<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg012.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><head>ΚΕΦ. Δ.</head><lb n="25"/><p>Περὶ γάμου καὶ χηρείας καὶ ἀγαμίας.</p><lb n="1"/><p>Περὶ δὲ ὧν ἐγράψατέ μοι, καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς
<lb n="2"/> μὴ ἅπτεσθαι· διὰ δὲ τὰς πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ
<lb n="3"/> γυναῖκα ἔχετω, καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω. τῆ
γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλομένην εὔνοιαν ἀποδιδότω· <lb n="30"/>
<lb n="4"/> ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί. ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος
οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ
τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ἡ γυνή.</p><pb n="121"/><p>᾿Ὠριγένουσ.ο. Οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνοντες γενικῷ λόγῳ διχῶς
ἁμαρτάνουσιν· ὑποβαίνοντες τὰς ἐντολὰς ἣ ὑπερβαίνοντες. ὅτ’ ἃν
γὰρ μὴ ἀπὸ ἐπιστήμης πολιτευώμεθα, μηδὲ γινώσκοντες τὰ μέτρα
τῆς δικαιοσύνης σφαλλώμεθα, καὶ ἐσθ’ ὅτε ὑπερβαίνοντες τὸν
κανόνα φαντασίᾳ τοῦ ποιεῖν τι κρεῖττον, ἐκπίπτομεν τοῦ προκειμένου· <lb n="5"/>
στάθμιον οὖν ἐστὶν ὃ οὔτε μέγα ἐστὶν οὔτε μικρὸν, ἀλλὰ
σύμμετρον, τὸ εἰδέναι πῶς δὴ βιοῦν· δέδεσαι μετὰ γυναικὸς, ἓν
στάθμιον μέγα ποιεῖς· οὐ φροντίζεις τῆς γυναικὸς, ἀλλὰ λέγεις
ἐγὼ δύναμαι ἐγκρατεύεσθαι καὶ ζῆν καθαρώτερον. ἀλλ’ ὅρα ὅτι
ἡ γυνή σου ἀπόλλυται, οὐ δυναμένη φέρειν τὴν καθαρότητά σου <lb n="10"/>
δι’ ἦν Χριστὸς ἀπέθανεν.</p><p>Τοιοῦτόν τι γέγονεν ἐν Κορίνθῳ· καὶ ἦν ἀκαταστασία ἐν ταῖς
οἰκίαις τῶν ἀδελφῶν· πῆ μὲν ἀνδρῶν, πῆ δὲ γυναικῶν ἐγκρατεύεσθαι
πειρωμένων καὶ ἀλλήλων κατεξανισταμένων. ἔγραψαν οὐν
περὶ τούτου ἐπιστολὴν οἱ ἐν Κορίνθῳ τῷ Ἀποστόλῳ· καὶ πρὸς τὴν <lb n="15"/>
ἐπιστολὴν ταύτην ἀντιγράφει ὁ Ἀπόστολος τὰ προγεγραμμένα.
καὶ οὔτε ἐπέτεινεν τὸν περὶ ἁγνείας λόγον, καὶ ἀνεῖλεν τὸν περὶ
γάμου, οὔτε τὸν περὶ γάμου προκρίνας, ἀνεῖλεν τὸν περὶ παρθενίας,
ὡς καλὸς οἰκονόμος. ἀλλὰ τηρεῖ δι’ ὅλου τοῦ λόγου τὸ
βούλημα αὐτοῦ τινὰ τρόπον, καὶ προτρέπεται καθαρεύειν· καἰ <lb n="20"/>
συγχωρήσας συγκαταβαίνειν, προτρέπεται πάλιν ἀσκεῖν τὴν
ἁγνείαν· καὶ προτρεψάμενος ἀσκεῖν τὴν ἁγνείαν, πάλιν φέρει ἐπὶ
τῷ δεῖν τῆ ἀσθενεία συγκαταβαίνειν τῶν ἀσθενεστέρων· ἤρξατο
δὲ οὐκ ἀπὸ τῶν ὑποδεεστέρων, οὐ γὰρ ἔπρασσεν· ἀλλ’ ἀπὸ τῶν
τελειοτέρων πραγμάτων, λέγων· “ περὶ δὲ ὧν ἐγράψατέ μοι· καλὸν <lb n="25"/>
“ ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι·” οἷον, ἐπαινῶ ὑμᾶς ὅσον ἐπὶ
τῷ ἠθεληκέναι ἁγνεύειν τοὺς ἀποστάντας τῆς μίξεως τῆς πρὸς τὴν
γυναῖκα· ἀλλὰ λογίσασθε μὴ τὸ ἑαυτῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς
γυναικὸς· ἡ γὰρ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς.</p><p>Διὰ γοῦν τὰς πορνείας, ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω· <lb n="30"/>
(??)
καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα· οὐ διὰ τὴν ἑαυτοῦ πορνείαν ο ισχυρότερος
τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω, ἀλλὰ μήπως πορνεύσῃ τῇ
ἐγκρατείᾳ τῆς γυναικὸς ὁ ἀνήρ· αἱρετώτερον γὰρ τοὺς δύο σωθῆναι,
εὑρισκομένους ἐν τοῖς ἔργοις τοῦ γάμου. ἣ τῇ προφάσει τοῦ
<note type="footnote">ο (??) Cod.</note>

<pb n="122"/>
ἑνὸς τὴν ἑτέραν ἐκπεσεῖν τῆς ἐλπίδος τῆς ἐν Χριστῷ· πῶς γὰρ
καὶ σωθήσεται ἔνοχος ὢν τῷ θανάτῳ τῆς γυναικός· οὐκ ἔστι οὖν
καθαρὰ ἡ σεμνότης τῆς τοῦ ἀνδρὸς, ὅτε μὴ ἐκ συμφωνίας τῆς
γυναικὸς γίνηται ἡ ἄσκησις ἀμφοτέροις ὑπὲρ τοῦ σχολάσαι ταῖς
κατὰ Θεὸν εὐχαῖς· τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλὴν ἀποδιδότω· <lb n="5"/>
ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί. προενοήσατο καὶ τοῦ θεραπεύσαι
τὴν ἀσθένειαν τὴν ἀνθρωπίνην, καὶ τὸ εὐσχημονέστατα οἰκονομῆσαι
τὸ κατὰ τοὺς τόπους. διόπερ εἶπεν ὀφειλὴν ὀφείλεσθαι ἀπὸ
τοῦ ἀνδρὸς, καὶ τῷ ἀνδρὶ ἀπὸ τῆς γυναικός. εἶτα ἵνα μὴ δυσωπήσῃ
τοὺς ἐν γάμῳ ὡς δούλους ἀλλήλων τυγχάνοντας· μὴ χωρὶς <lb n="10"/>
συμφωνίας ἥκειν ἐπὶ τὴν ἄσκησιν τῆς καθαρότητος φησίν· “ ἡ
“ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως
“ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ἡ γυνή.”
ἐξουσίαν οὖν ἔχει ὁ ἀνὴρ τοῦ σώματος τῆς γυναικός· καὶ ἐξουσίαν
ἔχων, ἐὰν θέλῃ, μὴ χρήσθω τῇ ἐξουσίᾳ. ἀλλ’ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ <lb n="15"/>
ἐξουσίᾳ ταύτῃ φησὶν ὁ Ἀπόστολος. οἶμαι τοῦτο διδάσκων τὸ
λέγειν, “ μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν· ὡς
“ καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς ”
ἐξουσίαν οὖν ἔχει ἡ γυνὴ τοῦ σώματος τοῦ ἀνδρός· καὶ οὐ δύναται
μὴ χρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ· τὸ δὲ ὁμοίως δὶς κείμενον, δίδωσι νοεῖν <lb n="20"/>
ὅτι μὴ νομιζέτω ὁ ἀνὴρ ἐν τοῖς κατὰ τὸν γάμον πράγμασιν ὑπερέχειν
τῆς γυναικός· ὁμοιότης ἐστὶ καὶ ἰσότης τοῖς γεγαμηκόσι
πρὸς ἀλλήλους.</p><p>Ἰωάλλου Ρ. Ἔγραψαν αὐτῷ εἰ δεῖ ἀπέχεσθαι γυναικὸς ἢ οὐ.
τὸ μὲν καλὸν, φησὶν, καὶ τὸ ὑπερέχον ἐστὶν, τὸ ὅλως μὴ ἄπτεσθαι <lb n="25"/>
γυναικός· τὸ δὲ ἀσφαλὲς καὶ βοηθοῦν ἡμῶν τῇ ἀσθενείᾳ
ἐστὶν, τὸ τῇ νομίμῳ κεχρῆσθαι γυναικὶ καὶ τῷ νομίμῳ ἀνδρί.
αὕτη τῆς συγχωρήσεως αἰτία εἰς ἐγκράτειαν παρακαλεῖ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἔδειξε χρέος οὖσαν τὴν εὔνοιαν καὶ οὐ δωρεὰν
παρεχομένην· ἐπειδὴ εἶπεν τὴν ὀφειλομένην εὔνοιαν, ἡρμήνευσε <lb n="30"/>
ποῖά ἐστιν ἡ ὀφειλομένη εὔνοια· αὕτη φησὶν, οὔτε ἀνὴρ, οὔτε γυνὴ
τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζουσιν. ἀλλὰ τὴν τούτου ἐξουσίαν
ὁ ἕτερος εἶχε τί δήποτε δὲ ἐν μὲν τοῖς ἄλλοις τὸ πλέον δίδωσι
τῷ ἀνδρὶ, ἔνθα περὶ ὑποταγῆς ἣ ἐξουσίας ὁ λόγος αὐτῶν, νυνὶ δὲ
<note type="footnote">p (??) Cod.</note>

<pb n="123"/>
ἰσότητα ἔδωκεν ; καὶ φαμὲν ὅτι ἐκεῖ μὲν περὶ τοῦ ἀρχικοῦ ὁ
λόγος αὐτῷ· νυνὶ δὲ περὶ σωφροσύνης, ἐν ᾗ οὐδεὶς τὸ πλέον ἣ τὸ
ἔλαττον ἔχειν ὀφείλει.</p><lb n="5"/><p>Μῆ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου
πρὸς καιρὸν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ, <lb n="5"/>
καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε, ἵνα μὴ πειράζῃ
<lb n="6"/> ὑμᾶς ὁ Σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν. τοῦτο δὲ λέγω
<lb n="7"/> κατὰ συγγνώμην, οὐ κατ’ ἐπιταγήν. θέλω γὰρ πάντας
ἀνθρώπους εἶναι, ὡς καὶ ἐμαυτόν· ἀλλ’ ἕκαστος ἴδιον
χάρισμα ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως.</p><lb n="10"/><p>Ὠριγένουσ.q. Ὀφείλετε γὰρ ἀμφότεροι εἰδέναι, ὅτι οὐκ ἔστιν
ἡ αὐτὴ εὐχὴ ἀπὸ καθαρότητος ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς, καὶ εὐχὴ ἀπὸ
κοινωνίας· εἰ γὰρ ἐπὶ τῶν εἰδώλων Ἕλληνες ἔστιν ὅτε ἁγνεύουσι,
πόσῳ πλέον σὺ ὁ τῷ Θεῷ τῶν ὅλων εὐχόμενος· καλὸν οὖν ἐστι
συγκαταβαίνειν μὲν διὰ τὴν ἀσθένειαν, ἀνέχειν δὲ διὰ τὰς εὐχάς· <lb n="15"/>
καὶ Μωϋσῆς μὲν ἁγνίζει τὸν λαὸν, καὶ λέγει, “ τρεῖς ἡμέρας μὴ
“ προσέλθητε γυναικί.” ἵνα δυνηθῶσιν ἐκ τοῦ προκεκαθαρευκέναι
ἀκροαταὶ γενέσθαι τοῦ Θεοῦ. καὶ ἐν ταῖς βασιλείαις δὲ ἁγίους
ἄρτους βούλεται παραστῆσαι τῷ Δαβὶδ, φεύγοντι τὴν τοῦ Σαοὺλ
ἐπιβουλὴν, Ἀβιάθαρ ἢ Ἀβιμέλεχ ὁ ἱερεύς. καὶ βουλόμενος ἁγίους <lb n="20"/>
ἄρτους παραθεῖναι, τι φησι ; “ πλὴν εἰ καθαρὰ τὰ παιδάρια ἀπὸ
“ γυναικός·” οὐχ οἷον δὲ ἀπὸ ἀλλοτρίας γυναικὸς, ἀλλ’ ἀπὸ
γαμετῆς· εἶτα ἵνα μὲν ἄρτους προθέσεως λάβῃ r, καθαρὸς εἶναι
ὀφείλει ἀπὸ γυναικός. ἵνα δὲ τοὺς μείζονας τῆς προθέσεως λάβῃ
ἄρτους, ἐφ’ ὡν ἐπικέκληται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ <lb n="25"/>
καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὐ πολλῷ πλέον ὀφείλει τις εἶναι
καθαρώτερος· ἵνα ἀληθῶς εἰς σωτηρίαν λάβῃ τοὺς ἄρτους, καὶ
μὴ εἰς κρίμα ;</p><p>Θεοδωρου. Ἀκρασίαν οὐ τὴν ἀσέλγειαν λέγει, ἀλλὰ τὸν κρατεῖν
οὐ δυνάμενον εἰς πορνείαν καταφέρεσθαι.</p><lb n="30"/><p>Θεοδωρίτου. Ὅτι δὲ τῇ τῶν ἀνθρώπων ἀσθενείᾳ τοὺς
ἐμέτρησεν, ἐδίδαξεν διὰ τῶν ἑξῆς· “ τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγ-
“ γνώμην, οὐ κατὰ ἐπιταγήν. θέλω γὰρ πάντας ἀνθρώπους εἶναι
<note type="footnote">q (??) Cod. r λάβητι Cod.
R 2</note>

<pb n="124"/>
“ ὡς καὶ ἐμαυτὸν ἐν ἐγκρατείᾳ·” καὶ τὴν τελειότητα ὑπέδειξε.
καὶ τὰ ἐλάττονα συνεχώρισεν, “ ἀλλ’ ἕκαστος ἴδιον χάρισμα
ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως. παρεμυθήσατο καὶ
τοὺς ἐν γάμῳ· χάρισμα Θεοῦ τὸν γάμον προσαγορεύσας.. ὑπ’
ἐκείνης γάρ τις τῆς χάριτος βοηθούμενος, καὶ τὴν ἐν γάμῳ <lb n="5"/>
κατορθοῖ σωφροσύνην· ἐπικουρεῖ δὲ ἡ χάρις τοῖς τὴν ἀγαθὴν εἰσφέρουσι
προθυμίαν.</p><p>Θεοδωρου. Οὐκ εἰπεν αὐτῷ γνώμης κατόρθωμα, ἀλλὰ θείας
χάριτος ἔργον. εἰκότως, τὸν γὰρ ἐναντία τῇ φύσει κατορθοῦν
αἱρούμενον, οὐ τῆς ἡμετέρας δυνάμεως, ἀλλὰ τοῦ τῆς φύσεως <lb n="10"/>
ποιητοῦ· οὕτω καὶ ὁ Κύριος, “οὐ πάντες,” φησὶν,“χωροῦσι τὸν λόγον,
“ἀλλ᾿ οἷς δέδοται δόσιν αὐτὸ καὶ χάριν καὶ αὐτὸς προσειπών.</p><p>Ὠριγένουσ. Οἱ πολλοὶ μὲν οἴονται τὸ ἀποστερεῖν ἐπὶ
χρυσίου ἣ ἀργυρίου ἣ τινὸς τῶν τοιούτων λέγεσθαι. σαφῶς δὲ ὁ
Ἀπόστολος καὶ ἐπὶ τῶν ἐν γάμοις ὄντων καὶ ἀκαίρως καὶ χωρὶς <lb n="15"/>
συμφωνίας ἁγνείαν ἀσκούντων, ἀποστέρησιν ὠνόμασεν. ἅπαξ δὲ
ἁπλῶς ὁ τὸ ὀφειλόμενον μὴ ἀποδιδοὺς, ἀποστερεῖ ἐκεῖνον ᾧ ὀφείλει,
μὴ ἀποδιδοὺς τὸ ὀφειλόμενον· ἐνίοτε δὲ συγκλείεται ὁ ἄνθρωπος
εἰς τὸ μὴ δύνασθαι ἅμα δύο ὀφειλὰς ἀποδιδόναι διὸ γέγραπται,
ἵνα τὴν ἀναγκαίαν ἀποδῷ ὀφειλήν. ὃ δὲ λέγω, οὕτως ἔσται σαφές. <lb n="20"/>
οὐκ ἔνεστι καὶ Θεῷ ἀποδιδόναι δεόντως τὰς εὐχὰς, καὶ ἀποδοῦναι
τὴν ὀφειλὴν τὸν γεγαμηκότα τῇ γυναικί· διόπερ τὸ ὀφείλημα τὸ
εἰς Θεὸν ἐὰν ἐπείγῃ, δεῖ τὸ ἕτερον ἀποστερεῖν· ἄκουε γὰρ αὐτοῦ
λέγοντος ; “ μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἃν ἐκ συμφώνου
“ πρὸς καιρόν· ἵνα σχολάσητε τῇ προσευχῇ, καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ <lb n="25"/>
“ αὐτὸ ἦτε·” ὡς μὴ καθαρᾶς ἀναπεμπομένης τῆς εὐχῆς τοῖς καὶ
συνεληλυθόσιν, εἰ καὶ νομίμως συνεληλύθασιν. ἀπέχεσθαι δὲ δεῖ
γυναικὸς καὶ ἐν καιρῷ τῆς ἀφέδρου· καὶ εἰς μέγα γε ἔγκλημα
λογίζεται τὸ συνέρχεσθαι γυναικὶ οὔσῃ ἐν τῇ ἀφέδρῳ· ἐν γοῦν τῷ
καταλόγῳ τῶν ἀνδραγαθημάτων καὶ τὸ καταλόγῳ τῶν ἁμαρτημάτων <lb n="30"/>
παρὰ τῷ Ἐζεκιὴλ s ἀναγέγραπται· “ ὅτι καὶ πρὸς γυναῖκα
“ ἐν χωρισμῷ οὐ μὴ προσέλθῇ,” καὶ δεῖ καθαρεύειν πάντως καὶ
ἀπὸ τῆς ἰδίας γυναικὸς ἐν καιρῷ εὐχῆς καὶ νηστείας.</p><p>Καὶ πάλιν φησὶ, “ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἦτε· ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς
<note type="footnote">s Levit. xviii. 20. Cf. Ezech. xxii. 10.</note>

<pb n="125"/>
“ ὁ Σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν· τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγ-
“ γνώμην· οὐ κατ’ ἐπιταγήν·” πανταχοῦ ἀνίησι διὰ τὴν ἀσθένειαν
τὸν λόγον· καὶ πάλιν ἐπιτείνει διὰ τὸ ἐπιστρέψαι τοὺς ἀκούοντας
τὸν λόγον· “ θέλω δὲ πάντας ἀνθρώπους εἶναι ὡς καὶ ἐμαυτόν·
“ ἀλλ’ ἕκαστος ἴδιον ἔχει χάρισμα ἐκ Θεοῦ· ὃς μὲν οὕτως· ὃς <lb n="5"/>
“ δὲ οὕτως.” πνέει χαρίσματος ὁ γάμος, ὅτε τὰ μέτρα τηρεῖται
τοῦ ἐκ συμφωνίας· καὶ ἀληθῶς ἐστὶν εἰπεῖν ἐπὶ τινῶν· ὅτι τούτῳ
ὁ γάμος χάρισμά ἐστιν· ὅτε οὐκ ἀκαταστασία, ὅτε πᾶσα εἰρήνη,
πᾶσα συμφωνία· εἰπεῖν μέντοι γε ὅτι χάρισμα ἐκ Θεοῦ ἐστιν
ὁ γάμος πιστοῦ πρὸς ἐθνικὸν καὶ ἐθνικοῦ πρὸς πιστόν, τοῦτο οὐκ <lb n="10"/>
ἃν εἴποιμι· οὐ γὰρ δύναται τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ φθάνειν ἐπὶ
τοῖς ἐθνικοῖς· ἐὰν πιστεύσῃ, ἐὰν σωθῇ, τότε ἀρχὴν λήψεται τοῦ
χαρίσματος·</p><p>Χρῶνται δὲ τῷ ῥητῷ τούτῳ καὶ οἱ ἀπὸ Μαρκίωνος. καὶ ἀναισθήτως
κωλύουσι τὸν γάμον· λέγοντες, τὴν ἁγνείαν πρόσταγμα <lb n="15"/>
εἶναι τοῦ ἄλλου Θεοῦ, ὃν ἃν ἔπλασαν παρὰ τὸν δημιουργόν. πλὴν
ἐκ τοῦ ῥητοῦ ἐστιν αὐτοὺς συμβιβάσαι, ὅτι κακῶς κωλύουσι τὸν
γάμον, κακῶς καὶ διαιροῦσι τὴν θεότητα. εἰ γὰρ χάρισμά ἐστι
“ τὸ μὲν οὕτως, τὸ δὲ οὕτως·” χάρισμά ἐστι καὶ ὁ γάμος. εἰ
χάρισμα καὶ ὁ γάμος· κακῶς κωλύεται τὸ χάρισμα ὁ γάμος. <lb n="20"/>
εἰ ὁ μὲν οὕτως, ὁ δὲ οὕτως ἀπὸ Θεοῦ· δῆλον ὅτι εἷς Θεὸς ὁ δεδωκὼς
τὴν ἁγνείαν καὶ ὁ δεδωκὼς τὸν γάμον· καὶ εἷς ὁ τοῦ νόμου καὶ
τοῦ Εὐαγγελίου Θεός ἐστιν, ὃν κατήγγειλαν πρότερον μὲν οἱ
προφῆται, ὕστερον δὲ Χριστὸς Ἰησοῦς.</p><p>Ἰωάλλου t. Μὴ ἐγκρατευέσθω φησὶ θάτερος, θατέρου μὴ βουλομένου. <lb n="25"/>
μήπως πορνεία γένηται πρόξενος τῷ ἑτέρῳ μέρει ἡ σὴ
ἐγκράτεια· “ πρὸς καιρὸν,” φησὶν, τοῦτ’ ἐστι κατὰ καιρὸν τὸν προσήκοντα.
εὐκαιρία δέ ἐστιν ἀποχῆς ἡ νηστεία καὶ ἡ προσευχή·
τοῦτο δὲ φησὶν, οὐ τοὺς συνόντας γυναικὶ εὔχεσθαι ἣ νηστεύειν
κωλύων, ἀλλὰ ὅπως ἡ εὐχὴ καὶ ἡ νηστεία σπουδαιοτέρα γένηται. <lb n="30"/>
ἀπέχεσθε γὰρ, φησὶν, “ ἵνα σχολάσητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσ-
“ ευχῇ,” ὡς τῆς μίξεως ἀσχολίαν οὐκ ἀκαθαρσίαν ίαν ποιούσης·
μίξεως δὲ τῆς πρὸς τὴν νομίμην γυναῖκα, ἵνα μάθῃς ὅτι οὐχ
ὁ διάβολος μόνος αἴτιος τῆς πορνείας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἡμῶν ἀκρασία·
<note type="footnote">t (??) Cod.</note>

<pb n="126"/>
ἐπάγει “ διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν·” δεικνὺς ἔνθεν μᾶλλον ἡ ἐκ τοῦ
διαβόλου γίνεσθαι. ἐπειδὴ σφόδρα αὐτῶν κατηγόρησεν εἰπὼν “ διὰ
“ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν,” νῦν σπουδάζει παραμυθήσασθαι αὐτοὺς
ὅτι φησὶν, τὸ εἰναι παρθένον, χάρισμά ἐστιν ἀπὸ Θεοῦ· οὐκ
ἐπειδὴ τῆς ἡμετέρας οὐ δεῖται σπουδῆς τὸ πρᾶγμα· αὐτὸς γὰρ <lb n="5"/>
ἵνα τις ἀξιωθῇ χαρίσματος, πολλὰ κοπιᾷ· ἀλλ’ ὡς εἴρηται, παραμυθεῖται
αὐτοὺς ὑπὲρ τῆς ὕβρεως. ὁ μὲν καὶ παντελῶς ἀπέχεται
μίξεως· ὁ δὲ ἀρχὴν τῆς γαμετῆς ἵσταται.</p><p>Οἰκουμενίου. οὐ γὰρ ὥσπερ τὸ “οὐ μοιχεύσεις, οὐ
ἤδη καὶ τὸ μὴ ἀποστερεῖν ἀλλήλους ἐπιταγή τις ἐστὶν καὶ ἐπαινετὸς <lb n="10"/>
ὁ τοῦτο ποιῶν ὡς μόνον πληρῶν· κατὰ συγγνώμην, φησὶ,
τοῦτο εἶπον, συγκαταβὰς τῇ ἀσθενείᾳ ὑμῶν. ἐκ δὲ τοῦ εἰπεῖν
“ συγγνώμην,” ἔδειξεν ὅτι καὶ κατεγνωσμένον πράττει πρᾶγμα
ὁ μόνον ἐν τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ ἀπεχόμενος.</p><lb n="8"/><p>Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς <lb n="15"/>
<lb n="9"/>ἐστιν, ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ. εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται,
γαμησάτωσαν· κρεῖσσον γάρ ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι.
<lb n="10"/> τοῖς δὲ γεγαμηκόσι παραγγέλλω, οὐκ ἐγὼ, ἀλλ’
<lb n="11"/> ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι· ἐὰν δὲ
καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος, ἢ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω· <lb n="20"/>
καὶ ἄνδρα γυναῖκα μὴ ἀφιέναι.</p><p>Ὠριγένουσ u. τινὲς τῶν καθ’ ἡμᾶς ὑπὲρ ἃ γέγραπται διδάσκουσι,
καὶ οἰόμενοί τι ποιεῖν, δέον προτρέπειν ἐπὶ μονογαμίαν
μετὰ τοῦ μὴ βρόχον ἐπιτιθέναι τοῖς μὴ δυναμένοις· τοῦτο μὲν οὐ
ποιοῦσιν· ἀνάγκην δὲ ἐπιτιθέασι, καὶ θέλουσι μὴ συνάγειν τοὺς <lb n="25"/>
διγάμους, μηδὲ κοινωνεῖν αὐτοῖς ὡς παραβεβηκόσιν. οὐκ αἰδούμενοι
οὐδὲ τὰς τοῦ Ἀποστόλου φωνάς· ὁ γὰρ λέγων τοῖς
καὶ ταῖς χήραις “ εἰ οὐκ ἐγκρατεύονται γαμησάτωσαν.” ἄντικρυς
ἐπετρεψάμεθα τὸν πρῶτον γάμον μετὰ τοῦ χηρεῦσαι, γυναῖκα
γαμῆσαι, μετὰ τοῦ λοιδορῆσαι τὴν γαμουμένην· εἶπεν γὰρ “ εἰ οὐκ <lb n="30"/>
“ ἐγκρατεύονται γαμησάτωσαν·” ὅρα γὰρ εἰ μὴ ἤδη κατηγορία
ἐστὶν τὸ μὴ ἐγκρατεύεσθαι· οἷον ἔστιν λέγεσθαι ἀνθρώποις Χριστιανοῖς
κάλλιον γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι· πύρωσιν ὀνομάσαντος
u (??) Cod.

<pb n="127"/>
αὐτοῦ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς σαρκὸς μὴ σβεννυμένης ὑπὸ τοῦ λόγου·
ἀλλὰ κρατοῦσαν τῆς ψυχῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ.</p><p>Ἡμεῖς οὖν διδαχθέντες ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου, οὐ κωλύομεν τὴν
διγαμίαν· συγκρίσει γὰρ πυρώσεως, αἱρετωτέρα διγαμία· ὅτ’ ἂν
δὲ κακοῖς συγκρινόμενον κρεῖττον εἶναί τινος νομίζεται· ἐκεῖνο <lb n="5"/>
ἄντικρυς οὐκ ἔστι καλόν· οὐκ ἔστιν σωφροσύνη ὁ δεύτερος γάμος·
οὐκ ἔστιν κατὰ φύσιν Ἀδὰμ τῷ πρώτῳ πλαστῷ. οὐ γὰρ δύναται
τῇ δευτέρᾳ λέγεσθαι γυναικὶ “ τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστῶν
“ μοῦ, καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου.” ἔσχεν Ἀβραὰμ καὶ τὴν
Ἄγαρ· γέγονεν καὶ μετὰ τῆς Χιττούρας· ὅτε δὲ ἐτελεύτα, οὐδεμία <lb n="10"/>
ἐτέθη σὺν αὐτῷ, ἀλλὰ ἡ φύσει γυνή. Ἀβραὰμ γὰρ καὶ Σάρρα ἦν
ἐν τῷ μνημείῳ· καὶ Ἰακὼβ δὲ, εἰ καὶ ἔσχεν μετὰ Ῥαχὴλ καὶ
μετὰ Αἴας, γεγένηται καὶ μετὰ τῶν παιδισκῶν· ἀλλ’ ἐν τῷ μνημείῳ
μόνη Αἴα ἐγένετο σὺν αὐτῷ.</p><p>Μετὰ τοῦ τῆς τῶν πατέρων ἔσεσθαι οἰκονομίας μυστικῆς. <lb n="15"/>
οὐ δήπου δὲ καὶ νῦν ὁ λαμβάνων δευτέραν λέγει, ὅτι τελῶ
οἰκονομίαν μυστικήν. ἐλεύσεται γὰρ ὁ Παῦλος λέγων· “ λέγετέ
“ μοι οἱ τῶν τὸν νόμον ἀναγινώσκοντες, τὸν νόμον οὐκ ἀκούετε ;
γέγραπται γὰρ ὁ δεῖνα δύο υἱοὺς ἔσχεν καὶ τὰ ἑξῆς. οὐ μέλλει
καὶ ἐπ’ αὐτοῦ λέγεσθαι, “ ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα· καὶ <lb n="20"/>
“ αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι· ταῦτα γὰρ τυπικῶς συνέβαινεν
“ ἐκείνοις· ἐγράφη δὲ δι’ ἡμᾶς εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων
“ κατήντηκεν·” λέγω δὲ ταῖς χήραις καὶ τοῖς ἀγάμοις· “ καλὸν
“ αὐτοῖς ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ·” τοῦτο δεύτερον καλόν ἐστιν· ἔστι
γὰρ πρῶτον τούτου ἄλλο καλόν· καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ <lb n="25"/>
ἅπτεσθαι· ποῖον δεύτερον καλὸν, “ καλὸν αὐτοῖς ἐὰν μείνωσιν ὡς
“ κἀγώ· εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν· κρεῖττον γάρ
“ ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι·” διὰ τοῦτο οἱ ἐν γάμοις πρώτοις
ὄντες, μηδέπω πεπειραμένοι δευτέρων, ἀσκείτωσαν τὴν ἁγνείαν,
ἵνα ἐὰν γένηταί τι ἀνθρώπινον, μὴ ἀνάσκητοι καταληφθέντες <lb n="30"/>
ἀσχημονήσωσιν κρεῖττον οὑν τὸ γαμῆσαι δεύτερον γάμον οὐ
γὰρ τὸν πρῶτον λέγει ἐνθάδε· ὡς δῆλόν ἐστιν ἐκ τῆς λέξεως τῆς
“ πυροῦσθαι.”</p><p>Ἐντεῦθεν εἰς ἑτέραν μεταβαίνει νομοθεσίαν “ τοῖς δὲ γεγαμη-
“ κόσι παραγγέλλω, οὐκ ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ Κύριος·” ἡ νομοθεσία ἡ <lb n="35"/>

<pb n="128"/>
πρὸς τοὺς γεγαμηκότας οὐκ ἀπ’ ἐμοῦ ἐστιν, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Κυρίου·
ἅμα δὲ τηρεῖ ἀναγκαῖον παρατήρημα. ὅτι γεγαμηκότες ὠνόμασεν·
ὅτ’ ἂν ἀμφότεροι ὦσι πιστοὶ καὶ ὁ ἀνὴρ καὶ ἡ γυνή· ὅσοι δὲ τοὺς
ἄλλους, ὅσοι ἑτεροζυγοῦσιν, οὐκ ὠνόμασεν ἐν γεγαμηκόσιν. δῆλον
ἐκ τοῦ ἐπιφέρειν αὐτὸν “ τοῖς δὲ λοιποῖς λέγω ἐγὼ, οὐχ ὁ Κύριος· <lb n="5"/>
οὐκ οὖν οἱ λοιποὶ οὐκ εἰσὶ γεγαμηκότες· οὐ γὰρ μετρεῖ αὐτοὺς
γεγαμηκότας· οὐ γὰρ ἐπὶ τούτων ἁρμόζεται γυνὴ ἀνδρὶ παρὰ
Θεοῦ· ἐπὶ δὲ τῶν πιστῶν, ὅτε ἀμφότεροι κοινωνοῦσι καὶ εὐχῶν
καὶ παιδοποιίας ἁγίας, καὶ πάντων ὧν Χριστιανοὺς κοινωνεῖν δεῖ,
λέγει ὅτι ὁ γάμος οὐκ ἀλλότριός ἐστι Θεοῦ· “ παραγγέλλω οὖν <lb n="10"/>
“ οὐκ ἐγὼ ἀλλ’ ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρίζεσθαι.”
τὸ γὰρ μὲν προηγούμενον τοῦτό ἐστιν, συζυγίαν φθάσασαν δέδεσθαι
μὴ λυθῆναι· ἐὰν δὲ καὶ χωρισθῇ, πολλὰ γὰρ ἃν γένοιτο
αἴτια τοῦ καὶ χωρισθῆναι, οἷον πορνεία, ἐὰν γένοιτο τῇ γυναικὶ,
ἁμαρτία ἐστιν κατέχειν τὴν πεπορνευκυῖαν γυναῖκα· ἔαν οὑν καὶ <lb n="15"/>
χωρισθῇ καὶ γένοιτό τι ὂν χωρισμοῦ, μενέτω ἄγαμος, ἢ τῷ ἀνδρὶ
καταλλαγήτω· ὁμοίως δὲ καὶ ’ν θέλω τοιοῦτον εἶναι.</p><p>Ἵνα μὴ ἀφίη γυναῖκα· “ τοῖς δὲ λοιποῖς λέγω ἐγὼ οὐχ ὁ
“ Κύριος·” τοῖς μὲν γεγαμηκόσιν οὐκ ἐγὼ νομοθετῶ, ἀλλ’ ὁ Κύριος·
τοῖς δὲ μὴ γεγαμηκόσιν ἀλλ’ ἑτεροζυγοῦσιν ἀπίστοις· οὐκ ἔχω <lb n="20"/>
νόμον δοῦναι ἀπὸ Θεοῦ, οὐδὲ γὰρ ἄξιοι εἰσιν νόμων Θεοῦ· ἀλλ’
ἀκουέτωσαν ἡμῶν· καὶ χρήσομαι εἰς τὸ νοηθῆναι τὰ κατὰ τὸν
τόπον γεγραμμένοις ἐν τῷ νόμῳ· οἱ νόμοι οἱ κατὰ Μωσέα· οἱ μὲν
Θεοῦ εἰσιν· οἱ δὲ Μώσεως· καὶ τοῦτο ἐπιστάμενος ὁ Κύριος διαφορὰν
νόμων Θεοῦ καὶ νόμου Μώσεως, Μωσέως, ἐπὶ μὲν τῶν ὑπὸ <lb n="25"/>
Θεοῦ νενομοθητημένων· ὁ γὰρ Θεὸς εἶπεν “ τίνα τὸν πατέρα καὶ
“ τὴν μητέρα·” ἐπὶ δὲ τῶν ὑπὸ Μώσεως, “ Μωϋσῆς διὰ τὴν
“ σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν ἀπολύσαι τὰς γυναῖκας·”
τηρήσας γοῦν τὰς τοῦ βιβλίου τοῦ ἀποστασίου, εὑρήσεις οὐκ ἐκ
προστάγματος Κυρίου τὸν νόμον γεγραμμένον· Μωῦσῆς μὲν οὖν <lb n="30"/>
ὑπηρετῶν Θεῷ· νόμους ἔδωκεν δευτέρους παρὰ τοὺς νόμους τοῦ
Θεοῦ· Παῦλος δὲ ὑπηρετῶν τῷ Εὐαγγελίῳ. νόμους ἔδωκεν δευτέρους
τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς μετὰ τοὺς νόμους τοῖς ἀτὲρ x Θεοῦ
διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. καὶ καλόν ἐστιν ἀκούειν νόμον ἀπὸ Κυρίου,
<note type="footnote">x Leg. pot. ἀπὸ.</note>

<pb n="129"/>
ἣ ἀκούειν νόμων Παύλου τοῦ Ἀποστόλου· κἂν γὰρ ἅγιος ᾗ, ἀλλὰ
πολλῷ ὑποδεεστέρους y ἔχει νόμους τῶν νόμων τοῦ Κυρίου.
Σευηριανοῦ. τὴν “ γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι·”
ἃν εἶπεν περὶ τῶν διὰ τὸ ἀποτάσσεσθαι καὶ ἀνακεῖσθαι τῷ Χριστῷ
χωριζομένων· “ ἣ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω, ἢ μενέτω ἄγαμος,” <lb n="5"/>
περὶ τῶν διά τινα μάχην διισταμένων δείκνυται.</p><p>Θεοδωρίτου. Τῆς εὐαγγελικῆς νομοθεσίας ἀνέμνησεν. ὁ
Κύριος ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις ἔφη “ πᾶς ὁ ἀπολύων τὴν
“ γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχευ-
“ θῆναι·” διὰ τοῦτο προστέθεικεν “ οὐκ ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ Κύριος·” τὸ <lb n="10"/>
δέ γε “ μενέτω ἄγαμος, ἣ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω,” οὐκ ἔστιν
ἐναντίον τῷ “ μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἃν ἐκ συμφώνου.”
ἐκεῖνα γὰρ τοῖς μὴ δι’ ἄλλην πρόφασιν χωριζομένοις, ἀλλὰ διὰ
μόνην ἐγκράτειαν εἴρηται· ἐνταῦθα δὲ τοῖς περὶ ἑτέρων πραγμάτων
ζυγομαχοῦσιν νομοθετεῖ· καὶ πειρᾶται μὲν ἀρραγῆ φυλάξαι <lb n="15"/>
τοῦ γάμου τὴν ζεύγλην. συγκατιὼν δὲ τῇ ἀσθενείᾳ, τῷ χωριζομένῳ
νομοθετεῖ τὴν ἐγκράτειαν, καὶ ταύτῃ κωλύων τοῦ γάμου
διαίρεσιν· ἀπείργων γὰρ ἑτέρῳ συνάπτεσθαι, πρὸς τὸν πρότερον
γάμον μέρος ἑκάτερον ἐπανελθεῖν συνωθεῖ.</p><p>Ἰωάλλου z. Ὅρα σοφίαν· καὶ βελτίονα δείκνυσι τὴν ἐγκράτειαν, <lb n="20"/>
καὶ οὐκ ἀναγκάζει τὸν μὴ φθάνοντα, δεδοικὼς μή τι μεῖζον
παράπτωμα γένηται· ἐνέφηνεν ὅση τῆς ἐπιθυμίας ἡ τυραννίς. εἰ
πολλὴν, φησὶν, ὑπομένεις βίαν καὶ πύρωσιν, ἀπαλλάγηθι καὶ
γάμισον, μή ποτε περιτραπῇς. ἐπειδὴ ῥητῶς νόμον ὑπὸ τοῦ
Κυρίου τεθέντα λέγειν μέλλει, διὰ τοῦτο φησὶν, “ οὐκ ἐγὼ ἀλλ’ <lb n="25"/>
“ ὁ Κύριος·” τοῦδε ὁ νόμος, μὴ γίνεσθαι διαίρεσιν “ παρεκτὸς
“ λόγου πορνείας.” καὶ τὰ μὲν ἔμπροσθεν εἰρημένα, εἰ καὶ μὴ
ὀνομαστὶ ὁ Κύριος εἶπεν, ὅμως καὶ αὐτῷ τῷ Κυρίῳ καλῶς ἔχειν
δοκεῖ, τῷ διὰ τοῦ στόματος Παύλου λαλοῦντι· πλὴν ἐπειδὴ τὸ
τοῦ χωρισμοῦ ῥητῶς ὁ Κύριος εἴρηται παρέδωκεν, τούτου χάριν <lb n="30"/>
φησὶν, οὐχ ὁ Κύριος ὥστε τὸ ἐγὼ καὶ “ οὐκ ἐγὼ, ταύτην
ἔχει τὴν διαφοράν· ἵνα γὰρ μὴ τὰ αὐτοῦ ἀνθρώπινα εἶναι νομίσῃς,
ἐπάγει κατωτέρω, “ δοκῶ κἀγὼ πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.”</p><note type="footnote">y ὑπὸ δὲ ἕτε ῥοῦς Cod. z (??) Cod.</note><pb n="130"/><p>Κυτίλλου. Ἐλαφροὶ καὶ εὐπάροιστοι κατεφορῶντο λίαν
πᾶν ὁ τι οὖν τῶν σφισὶ καθ’ ἡδονὴν οἱ ἐξ Ἱερουσαλήμ· ταύτῃ τοι
δικαίως τὸ χρῆναι γνωμοδοτεῖν παρήρηντο τῷ νόμῳ. ἐπ’ αὐτῶν
γὰρ, φησὶν, οὐκ ἔστιν προσθεῖναι καὶ ἁπάντων οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν·
οἱ δέ γε τῶν εὐαγγελικῶν θεσπισμάτων εἰσηγηταὶ βεβηκότα τὸν <lb n="5"/>
νοῦν ἔχοντες εἰς τὸ ἀγαθὸν, καὶ αὐτὸν ἐν ἑαυτοῖς ἐσχηκότες
λαλοῦντα Χριστὸν, ἐθαρσήθησαν εἰκότως ἐπ’ ἐξουσίας ποιεῖσθαι
πολλῆς τοὺς τῆς ὑφηγήσεως λόγους· κἂν εἰ μήτι κέοιτο τῶν
πρακτέων παρά γε τοῖς ἱεροῖς γράμμασιν. τοιοῦτός τις ὑπάρχων
καὶ ὁ θεσπέσιος Παῦλος, “ λέγω δέ’ φησὶν, “ τοῖς ἀγάμοις καὶ <lb n="10"/>
“ ταῖς χήραις· καλὸν αὐτοῖς ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγὼ” καὶ τὰ ἑξῆς·
ἔνθα μὲν γὰρ οὐ θεῖος ἡμῖν νόμος, τὸ “ λέγω” τέθεικεν, οὐδὲ
Χριστὸς ὁ προστάττων ἦν· τὸ “ παραγγέλλω” φησὶν, προσεπάγων
εὐθὺς τὸ οὐκ ἐγὼ ἀλλ’ ὁ Κύριος. τι ’δε ἄρα παρῶπται τῶν
ἀναγκαίων νομοθετοῦντι Χριστῷ; ἐπινοοῦσι δέ τι τὸ ἄμεινον οἱ <lb n="15"/>
μυσταγωγοί ; καίτοι πῶς οὐκ ἀμαθὲς καὶ ἀπόπληκτον παντελῶς
τὸ μὴ ἀρτίως ἔχειν οἴεσθαι τὰ παρὰ Χριστοῦ ;</p><p>Τί οὖν ἐροῦμεν ; οὐκ ἀπέφησεν τὸν γάμον τὸ εὐαγγελικὸν καὶ
θεσπέσιον κήρυγμα. ἐπιμετροῦντος οἶμαι που τοῦ Θεοῦ τῇ ἀνθρώπου
φύσει τὴν ἐντολήν· ἔφη γὰρ τοῖς πειράζουσι Φαρισαίοις <lb n="20"/>
ὁ Κύριος, ἐρωτήσασιν αὐτὸν εἰ ἔξεστιν ἀπολύσαι τὴν γυναῖκα
αὐτοῦ· “ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχευθῆναι·” πρὸς
ταῦτα λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· “ εἰ οὕτως ἐστι τοῦ ἀνθρώπου
“ ἡ αἰτία μετὰ τῆς γυναικὸς, οὐ συμφέρει γαμῆσαι· ὁ δὲ εἶπεν
“ αὐτοῖς· εἰσιν εὐνοῦχοι, οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώ- <lb n="25"/>
“ πων· καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχησαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν
“ βασιλείαν τῶν οὐρανῶν· ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω·” προύθηκε
γὰρ τοῖς ἐθέλουσι κατορθοῦν· οὐ μὴν ὑπήγαγε νόμῳ, ὅτι μὴ
πάντας ἠπίστατο τῶν τῆς σαρκὸς κινημάτων κατευμεγεθεῖν
δύνασθαι.</p><lb n="30"/><p>Καὶ τοῦτο εἰς ἅπαν ἔχει τι τοιοῦτον καὶ ἡ κατὰ νόμον σκία·
προστέταχε μὲν γὰρ τοὺς τῶν θυσιῶν ποιεῖσθαι τρόπους εἰς δόξαν
Θεοῦ· τοῦτο μὲν ὑπὲρ ἁμαρτίας καὶ ἀγνοημάτων· τοῦτο δὲ εἰς
καθαρισμὸν καὶ ἀπόρριψιν ῥύπου, καὶ μὴν καὶ τὰς ἐν σαββάτῳ,
τὰς κατὰ νουμηνίαν, τὰς ἐν ταῖς ἑορταῖς. ἠφίει γεμὴν πρὸς <lb n="35"/>

<pb n="131"/>
τούτοις καὶ ἑκουσιάζεσθαι τινὰς, τοῦτ’ ἐστι προσκομίζειν Θεῷ τὰ
ἑκούσια. καὶ ταῦτα δὲ ἦσαν τὰ ὑπὲρ τὸν νόμον, ὡς ἐξ ἀγαθῆς καὶ
φιλοθέου φιλοτιμίας καρποί· ἀλλ’ ἦν μὲν οὐ θέμις τῶν ἐν νόμῳ
διατεταγμένων ῥαθυμῆσαι θυσιῶν· ἐπαίνου γεμὴν ἀξίους ἡγεῖτο
Θεὸς τοὺς προστιθέντας ἐκείνοις τὰ οἴκοθέν τε καὶ ἀπὸ γνώμης <lb n="5"/>
ἰδίας· τοῦτό τι καὶ νῦν ἐξῳκονομῆσθαι φαμέν· οὐκ ἀπέφησε μὲν
γὰρ ὁ Χριστὸς τὸ εἴπερ τις ἕλοιτο καὶ τῆς κατὰ νόμον ἅπτεσθαι
κοινωνίας· κατορθοῦν δὲ τὸ μεῖζον ἡμᾶς ἀπείρξειεν ἃν οὐδὲν ἐκ
τῆς εἰς λῆξιν εὐκλείας μεταποιεῖσθαι σπουδάζομεν b.</p><p>Ἄριστα οὖν ὁ Παῦλος “ λέγω μὲν τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χή- <lb n="10"/>
“ ραις, καλὸν αὐτοῖς ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ· τοῖς δὲ γεγαμηκόσι
“ παραγγέλλω οὐκ ἐγὼ ἀλλ’ ὁ Κύριος” καὶ τὰ ἑξῆς. παρακομίζει
δὲ εἰς ὑποτύπωσιν τῆς ἐξειλεγμένης ἀπερισπάστου ζωῆς τὰ καθ’
ἑαυτόν· πάντως που τὴν ἀγαμίαν τοῦ ἑτέρου προσθείς· οὐκοῦν εἰ
καὶ ἀπεδύσατό τις τὸν τοῦ νόμου ζυγὸν, μενέτω, φησὶν, ἐν ἐγκρατείᾳ. <lb n="15"/>
κληρονομήσει γὰρ οὕτω τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν. καὶ</p><p>λέγων ὁ τῶν στεφάνων διανομεὺς, ” τάδε λέγει Κύριος τοῖς
“ εὐνούχοις, ὅσοι ἂν φυλάξωνται τὰ σάββατά μου, καὶ ἐκλέξων-
“ ται ἃ ἐγὼ θέλω, καὶ ἀντέχωνται τῆς διαθήκης μοῦ· δώσω αὐτοῖς
“ ἐν τῷ οἴκῳ μου καὶ ἐν τῷ τείχει μου τόπον ὀνομαστὸν, κρείσσων <lb n="20"/>
“ υἱῶν καὶ θυγατέρων, ὄνομα αἰώνιον δώσω αὐτοῖς, καὶ οὐκ ἐκλείψει.
οὐκοῦν τῆς ἐγκρατείας ἀξιόληπτος ὁ μισθός· τοῖς γεμὴν ἤδη τῷ
γάμῳ κατειλημμένοις, ἀποφοιτᾶν οὐκ ἀφίησι τῆς ἅπαξ συνῳκισμένης,
ἵνα μὴ θορύβων ἔμπλεων τὴν ὑπουρανὸν τὸ σωτήριον
ἀποφήνῃ κήρυγμα· οὐκ ἐπαινοῦντος τὸ χρῆμα τοῦ πάντων ἡμῶν <lb n="25"/>
Σωτῆρος Χριστοῦ· εἰ καὶ ὁ νόμος οἰκονομικὸς ἐφῆκε τοῖς ἀρχαιοτέροις
τὸ ποιεῖν διὰ τὴν σκληροκαρδίαν αὐτῶν· καθά φησιν αὐτὸς
ὁ Σωτῆρ’· ὅτι δὲ ἀσφαλέστεροί τε καὶ ἀλκιμώτεροι τῶν ἀρχαιοτέρων
οἱ ἐν Χριστῷ, κἀντεῦθεν ἰδεῖν τοῖς ἐθέλουσι ῥᾷον. ὁ μὲν
γὰρ νόμος τοῖς ἐξ Ἱερουσαλὴμ ἀπέφησε τὸ δεῖν ἀλλοφύλοις <lb n="30"/>
συνιέναι τε καὶ γαμικῶς ἀναπλέκεσθαι, ἡμῖν δὲ ὁ Παῦλος “ εἴ τις
“ ἀδελφὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><note type="footnote">a Ηæc valde depravata sunt. b Leg. cred.
s 2</note><pb n="132"/><lb n="12"/><p>τοῖς δὲ λοιποῖς ἐγὼ λέγω, οὐχ ὁ Κύριος, εἴ τις ἀδελ-
φὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν
<lb n="13"/>μετ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν· καὶ γυνὴ, ἥτις ἔχει ἄνδρα
ἄπιστον, καὶ αὐτὸς συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ’ αὐτῆς, μὴ
<lb n="14"/>ἀφιέτω αὐτόν. ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῆ <lb n="5"/>
γυναικὶ, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί· ἐπεὶ
ἄρα τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστι, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν.</p><p>Θεωδωρίτου. To “ἐγὼ λέγω,” ἀντὶ τοῦ, οὐχ εὗρον τοῦτον τὸν
νόμον τοῖς θείοις Εὐαγγελίοις ἐγγεγραμμένον· ἀλλὰ νῦν αὐτὸν
τίθημι. ὅτι δὲ οἱ τοῦ Ἀποστόλου νόμοι τοῦ δεσπότου Χριστοῦ <lb n="10"/>
νόμοι, δῆλόν ἐστιν τοῖς τὰ θεῖα πεπαιδευμένοις· αὐτοῦ γάρ ἐστι
φωνὴ, *’ εἰ δοκιμὴν ζητεῖτε τοῦ ἐν ἐμοὶ λαλοῦντος Χριστοῦ.” καὶ
οὐκ ἐγὼ δὲ, ἀλλ’ ἡ χάρις ἡ σὺν ἐμοί καὶ λέγω διὰ τῆς χάρι-
“τος τῆς δοθείσης μοι.” οὕτω κἀνταῦθα νομοθετεῖ, τοῦ Παναγίου
Πνεύματος δι’ αὐτοῦ φθεγγομένου.</p><lb n="15"/><p>Κυτίλλου. Ἐκείνοις μὲν γὰρ ὁ νοῦς ἦν σαθρὸς καὶ σεσαλευ-
μένος· ἡμεῖς δὲ οὐχ οὕτως· κεχρίσμεθα γὰρ εἰς υἱοθεσίαν τῷ
Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ κατῴκηκεν ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός. βεβηκότες
δὴ οὖν οὕτως πρὸς πᾶν ὅτι οὖν τῶν ἀγαθῶν, δεδίαμεν κατ’ οὐδένα
τρόπον τὸ συνεῖναί τινι τῶν ἀπίστων ἔτι· τεθαρρήκαμεν δὲ μᾶλλον <lb n="20"/>
ὅτι σαγηνεύσομεν εἰς εὐσέβειαν· καὶ οὐχ ἡμεῖς τῆς ἐνούσης ἐκεί-
νοις ἀμαθείας ἐσόμεθα θήραμα. καὶ εὐλογοῦμεν μᾶλλον τοὺς οὔπω
πιστεύσαντας, ἢ μολυνόμεθα παρ’ αὐτῶν. ’* ἡγίασται γάρ’ φησὶν,
“ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί.” οὕτως εἰσὶν ἅγια καὶ τὰ
τέκνα ἡμῶν, νικῶντος πάντως που τοῦ ἐν τοῖς πιστεύουσιν ἁγιασ- <lb n="25"/>
μοῦ, τῶν οὔπω πεπιστευκότων τὸν ῥύπον· “εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρί-
** ζεται,” φησὶ, “χωριζέσθω· οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἣ ἡ
** ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις·” οἰχέσθω γὰρ εἰ δοκεῖ τοῦ ἁγιάζοντος
ὁ μεμολυσμένος, γνώμης ἰδίας ὀψώνιον ἔχων τὴν ἔν γε τούτῳ
ζημίαν· ἀνυπαίτιοςb δὲ παντελῶς ὁ ταῖς θείαις ἑπόμενος ἐντολαῖς. <lb n="30"/>
εὐλογηθήσεται γὰρ ὡς εὐήνιος παρὰ τοῦ πάντων ἡμῶν Σωτῆρος
Χριστοῦ,</p><note type="footnote">b ἀνυπταίο“ Cod.</note><pb n="133"/><p>Ὡριγενουσ.c. Ὡς κράσις τις γίνεται τῶν δύο, ἀνδρὸς καὶ
γυναικὸς εἰς σάρκα μίαν, ὥσπερ οἴνου καὶ ὕδατος καὶ ὡσπερ
μεταδίδωσιν ὁ πιστὸς ἁγιασμοῦ τῇ ἐθνικῇ γαμετῇ· ἢ τὸ ἐναντίον
ἡ πιστὴ τῷ ἀπίστῳ ἀνδρί· οὕτω καὶ ὁ ἄπιστος μεταδίδωσι μολυσμοῦ
τῇ πιστῇ γυναικί· ἢ τῷ πιστῷ ἀνδρὶ ἡ ἄπιστος γυνή. <lb n="5"/>
διὰ τι γὰρ φησὶν, ἡγίασται ἡ ἄπιστος ἢ ὁ ἄπιστος τῷ λαμβάνειν
τι ἀπὸ τοῦ πιστοῦ, ἢ ἀπὸ τῆς πιστῆς· καὶ οὐχὶ βεβηλοῦται τῷ
λαμβάνειν τι ἀπὸ τοῦ ἀπίστου μέρους ; ἕκαστος γὰρ ἐκ τοῦ
περισσεύματος τῆς καρδίας διαλεγόμενος τῷ ἑτέρῳ, ἢ μεταδίδωσιν,
ἢ μεταλαμβάνει· καὶ τῷ χρόνῳ πάντως νικᾷ τὸ ἕτερον· <lb n="10"/>
καί τις χρεία, φησὶ, τοιούτου ἀγῶνος τε καὶ κινδύνου ; ἢ γὰρ
ἐπιτεύξεται, ἢ ἀποτεύξεται· καὶ ἤτοι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ προσαπολέσει,
ἢ πολλὰ καμὼν, μόγις κερδῆσαι δυνήσεται. διὰ τοῦτο
καλόν ἐστι πρὶν προληφθῆναι ἄνθρωπον ἐπιμελῶς οὐ μόνον τοῦτο,
ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον σκοπεῖν· καὶ σκοπήσαντα, ἢ μὴ γαμεῖν, ἢ <lb n="15"/>
γαμοῦντα, ἐν Κυρίῳ γαμεῖν· “ γυνὴ γὰρ δέδεται, ἐφ’ ὅσον χρόνον
“ ζῇ ὁ ἀνήρ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνὴρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμηθηναι,
μόνον ἐν Κυρίῳ οὐκ ἀκούομεν τοῦ μόνον ἐν Κυρίῳ ἀλλὰ
τὸ “ ἐλευθέρα ἐστὶν, ᾧ θέλει γαμηθῆναι” ἀναγινώσκομεν· οὐκ ἔτι δὲ
συνετάξαμεν τοῦ μόνον ἐν Κυρίῳ· καί τοι γε κακεῖ, ὅτε εἶπεν <lb n="20"/>
“ μόνον ἐν Κυρίῳ,” πάλιν ἀνέκρουσεν τὸν λόγον εἰπών· “ μακα-
“ ριωτέρα δέ ἐστιν, ἐὰν οὕτως μείνῃ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην·” τὸ
οὖν εὐφημότερον εἰπὼν ὁ Ἀπόστολος τὸ “ ἁγίαζεται γάρ’ ἀφῆκεν
ἡμῖν τὸ ἄλλο νοεῖν.</p><p>Σευηριανοῦ. Οὐ τὸ λαμβάνειν ἄπιστον φησὶν, ἀλλὰ τὸ ἀνέχεσθαι
ἀπίστου.</p><p>Ἰωάννου. τοῦτο εἶπεν, οὐχ ἵνα δείξῃ ἐκεῖνον ἅγιον, ἀλλ’ ἵνα
ἐκ περιουσίας ἐξέλῃ τὸν φόβον τῆς γυναικός· κἀκεῖνον εἰς ἐπιθυμίαν
ἀγάγῃ τῆς ἀληθείας· οὐ γὰρ τῶν σωμάτων τὸ ἀκάθαρτόν
ἐστιν ἡ κοινωνία· ἀλλὰ τῆς προαιρέσεως, καὶ τῶν λογισμῶν· εἶτα <lb n="30"/>
καὶ ἀποδείξις. εἰ γὰρ ἀκάθαρτος μένων γεννᾷ· τὸ δὲ παιδίον οὐκ
ἄτερ σοῦ μόνης, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐκείνου· ἀκάθαρτον ἄρα τὸ παιδίον,
ἣ ἐξ ἡμισέας καθαρόν νυνὶ δὲ οὐκ ἔστιν ἀκάθαρτον, διὸ καὶ επη-
<note type="footnote">c (??) Cod.</note>

<pb n="134"/>
γαγεν· “ἐπεὶ τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστιν, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν.”
τοῦτ’ ἔστιν οὐκ ἀκάθαρτα. αὐτὸς δὲ ἅγια ἐκάλεσεν, τῇ περιουσίᾳ
τῆς λέξεως πάλιν ἐκβάλλων τῆς τοιαύτης ὑποψίας τὸ δέος.</p><p>Θεοδωρίτου. Περὶ τῶν πρὸ τοῦ κηρύγματος συναφθέντων
ἐνταῦθα φησίν· συνέβαινεν γὰρ τὸν μὲν ἄνδρα πιστεῦσαι, τὴν δὲ <lb n="5"/>
γυναῖκα τῇ ἀπιστίᾳ προσμεῖναι, ἣ τοὐναντίον· καὶ παρεγγυᾶ τοῖς
ὑγιαίνουσι φέρειν τὴν τῶν ὁμοζύγων ἀσθένειαν· καὶ τὴν τούτων
πραγματεύσασθαι σωτηρίαν· τὸ γὰρ “ἡγίασται ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος
*’ ἐν τῇ γυναικί· καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρὶ,” βού-
λεται σημάναι, ὡς ἔχει σωτηρίας ἐλπί δᾶ· εἰ δὲ καὶ αὐτὸς ἢ αὐτὴ <lb n="10"/>
ἐπιμένῃ τῇ νόσῳ, τὸ ἐκείνου σπέρμα μεθέξει τῆς σωτηρίας.</p><p>Θεοώρου. Κατὰ τὸ ἡμέτερον δῆλον ὅτι ἀγόμενον βούλημα
ἅγιον εἶναι δύναται· ὑπερβολικώτερον δὲ ταῦτα τέθεικεν, πείθων μὴ
καταλιπεῖν τὴν συνάφειαν.</p><p>Φωτίου. “Εἰ τις γυναῖκα ἔχει ἄπιστον·” ἵνα διασπασθῶσιν ι <lb n="15"/>
οἱ γάμοι, καὶ λοιπὸν συγχύσεως καὶ ταραχῆς καὶ οἴκων ἀνατροπῆς
ἡ εὐσέβεια νομισθῇ τοῖς πολλοῖς. διὰ τοῦτο τοὺς φθάσαντας
ἀπίστοις συνοικεῖν κωλύει διαιρεῖσθαι. “ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ
“ἄπιστος.” καὶ αὐτὸ δὲ τοῦτο τὸ ἀνέχεσθαι τὸν ἄπιστον, καὶ
μὴ ἀποπηδᾶν συνοικεῖν τῷ πιστῷ, ἐγγύς ἐστι τοῦ πρὸς τὴν εὐσέ- <lb n="20"/>
βειαν ὁρᾷν. ἀλλ’ εἴποι τις ἂν ἴσως· οὐκ οὖν τὸ αὐτὸ νοοῦντες καὶ
περὶ τοῦ πιστοῦ, ἐγγὺς αὐτοὶ εἶναι φαίημεν ἃν τοῦ πρὸς ἀσέβειαν
ὁρᾶν ; πρὸς ὃ φαμὲν, ὡς οὐκ ἔστιν ἴσον οὐδὲ πολλοῦ δεῖ. ὁ μὲν
γὰρ πιστὸς συνοικῶν τῷ ἀπίστῳ, τῆς πίστεως ἐντολὴν καὶ νόμον
πληροῖ. ὥστε καὶ ταύτῃ μᾶλλον ᾠκείωται τῇ πίστει, καὶ διΐστα- <lb n="25"/>
τᾶι τῆς ἀπιστίας· ὁ δὲ ἄπιστος μόνῃ τῇ πρὸς τὸν ἐνικοῦντα
στοργῇ δεδεμένος, τὴν συνάφειαν οὐ λύει· ἀλλ’ οὐχὶ νόμον τὸν
ἀπὸ τῆς οἰκείας ἀπιστίας αὐτοῦ ἐκτελῶν, στέργων δὲ τὸν συνοι-
κοῦντα, χειραγωγηθήσεταί ποτε καὶ πρὸς τὴν αὐτοῦ πίστιν δι’
αὐτοῦ· καὶ τὸ στέργειν δὲ αὐτὸ τῆς εὐσεβοῦς ἐστι νομοθε- <lb n="30"/>
σίας, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς ἀσεβείας. ὥστε καὶ ταύτῃ ἐγγύς ἐστι
τοῦ εὐσεβεῖν αὐτὸν, καὶ ἡγίασται διὰ τῆς συνοικήσεως τοῦ
πίστοῦ.</p><lb n="15"/><p>Εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωριζέσθω. οὐ δεδούλω-

<pb n="135"/>
ται ὁ ἀδελφὸς ἣ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις· ἐν δὲ
<lb n="16"/> εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός. τί γὰρ οἶδας, γύναι, εἰ
τὸν ἄνδρα σώσεις ; ἣ τί οἶδας, ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα
<lb n="17"/> σώσεις, ἢ μή ; ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ Θεὸς, ἕκαστον ὡς
κέκληκεν ὁ Κύριος, οὕτως περιπατείτω· καὶ οὕτως ἐν <lb n="5"/>
ταῖς ἐκκλησίαις πάσαις διατάσσομαι.</p><p>Θεοδωρίτου. Καὶ μὴν ὁ Κύριος ἔφη, “ οὐκ ἦλθον βαλεῖν
“ εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν, ἀλλὰ μάχαιραν·” διχάσαι ἄνθρωπον ἀπὸ
τοῦ πλησίον αὐτοῦ. ἀλλὰ οὐκ ἐναντίον τοῦτο ἐκείνῳ· ἑρμηνεύει
δὲ ὁ Ἀπόστολος τὴν τοῦ Κυρίου διδασκαλίαν. τὸ σωτήριον γὰρ <lb n="10"/>
φησὶ κήρυγμα οὐ σύγχυσιν εἰς τὸν βίον εἰσάγει· ἀλλὰ μᾶλλον
πραγματεύεται τὴν ἀληθῆ καὶ θεῷ φίλην εἰρήνην· διαιρεῖ μέντοι
πρότερον τὴν κακὴν συμφωνίαν· καὶ τῇ διαφωνία, τὴν ἐπαινουμένην
ὁμόνοιαν πραγματεύεται. οἱ γὰρ τὸ θεῖον δεξάμενοι κήρυγμα,
διδάσκαλοι τῶν ἀπίστων γιγνόμενοι, εἰργάζοντο παραδόξως <lb n="15"/>
τὴν θαυμασίαν μεταβολὴν, καὶ τὰς καλῶς διαιρεθείσας ἐποδήγουν
εἰς τὴν ἀξιέραστον συμφωνίαν· τοῦτο καὶ ἐνταῦθα φησὶ, “ τί γὰρ
“ οἶδας γύναι εἰ τὸν ἄνδρα σώσεις, ἣ μή ; ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ
“ Θεός·” ἀνάδεξαι, φησὶν, ἐπὶ χρησταῖς ἐλπίσι τὸν πόνον· ἔχεις
τὸν Θεὸν τῆς προθυμίας ἐπίκουρον· “ ἕκαστον ὡς κέκληκεν ὁ <lb n="20"/>
“ Κύριος, οὕτως περιπατείτω· καὶ οὕτως ἐν ταῖς ἐκκλησίαις πά,
“ σαῖς διατάσσομαι·” ἐδίδαξεν ἐνταῦθα σαφῶς ὡς οὐκ ἀπίστοις
ἀνδράσιν ἣ γυναιξὶ συνάπτεσθαι παρηγγύηκεν, ἀλλὰ τοῖς οὕτω
κληθεῖσιν ἐκεῖνα νενομοθέτηκεν.</p><p>Θεοδωρου. Περιττὸν γὰρ οἴεσθαι ταῦτα ἐμποδῶν αὐτῷ πρὸς <lb n="25"/>
εὐσέβειαν γίνεσθαι· ἐν οἷς τὸ πρότερον ὣν, κληθῆναι πρὸς τὴν
πίστιν οὐκ ἐκωλύθη· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ “ ὡς κέκληκεν·” καὶ
δεικνὺς τὸ τοῦ παραγγέλματος ἀναγκαῖον, “ καὶ οὕτως ἐν ταῖς
“ ἐκκλησίαις πάσαις διατάσσομαι.”</p><p>Ἰωάλλου. Εἰ δὲ καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν πυκτεύει
μάχεται, βουλόμενός σε πρὸς τὴν αὐτοῦ ἀγαγεῖν ἀπιστίαν· καὶ
οὕτως χωρίσθητι· οὔτε γάρ φησὶ, δεδούλωσαι εἰς τὰ τοιαῦτα·
ὥστε καὶ μαχόμενον βαστάζειν· καὶ δῆλον ὅτι περὶ μάχης γενομένης
λέγει, “ ἐν δὲ εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός·” τοῦτ’ ἐστιν

<pb n="136"/>
ἵνα εἰρηνεύωμεν, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν στάσις ἣ μάχη. ἐπεὶ οὖν μάχεται,
καὶ διὰ τοῦτο ἀπαλλαγῆναι καλόν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Πάλιν πρὸς τὸ ἀφιέναι μένειν ἐθέλοντα
μὴ δὲ στασιάζοντα, μεταβέβηκεν, καὶ φησὶν, εἰ μὴ διαστασιάζει
πρὸς σὲ, μένε μετ’ αὐτοῦ· εἰκὸς γὰρ τῷ χρόνῳ καὶ σώσεις <lb n="5"/>
αὐτὸν συμβουλεύουσα, καὶ πιστὸν ποιήσεις· ὅρα δὲ πῶς οὐκ ἐν
ἀνάγκῃ τοῦτο γενέσθαι ἀπῄτησεν, ἵνα μὴ βάρος ἐπιθῇ· ἀλλὰ τῇ
τοῦ μέλλοντος ἀδηλίᾳ καὶ τὴν ἀνάγκην ἐξεῖλεν, καὶ ταύτην μὴ
ἀπογνῶναι καὶ ναρκῆσαι συμβουλεύουσαν παρεσκεύασεν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἕως τοῦ “ ἢ μὴ,” στίξον τελείαν. ἵνα ᾖ οὕτως· <lb n="10"/>
ἣ τι οιοας ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα σώσεις, ἣ μή ; τουτ’ ἐστιν,
πόθεν οἶδας εἰ σώσεις, ἣ μὴ σώσεις ; ἄδηλον γὰρ τὸ μέλλον·
ἀδήλου δὲ ὄντος, οὐ δεῖ λύειν τὸν γάμον· εἰκὸς γὰρ, φησὶν, καὶ
τὸν καλὸν νομικῶς εἰπεῖν ἐξιέναι, τοῦτ’ ἐστιν τῷ σῶσαι· μὴ σώζων
μὲν γὰρ, οὐκ ἐβλάβης· σώζων δὲ, ὠφελήσοις καὶ ὠφελέθῃς.</p><lb n="15"/><p>e Οὕτως ὁ ἐν ἁγίοις Σευηριανὸς ἔστιξεν· ἄλλως γὰρ ἐὰν στίξῃς,
καὶ ἀσυνάρτητος εὑρίσκεται ἡ σύνταξις.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Οὕτως σε φησὶν ἐμέρισεν ὁ Θεὸς,
κέκληκεν μετὰ γυναικὸς ἣ ἀνδρὸς ἀπίστου· στέργε τοιγαροῦν τὸν
γάμον, καὶ μὴ διαλύσῃς διὰ τὴν πίστιν.</p><lb n="20"/><p>Φωτίου.“ Οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἣ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς
“ τοιούτοις.” οὐκ ἔχει ἀνάγκην, φησὶν, ὁ πιστὸς ἣ ἡ πιστὴ ἐν
τοῖς ἀπίστοις τοιαύτην, οἷα αὐτῶ ἐπίκειται ἐπὶ τῶν πιστῶν· ἐκεῖ
μὲν γὰρ παντὶ τρόπῳ χωρὶς λόγου πορνείας, οὐκ ἔξεστιν ἀπ’
ἀλλήλων τοὺς συναφθέντας χωρισθῆναι· ἐνταῦθα δὲ ἃν μὲν συνευδοκῇ <lb n="25"/>
τὸ ἄπιστον μέρος τῷ πιστῷ συνοικεῖν, δεῖ μὴ λύειν τὸ συνοικέσιον·
ἃν δὲ στασιάζῃ, καὶ τὴν λύσιν ἐκεῖνος ποιῇ, οὐ δεδούλωται
ὁ πιστὸς εἰς τὸ μὴ χωρισθῆναι, ἀλλ’ ἐλεύθερός ἐστιν f τὸ συνοικέσιον
διὰ τὴν τοῦ ἀπίστου στάσιν λύειν· ἀλλ’ ἄμεινον πολλῷ
ποιήσει, εἰ τὴν ἔριν εἰρήνῃ καὶ καλοκαγαθίᾳ λύσας, μὴ λύσῃ τὸν <lb n="30"/>
γάμον· “ ἐν γὰρ εἰρήνῃ,” φησὶ, “ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός·” τοῦτο
γὰρ, φησὶ, καὶ τῆς κλήσεως τῆς ἀπὸ Θεοῦ σημεῖον, τὸ εἰρηνικοὺς
<note type="footnote">e Hoc CEcumenii credo est Scholium, sed in Edd. ad proxima
Apostoli verba refertur. f In marg. ἐκείνου λύοντος τὸν γάμον καὶ
αὐτὸς διαστῆναι. πλὴν φησὶν εἰ καὶ ἐλεύθερός ἐστιν.</note>

<pb n="137"/>
ὅσον τὸ ἐξ ὑμῶν, πρὸς πάντας εἶναι· καὶ τὸ ἐφεξῆς δέ· “ τί γὰρ
“ οἶδας γύναι” καὶ ἑξῆς, ταύτῃ συνᾴδει τῇ ἑρμηνείᾳ διὰ τῆς
πρὸς αὐτὴν μάλιστα ἀκολουθίαν· ἑκάστῳ ὡς ἐμὲ g ὁ Θεός· τὸ γὰρ
συμφέρον αὐτὸς μόνος οἶδεν· καὶ πότερον μᾶλλον συνετέλει τὸν
πιστὸν ἐξ ἀρχῆς ἀπίστῳ συναφθῆναι ἣ πιστῷ. ἐπ’ ἐνίων μὲν γὰρ <lb n="5"/>
συνέφερεν πιστὸν πιστῷ συνοικεῖν, καὶ συνήφθη· ἐπ’ ἐνίων δὲ
πιστὸν ἀπίστῳ· καὶ γέγονεν οὕτως· καὶ τούτων οὐδείς ἐστιν ἰκανὸς
συνιδεῖν τὰς αἰτίας, πλὴν τοῦ οὕτω διαταξαμένου καὶ μερίσαντος
Θεοῦ· καὶ τοῦ καλέσαντος Κυρίου. εἰ δὲ ὁ Θεὸς καὶ ὁ
Κύριος τὰς τοιαύτας συναφείας ἔταξεν καὶ ἐμέρισεν κατὰ τὸ <lb n="10"/>
ἑκάστῳ συμφέρον, οὐκ ὀφείλει ὁ πιστὸς ἀπίστῳ συναφθεὶς δυσφορεῖν
ἣ ἀγωνιᾶν, καὶ λύσιν ἐπιζητεῖν· ἀλλὰ καθὼς ἐκλήθη ἕκαστος,
τούτῳ ἐμμένειν καὶ περιπατεῖν·</p><lb n="18"/><p>Περιτετμημένος τις ἐκλήθη ; μὴ ἐπισπάσθω· ἐν
<lb n="19"/> ἀκροβυστίᾳ τίς ἐκλήθη ; μὴ περιτεμνέσθω. ἡ περιτομὴ <lb n="15"/>
οὐδέν ἐστι, καὶ ἢ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ τήρησις
<lb n="20"/> ἐντολῶν Θεοῦ. ἕκαστος ἐν τῇ κλήσει ἧ ἐκλήθη, ἐν ταύτῃ
μενέτω.</p><p>Ὠριγένουσ. Λέξεις ἀκαίρως παραβεβληκέναι τῷ περὶ
καὶ ἁγνείας λόγῳ, μὴ δὲ μιᾶς ζητήσεως γενομένης, περὶ τοῦ μὴ <lb n="20"/>
δεῖν τοὺς ἐκ περιτομῆς πιστεύοντας ἐπισπᾶσθαι. καὶ πάλιν τοὺς
ἐν ἀκροβυστίᾳ περιτέμνεσθαι· καὶ τὸ περὶ τοῦ “ δοῦλος ἐκλήθης,
“ μή σοι μελέτω” καὶ τὰ ἑξῆς· μὴ ποτ’ οὖν παράδειγμα ἔλαβεν
τὴν δουλείαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν γεγαμηκότων καὶ ἀγάμων,
περιτετμημένον μὲν καλῶν τὸν ἀποβεβληκότα τὴν γυναῖκα, ἀπερίτμητον <lb n="25"/>
δὲ, τὸν γεγαμηκότα. ὡς γὰρ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα
μίαν· καὶ εἰσὶ μία σάρξ ἡ γυνὴ καὶ ὁ ἀνήρ· ἀποβέβληκε δὲ τὰ
τῆς σαρκὸς ὁ περιτετμημένος· οὕτως ὁ ἀποβαλὼν τὴν γυναῖκα
καὶ οἱονεὶ περιτέτμηται τὴν σάρκα ἑαυτοῦ· οὕτω καὶ δοῦλον καλεῖ·
ἐπεὶ γὰρ, φησὶν, ἐν ἄλλοις οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἣ ἡ ἀδελφὴ <lb n="30"/>
ἐν τοῖς τοιούτοις· ὡς δούλων ὄντων τῶν γεγαμηκότων· διὰ τοῦτο
καὶ ἐνθάδε δοῦλον ὀνομάζει τὸν μετὰ τὸν γάμον κεκλημένον, ἐλεύθερον
δὲ τὸν ἄγαμον.</p><note type="footnote">g Fort. ἐμέρισεν.
T</note><pb n="138"/><p>Λέγεται οὖν ὡς περὶ περιτομῆς καὶ περὶ δούλων τὰ εἰρημένα
εἰς τὸν τόπον· πλὴν οὐκ ἄτοπόν ἐστι τῷ ῥητῷ χρήσασθαί ποτε
πρὸς τοὺς οἰομένους μετὰ τὴν πίστιν δεῖν περιτέμνεσθαι ἐξ εὐλαβείας,
εὐλαβείας δὲ τῆς οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν διὰ τὰ ἀναγεγραμμένα
ἐν τῇ παλαῖᾳ διαθήκῃ περὶ περιτομῆς· πάλιν οὐ καλόν ἐστι <lb n="5"/>
διά τινας τοὺς ἐκ περιτομῆς πιστεύοντας, οἰομένους αἰσχύνην
φέρειν αὐτοὺς τὴν περιτομὴν καὶ βουλομένους ἀκροβυστίαν περισπᾶσθαι,
χρῆσθαι ῥητῷ τῷ λέγοντι· “ περιτετμημένος τις ἐκ-
“ λήθη ; μὴ ἐπισπάσθω.’ καὶ ἔχει γε λόγον λέγειν πρὸς τοὺς
τοιούτους, ὅτι κατ’ αὐτὸ ἡ περιτομὴ πρᾶγμα ἀδιάφορόν ἐστιν· <lb n="10"/>
οὔτε οὖν περὶ περιτομῆς νῦν ἐστιν, οὔτε περὶ ἀκροβυστίας· ἀλλὰ
περὶ τοῦ ἀγάμου καὶ τοῦ γεγαμηκότος· “ περιτετμημένος τις
“ ἐκλήθη ; μὴ ἐπισπάσθω·” ὡσεὶ ἔλεγεν, μὴ ἐπισπάσθω γυναῖκα·
ἤδη περιετμήθη· ἀπέβαλεν γυναῖκα· μὴ γαμείτω ἄλλην· ἐν ἀκροβυστίᾳ
ἐκλήθη τις· μὴ περιτεμνέσθω· οἷον, ἐν γάμῳ ἐκλήθης, <lb n="15"/>
μὴ ἀπόβαλέ σου τὴν γυναῖκα· “ ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι· καὶ ἡ
“ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν·” ἐπεὶ τινὲς οἴονται τὸν ἄγαμον πλέον
τι ἔχειν κατὰ τοῦτο τοῦ γεγαμηκότος· τὸν δὲ γεγαμηκότα ἧττόν
τι ἔχειν πα αὐτὸ τὸ γεγαμηκέναι τοῦ ἀγάμου, θέλομεν, φησὶ,
διδάξαι ὅτι τῷ ἰδίῳ λόγῳ ἡ ἀγαμία ἀδιάφορόν ἐστιν, καὶ τῶ <lb n="20"/>
ἰδίῳ λόγῳ ὁ γάμος ἀδιάφορός ἐστιν· δυνάται γὰρ καὶ ὁ ἄγαμος
ὣν, καὶ ἀληθῶς καθαρεύων ἀπὸ πάσης μίξεως, ἄλλως δὲ κακῶς
βιοὺς, μὴ ὠφελεῖσθαι ἀπὸ τῆς ἀγαμίας. δύναται δέ τις καὶ ἐν
γάμῳ ὦν, καὶ τὰ τοῦ γάμου πράττων, τάξει δὲ καὶ καιρῷ αὐτὰ
ποιῶν τὴν ἄλλην πολιτείαν σώζων, μὴ ἐλάττων εἰναι τοῦ ἀγάμου· <lb n="25"/>
ὅτι γὰρ ἀδιάφορόν ἐστιν ἡ ἀγαμία καὶ αὐτὴ ἡ καθαρότης, οὕτως
ἀποδείξομεν. εἰ μὲν μόνοι ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας, ἤσκουν τὴν ἀγαμίαν,
ἦν ἃν εἰπεῖν, ὅτι ἡ ἀγαμία τῷ ἰδίῳ λόγῳ καθαρόν τι καὶ
θεῖον πρᾶγμά ἐστιν· νῦν δέ ἐστιν εὑρεῖν καὶ μοχθηρᾷ προθέσει
ἀγάμους· οἱ γοῦν ἀπὸ Μαρκίωνος ἀσκοῦσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἀγαμίαν <lb n="30"/>
καὶ τὴν καθαρότητα, ἀλλ’ οὐχ ὡς οἱ ἐκκλησιαστικοί· οὗτοι γὰρ
ἵν ἀρέσωσι τῷ κτίσαντι τὸν κόσμον Θεῷ· ἐκεῖνοι δὲ, ἵνα μὴ
συνεργοὶ ὦσι τῷ τοῦ κόσμου Θεῷ· κοσμεῖται δὲ ἡ ἀγαμία ἐκκλησιαστικῷ
βίῳ καὶ λόγῳ, γνώσει καθαρᾷ καὶ ἀληθείᾳ· οὕτω καὶ
ὁ ἄγαμος ἀδιάφορός ἐστι τῷ ἰδίῳ λόγῳ. ἔστι δὲ καὶ ἐν γάμῳ <lb n="35"/>

<pb n="139"/>
ὄντα, ἀνεγκλήτως εἶναι, καθὰ καὶ προαποδεδώκαμεν· “ ἡ περιτομὴ
“ οὖν οὐδέν ἐστι, καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστι,” καὶ κατὰ τὸ
ῥητὸν καὶ κατὰ τὰ προκείμενα. ἀλλὰ τί ἐστι τὸ σῶζον ; τήρησις
ἐντολῶν Θεοῦ· “ πᾶς γὰρ, ὃς ἐὰν μίαν τῶν ἐντολῶν, τούτων λύσῃ
“ τῶν ἐλαχίστων, καὶ διδάξει οὕτως τοὺς ἀνθρώπους,” οὐκ εἶπεν, <lb n="5"/>
οὐκ εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐράνων· ἀλλ’ “ ἐλάχι-
“ στος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐράνων.” εἰ g δὲ ὁ λύσας
μίαν τῶν ἐντολῶν τῶν ἐλαχίστων ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ
βασιλείᾳ τῶν οὐράνων, ὁ δύο λύσας ἐντολὰς, ποῦ εὑρεθήσεται ;
“ ἕκαστος οὖν ἐν τῆ κλήσει ἧ ἐκλήθη, ἐν ταύτῃ μενέτω.” ἐκλήθης <lb n="10"/>
ἐν γάμῳ, μὴ ζήλου τὸν γάμον· ἐκλήθης ἄγαμος, μὴ πάντως ἐπισπῶ,
εἰ δύνασαι καθαρώτερον ζῇν.
Ἰωάννου. Πάλιν ἡ αὐτὴ συμβουλὴ τὸ ἐν τοῖς αὐτοῖς
ἐν οἷς ἐκλήθη τις· εἰ δοῦλος οὖν ὣν ἐκλήθης, μὴ θορυβοῦ· οὐ
λυμαίνεται πρὸς τὴν πίστιν ἡ δουλεία· καὶ τοσοῦτον ὅτι εἰ καὶ <lb n="15"/>
δύνασαι ἐλευθερωθῆναι, μᾶλλον χρῆσαι δουλεύειν· οὕτως οὐ δὲ εἷς
ἔσται σοι ἐκ τῆς δουλείας ἐμποδισμός.</p><p>Οἰκουμενίου. Εἰκὸς γὰρ ἀπό τινος θεραπείας δύνασθαι
τὸ ἀρχαῖον ἐπανελθεῖν τὴν περιτομήν· ἐν ἀκροβυστίᾳ, φησὶ, ἐκλήθης·
μένε ὃ εἶ. οὔτε τοῦτο, φησὶ, πρὸς σωτηρίαν συμβάλλεται, <lb n="20"/>
οὔτε ἐκεῖνο λυμαίνεται· ἑνὸς γὰρ χρεία, πληροῦν τὰς ἐντολάς.</p><p>Θεοδωρίτου. Μήτε ἀκρόβυστός τις κληθεὶς, δεχέσθω
μήτε ο περιτετμημένος πειράσθω ἑαυτὸν ἀπερίτμητον οεικνυναι·
ἥτε γὰρ ἀκροβυστία τῆς φύσεως ἐστιν· καὶ ἡ περιτομὴ κατὰ
τὸν παλαιὸν γεγέννηται νόμον· ἐπαινεῖται δὲ οὐ τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ <lb n="25"/>
ἡ τῆς θείας ἐντολῆς φυλακή.</p><p>Φωτίου. “ Περιτετμημένος τίς ἐκλήθη ” φησὶ, “ μὴ
“ σπάσθω·” ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος τοῦτο φησὶν, ὅτι διά τινος
θεραπείας φαρμακευτικῆς, δύναται τις ποίησαι ’τον εμπεριτομον
ἀκρόβυστον· καὶ ὅτι ταύτης ἐπινοίας πρῶτος εὑρετὴς γέγονεν <lb n="30"/>
Ησαῦ· καὶ διὰ τοῦτο φησὶν ὁ Θεὸς “ τὸν Ἠσαῦ ἐμίσησα.”
“ ἡ περιτομὴ οὐδέν·” οὔτε ἡ περιτομὴ, φησὶν, ὅσον τὸ καθ’ αὐτὴν
δύναταί τινα ὠφελῆσαι, οὔτε ἡ ἀκροβυστία· ἡ δὲ ὠφέλεια διὰ
τὴν τήρησιν τῆς ἐντολῆς παραγίνεται ὁμοίως καὶ τῇ περιτομῇ καὶ
<note type="footnote">g οὐ Cod.
T 2</note>

<pb n="140"/>
τῇ ἀκροβυστίᾳ· τῶν γὰρ ἐν ἀνθρώποις πράξεων, αἱ μὲν καθ’ αὐτὰς
ἔχουσι τὸ χρήσιμον, καὶ εἰ μὴ ὦσιν ἐντολῆς ἠρτημέναι θείας· οἷον
ἡ δικαιοσύνη καὶ τὰ ὅμοια· αἱ δὲ διὰ μόνην ἐντολὴν, ὡς τὰ πλεῖστα
τῶν ἐν τῳ νόμῳ·</p><lb n="21"/><p>Δοῦλος ἐκλήθης; μή σοι μελέτω· ἀλλ’ εἰ καὶ <lb n="5"/>
<lb n="22"/>σαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι. ὁ γὰρ ἐν
Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος, ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν·
ὁμοίως καὶ ὁ ἐλεύθερος κληθεὶς, δοῦλός ἐστι Χριστοῦ.
<lb n="23"/>τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων. ἕκα-
<lb n="24"/>στος ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἀδελφοὶ, ἐν τούτῳ μενέτω παρὰ τῷ <lb n="10"/>
Θεῶ.</p><p>Ὠριγένουσ. Δοῦλον ὠνόμασεν ἀναγκαίως τὸν γεγαμηκότα·
δοῦλος γὰρ τῆς γυναικὸς ὁ ἀνὴρ, μὴ ἔχων ἐξουσίαν τοῦ ἰδίου
σώματος· καὶ τοῦ ἀνδρὸς ἡ γυνὴ, οὐκ ἐξουσιάζει γὰρ τοῦ ἰδίου
σώματος, ἀλλ’ ὁ ἀνήρ· *’ δοῦλος οὖν ἐκλήθης ; μή σοι μελλέτω· <lb n="15"/>
*’ ἀλλ’ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι·” τοῦτ’
ἔστιν, εἰ μὴ παρανομεῖς κατὰ τὸν λόγον, δύνασαι ἐλεύθερος ε-ι’ναι·
πῶς ; ἐκ συμφώνου· ἵνα σχολάσητε τῇ προσευχῇ μετὰ πάσης
ὁμονοίας· “ὁ γὰρ ἐν Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος ἀπελεύθερος Κυρίου
“ἐστίν·” ο7ον· ἐκλήθης δοῦλος ; τοῦτο ἴσθι, ὅτι οὐ μόνον οὐκ <lb n="-20"/>
δοῦλος, ἀλλὰ καὶ ἔχεις τὴν ἐλευθερίαν διὰ τὸν Κύριον· ὁ γὰρ
ἀπελεύθερος, οὔτε καθαρῶς ἐλεύθερός ἐστιν· οὐ δὲ ἔτι δοῦλος· ὡς
εἶναι τὸν μὲν καθαρὸν πάντη ἐλεύθερον· τὸν δὲ ἐν γάμῳ δοῦλον·
ὅτ’ ἂν δὲ ἐν Κυρίῳ ᾖ δοῦλος· τότε λέγομεν ὅτι ἀπελεύθερος Κυρίου
ἐστίν· ὁ δὲ ἐλεύθερος κληθεὶς, δοῦλός ἐστιν οὐ γυναικὸς, ἀλλὰ <lb n="25"/>
τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ· “τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀν-
“θρώπων·” ὅση δύναμις νοήσατε τὸν ἐξαγοράσαντα ἡμᾶς, τὸν
Λόγον τοῦ Θεοῦ· τὸ αἷμα τὸ ἐκχυθὲν ὑπὲρ ἡμῶν ἐξευμενίσωμεν·
ἐλέγομεν ἐν τῷ λόγῳ τῷ περὶ ἀγάμων καὶ γεγαμηκότων ὅτι ἐπι-
τείνει καὶ ὀνίνησι τὸν λόγον· οὕτως καὶ ἐνθάδε πεποίηκεν εἰπὼν, <lb n="30"/>
** μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων.” οἱονεὶ γὰρ ἐπιτείνει καὶ σφοδρό-
τερον ποιεῖ τὸν λόγον, προτρεπόμενος τοὺς κατὰ τὸ δυνατὸν οἷοί τε
καθαρεύειν, καὶ καθαρεύειν ἕκαστον ἐν τῇ κλήσει ᾗ ἐκλήθη.</p><p>Ἰστέον δὲ ὡς οἱ λοιποὶ ἑρμηνευταὶ περὶ ἀκροβυστίας καὶ περι-

<pb n="141"/>
τομῆς κατὰ τὸ ῥητὸν ἐκδεδώκασι τὴν ἔννοιαν· συνήθως γὰρ, φησὶν,
ἀπὸ τοῦ προκειμένου εἰς ἕτερα μεταβαίνει, πᾶσι νομοθετῶν τὰ
κατάλληλα.</p><p>Θεοδωρου. τὴν ἀφῃρημένην σάρκα οὐ δήπου
δυνατόν· ὁ μακάριος δὲ Ἐπιφάνιος ὁ Κύπρου, δύνατον ἔφη τοῦτο <lb n="5"/>
γίνεσθαι· τὸ δὲ ὅπως, τοὺς βουλομένους εἰδέναι, παραπέμψωμεν
τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ εἰρημένοις ἐντυχεῖν.</p><p>Σευηριανοῦ. Οὐκ οἶδεν ἡ χάρις δουλείας καὶ
διαφοράν· μὴ φύγῃς τοίνυν ὡς ἀναξίαν τῆς πίστεως τὴν δουλείαν·
οὐδενὸς γὰρ ἔλαττον ἔχεις τῶν ἐν τῇ πίστει διὰ τοῦτο· εἰ δέ <lb n="10"/>
καὶ τοῦ τυχεῖν τῆς ἐλευθερίας εἴη δυνατὸν, φροντὶς ἔστω σοι
μᾶλλον ὅπως ἃν εἰς δέον χρήσασθαι δυνηθῇς πλείονα, ὡς ἐν ἐλευθερίᾳ
τοῦ καλοῦ τὴν ἐπιμέλειαν ποιησάμενος· καὶ δεικνὺς ὅτι οὔτε
μὴν ὁ δοῦλος ἐλαττοῦται, τούτου γε ἕνεκεν ἐπάγει· “ὁ γὰρ ἐν
“Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος· ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν· ὁμοίως ὁ ἐλεύ- <lb n="15"/>
“θέρος κληθεὶς, δοῦλος ἐστι Χριστοῦ.”</p><p>Ἰωάννου h. Τοῦτ᾿ ἐστι, μᾶλλον δούλευε· καὶ τί δήποτε τὸν
δυνάμενον ἐλευθερωθῆναι κελεύει μεῖναι δοῦλου; θέλων δεῖξαι ὅτι
οὐδὲν βλάπτει ἡ δουλεία, ἀλλὰ καὶ ὠφελεῖ· καὶ οὐκ ἀγνοοῦμεν
ὅτι τινὲς τὸ “μᾶλλον χρῆσαι” περὶ ἐλευθερίας φασὶν εἰρῆσθαι, <lb n="20"/>
λέγοντες, εἰ δύνασαι ἐλευθερωθῆναι, ἐλευθερώθητι. πολὺ δὲ ἀπεναντιας
το ρημα, ει τουτο αἰνίττοιτο. οὐ γὰρ παραμυθούμενος
τὸν δοῦλον καὶ δεικνὺς οὐδὲν ἠδικημένον, ἐκέλευσε γενέσθαι ἐλεύ-
θερον. πῶς δὲ ὁ δοῦλος ἀπελεύθερος ; ὅτι ἠλευθέρωσέν σε οὐ τῆς
ἁμαρτίας μόνης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἔξωθεν δουλείας, μένοντα δοῦλον. <lb n="25"/>
καὶ πῶς ἐλεύθερός ἐστιν ὁ μένων δοῦλος ; ὅτ᾿ ἃν παθῶν ἀπηλλαγμένος
ᾐ, καὶ τῶν τῆς ψυχῆς νοσημάτων· ὅτ’ ἃν χρημάτων
καταφρονῇ, καὶ ὀργῆς καὶ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων.</p><p>Τοῦτο Θεοδωρίτου.ΚΑΙ Κυτίλλου. τινὲς ὡς εἰκὸς τῶν ἐκ
περιτομῆς διελογίζοντο κἀς ἑαυτούς· πῶς ἐσόμεθα δεκτοὶ, καὶ τὴν <lb n="30"/>
ἐν χριστῷ ζωὴν τιμήσομεν, ἔχοντες ἤδη τὴν περιτομήν ; δεήσει
τάχα ποῦ καὶ ἐπισπᾶσθαι, τοῦτ’ ἐστι πάλιν δρομεῖν εἰς ἀκροβυστίαν·
καὶ τὴν τῆς σαρκὸς καταβιάζεσθαι φύσιν ; οἱ γε μὴν ἐξ
<note type="footnote">h (??) Cod.</note>

<pb n="142"/>
Ἑλληνικῆς ἐρχόμενοι πλάνης παρὰ τῶν ἔτι τὴν ἐν νόμῳ τιμώντων
σκίαν, τάχα ποῦ μανθάνοντες ὡς ἔστι χρῆμα τίμιον ἡ περιτομὴ,
καὶ πᾶσιν ἁγίοις τετηρημένον· καίτοι τὴν πίστιν ἔσθ’ ὅτε παραδεξάμενοι
ἐπετελοῦντο σαρκί· καθάπερ ἀμέλει καὶ τῶν ἐν Γαλατίᾳ
τινὲς, οἷς καὶ ὁ θεσπέσιος Παῦλος ἐπιπλήττει λέγων· “ἐναρ- <lb n="5"/>
“ξάμενοι Πνεύματι· νῦν σαρκὶ ἐπιτελεῖσθε;” ἔδει τοίνυν σαφεῖ
καὶ ἐναργεστάτῳ κηρύγματι τῆς ἀληθείας αὐτῆς ἀνευρῆναι τὴν
ὁδόν· καὶ ὡς ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι, τῶν ἄλλων ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ
ἐστερημένη· ὁμοίως δὲ καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστι, μὴ εὐαγγελικῷ
βίῳ κεκοσμημένη. προσήκει τοίνυν τὸν κεκλημένον ἐν τῇ κλήσει <lb n="10"/>
μένειν, ὅπως ἃν ἔχοι σχήματος</p><p>Μέτεισι δὲ ἀναγκαίως ἐπὶ τὸ χρῆναι πάλιν δυσφημίαν ἑτέραν,
μόνον οὐχὶ ἀποσοβεῖν τοῦ θείου κηρύγματος· πνεῦμα μὲν γὰρ
δουλείας ἦν ἐν τοῖς ὑπὸ νόμον. τὸ δὲ θέσπισμα τὸ εὐαγγελικὸν
τῆς υἱοθεσίας τὸ πνεῦμα τοῖς πιστεύειν ἐθέλουσιν ἐνιέσθαι φησὶ, <lb n="15"/>
καὶ οὐκ ἔτι καλοῦν εἰς δουλείαν, ἀλλ’ εἰς ἐλεύθερον ἀξίωμα.
οὐκοῦν κεκλημένοι διὰ τῆς πίστεως εἰς ἐλευθερίαν, τινὲς τὴν
πνευματικὴν τῆς κατὰ σάρκα δουλείας ἀποφοιτᾶν ἐπεχείρουν· οἷς
καὶ δι’ ἑτέρων ἐπιστέλλων φησὶ, μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς
ἀφορμὴν τῇ σαρκί.</p><lb n="20"/><p>Παραμυθεῖται δὲ αὐτοὺς καὶ διὰ τούτων αὐτῶν λέγων· “δοῦ-
“λος ἐκλήθης ; μή σοι μελέτω· ἀλλ’ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος
“γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι· τοῦτ’ ἔστι, κἂν εἰς τὸν τῆς δουλείας
τῆς κατὰ σάρκα ζυγὸν ἐπηρτημένον ἔχων ἐκλήθης διὰ τῆς
πίστεως εἰς ἐλευθέραν υἱότητα· κἂν εἰ τῆς θείας φύσεως γέγονας <lb n="25"/>
κοινωνὸς, ἄμεινον ἔσω μικροψυχίας, οὐκ ἄμισθον εὑρήσεις τὸν ἐπὶ
τῇ δουλείᾳ πόνον. δεῖ γὰρ πάντως τοὺς πεπονθότας ἔκ τινος
πλεονεξίας τὴν δουλείαν, ἀποφορτίσασθαι τὸ κακὸν, μεταστοιχιοῦντας
ἅπαντα κατὰ τὸν αἰῶνα τὸν μέλλοντα πρὸς τὸ ἐν ἀρχαῖς
τοῦ Κυρίου· ἐλευθέραν γὰρ τὴν φύσιν ὁ δημιουργὸς πεποίηται· καὶ <lb n="30"/>
οὕτως ἔσται, ὡς ἔφην, κατὰ τὸν αἰῶνα τὸν μέλλοντα· καὶ “ἔσται
“ ὁ λαὸς ὡς ὁ ἱερεύς· καὶ ὁ παῖς ὡς ὁ κύριος· καὶ ἡ θεράπαινα ὡς
ἡ κυρία” κατὰ τὴν ‘Ησαΐου προφητείαν.
Οὐκοῦν κἂν εἰ δύναιο, φησὶν, ἐλεύθερος γενέσθαι· μᾶλλον χρῆσαι·
καὶ γάρ ἐστιν, ὡς ἔφην, οὐκ ἀκερδὴς ὁ ζυγὸς τοῖς ἀγαθῇ <lb n="35"/>

<pb n="143"/>
κεχρημένοις εὐνοίᾳ, καὶ ὀρθῶς ἐν αὐτῷ διαγεγονόσιν· ἄλλως τε,
φησὶν, οὐκ ἃν εἴη τῶν ἐνδεχομένων ἀνθρώπους ὄντας ἡμᾶς τὸ τῆς
δουλείας ὄνομα φυγεῖν· δοῦλον γὰρ ἅπαν ἐστὶ τὸ πεποιημένον·
ὥστε καὶ ὁ δοῦλος ἀπελεύθερός ἐστι Χριστοῦ· δοῦλος δὲ πάντως
καὶ ὁ κεκλημένος εἰς ἐλευθερίαν· καθά φησὶν ὁ ψαλμὸς “ὄντι τὰ <lb n="5"/>
σύμπαντα δοῦλά σα.”</p><p>Ἀποφαίνει γε μὴν ὁ μυσταγωγὸς καὶ καθ’ ἕτερον τρόπον ὠφελουμένους
χριστῷ τοὺς δι’ αὐτὸν σεσωσμένους· ταύτῃ τοι φησὶ,
“τιμῆς ἠγοράσθητε.” μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων· ἠγοράσμεθα
μὲν γὰρ τιμῆς ὁμολογουμένως, τεθεικότος ὑπὲρ ἡμῶν τὸ ἴδιον αἰμα <lb n="10"/>
τοῦ πάντων ἡμῶν Σωτῆρος Χριστοῦ· ἐξῃρήμεθα δὲ τῆς τοῦ διαβόλου
πλεονεξίας, τῆς τῶν δαιμονίων ὠμότητος· κεκλήμεθα δὲ
πρὸς ἐλευθερίαν διὰ Χριστοῦ· οὐκοῦν ὡς ἠγορασμένοι, μένοι, καὶ τῷ
πριαμένῳ τὴν ἑαυτῶν ὀφείλοντες ζωήν· “μὴ γίνεσθε” φησὶ, “δοῦλοι
“ἀνθρώπων.” καὶ οὔτι φαμὲν ὡς τῆς κατὰ σάρκα δουλείας ἀποπηδᾶν <lb n="15"/>
πηδᾶν ἀναπείθει· διδάσκει δὲ μᾶλλον ἐκεῖνο, καὶ μάλα ὀρθῶς, μὴ
δουλεύειν τοῖς ἀποφέρειν τοὺς πεπιστευκότας ἐπιχειροῦσιν εἰς
νομικὴν ἐπιτήρησιν, καὶ τῆς ἀρχαίας ἀπάτης ἐκχέουσι τὸν ἰὸν ταῖς
τῶν ἁπλουστέρων ψυχαῖς· καὶ ἡμέρας καὶ μῆνας ἐπιτηρεῖν ἀναπείθουσι·
καὶ τὴν καλουμένην ἐθελοθρησκείαν ἐπιτηδεύουσι, καὶ ἑτέροις <lb n="20"/>
ἑλέσθαι πληροῦν συμβουλεύουσιν· ἐπειδὴ τοίνυν φησὶ “τιμῆς
“ἠγοράσθητε· καὶ οὐ φθαρτοῖς ἀργυρίῳ ἣ χρυσίῳ ἐλυτρώθητε·
“τιμίῳ δὲ μᾶλλον αἵματι ὡς ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ·” τοῖς
αὐτοῦ μᾶλλον ὑποταττώμεθα νόμοις.</p><p>Οἰκοτμενίου. Σὺ δὲ τάχα, φησὶν, καὶ πλέον ἔχεις· ἀπελεύθερος <lb n="25"/>
λεύθερος γὰρ εἶ Χριστοῦ· αὐτὸς γάρ σε πάσης νοητῆς δουλείας
ἠλευθέρωσεν. ὅμως ἐκ τῆς περιουσίας τῶν λέξεων, θέλει δεῖξαι τὸ
ἴσον δούλου καὶ δεσπότου· ἐπειδὴ πάντες ἀπελευθεροί τε ἐσμὲν
Χριστοῦ, καθὸ ἠλευθέρωσεν ἡμᾶς τῆς τυραννίδος τοῦ Σατανᾶ· καὶ
δοῦλοι ἐσμὲν Χριστοῦ· καθὸ ἐκεῖθεν ἐλευθερώσας, ὑπὸ τὴν οἰκείαν <lb n="30"/>
ἤγαγεν βασιλείαν.</p><p>Φωτίου. Ἵνα μὴ τοῖς δούλοις ἐμπόδιον πρὸς τὴν εὐσέβειαν
καὶ δουλείαν νομισθῇ· διαρρήδην φησὶν ὅτι τοῦτο τοσοῦτον ἀπέχει
τοῦ ἐμποδῶν εἶναι, ὥστε οὐδὲ ἐν φροντίδι εἶναι δεῖ περὶ αὐτῆς.

<pb n="144"/>
μὴ μελέτω σοι φησὶν, ἀλλ’ εἰ καὶ δύνασαι διά τινος σπουδῆς καὶ
ἐπιμελείας ἐλεύθερος γενέσθαι, ἔα τοῦτο, καὶ κέχρησο μᾶλλον τῇ
δουλείᾳ· οὐδ’ οὕτως οὐδὲν ἐλαττοῦσαι τοῦ δεσπότου· ἀπελεύθερος
γὰρ εἶ, ὥσπερ κἀκεῖνος τοῦ κοινοῦ δεσπότου· δοῦλος μὲν γὰρ εἶ
τοῦ κοίνου δεσπότου, ὥσπερ κἀκεῖνος· καὶ ἀπελεύθερος πάλιν ὥσπερ <lb n="5"/>
ἐκεῖνος. τι οὖν σοι τῆς σωματικῆς μέλει δουλείας· τῆς μήτε ἐλαττούσης
μήτε τῷ δουλευωμένῳ μεῖζόν τι προστιθείσης. ἁλλ’ ἑκάτερον
μηδὲν εἰς τὸ τυχεῖν τῶν ἴσων παραβλαπτούσης </p><lb n="25"/><p>Περὶ δὲ τῶν παρθένων, ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω·
γνώμην δὲ δίδωμι, ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς <lb n="10"/>
<lb n="26"/> εἶναι. νομίζω οὖν, τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν
ἀνάγκην, ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.
<lb n="27"/> δέδεσαι γυναικί ; μὴ ζήτει λύσιν· λέλυσαι ἀπὸ γυναι-
<lb n="28"/> κός; μὴ ζήτει γυναῖκα. ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες·
καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος, οὐχ ἥμαρτεν· θλῖψιν δὲ τῇ <lb n="15"/>
σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι· ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι.</p><p>Θεοδωρου. Δῆλον ὅτι καὶ περὶ τούτου γεγραφηκόσιν
ἀποκρίνεται· ἀμφότερα πάντως μαθεῖν βουληθέντων αὐτῶν· καὶ
εἰ τοὺς ἐν γάμῳ προσῆκεν ἀλλήλων ἀπέχεσθαι· καὶ εἰ τοὺς μηδέπω
πειραθέντας μεῖναι ἐπὶ τοῦ προτέρου σχήματος. ὅτ’ ἃν οὖν <lb n="20"/>
εἴπῃ περὶ τῶν παρθένων, δῆλον ὅτι περὶ τῆς παρθενίας λέγει· τὰ
ὅμοια καὶ ἐπὶ τούτου πέρι τε τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν
φθευγομενος.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὁ γὰρ Κύριος, τῶν Ἀποστόλων εἰρηκότων “εἰ
“οὕτως ἐστιν ὁ νόμος τῆς γυναικὸς, συμφέρει μὴ γῆμαι,” ἀπεκρίνατο· <lb n="25"/>
“οὐ πάντες χωροῦσι τοῦτον τὸν λόγον.” καὶ πάλιν, “ὁ
“δυνάμενος χωρεῖν, χωρείτω.” διά τοι τοῦτο καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος
ἔφη, “ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω·” εἰ τοίνυν οὐκ ἐδέξω
νόμον, τί σοι βούλεται ὁ λόγος; “γνώμην δὲ δίδωμι,” οὐ νόμον
εἰσφέρω· καὶ γὰρ ὁ Κύριος τὰ κατὰ φύσιν νομοθετήσας, ἐπὶ τὰ <lb n="30"/>
ὑπὲρ φύσιν προτρέπει· ἐπειδὴ δὴ εἰκὸς ἦν τινὰς ἀντιλέγειν ὡς
καινοτομίᾳ τῇ συμβουλῇ, ἀναγκαίως προτέθηκεν “ὡς ἠλεημένος
“ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι·” μετὰ τῆς συνήθους μετριότητος τὴν

<pb n="145"/>
ἀποστολικὴν ἀξίαν ὑπέδειξεν· ἀξιόχρεως, φησὶν, εἰμὶ σύμβουλος·
διὰ μέντοι πολὺν τοῦ δεσπότου κληθεὶς ἔλεον, ἐπιστεύθην τὸ
κήρυγμα.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τὸ “νομίζω” προστέθηκεν οὐκ ἀμφιβάλλων ὡς
ἡ παρθενία καλὸν καὶ τῶν τεχνῶν κάλλιστον, ἀλλ’ ίνα μὴ νόμος <lb n="5"/>
ἡ παραίνεσις γένηται, τὴν ἀμφιβολίαν προσέθηκεν. ἕπεται γὰρ
τῷ νόμῳ καὶ φυλακὴ καὶ παράβασις καὶ τῶν παραβαινόντων ἡ
κόλασις· διὰ τοῦτο οὐ νομοθετεῖ τὰ μεγάλα, ἀλλ’ ἐπὶ ταῦτα
προτρέπει. καὶ εἰρηκὼς “μὴ ζήτει γυναῖκα,” ἐπήγαγεν· “ἐὰν δὲ
“καὶ γήμῃς οὐχ ἥμαρτες· καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος, οὐχ ἥμαρ- <lb n="10"/>
“τεν.” καὶ τί δήποτε συμβουλεύεις μὴ γῆμαι, εἴπερ ἄρα ὁ
γάμος ἁμαρτίας ἐλεύθερος ; “θλίψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ
“τοιοῦτοι.” τοιοῦτοι. καὶ τί σοι τοῦτο μέλει ; “ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι.
καὶ τὴν πατρικὴν φιλοστοργίαν ἐγύμνωσεν· καὶ τῆς ἀγαμίας τὸ
χρήσιμον ἔδειξεν· εἰδέναι μέντοι χρὴ, ὡς οὐ περὶ τῶν ἅπαξ ἄπο. <lb n="15"/>
ταξαμένων τῷ βίῳ ἴῳ εἴρηκεν “καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος οὐχ ἡμαρ-
“τεν,” ἀλλὰ περὶ τῶν μηδέπω μήτε τοῦτο μήτε ἐκεῖνο προελομένων,
ἀλλ’ ἐν μεθορίῳ γάμου καὶ ἀγαμίας ἑστώτων.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἔδειξεν ὅτι τὴν παρθενίαν εἰσάγει, οὐ κατηγορίαν
γάμου, ἀλλ’ ὅτι διὰ φειδῶ τῶν ἁγίων εἰσηγεῖται τὴν <lb n="20"/>
παρθενίαν, ὡς τὴν σάρκα ὠδίνων καὶ καμάτων πληροῦντος τοῦ
γάμου.</p><p>Ὡριγενουσ. τῶν ἐντολῶν αἱ μὲν εἰσὶν ἐπιτεταγμέναι, αἱ
οὐκ ἐπιτεταγμέναι· ἀλλ’ αὐτεξούσιοι καὶ τῇ προαιρέσει ἐπιτερταμμέναι
ὑπὸ τοῦ Θεοῦ· αἱ μὲν γὰρ αὐτῶν ὧν οὐκ ἔστιν ἄνευ <lb n="25"/>
σωθῆναι, αὐταὶ εἰσὶν αἱ προστεταγμέναι· αἱ δὲ μείζονες τῶν προστεταγμένων,
ἃς κἂν μὴ ποιήσωμεν, σωζόμεθα, οὐκ εἰσὶν ἐπίταγμα
τοῦ Θεοῦ· ἄκουε γὰρ, φησὶν, τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ
διδάσκοντος ἐν αὐτῷ καὶ λέγοντος· “ὅτ᾿ ἃν ποιήσετε πάντα τὰ
“διατεταγμένα ὑμῖν, ὀφείλετε λέγειν, δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμέν· ὃ <lb n="30"/>
“ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν.” καὶ εἰ ἐὰν ποιήσω πάντα τὰ
διατεταγμένα, δοῦλός εἰμι ἀχρεῖος, πότε φεύξομαι τὸ εἶναι δοῦλος
ἀχρεῖος ; ἐὰν φιλοτιμώτερος ὣν, ἐὰν ἐπαναβαίνῃς ἀπὸ τῶν
διατεταγμένων· οἷον τὸ “ οὐ μοιχεύσεις ἐὰν τηρήσω, καὶ τὸ
“μὴ ἐμβλέψαι γυναικὶ πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι,” ὃ ὤφειλον ποιῆσαι <lb n="35"/>
u

<pb n="146"/>
πεποίηκα· ἐὰν δὲ παρθένος μείνω, οὐ κελευσθεὶς οὐδὲ διαταχθείς·
οὐκ ἔτι λέγω ἐπὶ τῷ τῆς παρθενίας κατορθώματι, δοῦλοι ἀχρεῖοι
ἐσμὲν, ὃ ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν· οὕτως καὶ ἐπὶ τῶν
λοιπῶν ἐντολῶν, ἐὰν μὴ βλέψω ἢ πλεονεκτῶ, ὀφείλομεν λέγειν
ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμέν· “ἐὰν δὲ πωλήσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, <lb n="5"/>
“καὶ δώσω πτωχοῖς,” οὐκ ἔτι λέγω ἀχρεῖός εἰμι, ὃ ὤφειλον
ποιῆσαι πεποίηκα· διὰ τοῦτο λέγει ὁ Ἀπόστολος, “περὶ δὲ τῶν
“παρθένων παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω· γνώμην δὲ δίδωμι, ὡς
“ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι.” ἐν γὰρ τῷ λέγειν τοῖς
μαθηταῖς τὸν Κύριον, “οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον, ἀλλ’ οἷς <lb n="10"/>
δέδοται, καὶ ἐπιφέρει ὁ δυνάμενος χωρεῖν, χωρείτω, οὐκ έπέταξενη
ἀλλ’ αὐτεξούσιον εἴασεν· “γνώμην” οὖν φησὶν ὁ Ἀπόστολος
“δίδωμι·” καὶ ἵνα παραστήσῃ ὅτι Κύριος ἐν αὐτῷ λέγει,
εἶπεν, “ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι.”</p><p>“ Νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγ- <lb n="15"/>
“κην· ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.” ἀνάγκην φησὶν τὴν
ἐν τῷ σώματι διατριβήν· ὡς καὶ ἑτέρωθι φησὶν, “τὸ δὲ ἐπιμεῖναι
“τῇ σαρκὶ, ἀναγκαιότερον δι’ ὑμᾶς·” τετράκις δὲ ἐν τῷ τόπῳ τὸ
καλὸν ὠνόμασεν ὁ Ἀπόστολος· φησὶ γὰρ “πρῶτον μὲν καλὸν
“ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι·” δεύτερον δὲ, “καλὸν αὐτοῖς <lb n="20"/>
“ἐὰν μείνωσιν, ὡς κἀγώ.” τρίτον, “νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν
“ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην·” τέταρτον, “καλὸν ἀν-
“θρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.” ὁρᾷς, ὅσα περὶ ἁγνείας εἴρηται· ταῦτα
μετὰ τοῦ καλοῦ ὠνόμασται. ὅσα δὲ περὶ τοῦ γάμου, μετὰ τοῦ
μὴ ἁμαρτάνειν τὸν γαμοῦντα, “δέδεσαι γυναικὶ ; μὴ ζήτει λύσιν· <lb n="25"/>
“λέλυσαι ἀπὸ γυναικός ; μὴ ζήτει γυναῖκα.” διόλου τοῦ λόγου
καθὰ εἴρηται, ἐπιτείνει καὶ ἀνίησιν· ἵνα ὁ ἀκροατὴς ἐν τῇ ἰδίᾳ
ἐξουσίᾳ λαβὼν, κρίνῃ εἴ τι δύναται, καὶ ποίᾳ ἀσκήσει ἑαυτὸν ἐπι-
δοῦναι δυνηθῇ. οὕτως οὖν καὶ ἐνθάδε ἀπέτρεψε μὲν τοῦ λύειν τὸν
γάμον, προτρέπεται δὲ πάλιν καθαρεύειν· οὐκοῦν δεδεμένον μὲν <lb n="30"/>
εἶπεν τὸν ἄνδρα τὸν γεγαμηκότα· εἰ δὲ περίστασίς ἐστι τὸ δέδεσθαι,
καὶ δεῖ φεύγειν τὰς περιστάσεις, ὅση δύναμις· καὶ τὸ
δεδέσθαι γυναικὶ, μὴ ζήτει λύειν· ὁ δὲ μὴ δεδεμένος ὀφείλει
φυλάττεσθαι, ἵνα μὴ δεθῇ. ἀληθῶς γὰρ εὑρήσεις αὐτοὺς δεδεμένους
τῷ φίλτρῳ τῷ γαμικῷ· οὐκ ἔξεστιν οὖν τὸν ἐν γάμῳ <lb n="35"/>

<pb n="147"/>
προληφθέντα, ζητῆσαι ἄκαιρον ἐλευθερίαν· ἀλλὰ μένειν ἐν τῇ
δουλείᾳ. καὶ εἰ λέλυταί τις, μὴ ζητεῖν γυναῖκα· “ἐὰν δὲ καὶ
“γήμῃς” φησὶν, “οὐχ ἥμαρτες·” οὐκ εἶπεν ἐὰν γαμήσῃς καλὸν,
ἀλλ’ “ἐὰν γήμῃς οὐχ ἥμαρτες.” τήρει τὴν διαφοράν· “καὶ ἐὰν
“γήμῃ ἡ παρθένος οὐχ ἥμαρτεν·” οὐκ εἶπεν πάλιν καλὸν, ἀλλ’ <lb n="5"/>
οὐχ ἥμαρτεν·</p><p>Θλῖψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι· πῶς γὰρ οὐχ ἕξουσι
θλῖψιν, ὅτε τὰ εἰρημένα πρὸς τὴν γυναῖκα ἔρχεται ἐπὶ τὴν γεγα-
μημένην ; “ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα, καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ
“ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει.” τούτων δὲ πάντων <lb n="10"/>
ἐλευθέρα ἐστὶν ἡ παρθένος, ἐλευθερωθεῖσα ἀπὸ τῆς καθαρότητος,
νυμφίον εὐλογίας περιμένουσα. πᾶς γάμος ἐν σκότῳ γίνεται, διὸ
“μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις·” ὁ δὲ Χριστοῦ γάμος, ὅτ’ ἃν ἀπολάβῃ
αὐτοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, ἐν τῷ φωτὶ γίνεται· διὰ τί γὰρ
μετὰ λαμπάδων καὶ ἐλαίου διαρκοῦντος εἰσέρχονται παρθένοι εἰς <lb n="15"/>
τὸν γάμον ; διότι εὐσχημοσύνης ἐστὶν ὁ γάμος ἐκεῖνος ὁ σαρκὶ
κολλώμενος, ἓν σῶμά ἐστιν, πνεύματι δὲ ὁ κολλώμενος, ἓν πνεῦμά
ἐστιν· τί δὲ εὐσχημονέστερον ψυχῆς πνεύματι κολλωμένης, καὶ
ἑνουμένης, καὶ μηκέτι οὔσης ψυχῆς, ἀλλὰ γινομένης ὅπερ τὸ
πνεῦμα ; ἐπὶ γὰρ τοῦ γάμου εἴρηται, “ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα <lb n="20"/>
“μίαν. ἐπὶ δὲ τοῦ “ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἔσται ἓν πνεῦμα.
Οἰκοτμενίου. Ἐπειδὴ εἰς μείζονα φιλοσοφίαν ἔρχεται, φοβεῖται
αὐτὸ καθαρῶς ἐπιτάξαι, τὴν ἀποτυχίαν τῶν μετιόντων
δεδοικώς· διὰ τοῦτο οὐχ ὡς ἐπιταγὴν, ἀλλ’ ὡς συμβουλὴν
δίδωσιν.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τὰ περὶ παρθένων ἀμελέστερον ἡρμήνευσεν ὡς
ἐν μονοβίβλῳ· “ἠλεημένος” φησὶν “εἰς τὸ εἶναι πιστὸς” οἷον
κῆρυξ καὶ γνωμοδότης.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὥρα πάλιν πῶς τὴν ἐξ ἀνάγκης ἐπιταγὴν κολάζει·
“νομίζω γάρ” φησίν· τι δὲ νομίζω ; καλὸν τὸ ἄνευ γάμου <lb n="30"/>
εἶναι διὰ τὰς ἓν αὐτῷ δυσκολίας καὶ τὰ τοῦ γάμου κακά.
Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐπιδιορθοῦται αὐτὸ, τὸ ἀσθενὲς τῶν ἀκροατῶν
δεδοικὼς, ὡς οὐ χωρούντων τὴν παρθενίαν· παρθένον ἐνταῦθα φησὶν
οὐ τὴν ἀφιερωμένην Θεῷ, ἀλλὰ τὴν ἔτι ἄγαμον κόρην· ὡς ἥ γε
U 2

<pb n="148"/>
ἀφιερωθεῖσα Θεῷ εἰ γήμει, μοιχὸν ἐπεισφέρει τῷ Χριστῷ ᾧτ’
νενύμφευται.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οἱ γαμοῦντες, φησὶ, θλῖψιν ἕξουσιν, διὰ τὰς ἐν
τῷ γάμῳ λύπας· ἐγὼ δὲ, φησὶ, φείδομαι ὑμῶν ὡς τέκνων, καὶ
βούλομαι ἐλευθέρους εἶναι καὶ ἀλύπους. τέως γὰρ ἐν δεσμοῖς <lb n="5"/>
εἰσίν δέδεσαι γὰρ, φησὶ, γυναικί. ε7τα καὶ ἑαυτῶν οὐκ
ἐξουσιάζουσιν, ὡς ἄνω φησίν.</p><p>Φωτίου. “ Ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου” ἀξιόπιστος εἶναι εἰς
τὸ παραινεῖν ὑμᾶς καὶ διδάσκειν τὰ συμφέροντα· καὶ ταύτην ὑμῖν
ἀποφαίνω τὴν ἐμὴν βουλὴν καὶ γνώμην. “διὰ τὴν ἐνεστῶσαν <lb n="10"/>
“ἀναγκήν·” τὸν διωγμὸν ο-ι’μαι λέγειν αὐτὸν ἐνταῦθα, τὸν ἀπὸ τῶν
ἀπίστων τοῖς πιστοῖς ἐπανακείμενον· καὶ τὰς ἄλλας ἐπηρείας καὶ
κακώσεις ἃς ὑπέμενον· τοῦτο γὰρ ἀκόλουθον ἐνεστῶσαν ἀνάγκην
αὐτὸν καλεῖν· ἐπειδὴ γὰρ παραίνεσιν ὑψηλὴν καὶ μεγάλην ἠθέ-
λησεν ποιήσασθαι, μετὰ περιστάσεως ἔδειξεν αὐτὴν εἰσάγειν. <lb n="15"/>
καλὸν, φησὶν, ἡ παρθενία, καὶ διὰ τὴν ἐνεστῶσαν τῶν πειρασμῶν
συμφοράν· ῥᾷον γὰρ καὶ ἀκοπώτερον ταύτας οἴσομεν, ἣ γυναῖκας
καὶ τέκνα ἐν διωγμοῖς καὶ μυρίαις ταλαιπωρίαις συνεπαγόμενοι·
καταμεριζομένης γὰρ εἰς πολλὰ πάθη τῆς ψυχῆς, ἐν ἀφορήτῳ
κακῷ ἀνάγκη καταβαπτισθῆναι τὸν ἄνθρωπον· μόνον δὲ ὄντα καὶ <lb n="20"/>
τοῖς ἑτέρων πάθεσι μὴ κατατεμνόμενον, εὐχερὲς τῆς τῶν κακῶν
ὑπερανασχεῖν τρικυμίαν· εἶτα ἵνα μή τις εἴπῃ, οὐκ οὖν καὶ ὁ
φθάσας γάμῳ κοινωνῆσαι, ἄμεινον ποιήσει λύων τὸν γάμον ; ἐπή-
γαγεν, μὴ γένοιτο· τοῦτο γὰρ δηλοῖ διὰ τὸ εἰπεῖν “δέδεσαι
“γυναικὶ ; μὴ ζήτει λύσιν·” ἀλλ’ ὥσπερ, φησὶν, ὁ δεδεμένος οὐκ <lb n="25"/>
ὀφείλει λύσιν ζητεῖν· οὕτως οὐδὲ ὁ λελυμένος δεσμὸν ἑαυτῷ ὀφεί-
λει περινοεῖν. τὸ δὲ “λέλυσαι,” διχῶς ἐστιν ἐκλαβεῖν· ἣ ὅτι
οὔπω ὅλως ἐδέθης· ἢ ὅτι λυθεὶς ἀφ’ οὗ ἐδέθης δεσμοῦ, οὐκ ὀφεί-
λεις ἄλλῳ γυναικὸς δεσμῷ πάλιν συνδεθῆναι.</p><p>Τὸ “ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς οὐχ ἥμαρτες καὶ ἐφεξῆς, τοῖς <lb n="30"/>
κα ὑπερβατὸν συντακτέον· οἷον· καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἽναι.
ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες καὶ ἑξῆς. οὐ γὰρ δεῖ συνάπτειν
αὐτὸ τῷ θελῆσαι ἄτερ γυναικὸς, μὴ ζήτει γυναῖκα, ἐὰν δὲ καὶ
γήμῃς οὐχ ἥμαρτες. πρῶτον μὲν γὰρ ἀνακόλουθος οὕτως λαμβα-

<pb n="149"/>
νομένη ἡ ἔννοια. τι γὰρ τῷ γεγαμηκότι ἤδη καὶ διαλυθέντι προσήκει
λέγειν, ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς ; τοῦτο γὰρ τοῖς μήπω γεγαμηκόσιν
ἁρμόδιον· ἔπειτα δὲ καὶ μέγα ἐστὶν ἁμάρτημα λυσάμενον ἀπὸ
τῆς γυναικὸς, ἄλλην γήμασθαι· ὥστε οὐκ ἐγχωρεῖ οὕτως συνάψαι
τὸ χωρίον, ἀλλ’ ὡς πρότερον εἴρηται· καὶ γὰρ καὶ πρὸ ὀλίγου <lb n="5"/>
φησὶν, “ἐὰν δὲ καὶ καὶ χωρισθῇ· μενέτω ἄγαμος·” διά τε οὖν τὰ
προειρημένα καὶ τὸ νῦν εἰρημένον, ἵνα μὴ ἐναντία λέγειν ἑαυτῷ
δόξῃ, καθ’ ὑπερβατὸν συντακτέον· “εἰ δὲ λέλυνσαι” οὐχὶ πρὸς
τοὺς συναφθέντας, εἶτα διαλυθέντας, ἀκούσεις· ἀλλ’ ἁπλῶς πρὸς
τοὺς μὴ συνελθόντας ὅλως εἰς γάμου κοινωνίαν, ἀλλὰ λελυμένους <lb n="10"/>
ὄντας τοῦ τοιούτου δεσμοῦ ἐγχωρεῖ καὶ κατὰ πόδα ἡ σύνταξις.</p><lb n="29"/><p>τοῦτο δὲ φημὶ, ἀδελφοὶ, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ
λοιπόν ἐστιν, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας, ὡς μὴ ἔχοντες
<lb n="30"/> ὦσιν· καὶ οἱ κλαίοντες, ὡς μὴ κλαίοντες· καὶ οἱ χαίροντες,
ὡς μὴ χαίροντες· καὶ οἱ ἀγοράζοντες, ὡς μὴ <lb n="15"/>
<lb n="31"/> κατέχοντες· καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ, ὡς μὴ
καταχρώμενοι. παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου
τούτου</p><p>Σευηριανοῦ. Ἄλλην αἰτίαν λέγει, δι’ ἣν προτιμᾷ τὴν παρθενίαν.
πανταχοῦ δεικνὺς ὅτι οὐ κατηγορεῖ γάμου, τὴν ἁγιωσύνην <lb n="20"/>
προτιμῶν· ὅτι πρὸς τῷ τέλει ὁ κόσμος· καὶ δεῖ εἰδέναι ὅτι ἃ
ἔχομεν οὐκ ἔχομεν· ἀφιέμεν γὰρ αὐτῷ αὐτά· ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες,
“ὡς μὴ ἔχοντες.” εἰ καλόν ἐστι τοῖς ἔχουσιν οὕτως ἔχειν, ὡς μὴ
ἔχουσιν, πῶς οὐ μᾶλλον τῇ παρθένῳ μηδὲ προσελθεῖν γάμῳ ; “καὶ
“οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ, ὡς μὴ καταχρώμενοι·” τὴν ἄμετρον <lb n="25"/>
ἀπόλαυσιν ἐκβάλλει διὰ τούτου· τὴν μέντοι χρείαν καταλιμπάντε·
τὸ “παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου·” δείκνυσιν
ὅτι οὐχ ὁ κόσμος παρέρχεται, ἀλλὰ τὸ σχῆμα τοῦ παρόντος βίου
μεταβάλλεται· ἡ φθορὰ, εἰς ἀφθαρσίαν· αἱ πόλεις, τὰ τείχη·
οἱ νόμοι, αἱ γεωργίαι, αἱ τέχναι· ταῦτα γὰρ ὥσπερ μορφή τις <lb n="30"/>
ἐπίκειται τῷ βίῳ τούτῳ, ἥτις λαμβάνει μεταβολήν.</p><p>Οἰκοτμενίου. Ἐπειδὴ εἶπεν ὅτι θλῖψιν τῇ σαρκὶ ἕξουσιν, ἵνα
μή τις εἴπῃ ἀλλὰ καὶ ἡδονὴν, ἐκ τοῦ συνεσταλμένου καιροῦ πειρᾶται
τὰ τῆς ἡδονῆς ὑποτεμεῖν. διὰ τοῦτο γὰρ, φησὶ, λέγω ὅτι

<pb n="150"/>
θλῖψιν ἕξουσιν· ἐπειδὴ μήτε ἡδονὴν δύνανται ἔχειν ἐν τῷ τὸν καιρὸν
οὕτω συνεστάλθαι καὶ πρὸς λύσιν i ἐπείγεσθαι· ἤδη γὰρ ἤγγικεν
ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ· καὶ λοιπὸν ἀποδημεῖν πρὸς αὐτὸν κελευ-
όμεθα</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἢ ὅτι καὶ περὶ τὴν μίξιν ἐγκρατεῖς εἶναι βού- <lb n="5"/>
λεται</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Διὰ τὴν τοῦ καιροῦ βραχύτητα πάντα τὰ ἐν
σπουδῇ τισιν ὑπάρχοντα ὡς οὐκ ὄντα, φησὶν, ὀφείλομεν ἡγεῖσθαι·
καὶ τὸ ἔχειν γυναῖκα, καὶ τὸ χαίρειν, καὶ τὸ λυπεῖσθαι· ὅτ’ ἃν
γὰρ ἐγγὺς ὁ θάνατος, τι δεῖ τοῖς ἐνταῦθα εμφιλοχωρεῖν καὶ νομίζειν <lb n="10"/>
ζειν εἶναί τι γάμον ἣ ἀγορασίαν K. ἣ τὸ ὅλως χρᾶσθαι τῷ κόσμῳ ;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τὸ πάνυ τῇ τοῦ κόσμου ἀπολαύσει, οἷον τρυφῇ
καὶ πλούτῳ καὶ δυναστείᾳ κεχρῆσθαι, παράχρησιν καλεῖ· τοῦτ’
ἔστι τὸ μὴ κεχρῆσθαι αὐτῷ καθὼς πρέπει σημαίνων· οὐ γὰρ διὰ
τοῦτο παρήχθημεν ἐν κόσμῳ, ἵνα ταῦτα πράττωμεν· ἐπ’ ἔργοις <lb n="15"/>
γὰρ ἀγαθοῖς ἐκτίσμεθα. ὁ οὖν τὰ ἐν οἷς ἐπλάσθη ἀφεὶς, καὶ
ἑτέρως τῳ κόσμῳ χρώμενος, παραχρᾶται αὐτῷ·</p><p>Ἰωάννου 1. Παρέρχεται καὶ τέλος ἕξει, φησὶν, ὁ κόσμος ὁ νῦν
ὁρώμενος· τί οὖν ἔχεσθαι δεῖ τοῦ λυομένου ; σχῆμα δὲ ἐκάλεσεν·
ἐμφαίνων ἄχρι ὄψεως εἶναι τὰ τοῦ παρόντος κόσμου, καὶ οὐκ <lb n="20"/>
ἔχειν μόνιμόν τι ἢ βέβαιον.</p><p>Σετηριανοῦ. Ἔδειξε διατὶ εἶπεν τὸ “ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι·”
ἵνα μὴ ἐν τοῖς μὴ μένουσι κενώσητε τὰς φροντίδας· καὶ τὰ ἑξῆς
τοῦτο μᾶλλον δείκνυσιν.</p><p>Θεοδώρου. Παρενθεὶς τὴν καθόλου παραίνεσιν, ἐπὶ τὴν οἱκείαν <lb n="25"/>
ἀκολουθίαν ἀνατρέχει, ἑρμηνεύων τὸ “διὰ τὴν ἐνεστῶσαν
ἀνάγκην καὶ τὸ θλῖψιν τῇ σαρκὶ ἕξουσιν.</p><lb n="32"/><p>Θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ
<lb n="33"/> τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ· ὁ δὲ γαμήσας
<lb n="34"/> μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί. μεμέρισται <lb n="30"/>
καὶ ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος· ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ
τοῦ Κυρίου, ἵνα ἦ ἁγία καὶ σώματι καὶ πνεύματι· ἡ δὲ
γαμήσασα μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῷ
<note type="footnote">i πρὸσλύσειν Cod. προσλύσιν Edd. Edd. κ ἀγορασίας Edd. (??) Cod.</note>

<pb n="151"/>
<lb n="35"/> ἀνδρί. τοῦτο δὲ πρὸς τῶν ὑμῶν αὐτῶν συμφέρον λέγω·
οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω, ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον
καὶ εὐπρόσεδρον τῷ Κυρίῳ ἀπερισπάστως.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἀπέδωκεν τὴν αἰτίαν δι’ ἣν τοῦ γάμου προτιμοτέρα
ἡ παρθενία· οὐ παρὰ τὴν κοίτην ἢ τὴν ἀποχὴν τῆς κοίτης, <lb n="5"/>
ἀλλὰ παρὰ τὸ τὸν γάμον γέμειν φροντίδων· τὸ κατὰ Θεὸν ἀσχολεῖν
εἰς τὴν εὐσέβειαν τὸν νοῦν.</p><p>Οἰκοτμενίου. Ὄρα πῶς τῇ τῆς μερίμνης διαφορᾷ ἐπὶ παρθενίαν
παρακαλεῖ· τὸ γὰρ “τὰ τοῦ Κυρίου μεριμνᾶν” οὐκ ἔστιν
μερίμνα, ἀλλὰ σωτηρία· ὅθεν ἄνω λέγει· “θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμεριμνους <lb n="10"/>
εἶναι·”</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “Μεμερίσται·” τοῦτ’ ἔστιν οὐ τὴν αὐτὴν ἔχουσι
φροντίδα· ἀλλὰ μεμερισμέναι εἰσὶ ταῖς σπουδαῖς. “ἡ μὲν γὰρ,”
φησὶ, “παρθένος τὰ τοῦ Κυρίου μεριμνᾷ· ἵνα ᾐ σώματι καὶ
“πνεύματι ἁγία.” σώματι μὲν διὰ τὴν ἁγνείαν· πνεύματι δὲ <lb n="15"/>
διὰ τὴν πρὸς Θεὸν οἰκειότητα, καὶ τὴν ἐνοίκησιν τοῦ παρακλήτου
Πνεύματος· ἡ δὲ τὰ τοῦ κόσμου μεριμνᾷ· ἀνδρὶ γὰρ ἀρέσαι βούλεται.
τί ἐστι τὰ τοῦ κόσμου ; ἴσως καὶ εὔοπτος εἶναι βούλεται
καὶ οἰκουρὸς καὶ μηδὲ τῷ δεομένῳ ἁπλοῦσα χεῖρα φιλάνθρωπον.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τοὺς δὲ περὶ παρθενίας λόγους φησὶν, ἐκίνησα, <lb n="20"/>
τοῦτο ὑμῖν συμφέρον εἰδώς· οὐχ ἵνα ἀναγκάσω ὑμᾶς καὶ θέλοντας
καὶ μὴ παρθενεύειν, τὴν γὰρ ἀνάγκην “βρόχον” καλεῖ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐ γὰρ λέγω, φησὶν, ταῦτα, ἵνα βρόχον καὶ
ἀνάγκην ὑμῖν ἐπιβάλω· ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ ἀπερισπάστως
εὐπρόσεδρον τῷ Κυρίῳ ἀγαγεῖν ὑμᾶς βουλόμενος.</p><lb n="25"/><p>Οἰκοτμενίου. Πῶς δ᾿ ἂν εἴημεν ἀμέριμνοι, εἰ ἄγαμοι ὦμεν;
τὰς γὰρ τοῦ κόσμου φροντίδας τίς ἀγνοεῖ;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Γυναῖκα φησὶν τὴν γεγαμηκυῖαν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τί γὰρ παρθένου καὶ τοιαύτης ζωῆς εὐσχημο-
νέστερον ;</p><lb n="30"/><lb n="36"/><p>Εἰ δέ τις ἀσχημονεῖν ἐπὶ τὴν παρθενίαν αὐτοῦ νομίζει,
ἐὰν ἦ ὑπέρακμος, καὶ οὕτως ὀφείλει γίνεσθαι, ὃ
<lb n="37"/> θέλει ποιήτω, οὐχ ἁμαρτάνει· γαμείτωσαν. ὃς δὲ ἕστηκεν
ἑδραῖος ἐν τῆ καρδίᾳ, μὴ ἔχων ἀνάγκην, ἐξουσίαν

<pb n="152"/>
δὲ ἔχει περὶ τοῦ ἰδίου θελήματος, καὶ τοῦτο κέκρικεν ἐν
τῆ καρδίᾳ αὐτοῦ, τηρεῖν τὴν ἑαυτοῦ παρθένον, καλῶς
<lb n="38"/> ποιεῖ. ὥστε καὶ ἐκγαμίζων, καλῶς ποιεῖ· ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων,
κρεῖσσον ποιεῖ.</p><p>Σετηριανοῦ. Νομίζουσι τίνες, ὅτι αὐτόν τινα ἑαυτοῦ περὶς <lb n="5"/>
ἀσχημονεῖν λέγει· ἀντὶ τοῦ ἐπὶ τῇ ἑαυτοῦ παρθενίᾳ, εἴ τις ἀσχημονεῖν
νομίζοι· οὐκ ἔστι δὲ οὕτως· καὶ τὰ ἑξῆς δείκνυσιν· λέγει
γὰρ, “ὥστε καὶ ὁ ἐκγαμίζων καλῶς ποιεῖ· ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων
κρεῖσσον ποιεῖ οὐδεὶς δὲ ἑαυτὸν ἐκγαμίζει, ἀλλ’ ὑφ’ ἑτέρου
δίδοται.</p><lb n="10"/><p>Θεοδωρίτου. Πἀλιν ἐνταῦθα περὶ τῶν μηδέπω τὴν παρθενίαν
ἑλομένων παρεκελεύσατο.</p><p>Θεοδωρου. Καλῶς παρέθηκε τὸ “μὴ ἔχων ἀνάγκην·” ἐκχωρεῖ
γὰρ πολλάκις προειλῆφθαί τινας μνηστείας ἐγγύην, ὑφ’ ἧς ἐπὶ
τὴν ἔκδοσιν συνωθεῖται τῆς οἰκείας παιδός· ἔστιν δὲ ὅτι καὶ <lb n="15"/>
οἰκέτης ὦν φυλάττειν μὲν βούλεται, οὐ δύναται δὲ τῷ τὸν δεσπότην
πρὸς γάμον ἐκδοῦναι βούλεσθαι.</p><p>Θεοδωρίτου. Καὶ τῶν τοῦ γάμου κατηγορούντων αἱρετικῶν
τὰς γλώττας ἐπέδησε· καὶ τὸ κάλλιστον τῆς παρθενίας ὑπέδειξεν·
ἀναγκαῖον δὲ νενόμικεν καὶ ταῖς χήραις συμβουλεύσαι τὰ πρόσφορα.</p><lb n="20"/><p>Ἰωαννου m. Ἀσθένια φύσεως ἀνθρώπου τὸ νομίζειν ἀσχημονεῖν·
εἴ γε τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα φυλάττει παρθένον καὶ Θεῷ ἀφιεροῖ.</p><p>Οἰκουμενίου. Οὕτω πῶς ὃ θέλει, φησὶν, ποιείτω· εἴτε ἐγγαμισάτω·
εἴτε τηρείτω παρθένον· οὐδέτερον γὰρ ἁμαρτία· εὐδοκιμεῖ
δὲ μᾶλλον ὁ φυλάττων παρθένον, ὡς προιὼν φησίν.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁρᾷς πῶς ἐκ προοιμίων θαυμάζει τὸν τηροῦντα
αὐτὴν παρθένον ; “ὃς ἕστηκε,” φησὶν, “ἑδραῖος ἐν τῇ καρδίᾳ·”
δῆλον ὅτι ἐκεῖνος ὁ διὰ τὴν δοκοῦσαν ἀσχημοσύνην καθυφεὶς καὶ
ἐγγαμίσας, οὐκ ἕστηκεν ἑδραῖος εἰς τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐκ ἔχει, φησὶν, ἀνάγκην μὴ ἐγγαμίσαι αὐτήν· <lb n="30"/>
ἣ γὰρ ἂν οὔτε οὕτω θαυμάσιος ἦν μὴ ἐγγαμίζων, τῇ γὰρ ἀνάγκῃ
καὶ οὐκ αὐτῷ τὸ ἔργον ἐλογίζετο· νυνὶ δὲ φιλοτιμία ἐστὶν αὐτῷ
τὸ πᾶν, καὶ θεοφιλὴς προαίρεσις.</p><note type="footnote">m (??) Cod.</note><pb n="153"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἑδραῖόν τινα ὑποτίθεται ἄνθρωπον· ὃν οὐκ ἴσχυσεν
σαλεῦσαι ἡ δοκοῦσα παρὰ τοῖς ἀνθρώποις ἀσχημοσύνη, ἐπὶ
τῶν φυλαττόντων παρθένους τὰς θυγατέρας.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καὶ ἐκεῖνο μὲν φησὶν καλόν· οὐ γὰρ ἁμαρτία τὸ
ἐγγαμίζειν· πᾶν δὲ ὃ οὐκ ἁμαρτία, καλόν· ὁ δέ γε μὴ ἐγγαμίζων, <lb n="5"/>
καὶ κατόρθωμά τι πράττει, ὃ κρεῖττόν ἐστιν· ὅρα δὲ πῶς ἐκ τῆς
συγκρίσεως, τὸ μὴ ἐγγαμίζειν συμβουλεύει.</p><p>Φωτίου. Εἰ δέ τις φησὶν, ἀσχημοσύνην νομίζει φέρειν αὐτῷ,
ἀνέκδοτον γάμῳ φυλάττειν οἴκοι τὴν θυγατέρα παρθενεύουσαν, καὶ
οἴεται οὕτως μᾶλλον ὀφείλειν γίνεσθαι, οἷον ἐκδοῦναι, ποιείτω ὃ <lb n="10"/>
θέλει· οὐ γὰρ κεκώλυται ὁ γάμος, μὴ γένοιτο, εἰ καὶ ὑψηλότερον
ἡ παρθενία· ὥστε εἰ βούλονται, ἐκγαμείτωσαν αὐτάς, φησιν· εἰ
δέ τις ἕστηκεν ἐν ταύτῃ τῇ γνώμῃ ἑδραῖος, ἤτοι εἰς τὸ μὴ γαμίσαι
αὐτὴν, μὴ ποιῶν τοῦτο ὡς ἐξ ἀνάγκης καὶ ἀπὸ νόμου κωλυόμενος.
ὁ γὰρ οὕτως τοῦτο ποιῶν λίαν ἁμαρτάνει· ἐὰν οὖν τις τοῦτο <lb n="15"/>
ὡς μὴ ἔχων ἀνάγκην ποιεῖ, ἀλλ’ ὡς κύριος μὲν οὖν ἑκατέρου
θελήματος ἀπὸ τοῦ νόμου· αὐτὸς δὲ αἱρετώτερον κρίνων τὸ μὴ
ἐγγαμίζειν, καὶ οὕτως καλῶς ποιεῖ φυλάττων παρθένον καὶ ἀμερίμνον
τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα. δύναται τὸ μὴ ἔχειν ἀνάγκην καὶ
ἄλλως οὐδὲν ἧττον οἰκείως ἐκληφθῆναι· οἷον μὴ ἀναγκαζόμενος <lb n="20"/>
τὸ ἐναντίον ποιεῖν ὑπὸ τῆς θυγατρός.</p><p>Ἐὰν ὁρᾷ γὰρ τὰ τῆς θυγατρὸς εἰς τὸ ἐγγαμίζειν αὐτὸν ἀναγκάζοντα,
οὐκ ὀφείλει παρθένον αὐτὴν τηρεῖν· εἰς τὸ ἐναντίον αὐτὴν
καὶ τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς γνώμης ἐκβιαζόμενος· ἑκούσιον γὰρ ἀλλ’
οὐκ ἀκούσιον τὸ τῆς παρθενίας· ἐπεὶ μετὰ τοῦ ἀκουσίου καὶ εἰς <lb n="25"/>
χεῖρον ἃν ἀποκλίνειεν· ἑαυτῇ μὲν συγγνώμην φέρουσα, εἰς δὲ τὸν
βιασάμενον παρθενεύειν τῆς ἀτοπίας τὴν αἰτίαν ἀναφέρουσα· ἢ
τὸ μὴ ἔχων ἀνάγκην, καὶ τοῦτο ἃν ὑποδηλώσειεν· μὴ ἔχων, φησὶν,
ἀνάγκην τοῦτο ποιεῖν· ἣ ὥσπερ ὁ ἀφιερώσας τῷ Θεῷ καὶ ἀναθεὶς
παρθενεύειν· ἣ ὡς τῆς θυγατρὸς ἐπὶ τοῦτο καταναγκαζούσης· τὸ <lb n="30"/>
γὰρ ὑπό τινος τῶν εἰρημένων ἀνάγκην ἔχοντι μὴ ἐγγαμίζειν· οὐδὲ
βουλεύσασθαι ἄλλως ἔνι, οὐδὲ κρίσιν ἄλλην ἐν τῇ καρδίᾳ μελετῆσαι·
ἀλλ’ οὐδὲ ἐπιτελοῦντι τηλικοῦτος ὁ ἔπαινος, ὅσον μὴ ἐπιτελοῦντι
τὸ κατάκριμα, ἀλλὰ πολλαπλάσιον· ὃς δὲ χωρὶς ἀνάγκης
X

<pb n="154"/>
ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦτο κέκρικεν ποιεῖν· παρθένον μὲν ἔχειν, μέγα
κατώρθωσεν· ἐγγαμίσας δὲ, οὐδὲν ὅλως ἥμαρτεν.</p><lb n="39"/><p>Γυνὴ δέδεται νόμῳ ἐφ’ ὅσον χρόνον ζῆ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς·
ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὁ ἀνὴρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει
<lb n="40"/> γαμηθῆναι, μόνον ἐν Κυρίῳ. μακαριωτέρα ’δε ἐστιν <lb n="5"/>
ἐὰν οὕτως μείνῃ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· δοκῶ δὲ κἀγὼ
Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.</p><p>Θεοδωρίτου. “Γυνὴ δέδεται νόμῳ ἐφ’ ὅσον χρόνον ζῇ ὁ ἀνὴρ
“αὐτῆς· ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὁ ἀνὴρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμη-
“θῆαι· μόνον ἐν Κυρίῳ·” τοῦτ’ ἐστι νόμῳ πιστῷ, εὐσεβεῖ· σωφρόνως, <lb n="10"/>
ἐννόμως· ” μακαριωτέρα δέ ἐστιν, ἐὰν οὕτως μείνῃ κατὰ
“τὴν ἐμὴν γνώμην·” πάλιν οὐ νόμον τέθεικεν, ἀλλὰ συμβουλὴν
εἰσήνεγκεν· ἀξιόπιστον δὲ ταύτην ποιῶν, ἐπήγαγεν, “δοκῶ δὲ
“κἀγὼ Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.” οὐκ ἐμοῦ φησὶ, τὰ ῥήματα, ἀλλὰ
τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριτος· ὄργανον γὰρ ἐκείνου ἐγώ· <lb n="15"/>
ἐπισημήνασθαι μέντοι χρὴ, ὡς οὐχ ἁπλῶς μακαρίαν τὴν ἐγκρατευομένην,
ἀλλὰ μακαριωτέραν ἐκαλέσεν· διδάσκων ὡς οὐδὲ ἡ
δευτέροις ὁμιλοῦσα γάμοις ἀθλία, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ μακαρία κατὰ
τὸν ἀποστολικὸν νόμον συναπτομένη· ἡ γὰρ σύγκρισις κἀκείνην
μακαρίαν ἀπέφηνεν. ἱκανὴ δὲ καὶ αὕτη τῶν Ναβάτου κατηγορία, <lb n="20"/>
οἳ τῆς διγαμίας ὡς πορνείας κατηγοροῦσιν, ἄντικρυς τοῖς n ἀποστολικοῖς
ἐναντιούμενοι νόμοις.
Σετηριανοῦ. Τὸ τοῦ μακαρίου τούτου κρεῖττον τὸ οὕτω μεῖναι·
τὸ μὲν γὰρ σωματικῆς ἐστιν ἀναπαύσεως· τὸ δὲ τελειοτέρας
εὐσεβείας.</p><lb n="25"/><p>Ἰωαννου. Μετὰ σωφροσύνης φησὶ, μετὰ κοσμιότητος· ἐπὶ
παιδοποιίᾳ καὶ προστασίᾳ, μὴ ἐν πάθει ἐπιθυμίας.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἴνα μή τις νομίσῃ τὰς τοιαύτας συμβουλὰς
Παύλου εἶναι, καὶ διὰ τοῦτο ἀνθρωπίνας, ἐπάγει “ὅτι Πνεῦμα
“Θεοῦ ἔχω.” δεικνὺς ὅτι νομοθεσίαι εἰσὶ τοῦ παρακλήτου.</p><lb n="30"/><p>Οἰκοτμενίου. Νόμῳ λέγει τὸ περὶ τῶν μοιχῶν· τοῦτο γὰρ
κατέχεται εἰς τὸ μὴ συμπλακῆναι ἑτέρῳ· εἰπὼν δὲ δέδεται, ἔργῳ
<note type="footnote">n ἀντικριστοῖς Cod.</note>

<pb n="155"/>
δείκνυσιν, ὅτι ὁ μὴ ἐγγαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ· δεσμοῦ γὰρ αὐτὴν
ἐλευθεροῖ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐλευθέρωται γὰρ καὶ ἐκ τοῦ πρώτου δεσμοῦ καὶ
νόμου, καὶ λέλυται· εἰπὼν δὲ καὶ ὅτι ἐλύθη, προετρέψατο μὴ
πάλιν γῆμαι καὶ δεθῆναι.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἵνα μὴ ἀνάγκης τὸ πρᾶγμα εἶναι νομίσῃς, φησὶ,
“κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην.” ὅσον ἐγὼ γινώσκω φησίν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Πόλλης ταπεινοφροσύνης τὸ δοκῶ· τοῦτ’ ἐστιν
ἡγοῦμαι, ὑπονοῶ.</p><p>Φωτίου. “Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην·” κατὰ τὴν ἐμὴν παραίνεσιν <lb n="10"/>
νεσιν καὶ συμβουλήν· οὐ κατά τινα νομοθεσίας ἀνάγκην· εἶτα ἵνα
μή τις εἴπῃ, οὐκοῦν ἐμή ἐστιν νομοθεσία, τι χρὴ ὅλως τινὰ κατὰ
τὴν παραίνεσιν ποιεῖν ; ἐπήγαγεν, ὅτι καὶ ταῦτα ἐκ τοῦ Παναγίου
Πνεύματος παραινοῦμεν· εἰ καὶ μὴ εἰς νόμου ἀνάγκην, διὰ τὴν
ἀσθένειαν ὑμῶν, τὴν συμβουλὴν κατακλείομεν.</p><lb n="15"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><head>ΚΕΦ. Ε.</head><p>Περὶ διαφορᾶς ἐδεσμάτων, καὶ ἀποχῆς δαιμονικοῦ σεβάσματος.</p><lb n="1"/><p>Περὶ δὲ τῶν εἰδωλοθύτων, οἴδαμεν, ὅτι πάντες γνῶ-
<lb n="2"/> σιν ἔχομεν· ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ· εἰ
δέ τις δοκεῖ εἰδέναι τι, οὐδέπω οὐδὲν ἔγνωκεν καθὼς δεῖ <lb n="20"/>
<lb n="3"/> γνῶναι· εἰ ’δε τις ἀγαπᾷ τὸν Θεὸν, οὗτος ἔγνωσται
υπ αὐτοῦ.</p><p>Ἰωαννου. Πολλοὶ παρὰ τοῖς Κορινθίοις μαθόντες ὅτι “οὐ
“τὰ εἰσπορευόμενα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὰ ἐκπορευόμενα·
καὶ ὅτι τὰ εἴδωλα, ξύλοι καὶ λίθοι καὶ δαίμονες, οὔτε βλάψαι οὔτε <lb n="25"/>
ὠφελῆσαι δυνάμενοι, ἀμέτρως τῇ τελειότητι τῆς γνώσεως ταύτης
ἐκέχρηντο καὶ εἰς τὴν ἑτέρων καὶ εἰς τὴν ἑαυτῶν βλάβην· καὶ
γὰρ εἰς εἰδωλεῖα εἰσήεσαν, καὶ τῶν αὐτόθι μετεῖχον τραπεζῶν,
καὶ μέγαν ἐντεῦθεν τὸν ὄλεθρον ἔτικτον· οὔτε γὰρ ἔτι τὸν τῶν
εἰδώλων ἔχοντες φόβον, καὶ οὐκ εἰδότες αὐτῶν καταφρονεῖν, μετεῖχον <lb n="30"/>
τῶν δείπνων ἐκείνων· ἐπειδὴ τοὺς τελειοτέρους ἑώρων τοῦτο
ποιοῦντας· καὶ τὰ μέγιστα ἐντεῦθεν ἐβλάπτοντο· οὐδὲ γὰρ μετὰ
τῆς αὐτῆς ἐκείνοις νόμοις γνώμης ἥπτοντο τῶν προκειμένων· ἀλλ’

<pb n="156"/>
ὡς εἰδωλοθύτων· καὶ ὁδὸς ἐπὶ εἰδωλολατρείαν τὸ πρᾶγμα ἐγίνετο·
αὐτοί τε οὗτοι πάλιν οἱ δῆθεν τελειότεροι, οὐχ ὡς ἔτυχεν ἠδικοῦντο,
δαιμονικῶν ἀπολαβόντες τραπεζῶν.</p><p>Τὸ μὲν οὖν ἔγκλημα τοῦτο ἦν· ὁ δὲ μακάριος οὗτος μέλλω,
αὐτὸ διορθοῦν, οὐκ εὐθέως καταφορικῶς κέχρηται τῷ λόγῳ. καὶ <lb n="5"/>
γὰρ ἀνοίας μᾶλλον ἣ κακίας ἦν τὸ γιγνόμενον. δι’ ὃ καὶ παραινέσεως
ἐν ἀρχῇ μᾶλλον ἐδεῖτο ἣ ἐπιπλήξεως σφοδρᾶς καὶ ὀργῆς.
σκοπεῖ τοίνυν αὐτοῦ τὴν σύνεσιν· πῶς εὐθέως ἄρχεται τῆς νουθεσίας·
περὶ δὲ τῶν είδωλούθων, οἴδαμεν ὅτι πάντες γνῶσιν ἔχομεν
πρῶτον μὲν οὖν κοινὸν αὐτὸ ποιεῖ· ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, αὐτῶν αὐτὸ εἶναι <lb n="10"/>
ἐνόμιζον μόνων· ἔπειτα ποιήσας κοινὰ, οὐ τίθησιν ἑαυτὸν ἐν τῇ
κοινωνίᾳ μόνον· ἐπεὶ καὶ οὕτως ἃν μᾶλλον αὐτοὺς ἐπῆρεν. ὥσπερ
γὰρ τὸ μόνον ἔχειν ἐπαίρει· οὕτω τὸ κοινωνὸν ἕνα που καὶ δεύτερον
ἔχειν τῶν ὑπερεχόντων, οὐκ ἔλαττον τοῦτο ποιεῖ· διὰ τοῦτο οὐχ
ἑαυτὸν τίθησιν, ἀλλὰ πάντας· οὐ γὰρ εἶπεν, ὅτι καὶ ἐγὼ γνῶσιν <lb n="15"/>
ἔχω, ἀλλ’ “οἴδαμεν ὅτι πάντες γνῶσιν ἔχομεν.”</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐπειδὴ οἱ Κορίνθιοι τὰ εἰδωλόθυτα ἤσθιον, λέγοντες,
ὅτι ἡμῖν οὐκ ἔστιν εἰδωλόθυτον· ἁγιάζω γὰρ αὐτὰ τῇ
ἐπονομασίᾳ τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐσθίω· δείκνυσιν αὐτὸς ὅτι οὐκ αὐτοὶ
μόνοι ὡς σοφοὶ ἴσασι τοῦτο· καὶ λέγει· “οἴδαμεν ὅτι πάντες <lb n="20"/>
γνῶσιν ἔχομεν ὥστε ὃ οἴδατε, οἴδα ὃ ’δε πάσχετε, οὐ
πάσχω.</p><p>Θεοδωρου.Καὶ Θεοδωρίτου. Μετά τινος εἰρωνείας αὐτοῖς
τὴν γνῶσιν προσεμαρτύρησεν· ὅτι γὰρ οὐκ ἀληθῶς ταύτην αὐτοὺς
ἔχειν εἴρηκεν, διδάσκει τὰ μετὰ ταῦτα· λέγει γάρ· “εἰ δέ τις <lb n="25"/>
“δοκεῖ εἶναι τί· οὐδέπω οὐδὲν ἔγνωκεν καθὼς δεῖ γνῶναι·” εἰρωνικῶς
τοίνυν τέθεικεν τὸ “οἴδαμεν ὅτι πάντες γνῶσιν ἔχομεν·’ εἶτα
ἐπάγει· “ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ·” κρείττων ἡ
ἀγάπη τῆς γνώσεως· ἡ μὲν γὰρ ἐπαίρει πολλάκις τοὺς οὐ καλῶς
αὐτῇ κεχρημένους· ἡ δὲ προμηθεῖται τῆς τοῦ πέλας εὐεργεσίας· <lb n="30"/>
τοῦτο γὰρ λέγει, “οἰκοδομεῖ·” κατηγορεῖ δὲ αὐτῶν ὁ λόγος ὡς
ἀγάπης ἐστηρημένων· εἰ γὰρ ταύτην ἐκέκτηντο, τῆς τῶν ασθενεστέρων
ἂν ὠφελείας ἐπεμελήθησαν.</p><p>Σευηριανοῦ. τοῦτο μὲν, ὃ οἶδα καὶ οἶδα, οὗ δεῖ σκοπεῖν· ὃ
δὲ οἶδα, ὅτι δεῖ διὰ τὸν ἀσθενῆ μὴ ἐσθίειν, τοῦτο οὐκ οἴδατε <lb n="35"/>

<pb n="157"/>
ὑμεῖς· ἐγὼ δὲ οἶδα· τί οὖν φυσιοῦσθε ὑπὲρ τῆς γνώσεως τῆς οὐ
τοσοῦτον ἐχούσης, ὅσον ἡ ἐμὴ γνῶσις ; ἐπάγει γοῦν, “εἰ δέ τις
“δοκεῖ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν, οὐδέπω ἔγνωκεν καθὼς δεῖ γνῶναι·
αὐτίκα ὃ ἐγὼ ὄιδα, σὺ οὐδέπω οίδας· εἰ δέ τις ἀγαπᾷ τὸν Θεὸν,
“οὗτος ἔγνωσται ὑπ’ αὐτοῦ. ἡμεῖς μὲν ὅπερ ὡς ἄνθρωποι οἰηθῶμεν <lb n="5"/>
εἰδέναι, οὐδέπω οὐδὲν οἴδαμεν. τί δέ ἐστι τὸ μακάριον ; τὸ
ἀγαπᾶν τὸν Θεὸν, καὶ γινώσκεσθαι ὑπ’ αὐτοῦ· οὐκ ἐπειδὴ ἀγνοεῖ
τοὺς μὴ ἀγαπῶντας, ἀλλ’ ὅτι οἰκειοῦται τοὺς ἀγαπῶντας. λαμβάνεται
γὰρ τὸ τῆς γνώσεως καὶ ἐπὶ οἰκειώσεως· ὥσπερ τὸ τῆς
ἀγνοίας καὶ ἐπὶ ἀλλοτριώσεως· οἷόν ἐστι τὸ ὑπὸ τοῦ Κυρίου ῥηθὲν <lb n="10"/>
τὸ ἀπέλθετε, οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς.
Θεοδωρίτου. Πόλλης ἡμῖν δεῖ γνώσεως, καὶ ταύτην λαβεῖν
τελείαν κατὰ τὸν παρόντα βίον, τῶν ἀδυνάτων· ἀγαπήσωμεν τοίνυν
τὸν Θεὸν, ἵνα τῆς παρ’ αὐτοῦ τύχωμεν προμηθείας. καὶ γὰρ τοῦτο
μετὰ πολλῆς τέθεικεν ἀκριβείας· οὐ γὰρ εἶπεν ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν, <lb n="15"/>
ἔγνων αὐτόν· ἀλλ’ “ἔχυνστατι ἔγνωσται ὑπ’ αὐτοῦ·” ἀντὶ τοῦ τῆς παρ’
αὐτοῦ κηδεμονίας τυγχάνει· οὕτω γὰρ καὶ ὁ μακάριος ἔφη Μωϋσῆς
πρὸς αὐτὸν τὸν τῶν ὅλων Θεὸν, “σύ μοι εἴπας, εὗρες χάριν
“παρ’ ἐμοὶ, καὶ οἶδά σε παρὰ πάντας·” οὐκοῦν τὸ “ἔγνωσται
“ὑπ᾿ αὐτοῦ” τὴν πλείονα τοῦ Θεοῦ κηδεμονίαν δηλοῖ.</p><lb n="20"/><lb n="4"/><p>Περὶ τῆς βρώσεως οὖν τῶν εἰδωλοθύτων, οἴδαμεν ὅτι
οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ, καὶ ὅτι οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος εἰ
<lb n="5"/> μὴ εἷς. καὶ γὰρ εἴπερ εἰσὶ λεγόμενοι θεοὶ, εἴτε ἐν οὐρανῷ,
εἴτε ἐπὶ τῆς γῆς, ὥσπερ εἰσὶ θεοὶ πολλοὶ, καὶ
<lb n="6"/> κύριοι πολλοί· ἀλλ’ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ Πατὴρ, ἐξ οὗ <lb n="25"/>
τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν· καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς
Χριστὸς, δι’ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ.</p><p>Ἰωαννου. Οὐκ ἔστιν οὖν εἴδωλα; οὐκ ἔστιν ξοάνα; ἔστιν
μὲν, ἀλλ’ οὐκ ἔχει τινὰ ἰσχύν· οὐδὲ θέοι εἰσιν, ἀλλὰ λίθοι καὶ
δαίμονες· πρὸς γὰρ ἀμφοτέρους ἀποτείνεται νῦν, καὶ τοὺς παχυτέρους <lb n="30"/>
αὐτῶν καὶ τοὺς δοκοῦντας φιλοσοφεῖν· ἐπειδήπερ οἱ μὲν
οὐδὲν πλέον τῶν λίθων ἴσασιν, οἱ δὲ λέγουσι καὶ δυνάμεις τινὰς
οἰκεῖν ἐν αὐτοῖς, ἃς καὶ θεοὺς καλοῦσιν. πρὸς μὲν ἐκείνους φησὶν,
ὅτι “οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ·” πρὸς δὲ τούτους, ὅτι οὐδεὶς Θεὸς

<pb n="158"/>
εἰ μὴ εἷς· ὁρᾷς πῶς οὐχ ἁπλῶς δογματίζων γράφει ταῦτα, ἀλλὰ
πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῶν ἔξωθεν; καὶ γὰρ τοῦτο πανταχοῦ χρὴ
παρατηρεῖν, εἴτε ἀπολελυμένον λέγει τὶ, εἴτε πρός τινας ἱστάμενος·
οὐδὲ γὰρ τὸ τυχὸν πρὸς τὴν τῶν λεγομένων κατανόησιν·
“καὶ γὰρ εἴπερ εἰσὶ λεγόμενοι θεοὶ, εἴτε ἐν οὐρανῷ, εἴτε ἐπὶ γῆς, <lb n="5"/>
“ὥσπερ οὖν εἰσι θεοὶ πολλοὶ καὶ κύριοι πολλοί·” ἐπειδὴ εἶπεν
οὐδὲν εἴδωλον καὶ οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος. ἦν δὲ καὶ εἴδωλα, ἦσαν δὲ
καὶ θεοὶ λεγόμενοι θεοὶ, ὥσπερ οὖν καί εἰσιν. οὐχ ἁπλῶς εἰσὶν,
ἀλλὰ “λεγόμενοι· οὐκ ἐν πράγματι, ἀλλ’ ἐν ῥήματι τοῦτο
ἔχοντες· “εἴτε ἐν οὐρανῷ, εἴτε ἐπὶ γῆς·” ἐν οὐρανῷ τὸν ἥλιον <lb n="10"/>
λέγων καὶ τὴν σελήνην καὶ τῶν λοιπῶν τῶν ἄστρων χορόν· καὶ
γὰρ καὶ ταῦτα προσεκύνησαν Ἕλληνές· ἐπὶ γῆς δὲ δαίμονας καὶ
τοὺς ἐξ ἀνθρώπων θεοποιηθέντας ἅπαντας.</p><p>“Ἀλλ’ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ· ἐξ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς
“εἰς αὐτόν· καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, δι’ οὗ τὰ πάντα· <lb n="15"/>
“καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ.” πρότερον θεὶς χωρὶς τοῦ πρός τι, καὶ εἰπὼν
οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος εἰ μὴ εἷς, νῦν τοῦτο προστίθησιν, ὅτε παντελῶς
ἐκείνους ἐξέβαλεν· εἶτα καὶ ὅπερ ἐστὶ δεῖγμα θεότητος, καὶ τοῦτο
ἐπάγει· “ἐξ οὗ τὰ πάντα.” τοῦτο γὰρ δεικνύει κἀκείνους οὐκ
ὄντας θεούς. θέοι γὰρ φησιν, οἳ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν οὐκ εποίησαν, <lb n="20"/>
ἀπολέσθωσαν· εἶτα καὶ τὸ τούτου οὐκ ἔλαττον προστίθησιν.
“καί ἡμεῖς εἰς αὐτόν. ὅτ’ ἂν μὲν γὰρ εἴπῃ ἐξ οὑ τὰ πάντα,
τὴν δημιουργίαν λέγει, καὶ τὴν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι
παραγωγήν· ὅτ’ ἂν δὲ εἴπῃ “καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτὸν,” τὴν τῆς
πίστεως καὶ τῆς οἰκειώσεως λέγει λόγον. ὃ καὶ ἔμπροσθεν ἔλεγεν, <lb n="25"/>
“ἐξ αὐτοῦ δὲ ὑεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.” διπλῶς γάρ ἐσμεν
ἐξ αὐτοῦ· καὶ τὸ μὴ ὄντες, γενέσθαι, καὶ τὸ πιστοὶ γενέσθαι· καὶ
γὰρ τοῦτο κτίσις· ὃ καὶ ἀλλαχοῦ φησὶν, “ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ
“ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον.”</p><p>“Καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, δι’ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς <lb n="30"/>
“δι’ αὐτοῦ.” καὶ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ πάλιν ὁμοίως νοητέον· δι’ αὐτοῦ
γὰρ, καὶ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἰναι παρήχθη τὸ τῶν ἀνθρώπων
γένος, καὶ ἀπὸ πλάνης εἰς ἀλήθειαν ἐπανῆλθεν. ὥστε τὸ “ἐξ οὗ”
τοῦτο οὐκ ἔστι χωρὶς τοῦ Χριστοῦ· ἐξ αὐτοῦ γὰρ διὰ τοῦ Χριστοῦ
ἐδημιουργήθημεν· οὐ τοίνυν οὐδὲ τὰ ὀνόματα ὡς ἀποκεκληρωμένα <lb n="35"/>

<pb n="159"/>
διεῖλεν τῷ μὲν υἱῷ τὸ Κύριος· τῷ δὲ Πατέρι τὸ Θεὸς προσνέμων·
οἶδεν γὰρ αὐτὸ καὶ ἐναλλάττειν ἡ γραφὴ πολλάκις· ὡς
ὅτ’ ἃν λέγῃ “εἰπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου.” καὶ πάλιν, “διὰ
“τοῦτο ἔχρισέν σε ὁ Θεὸς, ὁ Θεός σου.” καὶ “ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς,
“τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὣν ἐπὶ πάντων Θεός·” καὶ πολλαχοῦ ἃν ἴδοις <lb n="5"/>
ταῦτα τὰ ὀνόματα μεταβαίνοντα· εἰ δὲ ἀποκεκληρωμένα ἦν ἑκάστῃ
φύσει, καὶ οὐχὶ Θεὴ ἦν ὁ Υἱὸς, καὶ Θεὸς ὡς ὁ Πατὴρ, μένων
Υἱός· εἰπὼν, “ἀλλ’ ἡμῖν εἷς Θεός·” περιττῶς προσετέθη τὸ
“Πατὴρ,” βουλόμενος γνωρίσαι τὸν ἀγέννητον. ἤρκει γὰρ τὸ
“Θεός·” εἴγε αὐτοῦ μόνου ἦν γνωριστικὸν τοῦτο δηλῶσαι. οὐ <lb n="10"/>
τοῦτο δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἕτερόν ἐστιν εἰπεῖν· εἰ γὰρ λέγεις,
ἐπειδὴ εἷς Θεὸς εἴρηται, οὐχ ἁρμόσει τῷ Υἱῷ τὸ Θεὸς, ὅρα καὶ
ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ τὸ αὐτὸ κείμενον· καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς εἷς Κύριος εἴρηται.
καὶ οὐ διὰ τοῦτο αὐτῷ μόνῳ τὸ Κύριος ἁρμόττειν φαμέν· ὥστε
ἣν ἔχει ἰσχὺν τὸ εἷς ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ, ταύτην καὶ ἐπὶ τοῦ Πατέρος. <lb n="15"/>
καὶ καθάπερ οὐκ ἐξωθῇ τὸν Πατέρα τὸ Κύριον εἶναι, οἷος
ὁ Υἱός ἐστι Κύριος, διὰ τὸ ἕνα αὐτὸν λέγεσθαι Κύριον τὸν Υἱόν·
οὕτως οὐδὲ τὸν Υἱὸν ἐκβάλλει Θεὸν, τοῦ εἶνια Θεὸν, οἷός ἐστι
Θεὸς ὁ Πατήρ· διὰ τὸ ἕνα Θεὸν λέγεσθαι τὸν Πατέρα.</p><p>Εἰ δέ τινες λέγοιεν, τίνος ἕνεκεν Πνεύματος οὐκ ἐμνημόνευσεν ; <lb n="20"/>
ἐκεῖνο ἃν εἴποιμεν, ὅτι πρὸς εἰδωλολάτρας ἦν ὁ λόγος αὐτῷ· καὶ
περὶ θεῶν πολλῶν ὁ ἀγὼν, καὶ περὶ κυρίων πολλῶν. διὸ καὶ Θεὸν
τὸν Πατέρα εἰπὼν, Κύριον τὸν Υἱὸν ἐκάλεσεν· εἰ τοίνυν τὸν
Πατέρα οὐκ ἐτόλμησεν καλέσαι Κύριον, νῦν μετὰ τοῦ Υἱοῦ, ἵνα
μὴ δύο παρ’ ἐκείνους ὑποπτεύηται λέγειν Κυρίους· οὐδὲ τὸν Υἱὸν <lb n="25"/>
Θεὸν μετὰ τοῦ Πατέρος, ἵνα μὴ δύο νομίζηται λέγειν Θέους, τί
θαυμάζεις εἰ τοῦ Πνεύματος οὐκ ἐμνημόνευσεν ; πρὸς γὰρ ἐκείνους
ἦν αὐτῷ τέως ὁ ἀγὼν, καὶ τὸ δεῖξαι, ὅτι οὐκ ἔστι πολυθεία
παρ’ ἡμῖν. διὰ τοῦτο τὸ εἷς συνεχῶς κατέχει λέγων, “ οὐδεὶς Θεὸς
“ἕτερος, εἰ μὴ εἷς.” καὶ “ἡμῖν εἷς Θεὸς καὶ εἷς Κύριος.” ὅθεν <lb n="30"/>
δηλονότι φειδόμενος τῆς ἀσθενείας τῶν ἀκουόντων, ταύτῃ ἐχρήσατο
τῆ διασκευῇ· καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲ τοῦ Πνεύματος ἐμνημόνευσεν.
ἐπεὶ εἰ μὴ τοῦτό ἐστιν· οὐδὲ ἀλλαχοῦ μνησθῆναι ἔδει τοῦ Πνεύματος,
οὐδὲ συντάττεσθαι αὐτὸ Πατέρι καὶ Υἱῷ. εἰ γὰρ ἀπέρριπται
Πατέρος καὶ Υἱοῦ· πολλῷ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ βαπτίσματος <lb n="35"/>

<pb n="160"/>
αὐτὸ συντάττεσθαι οὐκ ἔδει, ἔνθα μάλιστα φαίνεται τὸ ἀξίωμα τῆς
θεότητος, καὶ δωρεαὶ δέδονται Θεῷ προσήκουσαι μόνῳ παρέχειν.
’γὼ μὲν οὖν τὴν αἰτίαν εἶπον, δι’ ἣν ἐνταῦθα σεσίγηται· σὺ
δὲ εἰ μὴ τοῦτό ἐστιν, εἰπὲ, διατί ἐν τῷ βαπτίσματι συντάττεται ;
ἀλλ’ οὐκ ἃν ἔχοις ἑτέραν αἰτίαν εἰπεῖν, ἣ τὸ ὁμότιμον αὐτὸ εἶναι· <lb n="5"/>
ὅτ’ ἂν οὖν μηδὲ μίαν ἔχῃ τοιαύτην ἀνάγκην, ὅρα πῶς αὐτὸ συντάττει
οὕτω λέγων· “ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
“καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρος, καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου
“Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν·” καὶ πάλιν “διαιρέσεις δὲ
“χαρισμάτων εἰσί· τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα. καὶ διαιρέσεις διακονιῶν <lb n="10"/>
“εἰσιν, ὁ δὲ αὐτὸς Κύριος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσὶν,
“ὁ δὲ αὐτὸς Θεός.” ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸς Ἓλληνας ὁ λόγος, καὶ
τοὺς ἐξ Ἑλλήνων ἀσθενεστέρους, διὰ τοῦτο ταμιεύεται τέως. ὅπερ
οὖν καἰ οἱ προφῆται ποιοῦσιν ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ, οὐδαμοῦ σαφῶς αὐτοῦ
μεμνημένοι, διὰ τὴν ἀσθένειαν τῶν ἀκουόντων.</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Ὁ θεῖος Ἀπόστολος τὴν ἰσότητα δείκνυσιν· καὶ
τὸ εἷς ὁμοίως ἐπὶ Πατέρος καὶ Υἱοῦ τεθεικὼς, καὶ τὴν Κύριος
φωνὴν ἰσοδυναμοῦσαν τῇ Θεὸς ἐπιδείξας. οὕτω δὲ καὶ ἡ παλαιὰ
γραφὴ τὰς προσηγορίας πάσας δείκνυσι συνημμένας· “ἐγὼ γάρ
“εἰμι Κύριος σοῦ, ὁ ἐξάγων σε ἐκ τῆς Αἰγύπτου·” καὶ “ἄκουε <lb n="20"/>
“Ἱερουσαλήμ· Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστίν.” καὶ μυρία
τοιαῦτα. ὁ τοίνυν οὕτως Θεὸς πάντως καὶ Κύριος. καὶ ὁ ὄντως
Κύριος πάντως καὶ Θεός. ἀλλ’ ὥστε οὐδὲ ἔστιν ἄλλος Θεὸς
Πατήρ· εἷς γὰρ Θεὸς Πατήρ· οὐδὲ ἄλλος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός·
“εἷς γὰρ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός·” τὸ δὲ “ἡμεῖς εἰς <lb n="25"/>
“αὐτόν·” ὅτι τοῦ πρὸς αὐτὸν ἀπεστράφθαι ὀφείλομεν εἰς αὐτὸν
ἀφορᾶν, αὐτὸν διηνεκῶς ἀνυμνεῖν· τὸ δὲ “καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ·
οὐ τὴν δημιουργίαν, ἀλλὰ τὴν σωτηρίαν αἰνίττεται· δι’ αὐτοῦ μὲν
γὰρ τὰ πάντα. ἡμεῖς δὲ οἱ πεπιστευκότες, δι’ αὐτοῦ τῆς σωτηριας
τετυχήκαμεν.</p><lb n="30"/><p>Φωτίου. “Ἐν κόσμῳ εἴδωλον οὐδέν ἐστιν” τοῦτ’ ἔστιν οὐδέν
ἐστι τῶν ἐν κόσμῳ ὄντων τί εἴδωλον· ἐπινοίας δὲ ματαίας ἀναπλασμὸς
καὶ ἀνατύπωσις· διὸ ἐν μόναις ταῖς τοιούτων διανοίαις
ἡ τῶν εἰδώλων ὕπαρξις ἵδρυται· ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ δυνάμενοι ἔχειν
τὴν ὑπόστασιν.</p><lb n="35"/><pb n="161"/><lb n="7"/><p>Ἀλλ᾿ οὐκ ἐν πᾶσιν ἡ γνῶσις· τινὲς δὲ τῇ συνειδήσει
τοῦ εἰδώλου ἕως ἄρτι ὡς εἰδωλόθυτον ἐσθίουσιν, καὶ
ἡ συνείδησις αὐτῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται</p><p>Ἰωαννου. Ποῖα αὕτη ; ἡ περὶ τοῦ Θεοῦ· ἣ περὶ τῶν εἱδωλοθύτων;
ἣ γὰρ τοὺς Ἓλληνας αἰνίττεται ἐνταῦθα τοὺς πολλοὺς <lb n="5"/>
λέγοντας θεοὺς καὶ κυρίους, καὶ οὐκ εἰδότας τὸν ὄντα Θεόν. ἣ
τοὺς ἐξ Ἑλλήνων ἀσθενεστέρους ἔτι· τοὺς οὐδέπω σαφῶς εἰδότας
ὅτι οὐ χρὴ δεδοικέναι τὰ εἴδωλα· καὶ ὅτι “οὐδὲν εἴδωλον ἐν
“κόσμῳ·” τοῦτο δὲ εἰπὼν, ἠρέμα παρεμυθήσατο καὶ ἐπῆρεν τούτους·
οὐδὲ γὰρ πάντα καθάπτεσθαι ἔδει, καὶ μάλιστα μέλλοντα <lb n="10"/>
αὐτῶν καθικνεῖσθαι σφοδρότερον· “τινὲς δὲ τῇ συνειδήσει τοῦ
“εἰδώλου, ἕως ἄρτι ὡς εἰδωλόθυτον ἐσθίουσιν· καὶ ἡ συνείδησις
“αὐτῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται·” ἔτι τρέμουσι τὰ εἴδωλα· μὴ
γάρ μοι τὴν παροῦσαν εἴπῃς κατάστασιν, καὶ ὅτι ἐκ προγόνων
τὴν εὐσέβειαν ἐδέξω· ἀλλὰ παράπεμψον τὴν διάνοιαν εἰς ἐκείνους <lb n="15"/>
τοὺς χρόνους· καὶ ἐννόησον ἄρτι τοῦ κηρύγματος καθισταμένου,
καὶ τῆς ἀσεβείας ἔτι κρατούσης, καὶ βωμῶν καιομένων· καὶ θυσιῶν
καὶ σπονδῶν ἐπιτελουμένων· καὶ τῶν πλειόνων Ἑλλήνων τοὺς
ἐκ προγόνων διαδεξαμένους τὴν ἀσέβειαν· καὶ πολλὰ παρὰ τῶν
δαιμόνων παθόντας κακὰ, ἀθρόον μεταστάντας, πῶς εἰκὸς ἦν <lb n="20"/>
διακεῖσθαι ; πῶς δεδοικέναι καὶ τρέμειν τὰς τῶν δαιμόνων ἐπιβου-
λάς ; οὓς καὶ αἰνιττόμενος ἔλεγεν, “τινὲς δὲ τῇ συνειδήσει τοῦ
“εἰδώλου, ἕως ἄρτι ὡς εἰδωλόθυτον ἐσθίουσιν.” τοῦτ’ ἔστιν μετὰ
τῆς αὐτῆς διανοίας μεθ’ ἧς τὸ πρότερον· “καὶ ἡ συνείδησις αὐ-
“τῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται·” οὐδέπω δυναμένη καταφρονῆσαι, <lb n="25"/>
οὐδὲ καθάπαξ αὐτῶν καταγελάσαι, ἀλλ’ ἔτι διακρινομένη· ὥσπερ
ἃν εἴ τις τοῦ νεκροῦ ἅπτεσθαι νομίζων μολύνειν ἑαυτὸν κατὰ Ιουδαϊκὴν
συνήθειαν ἑτέρους ὁρῶν ἁπτομένους μετὰ καθαροῦ συνειδότος,
μὴ ἁπτόμενος μετὰ τῆς αὐτῆς γνώμης μολύνοιτο· οὕτω
κἀκεῖνοι τότε ἔπασχον· “τινὲς γάρ’ φησὶ, “τῇ συνειδήσει τοῦ <lb n="30"/>
εἰδώλου ἕως ἄρτι οὐχ ἁπλῶς τὸ ἕως ἄρτι τέθεικεν, ἀλλ’
ἵνα δείξῃ ὅτι οὐδὲν ᾕρησαν μὴ συγκαταβαίνοντες. οὐδὲ γὰρ οὕτως
αὐτοὺς ἐνάγειν ἐχρῆν, ἀλλ’ ἑτέρως πῶς λόγῳ πείθοντας καὶ διδα-
σκαλία.
Υ</p><pb n="162"/><lb n="8"/><p>βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν
φάγωμεν, περισσεύομεν· οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν, ὑστερούμεθ.
<lb n="9"/> βλέπετε δὲ μή πὼς ἢ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη
<lb n="10"/> πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν· ἐὰν γάρ τις ἴδη
σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶς <lb n="5"/>
ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς
<lb n="11"/> τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν ; καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν
ἀδελφὸς ἐπὶ τῆ σῆ γνώσει, δι’ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν</p><p>Ἰωαννου. Ἴνα μὴ οἷα εἰκὸς, εἴπωσιν, ἐγὼ καθαρᾷ ἐσθίω
συνειδήσει· καὶ τί μοί μέλει, εἰ τις δι’ ἀσθένιαν σκανδαλίζεται ; <lb n="10"/>
δείκνυσιν ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ φαγεῖν ὡς ἐπὶ καταφρονήσει τῶν εἰδώλων
οὐδὲν ὂν γενναῖον· κἂν γὰρ, φησὶν, μὴ ἠδικεῖτο ὁ ἀσθενῶν
ἀδελφός. οὐδὲ οὕτω τι τῶν ἐπαινουμένων ἐποίεις, ἢ τῶν εἰς τὴν
βασιλείαν εἰσαγαγεῖν δυναμένων· τί γάρ ἐστι φαγεῖν, ἢ μὴ
φαγεῖν ; “οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν·” τοῦτ’ ἔστιν <lb n="15"/>
εὐδοκιμοῦμεν παρὰ τῷ Θεῷ ὡς ἀγαθόν τι ποιήσαντες καὶ μέγα·
“οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν, ὑστερούμεθα·” τοῦτ’ ἐστιν οὐκ ἔλαττόν
τι ἔχομεν· “βρῶμα ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν
“φάγωμεν, περισσεύομεν· οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν, ὑστεροῦμεν·”
ἔδες πῶς αὐτὸ ἐξευτέλισεν, ὃ ἐδόκουν ποιεῖν ἀπὸ θείας γνώσεως.</p><lb n="20"/><p>Σευηριανοῦ. Τὸ μὲν κατορθούμενον ὑμῖν οὐδέν. τὸ δὲ βλάπτον
τοὺς ἀσθενεστέρους μέγα. βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία
ὑμῶν αὕτη, πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν· διδάσκει δὲ καὶ
τῆς βλάβης τὸν τρόπον· “ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σὲ τὸν ἔχοντα γνῶσιν
“ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον. οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς <lb n="25"/>
“ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν ἐσθίειν;” ὑπέδειξεν
δὲ τῆς βλάβης τὸ μέγεθος. “καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν
“ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει δι’ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν.”</p><p>Θεοδωρίτου. Ηὔξησε τὴν κατηγορίαν, ἵνα παύσῃ τὴν βλάβην.
ὑπὲρ τούτου γάρ, φησιν, οὐ καταφρονεῖς ἀδελφοῦ ; θάνατον <lb n="30"/>
ὃν Χριστὸς κατεδέξατο· σὺ δὲ παρὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν γνῶσιν
δεξάμενος ἀναιρεῖς τῷ δώρῳ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ σεσωμένων ; πάλιν
μέντοι κατ’ εἰρωνείαν τὸ “ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει” τέθεικεν· οὐ γὰρ

<pb n="163"/>
γνῶσιν αὐτῷ προσμαρτυρεῖ, ἀλλὰ μισαδελφίαν καὶ γαστριμαργιαν
καὶ τὰ τοιαύτα.</p><lb n="12"/><p>οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς, καὶ τύπτοντες
αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν, εἰς Χριστὸν
<lb n="13"/> ἁμαρτάνετε. δι’ ὅπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν <lb n="5"/>
μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν
ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.</p><p>Θεοδωρίτου. Αὐτοῦ γάρ ἐστι τοῦ δεσπότου φωνὴ, “ὁρᾶτε μὴ
“καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν μικρῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, τῶν
“πιστευόντων εἰς ἐμέ.” αἰνίττεται δὲ καὶ ἕτερον ὁ λόγος· ὅτι <lb n="10"/>
καὶ ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς εἰς τὸ τοῦ δεσπότου σῶμα τελεῖ. τοῦ γὰρ
δεσποτικοῦ μεταλαγχάνει σώματος· οἰκειοῦται δὲ ἡ κεφαλὴ τοῦ
μέλους τὴν ἀδικίαν. εἶτα ἀρχέτυπον ὠφελείας προτίθησιν ἑαυτὸν,
καὶ διδάσκει πόσα ποιεῖν δυνάμενος, διὰ τὴν ἑτέρων οὐ πεποίηκεν
ὠφέλειαν· “διὸ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, ἵνα μὴ <lb n="15"/>
“τὸν ἀδελφόν μου σκαυδλίσω,” οὐ γὰρ μόνου εἰδωλοθύτου, ἀλλὰ
καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων κρεῶν, οὐδὲ νῦν μόνον, ἀλλὰ διηνεκῶς
ἀποστῆναι ἃν ἑλοίμην, τῆς τῶν ἀδελφῶν εἵνεκα σωτηρίας.</p><p>Ἰωαννου. Οὐκ εἶπεν σκανδαλίζοντες, ἀλλ’ ὃ ὠμότερον ἦν,
“ τύπτοντες. τί γὰρ ὠμότερον τοῦ τύπτοντος ἀσθενῆ ;</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Πῶς εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνουσιν ; ὅτι τὰ τῶν
οἰκετῶν ὡς δεσπότης οἰκειοποιεῖται· καὶ ὅτι εἰς τὸ σῶμα αὐτοῦ
τελοῦσιν οἱ πληττόμενοι· καὶ ὅτι ὃ διὰ τῆς οἰκείας κατώρθωσεν
σφαγῆς, σὺ διὰ βρωμάτων καταλύεις.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. τοῦτο μάλιστα ἀρίστου διδασκάλου, τὸ ἐξ αὐτοῦ <lb n="25"/>
παιδεύειν ὑμᾶς, φησὶν, οὐδὲ εἰδωλοθύτων τῶν καὶ ὅλως ἀπηγορευμένων
φείδεσθαι, ὑπὲρ τοῦ μὴ σκανδαλίσαι ἀδελφόν· ἐγὼ
δὲ τι λέγω εἰδωλοθύτων ; οὔτε ἄλλου ἃν ἁψαίμην κρέως, εἰ
ἄρα ἐκ τούτου σκανδαλίζεται τις. ἡ δὲ παραίτησίς μοι ἔσται
αἰώνια.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐπειδὴ εἶπεν “εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελ-
“φόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα; ἵνα μή τις νομίσῃ
ὅτι φιλοτιμία ῥημάτων αὕτη, οὐκ ἃν γὰρ καὶ ἔργῳ αὐτὰ ἐπλήρωσεν,
ἀναγκάζεται λοιπὸν δεῖξαι πῶς καὶ τῶν συγκεχωρημένων
Y 2

<pb n="164"/>
ἀπέσχετο, ὑπὲρ τοῦ μὴ σκανδαλίσαι τινάς· τί γάρ, φησιν, χρὴ
λέγειν περὶ εἰδωλοθύτων ; αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ ἐπιτάξαντος· τὸν
κηρύσσοντα ἐκ τοῦ εὐαγγελίου ἐσθίειν ; τοῦτ’ ἐστι παρὰ τῶν
μαθητευομένων, εἱλόμην εἰ δέοι καὶ λιμῷ φθαρῆναι, καὶ μηδὲν
παρ’ ὑμῶν λαβεῖν· οὐκ ἐπειδὴ παρέχοντές μοι φησὶν σκανδαλίζεσθε, <lb n="5"/>
ἀλλ’ ἵνα πλεῖον οἰκοδομεῖσθε, ὁρῶντές με ἀδάπανον ὄντα
ὑμῖν· ὥστε, φησὶν, καὶ νόμου θείου ἐπιτρέποντός μοι λαμβάνειν,
διὰ τὴν ὑμῶν οἰκοδομὴν οὐδὲν εἱλόμην παρ’ ὑμῶν λαβεῖν, ἀλλὰ
ταῖς χερσί μου ἐκοπίων ἐργαζόμενος καὶ ἀποτρεφόμενος. ἴδου
τέως ἀπέδειξεν ἀληθεύων. λοιπὸν δὲ καὶ ἄλλο κατασκευάζει· εἰ <lb n="10"/>
ἐγώ, φησιν, οὕτως, ὑμεῖς οὐδὲ εἰδωλοθύτων ἀπέχεσθε πρὸς τὸ μὴ
τοὺς ἀσθενεῖς τῶν ἀδελφῶν σκανδαλίζειν, μᾶλλον δὲ ἀπολύειν.
πολλῶν δὲ στιχῶν περιεκτική ἐστιν ἡ ἔννοια τῆς παραγραφῆς
ταύτης u.</p><lb n="1"/><p>Οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ <lb n="15"/>
Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα ; οὐ τὸ
<lb n="2"/> ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ ; εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ
Ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμί· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς
<lb n="3"/> ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστὲ ἐν Κυρίῳ· ἡ ἐμὴ ἀπολογία
τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστίν.</p><lb n="20"/><p>Θεοδωρίτου. “Οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος;” τοῦτ’ ἐστι θεόθεν τὴν
χειροτονίαν δεξάμενος. “οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος;” ἀντὶ τοῦ, οὐχ ὑπὸ
τὴν ἑτέρου ἐξουσίαν τελῶν ; οὐδὲ μαθητοῦ τάξιν ἐπέχων, ἀλλὰ τὴν
οἰκουμένην πεπιστευμένος· καὶ ἐπειδὴ μετὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ
Σωτῆρος ἐκλήθη, εἶχον δὲ δόξαν οἱ Ἀπόστολοι παρὰ πᾶσι μεγίστην, <lb n="25"/>
στῆν, ὡς τῆς τοῦ Κυρίου θέας ἠξιωμένοι, ἀναγκαίως καὶ τοῦτο
προστέθεικεν· “οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα;”
εἶτα καὶ αὐτοὺς εἰς μαρτυρίαν καλεῖ· “οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς
“ἐστὲ ἐν Κυρίῳ;” καὶ τὸ αὐτὸ πλατύτερον λέγει· “εἰ ἄλλοις
“οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμί.” συντόμως μὲν αὐτὸ <lb n="30"/>
τέθεικεν, πολλὰ δὲ κατὰ ταὐτὸν εἴρηκεν· καὶ τοῖς ὑπὲρ τὴν
διδασκαλίαν πόνοις, καὶ τοὺς ὑπὲρ ταύτης ἀγῶνας, καὶ τὰ παντο-
<note type="footnote">υ Edd. CEcuui. add. καὶ ἐκτείνεται ἕως τοῦ ἐλεύθερος ὢν ἐκ πάντων.</note>

<pb n="165"/>
δαπὰ παθήματα, καὶ τὰς θαυματουργίας τῆς χάριτος, ὧν ἦσαν
μάρτυρες ἀληθεῖς οἱ Κορίνθιοι, αὐτόπται τούτων γεγενημένοι.
οὗ δὴ χάριν ἔφη, “εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν
“ εἰμί. εἰ γὰρ καὶ μηδένα ἕτερον ἔχω μάρτυρα, ἡ ὑμετέρα μοι
ἀπόχρη μαρτυρία. “ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς <lb n="5"/>
“ ἐστε.” ἀπόδειξιν γὰρ τῶν ἀποστολικῶν κατορθωμάτων, τὴν ὑμετέραν
ἔχω μεταβολήν· σφραγῖδα γὰρ ἀπόδειξιν καὶ τὴν βεβαίωσιν
καλεῖ· οὕτω καὶ ὁ θεσπέσιος Ἰωάννης ἔφη· “ὁ λαβὼν αὐτοῦ
“ τὴν μαρτυρίαν, ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεός ἀληθής ἐστιν.” τοῦτ’
ἐστιν ἐβεβαίωσεν. “ ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν ἔστιν <lb n="10"/>
“ αὕτη.’ εἴ τις τοὺς ἐμοὺς ἀνακρῖναι βούλεται πόνους, ὑμᾶς εἰς
μαρτυρίαν καλῶ. ἀρκεῖ γάρ μοι τὸ ὑμέτερον ἔργον εἰς μαρτυρίαν
τῶν πόνων.</p><p>Ἰωαννου. Εἰτα ἵνα μὴ λέγωσιν ὅτι εἰ καὶ ἐβούλου λαβεῖν
οὐκ ἐξῆν σοι, διὰ τοῦτο οὖν φησὶν, οὐκ εἴληφας· ἵνα τί, φησὶν, <lb n="15"/>
οὐκ ἐξῆν μοι, οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι οὐ τρέφονται ἐκ τοῦ Εὐαγγε-
λίου ; ναί φησίν. τι οὖν ; “ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος;” τοῦτ’ ἔ ’στιν
ὡς ἐκεῖνοι· “οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος ;“τοῦτ’ ἔστιν μὴ ὑπὸ τινά εἰμι τὸν
κωλύοντά με λαβεῖν ; εἶτα ἵνα μὴ λέγωσιν ὅτι οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι
πλέον ἔχουσιν τῷ τὸν χριστὸν ἑωρακέναι καὶ συναναστραφῆναι <lb n="20"/>
αὐτῷ, ἐπάγει· “οὐχὶ Ἰησοῦν χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν
“ἑώρακα;” ὥστε μή τε ἐν τούτῳ ἔλαττον ἔχειν τῶν Ἀποστόλων
τῶν λοιπῶν· “ἔσχατον γάρ’ φησὶν, πάντων, ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι
ὤφθηκέ μοι.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. καὶ τοι φησὶν, ἔξεστί μοι λέγειν ὅτι ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ <lb n="25"/>
μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ κύκλῳ πεπλήρωκα τὸ Εὐαγγέλιον
τοῦ Χριστοῦ· ἀλλὰ τέως οὐ λέγω· μὴ κἂν ὑμῶν οὐ γέγονα Ἀπόστολος;
εἰ γὰρ ἄλλων οὐκ εἰμί· ὑμῶν τέως εἰμί· ἀλλ’ ὅμως
οὐδὲν παρ’ ὑμῶν εἴληφα· εἰς τοῦτο γὰρ ὁρᾷ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῷ·
ὅθεν, φησὶν, “ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς Ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε·” τοῦτ’ <lb n="30"/>
ἐστιν, εἰ βούλεταί τις μαθεῖν εἰ εἰμὶ Ἀπόστολος, ὑμᾶς εἰς ἀπόδειξιν
προβάλλομαι· πάντα γὰρ τοῦ Ἀποστόλου ἐν ὑμῖν ἐπεδειξάμην·
καὶ σημεῖα ποιήσας, καὶ διδάξας τὴν πίστιν, καὶ κινδύνους
ὑπομείνας, καὶ βίον ἀνεπίληπτον ἐπιδείξας· ταῦτα γὰρ

<pb n="166"/>
καὶ τὰ τοιαῦτα σφραφίζει καὶ ἐκτυποῖ τὸν Ἀπόστολον καὶ
ἀποδείκνυσιν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. τοῖς ζητοῦσι μαθεῖν πόθεν δῆλον ὅτι τὰ τοῦ
Ἀποστόλου σημεῖα ἐπεδειξάμην· ἣ πόθεν δῆλον ὅτι ἀδάπανον
κεκήρυκα τὸ Εὐαγγέλιον· ὑμᾶς εἰς ἀπόδειξιν προβαλοῦμαι· τοῦτο <lb n="5"/>
γάρ ἐστιν ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν. αὕτη ἐστὶν ἡ
εἰς ὑμᾶς Ἀποστολή.</p><p>Φωτίου. Εἶτα ἵνα μὴ λέγωσιν, εἰ καὶ Ἀπόστολος εἶ, οὐδὲν
μέντοι ἔργον ἐπεδείξω· πώς φησὶν, “οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε;”
τοῦτ’ ἐστιν, οὐκ ἐργασίαν Ἀποστόλοις πρέπουσαν ἐπεδειξάμην εἰς <lb n="10"/>
ὑμᾶς ἐπιστρέψας ὑμᾶς; ὅπερ ἐν Κυρίῳ διὰ Χριστὸν πέπραχα.
<lb n="4"/> Μῆ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν ; μὴ οὐκ
<lb n="5"/>ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ
λοιποὶ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου, καὶ
<lb n="6"/> Κηφᾶς ; ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν εξουσίαν <lb n="15"/>
<lb n="7"/> τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι ; τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις
ποτέ ; τίς φυτεύει ἀμπελῶνα, καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ
αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει ; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην, καὶ ἐκ τοῦ
γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει ;</p><p>Ἰωαννου. Πῶς ταῦτα ἀπολογία, ὅτ’ ἃν φαίνομαι καὶ τῶν <lb n="20"/>
συγκεχωρημένων ἀπεχόμενος, οὐκ ἃν εἴην δικαίως ὑποπτεύεσθαι,
ὡς ἀπατεὼν, ἣ ὡς ἐπὶ χρήμασι τι ποιῶν ; τά τε οὖν ἔμπροσθεν
εἰρημένα καὶ ἡ ἡμετέρα διδασκαλία, καὶ ταῦτα ἃ εἶπον, ἀρκεῖ εἰς
ἀπολογίαν ἡμῖν.</p><p>Θεοδωρίτου. Τὸ φαγεῖν καὶ πιεῖν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου λέγει· <lb n="25"/>
βούλεται δὲ διδάξαι ὅτι δυνάμενος κατὰ τὸν δεσποτικὸν νόμον
παρὰ τῶν μαθητῶν κομίζεσθαι τὴν ἀναγκαίαν τροφὴν διὰ τὴν τῶν
μαθητῶν ὠφέλειαν· τὸ δὲ “ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν” τινὲς
οὕτως ἡρμήνευσαν, ὅτι καθάπερ τῷ Κυρίῳ εἵποντο γυναῖκες πισταὶ
τὴν ἀναγκαίαν τοῖς μαθηταῖς Χωρηγοῦσαι τροφὴν, οὕτω καί τισι <lb n="30"/>
τῶν Ἀποστόλων ἠκολούθουν τινὲς, θερμοτέραν ἐπιδεικνύμεναι πίστιν,
καὶ τῆς τούτων διδασκαλίας ἐξηρτημέναι, καὶ τῷ θείῳ συνεργουσαι
κηρύγματι.</p><pb n="167"/><p>Τοῦτο καὶ Θεόδωροσ. Τοῦ Αὐτοῦ. Ἀντὶ τοῦ παθεῖν πᾶσιν ὁ
Χριστὸς ἐπέτρεψεν τοῖς τὸ Εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν ἐκ τοῦ
Εὐαγγελίου ζῆν· καὶ μόνοι ἡμεῖς ταύτης ἐστερήμεθα τῆς ἐξουσίας·
εἶτα ἀπὸ τῶν κατὰ τὸν βίον ἐπιτηδευμάτων, δίκαιον τοῦτο
καὶ ἀναγκαῖον δείκνυσιν.</p><lb n="5"/><p>Ὠριφένουσ. Ὡς μὲν στρατιώτης θεοσεβὴς φησὶν ὁ Ἀποστόλος
τὸ “τίς στρατεύεται ἰδίους ὀφωνίοις ποτέ;” ὡς δὲ Θεοῦ
γεωργίαν πεπιστευμένος καὶ γεωργῶν τὴν ἐκκλησίαν, τὸ “τίς
“φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει;” ὡς δὲ
μαθητὴς τοῦ καλοῦ ποιμένος καὶ τεθεικότος τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῶν <lb n="10"/>
προβάτων, τὸ “τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς
“ ποίμνης οὐκ ἐσθίει;” καὶ ὡς μὲν στρατιώτης διδάσκει καὶ ἡμᾶς
στρατεύεσθαι λέγων, “οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ
“βίου πραγματίαις· ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσκῃ.” ὡς δὲ
γεωργὸς διδάσκει καὶ ἡμᾶς γεωργεῖν· “ ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλῶς <lb n="15"/>
“ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ηὔξανεν.” περὶ δὲ ποιμένων οἱ προφῆται
ἡμᾶς ἐδίδαξαν, τῶν ἀγαθῶν τοὺς μισθοὺς διηγούμενοι, καὶ
τῶν ἄλλως ποιμαινόντων τὰς κολάσεις ἀπαγγέλλοντες.</p><p>Καὶ δόξει μὲν ὁ Ἀπόστολος διὰ τούτων τῷ μὴ προσέχοντι τῇ
γραφῇ, ἐπιλελῆσθαι τοῦ προκειμένου· τὸ δὲ ἀληθὲς οὐχ οὕτως <lb n="20"/>
ἔχει· ἀλλ’ ἔχεται τοῦ λόγου. περὶ εἰδωλοθύτων προκεῖται αὐτῷ
διδάσκειν, ἵνα κἂν γνῶσιν τίς ἐπαγγελλόμενος φάσκῃ μὴ βλάπτεσθαι
ἀπὸ τῆς τῶν εἰδωλοθύτων χρήσεως· αἴτιος δὲ ἑτέροις
βλάβης γίνεται, ὀφείλει πεφροντικέναι τοῦ πέλας, ἵνα μὴ τῇ
προφάσει αὐτοῦ ἄλλοι ἀπολλύονται· εἰς τοῦτο παραλαμβάνει τὰ <lb n="25"/>
παραδείγματα καὶ λέγει· οὐ πάντως ἔαν τινος ἐξουσίαν ἔχωμεν,
ὀφείλομεν καταχρᾶσθαι τῇ ἐξουσίᾳ. εἴτε γὰρ στρατιώτης ἐστὶν,
οὐ στρατεύεται, ὥστε μηδὲν τοῖς ὀψωνίοις περιποιεῖν ἑαυτῷ· εἴτε
γεωργὸς, οὐκ ἀρκεῖται τῷ μισθῷ, ἀλλ’ ἐσθίει ἀπὸ τῆς σταφυλῆς·
εἴτε ποιμὴν, πρὸς τῷ μισθῷ μεταλαμβάνει τοῦ γάλακτος· οὕτως <lb n="30"/>
κἀγὼ ὀφείλω πρὸς ταῖς ἀποκειμέναις μοὶ ἐπαγγελίαις ἐκ τοῦ
καλῶς ἐστρατεύεσθαι ἢ γεωργεῖν ἢ ποιμαίνειν, μεταλαμβάνειν
ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τῶν πρὸς τὰς χρείας ἀπὸ τῶν ὑπ’ ἐμοὶ στρατιωτῶν,
τῶν γεωργουμένων, τῶν ποιμαινομένων· ἀλλ’ ὅμως εἰ καὶ

<pb n="168"/>
ἐξουσίαν ἔχω τῶν πρὸς τὰς χρείας σκοπῶν τὸ τῆς οἰκοδομῆς τῶν
ἀνθρώπων, οὐ καταχρῶμαι τῇ ἐξουσίᾳ· εὐλαβούμενος ἐκκοπήν
τινα δοῦναι τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ. ἣ καὶ δίδωμι πρόφασιν
τοῖς περιπατοῦσι ἀτάκτως καὶ μηδὲν ἐργαζομένοις. ὥσπερ οὑν
ἐγὼ οὐ χρῶμαι τῇ ἐξουσίᾳ ἦ ἔλαβον ἀπὸ τοῦ λόγου, τὸν αὐτὸν <lb n="5"/>
τρόπον καὶ ὑμεῖς οἱ φάσκοντες εἶναι σοφοὶ, ὀφείλετε μὴ χρᾶσθαι
τῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ προνοεῖσθαι τῆς τῶν πέλας οἰκοδομῆς. εἰ δὲ
ἀμάρτυρός τισιν ὁ λόγος εἶναι νομίζεται, καὶ κατὰ λογισμὸν ἀνθρώπινον
λέγεσθαι, ἀκουέτω τοῦ νόμου λέγοντος “οὐ φιμώσεις βοῦν
“ἀλοῶντα,” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><lb n="10"/><p>Ἰωαννου. Οὐκ εἶχον, φησὶν, ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν ἐκ
τῶν μαθητευομένων ; τοῦτο γὰρ ὁ Χριστὸς ἐκέλευσεν· ἀλλ’ ὅμως
ἀπεσχόμην διὰ τὸ μὴ σκανδαλισθῆναι ὑμᾶς.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Αἳ εὔποροι γυναῖκες πιστεύουσαι ἠκολούθουν ἐνίοις
τῶν Ἀποστόλων εἰς τὰς ἀναγκαίας αὐτῶν χρείας χορηγοῦσαι· <lb n="15"/>
ὡς αὐτοὺς λοιπὸν ὄντας περὶ τοῦτο ἀμερίμνους, μόνῳ τῷ κηρύγματι
ἀπησχολῆσθαι· ὅρα δὲ ὅτι τὸν κορυφαῖον ἔσχατον τέθεικεν·
τοῦτο αἰνιττόμενος· καὶ τί, φησὶν, τοὺς ἄλλους μὴ λέγειν· αὐτὸς
ὁ Πέτρος οὐ τοῦτο ποιεῖ;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου λέγει τοὺς νομισθέντας <lb n="20"/>
εἶναι αὐτοῦ ἀδελφούς ἐπειδὴ γὰρ οὕτος ὁ χρηματίζων καὶ αὐτὸς
κατὰ τὴν κοινὴν δόξαν εἶπεν αὐτούς· τοὺς δὲ υἱοὺς Ἰωσὴφ λέγει,
οἳ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου ἐχρημάτισαν, διὰ τὴν πρὸς τὴν θεοτόκον
μνηστείαν τοῦ Ἰωσήφ· λέγει δὲ Ἰάκωβον ἐπίσκοπον Ἰεροσολύμων
καὶ Ἰωσὴφ ὁμώνυμον τῷ πατέρι, καὶ Σίμωνα καὶ Ἰούδα.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἰδὼς τὸν Βαρνάβαν κοινωνοῦντα αὐτῷ τῆς ἀκριβείας
ταύτης, οὐκ ἀπέκρυψεν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. τίς, φησὶν, στρατευόμενος ἄποθεν τρέφεται καὶ
οὐκ ἐκ τῆς στρατείας ; καλῶς δὲ τὸ τοῦ στρατιώτου πρότερον
τέθεικεν· τοῦτο γὰρ ἁρμόδιον τῇ ἀποστολῇ διὰ τοὺς ἐν αὐτῇ <lb n="30"/>
κινδύνους καὶ τὸν πόλεμον τῶν νοητῶν ἐχθρῶν. ταῦτα πάντα τὰ
παραδείγματα δείκνυσι χρῆναι τὸν διδάσκαλον ἐκ τῶν μαθητευο-
μένων ἐσθίειν ὡσπερ ’τον στρατιώτην ἐκ τῆς στρατίας, καὶ ’τον
φιτεύσαντα ἀμπελῶνα ἐκ τοῦ καρποῦ τοῦ ἀμπελῶνος· καὶ τὸν

<pb n="169"/>
ποιμαίνοντα ποίμνην ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης· ἀλλ’ ὅμως,
φησὶν, καὶ τοῦ δικαίου τοῦτο βουλομένου, καὶ τοῦ Χριστοῦ κεφησὶν,
ἐγὼ ἀδαπάνως ὑμῖν ἐκήρυξα, ἵνα μή τινας σκανδαλίσω·
ἐγὼ τοιγαροῦν καὶ τῶν ἐπιτετραμμένων ἀπεσχόμην διὰ
τὴν ὑμετέραν οἰκοδομίαν· ὑμεῖς δὲ οὐδὲ εἰδωλοθύτων ἀπέχεσθε, διὰ <lb n="5"/>
τὸ μὴ βλάπτειν τοὺς ἀδελφούς· οὗτος γὰρ ὁ σκοπός ἐστιν αὐτῷ
εἰς ὀλὸν τοῦτο τὸ χώριον.</p><p>Φωτίου. “Ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν
“τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι ;“τοῦ τὰ πρὸς τροφὴν καὶ αὐτάρκειαν ἀπὸ
τοῦ κηρύγματος πορίζεσθαι· ἀλλ’ ὅμως ἔχοντες ἐξουσίαν οὐ χρώμεθα <lb n="10"/>
τῇ ἐξουσίᾳ, ἵνα μᾶλλον ὑμᾶς ὠφελήσωμεν, ἀδάπανον κηρύσσοντες
τὸ Εὐαγγέλιον· εἰ δὲ τοῦτο, δῆλον ὅτι εἰ καὶ συνῄδειν
σκανδαλιζομένους ὑμᾶς ἕνεκεν κρεοφαγίας, καίτοι ἀκόλουθον ὃν,
οὐκ ἃν ἔφαγον εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ σκανδάλου πρόξενος γενοίμην
τῷ ἀδελφῷ. εἰ δὲ τοῦτο, πόσῳ μᾶλλον δεῖ φυλάττεσθαι ὑμᾶς ἐκ <lb n="15"/>
τῶν εἰδωλοθύτων, δι’ ὣν οὐ μόνον οἱ ἀδελφοὶ σκανδαλίζονται, ἀλλὰ
καὶ τὰς συνειδήσεις μολύνουσιν· τὸ δὲ “ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρ-
“νάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι ;“οἰκειότερόν
ἐστι τῆς λέξεως οὕτως ἐκλαβεῖν· οἱ μὲν οὖν ἄλλοι Ἀπόστολοι,
φησὶν, ἐξουσίαν ἔχουσι μὴ ἐργάζεσθαι, μὴ δὲ κοπιᾶν ταῖς χερσὶν, <lb n="20"/>
ἀλλ’ ἐκ τῶν διακονούντων αὐτοῖς διατρέφεσθαι· ἐγὼ δὲ καὶ Βαρνάβας,
ὡς φαίνεται, φησὶν, οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν μὴ ἐργάζεσθαι,
ἀλλ’ ἀνάγκη ταῖς χερσὶ κοπιῶντας, οὕτως αὐτοῖς τὰ πρὸς τὴν
ἀναγκαίαν χρειαν ἐπαρκεῖν·</p><lb n="8"/><p>Μῆ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ ; ἢ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος <lb n="25"/>
<lb n="9"/> ταῦτα λέγει ; ἐν γὰρ τῷ Μώσεως νόμῳ γέγραπται,
Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα. μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ
<lb n="10"/> Θεῷ ; ἢ δι’ ἡμᾶς πάντως λέγει ; δι’ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη,
ὅτι ἐπ’ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν
τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ’ ἐλπίδι.</p><lb n="30"/><p>Ὠριγένοτσ a. Οὐκ οὖν δι’ ἡμᾶς τοὺς τὴν καινὴν διαθήκην
παρειληφότας εἴρηται ταῦτα· καὶ περὶ ἀνθρώπων γέγραπται πενευ-
<note type="footnote">a (??) Cod.
z</note>

<pb n="170"/>
ματικῶς, τοῦ ῥητοῦ νοουμένου κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον· τίς δὲ
ὁ νοῦς, “ὅτι ὀφείλει ἐπ’ ἐλπίδι ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν· καὶ ὁ ἀλοῶν
“ἐπ’ ἐλπίδι μετέχειν ;“ἀροτριᾷ Παῦλος ὁ γεωργὸς κατηχουμένου
ψυχὴν νεώματα ποιῶν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, κατὰ τὸν θεῖον Ἱερεμίαν b
τὸν φάσκοντα “νεώσατε ἑαυτοῖς νεώματα,” πρὸς ὑποδοχὴν <lb n="5"/>
δηλονότι σπερμάτων, περὶ ὧν γέγραπται· “ἐξῆλθεν ὁ σπείρων
“τοῦ σπεῖραι.” καὶ μετὰ τοῦ σπεῖραι τὰ νεωθέντα, ἐπιτηρῶ
φησὶν τὰ σπέρματα, μήποτε ἐλθόντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ
ἄρῃ τὸν σπόρον· καὶ ὅτ’ ἃν καρποφορήσῃ καὶ ποιήσῃ καρποὺς
δικαιοσύνης, καὶ ὅτε λευκή ἐστιν ἤδη πρὸς θερισμὸν, ἔξεστί μοι <lb n="10"/>
λοιπὸν λαβεῖν. οὐ γὰρ σκανδαλισθήσεται ἐπὰν μνησθῇ ὅσα
κέκμηκα, ἵνα αὐτοῦ τὴν ψυχὴν ἀροτριάσω, ἵνα σπείρω πῶς ἐπέμεινα
μέχρις οὓ ἔλθῃ ὁ σπόρος αὐτοῦ τελειωθεὶς ἐπὶ τὴν ἅλω·
καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνειν μοι ἔξεστιν ἀπ’ αὐτοῦ τροφάς· ἀλλ’ οὐ
πάντως κέχρημαι τῇ ἐξουσίᾳ· ἀλλ’ ἐπ’ ἐλπίδι τοῦτο ποιῶ, παραστῆσαι <lb n="15"/>
τὸ γέννημα τῷ οἰκοδεσπότῃ· γεωργὸς γὰρ εἰμί· οὐχ ἵνα
τὰ ὀφειλόμενα ἀποδοθῆναι τῷ Θεῷ, εἰς τὰς ἐμὰς λάβω ἀποθήκας·
εἶτα τί περὶ τοῦ αὐτοῦ ὁ Ἀπόστολος διδάσκων φησὶν, “εἰ ἡμεῖς
“ὑμὶν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα,” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Θεοδωρίτου. Οὐ τοῦτο λέγει, ὅτι τῶν βοῶν οὐ μέλει τῷ Θεῷ· <lb n="20"/>
μέλει γὰρ αὐτῷ· ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς μέλει· δι’ ἡμᾶς γὰρ κἀκείνους
ἐδημιούργησεν· διὸ καὶ ὁ μακάριος ἔφη Δαβίδ, “τῷ ἐξαντέλ-
“λοντι ἐν ὄρεσι χόρτον καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων.”
φησὶν οὖν τὰ πολλῷ μείζονα δεδωκότες, ἁμαρτάνωμεν εἰ τὰ πολλῷ
ἐλάττονα λάβοιμεν.</p><lb n="25"/><p>Ἰωαννου. Ἐπειδὴ τὸ τρέφεσθαι ἐκ τῶν μαθητευομένων ἔδειξεν
ἐξεῖναι αὐτῶ, καὶ τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους τοῦτο ποιεῖν, καὶ
τὴν κοινὴν βούλεσθαι συνήθειαν, λοιπὸν θέλει καὶ ἀπὸ γραφικῆς
μαρτυρίας αὐτὸ πιστώσασθαι· καὶ φησὶ, “μὴ κατὰ ἄνθρωπον
“ταῦτα λαλῶ;” τοῦτ’ ἔστι, μὴ τοῖς ἀνθρώποις μόνον τοῦτο δοκει; <lb n="30"/>
ἣ ἐξ ἀνθρωπίνων παραδειγμάτων τοῦτο ἔχω συστῆναι τῷ
λόγῳ ; οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει;
Τοῦ Αὐτοῦ. τίνος ἕνεκεν ἐμνήσθη τῶν βοῶν; τὸ τῶν ἱερέων
<note type="footnote">b Cap. iv. 4.</note>

<pb n="171"/>
ὑπόδειγμα ἔχων· ἐκ πολλῆς τῆς περιουσίας αὐτὸ κατασκευάσαι
βουλόμενος· εἶτα ἵνα μή τις εἴπῃ καὶ “τί πρὸς ἡμᾶς τὸ τῶν
“βοῶν;” ἐπάγει· “μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; οὐ μέλει οὖν
τῶν βοῶν, εἰπέ μοι τῷ Θεῷ; μέλει μὲν, οὐχ οὕτως δὲ ὡς καὶ
νόμον ὑπὲρ τούτου θεῖναι· εἰ μὴ ὅτι μέγα τι ᾐνίττετο, γυμνάζων <lb n="5"/>
τοῖς ἀλόγοις τοὺς Ἰουδαίους εἰς τὸ εἶναι φιλανθρώπους· ἀπὸ τούτων
καὶ περὶ τῶν διδασκάλων αὐτοῖς διαλεγόμενος. ἐντεῦθεν καὶ
ἕτερόν τι δείκνυσιν· πολὺν τὸν πόνον τῶν διδασκάλων αὐτοῖς καὶ
ὄντα καὶ εἶναι ὀφείλοντα· καὶ ἕτερον δὴ πάλιν· ποῖον δὴ τοῦτο;
ὅτι ὅσα περ ἃν ὑπὸ τῆς παλαιᾶς λέγηται· προηγουμένως εἰς τὴν <lb n="10"/>
τῶν ἀνθρώπων συντελεῖ διδασκαλίαν· παχυτέροις γὰρ οὖσιν ἐντεῦθεν
διελέγετο, κατὰ μικρὸν ἀναβιβάζων αὐτούς.</p><p>Φωτίου. Οὐχὶ ἐφ’ ὅσῳ μηδὲν περαιτέρω ἀπολαύσειν, ἀλλ’
ἐφ’ ᾧ ἐλπίδα ἔχειν μετὰ ταύτην τὴν πρόσκαιρον καὶ βραχεῖαν
ἀπόλαυσιν, καὶ τῶν αἰωνίων καὶ ὑπερφυῶν τυχεῖν ἀγαθῶν· τοῦτο <lb n="15"/>
γὰρ δηλοῖ τὸ καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ’
“ἐλπίδι.” τῆς γὰρ διακονίας οἱ Ἀπόστολοι τῆς ἐπὶ τῇ διατροφῇ
ἐλπίδα εἶχον παρὰ τῶν μαθητευομένων τυγχάνειν, καὶ ἐτύγχανον.
οὐ μέντοι γε τοῦτο ἦν αὐτοῖς ἡ τελεία ἐλπίς· ἀλλὰ ταύτης ἀπολάβοντες
τῆς ἐλπίδος, ἔτι τὰ μείζονα ἐκαραδόκουν καὶ ἤλπιζον· <lb n="20"/>
τοῦτο δὲ, φησὶν, ὅτι οὐδὲν ἐνέκοπτεν εἰς τὴν τῶν μελλόντων ἐλπίδα
καὶ ἀπόλαυσιν δεικνὺς, ἡ τῆς παρὰ τῶν μαθητευομένων ἐπὶ τῇ
τροφῇ ὑπηρεσίας ἀπόλαυσις· ἐντεῦθεν δηλῶν ὡς καίτοι μηδὲν ἐμποδῶν
ὄντος πρὸς τὴν ἐκεῖθεν ἀπόλαυσιν τοῦ τρέφεσθαι παρὰ τῶν
μαθητῶν, ὅμως οὐχ εἱλόμην. πλείοσι δὲ αὐτὸ ἐπιχειρήμασιν ἀκώλυτον <lb n="25"/>
ὃν κατασκευάζει· διά τε τὸ εἰρημένον, καὶ ἵνα μὴ ἀπεχόμενος
αὐτὸς τοὺς ἄλλους δόξῃ χρωμένους ἐν διαβολῇ τινι
καθιστᾶν.</p><lb n="11"/><p>Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ
<lb n="12"/> ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας <lb n="30"/>
ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς ; ἀλλ’ οὐκ
ἐχρησάμεθα τῆ ἐξουσίᾳ ταύτῃ· ἀλλὰ πάντα στέρομεν,
ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ
Χριστοῦ.


<pb n="172"/>
Ἰωαννου. Εἶτα καὶ ἄλλο λέγει, δεικνὺς δεῖν τὸν διδάσκαλον
τρέφεσθαι· οὐ γὰρ ὅμοια, φησὶν, ὡν λαμβάνετε παρέχετε· εἰ γὰρ
ἡμεῖς πνευματικὰ εἰς ὑμᾶς ἐσπείραμεν, τοῦτ’ ἐστι παρέχομεν·
μέγα ἐστὶν ἐὰν σαρκικὰ λάβομεν ; πνευματικὰ, τὴν πίστιν λέγων·
σαρκικὰ, τὴν τροφήν.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Δῆλοί τινας ἀπατεῶνας κρατοῦντας αὐτῶν, καὶ
οὐ μόνον παρ’ αὐτῶν ἐσθίοντας, ἀλλὰ καὶ ἐξουσιάζοντας αὐτῶν·
εἰ οὖν κἀκεῖνοι, φησὶν, τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν ἐν τῷ ἄρχειν
ὑμῶν· οὐκ ἆρα ἡμεῖς ἐσμὲν μᾶλλον δίκαιοι τοῦτο ποιεῖν ;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁρᾷς ποῦ ἀποδίδοται τὸ συμπέρασμα τοῦ νοήματος· <lb n="10"/>
εἰ γὰρ καὶ ἦν μοι, φησὶν, ἐξουσία τοῦ λαμβάνειν παρ
ὑμῶν, ὡς ἀποδέδεικται, ἔκ τε τοῦ ταῦτα ποιεῖν τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους,
καὶ ἐκ τῶν παραδειγμάτων ὧν παρεθέμην, καὶ ἐκ τοῦ νόμου
Μώσεως, ὅμως οὐδὲν εἴληφα, δεδοικὼς μὴ τοῦτο τινὰς ἐγκόψῃ
πρὸς τὴν πίστιν· εἰ οὖν ἐγὼ, φησὶν, τοῦτο γὰρ βούλεται τὸ νόημα, <lb n="15"/>
καὶ τῶν ἐπιτετραμμένων ἀπέχομαι, διὰ τὸ μὴ σκανδαλίσαι τινὰς,
ὑμεῖς οὐδὲ τῶν εἰδωλοθύτων ἀπέχεσθε, καὶ ἄλλως ἀπηγορευμένων,
ὑπὲρ τοῦ μὴ σκανδαλίζειν τοὺς ἀσθενεστέρους τῶν ἀδελφῶν ;
“ἀλλ’ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ τοῦτ’ ἔστιν, οὐδὲν
παρά τινος ἔλαβον· ἵνα γὰρ μή τις εἴπῃ, ὅτι οὐκ ἔχρηζεν, διὰ <lb n="20"/>
τοῦτο οὐκ ἔλαβεν, ἐπάγει· “ ἀλλὰ πάντα στέγομεν·” οἷον καὶ
πείναν καὶ δίψαν καὶ γυμνότητα, ἵνα μόνον μή τις ἐγκοπὴ γένηται·
τοῦτ’ ἐστιν ἡ τυχοῦσα ἀναβολὴ πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὸ
κήρυγμα·</p><p>Θεοδωρίτου. Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν· οὐ <lb n="25"/>
μᾶλλον ἡμεῖς; τοὺς κακῶς αὐτῶν ἡγουμένους διὰ τούτων ἠνίξατο·
πρὸς οὓς ὕστερον ἀποδύεται· “ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ
“ ταύτῃ· ἀλλὰ πάντα στέγομεν.” τοῦτ’ ἐστιν φέρομεν, ὑπομένομεν,
καρτεροῦμεν· διατὶ ; “ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγ-
“ γελίῳ τοῦ Χριστοῦ.” οὐκ ἐᾷ γὰρ, φησὶν, τοῦτο τρέχειν τὸ <lb n="30"/>
Εὐαγγέλιον· κωλύει τὸν δρόμον· εἶτα ἐπειδὴ βοῶν ἐμνημόνευσεν,
καὶ τὸν νόμον ἡρμήνευσεν· εἰκὸς δὲ ἦν ἀντιλέγειν τινὰς ὡς οὐκ εἰς
δέον τῆς ἑρμηνείας γεγενημένης, δείκνυσι σαφέστερον τὸν νόμον
μαρτυροῦντα τῷ λόγῳ.</p><pb n="173"/><lb n="13"/><p>Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ τὰ ἱερὰ ἐργαζόμενοι, ἐκ τοῦ ἱεροῦ
ἐσθίουσιν, οἱ τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντες, τῷ θυσιαστηρίῳ
<lb n="14"/> συμμερίζονται ; οὕτω καὶ ὁ Κύριος διέταξεν
τοῖς τὸ Εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν, ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου
<lb n="15"/> ζῆν. ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων.</p><lb n="5"/><p>Θεοδωρίτου. βλέπετε τοὺς κατὰ νόμον ἱερουργοῦντας· τὰ μὲν
τῷ θυσιαστηρίῳ προσφέροντας· τὰ μὲν δὲ αὐτοὺς καρπουμένους ;
τοῦτο γὰρ εἶπεν “τῷ θυσιαστηρίῳ τοὺς νεκροὺς, καὶ τὸν Λόβον
“τοῦ ἥπατος καὶ τὸ στέαρ τὸ ἐπ’ αὐτῶν· αὐτοὶ δὲ ἐλάμβανον
“τόν τε βραχίονα καὶ τὸ στηθύνιον.“ δείκνυσι δὲ καὶ τῷ νόμῳ <lb n="10"/>
συνῳδὰ καὶ τὸν δεσπότην προστεταχότα· “οὕτως καὶ ὁ Κύριος
“διέταξεν τοῖς τὸ Εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν, ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου
“ζῇν·” αὐτοῦ γάρ ἐστιν φωνὴ, “ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς
“αὐτοῦ ἐστιν.” καὶ οὐκ εἶπεν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου πλουτεῖν, ἀλλὰ
ζῆν· τὴν γὰρ ἀναγκαίαν μόνην τροφὴν λαμβάνειν ἐκέλευσεν. <lb n="15"/>
“ ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων.” τοῦτ’ ἐστιν παρ’ ὑμῶν
κηρύττων· τοῦτο γὰρ καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ διδάσκει ἐπιστολῇ· “τί
“ γάρ ἐστιν ὃ ἡττήθητε ὑπὲρ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας ; εἰ μὴ ὅτι
“ αὐτὸς ἐγὼ οὐ κατενάρκησα ὑμῶν·” ὅτι γὰρ παρ’ ἑτέρων ἐλάμβανεν,
οὓς ὠφελεῖν διὰ τοῦ λαμβάνειν ἐνόμιζεν, διδάσκει διὰ <lb n="20"/>
τῶν ἑξῆς· “ἄλλας ἐκκλησίας ἐσύλησα λαβὼν ὀψώνιον πρὸς τὴν
“ὑμῶν οἰκονομίαν.” οὕτω καὶ Φιλιππησίους ἐπαινεῖ πολλάκις
αὐτὸν ἐπιμελῶς τεθεραπευκότας· διὰ τοῦτο καὶ Ὀνησιφόρῳ ἐπεύχεται
τὰ ἀγαθά· Κορινθίων δὲ τὴν ἀσθένειαν ἐπιστάμενος, ἐργαζόμενος
διετέλει πη αὐτῶν, οὐδὲν κομιζόμενος· ἵνα δὲ μή τις <lb n="25"/>
ἐκείνων ὑπολάβῃ ταῦτα αὐτὸν εἰρηκέναι, ὡς λαβεῖν ἐφιέμενον,
εἰκότως προστέθεικεν· “ οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα, ἵνα οὕτως γένηται
ἐν ἐμοὶ, καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Ἰωαννου. Τὴν διηνεκῆ δουλείαν καὶ καρτερίαν διὰ τούτων
ἐνδείξασθαι βούλεται τῶν παρὰ Ἰουδαίοις ἱερέων καὶ Λευιτῶν καὶ <lb n="30"/>
ἀρχιερέων· ἑκάτερα γὰρ ταῦτα ἐδήλωσεν καὶ τὰ καταδεέστερα
καὶ τὰ ὑπερέχοντα· τὰ μὲν διὰ τοῦ λέγειν, “οἱ τὰ ἱερὰ ἐργαζόμενοι·
τὰ δὲ διὰ τοῦ εἰπεῖν, οἱ τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντες·

<pb n="174"/>
οὐδὲ γὰρ πᾶσιν ἓν ἔργον ἐπιτεταγμένον ἦν· ἀλλ’ οἱ μὲν τὰ παχύτερα,
οἱ δὲ τὰ ὑψηλότερα ἦσαν ἐγκεχειρισμένοι.</p><p>Οἰκοτμενίου. Ἱερὰ μὲν ἐργαζομένους τοὺς Λευΐτας φησὶν,
οἳ τὰ ἐπιδέκατα ἐλάμβανον· θυσιαστηρίῳ δὲ προσεδρεύοντας,
τοὺς ἱερέας φησὶν, οἱ ἐκ τῶν θυμάτων εἶχον ἀφαιρέματα. καλῶς <lb n="5"/>
τὸ συμμερίζον· τὰ μὲν γὰρ καὶ ὁλόκαυτα ἐγίνετο, καὶ ἦν μόνου
τοῦ θυσιαστηρίου· καὶ ἐκ τῶν θυομένων δὲ τὸ μὲν αἷμα προσεχεῖτο
τῷ θυσιαστηρίῳ, καὶ τὸ στέαρ ἐθυμιᾶτο· τῶν δὲ κρεῶν ἀφαίρεμά
τι ἐλάμβανεν ὁ ἱερεύς· οἷον τὸν δεξιὸν βραχίονα καὶ τὸ στηθύνιον
καὶ τὸ ἔνυστρον·</p><lb n="10"/><p>Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα, ἵνα οὕτως γένηται ἐν ἐμοί.
καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν, ἢ τὸ καύχημά μου,
ἵνα τις κενώσῃ. ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι
<lb n="16"/>καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται· οὐαὶ ’δε μοι ἐστὶν,
ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι. εἰ γὰρ ἑκὼν τοῦτο πράσσω, <lb n="15"/>
<lb n="17"/> μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οἰκονομίαν πεπίστευμαι· τίς
<lb n="18"/>οὖν μοι ἐστὶν ὁ μισθός; ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον
θήσω τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι
τῆ ἐξουσίᾳ μοῦ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.</p><p>Ἰωάλλου. Ἴνα μὴ νομίσωσιν διὰ τοῦτο αὐτὸν ταῦτα γεγραφηκέναι, <lb n="20"/>
ὡς βουλόμενον τοῦ λοιποῦ λαμβάνειν, διορθοῦται αὐτό·
ἵνα οὕτως, φησὶν, γένηται ἐν ἐμοί· τοῦτ’ ἐστιν ὡς τὰ παραδείγματα
βούλεται· ὡς αἱ τοῦ Κυρίου διατάξεις· οἷον ἵνα λαμβάνω·
ὅρα μετὰ πόσης τὸ λαβεῖν διακρούεται σφοδρότητος· “καλόν
“μοι,” φησὶν, “μᾶλλον ἀποθανεῖν” οἷον λιμῷ, ἢ ἵνα κενωθῇ καὶ <lb n="25"/>
μάταιον μου τὸ ὕπερ τούτου γένηται καύχημα· ἴνα γὰρ μή τις
λέγῃ ὅτι εἰ καὶ μὴ λαμβάνει, ἀθυμεῖ μέντοι καὶ ἀδημονεῖ, ἐφ’
οἷς οὐ λαμβάνει, καύχημα τὸ πρᾶγμα καλεῖ· δεικνὺς τὴν ὑπὲρ
τοῦ γενομένου χαρὰν καὶ προθυμίαν· “ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι,”
φησὶν, “οὐκ ἔστι μοι καύχημα.” τι οὖν ἐστί σοι καύχημα, εἶτοι <lb n="30"/>
τις αὐτῷ ; ἐπάγει· τὸ ἀδάπανον ποιῆσαι τὸ Εὐαγγέλιον· τί οὖν ;
τοῦτο τοῦ εὐαγγελίζεσθαι μεῖζον ; οὔ μὲν οὖν, ἀλλὰ τοῦ εὐαγγελίζεσθαι
ἐπιτέταγμαι. τὸ δὲ ἀδαπάνως εὐαγγελίζεσθαι ἐμῆς

<pb n="175"/>
φιλοτιμίας ἔργον· εἰ γὰρ ἑκὼν τοῦτο πράσσω, ποῖον τὸ ἀδάπανον
τιθέναι τὸ εὐαγγέλιον ; μισθὸν ἔχω ὅτι καὶ τοῦ Κυρίου λαμβάνειν
ἐπιτάξαντος, οὐκ εἴληφα· εἰ δὲ ἄκων ἐκεῖνο πράσσω· ποῖον
τὸ εὐαγγελίζεσθαι ; ἄκων δὲ φησὶν, ὅτι οὐκ ἐμὸν ἔργον ἡ φιλοτιμία,
ἀλλὰ Χριστοῦ ἐπιταγή. οὐκ εἶπεν, οὐκ ἔχω μισθὸν, ἀλλ’ <lb n="5"/>
“ οἰκονομίαν πεπίστευμαι·” δεικνὺς ὅτι καὶ τοῦτο μισθός· ἀλλ’ οὐκ
οἷος ἐκεῖνος τὸ ἀδάπανον κηρύξαι “εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ
“ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.” πανταχοῦ δεικνὺς ὅτι οὔτε οἱ
λαμβάνοντες σφάλλονται· ἐξουσίαν γὰρ ἔχουσι τοῦ λαβεῖν. ὅρα
δὲ τὴν ἀκρίβειαν αὐτοῦ. κατάχρησιν καλεῖ τὴν ὅλως χρῆσιν· οἷον <lb n="10"/>
τὸ ὅλως λαβεῖν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ προσέθηκεν, δεικνὺς τὸν διδάσκοντα
ὀφείλειν λαμβάνειν τὸν καὶ πονοῦντα, οὐ μὴν τὸν
ἀργουντα.</p><p>Θεοδωρίτου. “Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα· ἵνα οὕτως γένηται ἐν
“ἐμοί· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἣ τὸ καύχημά μου, ἵνα <lb n="15"/>
“τις κενώσῃ·” καύχημα δὲ καλεῖ, τὸ προῖκα κηρύττειν καὶ
ὑπερβαίνειν τὸν κείμενον ὅρον· “ ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἐστι
“καύχημα, ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται·” τοῦτο ὡς δοῦλος δεσπότῃ
διακονῶν ἐκτελῶ· οὐδεὶς δὲ οἰκέτης μέγα φρονεῖ, τὰ παρὰ τοῦ
δεσπότου προσταττόμενα ἐκπληρῶν· “οὐαὶ δέ μοι ἐστὶν ἐὰν μὴ <lb n="20"/>
“εὐαγελίζωμαι·” τιμωρίας γὰρ ἄξιον τὸ ἀντιτείνειν δεσπότῃ·
“ εἰ γὰρ ἑκὼν τοῦτο πράσσω, μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οἰκονομίαν
“πεπίστευμαι·” τὸ δὲ ἑκὼν καὶ ἄκων οὐκ ἐπὶ γνώμης τέθεικεν,
ἀλλὰ διδάσκων ὅτι νόμον ἐπλήρου δεσποτικόν· “τίς οὖν μοι ἐστὶν
“ὁ μισθός ; ἵν εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ Εὐαγγέλιον <lb n="25"/>
“τοῦ Χριστοῦ· εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ
“Εὐαγγελίῳ·” ἔδωκέν μοι ἐξουσίαν ὁ δεσπότης ἐκ τῶν μαθητῶν
λαμβάνειν τὴν ἀναγκαίαν τροφήν· ἐγὼ δὲ οὐ χρῶμαι τῇ ἐξουσίᾳ,
ἀλλὰ τῆς ἐργασίας εἰσφέρω τὸν πόνον, ἵνα τὸν τοῦ πόνου τρυγήσω
καρπόν· ταῦτα πάντα διεξῆλθεν, τοὺς κακῶς τῇ γνώσει κεχρημένους <lb n="30"/>
μένους καὶ ἀδεῶς τῶν εἰδωλοθύτων μεταλαμβάνοντας καὶ τοῖς
ἀσθενεστέροις πρόφασιν βλάβης παρέχοντας, ἀποστῆσαι τῆς
κακῆς ἐξουσίας πειρώμενος. οὓ δὴ χάριν ἔδειξεν, ὡς καὶ παρὰ
τοῦ νόμου καὶ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ τὴν ἐξουσίαν λαβὼν, καὶ ταύτῃ

<pb n="176"/>
τοὺς Ἀποστόλους κεχρημένους ὁρῶν, καὶ αὐτῇ τῶν πραγμάτων
προσέχων τῇ φύσει· οὐδενὸς τούτων ἠνέσχετο· εἰς ἓν μόνον ἀποβλέπων,
τὸν τοῦ κηρύγματος δρόμον καὶ τῶν ἀκουόντων τὴν
ἐφέλειαν.</p><p>Ὠριγένοτσ. Διδασκόμεθα ὅτι ὅσα ἐξ ἀνάγκης ποιοῦμεν, <lb n="5"/>
ταῦτα οὐκ ἔχει καύχημα. ὅσα δὲ προαιρέσει ποιοῦμεν, οὐκ ἐπικειμένης
ἀνάγκης, ταῦτα ἔχει καύχημα. οἷον ὁ μὴ μοιχεύων ἢ
φονεύων οὐκ ἔχει καύχημα, ἀλλ’ ὁ παρθενεύων· οὐ γὰρ ἐξ ἀνάγκης
ἦλθον εἰς τὸ παρθενεύειν, ἀλλὰ ἐκ προαιρέσεως· ὅπου δὲ τὸ “οὐαὶ”
παράκειται, ἐὰν μὴ ποιῶ, οὐκ ἔχω καύχημα. διὰ τοῦτό φησιν, <lb n="10"/>
“ εἰ μὲν ἑκὼν τοῦτο πράσσω· μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οἰκονομίαν
“πεπίστευμαι.” πάλιν καθολικὸν διδασκόμεθα· τίνα ποιοῦμεν
μὲν, οὐχ ἑκόντες δὲ, ἀλλ’ οὐδὲ ἐν ὅλῃ ψυχῇ, ἀλλ’ ἐκ λύπης ἣ ἐξ
ἀνάγκης· τῶν μὲν γὰρ ἑκουσίως ὑφ’ ἡμῶν γινομένων ἐστὶ μισθός·
τῶν δὲ γινομένων μὲν, ὡς ἐκ λύπης δὲ, οὐδὲ μισθὸς οὐδὲ κόλασις. <lb n="15"/>
οἷον ἐλεημοσύνην ποιῶ· εἰ ἑκὼν, μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οὐκ ἐγκαλοῦμαι
μετὰ τῶν ἀκουόντων, “ἐπείνων, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι
“φαγεῖν,” καὶ τὰ ἑξῆς. οὗτος οὖν ἐστιν ὁ μισθός· ἵνα ὅπου
ἐξουσίαν ἔχω, μὴ ποιήσω.</p><p>Οἰκοτμενίου. Καύχημα γὰρ φησὶν ὁ αὐτὸς ἐξ οἰκείας φιλοτιμίας <lb n="20"/>
ἐπιδείκνυται. τὴν δεσποτικὴν ἐπιταγὴν, ὡς δοῦλος πιστὸς,
οὐ λογιζόμενος εἰς οἰκεῖον κατόρθωμα· ἤκουσεν γὰρ τοῦ δεσπότου
λέγοντος· “ ὅτ’ ἃν πάντα ποιήσετε, λέγετε ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμὲν,
“ὅτι ὃ ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν.” ποῖον οὖν καύχημα τὸ
καταχρέως γινόμενον;</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἤ οὕτως εἰ μὲν ἑκὼν τοῦτο πράσσω, τὸ άδάπανον
τιθέναι τὸ εὐαγγέλιον· μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οὐδὲ οὕτως
σφάλλομαι. τί δήποτε οἰκονομίαν πεπίστευμαι ; τοῖς δὲ τὴν
τοιαύτην οἰκονομίαν ἐμπεπιστευμένοις ἔξεστι λαμβάνειν. ὁ γὰρ
Κύριος προσέταξεν τοῖς τὸ Εὐαγγέλιον κηρύσσουσιν ἐξ αὐτοῦ <lb n="30"/>
ἐσθίειν του δὲ ἑκὼν καὶ τοῦ ἄκων αὐτὴ διαφορά ἑκὼν μὲν ἔνθα
καὶ ὁ λογισμὸς συνευδοκεῖ ἀβαρῶς φέρων καὶ χαίρων ἐπὶ τῷ γινομένῳ·
ἄκων δὲ, ἔνθα μετὰ βίας καὶ ἀνάγκης τοῦ λογισμοῦ τοῦτο
πράττειν.</p><pb n="177"/><p>Φωτίου. Ἤ οὕτως· εἰ γὰρ τὸ κηρύσσειν τὸ εὐαγγέλιον τῆς
ἐμῆς ἦν ὅλον φιλοτιμίας, καὶ οὐδεμία μοι ἀνάγκη ἐκ τῆς δεσποτικῆς
ἐντολῆς ἐπέκειτο· εἰκότως ἐπὶ τοῦτο μισθὸν μέγαν ἤλπιζον·
καὶ ἐξῆν μὴ ὡς ἐπὶ ἰδίῳ κατορθώματι καυχᾶσθαι· εἰ δὲ ὡς διακονίαν
καταπιστευθεὶς καὶ ἀνάγκην ἔχων ὑπηρετεῖν, τοῦτο πράσσω· <lb n="5"/>
οὐκ ἔτι ὅμοιος ὁ μισθὸς ἕπεται, οὐδ’ ἔστιν ἐπὶ τούτῳ καυχᾶσθαι.
ἐπὶ τίνι οὖν ἐστιν λαμπρὸς ὁ μισθὸς, καὶ τὸ καύχημα ἐφ’ ὦτ’
κηρύσσειν μὲν ὡς προσετάγην τὸ εὐαγγέλιον· μηδὲν δὲ ἐκ τοῦ
κηρύγματος μήδ’ ὅσον ἀποζῆν λαμβάνειν, ἀλλὰ ἀδαπάνως καὶ
δωρεὰν ὑπηρετεῖν τῇ διακονίᾳ.</p><lb n="10"/><lb n="19"/><p>Ἐλεύθερος γὰρ ὣν ἐκ πάντων, πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα,
<lb n="20"/> ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω· καὶ ἐγενόμην τοῖς
Ἰουδαίοις, ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς
<lb n="21"/> ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω·
τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὣν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ’ <lb n="15"/>
<lb n="22"/> ἔννομος Χριστῷ), ἵνα κερδήσω ἀνόμους. ἐγενόμην τοῖς
ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενὴς, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω. τοῖς
<lb n="23"/> πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω. τοῦτο
δὲ ποιῶ διὰ τὸ εὐαγγέλιον, ἵνα συγκοινωνὸς αὐτοῦ
γένωμαι.</p><lb n="20"/><p>Ὠριγένουσ. Τὸ ἐκ πάντων εἶναι ἐλεύθερον, Ἀποστόλου ἐστὶ
τελείου· δύναται γάρ τις ἐλεύθερος εἶναι ἀπὸ πορνείας, ἀλλὰ
δοῦλος ὀργῆς· ἐλεύθερος ἀπὸ φιλαργυρίας, ἀλλὰ δοῦλος κενοδοξίας·
δύναται ἐλεύθερος εἶναι ἀπὸ ἄλλου ἁμαρτήματος, ἀλλὰ
δοῦλος ἄλλου ἁμαρτήματος. τὸ δὲ εἰπεῖν “ ἐλεύθερος ὣν ἐκ <lb n="25"/>
“πάντων” Ἀποστόλου τελείου ἐστίν· ὁποῖος ἦν Παῦλος· κατὰ
δὲ τὸ προκείμενον τοιοῦτον νοῦν ἔχει· “ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις
“ ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω.” ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἀπὸ
Ιουδαϊσμοῦ, ἐδούλωσα ἐμαυτὸν Ἰουδαίοις, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω·
ἐλεύθερος ὣν ἀπὸ τοῦ εἶναι ὑπὸ νόμου, ἐμαυτὸν ἐποίησα ὡς ὑπὸ <lb n="30"/>
νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· συγκατέβαινεν γὰρ ὁ Παῦλος
εἰς συναγωγὰς Ἰουδαίων· εἰσήρχετο πρὸς αὐτούς· ἐποίει κατὰ τὰ
ἔθη αὐτῶν χωρὶς βλάβης· οὐ συνυποκρινόμενος, ἀλλὰ θηρεύων
τινὰς ἐξ αὐτῶν.
Α a</p><pb n="178"/><p>Τινὲς ἐζήτησαν τίς ἡ διαφορὰ τῶν ὑπὸ τῶν νόμων, παρὰ τοὺς
Ἰουδαίους· φαμὲν οὖν, οἱ ὑπὸ τὸν νόμον ἕτεροι Ἰουδαῖοι εἰσὶν, ὡς
Σαμαρεῖς· “τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος,” ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας·
εὗρεν ἐκεῖ φιλοσόφους· ἐχρήσατο οὐ προφητικοῖς λόγοις, οὐ δὲ
νομικοῖς· ἀλλ’ εἴπου ἦν ἐκ προπαιδεύσεως μάθημα Ἑλληνικὸν, <lb n="5"/>
τοῦτο ὑπομνησθεὶς ἔλεγεν πρὸς Ἀθηναίους· φησὶ γὰρ “ὡς καὶ
“τινες τῶν καθ’ ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασιν, του γὰρ καὶ γένος
“ἐσμέν.” ἐκεῖ τοῖς ἀνόμοις γέγονεν ὡς ἄνομος, ἵνα τοὺς ἀνόμους
κερδήσῃ· καὶ πάλιν φησὶ “διερχόμενος καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σε-
“βάσματα ὑμῶν, εὗρον βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο ἀγνώστῳ Θεῷ· <lb n="10"/>
“ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν.
καὶ διὰ τούτων ἄρχεται θεοσέβειαν παραδιδόναι· “τοῖς οὖν ἀνό-
“ μοις ὡς ἄνομος, μὴ ὣν ἄνομος Θεῷ.” οὐκ ἐν τῷ συγκαταβαίνειν
αὐτοῖς ἀνομίαν τινα ἐποίουν, ἀλλ’ ἐτήρουν ἐμαυτὸν ἔννομεν
Χριστῷ, ἵνα κερδήσω τοὺς ἀνόμους· ἅμα δὲ τηρεῖ καὶ τὸ ἀκριβὲς <lb n="15"/>
αὐτοῦ.</p><p>“Ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος·” οὐκ εἶπεν ἐνθάδε,
μὴ ὣν Ἰουδαῖος, Ἰουδαῖος γὰρ ἦν ἐν τῷ κρυπτῷ, οὐκ ἔτι ἐν τῷ
φανερῷ· καὶ πάλιν τοῖς ὑπὸ νόμον, μὴ ὣν αὐτὸς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ
νόμον. ἀναγκαίως ἐνθάδε ἔθηκεν τὸ “μὴ ὣν ὑπὸ νόμον·’ “Χριστὸς <lb n="20"/>
“γὰρ ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, γενόμενος ὑπὲρ
“ ἡμῶν κατάρα.” ὡσανεὶ ἔλεγεν, μὴ ὣν Σαμαρεύς, “τοῖς δὲ ἀνό-
“μοις ὡς ἄνομος μὴ ὣν ἄνομος Θεῷ·” ἀλλ’ ὑπολήψεται μετὴς g
ἀποστάτην τοῦ νόμου γεγονέναι καὶ ἄνομον τῷ Θεῷ· φημὶ δὲ ὅτι
εἰ καὶ μὴ τηρῶ τὸν νόμον κατὰ τὸ ῥῆτον, οὐκ εἰμι ἄνομος του <lb n="25"/>
Θεοῦ, ἀλλ’ ἔννομός εἰμι τοῦ Χριστοῦ· τηρῶν τὴν πολιτείαν τὴν
κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον, ἵνα κερδήσω τοὺς ἀνόμους· “ἐγενόμην τοῖς
“ ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενὴς,” μὴ ὣν αὐτὸς ἀσθενὴς, ἀλαζονικὸν γὰρ
ἦν· οὐκ ἦν κατὰ τὸν Ἀπόστολον, εἰπεῖν οὐκ ὣν αὐτὸς ἀσθενής· τὸν
ἀπὸ Κυρίου ἀκούσαντα, “ ὅτι ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦ- <lb n="30"/>
“ται,” καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἀσθενείαις καυχώμενον· πῶς δὲ τοῖς ασθενέσιν
ἀσθενής ; ὅτε h ἐπιτρέπει τοὺς πυρουμένους γαμεῖν· ὅτε
συμπάσχει ταῖς ἀποβαλούσαις ἄνδρας· ὅτε φησὶ “διὰ δὲ τὰς
<note type="footnote">g Sic. h οὔτε Cod.</note>

<pb n="179"/>
“πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω· καὶ ἑκάστη τὸν
“ ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω,” καὶ τὰ λοιπά· ἐν τούτοις ἐγένετο τοῖς
ἀσθενέσιν ἀσθενὴς, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσῃ.</p><p>Εἶτα μετὰ ταῦτα λέγει, “τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα,” ἵνα
πάντας ἢ τινὰς σώσω· ὃν ἐὰν λάβῃς ἄνθρωπον, ἓν τῶν πέντε ἐστίν· <lb n="5"/>
ἣ γὰρ Ἰουδαῖος ἐστὶν, ἡ ὑπὸ νόμον· ἣ ἄνομος, ἢ ἀσθενὴς, ἣ πάντα
ἐστίν· ὁ τέλειος πάντα ἐστίν· τοῖς οὖν πᾶσι τοῦτ’ ἐστι τοῖς
τελείοις γέγονα τέλειος· ἵνα πάντας κερδήσω· “σοφίαν γάρ,”
φησιν, “λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις,” καὶ τὰ ἑξῆς. οὕτως δύναται
εἰπεῖν Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις ὠφει- <lb n="10"/>
λέτης εἰμί.</p><p>Ἰωαννου. Ἄλλην ἐνταῦθα τίθησιν ὑπερβολήν. μέγα μὲν γὰρ
καὶ τὸ μὴ λαβεῖν· τοῦτο δὲ ὃ μέλλει λέγειν· πολλῷ πλέον ἐκείνου·
τί δέ ἐστιν ὃ φησὶν, οὐ μόνον οὐκ ἐχρησάμην τῇ ἐξουσίᾳ
ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐδούλωσα ἐμαυτὸν δουλείαν ποικίλην καὶ παντοδαπήν· <lb n="15"/>
καὶ ἐδούλευσα, οὐδενὶ ὑποκείμενος, οὐδὲ ἀνάγκην ἔχων·
τοῦτο γάρ ἐστιν “ἐλεύθερος ὢν ἐκ πάντων” καὶ οὐδ’ ἑνὶ ἐδούλευσα
ἐμαυτὸν, ἀλλὰ τῇ οἰκουμένη πάσῃ. καὶ γὰρ κηρύξαι ἐπεταττόμην
καὶ ἀπαγγέλλειν τὰ ἐμπιστευθέντα. τὸ δὲ μυρία μηχανᾶσθαι καὶ
ἐπινοεῖν λοιπὸν, τῆς ἐμῆς σπουδῆς ἦν· τοῦ γὰρ καταβαλεῖν τὸ <lb n="30"/>
ἀργύριον ὑπεύθυνος ἤμην μόνον· ἐγὼ δὲ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀπαιτῆσαι
πάντα ἐποίουν πάλιν πλέον τῶν ἐπιτεταγμένων ἐπιχειρῶν. “ἐγενομην
νόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἴουδαιος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω
περιέτεμεν γὰρ ἵνα καθέλῃ περιτομήν· διὰ τοῦτο οὐκ εἶπεν Ἰουδαῖος,
ἀλλὰ ὡς Ἰουδαῖος· ὅπερ οἰκονομία ἦν. “τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς <lb n="25"/>
“ὑπὸ νόμον·” ἡ ἐπεξήγησις τοῦ προτέρου ἐστίν· ἢ ἕτερον αἰνίττεται
παρὰ τὸ πρότερον. Ἰουδαίους μὲν λέγων, τοὺς ἄνωθεν καὶ ἐξ
ἀρχῆς ὄντας τοιούτους. ὑπὸ νόμον δὲ ἣ τοὺς προσηλύτους ἢ τοὺς
πιστοὺς γενομένους, καὶ ἔτι ἀντεχομένους τοῦ νόμου οὐκ ἔτι γὰρ
ἦσαν ὡς Ἰουδαῖοι, ἀλλ’ ὑπὸ νόμον. καὶ πῶς ἐγένετο ὑπὸ νόμον ; <lb n="30"/>
ὅτε ἐξυρᾶτο· ὅτε ἔθυεν· ἐγίνετο δὲ ταῦτα οὐ τῆς γνώμης αὐτοῦ
μεταβαλλομένης, ἐπεὶ κακία τὸ πρᾶγμα ἦν ἀλλὰ τῆς ἀγάπης
συγκαταβαινούσης· ἵνα γὰρ τοὺς ὄντας ἀληθῶς ταῦτα μεταστήσῃ·
ἐγίνετο αὐτὸς οὐκ ἀληθῶς, ἐπιδεικνύμενος δὲ μόνον. “ τοῖς ἀνόμοις
“ὡς ἄνομος.” οὗτοι οὔτε Ἰουδαῖοι ἦσαν, οὔτε Χριστιανοὶ, οὔτε

<pb n="180"/> 
“Ελληνες, ἀλλ’ ἐκτὸς νόμου ζῶντες· οἷος ἦν ὁ Κορνήλιος καὶ εἴ
τις ἦν κατ’ ἐκεῖνον· καὶ γὰρ καὶ πρὸς ἐκείνους εἰσιὼν, πολλὰ
ὑπεκρίνετο τῶν ἐκείνων· “ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής·
“ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδάνω·” τοῦτο λοιπὸν τὸ τῶν Κορινθίων
λέγει. διὸ καὶ πάντα ταῦτα εἴρηται· καίτοι ἐκεῖνα πολλῷ <lb n="5"/>
μείζονα ἦν· ἀλλὰ τοῦτο οἰκειότερον· ὅθεν καὶ ὕστερον αὐτὸ
τέθεικεν.</p><p>Θεοδωρου. Ὑπὸ νόμον αὐτὸν λέγειν τοὺς παρὰ Ἰουδαίοις
προσηλύτους. ἀσθενεῖς δὲ τοὺς ἀπὸ Ἰουδαίων πεπιστευκότας· καὶ
ἔτι δι’ ἀσθένειαν λογισμῶν ταῖς νομικαῖς παρατηρήσεσι κρατου- <lb n="10"/>
μένους.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἤιδει γὰρ ὡς οὐ πάντες τῆς σωτηρίας μεθέξουσιν·
ἀλλ’ ὅμως καὶ ἑνὸς ἕνεκα, πάντα συνεισέφερεν πόνον· τοῦτο
δὲ ποιῶ διὰ τὸ Εὐαγγέλιον· ἵνα συγκοινωνὸς αὐτοῦ γένωμαι· ὁ γὰρ
τοῦ Εὐαγγελίου σκοπὸς, τῶν ἀνθρώπων ἡ σωτηρία. διὰ γάρ τοι <lb n="15"/>
τοῦτο καὶ ὁ δεσπότης καὶ τελώναις συνήσθιεν· καὶ ἁμαρτωλοῦ
γυναικὸς παρὰ τοὺς πόδας ὀδυρομένης ἠνέσχετο· διδάσκων ὡς τῆς
τῶν ἀνθρώπων ἕνεκα παρεγένετο σωτηρίας.</p><p>Σετηριανοῦ. Ἐπειδὴ καὶ τῷ Εὐαγγελίῳ δοκεῖ μὴ κεχρῆσθαι
νόμῳ, ἐμνησάμην αὐτοῦ τὴν οἰκονομίαν· ὅπερ ἐκεῖνο βούλεται <lb n="20"/>
οικουνομων, ἴνα κατ’ αὐτὸ τοῦτο ἀυτῶ κοινωνήσω.</p><p>Ἰωαννου. Ἴνα δόξω τι καὶ αὐτὸς συνεισενηνοχέναι οἴκοθεν
καὶ κοινωνήσαι τῶν ἀποκειμένων στεφάνων τοῖς πιστοῖς. ὡσπερ
γὰρ ἔλεγεν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου ζῆν, τοῦτ’ ἐστιν ἐκ τῶν πιστευόντων,
καὶ ἐνταῦθα συγκοινωνὸς γένωμαι τοῦ Εὐαγγελίου· ἵνα δυνηθῶ <lb n="25"/>
κοινωνῆσαι τοῖς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ πεπιστευκόσιν.</p><p>Ὠριγένουσ. Μόνος ὁ τέλειος δύναται εἰπεῖν τὴν τοῦ τελείου
Ἀποστόλου ἐν Κυρίῳ φωνήν· τὴν “ πάντα ποιῶ διὰ τὸ Εὐαγγέλιον·”
ὁ γὰρ ἁμαρτάνων, οὐ δύναται τοῦτο εἰπεῖν· εἰ δὲ ὁ πάντα ποιῶν
διὰ τὸ Εὐαγγέλιον, κοινωνός ἐστι τοῦ Εὐαγγελίου· ὁ ποιῶν δὲ τὴν <lb n="30"/>
πορνείαν, κοινωνὸς ἐστι τῆς πορνείας του πνεύματος· ὁμοίως καὶ
ἐπὶ τῶν ἄλλων παθῶν· ἕκαστος οὖν κοινωνὸς ἐκείνω ὧ ἐκοινώνησεν
γίνεται. ἀλλ’ ἐρεῖ τις τῶν ἀκουόντων· ὁ βίος μου μικτός ἐστιν·
οὔτε πάντα ποιῶ διὰ τὸ Εὐαγγέλιον· οὔτε πάντα ποιῶ διὰ τὴν
ἁμαρτίαν, καὶ τὴν ἡδονήν. πρὸς τοῦτο φήσομεν· ταῦτα ὁ Θεὸς <lb n="35"/>

<pb n="181"/>
τὰ κρίματα ἔχει· κατὰ τὰ κρίματα, τὰ πολλὰ ποικίλα άποδίδωσι.</p><p>Ἰσιδώρου. Ἐγένετο τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος ὅτε ἐν τῷ
ἱερῷ ἡγνίσατο καὶ ἔθυσεν, καὶ περιτεμὼν Τιμόθεον Ἰουδαίοις
πεπόμφεν διδάσκαλον· διὰ περιτομῆς τὴν περιτομὴν ἀναίρων. διὸ <lb n="5"/>
οὐκ εἰπεν Ἰουδαῖος, ἀλλ’ ὡς Ἰουδαῖος, τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος
ὅτε Ἀθηναίοις δημηγορῶν, οὐκ ἀπὸ προφητῶν οὐδὲ ἀπὸ τοῦ νόμου
διελέχθη, ἀλλ’ ἀπὸ βωμοῦ τὴν παραίνεσιν ἐποιήσατο· ἀπὸ τῶν
οἰκείων αὐτοὺς χειρούμενος δογμάτων· διὸ οὐκ εἶπεν ἄνομος, ἀλλ’
ὡς ἄνομος τὸ δὲ μὴ ὣν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ’ ἔννομος Χριστῷ, <lb n="10"/>
ἣ ὡς ἀδιάφορον εἶπεν· ἐπὶ γὰρ μιᾶς οὐσίας οὐκ ἔστι διαφορά·
ἣ εἰ τοῦτο βεβιασμένον ἡγῆι οἶμαι τοῦτο μηνύειν τὸ μὴ μόνον
κατὰ τὸν νόμον πεπολιτεῦσθαι τὸν τῷ Πατέρι παρά τινων ἐπιγραφόμενον·
καὶ διὰ τὴν ἕξιν τῶν μανθανόντων οὐ διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ
δεδωκότος, νηπίοις μᾶλλον ἁρμόττοντα· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν τοῦ <lb n="15"/>
Χριστοῦ οὐράνιον καὶ τέλειον νόμον· οὐκ ἄνομος κατὰ τὸν παλαιὸν
νόμον, ἁλλὰ καὶ ἔννομος κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον· οὐκ ἔξω τοῦ νόμου,
ἀλλὰ καὶ εἴσω τῆς χάριτος· οὐκ ἐμοίχευσα δοιὰ τὸν νόμον· ἀλλ’
οὔτε εἶδον m ἀκολάστως γυναῖκα διὰ τὸ Εὐαγγέλιον· οὐκ ἐφόνευσα
διὰ τὸν φόβον, ἀλλὰ καὶ ὀργῆς ἐκράτησα διὰ τὸν πόθον. ὁ μὲν <lb n="20"/>
γὰρ τὸν νόμον τὸν παλαιὸν φυλάξας, οὐκ ἦν ἄνομος Θεοῦ. ὁ δὲ
τὸν νέον, ἔστιν ἔννομος Χριστοῦ. ταῦτα δὲ ἔλεγεν οὐκ ἀποκληρῶν
μὲν Πατέρι τὸν νόμον, τῷ δὲ Υἱῷ τὸ Εὐαγγέλιον, ἀλλὰ πρὸς τὴν
τῶν πολλῶν ὑπόνοιαν καὶ δόξαν ἀφορῶν· πάντα γὰρ τὰ τοῦ Πατέρος
τοῦ Υἱοῦ ἐστὶ, καὶ τὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Πατέρος.</p><lb n="25"/><p>Φωτίου. “Ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής·” καὶ ἐν τῇ
πρὸς Ῥωμαίους, ὅτε τοὺς διακρινομένους φαγεῖν κρέα διὰ τὴν ἐνίων
κρεῶν παρατήρησιν, ὅτε τούτων τῇ ἀσθενείᾳ συγκαταβαίνων, οὔτε
αὐτὸς τούτους ἐπετίμα· καὶ τοὺς ἄλλους ὄχλησιν ἐπάγειν αὐτοῖς
ἐκώλυεν. “ τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα.” εἰ γὰρ ἐγώ, φησιν, καὶ <lb n="30"/>
ὧν οὐκ ἔδει οὐδὲν παριδεῖν, ἵνα πλείους σώσω, παρεῖδον, πῶς οὐχὶ
δεῖ ἀπέχεσθαι ὑμᾶς τῶν εἰδωλοθύτων ; καὶ τότε τὰ τῶν ἀδελφῶν
ἐπὶ τούτῳ τύπτοντα συνειδήσεις.</p><note type="footnote">1 ἡ γῆ Cod. m εἰδῶν Cod.</note><pb n="182"/><lb n="24"/><p>Οὐκ οἴδατε, ὅτι ἐν σταδφ τρέχοντες, πάντες μὲν
τρέχουσιν, εἷς δὲ λαμβάνει τὸ βραβεῖον ; οὕτως τρέχετε,
<lb n="25"/> ἵνα καταλάβητε· πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος, πάντα ἐγκρατεύεται·
ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν,
<lb n="26"/> ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον. ἐγὼ τοίνυν οὕτως τρέχω, ὡς <lb n="5"/>
<lb n="27"/> ἀδήλως· οὕτως πυκτεύω, ὡς οὐκ ἀέρα δερ́ων· ἀλλ’ ὑπωπιάζω
μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μή πὼς ἄλλοις
κηρύξας, αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι.</p><p>Ὠριγένουσ. ̔λρα οὖν πάντες ἡμεῖς τρέχομεν καὶ εἷς λαμβάνει
τὸ βραβεῖον, καὶ οἱ λοιποὶ ἀπολλύμεθα ; ἕνα γὰρ <lb n="10"/>
τὸν λαμβάνοντα τὸ βραβεῖον, πολλῶν τρεχόντων, πάντες οἱ σωζώμένοι
ἕν εἰσιν καὶ ἓν σῶμα· οἱ γὰρ πάντες εἰς ἄρτος ἐσμὲν, καὶ
τοῦ αὐτοῦ ἄρτου μετέχομεν· καὶ πάντες ἐστὲ σῶμα Χριστοῦ.
πάντες οὖν οἱ σωζόμενοι, ε7ς ἐστὶν ὁ λαμβάνων τὸ βραβεῖον. ἐν
τῷ σταδίῳ οὖν πάντες τρέχουσιν, ὅσοι πρὸς δόγμα πολιτεύονται· <lb n="15"/>
καὶ οἱ ἀπὸ τῶν αἱρέσεων πρὸς δόγμα πολιτεύονται· καὶ Ἰουδαῖοι
τάχα καὶ οἱ τὰ Ἐλλήνων πρὸς δόγμα πολιτεύονται φιλοσοφοῦντες·
καὶ οὗτοι εἰσι πάντες οἱ ἐν σταδίῳ τρέχοντες· τρέχει καὶ ἡ
Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἷς λαμβάνει τὸ βραβεῖον· ὁ εἷς ἄνθρωπος περὶ
οὗ φησὶν ὁ Ἀπόστολος· *’ μέχρι καταντήσωμεν εἰς ἄνδρα τέλειον <lb n="20"/>
*’ εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ.” πᾶσαν δὲ
κρίσιν τοῦ Θεοῦ δεῖ εὑρεθῆναι περὶ πάντας τοὺς ἐν τῷ σταδίῳ
τρέχοντας, ἱν ὁ μέν τις λάβῃ πρωτεῖα· ἑξῆς δὲ ἕκαστος κατὰ
τὴν αὐτοῦ ἀξίαν.</p><p>Ἰωάννου. τοῦτο λέγει, οὐχ ὡς καὶ ἐνταῦθα ἑνὸς μέλλοντος <lb n="25"/>
σώζεσθαι· ἀλλ’ ὡς πολλὴν ὀφειλόντων ἡμῶν εἰσενεγκεῖν τὴν
σπουδήν. ὥσπερ γὰρ ἐκεῖ πολλῶν καθιέντων εἰς τὸ στάδιον, οὔτε
φανοῦνται πολλοὶ, ἀλλ’ εἰς ἕνα τοῦτο περιίσταται· καὶ οὐκ ἀρκεῖ
τὸ καθεῖναι εἰς τὸν ἀγῶνα, οὐδὲ τὸ ἀλείψασθαι οὐδὲ τὸ παλαῖσαι·
οὕτως καὶ ἐνταῦθα, οὐκ ἀρκεῖ τὸ πιστεῦσαι καὶ ὡς ἔτυχεν ἀγωνίσασθαι, <lb n="30"/>
ἀλλ’ ἂν μὴ οὕτω δράμωμεν ὡς μέχρι τοῦ τέλους ἀλείπτους
ἑαυτοὺς παρασχεῖν καὶ ἐγγὺς γενέσθαι τοῦ βραβείου, οὐδὲν ἡμῖν
ἔσται πλέον.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὁ μὲν γὰρ πόνος τῶν τὸ Εὐαγγέλιον κηρυττόντων

<pb n="183"/>
τοῖς σῶμα ἀσκοῦσι προσόμοιος. ὁ δὲ στέφανος οὐ παραπλήσιος,
ἀλλ’ ἀσυγκρίτως ὑπερέχων ἐκείνου· ἐκεῖ πολλῶν ἀγωνιζομένων
εἷς ἀνακηρύττεται μόνος, ἐνταῦθα δὲ τῶν καλῶς ἀγωνιζομένων
ἕκαστος ἀξιοῦται τῆς ἀναιρήσεως· πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος
πάντα ἐγκρατεύεται. ἀποβλέψατε τοίνυν εἰς τοὺς ἐκείνων πόνους· <lb n="5"/>
οὐδὲ γὰρ πάντων μεταλαγχάνουσιν ὧν ἂν ἐπιθυμήσωσιν, ἀλλ’
ἐκείνης ἀπολαβοῦσι τῆς τρυφῆς, ἣν ὁ παιδοτρίβης προσφέρει.</p><p>Σευηριανοῦ. Τί μέγα, φησὶν, ἐὰν ἐγκρατεύσησθε σαρ ο καὶ
διὰ τῶν τὸν ἀδελφόν· πάντα δεῖ ἐγκρατεύεσθαι τὸν ἀγωνιζόμενον·
ἀπὸ θυμοῦ, ἀπὸ δόξης, καὶ ἀπὸ πάντων τῶν λοιπῶν· “ἐκεῖνοι μὲν <lb n="10"/>
“οὖν, ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν· ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον.” προτίθησι
δὲ καὶ ἑαυτὸν ἀντὶ παραδείγματος· “ἐγὼ τοίνυν οὕτως
“τρέχω, ὡς οὐκ ἀδήλως· οὕτως πυκτεύω· ὡς οὐκ ἀέρα δέρων.”</p><p>Θεοδωρίτου. Ὡρῶν τὰ ἐλπιζόμενα ἀγαθὰ, οὐ γὰρ ἄδηλός μοι
ὁ στέφανος· οὐδὲ ματαιοπονῶ, τὸν ἀέρα τύπτων, ἀλλὰ τοῖς ἀοράτοις <lb n="15"/>
ἀντιπάλοις τὴν πληγὴν ἐπιφέρω. τοῦτο δὲ ἐκ μεταφορᾶς τῶν
παγκρατιαστῶν τέθεικεν· εἰώθασι γὰρ ἐκεῖνοι γυμναζόμενοι κατὰ
τοῦ ἀέρος τὰς χεῖρας κινεῖν· τίς δὲ τῆς πληγῆς ὁ τρόπος ; “ἀλλ’
“ ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μή πω; ἄλλους κηρύξας
“ αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι·” ὥσπερ ἡ τροφὴ τὸν ἀθλητὴν ῥωμαλέον <lb n="20"/>
ἐργάζεται· οὕτως ἡ φιλοπονία καὶ ἐγκράτεια ἐμὲ μὲν ῥώννυσι,
τὸν δὲ ἀνταγωνιστὴν καταβάλλει· κέχρημαι δὲ τούτοις δεδιὼς
καὶ τρέμων, μὴ τοὺς ἄλλους τὸ δέον διδάξας, αὐτὸς τοῦ τέλους
τῶν ἀγώνων παντελῶς διαμαρτῶ.</p><p>Σευηριανοῦ. τοῦτο οὐχ ἁπλῶς εἶπεν· ἀλλὰ τοὺς ἕνεκεν τοῦ <lb n="25"/>
γαστρίζεσθαι φιλοσοφεῖν προσποιουμένους, ὅτι τὸ εἰδωλόθυτον. p</p><p>Ἰωαννου. “Ουτως πυκτεύω, ὡς οὐκ ἀέρα δέρων. ἔχω γὰρ
τίνα δέρω, τὸν διάβολον· ὑμεῖς δὲ τῇ πίστει καὶ ταῖς πληγαῖς
εἰς οὐδὲν δέον κέχρησθε· “ἀλλ’ ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ
“δουλαγωγῶ.” οὐκ ἀφίημι, φησὶ, τῇ γαστρὶ καὶ τῷ σώματι τὰς <lb n="30"/>
ἡνίας, ἀλλὰ περισφίγγω αὐτὸ καὶ ὑποτάσσω· οὐ γὰρ συμβάλλεται
μοι, φησι, τὸ κήρυξαι μόνον, ἀν μὴ καἰ τὰ παρ’ αὐτοῦ
παράσχωμαι· ταῦτα δὲ αὐτοὺς αἰνίττεται ὡς καὶ τοὺς γαστριμάργους·
<note type="footnote">ο Fors. εἰ ἐγκρατεύσῃς σαρκὸς καὶ διαβάλλεις τὸν ἀδελφόν. P Vid. aliquid
excidisse.</note>

<pb n="184"/>
καὶ ὅτι οὐκ ἀρκεῖ ὕμιν τὸ πιστεύσαι, ὡσπερ οὐδὲ ἐμοὶ
τὸ κηρύξαι, ἐὰν μὴ τὸ σῶμα καὶ τὰς ἐπιθυμίας δουλώσητε.</p><lb n="1"/><p>Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοὶ, ὅτι οἱ πατέρες
ἡμῶν πάντες ὑπὸ τὴν νεφέλην ἦσαν, καὶ πάντες διὰ τῆς
<lb n="2"/> θαλάσσης διῆλθον, καὶ πάντες εἰς τὸν Μωυσῆν ἐβαπτίσαντο <lb n="5"/>
<lb n="3"/> ἐν τῇ νεφέλῃ καὶ ἐν τῆ θαλάσσῃ, καὶ πάντες τὸ
<lb n="4"/> αὐτὸ βρῶμα πνευματικὸν ἔφαγον, καὶ πάντες τὸ αὐτὸ
πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς
<lb n="5"/> ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός. ἀλλ’
οὐκ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν ὁ Θεός· κατεστρώθησαν <lb n="10"/>
γὰρ ἐν τῆ ἐρήμῳ.</p><p>Ἰωαννου. Δεῖξαι βούλεται διὰ τούτων, ὅτι ὥσπερ ἐκείνους
οὐκ ὤνησε τὸ τοσαύτης ἀπολαῦσαι δωρεᾶς, οὕτως οὐδὲ τούτους
τὸ βαπτίσματος τυχεῖν καὶ μυστηρίων ἀπολαῦσαι πνευματικῶν
προστίθεται, εἰ μὴ μέλλοιεν ἄξιον τῆς χάριτος ἐπιδείκνυσθαι <lb n="15"/>
βίον. διὸ καὶ τοὺς τοῦ βαπτίσματος καὶ τοὺς τῶν μυστηρίων
παράγει τύπους. τί δέ ἐστιν “εἰς τὸν Μωϋσὴν ἐβαπτίσαντο ;”
καθάπερ ἡμεῖς τῷ Χριστῷ πιστεύσαντες καὶ τῇ ἀναστάσει αὐτοῦ
βαπτιζόμεθα, ὡς καὶ αὐτοὶ τῶν αὐτῶν κοινωνήσαντες· οὕτω κἀκεῖνοι
θαρσήσαντες τῷ Μωϋσεῖ, τοῦτ’ ἐστιν ἰδόντες αὐτὸν διαβάντα <lb n="20"/>
πρῶτον, κατετόλμησαν καὶ αὐτοὶ τῶν ὑδάτων· ἀλλ’ ἐπειδὴ βούλεται
τὸν τύπον ἐγγὺς τῆς ἀληθείας ἀγαγεῖν· οὐ λέγει οὕτως, ἀλλὰ
τοῖς τῆς ἀληθείας ὀνόμασι κέχρηται, καὶ ἐπὶ τοῦ τύπου. καὶ
τοῦτο μὲν τοῦ λουτροῦ σύμβολον· τὰ δὲ μετὰ ταῦτα τῆς τραπέζης
τῆς ἱερᾶς. καθάπερ σὺ τὸ σῶμα ἐσθίεις τὸ δεσποτικὸν, <lb n="25"/>
οὕτως ἐκεῖνοι μάννα. ὥσπερ σὺ αἷμα πίνεις, οὕτως ἐκεῖνοι ὕδωρ
ἐκ πέτρας· εἰ γὰρ καὶ αἰσθητὰ ἦν τὰ διδόμενα, ἀλλὰ πνευματικῶς
παρείχετο· οὐ κατὰ φύσεως ἀκολουθίαν, ἀλλὰ κατὰ δωρεᾶς
χάριν. καὶ μετὰ τοῦ σώματος καὶ τὴν ψυχὴν ἔτρεψεν εἰς πίστιν
ἐνάγοντα.</p><lb n="30"/><p>Διά τοι τοῦτο περὶ μὲν τῆς τροφῆς οὐδὲν εἶπεν, ἐξηλλαγμένη
γὰρ ἦν, οὐ τῷ τρόπῳ μόνῳ, ἀλλὰ καὶ τῇ φύσει. μάννα γὰρ ἦν.
ἔπι δὲ του πότου, ἐπειδὴ ὁ τρόπος τῆς χορηγίας οὐ μόνον ἢν παράδοξος,
ἀλλὰ καὶ κατασκευῆς ἐδεήθη· διόπερ εἰπὼν ὅτι “τὸ αὐτὸ

<pb n="185"/>
“πόμα πνευματικὸν ἔπιον·” ἐπήγαγεν· “ ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς
“ἀκολουθούσης πέτρας. ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός.” οὐ γὰρ ἡ
τῆς πέτρας φύσις τὸ ὕδωρ ἠφίει, φησιν· ἣ γὰρ ἃν καὶ πρὸ τούτου
ἀνέβλυσεν· ἀλλ’ ἑτέρα τις πέτρα πνευματικὴ τὸ πᾶν ἐργάζετο·
τοῦτ’ ἐστιν ὁ Χριστὸς, ὁ παρὼν αὐτοῖς ὁ πανταχοῦ καὶ πάντα <lb n="5"/>
θαυματουργῶν. διὰ τοῦτο εἶπεν “ ἀκολουθούσης.”</p><p>Ορα δὲ Παύλου τὴν σοφίαν. πῶς ἑκατέρων αὐτὸν ὄντα τὸν
χορηγὸν δείκνυσι· καὶ ταύτῃ τὸν τύπον ἐγγὺς τῆς ἀληθείας συνάγων.
ὁ γὰρ ἐκεῖνα παρέχων ἐκείνοις φησὶν, οὗτος καὶ ταύτην
κατεσκεύασε τὴν τράπεζαν. καὶ ὁ αὐτὸς κἀκείνους διὰ τῆς θαλάσσης <lb n="10"/>
καὶ διὰ τοῦ βαπτίσματος ἤγαγεν. κἀκείνοις μάννα καὶ ὕδωρ,
καὶ σοὶ σῶμα καὶ αἷμα παρέσχεν. ἀλλ’ ἀνάξιοι φανέντες τῆς
δωρεᾶς ταύτης, οἱ πλείους ἀπώλοντο· καὶ μὴν πάντες ἀπώλοντο.
ἀλλ’ ἵνα μὴ δόξῃ καὶ τούτοις πανωλεθρίαν προφητεύειν, διὰ τοῦτο
εἶπεν “οἱ πλείους.” ἐπειδὴ γὰρ τοῖς περὶ γεέννης λόγοις οἱ πολλοὶ <lb n="15"/>
διαπιστοῦσιν, ἅτε μὴ παρούσης μηδὲ φαινομένης, ἀπὸ τῶν
ἤδη γεγενημένων δείκνυσιν, ὅτι κολάζει τοὺς ἁμαρτάνοντας ὁ Θεὸς,
κἂν μυρίακις εὐεργετηκὼς ᾖ. εἰ γὰρ καὶ τοῖς μέλλουσιν ἀπιστεῖτε
φησίν· ἀλλ’ οὐ δήπου καὶ τοῖς γεγενημένοις ἀπιστεῖτε.</p><p>Θεοδωρου. Πνευματικὸν καλεῖ καὶ τὸ βρῶμα καὶ τὸ πόμα· <lb n="20"/>
ὡς ἃν τοῦ Πνεύματος ἄμφω διὰ τοῦ Μωϋσέως κατὰ τὴν ἀπόρρητον
αὐτοῦ παρασχόντος δύναμιν. οὕτω δὲ καὶ πνευματικὴν ἐκάλεσεν
τὴν πέτραν, ὡς ἃν τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος ἐκδοῦσαν τὰ
ὑδατα. ἀκολουθοῦσαν δὲ, ἐπειδὴ τὸ ῥυὲν ἅπαξ ὕδωρ εἰπετο αὐτοῖς
κατὰ τὴν ἔρημον, ὥστε μηδαμοῦ δεηθῆναι πότου, τῶν τόπων ὄντων <lb n="25"/>
ανυδρων. τὸ ’δε η πέτρα ἢν ο χριστὸς, ἴνα εἴπῃ, τοῦτο ἢν
ἐκείνοις ἡ πέτρα, ὅπερ ἡμῖν ὁ Χριστὸς, οὗ τὸ αἱμα πίνομεν οἱ
πιστοὶ, πνευματικῶς ἔπι τῶν μυστηρίων μεταποιούμενον.</p><p>Θεοδωρίτου. Εἰ ἡ πέτρα αὐτοῖς ἠκολούθει ἣ τὰ τῆς πέτρας
νάματα, πῶς αὖθις ἐδεήθησαν ὑδάτων ; ὥστε ἠκολούθει αὐτοῖς οὐχ <lb n="30"/>
ἡ πέτρα, ἀλλ’ ἡ θεία χάρις, ἡ καὶ τὴν πέτραν ἐκείνην παρ’ ἐλπίδα
πᾶσαν ἀναδοῦναι τὰ ῥεῖθρα τῶν ὑδάτων παρασκευάσασα· πλείους
δὲ εἶπεν καὶ οὐχὶ πάντας ἀπολομένους, διὰ Χαλὲρ καὶ Ἰησοῦν
τὸν τοῦ Ναβή· οὗτοι γὰρ μόνοι ἦσαν οἱ ἐξ αὐτῶν διασωθέντες.</p><p>Κυρίλλου. Προανατυπώσεις εἶναι φαμὲν τὰ τοιάδε τῶν κατορθωμάτων· <lb n="35"/>

<pb n="186"/>
καὶ ἡμεῖς γὰρ πρὸ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, ταῖς
τῶν δαιμονίων πλεονεξίαις ὑπεζευγμένοι, δεδουλεύκαμεν τῷ νοητῷ
Φαραῷ, τοῦτ’ ἐστι ἀρχεκάκῳ Σατανᾶ. ἐπονοῦμεν αὐτῷ μάτην, οἱα
πηλῷ καὶ πλινθείᾳ τοῖς τῆς σαρκὸς ἔργοις ἐμβεβηκότες. ἐξείλετο
δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς <lb n="5"/>
Ιησοῦς, ὁ δοὺς ἑαυτὸν ἀντίλυτρον ὑπὲρ πάντων. διεβίβασε καὶ
ἡμᾶς οἷά τινα θάλασσαν τοῦ παρόντος βίου τὸν κλύδωνα ρ· τετελείωκε
διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ ἄνωθέν τε
καὶ νοητὴ νεφέλη, ἡ τοῦ ζῶντος ὕδατος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὴν
ποιουμένη τὴν χορηγίαν. ὕδωρ δὲ ζῶν τὸ Πνεῦμά ἐστιν. καὶ γοῦν <lb n="10"/>
ἔφη ὁ Χριστὸς, “ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, καθὼς εἰπεν ἡ γραφὴ, ποτα-
“μοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.” διατρανῶν
δὲ τὸ εἰρημένον ὁ θεσπέσιος Εὐαγγελιστὴς προσεπήγαγεν εὐθὺς
τοῖς περὶ τούτου λόγοις· “τοῦτο δὲ εἶπεν, περὶ τοῦ Πνεύματος,
“οὗ ἤμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν.” ἐφάγομεν <lb n="15"/>
καὶ ἡμεῖς ἄρτον ἀληθῶς τὸν ζωοποιόν· ὧν ἐπίομεν πόμα πνευματικόν·
καθάπερ ἀμέλει κἀκεῖνοι τὸ ὕδωρ ἐκ πέτρας. “ἡ πέτρα δὲ
ἢν ὁ Χριστὸς, ὃς καὶ ἡμῖν αὐτοῖς ἐκ τῆς ἰδίας πλευρᾶς υδατι q
συμμιγὲς τὸ ἴδιον συνανέβλυσε αἷμα· διανυττόντων αὐτὸν τῇ
λόγχῃ τῶν τοῦ Πιλάτου στρατιωτῶν. πέτρα δὲ λέγεται, ἐπειδή <lb n="20"/>
ἐστιν ἄθραυστος ὡς Θεός· κἂν εἰ πέπονθεν ἑκὼν τοῦ θανάτου τὴν
ἔφοδον. καὶ τί μετὰ τοῦτο τοῖς ἀρχαιοτέροις συνέβη ; προσκεκρούκασι
δέ τινα τρόπον· ἐβεβηλώθησαν ἔνσαττι r· λελατρεύκασιν
εἰδώλοις· ἐτελέσθησαν τῷ Βεελφεγώρ· ἐπειδὴ γὰρ συνεπλάνησαν
τοῖς εἰδωλολάτραις, συνέσθιοί τε ἦσαν αὐτοῖς, καὶ τραπέζης <lb n="25"/>
ἥπτοντο τῆς εἰδωλικῆς, παρώλισθον εἰς ἀπόστασιν καὶ συνεχόρευον
γυναιξίν· καὶ ὁ λαὸς συνιὼν συνεπλέκετο μετὰ πόρνης κατὰ
τὴν τοῦ προφήτου φωνήν. τοῦτο γάρ ἐστι τὸ “καὶ ἀνέστησαν
“παίζειν.” ἐπισφαλὲς οὖν τὸ συνδιαιτᾶσθαι πονηροῖς καὶ ἀπίστοις.
καὶ γοῦν ἔφη ποῦ Σολομῶν, “ὁ συμπορευόμενος σοφοῖς, σοφὸς <lb n="30"/>
“ἔσται· ὁ δὲ συμπορευόμενος ἄφροσι γνωσθήσεται.”</p><p>Ὠριγένουσ. βούλεται παραστῆσαι ἡμῖν ὁ Ἀπόστολος, ὅτι οὐ
τὸ τυχεῖν δωρεᾶς Θεοῦ σώζει τὸν τετυχηκότα αὐτῆς, ἀλλὰ μετὰ
τοῦ τυχεῖν τῆς δωρεᾶς ἐπιμεῖναι ἄξιον γενόμενον αὐτῆς. καὶ γὰρ
<note type="footnote">P κλήδωνα Cod. q αἷμα τι Cod. r Corruptam vocem non expedio.</note>

<pb n="187"/>
οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τοσαῦτα εὐεργετηθέντες, ἐπεὶ μὴ ἄξιοι γενόμενοι
αὐτῆς, καὶ γὰρ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ γεγόνασι s τῆς εὐεργεσίας τοῦ
Θεοῦ, οὐκ ἐσώθησαν· “οὐ γὰρ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν
“ ὁ Θεός. κατεστρώθησαν γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ.” καὶ γὰρ ἐπεὶ πλείονες
ἦσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ, ὀλιγώτεροι δὲ οἱ δίκαιοι. παρὰ τοῦτο <lb n="5"/>
εὐδόκησεν ὁ Θεὸς παρὰ τοῖς πλείοσιν ἁμαρτωλοῖς, παρὰ τοὺς
ὀλίγους δικαίους.</p><p>Γενναδίου. Ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς τῶν παλαιῶν αὐτοὺς παραθέσεως
παιδεύσαι βούλεται τὰ προσήκοντα, δεικνὺς κἀκείνους
καθάπερ ἃν τινὶ τύπῳ τῶν ἴσων ἀξιωθέντας. οὕτω γὰρ καταλλήλου <lb n="10"/>
φαινομένου τοῦ παραδείγματος, εὑρίσκετο δικαίως αὐτοῖς παραινῶν
μὴ τὰ ὁμοία πλημμελεῖν, ἵνα μὴ τὰ ὅμοια πείσωνται· τὸ μὲν οὑν
ὑπὸ τὴν νεφέλην αὐτοὺς εἶναι, δήλωσις ἦν τῆς τοῦ Πνεύματος
χάριτος· ἐκείνους τε γὰρ ἡ νεφέλη σκιάζουσα, τῆς ἐκ τῶν Αἰγυπτίων
βλάβης ἀπήλλαττεν. καὶ ἡμᾶς ἡ χάρις τῆς δαιμονικῆς <lb n="15"/>
ἐξαιρεῖται κακίας. τὸ δὲ δὶς τῆς θαλάσσης αὐτοὺς διελθεῖν ἔοικεν
κατὰ τοῦτο τοῖς ἡμετέροις. ὅτι ὅπερ ἐκείνοις ἡ δὶς τῆς θαλάσσης
παρέσχεν διάβασις, τῶν μὲν πολεμίων αὐτοὺς παντελῶς ἀπαλλάξασα,
βεβαίαν δὲ αὐτοὺς τοῦ λοιποῦ τὴν ἐλευθερίαν δωρησαμένη·
τοῦτο ἡμῖν πρὸς τοὺς ἡμετέρους ἐχθροὺς τὸ βάπτισμα <lb n="20"/>
γέγονεν. τὸ δὲ “ εἰς τὸν Μωσῆν ἐβαπτίσαντο ἐν τῆ νεφέλη καὶ
“ ἐν τῇ θαλάσσῃ, σημαίνει τοῦτο. ὅτι καθάπερ ἐκεῖνοι τούτων
τυχόντες, ὑπέσχοντο τοῖς Μωσαϊκοῖς νόμοις βίον, οὕτω καὶ ἡμεῖς
ἐν τῷ βαπτίσματι, τὸ τῆς υἱοθεσίας κομιζόμενοι Πνεῦμα, συνθήκας
καὶ ὁμολογίας τιθέμεθα τοῦ κατὰ τὰς Χριστοῦ λοιπὸν <lb n="25"/>
ζῆν ἐντολάς.</p><p>Οἰκοτμενίου. “Εἰς τὸν Μωσῆν” δὲ φησὶν, ἐπειδὴ αὐτὸν
ἰδόντες εἰσβάλλοντα κατὰ τῆς διαιρέσεως τῆς θαλάσσης, ἐμιμήσαντο.
ὥσπερ οὖν πρωτοστάτης αὐτοῖς τούτου γέγονεν Μώσης.</p><p>Φωτίου. Εἰς τὸν Μωσῆν ἐβαπτίσαντο, εἰς ἐκεῖνον, φησὶν, <lb n="30"/>
ἀφορῶντες, καὶ θαρρήσαντες, ἀφῆκαν αὐτοὺς τῷ θαλασσίῳ ῥείθρῳ
βαπτίζεσθαι. εἶτα καὶ ὑπὸ τῆς νεφέλης ὡσαύτως ἐκείνω κατακολουθοῦντες
ἐσκιάζοντο· εἰ γὰρ καὶ μὴ τῷ ὕδατι ἐκαλύφθησαν,
ἀλλ’ οὑν ἐν ἐκείνῳ τῳ χώρῳ του ὕδατος γεγονότες ἐπορεύοντο, ἐν
<note type="footnote">s Fors. ἀνάξιοι γεγ. t An βιοῦν ?</note>

<pb n="188"/>
ᾧτ’ ἀνάγκη τοὺς διαπορευομένους ὅλῳ καταβαπτίζεσθαι τῷ ὕδατι,
κατὰ φύσιν ἔχοντος τοῦ ὕδατος, τοῦ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης
πέτρας. αἰσθητὴ μὲν ἦν ἡ πέτρα δηλονότι τὸ ὕδωρ τοῖς
Ισραηλίταις ἀναβλύσασα· ἀλλ’ οὐχὶ τῇ οἰκείᾳ φύσει τοῦτο
ἔβλυσεν, ἀλλὰ τῇ δυνάμει τῆς κατ’ ἐνέργειαν παρούσης αὐτῇ <lb n="5"/>
πνευματικῆς πέτρας, καὶ ἀκολουθούσης τῇ χρείᾳ τῶν διψώντων·
τοῦτ’ ἐστι, πρὸς τὴν ἐκείνων σωτηρίαν καὶ ὠφέλειαν πάντα μεταποιούσης
καὶ μεταπλαττούσης καὶ συνεπομένης αὐτῶν τῷ βουλήματι.
καὶ ποτὲ μὲν τὸ ὕδωρ εἰς διάβασιν αὐτοῖς ἴσα πέτραις
στερεούσης· ποτὲ δὲ τὸν οὐρανὸν εἰς βρῶσιν καὶ τροφὴν αὐτ’ οἶς <lb n="10"/>
ἄφθονον γεωργούσης· ἄλλοτε δὲ τὴν πέτραν εἰς ὑδάτων γονὰς
ἀνασομούσης. διὸ εἰκότως λέγοιντ’ ἃν ἐκ τῆς πνευματικῆς πέτρας
πιεῖν. αὕτη γὰρ ἦν ἡ τὴν αἰσθητὴν εἰς ὑδάτων λύσασα
πληγήν. τίς δὲ ἦν ἡ πνευματικὴ, φησὶν, ἐκείνη πέτρα, ἡ πᾶσα
τούτοις παρακολουθοῦσα καὶ πρὸς τὴν ἑκάστου καιροῦ χρείαν τὰς <lb n="15"/>
φύσεις τῶν πραγμάτων μεταστοιχειοῦσα καὶ συμμεταβάλλουσα ;
τίς φησίν ; ἣ δῆλον ὁ Χριστὸς, ὁ καὶ νῦν εἰς ἡμᾶς τὰ ὅμοια καὶ
μείζω ἐπιδεικνύμενος.</p><p>Ἐστιν δὲ τὸ “ἀκολουθούσης” καὶ ἑτέρως ἐκλαβεῖν. ἡ γὰρ νοητὴ
πέτρα ἤτοι ὁ Χριστὸς, οὐ μόνον τὰ εἰρημένα αὐτοῖς παραδόξως <lb n="20"/>
ἐβράβευσεν, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἠκολούθει καὶ εἵπετο·
παραπλήσια τούτοις καὶ μείζονα τὸν Ἰσραηλίτην εὐεργετῶν, ἀλλὰ
καὶ νῦν ἡμῖν τοῖς πιστοῖς ἀκολουθούσης, ὥστε εἶναι κατὰ συνεχείαν
τῆς αὐτῆς προνοίας καὶ τοῦ αὐτοῦ δεσπότου καὶ Θεοῦ,
τάτε ἐν τῇ παλαιᾷ θαυματουργήματα καὶ τὰς εὐεργεσίας, καὶ <lb n="25"/>
τὰ ἐν τῆ Καινῆ.</p><lb n="6"/><p>ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν, εἰς τὸ μὴ εἶναι
ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν.
<lb n="7"/> μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε, καθώς τινες αὐτῶν· ὥσπερ
γέγραπται, Ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ <lb n="30"/>
<lb n="8"/> ἀνέστησαν παίζειν. μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς τινες αὐτῶν
ἐπόρνευσαν, καὶ ἔπεσον ἐν μία ἡμέρᾳ εἴκοσι τρεῖς
χιλιάδες.</p><p>Ὠριγένουσ. “ταῦτα δέ,” φησι, “τύποι ἡμῶν γεγόνασιν, εἰς

<pb n="189"/>
“ τὸ μὴ εΤναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύ-
“ μησαν·” ἐκεῖνα γέγραπται τυπικῶς πρὸς ἡμᾶς, ἵνα ἀναγινώσκοντες
τὰς ἁμαρτίας, δι’ ἃς ἐκεῖνοι ταῦτα πεπόνθασιν, φυλαττώμεθα
ταῖς αὐταῖς περιπεσεῖν ἐκείνοις ἐπιθυμίαις.</p><p>Θεοδώρου. “ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν·” οὐχ ὅτι <lb n="5"/>
διὰ τοῦτο ἐτιμωρήθησαν ἐκεῖνοι· πῶς γὰρ οἷόν τε ; ἀλλ’ ὅτι τὰ
παρ’ ἐκείνους γενόμενα ἐν τάξει τύπων δύναται ἡμᾶς παιδεύειν.</p><p>Ἰωάννου. Εἰπὼν εἰς τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν,
ἐπήγαγεν, “μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε.” τὴν δὲ αἰτίαν τῆς τοιαύτης
παρανομίας τιθεὶς, αὕτη δὲ ἦν ἡ γαστ ριμαργία· “ἐκάθισεν <lb n="10"/>
“ ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν·” καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς τέλος προστίθησιν,
ὅτι “ἀνέστησαν παίζειν·” ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνοι, φησὶν, ἀπὸ τρυφῆς
εἰς εἰδωλολατρίαν ἐξέβησαν, οὕτω δέος μὴ καὶ ὑμεῖς ἐντεῦθεν
ἐκπέσητε ἀπὸ τῆς γαστριμαργίας.</p><p>Θεοδρίτου. τῆς πορνείας ἐμνημόνευσεν· καὶ τῶν διὰ <lb n="15"/>
ἀναιρεθέντων ε7πεν τὸν ἀριθμὸν, τῇ τοῦ πεπορνευκότος ἐμβαλὼν
διανοίᾳ τῆς τιμωρίας τὸ δέος. ἕκαστον γὰρ τῶν λεγομένων ὡς
συμβαλὼν τοῖς Κορινθίων πλημμελήμασι τέθεικεν.</p><p>Ἰωάννου. Ὠσπερ γὰρ ὁ βαπτισμὸς καὶ τὸ βρῶμα καὶ τὸ
πόμα τύποι ἤσαν ἡμῶν, οὕτω καὶ ὁ ὄλεθρος τύπος τις ἦν ἡμῶν, <lb n="20"/>
εἰς τὸ μὴ τοῖς ἴσοις ἁλόντας, τὰ ἴσα παθεῖν. “εἰς τὸ μὴ εἶναι
ἱ ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν·” καὶ ὁ
Δαβὶδ φησὶ “καὶ ἐπεθύμησαν κρέα, σκόροδα, θεὸν ἴδιον·” “μηδὲ
“ εἰδωλολάτραι γίνεσθε” φησίν· τοῦτο πῶς ἡρέμα τοὺς τὰ εδωλόθυτα
ἐσθίοντας αἰνίττεται· δεικνὺς ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ γαστριμαργίας <lb n="25"/>
ἦλθον εἰς εἰδωλολατρείαν· καὶ ὑμεῖς φησὶν ἀπὸ γαστριμαργίας
μᾶλλον τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίετε, ἤπερ ἀπὸ τελειότητος·
“καὶ ἀνέστησαν παίζειν.” χοροὺς γὰρ στήσαντες περὶ τὸν μόσχον,
ἔπαιζον χορεύοντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ. “ μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς
“ τινες αὐτῶν ἐπόρνευσαν.” πάλιν εἶπεν ἁμαρτίαν ἄλλην ἀπὸ <lb n="30"/>
γαστριμαργίας τικτομένην.</p><lb n="9"/><p>Μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν Χριστὸν, καθὼς καί τινες
<lb n="10"/>αὐτῶν ἐπείρασαν, καὶ ὑπὸ τῶν ὄφεων ἀπώλοντο. μηδὲ
γογγύζετε, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐγόγγυσαν, καὶ ἀπώλοντο

<pb n="190"/>
<lb n="11"/> ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ. ταῦτα δὲ πάντα, τύποι
συνέβαινον ἐκείνοις· ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν,
<lb n="12"/> εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν . ὥστε ὁ δοκῶν
ἑστάναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐπειδὴ ἔλεγον, ἐμοὶ εἴδωλον οὐκ ἔστιν, εὐχαριστῶ <lb n="5"/>
γὰρ καὶ ἐσθίω, τοῦτο φησὶν ἐκπειράσαι ἐστίν. ὃ γὰρ μὴ
προσέταξεν Ἰησοῦς, ὅτ’ ἃν ὡς πιστεύων αὐτῷ ποιῇς, ἐκπειράζεις
μᾶλλον ἢ πιστεύεις.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἐπείραζον οἱ ταῖς διαφόροις κεχρημένοι γλώτταις,
κατὰ φιλοτιμίαν μᾶλλον ἣ χρείαν ταύτας ἐπ’ ἐκκλησίας <lb n="10"/>
προσφέροντες.</p><p>Ἰωαννου. Διὰ τούτου πάλιν ἕτερον αἰνίττεται ἔγκλημα, ὃ
καὶ πρὸς τῷ τέλει τίθησιν, ἐγκαλῶν αὐτοῖς ὅτι περὶ σημείων
ἐμάχοντο. καὶ τῶν πειρασμῶν δὲ ἕνεκεν ἐξελύοντο, λέγοντες, πότε
ἥξει; διὸ καὶ ἐπήγαγεν τούτων ἕνεκεν, αὐτοὺς διορθούμενος καὶ <lb n="15"/>
φοβῶν· “μηδὲ γογγύζετε, καθὼς καὶ τινες” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Θεοδωρου. Λείπει κατὰ τὴν διανοίαν τὸ ἡμῶν.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἀντὶ τοῦ ὡς τύποι· ἐν ἐκείνοις γὰρ τὰ ἡμέτερα
διεγράφετο· “ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν, εἰς οὓς τὰ τέλη
“ τῶν αἰώνων κατήντησεν·” οὐ γὰρ τῆς ἐκείνων ἕνεκα ὠφελείας <lb n="20"/>
ἀνάγραπτα ταῦτα πεποίηκεν ὁ Θεός· ποίαν γὰρ ἣ τελευτήσαντες
ἐκ τῶν πραγμάτων ὄνησιν ἐκαρποῦντο, ἀλλ’ ἡμῖν τὸ ἐντεῦθεν φυόμενον
πραγματευόμενοι κέρδος. καλῶς δὲ καὶ τοῦ αἰῶνος τὸ τέλος
προστέθεικεν· ἐπείγων αὐτοὺς καὶ διεγείρων εἰς ἐργασίαν τῆς ἀρετῆς·
“ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ·” σὺ φησὶν, <lb n="25"/>
ὁ τὴν γνῶσιν ἔχειν ὑπειληφώς. εἶτα ἐπειδὴ πολλὰς, καὶ αὐτοὶ
παροινίας καὶ ὕβρεις ὑπέμενον παρὰ τῶν ἀπιστούντων, καὶ εἰκὸς
ἦν αὐτοὺς καὶ διὰ τοῦτο μέγα φρονεῖν, ἐπήγαγεν, “πειρασμὸς
“ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν” καὶ τὸ ἑξῆς.</p><p>Ἰωαννου. Αἰνίττεται αὐτοὺς ὅτι ἐν τοῖς πειρασμοῖς οὐ γενναίως <lb n="30"/>
ναίως ἔφερον, ἀλλὰ μετὰ γογγυσμοῦ· οὐ γὰρ τὸ παθεῖν ὑπὲρ
Χριστοῦ μόνον μέγα, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐχαρίστως παθεῖν. “ταῦτα δὲ
“πάντα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις.” τύπους ἐκεῖνα καλεῖ, δεικνὺς
μειζόνως αὐτοὺς κολασθήσεσθαι· ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τῶν δωρεῶν ἡ ἀλήθεία

<pb n="191"/>
τοῦ τύπου μείζων, οὕτω πάντως καὶ ἐπὶ τῶν τιμωριῶν. “εἰς
“οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατηντησεν·” καὶ ἐκ τοῦ ἐφιστᾶν αὐτοῖς
τὸ τέλος, καὶ τὰς ἐκεῖ αἰωνίας τιμωρίας πλέον αὐτοὺς πτοεῖ·
ἤδη γὰρ, φησὶν, τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν· καὶ ἡ ἡμέρα
δηλονότι τῆς τιμωρίας, οἷον ἔφθασεν· “ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι, <lb n="5"/>
“βλεπέτω μὴ πέσῃ.” πάλιν τοὺς ἐπὶ τῇ γνώσει μέγα φρονοῦντας
αἰνίττεται. εἰ γὰρ καὶ ἑστάναι νομίζεις, εὐλαβοῦ, φησὶν, μὴ
πέσῃς. αὐτὸ μὲν γὰρ τὸ θαρρεῖν ὡς ἕστηκας, οὐδὲ ἑστάναι ἐστίν·
εἰ δὲ καὶ ἔστιν, εὐχερὴς ἐξ ἀπονοίας ἡ πτῶσις.</p><p>Πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος· <lb n="10"/>
<lb n="13"/> πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ
ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν
ἔκβασιν, τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν.</p><p>Θεοδωρίτου. “Πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ
“πινος·” ἀντὶ τοῦ σμικρός· τούτῳ γὰρ τῷ προσρήματι ἐπὶ τοῦ <lb n="15"/>
σμικροῦ κεχρῆσθαι εἴωθεν ὁ θεῖος Ἀπόστολος· ὥσπερ ὅτ’ ἃν λέγῃ
“ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν·” ἀντὶ τοῦ
σύμμετρον τῇ φύσει.</p><p>Θεοδωρου. Ἴδου γὰρ, φησὶν, οὐκ ἐπενεχθέντων, οὐ διωγμῶν,
οὐκ ἀνάγκης τινὸς, ὑπὸ τῶν ἀνθρωπίνων τούτων, καὶ ἅπασιν ἀνάγκη <lb n="20"/>
προσεῖναι ἀνθρώποις, ὅσην ὑπεμείνατε βλάβην· ἐν εἰδωλείῳ μὲν
διὰ φιλίαν ἑστιώμενοι· ὑπὸ δὲ τῶν προσόντων πλεονεκτημάτων
τοσοῦτον Φυσωμενοι.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἐδίδαξεν μὴ ἑαυτοῖς θαρρεῖν, ἀλλὰ τὴν
ἐπικουρίαν αἰτεῖν.</p><lb n="25"/><p>Σευηριανοῦ. Οὐκ ηὔξατο μὴ πειρασθῆναι· ἐπειδὴ ἀνὴρ
ἀδόκιμος· ἀλλ’ οὕτως πειράζεσθαι ὡς φέρειν.</p><p>Ἰωάννου. Ἐπειδὴ ἐφόβησεν αὐτοὺς ἱκανῶς τὰ παλαιὰ
παραδείγματα, καὶ εἰς ἀγωνίαν ἐνέβαλεν εἰπὼν “ὁ δοκῶν
“ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ.” ἦσαν δὲ καὶ πειρασμοὺς ἐνηνοχότες <lb n="30"/>
πολλοὺς, καὶ γυμνασάμενοι πολλάκις ἐν τούτοις. ἵνα μὴ λέγωσι
τί φοβεῖς ἡμᾶς; οὐκ ἐσμὲν τούτων ἀμελέτητοι τῶν κακῶν· καταστέλλων
αὐτῶν τὸ φύσημα, φησὶν, “πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴλη-
“Φεν, εἰ μὴ ἀνθρώπινος,” ἐπὶ τοῦ μικροῦ λέγεται· οὐδέπω γὰρ

<pb n="192"/>
εἴδετε κίνδυνον, θάνατον ἀπειλοῦντα, οὐδὲ πειρασμὸν σφαγὴν ἐπανατεινόμενον·
ὃ καὶ Ἑβραίοις ἔλεγεν, “οὔπω μέχρις αἵματος
“ἀντικατέστητε,” πρὸς τὴν μαρτυρίαν ἀνταγωνιζόμενοι. εἰτα
ἐπειδὴ ἐφόβησεν, ὅρα πῶς αὐτοὺς πάλιν ἀνίστησι μετὰ τοῦ πεῖσαι
μετριάζειν· “πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι <lb n="5"/>
“ὑπὲρ ὃ δύνασθε·” ἂρ εἰσὶ πειρασμοὶ οὓς οὐ δυνατὸν ὑπενεγκεῖν;
καὶ τίνες οὗτοι; πάντες ὡς εἰπεῖν. τὸ γὰρ δυνατὸν ἐν τῇ τοῦ
ῥοπῇ κεῖται, ἣν διὰ τῆς ἡμετέρας ἐπισπασώμεθα γνώμης. διόπερ
ἵνα μάθῃς καὶ εἰδῇς ὅτι οὐ μόνον ἐκείνους τοὺς ὑπερβαίνοντας
ἡμῶν τὴν δύναμιν, ἀλλ’ οὐδὲ τούτους τοὺς ἀνθρωπίνους ἔνι χωρὶς <lb n="10"/>
τῆς ἐκεῖθεν βοηθείας διενεγκεῖν, ἐπήγαγεν, “ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ
“πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑπενεγκεῖν·” αὐτὸς γὰρ
καὶ τὴν ὑπομονὴν δίδωσι, καὶ τὴν ταχεῖαν ἀπαλλαγὴν ἐπάγει.
ὥστε καὶ ταύτῃ φορητὸν γενέσθαι τὸν πειρασμόν. τοῦτο γὰρ
ᾐνίξατο εἰπών, “ποιήσει καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑπενεγκεῖν,” <lb n="15"/>
καὶ πάντα αὐτῶ ἀνατίθησι.</p><p>Φωτίου. Τὸ “ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν
“σιν,” διχῶς ἐστιν ἐκλαβεῖν ·ἣ ὅτι τὸν πειρασμὸν συγχωρῶν ἐλθεῖν,
αὐτίκα καὶ διασκεδάζει καὶ παύει αὐτὸν, ὥστε καὶ ὑμᾶς δύνασθαι
διὰ τὸ ὀλίγον χρόνον ἐνοχλεῖν ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν αὐτόν· ἣ ὅτι σὺν <lb n="20"/>
τῷ πειρασμῷ ποιήσει καὶ τῇ ὑπομονῇ καὶ καρτερίᾳ ἔκβασιν· τοῦτ’
ἔστι ποιήσει ὑμᾶς αὐτίκα καρτερικοὺς καὶ ὑπομένειν ἱκανοὺς,
ὥστε μηδὲν ὑμᾶς ἐκ τοῦ πειρασμοῦ βλάπτεσθαι, ἀλλὰ μᾶλλον
καὶ μεγάλα κερδαίνειν.</p><lb n="14"/><p>Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας. <lb n="25"/>
<lb n="15"/> ὡς φρονίμοις λέγω, κρίνατε ὑμεῖς ὅ φημι. τὸ
ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ
αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ
<lb n="17"/> κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; ὅτι εἷς
ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ <lb n="30"/>
ἕνος ἄρτου μετέχομεν.</p><p>Σευηριανοῦ. Ὁρᾷς ὅτι πάντα προσειρημένα αὐτῷ
ἕνεκα κατεσκευάζετο;</p><p>Θεοδωρίτου. κατὰ μέρος αὔξει τὴν κατηγορίαν, καὶ δείκνυσι

<pb n="193"/>
τὴν ἀδιάφορον τῶν εἰδωλοθύτων μετάληψιν, οὐδὲν διαφέρουσαν τῆς
τῶν εἰδώλων λατρείας. “ὡς φρονίμοις λέγω·” μέτα ἐπαίνου
προσφέρει τὸν ἔλεγχον, δεκτὸν αὐτὸν τῇ εὐφημία πραγματευόμενος·
“κρίνατε ὑμεῖς ὁ Φημι.” ὑμῖν κέχρημαι δικασταῖς· οἰδα
ὑμῶν τὸ συνετόν. “τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν· οὐχὶ <lb n="5"/>
“κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; ὁ ἄρτος ὃν κλῶμεν,
“οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; ὅτι εἷς ἄρτος,
“ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν. οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου
“μετέχομεν·” τῶν ἱερῶν ἀπολαύσαντες μυστηρίων, οὐχ αὐτῷ
κοινωνοῦμεν τῷ δεσπότῃ· οὗ καὶ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα εἶναι <lb n="10"/>
Φαμεν; καὶ πάντες εἰς ἓν σῶμα τελοῦμεν, ἐπειδὴ πάντες ἐκ
τοῦ ἑνὸς ἄρτου μεταλαγχάνομεν.</p><p>Ἰωάλλου. Θεραπεύει λοιπὸν αὐτοὺς, πολλὰ αὐτοὺς
ὅρα δὲ, οὐκ ἔτι διὰ μόνην τὴν βλάβην τῶν ἀσθενεστέρων
ἀδελφῶν κωλύει αὐτοὺς ἐσθίειν τὰ εἰδωλόθυτα, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ <lb n="15"/>
καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἐσθίειν διαβάλλει, εἰδωλολατρείαν τὸ πρᾶγμα καλῶν.
“ὡς φρονίμοις λέγω·” ἐπειδὴ ἐξῇρε τὸ ἐσθίειν εἰδωλόθυτα,
εἰδωλολατρείαν τὸ πρᾶγμα προσειπὼν, καὶ διὰ τοῦτο καθήψατο
αὐτῶν, λοιπὸν πειρᾶται θεραπεῦσαι τὸ βραχὺ τοῦ λόγου, καὶ φησὶ,
ὑμεῖς φρόνιμοι ὄντες, κρίνατε τὸ πρᾶγμα· καὶ εὔχεται αὐτὸ εὑρεῖν <lb n="20"/>
εἰδωλολατρείαν. τοῦτο δὲ ποιεῖ, καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑπευθύνους καθίζει
δικαστάς· δεικνὺς ὅτι σφόδρα θαρρεῖ τοῖς οἰκείοις λόγοις ὡς ἀληθέσι.
λοιπὸν κατασκευάζει εἰδωλολάτρας ὄντας καὶ κοινωνοὺς
εἰδώλων τοὺς ἐσθίοντας εἰδωλόθυτα. “τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας
“ὃ εὐλογοῦμεν.” ὃ μετὰ χεῖρας ἔχοντες εὐλογοῦμεν τὸ χαρισάμενον <lb n="25"/>
ἡμῖν τὸ αἷμα αὐτοῦ, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος Χριστοῦ
ἐστι; συνάπτει γὰρ τῷ Χριστῷ τὸ αἷμα αὐτοῦ ὡς μέλη κεφαλῇ
διὰ τῆς μεταλήψεως. “τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ
“σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν;” ὅπερ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ οὐ πέπονθεν
ὁ Κύριος, “ὀστοῦν γὰρ αὐτοῦ,” φησὶν, “οὐ συντριβήσεται.” <lb n="30"/>
τοῦτο δι’ ὑμᾶς ὑπομένει κατακλώμενος, ἵνα συνάψῃ ἡμᾶς ἑαυτῷ·
“ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοὶ ἐσμεν.” ἐπειδὴ εἶπεν κοινωνία
τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, δοκεῖ δὲ τὸ κοινωνοῦν ἕτερον εἶναι παρ’
ἐκεῖνο ὃ κοινωνεῖ, νῦν θέλει δεῖξαι ὅτι οὐ κοινωνοῦμεν, ἀλλ’ αὐτὸ
τὸ σῶμα ἐσμὲν χριστοῦ οἱ πάντες, ὥσπερ ἀμέλει σῶμά ἐστιν <lb n="35"/>

<pb n="194"/>
τῆς κεφαλῆς τὸ λοιπὸν σῶμα· καθάπερ γὰρ, φησὶ, ὁ ἄρτος ἐκ
πολλῶν κόκκων εἰς γίνεται ἄρτος· οὕτω, φησὶ, καὶ ἡμεῖς πολλοὶ
ὄντες, ἓν γινόμεθα σῶμα Χριστοῦ· “οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς
“ἄρτου μετέχομεν.” εἶτα ἐπάγει καὶ λογισμὸν, πῶς γινόμεθα
σῶμα Χριστοῦ. τί γάρ ἐστι σῶμα; φησὶν, ὁ ἄρτος δῆλον ὅτι <lb n="5"/>
σῶμα Χριστοῦ. τί δὲ γίνεται ὁ μεταλαμβάνων; δῆλον ὅτι σῶμα
Χριστοῦ. μετέχοντες γὰρ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς
ἐκεῖνο γινόμεθα· ἐπειδὴ γὰρ ἡ παλαιὰ σὰρξ ἐφθάρη ὑπὸ τῆς
ἁμαρτίας, ἐδέησεν ἡμῖν σαρκὸς νέας.</p><p>Φωρίου. Ἀπόδειξίς ἐστι τοῦ εἰρημένου τὸ ἐπαγόμενον· πόθεν<lb n="10"/>
γὰρ δῆλον, Φησί; “ὅτι τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν κοινωνία τοῦ σώμα-
“τος τοῦ Χριστοῦ ἐστίν.” τοῦτ’ ἔστιν εἰς κοινωνίαν ἡμᾶς τοῦ
σώματος συνάγει τοῦ Χριστοῦ. πόθεν δῆλον; ὅτι ἓν σῶμα ἐσμὲν
καὶ καλούμεθα, πάντες Χριστῷ συναπτόμενοι ὡς τοῦ κοινοῦ
σώματος κεφαλῇ. εἰ οὖν μὴ τῷ σώματι αὐτοῦ καὶ τῷ αἵματι <lb n="15"/>
εἰς κοινωνίαν συνηγόμεθα, τίνι ἂν ἑτέρῳ ἓν σῶμα ἦμεν καὶ
ἐκαλούμεθα;</p><lb n="18"/><p>Βλέπετε τὸν Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες
<lb n="19"/> τὰς θυσίας, κοινωνοὶ τοῦ θυσιαστηρίου εἰσί; τί οὖν
φημι; ὅτι εἴδωλόν τί ἐστιν; ἢ ὅτι εἰδωλόθυτόν τι
<lb n="20"/> ἐστιν; ἀλλ’ ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει, καὶ <lb n="20"/>
οὐ Θεῶ· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων
<lb n="21"/> γίνεσθαι. οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον
δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν
<lb n="22"/> καὶ τραπέζης δαιμονίων. ἢ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον;
μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν;</p><lb n="25"/><p>Θεοδωρίτου. Ἀποβλέψατε δὲ καὶ εἰς τὸν Ἰσραὴλ, καὶ
ὡς τῶν ἱερείων μεταλαμβάνοντες, αὐτῷ κοινωνοῦσι τῷ θυσιαστηρίῳ·
ἐπειδὴ ἐκ τοῦ ἑνὸς ἱερείου τὰ μὲν ἐκεῖ προσφέρουσιν, τὰ δὲ αὐτοὶ
ἐσθίουσιν. κατὰ σάρκα δὲ τὸν Ἰσραὴλ ἐκάλεσεν, τῇ ἀπιστίᾳ
προσμείναντα· ὡς τῶν πεπιστευκότων πνευματικοῦ Ἰσραὴλ χργματιζόντων. <lb n="30"/>
“τί οὑν, φημί; ὅτι εἴδωλον τί ἐστιν; ἢ ὅτι εἱδω-
“ λόθυτόν τι ἔστιν; ἀλλ’ ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει,
“καὶ οὐ Θεῷ.” ἀλλὰ μηδείς με οἰέσθω λέγειν ὡς ἰσχύν τινα

<pb n="195"/>
τῶν εἰδωλοθύτων ἐχόντων, καὶ φύσει μιᾶναι τὸν μεταλαμβάνοντα
δυναμένων. οὐ γὰρ τοῦτο λέγω· ἀλλ’ ὅτι οἱ τῇ δεισιδαιμονίᾳ δουλεύοντες
τοῖς δαιμονίοις τὰς θυσίας προσφέρουσιν· “οὐ θέλω δὲ
“ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γένεσθαι.” εἶτα πλείονα ἐντίθησι
Φόβον. “οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμο- <lb n="5"/>
“νίων.” καὶ γὰρ ἐκεῖνοι τῶν σπονδῶν ἀπεγεύοντο. εἰτα λοιπὸν ὡς
ἐπὶ ἀποδεδειγμένοις, “οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ
“τραπέζης δαιμονίων.” πῶς οἷόν τε ὑμᾶς καὶ τῷ Κυρίῳ κοινωνεῖν
διὰ τοῦ τιμίου αὐτοῦ σώματός τε καὶ αἵματος, καὶ πάλιν τοῖς
δαίμοσι διὰ τῆς εἰδωλοθύτου τροφῆς;</p><lb n="10"/><p>Θεοδωρου. Παραζηλοῦν λέγεται τὸ ἀπό τινων δύο, ποτὲ
τοῦτον θαυμάζειν, ποτὲ δὲ ἐκεῖνον· ἐπὶ τὸ εἰς εὔνοιαν ἀμφοτέρους
ἀγαγεῖν ἑαυτοῦ. τοῦτο δὲ παρὰ μὲν ἐλάττονος εἰς μείζονας οὐκ
ἄν ποτε γένοιτο. πότε γὰρ ἃν παροξυνθείη ὁ ὑπερέχων ἐπὶ τῇ
παρὰ τοῦ ἐλάττονος εἰς ἕτερον γινομένῃ τιμῇ. γίνεται δὲ παρὰ <lb n="15"/>
τῶν καθότι δήποτε ὑπερεχόντων. οἱ γὰρ ἐλάττονες καὶ ἐφίενται
τῆς παρὰ τῶν μειζόνων τιμῆς, καὶ ἀποτυγχάνοντες δάκνονται.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐπειδὴ γέγραπται ὁ Θεὸς λέγων διὰ
αὐτοῖς “παρεζήλωσάν u με ἐπ’ οὐ θεοῖς x, παρώργισάν με ἐν
“εἰδώλοις αὐτῶν.” οἱ δὲ Κορίνθιοι εἰδωλόθυτα ἤσθιον· διὰ τοῦτο <lb n="20"/>
φησὶν, “ἣ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον;” ἀντὶ τοῦ παροξύνομεν
αὐτόν. “μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν;” ἔδειξεν διὰ τούτου, ὅτι
οὐ θέλει ὁ Κύριος εἰδωλόθυτα ἡμᾶς ἐσθίειν. μὴ τοίνυν, φησὶ, θέλε,
ἃ μὴ θέλει ὁ Κύριος, ὡς ἰσχυρότερος αὐτοῦ καὶ συνετώτερος.
Θεοδωρίτου. Τὸ “παραζηλοῦμεν.” ἀντὶ τοῦ παρακνίζομεν <lb n="25"/>
τέθεικεν.</p><p>Ἰωάλλου. Μὴ γὰρ τοῦτο, φησὶν, λέγω, ὡς ἐχόντων τινὰ
τῶν εἰδώλων ἣ τῶν θυομένων αὐτοῖς, καὶ διὰ τοῦτο δυναμένων ἣ
βλάψαι ἣ ὠφελῆσαι. οὐχὶ φησίν. ἐπειδὴ γὰρ ἐσπουδαιολογήσατο
περὶ τῶν εἰδώλων, ἐφοβήθη μὴ νομίζωσιν ἔχειν τινὰ ἰσχὺν <lb n="30"/>
αὐτά· ὅτι φησὶ τὰ θύματα οὐ Θεῷ ἀλλὰ δαίμοσι θύεται. μὴ
τοίνυν τρέχετε ἐπὶ τὰ μισητὰ Θεῷ· καὶ γὰρ εἰ βασιλικῆς μετεῖχες
τραπέζης, σὺ δὲ ταύτην ἀφεὶς, ἐπὶ τὰς τῶν καταδίκων
<note type="footnote">u Deut. xxxii. 21. x θεῷ Sept.</note>

<pb n="196"/>
ἔτρεχες, εὑ ἐποίεις. οὐκ ἐπειδὴ ἔβλαπτεν ἣ ὠφέλει ἐκείνη, ἀλλ’
ὅτι ἐνύβριζες τὴν βασιλικὴν τράπεζαν· εἰ γὰρ οἱ τῆς μυστικῆς
μετέχοντες τραπέζης, κοινωνοῦσι Θεῷ, οἱ δαιμόνων μετέχοντες
τραπέζης, δῆλον ὅτι δαίμοσι κοινωνοῦσιν.</p><p>Φωτίου. Οὐχ ὅτι ἐστὶ τὰ εἴδωλα, διὰ τοῦτο κωλύω τῶν εἰδωλοθύτων <lb n="5"/>
γεύεσθαι. προείρηται γὰρ ὅτι τῶν μὴ ὄντων ἐστὶν καὶ
ἀνυπάρκτων κατ’ οὐσίαν, καὶ οὔτε βλάβην οὔτε ὠφέλειαν ἔχουσιν
ἰσχὺν προξενῆσαί τινι. ἀλλὰ διὰ τοῦτο κωλύω, ὅτι διὰ τῶν εἰδώλων
τοῖς δαίμοσι προσάγεται καὶ θυσία. πῶς οὖν οὐκ αὐτόθεν
βδελυκτὸν καὶ φευκτὸν τὸ μεταλαμβάνειν δαιμονικῆς θυσίας καὶ <lb n="10"/>
δι’ αὐτῆς αὐτοῖς ἐκείνοις ἔρχεσθαι εἰς κοινωνίαν; εἶτα καὶ διὰ τῆς
παραθέσεως τῆς κυριακῆς τραπέζης καὶ τοῦ κυριακοῦ ποτηρίου
μᾶλλον ἐλέγχει τὸ ἄτοπον τῶν γευομένων, ἅ ἐστιν εἰδωλόθυτα·
καὶ ὅρα τὸ σοΦόν· καταρχὰς μὲν ἠρέμα πῶς ἥπτετο τῶν ἐλέγχων,
προιὼν δὲ ὡς ἐνταῦθα, λίαν πικρῶς ἐπεμβαίνει.</p><lb n="15"/><lb n="23"/><p>Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πά
<lb n="24"/> μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ. μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ
<lb n="25"/> ζητείτω, ἀλλὰ καὶ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος. πᾶν τὸ ἐν
μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε, μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ
<lb n="26"/> τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλῆ ῥὼ μὰ <lb n="20"/>
ἀύτης.</p><p>Φεοδωρίτου. “Πάντα μοι ἔξεστιν;” κατ’ ἐρώτησιν
εἰτα κατὰ ἀπόκρισιν, “ἀλλ’ οὐ πάντα συμΦέρει.”
“πάντα μοι ἔξεστι;” καὶ τοῦτο ὁμοίως· “ἀλλ’ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ.”
ἔξεστί σοι δι’ ἣν λέγεις γνῶσιν ποιεῖν ἅπαντα. ἀλλ’ <lb n="25"/>
οὔτε σοὶ συμφέρει τὸ βλάπτειν ἑτέρους, οὔτε ἐκείνους οἰκοδομεῖ
τὸ παρὰ σοῦ γιγνόμενον. ἀλλὰ τέλειος εἶ’, ἀλλὰ προσήκει σε y
καὶ τῶν ἀσθενεστέρων ἐπιμελεῖσθαι· τοῦτο γὰρ ἐπήγαγεν· “μη-
“δεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω· ἀλλὰ καὶ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος.”
ἐπειδὴ δὲ παντελῶς τὴν τῶν εἰδωλοθύτων μετάληψιν ἀπηγόρευσεν, <lb n="30"/>
πλήρεις δὲ ἦσαν αἱ πόλεις κατ’ ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ τῶν
τοιούτων κρεῶν, καὶ εἰκὸς ἦν τοὺς μὲν τὸν ἀποστολικὸν ἀγωνιῶν-
<note type="footnote">y προσήκεισθε Cod.</note>

<pb n="197"/>
τὰς νόμον, μηδαμῶς ὠνεῖσθαι· τοὺς δὲ διὰ γαστριμαργίαν τοῦ
νόμου καταφρονεῖν· ἀναγκαίως περὶ τούτου νομοθετεῖ τὰ προσήκοντα.</p><p>Ἰωάννου. Ἐὰν γὰρ ἀγνοῶν, φησὶ, φάγῃς καὶ μὴ εἰδῇς,
ὑπόκεισαι τιμωρίᾳ. τῆς γὰρ ἀγνοίας λοιπὸν τὸ πρᾶγμα, οὐ τῆς <lb n="5"/>
λαιμαργίας z. καὶ οὐ ταύτης μόνον αὐτὸν ἀπαλάττει τῆς ἀγώνιας,
ἀλλὰ καὶ ἑτέρας, πολλὴν ἄδειαν καὶ ἐλευθερίαν αὐτοῖς
κατασκευάζων. οὐδὲ γὰρ ἀνακρίνειν ἀφίησι, τοῦτ’ ἔστιν ἐξετάζειν
καὶ πυνθάνεσθαι, εἴτε εἰδωλόθυτον, εἴτε μὴ τοιοῦτον, ἀλλ’
ἁπλῶς ἐσθίειν ἅπαν τὸ ἐξ ἀγορᾶς· μὴ δὲ τοῦ μανθάνειν ὅτι ποτέ <lb n="10"/>
ἐστι τὸ προκείμενον αὐτὸν παρέχειν τὰς ἀφορμάς· ὥστε ἐστι καὶ
φορὰ, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς διανοίας ποιοῦντα ἀκάθαρτον. διὰ τοῦτο φησὶ,
“μηδὲν ἀνακρίνοντες.” τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ οἱ καρποὶ, καὶ
τὰ a εἰ ’δε αὐτοῦ πάντα, οὐδὲν ἀκάθαρτον. ἀλλ’ ἑτέρως
ἀκάθαρτον γίνεται, ἀπὸ τῆς διανοίας καὶ τῆς παρακοῆς.</p><lb n="15"/><p>Οἰκουμενίου. Μὴ γὰρ τοῦτο, φησὶν, μόνον ζητεῖ, εἰ
σὺ ἐσθίεις συνειδήσει, ἀλλ’ εἰ καὶ τὸν ἀδελφόν σου ὠφελεῖ τὸ
γινόμενον.</p><p>Φωτίου. Ἀντιπίπτειν δοκοῦν λέγει λύει. ἐπειδὴ γὰρ
σφοδρότητος τῶν εἰδωλοθύτων κατέδραμεν, καὶ τοὺς ἐσθίοντας <lb n="20"/>
ἐπετίμησεν, ἵνα μή τις εἴπῃ τι οὖν; ἀποσχέσθαι ἄρα δεῖ ἡμᾶς
καὶ τῶν ἐν ἀγορᾷ κρεῶν προκειμένων; ἣ ἀνάγκην σχοίημεν ἃν
περιιέναι τὰς ἀγορὰς, καὶ ἐπερωτᾶν καὶ ἀνακρίνειν μὴ ποτὲ εἰδωλόθυτον
εἴη; εἰς τοιαῦτα ἡμῶν συγκλείσομεν καὶ συνελάσομεν
τὸν βίον; ἵνα οὖν μὴ τοιαῦτα τινὲς ἀντιτείνειν ἔχοιεν, προφθάσας <lb n="25"/>
αὐτὸς δίδωσι τὰς λύσεις, καὶ φησὶ, μήτε τὰ ἐν ἀγορᾷ ἀνάγκην
εἶναι παραιτεῖσθαι, μήτε ἀνακρίνειν καὶ ἐπερωτᾶν ἄρα εἰδωλόθυτόν
ἐστιν ἢ οὓ, ἀλλ’ ἐκείνων ἀπέχεσθαι μόνων περὶ ὧν τις φθάσας
ἐμήνυσεν εἰδωλόθυτα εἰναι.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.“ Πᾶν’ τὸ ἐν μακέλλῳ,” Φησὶν, “ἐσθίετε”
διστάζοντες κατὰ συνείδησιν μηδὲ ἀνακρίνοντες καὶ ἐπερωτῶντες
δι’ αὐτὴν, ἵνα ταύτην ἀμφίβολον οὖσαν θεραπεύσητε· οὐ γὰρ
ἐβούλετο δύσκολον αὐτοῖς τὴν μετάληψιν παρασκευάσαι τῆς
<note type="footnote">z λεμαργίας Cod. a Sic.</note>

<pb n="198"/>
τροφῆς, ἵνα μὴ ἐκ τούτου ὀλιγωρήσαντες, τὸ πᾶν τῆς ἀκριβείας,
ὡς ἀδυνάτου τῆς ἐντολῆς οὔσης, εἰς τὸ φυλαχθῆναι παραλύσωσιν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.“Μηδὲν διὰ τὴν συνείδησιν ἀνακρίνοντες.” τοῦτ'
ἐστι μηδὲν ἕνεκεν αὐτῆς ἐπερωτῶντες καὶ ἀνακρίνοντες· δεῖ γὰρ <lb n="5"/>
αὐτὴν καθαρὰν καὶ ἀδίστακτον ἐσθίοντας ἔχειν, καὶ μὴ δεῖσθαι
πληροφορίας ἄλλης τῆς ἀπὸ τῆς ἀνακρίσεως.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Ἐπειδὴ ἀνωτέρω ὅτε τὰ ἐν μακέλλῳ πωλούμενα
οὐκ ἐκώλυεν ἐσθίειν, ἐπήγαγεν, “τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλή-
“ρωμα αὐτῆς,” τοῦτ’ ἐστι τὰ ἐν αὐτῇ πάντα. ταῦτα γάρ εἰσι <lb n="10"/>
τὰ πληροῦντα αὐτὴν καρποὶ, καὶ ζῷα καὶ τὰ ὅμοια· εἶτα προιὼν
λέγει, ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τι οὑν; νῦν οὐκ ἔστιν ἡ γῆ τοῦ
Κυρίου καὶ τὰ ἐν αὐτὴ; ἀλλ’ ὅτε μὲν οὐκ ἐκώλυες ἐσθίειν, τοῦ
Κυρίου ἦν, νῦν δὲ οὐκ ἔστιν; ἵνα οὖν μὴ ἐξῇ λέγειν τοῦτό τινι,
πάλιν τίθησι τὸ αὐτὸ, καὶ φησὶ, τοῦ Κυρίου μὲν ἡ γῆ καὶ τὰ <lb n="15"/>
ἐν αὐτῇ, ὅπερ καὶ πρόσθεν εἶπον, ἀλλὰ διὰ τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν
συνείδησιν αὐτοῦ, οὐ δεῖ γεύσασθαι ἐκείνων τῶν εἰδωλοθύτων· εἰ
γὰρ “τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς,” αὐτὸς οὐδενὸς
ποιήσει ὑμᾶς ἔχειν ἐνδεῶς. κἂν ταύτης δι’ αὐτὸν ἀπόσχησθε τῆς
εἰδωλοθύτου θοίνης. ἢ ἐπεὶ τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, πολλῷ <lb n="20"/>
μᾶλλον καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁ ἐν αὐτῇ. διὰ γοῦν τοῦτον τὸν μηνύσανα,
ὅς ἐστι τοῦ Κυρίου, καὶ τοὺς ἄλλους, ἴσως τοὺς μηνύοντος
ἀκούοντας, ἵνα μὴ βλαβῶσι, μὴ ἐσθίετε· “τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ
“καὶ τὰ ἐν αὐτῇ·” οὐ γὰρ ὅτε μὲν ἔδει φαγεῖν, τοῦτο ἔδει ἐννοεῖν,
ὅτε δὲ μὴ ἐσθίειν, τοῦτο παρορᾶν· ἀλλ’ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχοντας, καὶ <lb n="25"/>
τότε εὐχαρίστως ἐσθίειν· ὡς τοῦ Κυρίου παρασχόντος ἡμῖν εἰς
βρῶσιν, ταῦτα καὶ νῦν εἰκότως μὴ ἐσθίειν, ὡς φυλαττόμενος σκανδαλίζειν
τοὺς τοῦ Κυρίου δούλους καὶ ὁμοδούλους ἡμῶν.</p><lb n="27"/><p>Εἰ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων, καὶ θέλετε πορεύεσθαι,
πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε, μηδὲν <lb n="30"/>
<lb n="28"/> ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν. ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ;
τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε, δι’ ἐκεῖνον τὸν
μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ
<lb n="29"/> καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. συνείδησιν δὲ λέγω, οὐχὶ τὴν

<pb n="199"/>
ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. ἵνα τί γὰρ ἡ ἐλευθερία
<lb n="30"/> μοῦ κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως; εἰ δὲ ἐγὼ χάριτι
μετέχω, τί βλασφημοῦμαι ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῶ;</p><p>Θεοδωρίτου. Οὐκ ἐκέλευσεν καλούμενον ἀπελθεῖν, οὔτε
ἐκώλυσεν· τῆ δὲ τῶν καλουμένων ἐξουσιᾷ τὸ πρακτέον ἐπέτρεψεν· <lb n="5"/>
οὐδὲ γὰρ οἷόν τε ἦν τοὺς ἀπίστους ἀγρεύεσθαι τῆς ἐπιμιξίας κωλυομένης.
“ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ· τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ
“ἐσθίετε δι’ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· συνείδησιν
δὲ λέγω οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. τοῦτο
τέθεικεν καὶ ἐπὶ τοῦ μὴ ἐσθίειν, διδάσκων ὡς καὶ μεταλαμβάνοντας <lb n="10"/>
εἰδέναι δεῖ ὡς τοῦ Κυρίου πᾶσα ἡ γῆ, καὶ ὅτι τῆς τῶν
εἰδώλων ἀσθενείας, σὺ μὲν καταφρονεῖς· ἐκεῖνος δὲ, τῇ πλάνῃ
δεδουλόμενος, βλάβην ἐντεῦθεν καρποῦται, εἰδωλοθύτων σε κρεῶν
μεταλαμβάνειν ἡγούμενος. τοῦτο γὰρ διδάσκει τὰ ἑξῆς, “ἵνα τί
“γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως;” ἐλευθερίαν <lb n="15"/>
καλεῖ τὴν χάριν τῆς πίστεως. τοῦτο γὰρ καὶ ἐν τοῖς μετὰ
ταῦτα διδάσκει.</p><p>Ἰωαννου. Ὅρα τὴν συμμετρίαν. οὐ γὰρ ἐπέταξε καὶ ἐνομοθέτησεν
ἀπιέναι, ἀλλ’ οὐκ ἐκώλυσεν· ἀπελθόντας δὲ πάλιν ἀπαλάσσει
πάσης ὑποψίας. τί δή ποτε; ἵνα μὴ δόξη φόβου τινὸς <lb n="20"/>
εἰναι ἡ τοσαύτη πολυπραγμοσύνη καὶ δειλίας. ὁ μὲν γὰρ περιεργαζόμενος,
ὡς δεδοικὼς τοῦτο ποιεῖ. ὁ δὲ μετὰ τὸ ἀκοῦσαι ἀπεχόμενος,
ὡς καταφρονῶν καὶ μισῶν καὶ ἀποστρεφόμενος ἀπέχεται·
διόπερ ὁ Παῦλος ἀμφότερα κατασκεύασαι βουλόμενος, φησὶ,
“πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε. εἰ δέ τις ὑμῖν εἴπῃ τοῦτο <lb n="25"/>
“εἰδωλόθυτόν ἐστι· μὴ ἐσθίετε διὰ τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνεί-
“δησιν.” τοῦτ’ ἐστιν ἵνα μὴ βλαβῇ. οὐκ οὖν δεῖ περιεργάζεσθαι;
οὐ φησί. οὐδὲ γὰρ τὴν σὴν εἶπον συνείδησιν καὶ τὸν
μηνύσαντα. καὶ πάλιν· “συνείδησιν δὲ λέγω, οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ,
“ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. εἰ ἐγὼ χάριτι μετέχω· τί βλασφημοῦμαι <lb n="30"/>
“ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῶ;” ἐγὼ μὲν φησὶν εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ,
ὅτι οὕτω μὲ ὑψηλὸν πεποίηκεν καὶ Ἰουδαϊκῆς ταπεινότητος ἀνώτερον,
ὡς μηδαμόθεν βλάπτεσθαι. ὡς δὲ Ἕλληνες οὐκ εἰδότες μου
τὴν ΦιλοσοΦίαν τἀναντία ὑποπτεύουσιν· ἐροῦσι γὰρ ὅτι Χριστιανοὶ

<pb n="200"/>
τῶν ἡμετέρων ἐφίενται, καὶ ὑποκριταί τινές εἰσι, διαβάλλοντες
μὲν δαίμονας καὶ ἀποστρεφόμενοι, ἐπὶ δὲ τὰς τραπέζας αὐτῶν
τρέχοντες. οὗ τί γένοιτ’ ἃν ἀναισθητότερον; πόσης οὖν ἀνοίας ἃν
εἴη, ὑπὲρ ὣν οὕτως εὐεργετήθην ὡς καὶ εὐχαριστεῖν, ὑπὲρ τούτων
βλασφημίας αἴτιον γίνεσθαι;</p><lb n="5"/><p>Φωτίου. Εἰ σὺ, φησὶ, ἐκ χάριτος γέγονας τέλειος,
εἰδέναι μηδὲν εἶναι τὰ εἴδωλα, καὶ κατηρτισμένην ἔχεις ψύχην
εἰς τὸ μηδὲν παραβλάπτεσθαι, κἂν μετασχεῖν βουληθῇς τῶν
εἰδωλοθύτων, τί βλασφημεῖσθαι σαυτὸν παρασκευάζεις καὶ διὰ
σοῦ τὴν πίστιν καὶ τὸν Θεόν; καὶ τότε ἐπ’ ἐκείνῳ ὑπὲρ οὗ μᾶλλον <lb n="10"/>
ὠφέλεις εὐχαριστεῖν τελειωθεὶς τὴν διάνοιαν; αὐτὸς δὲ ἐφ’ ἑαυτοῦ
τὸν λόγον ἐσχημάτισεν, μετριώτερον τὸν ἔλεγχον ποιῶν· εἶτα
ἐπάγει, “εἴτε ἐσθίετε καὶ ἑξῆς, ὅτε τῶν ἐλέγχων ἔπαυσεν, τότε
τὸν εἰς ἑαυτὸν λύσας μετασχηματισμὸν, ἐξ εὐθείας αὐτοῖς παραινεῖ
λέγων, “εἴτε ἐσθίστε” καὶ ἑξῆς.</p><lb n="15"/><lb n="31"/><p>Εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα
<lb n="32"/> εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. ἀπρόσκοποι γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις
<lb n="33"/> καὶ Ἕλλησι καὶ τῆ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ· καθὼς
κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον,
<lb n="1"/> ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι. μιμηταί μου <lb n="20"/>
γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ.</p><p>Θεοδωρίτου. Καλῶς ἅπαντα περιέλαβεν καὶ τὸ καθίσαι
τὸ βαδίζειν καὶ τὸ διαλέγεσθαι, καὶ τὸ ἐλεεῖν καὶ τὸ παιδεύειν·
ὥστε πάντων ἕνα ἡγεῖσθαι σκοπὸν, τὴν τοῦ Θεοῦ δόξαν. οὕτω καὶ
ὁ Κύριος παρηγγύησεν, “λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν <lb n="25"/>
“ἀνθρώπων, ἵνα γνόντες τὰ καλὰ ἔργα ὑμῶν, δοξάζωσι τὸν Πα-
“τέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.” οὕτω κἀνταῦθα ἀπρόσκοποι
γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις καὶ Ἕλλησι καὶ τῆ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ.
ἐξ ὑμῶν πρόφασις σκανδάλου μηδεμία γινέσθω, μήτε τοῖς
ἀπιστοῦσι, μήτε τοῖς ἤδη πιστεύσασιν. “καθὼς ἐγὼ πάντα <lb n="30"/>
“πᾶσιν ἀρέσκω.” ἀλλὰ τοῦτο κολάκων ἴδιον· ἀλλὰ τὸ ἑξῆς
λεγόμενον, οὐ τῶν τοιούτων, “μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον,
“ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν ἵνα σωθῶσιν.” οἱ δὲ κόλακες οὐ τὸ ἀλλότριον
συμφέρον, ἀλλὰ τὸ οἰκεῖον ζητοῦσιν· μᾶλλον δὲ οὐδὲ τὸ

<pb n="201"/>
οἰκεῖον· ἑαυτοὺς γὰρ πρὸ τῶν ἄλλων λυμαίνονται· ὁ δὲ θεῖος
Ἀπόστολος τὸ μὲν οἰκεῖον οὐκ ἐζήτει· τὴν δὲ τῶν ἄλλων ἐπραγματεύετο
σωτηρίαν· δι’ ἐκείνων αὔξων τὸν ἀνώλεθρον πλοῦτον.
“μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ·” ταύτας μου τὰς
οἰκονομίας ζηλώσατε· καὶ γὰρ ἐγὼ τὸν δεσπότην μεμίμημαι· ὃς <lb n="5"/>
ἑτέρως μὲν Ἰουδαίοις, ἑτέρως δὲ τοῖς Ἀποστόλοις ὡμίλει· καὶ
ἄλλα μὲν τοῖς τελείοις, ἀλλὰ δὲ τοῖς ἀτελέσι προσέφερεν.</p><p>Ἰωάννου. Οὕτω, Φησὶ, πάντα πράττετε· ἵνα δοξάζεσθαι
Θεὸν ἀφορμὰς παρέχητε· ὡς ταγὲ νῦν γινόμενα καὶ ἀδοξίαν τῇ
πίστει προστρίβεται, καθὼς εἴρηται, “ἀπρόσκοποι γίνεσθε·” τοῦτ’ <lb n="10"/>
ἔστι μηδεμίαν μηδενὶ ψόγου παρέχοντες ἀφορμήν· ἔσται δὲ
τοῦτο, ἐὰν μήτε Ἕλληνα μήτε Ἰουδαῖον σκανδαλίσωμεν, μήτε
μὴν τοὺς ἀδελφούς· οὗτοι γὰρ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. ὅρα δὲ τὸ
μεῖζον ἔσχατον εἶπεν. καὶ γὰρ καὶ τοὺς ἄλλους ἐφέλκεσθαι
προσήκει πρὸς τὴν πίστιν, οὐ μὴν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς διώκειν. <lb n="15"/>
σημαίνει δὲ ἐκ τούτων πάντας σκανδαλιζόμενος, ἐκ τοῦ ἐσθίειν
αὐτοὺς εἰδωλόθυτα. εἶτα ἐπειδὴ δυσχερὲς ἐπέταξεν, ὑπευθύνους
γὰρ αὐτοὺς ἐποίησεν, καὶ τῆς Ἰουδαίων καὶ Ἐλλήνων βλάβης,
ἑαυτὸν εἰς παράδειγμα τέθεικεν· εὐπαράδεκτον ταύτῃ κατασκευάζων
τὸν λόγον. ὡς εἰ εἰπεν, “εἰς πάντα πᾶσιν ἀρέσκω.” ὅπερ <lb n="20"/>
καὶ ἄνω ἔλεγεν, “τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινας
“σώσω.” “μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμΦέρον.” ὥς ὁτ’ ἃν ἔλεγεν,
“εὐχόμην ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χρίστου ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν καὶ
“τῶν συγγενῶν μου.” τοῦτο γὰρ μίμησις Χριστοῦ, τὸ μὴ ἑαυτοῦ,
ἀλλὰ τῶν πλησίων κήδεσθαι c.</p><lb n="25"/><p>Φωτίου. Τὸ τῶν πολλῶν, φησὶ, συμφέρον, ἤπερ τὸ
ἐπειδὴ ἔνιοι ζητοῦσι μὲν τὸ τῶν πολλῶν, ἀλλ’ οἱ μὲν ἵνα κερδήσωσιν
αὐτῶν τὴν εὔνοιαν, ἐπὶ τῷ σφίσιν λυσιτελοῦν· οἱ δὲ ἵνα
παρ’ αὐτῶν ἐπαινεθῶσιν· οἱ δὲ ἵνα ἄλλου τινὸς ἐπιτύχωσι τοιούτου.
αὐτὸς τὸ τῶν πολλῶν φησὶ συμφέρον ἤπερ τὸ ἐμαυτοῦ. δείκνυσιν <lb n="30"/>
ἐφ’ ὅτῳ αὐτοὺς ἐσπούδασεν ἀρέσκειν, καὶ φησὶν, ὅτι ἐπὶ τὸ ἐκείνοῖς
συμφέρον, καὶ οὐχ ἁπλῶς συμφέρον ἀλλ’ ἔτι σαφέστερον ἵνα
σωθῶσί, φησι.</p><note type="footnote">c κείδεσθαι Cod.</note><pb n="202"/></div></div></body></text></TEI>