼς κατὰ φύσιν Θεὸς Λόγος· οὐ τὴν κἀς <lb n="30"/>
ἡμᾶς ἀνθρωπίνην, ἀλλὰ θείαν τινα καὶ θεοπρεπῆ καὶ ἀμώμητον
παντελῶς διεβίω ζωήν· οὐ γὰρ ἐποίησεν ἁμαρτίαν· ἀνέπαφον μὲν
ἡδοναῖς ἐκτόποις ἔχων τὸν νοῦν· ἐπιθυμίαις δὲ ταῖς τῶν ἐδωδίμων
οὐχ ἁλώσιμον· εἰ γὰρ καὶ ὁρᾶται μετεσχηκὼς τροφῆς καὶ ποτοῦ,

<pb n="323"/>
διάτοι τὸ πιστεύεσθαι κατὰ ἀλήθειαν εἶναι ἄνθρωπος κἀς ἡμᾶς·
ἀλλ’ οὖν ἐλευθέραν ἐποιεῖτο τὴν μέθεξιν. ἦν μὲν γὰρ ἐν σαρκὶ δι’
ἡμᾶς οἰκονομικῶς· ὑπὲρ σάρκα δὲ πάλιν· “πνεῦμα γὰρ ἦν ζωο-
“ποιοῦν,” ὡς Θεός· ὁ δέ γε προπάτωρ Ἀδὰμ οὐκ ἀνέγκλητον
παντελῶς τὴν τῶν ἐδωδίμων ἔφεσιν εἰσεδέξατο. πεποίηται γὰρ <lb n="5"/>
εἰς ζῶσαν ψυχήν· καὶ βρωμάτων ἡδονῆς ἡττώμενος, ἔφαγεν ἀπὸ
τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς· καίτοι τοῦ θείου νόμου τοῦτο δρᾶν ἐξείργοντος.
ὅτι τοίνυν ὁ ψυχικὸς οὐ φύσεως ἡμῖν διαφορᾶς ὑπεμφήνειεν ἃν,
ζωῆς δὲ μᾶλλον ἠθῶν τε τρόπων ποιότητα, καθ’ ἣν ὁ μέν τίς ἐστι
τῷ γεωδεστέρῳ καὶ σαρκικῷ φρονήματι κάτοχος· ὁ δὲ τῇ τοῦ <lb n="10"/>
Πνεύματος ἐλευθερίᾳ περιφανὴς ἀποδείκνυσι σαφῶς ἀπό τε Ἀδὰμ
τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου. ἄμφω μὲν γὰρ γεγόνασιν ἐν γηῒνοις
σώμασιν. ἀλλ’ ἥ γε τοῦ φρονήματος οἱονεὶ ποιότης, καὶ μὴν καὶ
τὸ ἑτεροίως ἑλέσθαι διαβιοῦν, τὸν μὲν ἀπέφηνε ψυχικὸν, ἕτερον
γε μὴν ἀσυγκρίτως ἐν ἀμείνοσι, τοῦτ’ ἔστι πνευματικόν.</p><lb n="15"/><p>Θεοδώρου. Ἀναλόγως οὖν καὶ ψυχικὸν κληθὲν σῶμα
ψυχῇ καὶ οὐ Πνεύματι Ἁγίῳ διοικούμενον.</p><p>Θεοδωρίτου. Τὸ πρότερον ἐν τοῖς γράμμασιν ἀνέγνωμεν,
δὲ δεύτερον ἐν τοῖς πράγμασιν ἔγνωμεν· οὐκ ἐκάλεσεν δὲ τὸν δεύτερον
Ἀδὰμ “πνεῦμα” ζῶν, ἀλλὰ “ζωοποιόν.” πᾶσι γὰρ χορηγεῖ <lb n="20"/>
τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον.</p><p>Θεοδωρου. Τὸ “ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν”
τὸ δὲ ὁ πρῶτος καὶ τὸ δεύτερος Ἀδὰμ αὐτὸς προσέθηκεν·
ἵνα εἴπῃ τὸ ἔσχατος Ἀδάμ.</p><p>Σευηριανοῦ. τοῦτο Μωϋσῆς φησὶ τὸ “καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρω- <lb n="25"/>
“πος εἰς ψυχὴν ζῶσαν.” “ὁ δεύτερος ἄνθρωπος εἰς πνεῦμα ζωο-
“ποιοῦν·” τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον λέγει· “τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν·
“ἐκ Πνεύματος ἐστιν Ἁγίου.</p><p>Ἰωάλλου. Καίτοι μὲν γέγραπται· τὸ δὲ οὐ γέγραπται,
οὖν εἶπεν ὅτι γέγραπται; ἀπὸ τῆς τῶν πραγμάτων ἐκβάσεως <lb n="30"/>
αὐτὸ μετέφρασεν· ὅπερ ἔθος αὐτῷ συνεχῶς ποιεῖν· καὶ γὰρ τὴν
Ἰερουσαλὴμ πόλιν δικαιοσύνης ἔφησεν ὁ προφήτης κληθήσεσθαι,
καὶ οὐκ ἐκλήθη· τι οὖν; ἐψεύσατο ὁ προφήτης; οὐδαμῶς· τὴν
γὰρ διὰ τῶν πραγμάτων ἔκβασιν λέγει· καὶ τὸν Χριστὸν δὲ
Ἐμμανουήλ· καὶ οὐδὲ αὐτὸς οὕτω κέκληται· ἀλλὰ τὰ πράγματα <lb n="35"/>

<pb n="324"/>
ταύτην ἀφίησι τὴν φωνήν· οὕτω καὶ ἐνταῦθα· “ὁ ἔσχατος Ἀδὰμ
“εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν.” ταῦτα δὲ εἶπεν ἵνα μάθῃς ὅτι καὶ τῆς
παρούσης ζωῆς καὶ τῆς μελλούσης τὰ σύμβολα ἤδη καὶ τὰ ἐνέχυρα
ἔφθασεν. τῆς μὲν παρούσης ὁ Ἀδὰμ, τῆς δὲ μελλούσης ὁ
Χριστός.</p><lb n="5"/><p>Κυτίλλου. Ἐπιλαμβάνεται δὲ τρόπον τινὰ τῶν καιρῶν, καθ’
οὓς γεγόνασι, καὶ φησὶν “ἀλλ’ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικόν· ἀλλὰ
“τὸ ψυχικόν· ἔπειτα τὸ πνευματικόν·” ἐπειδὴ δὲ ἔφη σπείρεσθαι
μὲν εἰς γῆν τὸ σῶμα ψυχικόν· ἀποφαίνει λευκῶς, ὡς ἔστιν
οὐκ ἀπαράδεκτον τῇ τοῦ ἀνθρώπου φύσει τὸ ἐκ φρονήματος <lb n="10"/>
ψυχικοῦ μεταφοιτᾶν εἰς πνευματικόν· καὶ ὅτι πρεσβύτερον τοῦ
πνευματικοῦ τὸ ψυχικὸν εἴη ἃν, καὶ τίς ἃν γένοιτο τῶν τοιούτων
η πίστις.</p><p>Ἰωάννου. “Ἀλλ᾿ οὐ πρῶτον γέγονε τὸ πνευματικὸν ἀλλὰ
“ψυχικόν·” ἡ γὰρ τοῦ ψυχικοῦ ἔκπτωσις καὶ παράβασις τῆς τε <lb n="15"/>
ἐνανθρωπήσεως πρόφασις γέγονεν, καὶ τὸ ἡνωθῆναι σώματι τὸν
Θεὸν Λόγον.</p><p>Φωτίου. Ἵνα μή τις εἴπῃ, πόθεν ἡμῖν εἰσάγεις σώματα
καὶ λέγεις ψυχικὸν καὶ σωματικόν; φησίν· “ἔστι σῶμα
“ πνευματικόν· καὶ ἔστι σῶμα ψυχικόν.” οὐκ ἐγὼ τοιγαροῦν <lb n="20"/>
κατ’ ἰδίαν ἐξουσίαν καὶ ἐπίνοιαν ταῦτα λέγω, φησίν· ἀλλ’ ἔτι
καὶ πρὸ ἡμῶν εἴρηται· πόθεν δῆλον, φησὶν, οὕτως γέγραπται. “ὁ
“πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν.” ὥστε ἔστι σῶμα
ψυχικόν· εἶτα ὁ ἔσχατος ἄνθρωπος εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν· ὥστε
ἔστι καὶ σῶμα πνευματικὸν τὸ ἁρμόζον τῷ ζωοποιοῦντι πνεύματι· <lb n="25"/>
ἀλλὰ τοῦτο πόθεν δῆλον, ὅτι ὁ δεύτερος ἄνθρωπος εἰς πνεῦμα
ζωοποιοῦν; πόθεν δῆλον; ἐξ αὐτῆς τῆς τῶν πραγμάτων ἐνεργείας·
ἄλλως τε δὲ καὶ γέγραπται καὶ τοῦτο· “τὰ ῥήματα γάρ’ φησὶν,
“ἃ ἐγὼ λαλῶ, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή ἐστιν.” ὥστε καὶ εἰς πνεῦμα
ζωοποιεῖ τοὺς ἀκούοντας καὶ πειθομένους αὐτοῖς· εἰ δὲ τοῦτο δῆλον <lb n="30"/>
ὡς καὶ πνευματικὸν οὗτοι ἕξουσιν ἐν τῇ ἀναστάσει σῶμα μηκέτι
δυνάμενον εἰς ψυχικὸν τραπῆναι· ὥσπερ ἐνίοτε συμβαίνει ἔτι τῷ βίῳ
παρόντων. εἴτις ἀκολούθως τοῖς προειρημένοις ἐκλαβεῖν ἐθέλοι ταῦτα,
ἐκεῖνο οἶμαι εἰρῆσθαι νῦν ἁπλῶς τὸ θνητὸν ἀνθρώπου σῶμα· τοῦτο γὰρ
καὶ ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ἐν φθορᾷ καὶ ἐν ἀτιμία σπείρεται καὶ θάπτεται <lb n="35"/>

<pb n="325"/>
ἐν τῇ γῇ· τοῦτο οὖν τὸ θνητὸν σῶμα ψυχικόν ἐστιν, ὅτι τοῖς ψυχικοῖς
ὑπηρετήσατο πάθεσιν· οὐδεὶς γὰρ ἀπὸ ῥύπου καθαρὸς, οὐδ’
ἃν μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ· καὶ γὰρ καὶ ὅσαι σωματικαὶ πράξεις
τὴν πηγὴν καὶ γένεσιν ἀπὸ τῆς ψυχῆς ἔχουσιν. ὥστε τὸ
τοῦ ἀνθρώπου θνητὸν σῶμα εἰκότως ἃν ψυχικὸν καλοῖτο· σπείρεται <lb n="5"/>
οὖν ψυχικὸν, ἐγείρεται δὲ ἀθάνατον, ὅπερ ἔστι πνευματικόν·
πνευματικὸν δὲ, ὅτι οὐκ ἔτι τοῖς ψυχικοῖς ὑπηρετήσει παθήμασιν.
οὔτε τὰ τῶν δικαίων· ἀλλ’ οὔτε τὰ τῶν ἁμαρτωλῶν σώματα· μᾶλλον
μὲν οὖν καὶ πολλὴν μεταμέλειαν, εἰ καὶ ἀνόνητον ἐφ’ οἷς
ὑπηρετήσαντο ἕξουσιν· ἐπειδὴ δὲ τὸ σπείρεται πολλάκις εἶπεν καὶ <lb n="10"/>
τὸ ἐγείρεται ὁμοίως· τὶ δέ ἐστι τὸ σπειρόμενον ἣ τὸ ἐγειρόμενον
οὐκ εἶπεν· διὰ τοῦτο μετὰ ταῦτα ἐπήγαγεν καὶ τοῦτο, “σπεί-
“ρεται,” λέγων, “ σῶμα ψυχικόν.” ὃ εἶπον ἐν φθορᾷ καὶ ἐν
ἀτιμίᾳ καὶ ἐν ἀσθενείᾳ σπείρεσθαι· ἀλλ’ ἐγείρεται σῶμα πνευματικὸν,
ὃ ἐν δόξῃ καὶ δυνάμει καὶ ἐν ἀφθαρσίᾳ ἐγερθήσεται· τὸ <lb n="15"/>
γὰρ ἀθάνατον κατὰ τὸν οἰκεῖον λόγον καὶ ἔνδοξον καὶ ἔντιμον καὶ
ἄφθαρτον· εἰ καὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς αἰσχύνης καὶ ἀδοξίας διὰ τὴν
οἰκείαν μοχθηρίαν ὑπόθεσις γίνεται.</p><lb n="47"/><p>Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοικός· ὁ δεύτερος ἄνθρωπος,
<lb n="48"/> ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. οἷος ὁ χοικὸς, τοιοῦτο, <lb n="20"/>
<lb n="49"/> καὶ οἱ χοικοί. καὶ οἷος ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι.
καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ,
φορέσωμεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου.</p><p>Κυτίλλου. Ὁ πρῶτος φησὶν ἄνθρωπος, τοῦτ’ ἔστιν Ἀδὰμ, εἰς
ψυχὴν πεποίητο ζῶσαν τουτ’ ἐστι γεώδης καὶ σαρκικός ὁ γέ <lb n="25"/>
μὴν δεύτερος ἐξ οὐρανοῦ· εἰ γὰρ καὶ γέγονε σὰρξ ὁ τοῦ Θεοῦ
Λόγος, κατὰ τὰς γραφάς· ἀλλ’ ἦν καὶ ὁ ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἐπάνω
πάντων, κατὰ τὴν Ἰωάννου φωνήν· οὐκ οὖν ἄμφω μὲν ἤστην, ὡς
ἔφην, ἐν γηίνοις σώμασιν. οὐ μὴν καὶ ἐν ἴσοις ἔτι κατά τε τὴν
γνώμην, ἤτοι τὸν τῆς ζωῆς τρόπον. ἦν μὲν γὰρ ὁ πρῶτος ἐν φρονήματι <lb n="30"/>
σαρκικῷ· πνεῦμα δὲ ζωοποιοῦν ὁ δεύτερος καὶ ἐξ οὐρανοῦ· καὶ
ὥσπερ “ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοικοῦ,” τοῦτ’ ἔστι τὴν πρὸς
Ἀδὰμ ὁμοίωσιν· καὶ παθῶν ἡττώμενοι καὶ ἀσθενοῦντες εἰς ἁμαρτίας,
καίτοι τῆς φθορᾶς ὑπενηνεγμένοι ζυγοῖς· οὕτω “φορέσωμεν

<pb n="326"/>
“ καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου,” τουτέστι Χριστοῦ· καὶ φιλοσαρκίας
ἀμείνους καὶ τοῦ πλημμελεῖν ἐθέλειν ἔτι γεγενημένοι· καὶ
αὐτὸν ἤδη νενικηκότες τὸν πάλαι δεινὸν καὶ δυσάντητον καὶ ἀγρίως
καθ’ ἡμῶν τυραννήσαντα θάνατον.</p><p>Ἰωάννου. Ἐπειδὴ ψυχικὸν εἶπεν καὶ πνευματικὸν, πάλιν<lb n="5"/>
ἄλλην τίθησι διαφοράν· χοϊκόν λέγει καὶ ἐπουράνιον· ἡ μὲν γὰρ
πρώτη διαφορὰ τοῦ παρόντος ἦν βίου καὶ τοῦ μέλλοντος. αὕτη δὲ
τοῦ πρὸ τῆς χάριτος καὶ τοῦ μετὰ τὴν χάριν· τέθεικεν δὲ αὐτὴν
εἰς πολιτείαν ἀρίστην ἐνάγων. ἵνα γὰρ, ὅπερ ἔφην, μὴ τῇ ἀναστάσει
θαρροῦντες ἀμελοῦσι βίου καὶ ἀκριβείας· πάλιν κἀντεῦθεν <lb n="10"/>
αὐτοὺς ἐναγωνίους ποιεῖ, καὶ παρακαλεῖ εἰς ἀρετὴν, λέγων· “ὁ
“πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοικός· ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος
“ἐξ οὐρανοῦ.” τὸ πᾶν ἄνθρωπον καλῶν· καὶ τὸν μὲν ἀπὸ τοῦ
κρείττονος, τὸν δὲ ἀπὸ τοῦ χείρονος ὀνομάζων, οἷος ὁ χοικὸς, τοιοῦτοι
καὶ οἱ χοικοί· τοῦτ’ ἐστιν οὕτως ἀπολοῦνται· καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος, <lb n="15"/>
τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι· τοῦτ’ ἐστιν οὕτω μενοῦσιν ἀθάνατοι
καὶ λάμποντες.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐπιτρέχουσι τούτῳ καὶ οἱ περὶ Οὐλεντῖνον καὶ
Μαρκίωνα καὶ οἱ ἀπὸ Φωτεινοῦ καὶ οἱ Ἀπολιναρίου· πάντας δὲ
ἐλέγχει τὸ ῥητόν· ἐρωτῶ γὰρ, ὁ ἐκ γῆς χοικὸς, εἶχεν ψυχὴν ἢ <lb n="20"/>
οὐ; οὐκ ἀρνήσονται· καὶ ὁ ἐξ οὐρανοῦ Κύριος εἶχεν σῶμα ἀπὸ
γῆς; πάλιν ἐρωτῶ· διὰ τι τὸν μὲν πρῶτον ἄνθρωπον ἐκ γῆς χοικὸν
λέγει, τὸν δὲ Κύριον ἐξ οὐρανοῦ; μετὰ ταῦτα “οἷος ὁ χοϊκός·” καὶ
οὐκ ἔτι γῆς μέμνηται· ἀλλ’ ὅτι “τοιοῦτοι καὶ οἱ χοϊκοί·” ἢ δῆλον
ὅτι ἐπειδὴ τὸ μὲν ἐκ γῆς τῆς φύσεως· τὸ δὲ χοικὸς τῆς προαιρέσεως. <lb n="25"/>
ἐλθὼν εἰς τὸ “οἷος ὁ χοϊκὸς,” καὶ κατηγορῶν τῶν οὐ
καλῶς βιωσάντων, οὐκ ἔτι τῆς φύσεως μνημονεύει, οὐ δὲ τοῦ
ἐκ γῆς· τὸν μὲν Κύριον οὐκ ἔτι ἐξ οὐρανοῦ λέγει, ἀλλ’ ἐπουράνιον.
πάλιν ἦσαν ἐκ γῆς καὶ οἱ πνευματικοί· “οἷος δὲ ὁ χοικός·
“τοιοῦτοι καὶ οἱ χοικοί· καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος· τοιοῦτοι καὶ οἱ <lb n="30"/>
“ἐπουρανίοι·” καὶ πᾶσα ἀνάγκη εἰ ἀρνοῖντο τινὲς τὸ σάρκα ἐνειληφέναι
τὸν ἐξ οὐρανοῦ Κύριον· ἐπειδὴ ἐξ οὐρανοῦ καὶ τοὺς ἐπουρανίους
μὴ συγχωρεῖν ἀνειληφέναι σῶμα· ἐπειδὴ οἷος ὁ χοϊκὸς
τοιοῦτοι καὶ οἱ χοικοί· καὶ οὕτως οὐδαμόθεν ἵσταται τοῦτο νοούμένον
ἑτέρως ἢ οὕτως· εἶπεν τὴν φύσιν ὅθεν ἐκ γῆς ἐκ ταύτης <lb n="35"/>

<pb n="327"/>
καὶ οἱ ἐπουράνιοι καὶ οἱ λεγόμενοι χοικοί· ἀλλ’ οὐκ ἔτι χοικοὶ
ἑκάτεροι. δεῖ τοίνυν προσέχειν ὅτι ὁ μὲν Κύριος ἐξ οὐρανοῦ λέγεται
οὐχ οἱ ἐπουράνιοι· οἱ δὲ οὐράνιοι ἀπὸ γῆς, οὐχ ὁ ἐξ οὐρανοῦ
Κύριος· εἰκόνα χοικοῦ λέγει, τὴν ἀναστροφὴν τὴν χοικήν· εἰκόνα
ἐπουρανίου, τὴν ἐπουράνιον πολιτείαν· ἀντὶ τοῦ, ἐμιμησάμεθα τὴν <lb n="5"/>
παρακοὴν τοῦ Ἀδάμ· μιμησώμεθα καὶ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τὴν
ὑπακοὴν ὑπακούσαντες.</p><p>Φωτίου. Ὁ πρῶτος γὰρ ἄνθρωπος γήινος ἦν· οὐ τῷ ἐκ
παρῆχθαι· οὕτω γὰρ πάντες γήινοι· καὶ ἔτι οὐκ ἄν τις αἰτιάσαιτο
τὸ ἐκ γῆς παρῆχθαι· ἀλλ’ ἐκ γῆς φησὶν, τοῦτ’ ἐστιν γήινος <lb n="10"/>
καὶ σαρκικὸς καὶ κάτω φρονῶν· ὁ δὲ δεύτερος, μετάρσιος ὅλος καὶ
οὐράνιος· καὶ μηδεμίᾳ τῶν γηίνων κηλῖδι βαρυνόμενος· οἷος τοιγαροῦν
ἢν ὁ χοικὸν ἑαυτὸν δι’ ὣν ἐφρόνει καὶ ἔπραττεν καταστήσας,
τοιοῦτοι ἔσονται καὶ οἱ πρὸς μίμησιν ἐκείνου βιοῦντες, τοῦτ’
ἔστιν χοϊκοί· καὶ πάσχοντες ὅσα εἰκὸς πάσχειν τοὺς προσηλώσαντας <lb n="15"/>
ἑαυτοὺς τῷ χοἴ· καὶ οἷος ἦν ὁ μετάρσιον καὶ οὐράνιον καὶ
καθαρὰν τὴν ἔπι γῆς αὐτοῦ πολιτείαν ἐνστησάμενος, τοιοῦτοι
ἔσονται καὶ οἱ πρὸς ὁμοίωσιν, καθ’ ὅσον ἐστὶν ἀνθρώποις δύνατον,
ἐκείνης τῆς οὐρανίου διαγωγῆς πολιτευσάμενοι· τοῦτ’ ἐστιν ἐπουρανιοί
τε ἔσονται, καὶ τῶν ἀξίων αὐτοῖς γερῶν ἀπολαύσουσιν.</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “Φορέσωμεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου·” τὸ
“φορέσαμεν” εἰ μὲν διὰ τοῦ ὁ βραχέος γραπτέον· προσαγόρευσίς
ἐστιν ἐξ ἀκολουθείας ληφθεῖσα τοῦ μέλλοντος· καὶ ἀποφάσεως
ἅμα δύναμιν πληροῦσα· τοῦτ’ ἐστιν πάντως φορέσομεν τὴν εἰκόνα
του ἐπουρανίου ὥσπερ γὰρ εφορέσαμεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ χοικοῦ <lb n="25"/>
καὶ εἴη ἃν εἰκὼν μὲν τοῦ χοικοῦ ὁ θάνατος, εἰκὼν δὲ τοῦ ἐπουρανίου
ἡ ἀνάστασις, καὶ ἡ ἀφθαρσία· ὅτε γὰρ Ἀδὰμ διὰ τοῦ θανάτου
εἰκονίζεται· αὐτὸς γὰρ καὶ πρῶτος καὶ τῶν ἄλλων αἴτιος τοῦ θανεῖν
γέγονεν. καὶ ὁ δεσπότης Χριστὸς πάλιν διὰ τῆς ἀναστάσεως καὶ
τῆς ἀφθαρσίας εἰκονίζεται· αὐτός τε γὰρ πρῶτος ἀνέστη σαρκὶ <lb n="30"/>
νικήσας τὸν θάνατον· καὶ τῷ γένει παντὶ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀνάστασιν
καὶ ἀφθαρσίαν ἐπήγαγεν· εἰ δὲ τὸ “φορέσωμεν” διὰ
μακροῦ γραπτέον ἐστὶν τοῦ ω· παραίνεσίς ἐστιν καὶ συμβουλὴ
ἐπ’ ἀρετὴν καὶ ἔνθεον πολιτείαν· φορέσωμεν φησὶν, ἐνδυσώμεθα
τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου· ἵνα κληρονομήσωμεν τὴν οὐρανῶν βασι- <lb n="35"/>

<pb n="328"/>
λείαν· καὶ εἴη ἃν εἰκὼν μὲν ἐνταῦθα χοικοῦ λαμβανομένη, αἱ
πράξεις αἱ πονηραὶ καὶ βρίθουσαι πρὸς τὰ γήια καὶ σαρκικὰ
πάθη· ταῦτα γὰρ μορφοῖ καὶ χαρακτηρίζει τὸν ἁμαρτωλὸν, ὅς
ἐστιν χοικός· εἰκὼν δὲ ἐπουρανίου, τὸ ὑψηλὸν καὶ μετάρσιον τῆς
πολιτείας καὶ ἡ κτῆσις τῶν οὐρανίων ἀρετῶν· φησὶν οὑν ἅμα καὶ <lb n="5"/>
ἐντρέπων, “φορέσωμεν τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου,” κτησώμεθα
πολιτείαν ὑψοῦσαν ἡμᾶς πρὸς οὐρανόν· οὐ γὰρ αἰσχύνεσθε οὐ δὲ
ἐγκαλύπτεσθε, ὅτι τὴν εἰκόνα τοῦ χοικοῦ προθύμως ἐφορέσαμεν,
καίτοι κατασπῶσαν ἡμᾶς καὶ τῆς βασιλείας Θεοῦ ἀναξίους ἀποφαίνουσαν·
πρὸς δὲ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου ἔτι μέλλομεν καὶ <lb n="10"/>
ἀναβαλλόμεθα; σπουδάσωμεν ταύτην ἐνδύσασθαι· ταύτην ζηλῶσαι
τὴν οὐράνιον πολιτείαν· ἄλλως γὰρ οὐκ ἔστι τυχεῖν τῆς οὐρανίου
βασιλείας.</p><lb n="50"/><p>Τοῦτο δὲ φημὶ, ἀδελφοὶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν
Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύναται, οὐδὲ ἡ φθορὰ τὴν <lb n="15"/>
ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ.</p><p>Σευηριανοῦ. Κατὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦτο ἕλκουσι πολλοὶ
τῶν αἱρετικῶν ὑπὸ πολλῆς ἀνοίας· οὐ γὰρ εἶπεν ὅτι σὰρξ καὶ
αἷμα οὐκ ἀνίσταται, ἀλλὰ βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσει· τῆς
βασιλείας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπέκλεισεν· οὐ τῆς ἀναστάσεως <lb n="20"/>
τὴν χάριν· ὃ οὖν λέγει τοιοῦτόν ἐστιν, ὅτι σὰρξ, σὰρξ οὖσα, οὐ
κληρονομεῖ· καὶ αἷμα, αἷμα ὂν, οὐ κληρονομεῖ· ἕως γὰρ ἡ σὰρξ
σάρξ ἐστι, φθαρτή ἐστιν· λοιπὸν δὲ ἐνδυσαμένη ἀφθαρσίαν, τῆς
σαρκὸς ἀποθεμένη τὴν ἀσθένειαν, ἕτερόν τι γίνεται, τοῦτ’ ἔστι
ἄφθαρτον.</p><lb n="25"/><p>Ἰωάννου. Εἶδες πῶς ἑρμήνευσε τὰ προειρημένα,
ἡμᾶς πραγμάτων, ὃ πολλαχοῦ ποιεῖ· σάρκα γὰρ ἐνταῦθα τὰς
πονηρὰς πράξεις καλεῖ· ὃ καὶ ἀλλαχοῦ πεποίηκεν, οἷον ὡς ὅτ’ ἃν
λέγῃ, “ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκὶ καὶ πάλιν, οἱ δὲ ἐν
“σαρκὶ ὄντες, Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται·” ὥστε ὅτ’ ἂν λέγῃ, τοῦτο <lb n="30"/>
δέ φημι, οὐδὲν ἄλλο λέγει ἣ ὅτι διὰ τοῦτο ταῦτα εἶπον, ἵνα μάθῃς
ὅτι πονηραὶ πράξεις εἰς βασιλείαν οὐκ εἰσάγουσιν, οὐδὲ ἡ φθορὰ
τὴν ἀφθαρσίαν, τοῦτ’ ἔστιν ἡ κακία τὴν δόξαν ἐκείνην καὶ τὴν
τῶν ἀφθάρτων πραγμάτων ἀπόλαυσιν· καὶ γὰρ πολλαχοῦ τῇ

<pb n="329"/>
προσηγορίᾳ ταύτῃ τὴν κακίαν καλεῖ· ὡς ὅτ’ ἃν φησὶν, “ὁ σπεί-
“ρων εἰς τὴν σάρκα, ἐκ τῆς σαρκὸς θερίσει φθοράν.” εἰ δὲ περὶ
σώματος ἔλεγεν, ἀλλ’ οὐ περὶ πονηρᾶς πράξεως· οὐκ ἂν εἶπεν
φθορὰν, λέγει· “δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύνασθαι ἀρθαρσtαν.”</p><p>Σευηριανοῦ. Ἀπέδειξεν ὃ ἔλεγεν πρὸ τούτου· ἀρθαρσίαν γὰρ <lb n="5"/>
καλεῖ τὴν βασιλείαν· φθορὰν δὲ τὴν ἐν τῷ αἰῶνι τούτω θνητότητα·
τὰ οὑν ἐναντία τῶν ἐναντίων οὐ γίνεται κληρονόμα.</p><p>Θεοδωρου. Σάρκα καὶ αἷμα τὴν θνητὴν φύσιν καλεῖ· ἀδύνατον
δὲ ταύτην ἔτι θνητὴν οὖσαν τῆς ἐπουρανίου βασιλείας τυχεῖν·
ἀλλὰ δῆλον ὅτι ἄφθαρτος γενομένη, τῶν ἐπηγγελμένων ἀγαθῶν <lb n="10"/>
ἀπολαύσεται.</p><p>Κυτίλλου. Συνίστησι τὸ τῆς ἀναστάσεως καὶ διὰ τοῦτο μυστήριον.
στήριον. ἕως μὲν γάρ ἐστι τὸ σῶμα τὸ ἀνθρώπινον σὰρξ καὶ αἷμα,
τοῦτ’ ἔστι θνητὸν καὶ φθαρτὸν, Θεοῦ βασιλείαν, τοῦτ’ ἔστι τοῦ
εἶναι διηνεκῶς, οὐκ ἃν δύναιτο κληρονομεῖν· πᾶσα δὲ οὖν ἀνάγκη <lb n="15"/>
καταπίνεσθαι τὴν φθορὰν καὶ ἀφανίζεσθαι τὸ εὐμάραντον· μεταπλάττεσθαι
δὲ πρὸς ἀφθαρσίαν αὐτὸ, καὶ θείᾳ τινι καὶ ἀπορρήτῳ
δόξῃ καταφαιδρύνεσθαι. κληρονομήσει γὰρ τότε τὴν τοῦ Θεοῦ
βασιλείαν.</p><p>Μεθοδίου. Τὸ ἀποθνῆσκον κληρονομεῖται· τὸ δὲ ζῶν κληρονομεῖ·
διὸ οὐ τὸ ἀποθνῆσκον σῶμα κληρονομεῖ τὴν ἀφθαρσίαν καὶ
τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν· ἀλλ’ αὐτὸ ὑπὸ τούτων κληρονομεῖται
εἰς τὸ γενέσθαι ἄφθαρτον καὶ δεκτικὸν τῆς βασιλείας.</p><p>Φωτίου. Καὶ τὸ τοῦτο δὲ φησὶν ἀδελφοὶ πρὸς τὴν διάφορον
ἑρμηνείαν τοῦ “καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοικοῦ, φορέ- <lb n="25"/>
“σωμεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου” ἐκληφθήσεται· ἡ γὰρ τῆς
προτροπῆς καὶ συμβουλῆς ἐστιν αἰτία· ὅτι διὰ τοῦτο παραινῶ
ὑμῖν καὶ συμβουλεύω ταῦτα ποιεῖν, ἵνα τὴν οὐρανῶν κληρονομήσητε
βασιλείαν· διότι οἱ σαρκικοὶ καὶ ἐμπαθεῖς βασιλείαν Θεοῦ
οὐ κληρονομήσουσιν. οὐ γάρ ἐστιν φύσιν ἢ ἀκολουθίαν ἔχον, ἵνα ὁ <lb n="30"/>
καταφθείρας καὶ καταρυπώσας ἑαυτὸν ταῖς ἀκαθαρσίαις, τὰ τῶν
ἀγαθῶν καὶ μὴ καταφθαρέντων τοῖς πάθεσι γέρα κληρονομήσῃ· εἰ
δὲ τῆς δογματικῆς εἰρημένης ἑρμηνείας αἰτίαν αὐτὸ ἐκληψόμεθα,
τοῦτ’ ἔστιν τις ὅτι ἔσται πάντως ἡ ἀνάστασις, καὶ οὕτως πολλὴν
τὴν ἀκολουθίαν ἕξει· συλλογιστικώτερον γὰρ τὸ τοῦτο δὲ φησὶ <lb n="35"/>

<pb n="330"/>
τὴν ἀνάστασιν, ἃν κατασκεύαζον· τὸ δὲ ὅπως ἐν τοῖς
πλατυκωτεροις.</p><lb n="51"/><p>Ἴδου, μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα·
<lb n="52"/> πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ
ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτη σάλπιγγι· σαλπίσει γὰρ, καὶ <lb n="5"/>
οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι, καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα.
<lb n="53"/> δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν,
καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν.</p><p>Ἰωάννου. Ὃ λέγει τοῦτό ἐστιν· οὐ πάντες μὲν ἀποθανούμεθα,
πάντες ἀλλαγησόμεθα· καὶ οἱ μὴ ἀποθνήσκοντες, θνητοὶ <lb n="10"/>
γὰρ κἀκεῖνοι· μὴ τοίνυν ἐπειδὴ οὐκ ἀποθνήσκεις διὰ τοῦτο δείσῃς,
φησὶν, ὡς οὐκ ἀναστησόμενος· εἰσὶ γάρ τινές, εἰσιν οἱ καὶ τοῦτο
φεύξοντες. καὶ ὅμως οὐκ ἀρκεῖ τοῦτο αὐτοῖς εἰς τὴν ἀνάστασιν
ἐκείνην, ἀλλὰ δεῖ καὶ ἐκεῖνα τὰ σώματα τὰ μὴ ἀποθνήσκοντα
ἀλλαγῆναι καὶ εἰς ἀφθαρσίαν μεταπεσεῖν· “ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ <lb n="15"/>
“ὀφθαλμοῦ·” οὐ τοῦτο θαυμαστὸν, φησὶν, μόνον, ὅτι σήπεται
πρῶτον τὰ σώματα, καὶ τότε ἀνίσταται· οὐδ’ ὅτι βελτίονα τῶν
νῦν σηπομένων τὰ ἀνιστάμενα· οὐδ’ ὅτι ἐπὶ πολλῷ μείζονι λήξει
μεταβαίνει· οὐδ’ ὅτι ἕκαστος τὸ ἴδιον ἀπολαμβάνει, καὶ οὐδεὶς
τὸ ἑτέρου, ἀλλ’ ὅτι τὰ τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα, καὶ πάντα λογισμὸν <lb n="20"/>
καὶ νοῦν ὑπερβαίνοντα, ἐν ἀτόμῳ γίνεται, τοῦτ’ ἔστιν ἐν
ἀκαριαίῳ χρόνῳ. καὶ δῆλον καὶ σαφέστερον τὸ ἐν ῥιπῇ, φησὶν,
ὀφθαλμοῦ, ὅσον μύσαι βλέφαρον· εἶτα ἐπειδὴ μέγα εἶπεν καὶ ἐκ
στάσεως γέμον, εἰ τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα πράγματα οὕτω γίνεται
ταχέως· ἐπάγει εἰς ἀπόδειξιν τὸ ἀξιόπιστον τοῦ ἐργαζομένου, <lb n="25"/>
λέγων, “ σαλπίσει γὰρ καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται καὶ ἡμεῖς ἀπαλ-
“λαγησόμεθα·” τὸ “ἡμεῖς” οὐ περὶ ἑαυτοῦ λέγων, ἀλλὰ περὶ τῶν
τότε εὑρισκομένων ζώντων.</p><p>Θεοδωρίτου. Μυστήριον λέγεται, τὸ μὴ πᾶσι
ἀλλὰ μόνοις τοῖς φίλοις θαρρούμενον· ψυχαγωγεῖ τοίνυν αὐτοὺς <lb n="30"/>
τὰ κεκρυμμένα δηλῶν· ἄτομον δὲ, φησὶν, καλεῖται τὸ λεπτότατον
σῶμα τὸ ἐν τῷ ἡλίῳ φαινόμενον· ὃ τομὴν οὐ δέχεται διὰ τὴν
ἄκραν σμικρότητα· ῥιπὴν δὲ ὀφθαλμοῦ κέκληκεν τῆς κόρης τὴν
κίνησιν· διὰ τούτων δὲ τὴν τοῦ Θεοῦ δύναμιν ἔδειξεν. οὐδὲ γὰρ

<pb n="331"/>
τὸ ἀκαριαῖον ἀναλίσκεται, μεταξὺ τῆς τοῦ Θεοῦ κελεύσεως καὶ
τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως· “ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι·” ἔσται δὲ
τοῦτο, ὅτ’ ἂν ἡ τελευταῖα σάλπιγξ ἠχήσει.</p><p>Θεοδωρου. Ἐσχάτην σάλπιγγα ἐνταῦθα ἐκάλεσεν, μεθ’ ἣν
ἀνίστανται ἅπαντες. αὕτη γὰρ ἡ τοῦ θανάτου κατάργησις· δῆλον <lb n="5"/>
δὲ ὅτι πολλαὶ μὲν φωναὶ σαλπίγγων γίγονται· ἑκάστου δέ τινος
ἐπιτελουμένου πάντως ἔστι σύμβολον· ἐπειδὴ τοίνυν τάξει τινὶ
γίνεται ἕκαστον, εἰκότως ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι τοῦτο ἔσεσθαι
φησίν.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐδήλωσεν ὅτι πολλαί εἰσι σάλπιγγες· ἐσχάτης <lb n="10"/>
γὰρ μνημονεύσας, καὶ τὰς πρώτας συνέθηκεν· “καὶ οἱ νεκροὶ
“ἐγερθήσανται ἄφθαρτοι, καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα.” εἰ ἄφθαρτοι
οἱ νεκροὶ καὶ αὐτοὶ ἀλλαγήσονται, δῆλον ὅτι τίς χρεία καὶ
ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα, ἢ πάντως που τὸ μὲν ἄφθαρτον κοινὸν εἶπεν
πάντων, τὸ δὲ “ἀλλαγησόμεθα” τὴν ἐπὶ τὸ κρεῖττον μεταβολὴν <lb n="15"/>
αἰνίττεται νῦν· διὸ καὶ “ἡμεῖς” εἶπεν περὶ τῶν δικαίων.</p><p>Κυτίλλου. Μέγα καὶ οὐράνιον ἀληθῶς τὸ μυστήριον καὶ
καλυφθὲν αὐτῷ πάντως ποῦ διὰ τοῦ ἐν αὐτῷ λαλοῦντος Χριστοῦ,
“ ἐν ᾧ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ γνώσεως ἀπό-
“κρυφοι.” αὐτὸς γάρ ἐστι καὶ τῶν ἔσεσθαι προσδοκωμένων δια- <lb n="20"/>
νομεὺς ἀγαθῶν· αὐτὸς μεταστοιχειώσει τὴν κτίσιν, καὶ καινουργάσει
τὸ σύμπαν, καὶ ἀπαλλάξει δουλείας εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς
δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. καὶ εἰ ταῦτα ἀληθῆ, πῶς οὐκ ἔδει
πάντη τε καὶ πάντως συγκαινουργεῖσθαι τῇ κτίσει τὸν δι’ ὃν ἡ
κτίσις, φημὶ δὴ τὸν ἄνθρωπον, ἔδει καὶ αὐτὸν ὁρᾶσθαι καινόν; οὐ <lb n="25"/>
φθορᾷ τῇ πρώτη τυραννούμενον, οὐ σαρκικαῖς ἡδοναῖς εἰς ἁμαρτίας
πλεονεκτούμενον· ἐγηγερμένον δὲ μᾶλλον ἐν ἀφθαρσίᾳ τε καὶ
εὐσθενείᾳ· καὶ ἐν τιμῇ καὶ θείᾳ τινι δόξῃ περιεσταλμένον· ἔφη
γάρ που καὶ ὁ θεσπέσιος Ἡσαΐας· “καὶ προπορεύσεται ἔμπροσθέν
“σου ἡ δικαιοσύνη σου, καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ περιστελεῖ σε.” <lb n="30"/>
καὶ μὴν καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς διεβεβαιοῦτο σαφῶς,
ὡς ἐν καιρῷ συντελείας τοῦ αἰῶνος τούτου ἀναβιώσονται μὲν οἱ
νεκροί· οἱ γε μὴν συνιέντες ἐκλάμψουσιν ὡς ἡ λαμπρότης τοῦ
στερεώματος. πλὴν οὐχ ἅπασιν ἀδιακρίτως ἡ τῆς τοιᾶσδε τιμῆς
καὶ δόξης προσκείσεται χάρις. πρέπον δ’ ἃν μᾶλλον ἀπολέγδην <lb n="35"/>

<pb n="332"/>
τοῖς τῶν ἄλλων ἐξῃρημένοις, οἳ καὶ σύμμορφοι γεγόνασι τῆς
εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ· ἀναβιώσονται μὲν γὰρ ὁμολογουμένως τὰ
πάντων σώματα τῇ τῆς ἀφθαρσίας χάριτι κατημφιεσμένα, ἀλλαχθήσονται
δὲ οὐ πάντες. ἀλλ’ οἱ μὲν φαῦλοι ἀπομενοῦσιν ἐν
τῷ τῆς ἀτιμίας σχήματι, ἐπὶ μόνῳ τῷ χρῆναι κολάζεσθαι· οἱ <lb n="5"/>
δέ γε δίκαιοι ἀλλαχθήσονται μόνοι πρὸς τῷ τῆς ἀφθαρσίας
ἀγαθῷ, καὶ τῆς θείας δόξης καταπλουτήσαντες τὴν περιστολήν.
αὐτὸς τοιγαροῦν ἰδίᾳ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ θεοπρεπεῖ μετασχηματίσει
τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, σύμμορφον τῷ σώματι
τῆς δόξης αὐτοῦ. ποῖον ’δε τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν; τουτὶ <lb n="10"/>
τὸ ἐκ γῆς, τὸ τῷ θανάτῳ κατησχημένονa ἐκ τῆς ἀρχαίας ἐκείνης
ἀρᾶς, ἣν λέλυκεν ὁ Χριστὸς, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα. ἔσται
δὲ ὁ μετασχηματισμὸς οὐκ εἰς ἑτέραν τινὰ φύσιν ἀποκομίζων
ἡμᾶς. ἐσόμεθα γὰρ ὅπερ ἔσμεν, τοῦτ’ ἔστιν ἄνθρωποι· πλὴν
ἀμείνους ἀσυγκρίτως· ἄφθαρτοι γὰρ καὶ ἀνώλεθροι, καὶ πρός <lb n="15"/>
τοῦτο δεδοξασμένοι. τί δ’ ἃν βούλοιτο δηλοῦν ἡ ἐσχάτη σάλπιγξ
ἢ διανιστᾷ τοὺς νεκροὺς, αὐτὸς ἡμῖν σαφηνιεῖ λέγων ὁ θεσπέσιος
Παῦλος· “ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγ-
“γέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καὶ οἱ
“νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι·” οὐκοῦν παρεικάζει σάλπιγγι τὴν <lb n="20"/>
τοῦ ἀρχαγγέλου φωνὴν, καὶ τὸ θεῖον ἐκεῖνο καὶ φρικωδέστατον
κέλευσμα. εἰ δὲ καὶ ὁ ἀρχάγγελός ἐστιν ὁ κεκραγὼς καὶ τὸ τῆς
ἀναστάσεως σύνθημα διδοὺς τοῖς ἐν γῇ κειμένοις, ἀλλ’ οὖν τοῦ
Χριστοῦ ἔσται φωνή· καὶ γάρ ἐστιν αὐτὸς ἰδίᾳ δυνάμει διανιστὰς
τοὺς νεκροὺς, καὶ οὔχι που πάντως ἡ τοῦ ἀρχαγγέλου φωνή· <lb n="25"/>
δεσποτικοῖς γὰρ προστάγμασι πᾶσα κτίσις ὑπέζευκται λογική.
ποῖα τοίνυν ὅλως ἀνάστασις ἔσται κατὰ ἀλήθειαν, εἰ μὴ αὐτῷ
φαμὲν ἀναβιώσεσθαι τὸ τῷ θανάτῳ κατησχημένον; ἣ τίνα τρόπον
ἐροῦμεν μονονουχὶ κατορχούμενοι τῆς φθορᾶς, “κατεπόθη ὁ θάνα-
“τος εἰς νῖκος” καὶ τὰ ἑξῆς;</p><lb n="30"/><p>Οἰκοτμενίου. Ἄρα μὴ ἔνι καὶ οὕτω νοῆσαι· μικρὰ δὲ
τοῦ νοήματος· φησὶν ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἐν τῇ
Ἀποκαλύψει τὸ τέλος τοῖς ἀνθρώποις μὴ ὑφὲν πᾶσιν ἐπάγεσθαι·
ἀλλὰ κατὰ μέρος αὐτοῖς ἐπάγεσθαι ἐλέῳ Θεοῦ· ἵνα τῶν πρώτων
<note type="footnote">a Cod. κατασχημένον.</note>

<pb n="333"/>
ἀπολλυμένων, οἱ ὑπολιμπανόμενοι, τῷ φόβῳ τῶν προαναλωθέντων
εἰς μετάνοια· ἔλθωσιν. λέγει δὲ τὸ δόγμα τοῦτο ἐν τῇ λύσει τῆς
ἑβδομῆς σφραγῖδος τοῦ βιβλίου· ὧν οὕτως ἐχόντων, νοήσεις τὸ
ἐν ἀτόμῳ καὶ ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ κατὰ κοινοῦ εἰρῆσθαι καὶ πρὸς
τὰ δύο ἁρμόζειν ἴνα ᾗ οὕτως. πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, οἷον <lb n="5"/>
ἀποθανούμεθα, ἐν ἀτόμῳ καὶ ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, διὰ τὸ κατὰ
μέρος ἐπάγεσθαι τὸ τέλος κατὰ τὸν λόγον τῆς Ἀποκαλύψεως·
πάντες μέν τοι ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ ἐν
τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι· αἱ μὲν γὰρ πρῶται σάλπιγγες ἑπτὰ οὖσαι
κατὰ τὴν Ἀποκάλυψιν οὐκ ἐγείρουσι τοὺς νεκροὺς, ἀλλὰ συντελοῦσι <lb n="10"/>
τοῖς ἀνθρώποις. ἡ δὲ τελευταία ποιεῖ τήν τε ἔγερσιν καὶ
τὴν ἐναλλαγὴν τῶν ἤδη ἀναστάντων ἐν ἀτόμῳ καὶ ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ
σὺν τῇ κτίσει· “καὶ γὰρ καὶ ἡ κτίσις ἀπαλλαγήσεται τῆς
“φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ,”
καθὼς ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους εἴρηται.</p><lb n="15"/><lb n="54"/><p>Ὅταν δὲ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσηται ἀφθαρσίαν,
καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσηται ἀθανασίαν, τότε γενή-
σεται ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος, Κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς
<lb n="55"/> νῖκος. ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; Ποῦ σου, ᾅδη, τὸ
<lb n="56"/> νῖκος; τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου, ἡ ἁμαρτία· ἡ δὲ <lb n="20"/>
<lb n="57"/> δύναμις τῆς ἁμαρτίας, ὁ νόμος· τῷ δὲ Θεῷ· χάρις, τῷ
διδόντι ἡμῖν τὸ νῖκος διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ.</p><p>Ἰωάννου Ὅταν οὖν, φησὶν, ταῦτα γένηται· τότε ἡ γραφὴ
πληροῦται ἡ τοῦ Ὠσηὲ· ἐπειδὴ γὰρ παράδοξα καὶ ὄντως μυστήρια <lb n="25"/>
εἰπεν, λοιπὸν καὶ γραφικῇ μαρτυρίᾳ πιστοῦται τὸν λόγον.</p><p>Κυτίλλου. Ἰστέον δὲ ὅτι τὴν τοῦ προκειμένου ῥητοῦ παράθεσιν
ὁ μακάριος Παῦλος κατὰ τὴν Ἑβραίων ἔκδοσιν ἐποιήσατο. ἔχει
δὲ οὐχ οὕτως ἡ τῶν ἑβδομήκοντα· γέγραπται γὰρ ἐν προφήταις·
“ποῦ ἡ δίκη σου, θάνατε; ποῦ τὸ κέντρον σου ᾅδη;” πλὴν τὸ <lb n="30"/>
κέντρον τοῦ θανάτου, φησὶν, ἡ ἁμαρτία· ἡ δὲ δύναμις τῆς ἁμαρτίας
ὁ νόμος. πλήττει μὲν γὰρ οἷά τις σκορπίος ὁ τὸ κράτος
ἔχων τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἐστιν ὁ Σατανᾶς· πλήττει δὲ οὐχ ἑτέρως,
πλὴν ὅτι διὰ τῆς ἁμαρτίας. ἀλλ’ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Σωτῆρ’ ἐπάνω

<pb n="334"/>
ὄφεων καὶ σκορπίων πατεῖν, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ
ἐχθροῦ. κατηφάνισται γὰρ τοῦ θανάτου τὸ κέντρον, ἐξηρημένης
τῆς ἁμαρτίας καὶ οὐκ ἔτι δύναμιν ἐχούσης τὸν νόμον. κατακρίνει
γὰρ ὁ νόμος τοὺς ἁμαρτάνοντας. τοιγάρτοι φησὶν ὁ θεσπέσιος
Παῦλος, δύναμιν εἶναι τῆς ἁμαρτίας τὸν νόμον· λέλυται δὲ <lb n="5"/>
τοῦτο ἐν Χριστῷ· ἁμαρτία γὰρ ἡμῶν οὐ κυριεύσει· ὅτι οὐκ ἐσμὲν
ὑπὸ νόμον ἀλλ’ ὑπὸ χάριν. χωρὶς δὲ νόμου ἁμαρτία νεκρά. τίς
οὖν ὁ πάντων τούτων ἡμῖν χορηγός; τῆς δικαιοσύνης ὁ πρύτανις,
τῆς ἐλευθερίας ὁ δοτὴρ, καὶ παντὸς ἀγαθοῦ πηγὴ καὶ πρόφασις,
εἰσόμεθα λέγοντος τοῦ μακαρίου Παύλου. “τῷ δὲ Θεῷ χάρις, τῷ <lb n="10"/>
διδόντι ἡμῖν τὸ νῖκος, διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.</p><p>Ἰωάλλου. Εἶδες ψυχὴν γενναίαν; καὶ γὰρ ὡς νικητήρια
καὶ ἔνθους γενόμενος, καὶ ὁρῶν ἤδη ὡς γεγεννημένα τὰ μέλλοντα,
ἐνάλλεται καὶ ἐπεμβαίνει τῷ θανάτῳ κειμένῳ, καὶ τὴν ἐπινίκιον
ἀλαλάζει φωνὴν κατὰ τῆς τούτου κεφαλῆς κειμένης, μεγάλα <lb n="15"/>
βοῶν καὶ λέγων, “ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον; ποῦ σου ᾅδη τὸ
“νῖκος;” οἴχεται καὶ ἀπόλωλεν καὶ ἠφάνισται παντελῶς.</p><p>Θεοδωρίτου. “Τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία·” αὕτη
γὰρ τῷ θανάτῳ τὴν φύσιν παρέδωκεν.</p><p>Θεοδωρου. Νόμον ἐνταῦθα λέγει ἁπλῶς· εἴτε τὸν θετόν. βούλεται <lb n="20"/>
γὰρ εἰπεῖν ὅτι τότε σὺν τῷ θανάτῳ καὶ ἡ ἁμαρτία λύεται,
καὶ νόμος ἅπας ἀργεῖ. ἐπειδὴ ἄφθαρτοι γεγονότες, τῇ τοῦ
Πνεύματος χάριτι κυβερνόμεθα.</p><p>Ἰωάννου Χωρὶς τοῦ νόμου ἀσθενὴς ἡ ἁμαρτία ἦν· πραττομένη
μὲν, οὐ δυναμένη δὲ οὕτως καταδικάσαι. τὸ μὲν γὰρ κακὸν <lb n="25"/>
ἐγίνετο· σαφῶς δὲ οὐκ ἐδείκνυτο οὕτως· ὥστε οὐ μικρὸν ἐπήνεγκεν
ὁ νόμος τὸ καὶ γνωρίσαι τὴν ἁμαρτίαν μᾶλλον, καὶ ἐπιτεῖναι τὴν
κόλασιν. εἰ δὲ βουλόμενος κωλύσαι, χαλεπωτέραν ἀπέφηνεν· οὐ
παρὰ τὸν ἰατρὸν τὸ ἔγκλημα· ἀλλὰ παρὰ τὸν κακῶς τῷ φαρμάκῳ
χρησάμενον· ἐπεὶ καὶ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μᾶλλον ἐβάρησεν <lb n="30"/>
τοὺς Ἰουδαίους. ἀλλ’ οὐ διὰ τοῦτο αὐτῇ ἐγκαλέσωμεν· ἀλλὰ
ταύτην μὲν θαυμασόμεθα, ἐκείνους δὲ μισήσομεν βλαβέντας δι’
ὧν ὠφελεῖσθαι ἔδει.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἀναγκαίως εἰς ὕμνον τὸν περὶ τῆς ἀναστάσεως
συνεπέρανεν λόγον.</p><lb n="35"/><pb n="335"/><p>Φωτίου. Ἐπειδή ἐστιν καταποθῆναι θάνατον εἰς φθορὰν τῶν
καταπιόντων, ὥσπερ καὶ φάρμακόν ἐστι καταποθῆναι ἐπὶ διαφθορᾷ
ὁμοίως τῶν χρησαμένων, διὰ τοῦτο ἐπήγαγεν τὸ εἰς νῖκος·
ἀντὶ τοῦ οὐχ ἵνα φθείρῃ τὸν καταπιόντα, ἀλλ’ ἵνα αὐτὸς ἀφανισθῇ
καὶ κατὰ κράτος ἐκνικηθῇ· ὥστε μηκέτι μήδ’ ἴχνος μάχης ἣ <lb n="5"/>
σκίαν ἐνοχλήσεως ὑπολειφθῆναι· καὶ τὸ κατεπόθη δὲ μετὰ τῆς
προθέσεως ῥηθὲν, τὴν σφοδρὰν αὐτοῦ διαφθορὰν σημαίνει. ὅλος
φησὶν κατεπόθη εἰς νῖκος· ὥστε μηδὲν αὐτοῦ ἔστι
ἐναπολειφθῆναι.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐπειδὴ τὸν νόμον εἶπεν δύναμιν τῆς ἁμαρτίαις· <lb n="10"/>
ἵνα μή τινες αὐτόν τε τὸν νόμον ὡς φαῦλον πεπαῦσθαι νομίσωσι,
καὶ τὸν νομοθέτην βλασφημήσωσιν· ἐπάγει “τῷ δὲ Θεῷ χάρις·”
οἷον τῷ δὲ νόμου νομοθέτῃ Θεῷ καὶ Πατέρι τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ χάρις. αὐτὸς γὰρ καὶ τὸν νόμον κατὰ καιρὸν
συμφέροντα ἔδωκεν, καὶ τούτῳ ἡμῶν εἰς ἰσχὺν ἁμαρτίας ἀποχρησαμένων <lb n="15"/>
καὶ κραταιωσάντων τὴν ἁμαρτίαν, αὐτὸς πάλιν διὰ τοῦ
Υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔδωκεν ἡμῖν τὸ κατ’
αὐτῆς ἀναμφήριστον κράτος καὶ νῖκος.</p><lb n="58"/><p>Ὥστε, ἀδελφοί μοι ἀγαπητοὶ, ἑδραῖοι γίνεσθε, ἀμετακίνητοι,
περισσεύοντες ἐν τῷ ἔργω τοῦ Κυρίου πάντοτε, <lb n="20"/>
<lb n="1"/> εἰδότες ὅτι ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ ἔστι κενὸς ἐν Κυρίῳ. περὶ
δὲ τῆς λογίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους, ὥσπερ διέταξα ταῖς
ἐκκλησίαις τῆς Γαλατίας, οὕτως καὶ ὑμεῖς ποιήσατε.
<lb n="2"/> κατὰ μίαν σαββάτων ἕκαστος ὑμῶν παρ’ ἑαυτῷ τιθέτω,
θησαυρίζων ὅ τι ἂν εὐοδῶται.</p><lb n="25"/><p>Ἰωάννου Ἐπεὶ οὖν ἔγνωτε, φησὶ, ταῦτα οὕτως ἔχειν· εἶναι
τε ἀνάστασιν καὶ ἀμοιβὰς καλῶν καὶ φαύλων, στήκετεb. ἐσαλεύοντο
γὰρ περὶ τὸ τῆς ἀναστάσεως δόγμα, καὶ ἠμέλουν βίου,
ὡς οὐκ οὔσης ἀναστάσεως· εἶτα, φησὶ, “καὶ περισσεύοντες ἐν τῷ
“ἔργῳ τοῦ Θεοῦ·” οὐ μόνον αὐτὸ ἐργαζόμενοι· ἀλλὰ καὶ περισσεύοντες <lb n="30"/>
ἐν χρησταῖς πράξεσιν.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὡς σαλευομένοις ταῦτα παρεγγυᾷ· “περισ-
<note type="footnote">b Sic.</note>

<pb n="336"/>
“σεύοντες ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ Κυρίου πάντοτε·” φιλοπόνως τῆς
εὐσεβείας τὸν πλοῦτον συλλέγετε.</p><p>Ἰωάλλου. Ὃν νῦν, φησὶν, κάμνετε· ἀλλ’ ἔσται αὐτοῦ
τὸ δὲ ἐν Κυρίῳ νοήσεις, ἢ ὁ ἐν Κυρίῳ κόπος, ἢ παρὰ Κυρίῳ
οὐ ματαιωθήσεται ὁ κόπος.</p><lb n="5"/><p>Θεοδωρίτου. Δίκαιος ὁ κριτής· καὶ τοὺς στεφάνους ὑφαίνει
τοῖς ἀθληταῖς, καὶ τοῖς ἐργάταις τὸν μισθὸν ἀποδώσει· οὕτω
ταῦτα παραινέσας, τῆς θεραπείας τῶν ἁγίων φροντίσαι παρακαλεῖ.</p><p>Ἰωάλλου. Ἁπαρτίσας τὸν περὶ δογμάτων λόγον, εἰς τὸ
λαιον τῶν ἀρετῶν τὴν ἐλεημοσύνην ἦλθεν· “λογίας” δὲ λέγει τῆς <lb n="10"/>
συλλογῆς, κοῦφον ἐκ προοιμίων ποιῶν τὸ πρᾶγμα· τὸ γὰρ ἐκ
πολλῶν συνεισφερόμενον κοῦφον ἑκάστῳ· εἶτα εἰς ζῆλον αὐτοὺς
ἄγει, διηγήσει τῶν ἑτέροις κατορθωθέντων· ὥσπερ γάρ, φησιν, οἱ
Γαλάται πεποιήκασιν. ὅρα δὲ τὸ ἀναγκαῖον τοῦ γινομένου, πῶς
ἐμφαίνει· ὥσπερ, φησὶν, διέταξα· οὐ γὰρ εἶπεν παρῄνεσα ἣ συνεβούλευσα, <lb n="15"/>
ἀλλὰ διέταξα· τὸ μετὰ αὐθεντίας ἐπιτάξαι δηλοῖ τὸ
τοῦ πράγματος ἀπαραίτητόν τε καὶ ἀναγκαῖον.</p><p>Θεοδωρίτου. Οὐχ ἁπλῶς τῶν Γαλατῶν ἐμνημόνευσεν·
σημαίνων ὡς κἀκείνοις παρεκελεύσατο.</p><p>Ἰωάννου. Μίαν σαββάτων τὴν κυριακὴν καλεῖ· καὶ ἀπὸ τῆς
ἡμέρας αὐτοὺς ἐπὶ ἐλεημοσύνην προτρέπων, τῶν ἐν αὐτῇ μυστηρίων
ὑπομιμνήσκων.</p><p>Θεοδωρίτου. τῇ γνώμῃ τὸ πόσον ἐπιτρέπει· διδάσκων ὡς
ταῖς τὰ βέλτιστα προαιρουμέναις ψυχαῖς, συνεργεῖ Θεός· τοῦτο
γὰρ εἶπεν, ὅτι ἃν εὐοδῶται. κατάλληλος δὲ τῷ ἔργῳ καὶ ἡ δεσποτικὴ <lb n="25"/>
ἡμέρα, τῇ ἀναστάσει τετιμημένη.</p><p>Ἰωάννου Προνοητικῶς λίαν· οὐ γὰρ εἶπεν εὐθὺ φερέτω, ἵνα
μήτις ἐλάχιστον ἔχων αἰσχύνεται· ἀλλὰ πρῶτον παρὰ σαυτῷ
συνάγαγε, καὶ ὅταν ἀξιόλογον γένηται, τότε φέρε· “θησαυριζέτω
δ ὅ τι ἃν εὐοδῶται τοῦτ’ ἔστιν, ὃ ἃν ὁ Θεὸς πέμψῃ καὶ <lb n="30"/>
εὐκαιρίαν σχῇ.</p><lb n="3"/><p>Ἵνα μὴ ὅταν ἔλθω, τότε λογίαι γίνωνται. ὅταν δὲ
παραγένωμαι, οὓς ἐὰν δοκιμάσητε, δι’ ἐπιστολῶν τούτους
πέμψω ἀπενεγκεῖν τὴν χάριν ὑμῶν εἰς Ἱερουσαλήμ·

<pb n="337"/>
ἐὰν δὲ ᾖ ἄξιος τοῦ κἀμὲ πορεύεσθαι, σὺν ἐμοὶ
πορεύσονται.</p><p>Ἰωάννου. Ἵνα μὴ, φησὶν, ὅτ’ ἂν καιρός ἐστιν ἐκφορᾶς· τότε
τις συνάγειν ἄρξηται· τὸ δὲ εἰπεῖν “ὅτ’ ἃν ἔλθω, προθυμοτέρους
πρὸς τὴν συλλογὴν ποιεῖ· ὡς ἐπ’ ὄψεσιν αὐτοῦ μελλούσης ἔσεσθαι <lb n="5"/>
τῆς εἰσφορᾶς.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καλῶς τὸ “οὓς ἃν δοκιμάσητε·” ἀποτριβόμενος
πανταχοῦ τὸ σκανδαλίσαι τινά· ὡς καὶ αὐτοῦ τι βουλομένου
λαβεῖν ἐκ τῶν συναγομένων.</p><p>Θεοδωρίτου. Οὐ γὰρ πρέπον ἐμοῦ παρόντος τὴν τῶν χρημάτων <lb n="10"/>
γίνεσθαι συλλογήν· ἐμὲ γὰρ προσήκει ταῦτα πέμψαι τοῖς
ἁγίοις δι’ ὧν ἂν ὑμεῖς δοκιμάσητε· εἰ δὲ φιλότιμον ἴδοιμι τὴν
χορηγίαν γεγενημένην, καὶ αὐτὸς κοινωνήσω τῆς ὑπουργίας· οὐ
γὰρ εἶπεν ὅτι ἐγὼ ταῦτα κομιῶ, ἀλλὰ “σὺν ἐμοὶ πορεύσονται·
ἃ γὰρ τοῖς ἄλλοις παραινεῖ, πρῶτος ποιεῖ· καὶ ἀπρόσκοπος γίνεται <lb n="15"/>
καὶ Ἰουδαίοις καὶ Ἕλλησιν καὶ τῆ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ. σημαίνει
δὲ αὐτοῖς καὶ τὸν τῆς παρουσίας καιρόν.</p><p>Ἰωάννου Χάριν εἶπεν· οἰκτρὸν γὰρ ἦν τὸ τῆς ἐλεημοσύνης
καὶ ἀνάξιον τῶν μελλόντων λαμβάνειν ἁγίων, καὶ σημαίνων ὅτι
ἀντιλήψονται καὶ αὐτοὶ χάριν τὰς εὐχὰς αὐτῶν.</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Διὰ τούτων εἰς δαψίλειαν αὐτοὺς προτρέπει· ἐὰν
ῄ, φησὶ, τοσαῦτα ὡς καὶ τῆς ἐμῆς διακονίας τὸ πρᾶγμα, απελευσομαι·
πανταχοῦ δὲ καὶ τοὺς ἐκείνων μάρτυρας ἔχειν βούλεται,
ὡς αὐτὸς οὐδὲν λήψεται ἐξ αὐτῶν. διό φησι, “σὺν ἐμοὶ πορεύ-
“σονται.”</p><lb n="25"/><lb n="5"/><p>Ἐλεύσομαι δὲ πρὸς ὑμᾶς, ὅταν Μακεδονίαν διέλθω·
<lb n="6"/> Μακεδονίαν γὰρ διέρχομαι· πρὸς ὑμᾶς δὲ τυχὸν παραμενῶ,
ἢ καὶ παραχειμάσω, ἵνα ὑμεῖς με προπέμψητέ,
<lb n="7"/> οὗ ἐὰν πορεύωμαι. οὐ θέλω γὰρ ὑμᾶς ἄρτι ἐν παρόδῳ
ἰδεῖν· ἐλπίζω δὲ χρόνον τινὰ ἐπιμεῖναι πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν <lb n="30"/>
ὁ Κύριος ἐπιτρέπῃ. ἐπιμενῶ δὲ ἐν Ἐφέσω, ἕως τῆς
<lb n="9"/> πεντηκοστῆς· θύρα γάρ μοι ἀνέῳγε μεγάλη καὶ ἐνεργὴς,
καὶ ἀντικείμενοι πολλοί.
Ἰωάννου τινὸς ἕνεκεν εἶπεν τυχὸν καὶ οὐκ ἀπεφήνατο; ὅτι

<pb n="338"/>
πάντα προῄδει ὁ Παῦλος, καὶ συμφέροντος· διὰ τοῦτο οὐδὲ ἁπλῶς
ἀποφαίνεται· ἵνα κἂν μὴ γένηται, ἔχῃ ἀποφυγὴν τῷ ἀδιορίστως
προσειπεῖν. δηλοῖ δὲ καὶ τὴν τοῦ Πνεύματος ἐξουσίαν ἄγουσαν
αὐτὸν ὅπηπερ ἐβούλετο, οὐκ ἔνθα αὐτὸς ἐπεθύμει· ὃ καὶ ἐν τῇ
δευτέρᾳ τίθησιν Ἐπιστολῇ, τῆς μελλήσεως ἕνεκεν ἀπολογούμενος <lb n="5"/>
καὶ λέγων· “ἃ βούλομαι κατὰ σάρκα, βούλομαι, ἵνα ᾖ παρ’ ἐμοὶ
τὸ ’ναι ’ναι καὶ τὸ οὐ οὐ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐκ εἶπεν ἀπέλθω, ἀλλὰ “διέλθω·” παραμυθούμενος
αὐτοὺς ὡς εὐθὺς παραγινόμενος· καὶ ὅρα προτίμησιν, ἐκείνους
διέρχομαι, ὑμῖν δὲ παραμενῶ· καὶ γὰρ πλείους ἦσαν οἱ ἐν Κορίνθῳ <lb n="10"/>
πιστοί· διὸ καὶ προτιμῶνται παρ’ αὐτοῦ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καλῶς “ τὸ τυχόν· ” τοῦτ’ ἐστιν ἴσως· οὐ γὰρ
ᾔδει πάντως ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦτο ἐπιτρεπόμενος ἢ οὔ. ἀγάπης
δὲ δεικτικὸν τό, τε παραμεῖναι αὐτοῖς, καὶ τὸ ὑπ’ αὐτῶν
προπεμφθῆναι.</p><lb n="15"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Σφόδρα ἀγαπῶντος ἦν τῷτε εἰπεῖν ποῦ προσμενεῖ,
καὶ μέχρι πότε· ἕως τῆς πεντηκοστῆς φησίν· καὶ διατί; θύρα
γάρ μοι ἀνέῳκται· τοῦτ’ ἐστιν πολλοί εἰσιν οἱ παρεσκευασμένοι
τὴν πίστιν δέξασθαι· εἴσοδος οὖν ἐστι μοι πρὸς αὐτούς· τοῦτο δὲ
καὶ παραθαρρύνοντός ἐστιν, ὅτι πανταχοῦ γῆς λοιπὸν ἁπλοῦται <lb n="20"/>
τὸ κήρυγμα.</p><p>Θεοδωρίτου. Πόλλα γὰρ οἱ τῷ κηρύγματι προσίοντες. πολλοὶ
δὲ καὶ οἱ ἀντιτείνοντες, καὶ ἐκποδῶν γίνεσθαι τῇ τούτων σωτηρίᾳ
πειρώμενοι·</p><p>Ἰωάννου. Ἀκμάζει, φησὶν, τῶν προσιέναι μελλόντων <lb n="25"/>
πίστει ἡ διανοία· οὐδὲν χαῦνον ἢ δίψυχον· διά τοι τοῦτο καὶ
ἀντικείμενοι πολλοί· ὅσῳ γὰρ ὁρᾷ ἑαυτὸν ὁ διάβολος γυμνούμενον,
τοσούτῳ ταράσσεται, καὶ τοὺς ἐναντίους ἐξεγείρει.</p><p>Φωτίου.“Πρὸς ὑμᾶς δὲ τυχὸν παραμενῶ·” τὸ “δὲ” παρέλκει
ἐνταῦθα, “πρὸς ὑμᾶς δέ.” σύνηθες δὲ τοῦτο τῇ θείᾳ γραφῇ· <lb n="30"/>
ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς ἔξω συγγραφεῦσιν πολλὴ ἡ τοιαύτη χρῆσις,
καὶ μάλιστα παρὰ τοῖς Ἀττικισταῖς· “ἣ καὶ παραχειμάσω” καὶ
τὰ ἐφεξῆς, εἰς παράκλησιν αὐτῶν καὶ παραμυθίαν εἴρηκεν· οἷον,
ἵνα ὑμεῖς με προπέμψητε καὶ οὐ θέλω ὑμᾶς ἄρτι ἐν παρόδῳ ἰδεῖν,
καὶ ἐλπίζω χρόνον τινα ἐπιμεῖναι πρὸς ὑμᾶς· τὸ δὲ “ἐὰν ὁ Κύριος <lb n="35"/>

<pb n="339"/>
“ἐπιτρέπῃ” ἑρμηνεία ἔστι τοῦ εἰρημένου c ................
ἄνωθεν τοῦ πρὸς ὑμᾶς δὲ τυχὸν καὶ παραμενῶ· διά τι εἶπεν
“τυχόν;” ὅτι οὐκ οἱ δᾶ ἐὰν ὁ Κύριος ἐπιτρέπῃ ἀλλ’ οὐν τὸ ἐμὸν
θέλημα ἵνα προσμείνω ὑμῖν ἐστιν.</p><lb n="10"/><p>Ἐὰν δὲ ἔλθῃ Τιμόθεος, βλέπετε ἵνα ἀφόβως <lb n="5"/>
πρὸς ὑμᾶς· τὸ γὰρ ἔργον Κυρίου ἐργάζεται, ὡς καὶ ἐγὼ,
<lb n="11"/> μή τις οὖν αὐτὸν ἐξουθενήσῃ. προπέμψατε δὲ αὐτὸν ἐν
εἰρήνῃ, ἵνα ἔλθῃ πρός με· ἐκδέχομαι γὰρ αὐτὸν μετὰ
τῶν ἀδελφῶν. περὶ δὲ Ἀπολλῶ τοῦ ἀδελφοῦ, πολλὰ
παρεκάλεσα αὐτὸν, ἵνα ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς μετὰ τῶν ἀδελφῶν· <lb n="10"/>
καὶ πάντως οὐκ ἦν θέλημα ἵνα νῦν ἔλθῃ, ἐλεύσεται
δὲ ὅταν εὐκαιρήσῃ.</p><p>Ἰωάννου. Τοῦτ᾿ ἔστιν, ἵνα μή τις αὐτοῦ κατεξαναστῇ τῶν
ἀπεγνωμένων ἐκείνων. καὶ γὰρ ἔμελλεν αὐτοῖς ἴσως ἐπιτιμᾶν, ὑπὲρ
ὧν καὶ Παῦλος ἐπέστειλεν. καὶ γὰρ ἐπηγγείλατο διὰ τοῦτο <lb n="15"/>
πέμπειν αὐτόν· “ἔπεμψα γὰρ ὑμῖν Τιμόθεον,” φησὶν, “ὃς ὑμᾶς
“ἀναμνήσει τὰς ὁδούς μου τὰς ἐν Χριστῷ. μήτις οὖν αὐτὸν
“ἐξουθενήσῃ.” ἐπειδὴ νέος ὢν ἐνεχειρίσθη δήμου τοσούτου διόρθωσιν·
ἀμφότερα δὲ εἰς καταφρόνησιν ἦγεν· εἰκότως ἐπάγει,
“μήτις αὐτὸν ἐξουθενήσῃ.”</p><lb n="20"/><p>Θεοδωρίτου. Καὶ ταῦτα πάλιν προστέθεικεν εἰς τὴν τοῦ
μαθητοῦ θεραπείαν αὐτοὺς διεγείρων. ἀντὶ τοῦ πρός με ἥξει·
μηνύων μοι τὰ ὑμέτερα πάντα·</p><p>Ἰωάννου. Μῆ μάχας αὐτῷ καὶ φιλονεικίας παράσχητε· μὴ
δὲ παρά τινος ἐπιβουλευθῆναι συγχωρήσητε. τὸ δὲ “ἐκδέχομαι <lb n="25"/>
“αὐτὸν,” φοβοῦντός ἐστιν, ἵνα εἰδότες ὅτι πάντα αὐτῷ ἀναγγελεῖ,
μηδὲν αὐτὸν θλίψωσιν· ἀλλὰ δὲ καὶ ἀξιόπιστον τοῦτο ποιεῖ τὸν
Τιμόθεον· ὅτι ὁ Παῦλος ἔχων τι ποιεῖν δι’ αὐτὸν παραμένει.</p><p>Ὡριγενουσ. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστολῆς ἔφασκεν, ἀκούω
σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν· ἕκαστος γὰρ ὑμῶν φησὶν λέγει· <lb n="30"/>
“ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου· ἐγὼ δέ’ Απολλώ.” τοῦτον περὶ οὗ φησὶν
τοιαύτης στάσεως καὶ ταραχῆς οὔσης ἐν τῇ Κορινθίων ἐκκλησίᾳ·
ὁ θαυμάσιος οὗτος Ἀπολλῶς ἐπίσκοπος ὢν τῶν κατὰ τὸν καιρὸν
<note type="footnote">c Lacuna est in Cod.</note>


<pb n="340"/>
ἐκεῖνον, ὡς ἐπὶ κριτὴν κατέφυγεν τὸν Ἀπόστολον. Παῦλος τὰ
τῆς ἀποστολῆς ἐποίει· οὐκ ἦν αὐτῷ τὰ πράγματα ἐπιβάλλοντα
διατρίβοντι ἐν τῇ Ἀσίᾳ τότε καταλιπεῖν τὰ ἐν τῇ Ἀσίᾳ καὶ
γενέσθαι εἰς τὴν Κόρινθον· ἀλλ’ ἀνθ’ ἑαυτοῦ ἐξελελέξατο Τιμόθεον,
καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν διορθωσόμενον τὰ ἐν Κορίνθῳ, καὶ ἀναγκαίως <lb n="5"/>
μετὰ τῆς Ἐπιστολῆς πέμπων αὐτὸν παρακατιθέναι τῇ Ἐκκλησίᾳ·
ὅτε γὰρ ἐπεδήμουν οἱ ἅγιοι ὠφελοῦντες τοὺς ἀκούοντας, οὐκ ἐν
ἀσθενείᾳ παρεγίνοντο, οὐδὲ ἐν φόβῳ, οὐδὲ ἐν τρόμῳ ὅτε δὲ
παρεγίνοντο πρὸς τοὺς ἀσθενεστέρους, ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ἐν φόβῳ
καὶ ἐν τρόμῳ ἐπεδήμουν.</p><lb n="10"/><p>Τοιοῦτοι ἦσαν Κορίνθιοι, ὥστε οὐ Παῦλον τὸν μέγαν ἐπιδημεῖν
αὐτοῖς, ἀλλὰ τὸν ἀσθενῆ, καθὼς ἔλεγεν· “ἐγενόμην τοῖς ἀσθε-
“νέσιν ὡς ἀσθενής · ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω·” καὶ διὰ τοῦτο
ἔλεγεν· “ κἀγὼ ἐν ἀσθενείᾳ ἐγενόμην πρὸς ὑμᾶς·” διὰ τοῦτο καὶ
ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ πολλῷ ἐγένετο, ὅπως τῶν ἀκουόντων περιγένηται· <lb n="15"/>
ἐπειδὴ οὖν τὸ ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ ἐπιδημεῖν, τὸν
μέλλοντα ὠφελεῖν περὶ τοὺς ἀκροατάς ἐστιν· παρακαλεῖ νῦν τοὺς
Κορινθίους ἵνα ἀφόβως γένηται Τιμόθεος πρὸς αὐτούς· “τὸ γὰρ
ἔργον Κυρίου ἐργάζεται ὡς καὶ ἐγώ ὅπερ ἐγὼ ἐπεποιήκειν ἃν
ἐπιδημήσας ὑμῖν· τοῦτο ποιεῖ ὑμῖν ὁ ιμόθεος· “μήτις οὖν αὐτὸν <lb n="20"/>
“ἐξουθενήσῃ.” εἰ γὰρ τοῦτον, ἐξουθενεῖτε κἀμέ· “τὸ γὰρ ἔργον
“Κυρίου ἐργάζεται ὡς καὶ ἐγώ·” “προπέμψατε δὲ αὐτὸν ἐν εἰρήνῃ.
“ἵνα ἔλθῃ πρός με·” νῦν μὲν ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς εἰρήνην ποιήσων.
στάσιν γὰρ ὑμῶν εὑρίσκει ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ· ἀλλ’ ὁμονοήσαντες
καὶ διορθωθέντες ἐκ τῶν λεγομένων ὑπ’ αὐτοῦ, εἰρήνην ἀναλαβόντες <lb n="25"/>
προπέμψατε αὐτὸν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ὁμονοίᾳ καὶ εἰρήνῃ, ἵνα ἔλθῃ
πρὸς ἐμέ· ἐκδέχομαι γὰρ αὐτὸν μετὰ τῶν ἀδελφῶν· ποίων ἀδελφων;
περὶ ὧν προσεῖπεν ὅτι οὓς ἐὰν δοκιμάσητε δι’ Ἐπιστολῆς
τούτους πέμψω· ἐκδέχομαι οὖν ἀκούων αὐτὸν ἐπανελευσόμενον,
ἀπαγγέλλοντά μοι τὰ καθ’ ὑμᾶς· “περὶ δὲ Ἀπολλῶ τοῦ ἀδελφοῦ <lb n="30"/>
“παρεκάλεσα αὐτὸν, ἵνα ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς· καὶ πάντως οὐκ ἦν
θέλημα ἵνα ἔλθῃ νῦν ἄνθρωπος ἢν ὡς εἰκὸς ἅγιος, εἰρήνης
φίλος· καὶ βλέπων στάσιν καὶ ταραχὴν ἐν τῇ ὑπ’ αὐτοῦ Ἐκκλησίᾳ·
οὐκ ἐπεδικάζετο τοῦ τόπου, ἀλλὰ παρεχώρησεν· εἶτα παρακαλεῖ
αὐτὸν ὁ Ἀπόστολος· μακροθυμήσαντα ἐπανελθεῖν εἰς τὴν <lb n="35"/>

<pb n="341"/>
παροικίαν αὐτοῦ· οὗτος δὲ οὐδὲ ὅλως ἑώρακεν τὴν Κόρινθον· οὐκ
ἀπιθήσας τῷ Ἀποστόλῳ· οὐ γὰρ ἂν οὕτως συνέστησεν αὐτοῦ τὸ
δοκοῦν οὐχ ὑποτεταγμένον· λέγει γὰρ πάντως “ οὐκ ἦν θέλημα
“ ἵνα νῦν ἔλθῃ.” οἷον, οὐκ ἄνευ θελήματος Θεοῦ πεποίηκεν τὸ μὴ
ἐλθεῖν αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς ἐλεύσεται δὲ ὅτ’ ἂν εὐκαιρήσῃ ποτὲ <lb n="5"/>
δὲ εὐκαιρεῖ ; ἐὰν ὑμεῖς εἰρηνεύητε· ἐὰν Τιμόθεον μὴ ἐξουθε-
νήσητε.</p><p>Ἰωάννου. Ὁ Ἀπολλῶς καὶ πρεσβύτερος ἦν μᾶλλον τοῦ
καὶ λόγιος ἀνήρ· ἵνα οὖν μὴ λέγωσι, τί δήποτε αὐτὸν οὐκ
ἔπεμψεν; εἶτα καὶ ἵνα μὴ νομίσωσιν προτετιμῆσθαι τὸν Τιμόθεον· <lb n="10"/>
ἀμφότερα θεραπεύει· τῷ παρακαλέσαι μὲν αὐτὸν ἀπελθεῖν· μὴ
πεῖσαι δὲ, ἐπεὶ μὴ ἦν, φησὶν, θέλημα Θεοῦ· καὶ ἵνα μὴ νομίσωσιν
ὅτι σκῆψις ταῦτα καὶ πρόφασις, εἶπεν ὅτι ἐλεύσεται.</p><lb n="13"/><p>Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῆ πίστει· ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε·
<lb n="14"/> πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω. παρακαλῶ <lb n="15"/>
δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί οἴδατε τὴν οἰκίαν Στεφάνα, ὅτι ἐστὶν
ἀπαρχὴ τῆς Ἀχαίας, καὶ εἰς διακονίαν τοῖς ἁγίοις ἔταξαν
<lb n="16"/> ἑαυτούς· ἵνα καὶ ὑμεῖς ὑποτάσσησθε τοῖς τοιούτοις, καὶ
παντὶ τῷ συνεργοῦντι καὶ κοπιῶντι.</p><p>Ὠριγένουσ. Ἔστι γάρ τις ὕπνος ψυχῆς ἡ γρηγόρησις. διὸ <lb n="20"/>
καὶ ἀποτρέπων τοῦ καθεύδειν τὴν ψυχὴν διὰ Σολομῶντος ὁ λόγος
φησὶν, “ μὴ δῶσιν ὕπνον τοῖς ὄμμασιν· μὴ δὲ νυσταγμὸν σοῖς
“ βλεφάροις· ἵνα σώζῃ ὥσπερ δορκὰς ἐκ βρόχων καὶ ὥσπερ ὄρνεον
“ ἐκ παγίδος·” καὶ ὁ Σωτῆρ’ φησὶ, “ γρηγορεῖτε ἐν παντὶ καιρῷ
“ καὶ προσεύχεσθε, ἵνα δυνηθῆτε ἐκφυγεῖν τοὺς μέλλοντας γίνεσθαι <lb n="25"/>
“ πειρασμούς.” στήκετε· μὴ σαλεύεσθε, ἀλλὰ βέβαιοι γίνεσθε.
ὁ δίψυχος οὐχ ἔστηκεν ἐν τῇ πίστει· ἣ ὁ ἀμφιβάλλων περὶ τῶν
κατὰ τὴν πίστιν πραγμάτων. “ ἀνδρίζεσθε·” ὡς στρατιώταις
λέγει· ἐνδύσασθε γάρ, φησιν, τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸ
δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου. “ κρα- <lb n="30"/>
“ ταιοῦσθε·” οἷον ἀναλάβετε τὴν ἰσχύν· ἵνα δυνηθῆτε κραταιωθέντες
εἰπεῖν, πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ Ἰησοῦ·
“ πάντα ὑμῖν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω·” εἰσαγομένων, τὸ ἐν φόβῳ ποιεῖν·
τελείων δὲ τὸ ἐν ἀγάπῃ.</p><p>Ἰωάλλου. ταῦτα λέγων δοκεῖ μὲν παραινεῖν, καθάπτεται

<pb n="342"/>
αὐτῶν ὡς ῥαθυμούντων· διὸ λέγει “ γρηγορεῖτε” ὡς καθευδόντων·
καὶ διὰ τοὺς ἀπατῶντας, “ στήκετε,” ὡς σαλευομένων· καὶ πρὸς
τοὺς φανερῶς ἐπιβουλεύοντας· “ ἀνδρίζεσθε,” ὡς μαλακιζομένων·
καὶ πρὸς τοὺς διαστασιάζοντας καὶ διασπᾶν ἐπιχειροῦντας· “ πάντα
“ ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω·” ὅπερ σύνδεσμός ἐστι τῆς τελειότητος <lb n="5"/>
καὶ ῥίζα καὶ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν. τί δέ ἐστι τὸ “ πάντα ἐν ἀγάπῃ
“ γινέσθω.” εἴτε ἐπιτιμᾷ τις, φησὶν, εἴτε ἄρχει, εἴτε ἄρχεται,
εἴτε μανθάνει, εἴτε διδάσκει, πάντα μετὰ ἀγάπης· ἐπειδὴ καὶ τὰ
γεγενημένα ἅπαντα κακὰ ἐκ τοῦ ταύτην ἠμελῆσθαι ἐγένετο.</p><p>Θεοδωρίτου. Δύο τέθεικεν ἐπαίνους· καὶ ὅτι πρῶτον τὸ σωτήριον<lb n="10"/>
ἐδέξαντο κήρυγμα· καὶ ὅτι τὴν οἰκίαν τοῖς ἁγίοις ἀναπετάσαντες,
πᾶσαν αὐτοῖς θεραπείαν προσφέρουσιν· οὗ δὴ χάριν καὶ
τούτοις καὶ τὰ ὁμοία προαιρουμένοις, πάσης τιμῆς ἀπόλαυσις
παρακελεύσεται.</p><p>Ἰωάλλου Καὶ Θεοδώρου. Συναντιλαμβάνεσθαι αὐτοῖς βούλεται<lb n="15"/>
καὶ εἰς δαπάνην χρημάτων καὶ εἰς σώματος διακονίαν· ἵνα,
φησὶ, κοινωνῆτε· καὶ γὰρ ἐκείνοις ὁ κόπος ἔσται κοῦφος, ὅτ’ ἃν
ἔχωσι συμμάχους, καὶ τὰ τῆς εὐεργεσίας εἰς διαβήσεται.</p><lb n="17"/><p>Χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ Στεφάνα καὶ Φουρτουνάτου <lb n="20"/>
καὶ Ἀχαϊκοῦ, ὅτι τὸ ὑμῶν ὑστέρημα οὗτοι ἀνεπλήρωσαν·
<lb n="18"/> ἀνέπαυσαν γὰρ τὸ ἐμὸν πνεῦμα καὶ τὸ
ὑμῶν. ἐνιγινώσκετε οὖν τοὺς τοιούτους. ἀσπάζονται
<lb n="19"/> ὑμᾶς αἱ ἐκκλησίαι πᾶσαι τῆς Ἀσίας· ἀσπάζονται ὑμᾶς
ἐν Κυρίῳ πολλὰ Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα, σὺν τῇ κατ’ <lb n="25"/>
<lb n="20"/> οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίᾳ· ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἀδελφοὶ
πάντες.</p><p>Ἰωάννου. Ἐπειδὴ εἰκὸς ἦν ἐξηγριῶσθαι αὐτοὺς πρὸς
οὗτοι γάρ εἰσιν οἱ θέλοντες καὶ δηλώσαντες αὐτῷ τὰ κατὰ τὴν
στάσιν· δι’ αὐτῶν γὰρ καὶ ἔγραψαν τὰ περὶ τῶν παρθένων, τὰ <lb n="30"/>
περὶ τῶν γεγαμηκότων· ὅρα πῶς αὐτοὺς κατεπράυνεν· ἐν ἀρχῇ
μὲν τῆς ἐπιστολῆς εἰπὼν “ ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν ὑπὸ τῶν
“ Χλόης·” καὶ τούτους κρύψας, κἀκείνους εἰς μέσον ἀγαγὼν· εἰκὸς
γὰρ ἐκείνους διὰ τούτων δηλῶσαι. ἐνταῦθα δὲ τὸ “ ὑμῶν ὑστέρημα
“ οὗτοι ἀνεπλήρωσαν, καὶ ἀνέπαυσαν τὸ ἐμὸν πνεῦμα καὶ τὸ ὑμῶν· <lb n="35"/>

<pb n="343"/>
δείκνυς ἀντὶ πάντων ἐλθόντας καὶ ἑλομένους ἀποδημίαν στείλασθαι
τοσαύτην ὕπερ ἀυτῶν. πὼς οὑν τοῦτο τὸ ἴδιον κοινὸν γένηται καὶ
τὸ ὑστέρημα παραμυθήσονται, διὰ τῆς εὐνοίας τῆς εἰς αὐτούς ; ἐὰν
τιμήσητε· ἐὰν ἀποδέξησθε αὐτούς· ἐὰν τῇ εὐποιίᾳ κοινωνήσετε.
Θεοδωρίτου.Καὶ τοῦτο εἰς ὠφέλειαν τέθεικεν, δείκνυς τὸν <lb n="5"/>
τοῦ κηρύγματος δρόμον· “ ἀσπάζεται ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ πολλὰ
“ Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα· σὺν τῇ κατ’ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίᾳ·”
τούτοις συνῴκησεν ὁ θεῖος Ἀπόστολος· ἦσαν γὰρ καὶ αὐτοὶ σκηνοποιοὶ
τὴν τέχνην· οὗτοι διὰ πολλὴν ἀρετὴν καὶ τὴν οἰκείαν ἐκκλησίαν
ἀπέφηναν· μόνα τὰ τῇ ἐκκλησίᾳ· πέπονθα ἐν αὐτῇ ποιεῖν <lb n="10"/>
προαιρούμενοι· συνῆβεν δὲ αὐτῷ κατὰ τὴν Ἔφεσον διατρίβοντι.</p><lb n="21"/><p>Ἀσπάζεσθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ. ὁ ἀσπασμὸς
<lb n="22"/> τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου· εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον
<lb n="23"/> Ἰησοῦν Χριστὸν, ἤτω ἀνάθεμα, μαραναθά. ἡ χάρις τοῦ
<lb n="24"/> Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μεθ’ ὑμῶν, ἡ ἀγάπη μου μετὰ <lb n="15"/>
πάντων ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. ἀμήν.</p><p>Ταύτην τὴν τοῦ ἁγίου φιλήματος ἐνταῦθα μόνον τίθησι προθήκην·
τί δήποτε ; σφόδρα διεστήκεσαν ἀλλήλων τῷ λέγειν “ ἐγὼ
“ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ Ἀπολλώ·” τῷ τὸν μὲν πεινᾶν, τὸν δὲ
μεθύειν, τῷ μάχεσθαι καὶ ζηλοτυπίας καὶ κρίματα ἔχειν· καὶ <lb n="20"/>
ἀπὸ τῶν χαρισμάτων πολὺς ὁ φθόνος ἦν· ἐπεὶ οὖν αὐτοὺς συνῆψε
διὰ τῆς παρούσης παραινέσεως, εἰκότως κελεύει καὶ διὰ τοῦ
φιλήματος τοῦ ἁγίου συνάπτεσθαι. τοῦτο γὰρ ἑνοῖ καὶ ἐντίκτει
σῶμα· τοῦτο ἅγιόν ἐστι, τὸ μὴ μετὰ δόλου καὶ ὑποκρίσεως.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἐγώ φησιν ὑπηγόρευσα τὴν ἐπιστολήν· τὸν δὲ <lb n="25"/>
ἀσπασμὸν προσέθηκα τῇ χειρί. διὰ τούτων δηλῶν τῶν γραμμάτων,
ὡς ἐμὰ πάντα τὰ γεγραμμένα.</p><p>Ἰωάννου Δι’ ἑνὸς τούτου τοῦ ῥήματος, πάντας ἐφόβησεν
τοὺς τὰ μέλη αὐτῶν ποιοῦντας πόρνης μέλη, τοὺς σκανδαλίζοντας
τοὺς ἀδελφοὺς διὰ τῶν εἰδωλοθύτων, τοὺς ἀπ’ ὠνῶν ὀνομαζομένους, <lb n="30"/>
τοὺς τῇ ἀναστάσει διαπιστοῦντας· οὐκ ἐφόβησε δὲ μόνον·
ἀλλὰ καὶ ἔδειξε τῆς ἀρετῆς d τὴν ὁδὸν καὶ τῆς κακίας τὴν ἀπάτην.
ὥσπερ γὰρ σφοδρὰ ἡ περὶ αὐτῶν ἀγάπη γινομένη, πάντα τῶν
<note type="footnote">d In rnarg. πηγὴν.</note>

<pb n="344"/>
ἁμαρτημάτων τὰ εἴδη κατασβέννυσι καὶ ἐξωθεῖ· οὕτως ὅτ’ ἃν
ἀσθενεστέρα ᾖ βλαστάνειν ταῦτα ποιεῖ. “ μαραναθά·” τίνος ἕνεκεν
τοῦτο εἴρηται ; τι δήποτε δὲ καὶ Ἐβραΐδι φωνῇ ; ἐπειδὴ πάντων
τῶν κακῶν ὁ τῦφος αἴτιος ἦν· τοῦτον δὲ τὸν τῦφον ἡ ἔξωθεν σοφία
ποιεῖ e· καὶ τοῦτο κεφάλαιον κακῶν ἦν,. ὃ μάλιστα τὴν Κόρινθον <lb n="5"/>
διέσπασεν· καταστέλλων αὐτὴν οὐδὲ Ἑλλάδι κέχρηται γλώττῃ
ἀλλὰ τῇ Ἐβραΐδι· δείκνυς ὅτι οὐ μόνον οὐκ αἰσχύνεται τὴν ἰδιωτείαν,
ἀλλὰ καὶ μετὰ πολλῆς ἀσπάζεται τῆς θερμότητος f.
δὲ ἕνεκεν αὐτὸ τοῦτο φησὶν, τὸν τῆς οἰκονομίας βεβαιῶν λόγον· ἐξ
οὗ μάλιστα τὰ σπέρματα τῆς ἀναστάσεως συντέθεικεν· οὐ τοῦτο <lb n="10"/>
δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ἐντρέπων· ὡσανεὶ ἔλεγεν, ὁ κοινὸς
πάντων δεσπότης καταβῆναι τοσοῦτον κατηξίωσεν· καὶ ὑμεῖς ἐν
τοιούτοις ἐστε.</p><p>Θεοδωρίτου. τοῦτο οὐ τῆς Ἑβραίων ὥς τινες ὑπέλαβον·
ἀλλὰ τῆς ...... ἐστὶ φωνῆς· ἑρμηνεύεται δὲ “ ὁ Κύριος ἦλθεν·” <lb n="15"/>
τέθεικεν δὲ αὐτὸ, τῶν ἐπ’ εὐγλωττίᾳ λαμπρυνομένων Κορινθίων
τὴν ὀφρὺν καταστέλλων, καὶ διδάσκων ὡς οὐ παιδεύσεως ἀλλὰ
πίστεως χρεία.</p><p>Ἰωάννου Ἐπειδὴ σφοδρῶς αὐτῶν καθήψατο καὶ φορτικῶς
κατηγόρησεν, θεραπεύει λοιπὸν λέγων, “ ἡ ἀγάπη μου μετὰ πάντων <lb n="20"/>
ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. οὐδὲν γὰρ ἀνθρώπινον ἔχει οὐδὲ σαρκικόν
ἀλλὰ πνευματική τίς ἐστιν· διὸ φησὶ σφοδρὰ καὶ γνησία· καὶ
γὰρ σφόδρα ἐρῶντος τὸ ῥῆμα ἦν· ἐπειδὴ γὰρ διέστηκεν τῷ τόπῳ,
καθάπερ δεξιᾶς τινος ἐκτάσει ταῖς τῆς ἀγάπης χερσὶν αὐτοὺς
περιλαμβάνει· δι’ ὧν δείκνυσιν ὅτι οὐκ ὀργῆς ἣ θυμοῦ ἦν τὰ <lb n="25"/>
γραφέντα, ἀλλὰ κηδεμονίας. ἡμεῖς δὲ τὴν ἐντεῦθεν ὠφέλειαν
δρεψώμεθα, καὶ τὸν ἀγαπήσαντα δεσπότην φιλήσωμεν· ἵνα μὴ
τῆς ἀποστολικῆς ἀρᾶς μεταλάχωμεν, ἀλλὰ τῶν ἀποστολικῶν
ἀξιωθῶμεν σκηνῶν· ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, μεθ’ οὗ τῷ
Πατέρι, σὺν τῷ παναγίῳ Πνεύματι, δόξα πρέπει καὶ μεγαλοπρέπεια, <lb n="30"/>
νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ἀμήν. ἀμήν. ἀμήν.</p><note type="footnote">e ἐποίει. f In marg. τί δέ ἐστι μαραθανά ; ὁ Κύριος ἡμῶν ἦλθε.</note></div></div></body></text></TEI>