<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg012.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><head>ΚΕΦ. Γ.</head><p>Περὶ τοῦ μὴ δεῖσθαι δικῶν, καὶ ταῦτα ἐπὶ ἀπίστων.</p><lb n="30"/><lb n="1"/><p>τολμᾷ τις ὑμῶν, πρᾶγμα ἔχων πρὸς τὸν ἕτερον,
<lb n="2"/> κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ἀδίκων, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων; οὐκ
οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι ; καὶ εἰ ἐν ὑμῖν

<pb n="101"/>
κρίνεται ὁ κόσμος, ἀνάξιοί ἐστε κριτηρίων ἐλαχίστων ;
<lb n="3"/> οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν ; μήτι γε βιωτικά ;</p><p>Θεοδωρου. Ζητήσειεν ἄν τις τίνος ἕνεκεν ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους
πᾶσαν ἐξουσίαν ἀπὸ Θεοῦ φάσκων εἶναι, καὶ σφόδρα γὲ ἐπαίρων,
ἐνταῦθα ἀδίκους αὐτοὺς ἐκάλεσεν καθόλου ; ὅτι ἐκεῖ μὲν περὶ τοῦ <lb n="5"/>
δεῖν τὰ ὀφειλόμενα κἀκείνους πληροῦν διαλεγόμενος ὑπὸ Θεοῦ
κἀκεῖνα, εἰκότως τετάχθαι λέγει αὐτὰ καθ’ αὔτα, ἀπὸ τοῦ σκοποῦ
καθ’ ὃν τέτακται κρίνων αὐτά ἐνταῦθα δὲ πρὸς τοὺς διὰ τοῦ βούλεσθαι
τῷ τε χρόνῳ καὶ τῇ περιουσίᾳ καὶ τῇ δυναστείᾳ συντρίβειν
αὐτούς· πρὸς γὰρ οὐδὲν τούτων οἱ πένητες ἐξαρκεῖν δυνάμενοι, οὐ <lb n="10"/>
ῥαδίως τοῦ δικαίου τυγχάνειν δύνανται· ἀδίκους ἐκάλεσεν ἀπὸ τῆς
τούτων γνώμης· ἀντὶ τοῦ καταφεύγειν ἐπ’ ἐκείνους παρ’ οἷς δύνῃ
συγκαλύψαι τὴν κατὰ τοῦ πένητος ἀδικίαν διὰ πολλῶν· ὅθεν καὶ
καλῶς εἶπεν “ τολμᾷ.” “ οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἁγίοι τὸν κόσμον
“ κρινοῦσι;” παραιτεῖσθε q φησὶ τούτους ὑμεῖς, ὡν ἡ ἀρετὴ πάντα<lb n="15"/>
κρίνει τὸν κόσμον, οὐ κατὰ ἐξέτασιν, ἀλλὰ κατὰ παράθεσιν.</p><p>Θεοδωρίτου. Τὸ κρινοῦσιν, ἀντὶ τοῦ κατακρινοῦσι τέθεικεν.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἁγίους καλεῖ τοὺς ἡγιασμένους ἐν Πνεύματι· ἀδίκους
δὲ τοὺς οὕτω πεπιστευκότας ὡς ἑτοιμότατα λίαν πρὸς πᾶν
ὁτιοῦν ἰόντας τῶν κακῶν· ἀνεπιτήδευτον γὰρ τῶν ἀτόπων οὐδὲν <lb n="20"/>
τοῖς οὔπω τὸν r φησὶ καὶ ἀληθῶς εἰδόσι Θεόν.</p><p>Ἰωάννου. Σὺ τοίνυν ὁ μέλλων ἐκείνους τότε κρίνειν, πῶς
ὑπ’ ἐκείνων ἀνέχῃ κρίνεσθαι ; κρινοῦσι δὲ οὐκ αὐτοὶ καθήμενοι καὶ
λόγον ἀπαιτοῦντες· ἀλλὰ κατακρινοῦσιν· τοῦτο γοῦν δηλῶν ἐπήγαγεν.
“ καὶ εἰ ἐν ὑμῖν κρίνεται ὁ κόσμος, ἀνάξιοι ἐστε κριτηρίων <lb n="25"/>
ἐλαχίστων ; οὐ γὰρ εἶπεν ὑφ’ ὑμῶν ἀλλ’ ἐν ὑμῖν ὥσπερ
καὶ ὅταν λέγῃ “ βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται καὶ κατακρινεῖ
“ τὴν γενεὰν ταύτην.</p><p>Σευηριανοῦ. τινὲς ἐνταῦθα, φησὶ, τοὺς ἱερέας
ἀλλ’ ἄπαγε· περὶ γὰρ δαιμόνων ὁ λόγος αὐτῷ· περὶ ἐκείνων τῶν <lb n="30"/>
Ἀγγέλων περὶ ὧν φησὶν ὁ Χριστὸς, “ πορεύεσθε εἰς τὸ πῦρ τὸ
“ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ.”
καὶ ὁ Παῦλος· ὅτι καὶ “ οἱ Ἄγγελοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται
<note type="footnote">q παρετεῖσθε Cod. r Aliquid excidit.</note>

<pb n="102"/>
“ ὡς διάκονοι δικαιοσύνης.” ὅταν γὰρ αἱ ἀσώματοι δυνάμεις ἔλαττον
ἡμῶν εὑρεθῶσιν ἔχουσαι τῶν σάρκα περιβεβλημένων, χαλεπωτέραν
δώσουσι δίκην.</p><p>Ὡριγενουσ ὁμοίωσ καὶ Κυτίλλου. Εἰ δὲ ἔτι φιλονεικοῖεν
τινὲς ἱερέας λέγειν αὐτὸν, ἐρώμεθα, ποίους ἱερέας ; τοὺς βιωτικῶς <lb n="5"/>
περιπατήσαντας πάντως ; πῶς οὖν φησὶν, “ Ἀγγέλους κρινοῦμεν,
“ μήτι γε βιωτικά ” πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῶν βιωτικῶν τιθεὶς
τοὺς Ἀγγέλους εἰκότως· ἅτε τῆς τούτων χρείας ἐκτὸς γενομένους,
διὰ τὴν τῆς φύσεως ὑπεροχήν.</p><p>Θεοδωρου. Ὑφ’ ὧν ἅπας ὁ κόσμος κρίνεται· χρημάτων <lb n="10"/>
ἀμβισβήτησις ὑπὸ τούτων οὐ δύναται διαλύεσθαι ; ἐντρεπτικώτατον
δὲ μάλιστα τὸ ” εἰ ἐν ὑμῖν” συμπεριλαβὼν καὶ τοὺς παραιτουμένους·
ὡς ἂν αὐτῶν ἑαυτοὺς παραιτουμένων ἐν τῷ παραιτεῖσθαι
τοὺς ὁμοπίστους· κατὰ αὔξησιν δὲ φησὶν, ” οὐκ οἴδατε ὅτι Ἀγγέ-
“ λους κρινοῦμεν,” ὡς γὰρ μεῖζον τοῦτο ἐπήγαγεν· ἐπὶ μὲν οὖν <lb n="15"/>
τοῦ κόσμου ἐλάχιστα κριτήρια τὰ περὶ τῶν χρημάτων ἐκάλεσεν·
ὡς ἄγαν ὄντα μικρὰ τῇ πρὸς ἐκεῖνον συγκρίσει. ἐπὶ δὲ τῶν
Ἀγγέλων βιωτικά· ὡς ἃν ἐκείνων οὐ κατὰ τὸν βίον τοῦτον
ὄντων.</p><p>Φωτίου.“ τολμᾷ τις ὑμῶν πρᾶγμα ἔχων,” τούτων οὕτως φησὶ <lb n="20"/>
κατὰ τὸ προσῆκον ἐχόντων. καὶ τοὺς μὲν ἐν ὑμῖν ἀδελφοὺς κρίνειν
ἐχόντων τὴν ἐξουσίαν· ἐπὶ δὲ τοὺς ἔξω τοῦτο πράττειν οὐ συγχωρουμένων·
τολμᾷ τις τοὺς ἔξω καλεῖν κριτὰς ἑαυτοῖς γενέσθαι
ὑμῖν, καὶ οὐ καταδύεται κἂν εἰς λογισμοὺς τοῦτο λαβεῖν ; οἱ
πιστοὶ τοὺς πιστοὺς ἑαυτοῖς καθίσουσι κριτὰς, ἐκλέξονται δὲ ἀντὶ <lb n="25"/>
τῶν ἁγίων τοὺς ἀδίκους; σφοδρῶς δὲ τοῦτό φησι πανταχόθεν ἀσφαλιζόμενος
περιστέλλειν ἑαυτοὺς, καὶ μὴ διδόναι τοῖς ἀπίστοις λαβὴν
ἐν μηδενὶ, μήτε δικαζομένους, μήτε ἄλλο τι τῶν οὐχὶ σεμνῶν καὶ
εἰρηνικῶν διαπραττομένους· τοῦτο γὰρ οὔτε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ
δι’ αὐτοὺς βλασφημεῖσθαι παρεσκεύασεν· κἀκείνους ἐποίει πρὸς <lb n="30"/>
τὸν ἔρωτα διανίστασθαι καὶ τὸν θειασμὸν τῆς θρησκείας.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.“ Οὐκ οἴδατε ὅτι Ἀγγέλους κρινοῦμεν ”
τοὺς ἐκπεπτωκότας τῆς οἰκείας τάξεως γνώμης ἰδίας μοχθηρίᾳ·
εἰ τούτους κρινοῦμεν, ἤτοι ἐλέγξομεν, αὐτοὶ μετὰ σώματος ὄντες, τὸν
οἰκεῖον θεσμὸν οὐκ ἐτήρησαν· ἡμεῖς δὲ κατὰ τοὺς δοθέντας ἡμῖν ὑπὸ <lb n="35"/>

<pb n="103"/>
τοῦ κυρίου νόμους, κἀκείνων ἐπηρεαζόντων ἐπολιτευσάμεθα· εἰ οὖν
ἐκείνους ἐλέγξομεν καὶ ἀναπολόγητον ἑαυτοῖς καταστησόμεθα τὸ
ἁμάρτημα, πόσῳ μᾶλλον ἐσμὲν ἱκανοὶ τὰ βιωτικὰ διαλύειν φιλονεικήματα,
καὶ τὰς πρὸς ἀλλήλους δίκας καὶ ἔριδας ; εἰ δ᾿ οὔπω
τοῖς εἰρημένοις δυσωπεῖσθε s. ἀλλ’ ἔτι νομίζετε ὅτι τῶν πιστῶν <lb n="5"/>
τὸ δικαστήριον ἀσθενὲς ἔτι, καὶ ἀδύνατον εἰς τὸ διαλύειν τὰς
δίχας ὑμῶν, καὶ τὰς φιλονεικίας, ἀλλ’ οὖν εἰ καὶ ἀσθενεῖς καθ’
ὑμᾶς καὶ ἐξουθενημένοι ὦσιν οἱ πιστοὶ, καὶ ἀδύνατοι συνιδεῖν
δικαιοκρισίαν, ἄμεινόν ἐστι τούτους καθίζειν δικαστὰς ὅταν ἔχητε
χρείαν βιωτικῶν κριτηρίων· ἣ τοῖς ἀπίστοις εἰς κρίσιν ἑαυτοῖς <lb n="10"/>
ἐκδιδόναι· ἐξουθενημένους δὲ εἰπον φησὶν, ἐντρέπων ὑμᾶς καὶ
αἰσχύνων· ἐπεὶ πολλοί εἰσι διαλύειν ἐν ὑμῖν δίκας ἰσχύοντες καὶ
φιλονεικίας· πόσης γὰρ οὐκ ἔστιν αἰσχύνης καὶ καταγνώσεως
τοῦτο ; εἰ οὐκ ἔνι σοφὸς ἐν ὑμῖν, φησὶν, οὐδὲ εἷς, ὃς δυνήσεται
δικάσαι ἀνὰ μέσον ἀδελφῶν δικαζομένων ;</p><lb n="15"/><p>Διαφόρους δὲ ἀποδείξεις τίθησιν· τὸ μὴ δεῖν καταλιπόντας
τοὺς πιστοὺς, ἐπὶ τὸ τῶν ἀπίστων βαδίζειν κριτήριον· ἃ μὲν, ὅτι
εἰ ἡμεῖς νῦν οὐ κρίνομεν ἐκείνους, οἱ πιστοὶ τοὺς ἀπίστους· τί
γάρ μοι φησὶ καὶ τοὺς ἔξω κρίνειν ; πῶς οὐ μέγα ὄνειδος ὑπὸ
τῶν ἀπίστων κρίνεσθαι τοὺς πιστους ; εἰ οἱ μὲν ἄδικοι, οἱ ’δε ἅγιοι, <lb n="20"/>
πῶς οὐκ ἔστιν ἠλίθιον καταλιπόντα τοὺς ἁγίους, ἐπὶ τοὺς ἀδίκους
τρέχειν ; καὶ ταῦτα τυχεῖν ἐλπίζοντα τοῦ δικαίου. εἰ γὰρ οἱ ἅγιοι
τὸν κόσμον ἐλέγξουσι καὶ ἀναπόδραστον αὐτοῖς τὴν δίκην παρασκευάσουσιν,
ἐφ’ οἷς τῆς αὐτῆς φύσεως ὄντες καὶ τὰς ἀρετὰς
πράττοντες, οὐκ ἔσχον μιμουμένους τοὺς ἐλεγχομένους· πόσῳ <lb n="25"/>
μᾶλλον εἰσὶ δυνατώτεροι ἀναμεταξὺ δύο δικάζειν καὶ διακρίνειν ;
εἰ γὰρ Ἀγγέλους, τοὺς ἀσωμάτους δαίμονας ἐλέγχειν ἐσμὲν
δυνατοὶ· πόσῳ μᾶλλον τοὺς ὁμοφυεῖς καὶ ὁμοδιαίτους;</p><p>Εἰ καὶ μὴ ἴσχυον οἱ πιστοὶ δικάζειν, ἄμεινον ἦν καὶ οὕτως
ἐπὶ αὐτῶν ἣ ἐπὶ τῶν ἀπίστων κρίνεσθαι· καὶ πρὸ τούτων εἰ τὸν <lb n="30"/>
κόσμον κρίνομεν φησὶ, πῶς οὐκ ἔστιν ἀνάξιον ὑμῶν κρίνεσθαι ὑπὸ
τῶν ἀπίστων· τοῦτο γὰρ δηλοῖ διὰ τὸ εἰπεῖν, ” καὶ εἰ ἐν ὑμῖν κρί-
“ νεται ὁ κόσμος· ἀνάξιοί ἐστε κριτηρίων ἐλαχίστων·” παραθεὶς δὲ
τὰς τοσαύτας ἀποδείξεις, ὅτι οὐ δεῖ κρίνεσθαι ἐπὶ ἀπίστων· ἐπὶ
<note type="footnote">s Cod. δυσωπήσθεαι, ded. ex Ed.</note>

<pb n="104"/>
τὸ τελειότερον ἀνάγει τὸν λόγον· καὶ φησὶ, τί λέγω ὅτι οὐ δεῖ
κρίνεσθαι ὑμᾶς ἐπὶ ἀπίστων ; ἄμεινον ἦν μηδὲ ἐπὶ πιστῶν· ἀλλὰ
πολλῷ ἄμεινον ἦν μηδὲ δίκας ἔχειν πρὸς ἀλλήλους· αὐτὸ γὰρ τὸ
αἰτιᾶσθαι πρὸς ἀλλήλους, ἥττημα ὑμῶν ἐστιν. ἄριστον μὲν οὑν
μηδένα μήτε ἀδικεῖν μήτε ἀδικεῖσθαι· οὕτω γὰρ κοινὴ πάντων ἦν <lb n="5"/>
ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ σωτηρία. εἰ δὲ δυοῖν ἀνάγκη θάτερον, αἱρετώτερον
τοῦ ἀδικεῖν τὸ ἀδικεῖσθαι· τὸ μὲν γὰρ ἐκβάλλει τῆς βασιλείας,
τὸ δὲ ταὐτὴν προξενεῖ. εἰ δὲ οὐ μόνον οὐχ αἱρεῖσθε ἀδικεῖσθαι,
ἀλλὰ καὶ ἀδικεῖτε, καὶ τότε ἀδελφοὺς καὶ ὁμοπίστους· εἰς οἷον
ὑμῖν τὰ τῆς τιμωρίας χωρήσει ;</p><lb n="4"/><p>βιωτικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε, τοὺς ἐξουθενημένους <lb n="10"/>
<lb n="5"/> ἐν τῆ ἐκκλησίᾳ, τούτους καθίζετε. πρὸς ἐντροπὴν
ὑμῖν λέγω· οὕτως οὐκ ἔστιν ἐν ὑμῖν σοφὸς οὐδὲ εἷς, ὃς
δυνήσεται διακρῖναι ἀνὰ μέσον τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ;
<lb n="6"/>ἀλλὰ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται, καὶ τοῦτο ἐπὶ
<lb n="7"/> ἀπίστων ; ἤδη μὲν οὖν ὅλως ἥττημα ἐν ὑμῖν ἐστι, ὅτι <lb n="15"/>
κρίματα ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν. διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀδικεῖσθε;
<lb n="8"/> διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀποστερεῖσθε ; ἀλλὰ ὑμεῖς
<lb n="9"/>ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε, καὶ ταῦτα ἀδελφούς. ἢ οὐκ
οἴδατε ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν ;</p><p>Θεοδωρου. “ Βιωτικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε, τοὺς ἐξου- <lb n="20"/>
“ θενημένους ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, τούτους καθίζετε·” καὶ ἵνα μὴ
δοκῇ κελεύειν αὐτοῖς ἀληθῶς τοὺς ἁπάντων εὐτελεστέρους ἐπιζητειν
οἵτινες εἰσι, καὶ τούτους ἔπι τῶν τοιούτων αἱρεῖσθαι κριτὰς,
πρὸς ἐντροπὴν υμῖν, φησὶν λέγω τίνες δὲ οἱ κρίνειν όφείλοντες
ἐπάγει.</p><lb n="25"/><p>Θεοδωρίτου. Ὁ πάντων εὐτελέστατος καὶ τῆς Ἐκκλησίας
ἔσχατος κρείττων ἐστὶ τῶν παρ’ ἐκείνοις νομιζομένων ἐπιστημόνων·
οὐ γὰρ τοὺς εὐτελεστάτους τῆς Ἐκκλησίας κρίνειν κελεύει· καὶ
τοῦτο δηλοῖ τὰ ἑξῆς· “ πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω οὕτως· οὐκ ἔνι
ἐν ὑμῖν σοφὸς οὐδὲ εἷς, ὃς οὐ δυνήσεται ἀνακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ <lb n="30"/>
ἀδελφοῦ αὐτοῦ· ἀλλὰ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται· καὶ τοῦτο
“ ἐπὶ ἀπίστων. ” πολλὰ τὰ ἄτοπα ἔδειξεν· πρῶτον μὲν τὸ πιστὸν
ὄντα δικάζεσθαι· τοῦτο γὰρ λέγει ἀδελφόν· εἶτα τῷ ὁμοπίστῳ·

<pb n="105"/>
πάντων δὲ χαλεπώτατον τὸ καὶ ἀπίστῳ κριτῇ· εἰδέναι μέντοι χρὴ
ὡς οὐκ ἐναντία ταῦτα τοῖς πρὸς Ῥωμαίους γράφεσθαι· οὐ γὰρ
ἀντιτείνειν κελεύει τοῖς ἄρχουσιν· τὸ γὰρ αἱρεῖσθαι ἣ παρὰ τοῖς
ὁμοπίστοις δικάζεσθαι, ἐξήρτητο γνώμης τῆς αὐτῶν.</p><p>Κυτίλλου. Μικρὸν κομιδῆ καὶ τοῦ μηδενὸς ἄξιον τοῖς ἄγαν <lb n="5"/>
ἐπιεικέσιν ἐν ἐκκλησίᾳ τὸ κρίνειν ἐστὶ τὰ βιωτικά. πεπαιδεύμεθα
δὲ καὶ τοῦτο παρὰ τοῦ Κυρίου· προσῄει μὲν γάρ τις αὐτῷ λέγων·
“ διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ἀδελφῷ μοῦ μερίσασθαι μετ’ ἐμοῦ τὴν
“ κληρονομίαν·” ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν φησὶ, “ τίς με κατέστησε
“ κριτὴν ἣ μεριστὴν ἐφ’ ὑμᾶς; ” πρέποι γὰρ ἃν μᾶλλον καὶ νουνεχεστέροις <lb n="10"/>
ἐν ἐκκλησίᾳ τὸ κρίνειν τὰ πνευματικά· τὸ βασανίζειν
εὐτέχνως τὸν περὶ πίστεως λόγον· ἐνηρίθμηται δὲ τοῦτο τοῖς
ἄνωθεν καὶ διὰ τοῦ Πνεύματος ἀγαθοῖς· δίδοται γάρ τισι λόγος
σοφίας καὶ λόγος γνώσεως· ἑτέροις δὲ καὶ διάκρισις πνευμάτων.</p><p>Ὡριγενουσ.s. Δυσωπεῖ τοὺς ἐν Κορίνθῳ ἁμαρτάνοντας καὶ <lb n="15"/>
ἀσχολουμένους περὶ δικαστήρια καὶ βιωτικὰς χρείας καὶ ταλαιπωρίας,
καὶ φησὶν ὅτι ἐκλήθητε ἐπὶ τοῦτο, ἵνα τελειωθέντες
κρίνητε Ἀγγέλους, οὐχὶ δὲ μᾶλλον δυνήσεσθαι ἐάν ποτε ἀδελφὸς
μετὰ ἀδελφοῦ κρίνηται κρίνειν τὰ βιωτικὰ τῶν ἀδελφῶν· “ βιω-
“ τικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε” καὶ τὰ ἑξῆς· ἀληθῶς μὲν <lb n="20"/>
ἐνίοτε τοιαῦτα επο t ἐστὶ τὰ τῶν κρινομένων, ὡς μὴ δεῖσθαι σοφοῦ
τοῦ δικάζοντος· ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς ἐξουθενημένους μένους ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ.
γένοιτο δ’ ἄν ποτε τὰ τῶν δικαζομένων, ὡς καὶ σοφοῦ δεῖσθαι
δικαστοῦ. ὃ δὲ λέγω οὕτως ἔσται σαφὲς, ἐὰν οἱ δικαζόμενοι
δεόνται νόμων κοσμικῶν καὶ ἐμπείρων δικαστῶν, οὐ γραφῆς οὐδὲ <lb n="25"/>
νόμου τοῦ ἐν τῇ γραφῇ, ἀλλ’ οἱονεὶ υἱῶν τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμωτέρων
δοκῶσιν εἶναι. πιστοὶ ἔσονται κριταὶ οἱ ἐξουθενημένοι ἐν
τῇ ἐκκλησίᾳ· καὶ ἔσται ψόγος τῶν κρινομένων, ὅτε δέονται καὶ
τῶν ἐξουθενημένων μᾶλλον ἣ τῶν σοφῶν· ὁ μὲν γὰρ τῷ λόγῳ
ἀκολουθῶν, εἰ καὶ δεῖται κριτοῦ, δεῖται μᾶλλον σοφοῦ, ἵνα νουθετηθῇ <lb n="30"/>
ἀπὸ τῆς σοφίας τοῦ σοφοῦ εἰσφέροντος αὐτῷ λόγους οἰκοδομοῦντας.</p><p>“ τοὺς ἐξουθενημένους οὖν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τούτους καθίζετε u.
“ πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω οὕτως· οὐκ ἔνι ἐν ὑμῖν οὐδεὶς σοφὸς ὃς
<note type="footnote">s (??) Cod. t sic. u Sic.
Ρ</note>

<pb n="106"/>
“ δυνήσεται ἀνακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ” ἐγκαλεῖ
τῇ Κορινθίων ἐκκλησίᾳ, ὅτι καίτοι ἐν μέσῃ τῇ Ἑλλάδι καθεζόμενοι,
σοφοὺς οὐκ εἶχον ἀληθινούς· καίτοι γε προειπὼν ὅτι πολλοὶ
ἐπαγγέλλονται σοφίαν παρ’ αὐτοῖς, δι’ οὓς καὶ εἶπεν τὸ “ ὁ δρασ-
“ σόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν.” ἀλλ’ οἱ μὲν εἰσὶ <lb n="5"/>
σοφοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου οἱ δὲ σοφοὶ κατὰ Θεόν. ᾔδει δὲ ὁ
Παῦλος ἐκείνους· διὰ τοῦτο φησὶν οὕτως, “ οὐκ ἔνι ἐν ὑμῖν σοφὸς
“ ὃς δυνήσεται ἀνακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ· ἀλλ’
“ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται, καὶ τοῦτο ἐπὶ ἀπίστων ;
ἔχομεν ἄρχοντας τῆς ἐκκλησίας ἐφ’ οὓς ὀφείλομεν ἀναφέρειν τὰς <lb n="10"/>
ἡμετέρας κρίσεις· ἵνα μὴ καταγελώμεθα ἐν τοῖς τῶν ἐθνῶν δικαστηρίοις.
“ ἤδη μὲν οὖν ἥττημα ὑμῖν ἐστιν ὅτι κρίματα ἔχετε
“ μεθ’ ἑαυτῶν·” οὐ μεμνημένοι τοῦ “ διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀποστε-
“ ρεῖσθε ;” ἀποστῶμεν τῶν κριμάτων, τῶν βημάτων τῶν
τοῦ ἔχειν δίκας καὶ πράγματα. ὁ γὰρ κρίματα ἔχων μετὰ τοῦ <lb n="15"/>
ἀδελφοῦ ἤδη ἥττηται, καὶ ὁ ἀδικούμενος νενίκηκεν· ὁ τυπτόμενος
καὶ κακολογούμενος μηδὲ ἀμειβόμενος τὸν ταῦτα ποιοῦντα,
νενίκηκεν· φυλάττει γὰρ τὴν ἐντολὴν τὴν λέγουσαν “ διατὶ οὐχὶ
“ μᾶλλον ἀδικεῖσθε ; διατὶ οὐχὶ μᾶλλον ἀποστερεῖσθε ; ἀλλ’
“ ὑμεῖς ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε· καὶ τοῦτο ἀδελφούς.” πῶς μὲν <lb n="20"/>
οὖν ὁ ταῦτα ποιῶν ἁμαρτάνει, ὅσῳ δὲ τιμιώτερον ἔστι τὸ ἀδικούμενον
πρόσωπον· τοσούτῳ τὸ ἁμάρτημα χαλεπώτερον. καὶ γὰρ
εἰ ἀδικεῖ τις τὸν μακάριον δυνάμει, Χριστὸν ἀδικεῖ, καὶ Χριστὸν
ἀποστερεῖ· “ ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ἄδικοι Θεοῦ βασιλείαν οὐ κληρονο-
“ μήσουσιν·” εἰ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ἔστιν· Χριστὸς <lb n="25"/>
δὲ ἡ δικαιοσύνη ἐστίν· ὁ δίκαιος βασιλείαν Θεοῦ κληρονομεῖ ἐν
Χριστῷ δικαιοσύνῃ ὄντι· καὶ ἀκολούθως ὁ ἐν τῇ ἐναντίᾳ καταστάσει,
οὗτος οὐ κληρονομεῖ βασιλείαν Θεοῦ· “ μὴ πλανᾶσθε·
“ οὔτε πόρνοι·” μηδεὶς ὑμᾶς πλανάτω πιθανοῖς λόγοις· ἐλεήμων,
χρηστὸς, φιλάνθρωπός ἐστιν ὁ Θεὸς, ἀφίησι τὰ ἁμαρτήματα· <lb n="30"/>
“ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ
“ Χριστοῦ· ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ
“ ἔπραξεν· εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν·” μηδεὶς προφασιζέσθω, νέος
ἤμην, ἄγαμος ἤμην, πρὶν γυναῖκα λαβεῖν πεπόρνευκα· διατί δὲ
οὐκ ἔλαβες γυναῖκα· οὐ πιστεύεις, ὅτι εἰ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ <lb n="35"/>

<pb n="107"/>
φθείρει, τοῦτον ὁ Θεός ; “ ἀλλ’ αἴρεις τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ
“ ποιεῖς πόρνης μέλη ;” ὁ πορνεύων εἰς τὸν τῶν ὅλων Θεὸν
Φωτίου. “ βιωτικὰ μὲν οὖν ἐὰν ἔχητε κριτήρια·” τοῦτ’
ἐὰν χρείαν αὐτῶν ἔχητε· ἐὰν ἀνάγκη εἶναι αὐτὰ ἐν ὑμῖν· ἐὰν δὲ
συστῆναι αὐτά· καὶ ἡ μὲν πρόχειρος ἔννοιά τε καὶ σύνταξις αὐτή· <lb n="5"/>
ἔνι δὲ καὶ βαθυτέραν τὴν λέξιν διελόντα συνιδεῖν καὶ τὸ νόημα
ἀναπτύξαι.</p><p>Μῆ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε
<lb n="10"/> μοιχοὶ, οὔτε μαλακοὶ, οὔτε ἀρσενοκοῖται, οὔτε κλέπται,
οὔτε πλεονέκται, οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ <lb n="10"/>
<lb n="11"/> ἅρπαγες, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν. καὶ
ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε,
ἀλλ’ ἐδικαιώθητε, ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ,
καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.</p><p>Ὠριγένουσ. “ Μῆ πλανᾶσθε οὖν, οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλο- <lb n="15"/>
“ λάτραι, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν·” οὕτω δὲ οὐδὲ
μοιχοί. ὁ πορνεύων φθείρει τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ· ὁ δὲ μοιχεύων,
πρὸς τούτους καὶ εἰς τὸν ἄνδρα πλημμελεῖ· οὐδὲ μοιχοὶ οὖν· ἀλλ’
οὐδὲ “ μαλακοῖ’ παρακαλοῦμεν οὖν καὶ ὑμᾶς ὦ παῖδες, τηρῆσαι
τὴν ἑαυτῶν ὥραν καθαρὰν, καὶ μὴ μολυνθῆναι τοιούτῳ γυναικείῳ <lb n="20"/>
μολυσμῷ· οὐδὲ “ ἀρσενοκοῖται” βασιλείαν Θεοῦ κληρονομήσουσιν·
ἀλλ’ ἀπείη ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κἂν ἕνα τοιοῦτον εὑρεθῆναι. εἰτα ἐπικαταβαίνει
καὶ ἐπὶ τὰ ἐλάττονα δοκοῦντα εἶναι ἁμαρτήματα
λέγων· “ οὔτε κλέπται·” τοῦτο δὲ ἁμάρτημα τὸ τῆς κλοπῆς·
σχεδὸν πάντες οἱ στρατευόμενοι ἁμαρτάνουσι· μὴ ἀρκούμενοι τοῖς <lb n="25"/>
ὀψωνίοις, ὡς ἐδίδαξε τὸ Εὐαγγέλιον· ἀλλὰ διασείοντες καὶ συκοφαντοῦντες·
ἀλλὰ καὶ οἱ ἐν ταῖς πραγματείαις ψεῦσται εἰσὶν, οὐ
κληρονομοῦντες τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ· οὕτως δὲ καὶ οἱ ἐν ταῖς
πραγματείαις πλεονεκτοῦντες, πλεονέκται εἰσίν· καὶ ἄλλοι μέθυσοι·
ἀλλὰ καὶ λοιδόρους φησὶ μὴ κληρονομεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ <lb n="30"/>
Θεοῦ· μηδενὸς οὖν βασιλεύει ἡ ἁμαρτία· δεῖ γὰρ καθαρὰν εἶναι
τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ πάντων ἁμαρτημάτων καὶ πταισμάτων,
ἵνα ὁ Θεὸς βασιλεύῃ.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἴνα δὲ μὴ τῶν πρὸ τοῦ ἁγίου

<pb n="108"/>
μνημονεύοντες ἀπαγορεύσωσι τὴν σωτηρίαν ἀναγκαίαν, ἐπήγαγεν,
“ καὶ ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλ’ ἀπελούσασθε, ἀλλ’ ἡγιάσθητε· ἀλλ’
“ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύ-
“ ματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν·” σαφῶς ἔδειξε τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος
τὴν ἰσότητα· συνέταξεν δὲ καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς τὴν <lb n="5"/>
μνήμην· τῇ γὰρ ἐπικλήσει τῆς τριάδος ἁγιάζεται τῶν ὑδάτων
ἡ φύσις, καὶ χορηγεῖται τῶν ἁμαρτημάτων ἡ ἄφεσις.</p><p>Θεοδωρου. ταῦτα γάρ φησιν· εἰ καὶ πρότερον ἐπράττετε·
ἀλλὰ νῦν τετυχηκότες ἁγιασμοῦ τῇ τοῦ Πνεύματος μετουσίᾳ, διὰ
τῆς ἐπὶ τὸν Χριστὸν πίστεως, μετὰ πάσης ἀποφεύγειν προσήκει <lb n="10"/>
τῆς σπουδῆς.</p><p>Θεοδωρίτου. Εἶτα πάλιν τὸν περὶ τῆς πορνείας
λόγον· ὡς εἶναι κατὰ παρέκβασιν κείμενα τὰ πρὸς τοὺς ἀδικοῦντας
μὲν, οὐκ ἐμμένοντας δὲ τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς κριτηρίοις καὶ
φησὶ “ πάντα μοι ἔξεστιν.”</p><lb n="15"/><lb n="12"/><p>Πάντα μοι ἔξεστιν· ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει. πάντα
μοι ἔξεστιν· ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.
<lb n="13"/> τὰ βρώματα τῆ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν·
ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ
σῶμα οὐ τῆ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ <lb n="20"/>
<lb n="14"/> σώματι· ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρεν, καὶ ἡμᾶς
ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.</p><p>Θεοδωρίτου. “ Πάντα μοι ἔξεστιν ” κατ’ ἐρώτησιν
εἶτα κατὰ ἀπόκρισιν, “ ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει·” οὕτω
δὲ καὶ τὰ ἑξῆς· “ πάντα μοι ἔξεστιν ; ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθή- <lb n="25"/>
“ σομαι ὑπό τινος.” τοῦτο λέγει ὅτι οὐκ ὑπὸ τῷ νόμῳ πολιτεύει,
καὶ ὅτι αὐτεξούσιος εἶ, καὶ αὐθαίρετον ἔχεις τὴν γνώμην· ἀλλ’ οὐ
λυσιτελεῖ σοι πανταχοῦ κεχρῆσθαι· ὅτ’ ἂν γάρ τι τῶν ἀτόπων
ἐπιτελέσῃς, ἀποβάλλεις τὴν ἐξουσίαν, καὶ δοῦλος γίνῃ τῆς
ἁμαρτίας.</p><lb n="30"/><p>Θεοδωρου. Ἀλλὰ τοῦτο φὴς, φησὶν, ὅτι “ πάντα μοι ἔξεστιν·”
εἶτ᾿ αὐτὸς ἐπιφέρει, “ ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει·” οὐκ ἀνελὼν τὸ
ἐξεῖναι τέως· ἀλλὰ τὸ μὴ δεῖν τῇ ἐξουσίᾳ κεχρῆσθαι· ἐπειδὴ γὰρ
οὐ πάντα συμφέρει· δῆλον ὡς οὐ πᾶσι χρηστέον. ἀλλὰ τοῖς

<pb n="109"/>
ὠφελοῦσι μόνοις· εἰτα πάλιν τὴν ἀντίθεσιν τεθεικὼς, ἑτέρως αὐτὴν
μεθώδευσε· “ πάντα μοι ἔξεστιν· ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι
“ ὑπό τινος.” ὁρῶ γάρ φησιν οὐδὲ τὴν ἐξουσίαν μοι σωζομένην
ἀκέραιον, ἄνπερ δὴ πᾶσιν ἁπλῶς ὑπάγωμαι, μὴ πρὸς τὸ συμφέρον
τὴν χρῆσιν ἀυτῶν ποιούμενος οὐτῶ δὲ κατὰ συγχώρησιν τοῦ <lb n="5"/>
πάντα ἐξεῖναι τὸ καὶ πάντα πράττειν ἀνελὼν δεῖ· οὕτω δείκνυσιν
ὅτι οὐδὲ πάντα ἔξεστιν· ἀλλ’ ὅσα μὴ νόμῳ τινὶ ποιεῖν κεκωλύμεθα·
κατὰ παράθεσιν, τινὰ μὲν ἐν ἡμῖν, τινὰ δὲ οὐκ ἐν ἡμῖν,
ἀποφαίνων.</p><p>Ὠριγένουσ. Ὑπὲρ ἄνω ὧν ἔλαβαν x ἐξουσίαν· ἃ καὶ ποιήσαντες<lb n="10"/>
οὐχ ἁμαρτησόμεθα· οὕτω γὰρ φιλοτιμότεροι πολιτευόμενοι
πολιτεύονται· “ μὴ οὐκ ἔχομεν” γάρ,φησιν ὁ Ἀπόστολος, “ ἐξουσίαν
“ φαγεῖν καὶ πιεῖν ; μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα
“ περιάγειν· ὡς καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου
“ καὶ Κηφᾶς ; ἣ νόμῳ ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν μὴ <lb n="15"/>
“ ἐργάζεσθαι ;” ἀλλ’ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ· οὐκ
ἐξῆν μὲν τῷ Ἀποστόλῳ ταῦτα πάντα ἐν τοῖς τόποις οἷς παρεθέμην.
συνεξετάζων δὲ αὐτὰ τῷ αὐτοῦ συμφέροντι καὶ τῇ οἰκονομίᾳ τῆς
ἐκκλησίας, ἑώρα ὅτι ἔξεστι μέν. ἐὰν ποιήσῃ, οὐχ ἁμαρτήσεται·
κρεῖττον δὲ ποιεῖ οὐ χρησάμενος τῇ ἐξουσίᾳ. καὶ πάλιν· πάσῃ <lb n="20"/>
παρθένῳ ἔξεστι γαμεῖσθαι· ἀλλ’ ἡ καλὴ καὶ ἀγαθὴ οὐχ ὡς μὴ
ἐξὸν γαμεῖν ἀπέχεται τοῦ γαμεῖν· ἀλλ’ ἀναβᾶσα τὴν ἐξουσίαν
καὶ βουλομένη καθαρὰ εἶναι, καὶ τῷ σώματι καὶ τῷ Πνεύματι
παρθενεύει· ἀλλὰ καὶ ἀνδρὸς τελευτήσαντος, οὐ κεκώλυται y ἡ
διγαμία παντελῶς· ἐὰν γάρ φησιν ὁ ἀνὴρ ἀποθάνῃ· ἐλευθέρα ἐστὶν <lb n="25"/>
ᾧτ’ θέλει γαμηθῆναι, μόνον ἐν Κυρίῳ· ἀλλ’ ἀκούσασα ἡ καλὴ γυνὴ
μακαριώτερα ἐστιν, ἔαν οὕτως μείνῃ κάτα τὴν ἐμὴν γνώμην. οὐ
κέχρηται τῇ ἐξουσίᾳ. “ πάντα μοι ἔξεστιν· ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξου-
“ σιασθήσομαι ὑπό τινος.” ἔχει τι ὁ λόγος ὑψηλότερον· εἰ γὰρ
“ οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ παλὴ πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς <lb n="30"/>
ἀρχὰς καὶ πρὸς τὰς ἐξουσίας ὁτ’ ἀν’ η ἐξουσία κρατήσῃ,
ἐξουσιάσθην ὑπ’ ἐκείνης· ἐὰν δὲ πᾶσαν ἐξουσίαν νικήσω, οὐκ
ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.</p><p>Σευηριανοῦ. Οὐ προσώπου λέγει, ἀλλὰ πράγματος ἀπὸ
<note type="footnote">x ἔλαβων Cod. y οὐκ ἐκώλυται Cod.</note>

<pb n="110"/>
περὶ τούτων γὰρ ὁ λόγος “ τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία
“ τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει.”</p><p>ἸωάννουΖ. Κοιλίαν ἐνταῦθα οὐ τὴν γαστέρα, ἀλλὰ τὴν γαστριμαργίαν
λέγει· ὡς ὅτ’ ἃν λέγῃ “ ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία,” οὐ περὶ
τοῦ μέλους λέγων, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀδηφαγίας. τι δέ ἐστι “ τὰ <lb n="5"/>
“ βρώματα τῇ κοιλίᾳ ” τὰ βρώματά φησι πρὸς τὴν γαστριμαργίαν
ἔχει φιλίαν, καὶ αὕτη πρὸς ταῦτα· καὶ οὐ δύναται πρὸς τὸν
Χριστὸν ἡμᾶς ἄγειν· ἀλλὰ πρὸς ταῦτα ἕλκει· πάθος γὰρ χαλεπὸν
καὶ θηριῶδες ἐστίν· καὶ δούλους ποιεῖ, καὶ ταύτῃ διακονεῖσθαι
παρασκευάσει· “ ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει·” <lb n="10"/>
οὐ τὴν γαστέρα λέγων, ἀλλὰ τὴν ἄμετρον ἐπιθυμίαν· οὐδὲ τὴν
τροφὴν ἀλλὰ τὴν τρυφήν· πρὸς γὰρ ἐκεῖνα οὐ δυσχεραίνει· ἀλλὰ
καὶ νομοθετεῖ περὶ αὐτῶν λέγων οὕτως· ” ἔχοντες τροφὰς καὶ
“ σκεπάσματα· τούτοις ἀρκεσθησόμεθα·” τινὲς δὲ φασὶν ὅτι
προφητεία τὸ εἰρημένον ἐστὶ, τὴν ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι κατάστασιν <lb n="15"/>
δηλοῦσα· καὶ ὅτι οὐκ ἔστιν ἐκεῖ φαγεῖν οὐδὲ πιεῖν· εἰ δὲ τὸ σύμμετρον
ἕξει τέλος, πολλῷ μᾶλλον τῆς ἀμετρίας ἀπέχεσθαι δεῖ.</p><p>Ὠριγένουσ.a. Μῆ νομίσῃς ὅτι ὥσπερ ἡ κοιλία γέγονεν τοῖς
βρώμασι καὶ τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ. οὕτω καὶ τὸ σῶμα γέγονε
διὰ συνουσιασμόν· εἰ θέλεις τὸν προηγούμενον λόγον μαθεῖν διὰ τι <lb n="20"/>
γέγονεν, ἄκουε· ἵνα ναὸς ᾗ τῷ Κυρίῳ· καὶ ἵνα ἡ ψυχὴ ἁγία
καὶ μακαρία οὖσα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὡσπερεὶ θεραπεύουσα,
ἱερεὺς γένηται τοῦ ἔνδον Ἁγίου Πνεύματος· καὶ ὁ Ἀδὰμ γὰρ σῶμα
εἶχεν ἐν τῷ παραδείσῳ· ἀλλ’ ὅμως ἐν αὐτῷ τῷ παραδείσῳ οὐκ
ἔγνω Ἀδὰμ Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅτε ἐξεβλήθη μετὰ <lb n="25"/>
τὴν παρακοήν· ταῦτα δὲ λέγω οὐ περιγράφων τὸν γάμον· οἰδα
γὰρ ὅτι εἴ τις οὐκ ἐγκρατεύεται, γαμεῖν ὀφείλει· κρεῖσσον γάρ
ἐστι γαμεῖν, ἣ πυροῦσθαι· ἀλλ’ εἰ καὶ συγκεχώρηται τὸ πρᾶγμα·
οὐ προηγουμένως, ἀλλὰ δι’ ἀσθένειαν· τὸ γὰρ προηγούμενον ἁγνεύειν
καὶ καθαρεύειν καὶ σχολάζειν τῇ προσευχῇ.</p><lb n="30"/><p>Θεοδωρίτου. Κεφαλὴν ἡμῶν πολλάκις τὸν Κύριον προσηγόρευσεν·
τούτῳ τοίνυν ὡς κεφαλῇ συνῆπται τὸ σῶμα οὐ γὰρ
ὥσπερ ἡ γαστὴρ τροφῆς δοχεῖον ἐγένετο· οὕτως τὸ σῶμα διὰ τὴν
πορνείαν δεδημιούργηται· ” ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρεν· καὶ
<note type="footnote">z (??) Cod. a (??) Cod.</note>

<pb n="111"/>
“ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ·” μὴ καταφρονήσῃς ὡς
νεκροῦ τοῦ δεσπότου· ἐγήγερται γάρ· ἐγερεῖ δὲ ἡμᾶς ὁ τοῦτον
ἐγείρας Θεὸς, τῇ τοῦ ἐγερθέντος δυνάμει· ἐδίδαξε τοίνυν σαφῶς
ὡς ἠγέρθη μὲν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, ἐγερεῖ δὲ ἡμᾶς ὡς Θεός.
Θεοδωρου. Οὐδὲ συγκαταλύεσθαι τῷ παρόντι βίῳ τὸ ἡμέτερον <lb n="5"/>
νομίζομεν σῶμα· ὁ γὰρ τὸν Χριστὸν ἀναστήσας, καὶ ἡμᾶς
ἀναστήσει πάντως· ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τοῦ ἐσθίειν ἐξουσίαν ἔδωκεν,
ἀπό τε τοῦ πρὸς τοῦτο γεγενῆσθαι, καὶ ἀπὸ τοῦ παύεσθαι πάντως·
οὕτως ἐπὶ τοῦ πορνεύειν τὸ μὴ ἐξεῖναι συνέστησεν, ἀπό τε τοῦ μὴ
πρὸς τοῦτο γεγενῆσθαι, καὶ ἀπὸ τοῦ τὸ σῶμα μετὰ τὴν ἀνάστασιν <lb n="10"/>
ἔσεσθαι πάλιν.</p><p>Ἰωάλλου b. Σφόδρα εὐκαίρως ἐνταῦθα τῆς ἀναστάσεως ἀνέμνησεν,
ταῖς ἐλπίσιν ἐκείναις καταστέλλων τῆς ἀδηφαγίας τὴν
τυραννίδα· καὶ μονονουχὶ λέγων, ἔφαγες, ἔπιες ἀσώτως· καὶ τί
τὸ πέρας ; οὐδέν· ἀλλ’ ἣ φθορὰ μόνη.</p><lb n="15"/><p>Ὠριγένουσ. τοῦ γὰρ ἤδη ἐγερθέντος μετὰ Χριστοῦ καὶ
γενομένου τῇ ἀναστάσει αὐτοῦ καὶ τῆ καινότητι τῆς ζωῆς,
τὸ σῶμα ὀφείλει εἶναι οὐδενὸς ἢ τοῦ Κυρίου.</p><p>Οἰκουμενίου. Ἢ καὶ ἔτι νηπίοις οὖσιν ἔδει
καὶ πρὸς τὴν νηπιότητα αὐτῶν λαλεῖν.</p><lb n="20"/><p>Φωτίου. Εἰ μὲν ἁπλῶς βρώματα τὴν τροφὴν δεῖ ἐκλαβεῖν,
καὶ κοιλίαν τὴν ὑποδοχὴν τῶν σιτίων, ἄμεινον εἰς προσαγόρευσιν
τοῦ μέλλοντος ἐκδέχεσθαι τὸ ἐπαγόμενον· οἷον, ὁ δὲ Θεὸς καὶ
ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει· τοῦτ’ ἐστιν ἀλλὰ ταῦτα ἐν τῇ
ἀναστάσει ἀργὰ καὶ ἀχάριστα ἔσται, εἰς ἀφθαρσίαν ἡμᾶς τοῦ <lb n="25"/>
Θεοῦ μεταστοιχιοῦντος· καὶ μήτε τροφῆς δεῖσθαι, μήτε πρὸς ὑποδοχὴν
σιτίων παρασκευάζοντος· καὶ εἴη ἃν καὶ ὁ νοῦς τοῦ τὰ
βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασι τοιούτως· ἀλλήλων
ἐστὶ φησὶν, ἐρεθιστικὰ καὶ ἐπιζητικά· ἥτε γὰρ ἐν τῇ κοιλίᾳ
ὄρεξις ἐπιζητεῖ τὰ σιτία· τὰ δὲ σιτία τὰ ἐν ἡμῖν πάλιν ὄρεξιν <lb n="30"/>
ἐρεθίζει καὶ διεγείρει· ὁ δὲ Θεὸς, φησὶν, ἄμφω ἐν τῇ ἀναστάσει
ἀργὰ καὶ ἄχρηστα ἀποδείξει· οὐ χρὴ οὖν περὶ τῶν μελλόντων
ἔσεσθαι ἀχρήστων λίαν σπουδάζειν· εἰ δὲ βρώματα μὲν τὸ ἀκό b
<note type="footnote">(??) Cod.</note>

<pb n="112"/>
ρεστον τῶν βρωμάτων, κοιλίαν δὲ τὴν ἀπληστίαν τῆς κοιλίας
ἐκληψώμεθα· οὐδὲν γὰρ κωλύει καὶ ταῦτα δηλοῦσθαι ὑπὸ τῶν
λέξεων, οὐ προαγορεύσεως ἔννοιαν δίδωσι τὸ ἐπαγόμενον, ἀλλὰ
μᾶλλον ἀρᾶς καὶ δίκης· καταργήσει αὐτὰ, φησὶν, ὁ Θεός· ἀπελάσει
ταῦτα ἀφ’ ἡμῶν ἐκδιώξει τὴν ἀδηφαγίαν καὶ γαστριμαργίαν· <lb n="5"/>
ἐλευθέρους τούτων ἀποδείξει τῶν κακῶν· εἰ δὲ ἀρὰς αὐτοῖς
ἐπάγομεν, καὶ ἑαυτοὺς τούτων ἐλευθερωθῆναι εὐχόμεθα· πῶς οὐχὶ
βδελυξόμεθα ;</p><lb n="15"/><p>Οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ
ἐστιν ; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, ποιήσω πόρνης <lb n="10"/>
<lb n="16"/> μέλη; μὴ γένοιτο. οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ
πόρνῃ, ἓν σῶμά ἐστιν ; ἔσονται γάρ, φησιν, οἱ δύο
<lb n="17"/> εἰς σάρκα μίαν· ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ, ἓν Πνεῦμά
<lb n="18"/> ἐστι· φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν
ποιήση ἄνθρωπος, ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν· ὁ δὲ πορνεύων, <lb n="15"/>
εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.</p><p>Θεοδωρου. Μέλη Χριστοῦ πάντες ὑμεῖς, οἱ διὰ τῆς τοῦ
Πνεύματος ἀναγεννήσεως τὴν πρὸς αὐτοὺς δεξάμενοι συνάφειαν,
ἐλπίδι τοῦ καὶ ἀναστήσεσθαι ὁμοίως αὐτῷ.</p><p>Θεοδωρίτου. Οὐ καθάπερ νύμφη νυμφίῳ συνήφθητε τῷ<lb n="20"/>
Χριστῷ ;</p><p>Ὠριγένουσ. Ψυχῆς ὄργανα ἐστὶ τὰ ἀνθρώπων σώματα· καὶ
ἀρχούσης τῆς ψυχῆς, ὑπηρετεῖται τὸ σῶμα, καὶ χρῆται αὐτῷ εἰς
ἃ βούλεται· ἰδίως δὴ ὁ λόγος θέλει ἡμῶν τὰ σώματα μηκέτι ὑπὸ
τῆς ψυχῆς ἐνεργεῖσθαι τῆς ἡμετέρας· ἀλλ’ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ· <lb n="25"/>
διὸ λέγει ὁ Παῦλος· “ ζῶ δὲ οὐκ ἔτι ἐγὼ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός·”
μέλη οὖν τότε γίνεται Χριστοῦ, ὅτι πάντα κατὰ τὸν αὐτοῦ λόγον
κινοῦμεν·</p><p>Κυτίλλου. Πῶς ἂν εἶεν μέλη Χριστοῦ τὰ ἡμῶν ;
αὐτὰ ἐν ἑαυτοῖς αἰσθητῶς τε καὶ νοητῶς· κατοικεῖ μὲν γὰρ ἐν <lb n="30"/>
ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ τοῦ Πνεύματος· μετεσχήκαμεν δὲ καὶ
τῆς ἁγίας αὐτοῦ σαρκός. ἡγιάσμεθά τε διττῶς, καὶ κατῴκηκεν ἐν
ἡμῖν ὡς ζωὴ καὶ ζωοποιὸς, ἵνα τὸν τοι] μέλεσιν ἡμῶν ἐπισκήψαντα
θάνατον καταργήσῃ δι’ ἑαυτοῦ. εἰ τοίνυν αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ

<pb n="113"/>
τοῦ σώματος τῆς ἐκκλησίας· ἡμεῖς ἄρα ἐσμὲν οἱ καθέκαστα
μέλη· ὅτ’ ἃν οὖν εἰς ἀτόπους ἡδονὰς καταπίπτωμεν, τότε δὴ τότε
πλημμελήσομεν εἰς αὐτὸν, οὗ καὶ γεγόναμεν μέλη· πόρνας γὰρ
ὥσπερ τὰ αὐτοῦ χαρισόμεθα.</p><p>Θεοδωρίτου. Σφόδρα τὸ παράνομον ηὔξησε, μέλη Χριστοῦ τὰ<lb n="5"/>
ἡμέτερα σώματα προσαγορεύσας· οὐκ ἔτι σά φησίν ἐστιν, ἀλλὰ
Χριστοῦ· πῶς τοίνυν αὐτὰ μέλη πόρνης ποιεῖς ; εἶτα τούτου
διδάσκει τὸν τρόπον· “ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν
“ σῶμά ἐστιν ; ἔσονται γάρ’ φησὶν, “ οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν·
“ ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ, ἓν Πνεῦμά ἐστιν.” οὐκ ἀπεικότως <lb n="10"/>
τὸ περὶ τῆς γαμικῆς συναφείας εἰρημένον τέθεικεν ἐπὶ τῆς πορνείας·
ἓν γὰρ καὶ τοῦτο κἀκεῖνο τῇ φύσει τοῦ πράγματος· τὸ δὲ
ἔννομον καὶ παράνομον δείκνυσι, τὴν διαφόραν λέγει οὖν· ἐὰν συναφθεὶς
τῷ Κυρίῳ πάλιν πρὸς ἐκεῖνον ἀπέλθῃς· εἰς αὐτὸν χωρεῖ
τὸν δεσπότην ἡ παροιμία· τὰ μέλη γὰρ αὐτοῦ προσάγεις τῇ <lb n="15"/>
πόρνῃ, καὶ ἀποφαίνεις μέλη πόρνης.</p><p>“ Φεύγετε τὴν πορνείαν.” οὐκ εἶπεν μισεῖτε καὶ ἀποστρέφεσθε·
ἀλλὰ φεύγετε· εἰδὼς τὴν τῆς ἁμαρτίας ταύτης ὀξύτητα· διδάσκει
δὲ καὶ τὸ τοῦ πράγματος μυσαρόν· “ πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ
“ ἄνθρωπος, ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν· ὁ δὲ πορνεύων, εἰς τὸ ἴδιον <lb n="20"/>
“ σῶμα ἁμαρτάνει·” μυρία γάρ τις ἕτερα ἁμαρτάνων, καὶ ὅρκους
παραβαίνων, καὶ βλασφημίᾳ μολύνων τὴν γλώσσαν, καὶ σφετεριζόμενος
τὰ μηδαμόθεν προσήκοντα· οὐ τοσαύτην αἴσθησιν λαμβάνει
τῆς ἁμαρτίας· ὁ δὲ τῆς ἀσελγείας δοῦλος γεγενημένος,
εὐθὺς μετὰ τὴν ἁμαρτίαν αἰσθάνεται τοῦ κακοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα <lb n="25"/>
βδελύττεται· διά τοι τοῦτο καὶ λουτροῖς κεχρημένοι ἀπορρύπτουσι
τὸ σῶμα, ἐκβάλλειν οὕτω πῶς τὸ μύσος ὑπολαμβάνοντες.</p><p>Θεοδωρου. Τὰ μὲν λοιπὰ φησὶν ἁμαρτήματα ἕτερα βλάπτειν
δοκεῖ· τοῦτο δὲ πρὸ τῶν λοιπῶν πάντων τὸν διαπραττόμενον·
τὸ οἰκεῖον γὰρ οὗτος μολύνει σῶμα.</p><lb n="30"/><p>Σευηριανοῦ. Ὅπερ ἄν τις ἁμάρτῃ πρὸς τὸ τρέφειν ἣ
τὸ σῶμα ποιεῖ καὶ κατακοσμεῖν καὶ τὴν χρείαν αὐτῷ
πληροῦν καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ σώματος· ὁ μέντοι τῇ πόρνῃ d κολλώ
<note type="footnote">d πορεία Cod.
Q</note>

<pb n="114"/>
μένος ἓν σῶμα αὐτῇ ποιῶν τὸ ἴδιον σῶμα, ὑβρίζει αὐτὸ καὶ
ἀτιμάζει.</p><p>Ὠριγένουσ. Ζητήσει τις, εἰ πᾶν ἁμάρτημα ἐκτὸς τοῦ
μάτος ἐστιν· ἐρεῖ γάρ τις· ἁμάρτημά ἐστι τὸ μεθύειν· ἁμάρτημά
ἐστι τὸ ἑαυτὸν ἐξάγειν ἐκ τοῦ βίου δι’ ἀγχόνης, διὰ κρημνοῦ· <lb n="5"/>
ἄρ οὖν ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστι καὶ τοῦτο τὸ ἁμάρτημα ; ἀλλ’
εὐγνωμόνως δεῖ ἀκοῦσαι, πῶς εἴρηται τοῦτο· ἀφορμὴν δὲ ληψόμεθα
τοῦ νοῆσαι τὰ κατὰ τὸν τόπον ἐκ τοῦ Λευϊτικοῦ e. ἐκεῖ γὰρ
λέγεται ὅτι ἐκ τῆς ῥύσεως συνέστηκεν τὸ σῶμα αὐτοῦ· ἐπεὶ οὑν
ἡ σύστασις f τοῦ σώματος ἀπὸ σπερμάτων ἐστί· διὰ τοῦτο ἁμαρτάνων <lb n="10"/>
κατὰ τὴν πρόρρυσιν g τῶν σπερμάτων, εἰς τὸ σῶμα τὸ
ἑαυτοῦ ἁμαρτάνει· καὶ ἔστιν ἡ ἁμαρτία αὕτη ἀπὸ τούτων γινομένη,
ἀφ’ ὧν καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς συστάσεως τοῦ σώματος.</p><p>Κυτίλλου. Τὰ μέλη τοῦ σώματος ἡμῶν διὰ τῆς ἁγνείας
Χριστοῦ μέλη μεμενηκότα μεθέξουσι πάντως τῆς παρ’ αὐτοῦ ζωῆς <lb n="15"/>
τε καὶ δόξης μετασχήματι· εἰ γὰρ τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως
ἡμῶν σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ εἰ δὲ γένοιτο πόρνης
μέλη· πῶς ἃν λάβοι τὸν μετασχηματισμὸν καὶ τὴν τῆς πρὸς
αὐτὸν συμμορφίας λαμπρότητα νοητήν ;</p><p>Οἰκουμενίου. Ἢ ὅτι τὰ λοιπὰ ἁμαρτήματα ἐκ ψυχικοῦ
πάθους γίνεται· οἷον ὀργῆς ἐπὶ ἀνδροφόνῳ· κενοδοξίᾳ ἐπὶ τῶν
πλουτεῖν ἐθελόντων· ἡ δέ γε πορνεία ἐξ αὐτοῦ τοῦ σώματος τὰς
πηγὰς ἔχει τῆς ἐπιθυμίας· ἐξάραι δὲ ἐβουλήθη τὸ πρᾶγμα, ἐπειδὴ
πέρι αὐτοῦ πρόσκειται η παραίνεσις αὐτῷ· οὐ γὰρ πάντως πάντων
χεῖρον ἡ πορνεία.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἶπεν εἰς τοῦτο πλείους ἑρμηνείας ὁ
Σευηριανὸς τεύχει νζ΄ λόγῳ γ΄ κεφαλαίῳ ιθ΄. i ταύτην τε αὐτὴν
εἰπὼν τῇ τοῦ ἐν ἁγίοις Ἰωάννου καὶ ἄλλην· ὅτι φησὶν ὁ πορνεύων.
εἰς τὴν ἰδίαν σύστασιν, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν τοῦ σώματος τοῦ
ἀνθρωπίνου κατασκευὴν πλημμελεῖ· ἐνυβρίζων εἰς τὸ τοῦ σώματος <lb n="30"/>
ἡμῶν ἐργαστήριον· καὶ ἄλλην, ὅτι σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη
Χριστοῦ ἐστιν ὁ ἄνθρωπος· ὁ οὖν εἰς τὸ ἴδιον σῶμα πλημμελῶν·
εἰς Χριστὸν πλημμελεῖ, τὴν κεφαλὴν ἡμῶν· οὗ καὶ ναός ἐστι τὸ
<note type="footnote">e XV. 3. f στύσασις Cod. g πρόρισιν Cod. h Excidit aliquid.
i νζ΄ λόγῳ γ΄ κεφαλαίῳ ιθ΄. om. Cod. cum lacunæ indicio. Suppl. ex edd.</note>

<pb n="115"/>
σῶμα μετὰ πάντων· καὶ ταῦτα δέξαι εἰ βούλει· ἐξᾶραι βουλόμενος
τὸ τῆς πορνείας ἁμάρτημα, τοιοῦτόν τινα λέγει σκοπὸν, ὅτι
μυρίων ἄξιος τιμωριῶν ὁ πόρνος· ὁ γὰρ τοῦ μολυσμοῦ τοῦ ἰδίου
σώματος μὴ φειδόμενος, πῶς ἄλλους φείσοιτο ; ὁ γὰρ ἑαυτῷ
κακὸς, τίνι ἀγαθός ;</p><lb n="5"/><p>Καὶ ἄλλως. γέγραπται περὶ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικὸς,
“ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν·” ὁ οὖν μὴ νόμῳ ἐπιτετραμμένος
καὶ θείῳ γάμῳ, ἀλλὰ πορνεύων, δέον ἔχειν τίμιον γάμον καὶ κοίτην
ἀμίαντον, ἐκ τῆς πορνείας καὶ τῆς ἔνθεν ἀκαθαρσίας ἐνυβρίζει τόν
τε γάμον καὶ τὴν γυναῖκα. ὁ δέ γε τοῦτο ποιῶν, εἰς ἴδιον σῶμα <lb n="10"/>
ἁμαρτάνει, εἰς τὴν γυναῖκα ἁμαρτάνων· ἥτις ἓν σῶμά ἐστι μετὰ
τοῦ ἀνδρὸς, καὶ σῶμά ἐστι τοῦ ἀνδρὸς καθὰ πλευρὰ αὐτοῦ ἐστιν,
καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐλήφθη· τὴν τελευταίαν νομίζω καλλίστην εἶναι·
ἀνελλιπῆ γὰρ τὴν τοῦ ῥητοῦ διάνοιαν σώζει· εὑρίσκεται γὰρ οὕτως
πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν πράξῃ ἄνθρωπος, ἐκτός ἐστι τῆς πρὸς τὴν <lb n="15"/>
γυναῖκα ἐπὶ μίξει παροινίας καὶ ἀκαθαρσίας· ὁ δὲ πορνεύων εἰς
τὴν γυναῖκα ἁμαρτάνει, ἀκαθαρσίας αὐτὴν ἀναπιπλὰς καὶ αἰσχρότητος·
ἔστι πρὸς τούτοις ἅπασι καὶ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου ἑρμηνεία
ἐν τῷ περὶ σεμνοῦ γάμου. πρὸς ὅλοις τούτοις ἑρμήνευσέ τις
καὶ οὕτως· πρὸς ἁβροδιαίτους καὶ φιλοσάρκους γράφων ὁ Παῦλος· <lb n="20"/>
τῇ αὐτῶν φιλοσαρκίᾳ συνεργῷ ἐχρήσατο πρὸς τὴν τῆς πορνείας
παραίτησιν τοῦτο λέγων, ὅτι τὰ λοιπὰ ἁμαρτήματα ψυχὴν ἀδικεῖ,
καὶ εἰς αὐτὴν μόνην τὴν βλάβην παραπέμπει· ὁ δέ γε πορνεύων
σὺν τῇ ψυχῇ καὶ τὸ σῶμα ἀδικεῖ, φθείρων αὐτὸ καὶ ἐκδυναμῶν,
καὶ τὸν ψυχικὸν καὶ ζωτικὸν καθαιρῶν νοῦν1· ὡσεὶ εἰπεν, φείσασθε <lb n="25"/>
κἂν τοῦ σώματος ὑμῶν, ὃ περιέπετε καὶ θάλπετε, καὶ οὗ πρόνοιαν
πλείστην ποιεῖσθε· (ἐρωτηματικῶς) τί γὰρ ὁ φθόνος ; οὐ τήκει
τὸ σῶμα ; τι οὖν μονὴν τὴν πορνείαν τοῦτο ποιεῖν φησίν k;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Λίαν ἀσφαλῶς εἶπεν ὁ Ἀπόστολος.
“ πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος, ἐκτὸς τοῦ σώματός <lb n="30"/>
“ ἐστιν·” ὁ δὲ φθόνος οὐ γίνεται παρ’ ἡμῶν· ἀλλ’ ἐνεργεῖται εἰς
ἡμᾶς· πάσχομεν οὖν, ἀλλ’ οὐ ποιοῦμεν τὸν φθόνον· καὶ πάθος
ἐστὶν, ἀλλ’ οὐκ ἐνέργεια· περὶ ἐνεργείας δὲ νῦν ὁ λόγος τῷ Ἀπο-
<note type="footnote">i τόνον Edd. k φὴς ποιεῖν ; Edd.</note>

<pb n="116"/>
στόλῳ· φησὶ γὰρ “ πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἃν ποιήσῃ ἄνθρωπος·” οὐ
μὴν περὶ πάθους.</p><p>Ἰωάννου 1. Πάλιν ἐπὶ τὴν προκειμένην ἦλθεν παραίνεσιν τὴν
κατὰ τῆς πορνείας· ὅρα δὲ οὐκ εἶπεν ζεύξω πόρνῃ· ἀλλ’ ὅπερ ἢν
φρικῶδες τὸ ἆραι τὰ ἑαυτοῦ μέλη τοῦ εἶναι Χριστοῦ, καὶ ποιῆσαι <lb n="5"/>
εἰναι πόρνης.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Εἰς μαρτυρίαν φέρει τὴν παλαιάν· πῶς
εἰς σάρκα μίαν ; ὅτι ἡ σύνοδος οὐκ ἀφίησι τοὺς δύο εἶναι
δύο, ἀλλ’ ἕνα ποιεῖ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅρα πῶς διὰ γυμνῶν τῶν ὀνομάτων τῆς πόρνης<lb n="10"/>
καὶ τοῦ Χριστοῦ προσάγει τὴν κατηγορίαν, δεινοποιῶν αὐτήν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅτι, φησὶν, ὁ τοιοῦτος, κἂν
Πνεῦμα γίνεται μόνον, τὸ μηδὲν ποιεῖν σαρκικόν.
Τοῦ Αὐτοῦ.Ἐπὶ τῆς πορνείας, φησὶν, ὅλον
σῶμα· ὅθεν καὶ ἐπὶ βαλανεῖα τρέχειν ἔθος τοῖς πορνεύουσιν· ὁ <lb n="15"/>
δέ γε ἀνδροφόνος καὶ ἅρπαξ, χεῖρα μολύνουσι μόνον· τὸ δὲ
“ φεύγετε” τὴν μετὰ σπουδῆς ἀποχὴν δηλοῖ.</p><p>Φωτίου. “ Ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ, ἓν πνεῦμά ἐστι·”
ἐστιν, ὅλος γίνεται πνευματικὸς τῇ πρὸς τὸν Κύριον ἑνώσει·
οὐκ ἐπισύρεται τὰ σαρκικὰ πάθη, οὐδὲ σχίζεται εἰς διπλόν τινα, <lb n="20"/>
Θεῷ δουλεύων καὶ μαμωνᾶ· ἀλλ’ ὅλος ἑνιαῖός ἐστι καὶ ὅλος
πνευματικός· εἰς ἑνότητα συναγόμενος Πνεύματος.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁ δὲ πορνεύων, εἰς τὸ σῶμα
μερίζει τὸ ἴδιον σῶμα· καὶ εἰς ἑαυτὸν ἀλλ’ οὐκ εἰς ἄλλην τὴν
ἀδικίαν ἐπιδείκνυται· ὅπερ ἐπ’ οὐδενὶ τῶν ἄλλων ἐστὶν εὑρεῖν <lb n="25"/>
ἁμαρτημάτων· πάντες γὰρ ἄλλους βλάπτοντες ἁμαρτάνουσιν, ὁ
δὲ πορνεύων ἑαυτὸν βλάπτει καὶ κακοποιεῖ.</p><p>ἘΚ Τοῦ Αὐτοῦ. Ἡ ἐπαγωγὴ δείκνυσι τὴν ἔννοιαν
αὐτοῦ ῥητοῦ τοιαύτην εἶναι· εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.
οἷον εἰς αὐτὸ, φησὶ, τὸ ἴδιον τοῦ δεσπότου σῶμα· καὶ γὰρ <lb n="30"/>
ἐπάγει “ ἣ οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν ναὸς τοῦ Ἄγ’ ἴου
“ Πνεύματός ἐστιν ” καὶ πάλιν· “ καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν.” καὶ
πρὸ βραχέος “ οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη τοῦ
<note type="footnote">1 (??) Cod.</note>

<pb n="117"/>
“ Χριστοῦ ;” ὥστε ὁ πορνεύων εἰς τὰ ἴ’ δία μέλη τοῦ
καὶ εἰς τὸ σῶμα αὐτοῦ πλημμελεῖ· τί οὖν, φησὶν, οἱ λοιπὰς
πλημμελοῦντες ἁμαρτίας οὐχὶ κατὰ τοῦτον ’τον λόγον κα αὐτοὶ
εἰς τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα πλημμελοῦσιν ; καὶ φαμὲν ὅτι οὐχ
οὕτως· εἰ γὰρ καὶ διά τινος μέλους ὁ κλέπτων ἣ ὁ φονεύων τὴν <lb n="5"/>
ἁμαρτίαν ποιεῖ, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὸ αὐτοῦ μέλος τὴν ἁμαρτίαν
ποιεῖ· ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτὴν καὶ εἰς ἄλλον τινὰ κακουργεῖ· ὁ δὲ πορνεύων,
καὶ διὰ τῶν μελῶν ὥσπερ ἐκεῖνοι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μέλη
καὶ ὅλον τὸ σῶμα τὴν βλάβην καὶ τὴν ἀδικίαν ἐπιδείκνυσιν.</p><p>Εἰσ τὸ αὐτὸ Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου. Καὶ πρώτην μὲν <lb n="10"/>
ταύτην οὐκ εἶπεν διὰ τοῦ σώματος ἁμαρτάνειν, ὅπερ οἱ πολλοὶ
νομίζοντες πράγματα παρέχουσι τοῖς ἑρμηνεύουσιν· ἀλλ’ εἰς αὐτὸ
ἁμαρτάνει· εἰς αὐτὸ σφάλλει· αὐτὸ μολύνει· αὐτὸ ἐναγὲς ἀποφαίνει·
ὡς ἄν τις εἶποι· ὁ δεῖνα ἑαυτὸν ὑβρίζει, ἄλλον δοκῶν
ὑβρίζειν· νῦν γὰρ βλέπει τῷ Ἀποστόλῳ ὁ λόγος οὐ πρὸς μετὰ <lb n="15"/>
ταῦτα ἑψομένην τῷ ἁμαρτήματι τιμωρίαν, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐν τῇ
πράξει γινομένην τῷ σώματι ἐκ τῆς συμπλοκῆς ὕβριν, τοῦτ’ ἔστιν
τὸν μολυσμόν· ὁ μὲν γὰρ φονεύων, ἄλλον φονεύει· ὁ δὲ πορνεύων
ἑαυτὸν καθυβρίζει· καὶ ὁ τὰ ἄλλα πταίσματα δρῶν, εἰς ἄλλον
δρᾷ· ὁ δὲ λαγνεύων ἑαυτὸν καταισχύνει· ἑαυτὸν μιαίνει· ὅθεν καὶ <lb n="20"/>
ἀπολούονται τὸν μολυσμὸν ἐννοοῦντες, καὶ τὴν ἀτοπίαν βδελυττόμενοι·
τὰ μὲν γὰρ ἄλλα πλημμελήματα, καὶ εἰς τὸν ἀδικούμενον
βλέπει· τοῦτο δὲ εἰς τὸν ἀδικοῦντα· τὰ ἄλλα ἐκτὸς τοῦ
σώματός ἐστι τοῦ δρῶντος· τοῦτο δὲ τὸν δρῶντα μολύνει· ἐν τοῖς
ἄλλοις ἄλλους ἀδίκει· ἐν δὲ τῇ πορνείᾳ ἑαυτόν.</p><lb n="25"/><p>Εἰ δὲ καὶ δευτέραν βούλει σοι ἀνοιγῆναι θύραν· ἐννόει, ὅτι
ἐπειδὴ πολλάκις ἀνθρώπῳ οὐ συγνώμης μεῖζον ἔχοντι ἐλάττονα
παραινοῦντες λέγομεν, ἀδελφὲ, ἀπόστηθι τούτου τοῦ νοσήματος·
τοῦτο πάντων ἐστὶν κάκιον· οὐκ ἐπειδὴ πάντα ὑπερβαίνει· ἀλλ’ ὅτι
κἀκείνου αὐτὸν ἀπαλλάξαι βουλόμεθα· μήποτε καὶ ὁ Ἀπόστολος <lb n="30"/>
ἐπὶ τῆς πορνείας τοῦτο ἔφη· τὸν γὰρ πορνεύσαντα παρὰ Κορινθίοις
σωφρονῆσαι βουλόμενος, ταύτην ἔρρηξε τὴν φωνήν. εἰ δὲ καὶ
τρίτην· ἐννόει, ὅτι ὥσπερ ὁ εἰς θάλασσαν σῖτον ἣ ἕτερον ῥίπτων
σπέρμα εἰς τὸν σπόρον ἁμαρτάνει, κωλύων αὐτὸν εἰς γέννησιν
ἐλθεῖν· οὕτω καὶ ὁ εἰς ἑτέραν ῥίπτων τὸ ἑαυτοῦ σπέρμα εἰς τὸ <lb n="35"/>

<pb n="118"/>
οἰκεῖον σῶμα ἁμαρτάνει· ἐκεῖνης οὐ τεχθὲν ἀναιρούσης μόνον·
ἀλλὰ καὶ τεχθῆναι κωλυούσης· εἰ δὲ καὶ τετάρτην· ἐννοεῖν χρῆ,
ὅτι ἡ δρᾷ καὶ πάσχει· εἰ μὲν γὰρ μὴ ἔπαθεν, οὐκ ἂν ἔρρευσεν· εἰ
δὲ ἔρρευσεν, ἐφθάρη· εἰ δὲ ἐφθάρη, ὑβρίσθη· ἀμέλει ἐπ’ οὐδεμίᾳ
ἄλλῃ πράξει, ἢ ἔπι μόνῃ τῇ ἀνδρὸς πρὸς γυναῖκα συνόδῳ λέγεται, <lb n="5"/>
ἔφθαρται τὴν παρθένον καὶ τὸν νεανίσκον πειραθέντας· εἰ δὲ καὶ
πέμπτην· ἐννόει, ὅτι τῷ πόρνῃ συνερχομένῳ, εἰ τεχθείη παιδίον,
εἰς πορνεῖον ἀνατρέψεται· καὶ ὁ ὁρῶν μετὰ ταῦτα λέξει, ὄντως
ἑαυτὸν ἐκεῖνος ἠδίκησεν· ἰδοὺ γὰρ τὸ σπέρμα, μᾶλλον δὲ τὸ σῶμα
αὐτοῦ πορνεύει· εἰ δὲ καὶ ἕκτην· ἐπίστησαι, ὅτι εἰ δούλῃ τίς <lb n="10"/>
κοινωνήσειεν, δοῦλος ἔσται τὸ τικτόμενον· πῶς οὖν οὐκ εἰς ἑαυτὸν
ἁμαρτάνει, ὁ δοῦλον σπουδάζων τεκεῖν· εἰ δὲ καὶ ἑβδόμην· ὅρα
ὅτι καὶ τὸ τικτόμενον ἀδικεῖται νόθον καλούμενον καὶ ἄτιμον πανταχοῦ
γινόμενον· κἂν ἐν βουλευτηρίῳ, κἂν ἐν δικαστηρίῳ δέοι
εἰσελθεῖν, ἐκβάλλεται· δι’ οὗ καὶ ὁ φυτευσάμενος συναπολαύει <lb n="15"/>
τῆς αἰσχύνης. ὑπόμνημα γὰρ τῆς οἰκείας λαγνείας κατέλειψεν.
εἰ δὲ καὶ ὀγδόην· δοκίμασον τὸ ῥηθησόμενον· ἐπειδὴ ὁ πορνεύων ἒν
πρὸς τὴν πορνεύουσαν γίνεται· ὁ τὰ οἰκεῖα μέλη ποιῶν μέλη πόρνης,
εἰς ἑαυτὸν τῷ ὄντι ἁμαρτάνει· φόνῳ μὲν γὰρ εὖ τινὲς ἐχρήσαντο,
ὡς Μώσης, καὶ Φινεὲς· καὶ ὀργῇ, ὡς Πέτρος καὶ Παῦλος· <lb n="20"/>
πορνείᾳ δὲ οὐδεὶς πώποτε εὖ ἐχρήσατο· εἰ δὲ καὶ ἐνάτην· ἐννόει,
ἐπειδὴ σῶμα ἕν ἐστιν ἡ ἐκκλησία· ὁ δεκαθέῖς m ἀλλήλων μέλη,
ὁ πορνεύων, εἰς πάντας ἁμαρτάνει· ἀνατρέχει γὰρ αὐτοῦ τὸ
σφάλμα ἐπὶ τὸ τῆς Ἐκκλησίας πλήρωμα· οὗ καὶ ἐκκοπῆναι
αὐτὸν προσέταξεν, ἕως ἂν μετανοήσῃ. εἰ δὲ καὶ δεκάτην βούλει· <lb n="25"/>
λεχθείη ἂν, ὅτι ἐπειδὴ οἱ νόμῳ τοῦ τιμίου γάμου συνιέντες, ἓν
σῶμα γίνονται· “ ἔσονται γάρ’ φησὶν, “ οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν·”
διὸ καὶ ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ὁ ἀνὴρ,
ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ ἀνήρ· εἰκότως ὁ πορνεύων μὲν ἀνὴρ εἰς τὴν
γαμετὴν, τοῦτ’ ἐστιν εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει· ὡσαύτως καὶ <lb n="30"/>
ἡ γυνή· ἐπὶ μόνῃ γὰρ ταύτῃ τῇ ἁμαρτίᾳ μόνον ἔθετο ὁ Χριστὸς
χωρίζεσθαι αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων.</p><lb n="19"/><p>Ἢ οὐκ οἴδατε, ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν
<note type="footnote">m Leg. δίχα θείς.</note>

<pb n="119"/>
Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ
<lb n="30"/> ἐστὲ ἑαυτῶν ; ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν
Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν, καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν,
ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.</p><p>Κυτίλλου. “ Κατῴκηκε γὰρ ἐν ὑμῖν τὸ τῆς υἱοθεσίας πνεῦμα, <lb n="5"/>
“ τοῦτ’ ἐστι τὸ Ἅγιον, ἐν ᾧτ’ κράξομεν ἀββᾶ ὁ πατήρ· ἠγοράσμεθα
“ δὲ καὶ τιμῆς·” τεθεικότος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ἰδίαν ψυχὴν τοῦ πάν.
τῶν ἡμῶν Σωτῆρος Χριστοῦ· ἐσμὲν οὖν ἆρα ναοὶ Θεοῦ ζῶντος.
ἐναυλίζεται γὰρ ἡμῖν δι’ Ἁγίου Πνεύματος Χριστὸς ἔχων ἐν ἰδίᾳ
φύσει καὶ τῶν ἐξ οὖ πέφηνεν οὐσιωδῶς Πατέρα καὶ Θεόν· ἔφη <lb n="10"/>
γὰρ αὐτὸς “ ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μοῦ τηρήσει, καὶ ὁ
“ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν· καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα, καὶ
“ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιησόμεθα.” ἀπέστω δὴ οὖν τῶν ἡμετέρων
διανοιῶν ὡς ἀπὸ ναοῦ Θεοῦ ἡ κάκοσμος ἡδονή. ἀναφοιτάτω δὴ
μᾶλλον καθάπερ ἐν τάξει θυμιαμάτων τῆς ἐγκρατείας ἡ εὐοσμία. <lb n="15"/>
“ καὶ παραστήσωμεν τὰ σώματα ἡμῶν θυσίαν ζῶσαν ἁγίαν εὐά-
“ ρεστον τῷ Θεῷ τὴν λογικὴν λατρείαν ἡμῶν· ἠγοράσθημεν γὰρ
“ οὐ φθαρτοῖς ἀργυρίῳ ἣ χρυσίῳ· ἀλλὰ τιμίῳ αἵματι,” κατὰ τὸ
γεγραμμένον· οὐκ οὖν τῷ πριαμένῳ δουλεύσωμεν αὐτῷ· παραστήσωμεν
ἑαυτοὺς εἰς ὑπακοήν· καὶ τὰ μέλη ἡμῶν, ὅπλα δικαιοσύνης <lb n="20"/>
τῷ Θεῷ· γέγραπται γὰρ ὅτι τόδε σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ
Κυρίῳ· καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· ὅτ’ ἃν τοίνυν τηρῶμεν τὰ μέλη
τοῦ σώματος τὸν ἐκ τῆς φιλοσαρκίας οὐκ ἔχοντα μολυσμόν· τότε
καὶ ὁ Κύριος ἔσται τῷ σώματι· κατοικεῖ γὰρ ἐν ἁγίοις ἅγιος ὦν
κατὰ φύσιν ὡς Θεός.</p><lb n="25"/><p>Ὠριγένουσ.n. Καλῶς ἀνθυποφορὰν ὑπειδόμενος καὶ προφυλαξάμενος
εἶπεν τὸ “ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν·” ἐρεῖ γάρ τις εἰς τὸ
ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνω, ἐξουσίαν ἔχω τοῦ ἰδίου σώματος· εἶτα
φησὶν “ ἣ οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν ναὸς τοῦ Θεοῦ ἐν ὑμῖν
“ Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ τοῦ Θεοῦ·” εἰς τὸ <lb n="30"/>
Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἀσεβοῦμεν, καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν,
εἰς οὓς βεβαπτίσμεθα· ἐὰν πορνεύωμεν, εἰς Χριστὸν μὲν, ὅτ’ ἃν
“ ἄρας τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη·” εἰς τὸ Ἅγιον
<note type="footnote">n (??) Cod.</note>

<pb n="120"/>
δὲ Πνεῦμα, ὅτε τὸν ναὸν τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος φθείρῃ τίς.
εἰς τὸν Πατέρα δὲ, ὅτε τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρω· πρὸς τούτοις
οὖν ὅσα ἃν ἁμαρτάνωμεν, κἂν φόνους ποιήσωμεν, ἄφθοροι δὲ ὦμεν
φθορᾶς, μὴ γευσάμενοι τῆς κατὰ τὴν συνουσίαν, οὐ λεγόμεθα,
ἔφθαρται ἐκ τοῦ πεφονευκέναι· ἀλλ’ ἐπεὶ καὶ ἡ ἀφθαρσία καὶ ἡ <lb n="5"/>
φθορὰ περὶ τὴν φύσιν τὴν ἄγευστον συνουσίας τῆς περὶ τὰ ἀφροδίσια
ἐστίν· ἐφθάρη γὰρ ἡ παρθένος λέγομεν· καὶ πάλιν ἄφθορος
ὁ νεανίσκος ἢ ἐφθάρη· “ πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος,
“ ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν·” ἐπειδὴ οὖν ἐδόθη λύτρον ὑπὲρ ὑμῶν
τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔλαβεν ὑμᾶς ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ <lb n="10"/>
διαβόλου, “ δοξάσατε τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν,” ἵνα γένηται
τὸ σῶμα ὑμῶν ἄξιον μακαριότητος, ὡς ἀγαπησάντων τὴν ἀφθαρσίαν·
ὡς καὶ ὁ Ἀπόστολος λέγει· “ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μετὰ
“ πάντων τῶν ἀγαπώντων τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν
“ ἀφθαρσίᾳ.”</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Εἶπεν ἄνω τὸ σῶμα τοῦ Θεοῦ· εἶπεν αὐτὰ τὰ
μέλη Χριστοῦ· νῦν πάλιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὀνομάζει ναόν·
Πνεῦμα δὲ προσαγορεύει τὸ χάρισμα. καὶ διὰ πάντας μανθάνομεν
τὴν τῆς τριάδος ἰσότητα.</p><p>Σευηριανοῦ. “ Δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν<lb n="20"/>
“ καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν·” μὴ μόνον ἐν τῷ χαρίσματι, ἀλλὰ
καὶ ἐν τῷ σώματι· ἵνα καὶ φύσις καὶ προαίρεσις καἰ χάρις διὰ
συμφωνίας δοξάσῃ τὸν εὐεργέτην· ἄλλοι δὲ τὸ πνεῦμα τὴν ψυχὴν
ἐξειλήφασιν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><head>ΚΕΦ. Δ.</head><lb n="25"/><p>Περὶ γάμου καὶ χηρείας καὶ ἀγαμίας.</p><lb n="1"/><p>Περὶ δὲ ὧν ἐγράψατέ μοι, καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς
<lb n="2"/> μὴ ἅπτεσθαι· διὰ δὲ τὰς πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ
<lb n="3"/> γυναῖκα ἔχετω, καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω. τῆ
γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλομένην εὔνοιαν ἀποδιδότω· <lb n="30"/>
<lb n="4"/> ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί. ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος
οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ
τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ἡ γυνή.</p><pb n="121"/><p>᾿Ὠριγένουσ.ο. Οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνοντες γενικῷ λόγῳ διχῶς
ἁμαρτάνουσιν· ὑποβαίνοντες τὰς ἐντολὰς ἣ ὑπερβαίνοντες. ὅτ’ ἃν
γὰρ μὴ ἀπὸ ἐπιστήμης πολιτευώμεθα, μηδὲ γινώσκοντες τὰ μέτρα
τῆς δικαιοσύνης σφαλλώμεθα, καὶ ἐσθ’ ὅτε ὑπερβαίνοντες τὸν
κανόνα φαντασίᾳ τοῦ ποιεῖν τι κρεῖττον, ἐκπίπτομεν τοῦ προκειμένου· <lb n="5"/>
στάθμιον οὖν ἐστὶν ὃ οὔτε μέγα ἐστὶν οὔτε μικρὸν, ἀλλὰ
σύμμετρον, τὸ εἰδέναι πῶς δὴ βιοῦν· δέδεσαι μετὰ γυναικὸς, ἓν
στάθμιον μέγα ποιεῖς· οὐ φροντίζεις τῆς γυναικὸς, ἀλλὰ λέγεις
ἐγὼ δύναμαι ἐγκρατεύεσθαι καὶ ζῆν καθαρώτερον. ἀλλ’ ὅρα ὅτι
ἡ γυνή σου ἀπόλλυται, οὐ δυναμένη φέρειν τὴν καθαρότητά σου <lb n="10"/>
δι’ ἦν Χριστὸς ἀπέθανεν.</p><p>Τοιοῦτόν τι γέγονεν ἐν Κορίνθῳ· καὶ ἦν ἀκαταστασία ἐν ταῖς
οἰκίαις τῶν ἀδελφῶν· πῆ μὲν ἀνδρῶν, πῆ δὲ γυναικῶν ἐγκρατεύεσθαι
πειρωμένων καὶ ἀλλήλων κατεξανισταμένων. ἔγραψαν οὐν
περὶ τούτου ἐπιστολὴν οἱ ἐν Κορίνθῳ τῷ Ἀποστόλῳ· καὶ πρὸς τὴν <lb n="15"/>
ἐπιστολὴν ταύτην ἀντιγράφει ὁ Ἀπόστολος τὰ προγεγραμμένα.
καὶ οὔτε ἐπέτεινεν τὸν περὶ ἁγνείας λόγον, καὶ ἀνεῖλεν τὸν περὶ
γάμου, οὔτε τὸν περὶ γάμου προκρίνας, ἀνεῖλεν τὸν περὶ παρθενίας,
ὡς καλὸς οἰκονόμος. ἀλλὰ τηρεῖ δι’ ὅλου τοῦ λόγου τὸ
βούλημα αὐτοῦ τινὰ τρόπον, καὶ προτρέπεται καθαρεύειν· καἰ <lb n="20"/>
συγχωρήσας συγκαταβαίνειν, προτρέπεται πάλιν ἀσκεῖν τὴν
ἁγνείαν· καὶ προτρεψάμενος ἀσκεῖν τὴν ἁγνείαν, πάλιν φέρει ἐπὶ
τῷ δεῖν τῆ ἀσθενεία συγκαταβαίνειν τῶν ἀσθενεστέρων· ἤρξατο
δὲ οὐκ ἀπὸ τῶν ὑποδεεστέρων, οὐ γὰρ ἔπρασσεν· ἀλλ’ ἀπὸ τῶν
τελειοτέρων πραγμάτων, λέγων· “ περὶ δὲ ὧν ἐγράψατέ μοι· καλὸν <lb n="25"/>
“ ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι·” οἷον, ἐπαινῶ ὑμᾶς ὅσον ἐπὶ
τῷ ἠθεληκέναι ἁγνεύειν τοὺς ἀποστάντας τῆς μίξεως τῆς πρὸς τὴν
γυναῖκα· ἀλλὰ λογίσασθε μὴ τὸ ἑαυτῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς
γυναικὸς· ἡ γὰρ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς.</p><p>Διὰ γοῦν τὰς πορνείας, ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω· <lb n="30"/>
(??)
καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα· οὐ διὰ τὴν ἑαυτοῦ πορνείαν ο ισχυρότερος
τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω, ἀλλὰ μήπως πορνεύσῃ τῇ
ἐγκρατείᾳ τῆς γυναικὸς ὁ ἀνήρ· αἱρετώτερον γὰρ τοὺς δύο σωθῆναι,
εὑρισκομένους ἐν τοῖς ἔργοις τοῦ γάμου. ἣ τῇ προφάσει τοῦ
<note type="footnote">ο (??) Cod.</note>

<pb n="122"/>
ἑνὸς τὴν ἑτέραν ἐκπεσεῖν τῆς ἐλπίδος τῆς ἐν Χριστῷ· πῶς γὰρ
καὶ σωθήσεται ἔνοχος ὢν τῷ θανάτῳ τῆς γυναικός· οὐκ ἔστι οὖν
καθαρὰ ἡ σεμνότης τῆς τοῦ ἀνδρὸς, ὅτε μὴ ἐκ συμφωνίας τῆς
γυναικὸς γίνηται ἡ ἄσκησις ἀμφοτέροις ὑπὲρ τοῦ σχολάσαι ταῖς
κατὰ Θεὸν εὐχαῖς· τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλὴν ἀποδιδότω· <lb n="5"/>
ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί. προενοήσατο καὶ τοῦ θεραπεύσαι
τὴν ἀσθένειαν τὴν ἀνθρωπίνην, καὶ τὸ εὐσχημονέστατα οἰκονομῆσαι
τὸ κατὰ τοὺς τόπους. διόπερ εἶπεν ὀφειλὴν ὀφείλεσθαι ἀπὸ
τοῦ ἀνδρὸς, καὶ τῷ ἀνδρὶ ἀπὸ τῆς γυναικός. εἶτα ἵνα μὴ δυσωπήσῃ
τοὺς ἐν γάμῳ ὡς δούλους ἀλλήλων τυγχάνοντας· μὴ χωρὶς <lb n="10"/>
συμφωνίας ἥκειν ἐπὶ τὴν ἄσκησιν τῆς καθαρότητος φησίν· “ ἡ
“ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως
“ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ἡ γυνή.”
ἐξουσίαν οὖν ἔχει ὁ ἀνὴρ τοῦ σώματος τῆς γυναικός· καὶ ἐξουσίαν
ἔχων, ἐὰν θέλῃ, μὴ χρήσθω τῇ ἐξουσίᾳ. ἀλλ’ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ <lb n="15"/>
ἐξουσίᾳ ταύτῃ φησὶν ὁ Ἀπόστολος. οἶμαι τοῦτο διδάσκων τὸ
λέγειν, “ μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν· ὡς
“ καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς ”
ἐξουσίαν οὖν ἔχει ἡ γυνὴ τοῦ σώματος τοῦ ἀνδρός· καὶ οὐ δύναται
μὴ χρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ· τὸ δὲ ὁμοίως δὶς κείμενον, δίδωσι νοεῖν <lb n="20"/>
ὅτι μὴ νομιζέτω ὁ ἀνὴρ ἐν τοῖς κατὰ τὸν γάμον πράγμασιν ὑπερέχειν
τῆς γυναικός· ὁμοιότης ἐστὶ καὶ ἰσότης τοῖς γεγαμηκόσι
πρὸς ἀλλήλους.</p><p>Ἰωάλλου Ρ. Ἔγραψαν αὐτῷ εἰ δεῖ ἀπέχεσθαι γυναικὸς ἢ οὐ.
τὸ μὲν καλὸν, φησὶν, καὶ τὸ ὑπερέχον ἐστὶν, τὸ ὅλως μὴ ἄπτεσθαι <lb n="25"/>
γυναικός· τὸ δὲ ἀσφαλὲς καὶ βοηθοῦν ἡμῶν τῇ ἀσθενείᾳ
ἐστὶν, τὸ τῇ νομίμῳ κεχρῆσθαι γυναικὶ καὶ τῷ νομίμῳ ἀνδρί.
αὕτη τῆς συγχωρήσεως αἰτία εἰς ἐγκράτειαν παρακαλεῖ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἔδειξε χρέος οὖσαν τὴν εὔνοιαν καὶ οὐ δωρεὰν
παρεχομένην· ἐπειδὴ εἶπεν τὴν ὀφειλομένην εὔνοιαν, ἡρμήνευσε <lb n="30"/>
ποῖά ἐστιν ἡ ὀφειλομένη εὔνοια· αὕτη φησὶν, οὔτε ἀνὴρ, οὔτε γυνὴ
τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζουσιν. ἀλλὰ τὴν τούτου ἐξουσίαν
ὁ ἕτερος εἶχε τί δήποτε δὲ ἐν μὲν τοῖς ἄλλοις τὸ πλέον δίδωσι
τῷ ἀνδρὶ, ἔνθα περὶ ὑποταγῆς ἣ ἐξουσίας ὁ λόγος αὐτῶν, νυνὶ δὲ
<note type="footnote">p (??) Cod.</note>

<pb n="123"/>
ἰσότητα ἔδωκεν ; καὶ φαμὲν ὅτι ἐκεῖ μὲν περὶ τοῦ ἀρχικοῦ ὁ
λόγος αὐτῷ· νυνὶ δὲ περὶ σωφροσύνης, ἐν ᾗ οὐδεὶς τὸ πλέον ἣ τὸ
ἔλαττον ἔχειν ὀφείλει.</p><lb n="5"/><p>Μῆ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου
πρὸς καιρὸν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ, <lb n="5"/>
καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε, ἵνα μὴ πειράζῃ
<lb n="6"/> ὑμᾶς ὁ Σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν. τοῦτο δὲ λέγω
<lb n="7"/> κατὰ συγγνώμην, οὐ κατ’ ἐπιταγήν. θέλω γὰρ πάντας
ἀνθρώπους εἶναι, ὡς καὶ ἐμαυτόν· ἀλλ’ ἕκαστος ἴδιον
χάρισμα ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως.</p><lb n="10"/><p>Ὠριγένουσ.q. Ὀφείλετε γὰρ ἀμφότεροι εἰδέναι, ὅτι οὐκ ἔστιν
ἡ αὐτὴ εὐχὴ ἀπὸ καθαρότητος ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς, καὶ εὐχὴ ἀπὸ
κοινωνίας· εἰ γὰρ ἐπὶ τῶν εἰδώλων Ἕλληνες ἔστιν ὅτε ἁγνεύουσι,
πόσῳ πλέον σὺ ὁ τῷ Θεῷ τῶν ὅλων εὐχόμενος· καλὸν οὖν ἐστι
συγκαταβαίνειν μὲν διὰ τὴν ἀσθένειαν, ἀνέχειν δὲ διὰ τὰς εὐχάς· <lb n="15"/>
καὶ Μωϋσῆς μὲν ἁγνίζει τὸν λαὸν, καὶ λέγει, “ τρεῖς ἡμέρας μὴ
“ προσέλθητε γυναικί.” ἵνα δυνηθῶσιν ἐκ τοῦ προκεκαθαρευκέναι
ἀκροαταὶ γενέσθαι τοῦ Θεοῦ. καὶ ἐν ταῖς βασιλείαις δὲ ἁγίους
ἄρτους βούλεται παραστῆσαι τῷ Δαβὶδ, φεύγοντι τὴν τοῦ Σαοὺλ
ἐπιβουλὴν, Ἀβιάθαρ ἢ Ἀβιμέλεχ ὁ ἱερεύς. καὶ βουλόμενος ἁγίους <lb n="20"/>
ἄρτους παραθεῖναι, τι φησι ; “ πλὴν εἰ καθαρὰ τὰ παιδάρια ἀπὸ
“ γυναικός·” οὐχ οἷον δὲ ἀπὸ ἀλλοτρίας γυναικὸς, ἀλλ’ ἀπὸ
γαμετῆς· εἶτα ἵνα μὲν ἄρτους προθέσεως λάβῃ r, καθαρὸς εἶναι
ὀφείλει ἀπὸ γυναικός. ἵνα δὲ τοὺς μείζονας τῆς προθέσεως λάβῃ
ἄρτους, ἐφ’ ὡν ἐπικέκληται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ <lb n="25"/>
καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὐ πολλῷ πλέον ὀφείλει τις εἶναι
καθαρώτερος· ἵνα ἀληθῶς εἰς σωτηρίαν λάβῃ τοὺς ἄρτους, καὶ
μὴ εἰς κρίμα ;</p><p>Θεοδωρου. Ἀκρασίαν οὐ τὴν ἀσέλγειαν λέγει, ἀλλὰ τὸν κρατεῖν
οὐ δυνάμενον εἰς πορνείαν καταφέρεσθαι.</p><lb n="30"/><p>Θεοδωρίτου. Ὅτι δὲ τῇ τῶν ἀνθρώπων ἀσθενείᾳ τοὺς
ἐμέτρησεν, ἐδίδαξεν διὰ τῶν ἑξῆς· “ τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγ-
“ γνώμην, οὐ κατὰ ἐπιταγήν. θέλω γὰρ πάντας ἀνθρώπους εἶναι
<note type="footnote">q (??) Cod. r λάβητι Cod.
R 2</note>

<pb n="124"/>
“ ὡς καὶ ἐμαυτὸν ἐν ἐγκρατείᾳ·” καὶ τὴν τελειότητα ὑπέδειξε.
καὶ τὰ ἐλάττονα συνεχώρισεν, “ ἀλλ’ ἕκαστος ἴδιον χάρισμα
ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως. παρεμυθήσατο καὶ
τοὺς ἐν γάμῳ· χάρισμα Θεοῦ τὸν γάμον προσαγορεύσας.. ὑπ’
ἐκείνης γάρ τις τῆς χάριτος βοηθούμενος, καὶ τὴν ἐν γάμῳ <lb n="5"/>
κατορθοῖ σωφροσύνην· ἐπικουρεῖ δὲ ἡ χάρις τοῖς τὴν ἀγαθὴν εἰσφέρουσι
προθυμίαν.</p><p>Θεοδωρου. Οὐκ εἰπεν αὐτῷ γνώμης κατόρθωμα, ἀλλὰ θείας
χάριτος ἔργον. εἰκότως, τὸν γὰρ ἐναντία τῇ φύσει κατορθοῦν
αἱρούμενον, οὐ τῆς ἡμετέρας δυνάμεως, ἀλλὰ τοῦ τῆς φύσεως <lb n="10"/>
ποιητοῦ· οὕτω καὶ ὁ Κύριος, “οὐ πάντες,” φησὶν,“χωροῦσι τὸν λόγον,
“ἀλλ᾿ οἷς δέδοται δόσιν αὐτὸ καὶ χάριν καὶ αὐτὸς προσειπών.</p><p>Ὠριγένουσ. Οἱ πολλοὶ μὲν οἴονται τὸ ἀποστερεῖν ἐπὶ
χρυσίου ἣ ἀργυρίου ἣ τινὸς τῶν τοιούτων λέγεσθαι. σαφῶς δὲ ὁ
Ἀπόστολος καὶ ἐπὶ τῶν ἐν γάμοις ὄντων καὶ ἀκαίρως καὶ χωρὶς <lb n="15"/>
συμφωνίας ἁγνείαν ἀσκούντων, ἀποστέρησιν ὠνόμασεν. ἅπαξ δὲ
ἁπλῶς ὁ τὸ ὀφειλόμενον μὴ ἀποδιδοὺς, ἀποστερεῖ ἐκεῖνον ᾧ ὀφείλει,
μὴ ἀποδιδοὺς τὸ ὀφειλόμενον· ἐνίοτε δὲ συγκλείεται ὁ ἄνθρωπος
εἰς τὸ μὴ δύνασθαι ἅμα δύο ὀφειλὰς ἀποδιδόναι διὸ γέγραπται,
ἵνα τὴν ἀναγκαίαν ἀποδῷ ὀφειλήν. ὃ δὲ λέγω, οὕτως ἔσται σαφές. <lb n="20"/>
οὐκ ἔνεστι καὶ Θεῷ ἀποδιδόναι δεόντως τὰς εὐχὰς, καὶ ἀποδοῦναι
τὴν ὀφειλὴν τὸν γεγαμηκότα τῇ γυναικί· διόπερ τὸ ὀφείλημα τὸ
εἰς Θεὸν ἐὰν ἐπείγῃ, δεῖ τὸ ἕτερον ἀποστερεῖν· ἄκουε γὰρ αὐτοῦ
λέγοντος ; “ μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἃν ἐκ συμφώνου
“ πρὸς καιρόν· ἵνα σχολάσητε τῇ προσευχῇ, καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ <lb n="25"/>
“ αὐτὸ ἦτε·” ὡς μὴ καθαρᾶς ἀναπεμπομένης τῆς εὐχῆς τοῖς καὶ
συνεληλυθόσιν, εἰ καὶ νομίμως συνεληλύθασιν. ἀπέχεσθαι δὲ δεῖ
γυναικὸς καὶ ἐν καιρῷ τῆς ἀφέδρου· καὶ εἰς μέγα γε ἔγκλημα
λογίζεται τὸ συνέρχεσθαι γυναικὶ οὔσῃ ἐν τῇ ἀφέδρῳ· ἐν γοῦν τῷ
καταλόγῳ τῶν ἀνδραγαθημάτων καὶ τὸ καταλόγῳ τῶν ἁμαρτημάτων <lb n="30"/>
παρὰ τῷ Ἐζεκιὴλ s ἀναγέγραπται· “ ὅτι καὶ πρὸς γυναῖκα
“ ἐν χωρισμῷ οὐ μὴ προσέλθῇ,” καὶ δεῖ καθαρεύειν πάντως καὶ
ἀπὸ τῆς ἰδίας γυναικὸς ἐν καιρῷ εὐχῆς καὶ νηστείας.</p><p>Καὶ πάλιν φησὶ, “ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἦτε· ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς
<note type="footnote">s Levit. xviii. 20. Cf. Ezech. xxii. 10.</note>

<pb n="125"/>
“ ὁ Σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν· τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγ-
“ γνώμην· οὐ κατ’ ἐπιταγήν·” πανταχοῦ ἀνίησι διὰ τὴν ἀσθένειαν
τὸν λόγον· καὶ πάλιν ἐπιτείνει διὰ τὸ ἐπιστρέψαι τοὺς ἀκούοντας
τὸν λόγον· “ θέλω δὲ πάντας ἀνθρώπους εἶναι ὡς καὶ ἐμαυτόν·
“ ἀλλ’ ἕκαστος ἴδιον ἔχει χάρισμα ἐκ Θεοῦ· ὃς μὲν οὕτως· ὃς <lb n="5"/>
“ δὲ οὕτως.” πνέει χαρίσματος ὁ γάμος, ὅτε τὰ μέτρα τηρεῖται
τοῦ ἐκ συμφωνίας· καὶ ἀληθῶς ἐστὶν εἰπεῖν ἐπὶ τινῶν· ὅτι τούτῳ
ὁ γάμος χάρισμά ἐστιν· ὅτε οὐκ ἀκαταστασία, ὅτε πᾶσα εἰρήνη,
πᾶσα συμφωνία· εἰπεῖν μέντοι γε ὅτι χάρισμα ἐκ Θεοῦ ἐστιν
ὁ γάμος πιστοῦ πρὸς ἐθνικὸν καὶ ἐθνικοῦ πρὸς πιστόν, τοῦτο οὐκ <lb n="10"/>
ἃν εἴποιμι· οὐ γὰρ δύναται τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ φθάνειν ἐπὶ
τοῖς ἐθνικοῖς· ἐὰν πιστεύσῃ, ἐὰν σωθῇ, τότε ἀρχὴν λήψεται τοῦ
χαρίσματος·</p><p>Χρῶνται δὲ τῷ ῥητῷ τούτῳ καὶ οἱ ἀπὸ Μαρκίωνος. καὶ ἀναισθήτως
κωλύουσι τὸν γάμον· λέγοντες, τὴν ἁγνείαν πρόσταγμα <lb n="15"/>
εἶναι τοῦ ἄλλου Θεοῦ, ὃν ἃν ἔπλασαν παρὰ τὸν δημιουργόν. πλὴν
ἐκ τοῦ ῥητοῦ ἐστιν αὐτοὺς συμβιβάσαι, ὅτι κακῶς κωλύουσι τὸν
γάμον, κακῶς καὶ διαιροῦσι τὴν θεότητα. εἰ γὰρ χάρισμά ἐστι
“ τὸ μὲν οὕτως, τὸ δὲ οὕτως·” χάρισμά ἐστι καὶ ὁ γάμος. εἰ
χάρισμα καὶ ὁ γάμος· κακῶς κωλύεται τὸ χάρισμα ὁ γάμος. <lb n="20"/>
εἰ ὁ μὲν οὕτως, ὁ δὲ οὕτως ἀπὸ Θεοῦ· δῆλον ὅτι εἷς Θεὸς ὁ δεδωκὼς
τὴν ἁγνείαν καὶ ὁ δεδωκὼς τὸν γάμον· καὶ εἷς ὁ τοῦ νόμου καὶ
τοῦ Εὐαγγελίου Θεός ἐστιν, ὃν κατήγγειλαν πρότερον μὲν οἱ
προφῆται, ὕστερον δὲ Χριστὸς Ἰησοῦς.</p><p>Ἰωάλλου t. Μὴ ἐγκρατευέσθω φησὶ θάτερος, θατέρου μὴ βουλομένου. <lb n="25"/>
μήπως πορνεία γένηται πρόξενος τῷ ἑτέρῳ μέρει ἡ σὴ
ἐγκράτεια· “ πρὸς καιρὸν,” φησὶν, τοῦτ’ ἐστι κατὰ καιρὸν τὸν προσήκοντα.
εὐκαιρία δέ ἐστιν ἀποχῆς ἡ νηστεία καὶ ἡ προσευχή·
τοῦτο δὲ φησὶν, οὐ τοὺς συνόντας γυναικὶ εὔχεσθαι ἣ νηστεύειν
κωλύων, ἀλλὰ ὅπως ἡ εὐχὴ καὶ ἡ νηστεία σπουδαιοτέρα γένηται. <lb n="30"/>
ἀπέχεσθε γὰρ, φησὶν, “ ἵνα σχολάσητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσ-
“ ευχῇ,” ὡς τῆς μίξεως ἀσχολίαν οὐκ ἀκαθαρσίαν ίαν ποιούσης·
μίξεως δὲ τῆς πρὸς τὴν νομίμην γυναῖκα, ἵνα μάθῃς ὅτι οὐχ
ὁ διάβολος μόνος αἴτιος τῆς πορνείας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἡμῶν ἀκρασία·
<note type="footnote">t (??) Cod.</note>

<pb n="126"/>
ἐπάγει “ διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν·” δεικνὺς ἔνθεν μᾶλλον ἡ ἐκ τοῦ
διαβόλου γίνεσθαι. ἐπειδὴ σφόδρα αὐτῶν κατηγόρησεν εἰπὼν “ διὰ
“ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν,” νῦν σπουδάζει παραμυθήσασθαι αὐτοὺς
ὅτι φησὶν, τὸ εἰναι παρθένον, χάρισμά ἐστιν ἀπὸ Θεοῦ· οὐκ
ἐπειδὴ τῆς ἡμετέρας οὐ δεῖται σπουδῆς τὸ πρᾶγμα· αὐτὸς γὰρ <lb n="5"/>
ἵνα τις ἀξιωθῇ χαρίσματος, πολλὰ κοπιᾷ· ἀλλ’ ὡς εἴρηται, παραμυθεῖται
αὐτοὺς ὑπὲρ τῆς ὕβρεως. ὁ μὲν καὶ παντελῶς ἀπέχεται
μίξεως· ὁ δὲ ἀρχὴν τῆς γαμετῆς ἵσταται.</p><p>Οἰκουμενίου. οὐ γὰρ ὥσπερ τὸ “οὐ μοιχεύσεις, οὐ
ἤδη καὶ τὸ μὴ ἀποστερεῖν ἀλλήλους ἐπιταγή τις ἐστὶν καὶ ἐπαινετὸς <lb n="10"/>
ὁ τοῦτο ποιῶν ὡς μόνον πληρῶν· κατὰ συγγνώμην, φησὶ,
τοῦτο εἶπον, συγκαταβὰς τῇ ἀσθενείᾳ ὑμῶν. ἐκ δὲ τοῦ εἰπεῖν
“ συγγνώμην,” ἔδειξεν ὅτι καὶ κατεγνωσμένον πράττει πρᾶγμα
ὁ μόνον ἐν τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ ἀπεχόμενος.</p><lb n="8"/><p>Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς <lb n="15"/>
<lb n="9"/>ἐστιν, ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ. εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται,
γαμησάτωσαν· κρεῖσσον γάρ ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι.
<lb n="10"/> τοῖς δὲ γεγαμηκόσι παραγγέλλω, οὐκ ἐγὼ, ἀλλ’
<lb n="11"/> ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι· ἐὰν δὲ
καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος, ἢ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω· <lb n="20"/>
καὶ ἄνδρα γυναῖκα μὴ ἀφιέναι.</p><p>Ὠριγένουσ u. τινὲς τῶν καθ’ ἡμᾶς ὑπὲρ ἃ γέγραπται διδάσκουσι,
καὶ οἰόμενοί τι ποιεῖν, δέον προτρέπειν ἐπὶ μονογαμίαν
μετὰ τοῦ μὴ βρόχον ἐπιτιθέναι τοῖς μὴ δυναμένοις· τοῦτο μὲν οὐ
ποιοῦσιν· ἀνάγκην δὲ ἐπιτιθέασι, καὶ θέλουσι μὴ συνάγειν τοὺς <lb n="25"/>
διγάμους, μηδὲ κοινωνεῖν αὐτοῖς ὡς παραβεβηκόσιν. οὐκ αἰδούμενοι
οὐδὲ τὰς τοῦ Ἀποστόλου φωνάς· ὁ γὰρ λέγων τοῖς
καὶ ταῖς χήραις “ εἰ οὐκ ἐγκρατεύονται γαμησάτωσαν.” ἄντικρυς
ἐπετρεψάμεθα τὸν πρῶτον γάμον μετὰ τοῦ χηρεῦσαι, γυναῖκα
γαμῆσαι, μετὰ τοῦ λοιδορῆσαι τὴν γαμουμένην· εἶπεν γὰρ “ εἰ οὐκ <lb n="30"/>
“ ἐγκρατεύονται γαμησάτωσαν·” ὅρα γὰρ εἰ μὴ ἤδη κατηγορία
ἐστὶν τὸ μὴ ἐγκρατεύεσθαι· οἷον ἔστιν λέγεσθαι ἀνθρώποις Χριστιανοῖς
κάλλιον γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι· πύρωσιν ὀνομάσαντος
u (??) Cod.

<pb n="127"/>
αὐτοῦ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς σαρκὸς μὴ σβεννυμένης ὑπὸ τοῦ λόγου·
ἀλλὰ κρατοῦσαν τῆς ψυχῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ.</p><p>Ἡμεῖς οὖν διδαχθέντες ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου, οὐ κωλύομεν τὴν
διγαμίαν· συγκρίσει γὰρ πυρώσεως, αἱρετωτέρα διγαμία· ὅτ’ ἂν
δὲ κακοῖς συγκρινόμενον κρεῖττον εἶναί τινος νομίζεται· ἐκεῖνο <lb n="5"/>
ἄντικρυς οὐκ ἔστι καλόν· οὐκ ἔστιν σωφροσύνη ὁ δεύτερος γάμος·
οὐκ ἔστιν κατὰ φύσιν Ἀδὰμ τῷ πρώτῳ πλαστῷ. οὐ γὰρ δύναται
τῇ δευτέρᾳ λέγεσθαι γυναικὶ “ τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστῶν
“ μοῦ, καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου.” ἔσχεν Ἀβραὰμ καὶ τὴν
Ἄγαρ· γέγονεν καὶ μετὰ τῆς Χιττούρας· ὅτε δὲ ἐτελεύτα, οὐδεμία <lb n="10"/>
ἐτέθη σὺν αὐτῷ, ἀλλὰ ἡ φύσει γυνή. Ἀβραὰμ γὰρ καὶ Σάρρα ἦν
ἐν τῷ μνημείῳ· καὶ Ἰακὼβ δὲ, εἰ καὶ ἔσχεν μετὰ Ῥαχὴλ καὶ
μετὰ Αἴας, γεγένηται καὶ μετὰ τῶν παιδισκῶν· ἀλλ’ ἐν τῷ μνημείῳ
μόνη Αἴα ἐγένετο σὺν αὐτῷ.</p><p>Μετὰ τοῦ τῆς τῶν πατέρων ἔσεσθαι οἰκονομίας μυστικῆς. <lb n="15"/>
οὐ δήπου δὲ καὶ νῦν ὁ λαμβάνων δευτέραν λέγει, ὅτι τελῶ
οἰκονομίαν μυστικήν. ἐλεύσεται γὰρ ὁ Παῦλος λέγων· “ λέγετέ
“ μοι οἱ τῶν τὸν νόμον ἀναγινώσκοντες, τὸν νόμον οὐκ ἀκούετε ;
γέγραπται γὰρ ὁ δεῖνα δύο υἱοὺς ἔσχεν καὶ τὰ ἑξῆς. οὐ μέλλει
καὶ ἐπ’ αὐτοῦ λέγεσθαι, “ ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα· καὶ <lb n="20"/>
“ αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι· ταῦτα γὰρ τυπικῶς συνέβαινεν
“ ἐκείνοις· ἐγράφη δὲ δι’ ἡμᾶς εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων
“ κατήντηκεν·” λέγω δὲ ταῖς χήραις καὶ τοῖς ἀγάμοις· “ καλὸν
“ αὐτοῖς ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ·” τοῦτο δεύτερον καλόν ἐστιν· ἔστι
γὰρ πρῶτον τούτου ἄλλο καλόν· καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ <lb n="25"/>
ἅπτεσθαι· ποῖον δεύτερον καλὸν, “ καλὸν αὐτοῖς ἐὰν μείνωσιν ὡς
“ κἀγώ· εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν· κρεῖττον γάρ
“ ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι·” διὰ τοῦτο οἱ ἐν γάμοις πρώτοις
ὄντες, μηδέπω πεπειραμένοι δευτέρων, ἀσκείτωσαν τὴν ἁγνείαν,
ἵνα ἐὰν γένηταί τι ἀνθρώπινον, μὴ ἀνάσκητοι καταληφθέντες <lb n="30"/>
ἀσχημονήσωσιν κρεῖττον οὑν τὸ γαμῆσαι δεύτερον γάμον οὐ
γὰρ τὸν πρῶτον λέγει ἐνθάδε· ὡς δῆλόν ἐστιν ἐκ τῆς λέξεως τῆς
“ πυροῦσθαι.”</p><p>Ἐντεῦθεν εἰς ἑτέραν μεταβαίνει νομοθεσίαν “ τοῖς δὲ γεγαμη-
“ κόσι παραγγέλλω, οὐκ ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ Κύριος·” ἡ νομοθεσία ἡ <lb n="35"/>

<pb n="128"/>
πρὸς τοὺς γεγαμηκότας οὐκ ἀπ’ ἐμοῦ ἐστιν, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Κυρίου·
ἅμα δὲ τηρεῖ ἀναγκαῖον παρατήρημα. ὅτι γεγαμηκότες ὠνόμασεν·
ὅτ’ ἂν ἀμφότεροι ὦσι πιστοὶ καὶ ὁ ἀνὴρ καὶ ἡ γυνή· ὅσοι δὲ τοὺς
ἄλλους, ὅσοι ἑτεροζυγοῦσιν, οὐκ ὠνόμασεν ἐν γεγαμηκόσιν. δῆλον
ἐκ τοῦ ἐπιφέρειν αὐτὸν “ τοῖς δὲ λοιποῖς λέγω ἐγὼ, οὐχ ὁ Κύριος· <lb n="5"/>
οὐκ οὖν οἱ λοιποὶ οὐκ εἰσὶ γεγαμηκότες· οὐ γὰρ μετρεῖ αὐτοὺς
γεγαμηκότας· οὐ γὰρ ἐπὶ τούτων ἁρμόζεται γυνὴ ἀνδρὶ παρὰ
Θεοῦ· ἐπὶ δὲ τῶν πιστῶν, ὅτε ἀμφότεροι κοινωνοῦσι καὶ εὐχῶν
καὶ παιδοποιίας ἁγίας, καὶ πάντων ὧν Χριστιανοὺς κοινωνεῖν δεῖ,
λέγει ὅτι ὁ γάμος οὐκ ἀλλότριός ἐστι Θεοῦ· “ παραγγέλλω οὖν <lb n="10"/>
“ οὐκ ἐγὼ ἀλλ’ ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρίζεσθαι.”
τὸ γὰρ μὲν προηγούμενον τοῦτό ἐστιν, συζυγίαν φθάσασαν δέδεσθαι
μὴ λυθῆναι· ἐὰν δὲ καὶ χωρισθῇ, πολλὰ γὰρ ἃν γένοιτο
αἴτια τοῦ καὶ χωρισθῆναι, οἷον πορνεία, ἐὰν γένοιτο τῇ γυναικὶ,
ἁμαρτία ἐστιν κατέχειν τὴν πεπορνευκυῖαν γυναῖκα· ἔαν οὑν καὶ <lb n="15"/>
χωρισθῇ καὶ γένοιτό τι ὂν χωρισμοῦ, μενέτω ἄγαμος, ἢ τῷ ἀνδρὶ
καταλλαγήτω· ὁμοίως δὲ καὶ ’ν θέλω τοιοῦτον εἶναι.</p><p>Ἵνα μὴ ἀφίη γυναῖκα· “ τοῖς δὲ λοιποῖς λέγω ἐγὼ οὐχ ὁ
“ Κύριος·” τοῖς μὲν γεγαμηκόσιν οὐκ ἐγὼ νομοθετῶ, ἀλλ’ ὁ Κύριος·
τοῖς δὲ μὴ γεγαμηκόσιν ἀλλ’ ἑτεροζυγοῦσιν ἀπίστοις· οὐκ ἔχω <lb n="20"/>
νόμον δοῦναι ἀπὸ Θεοῦ, οὐδὲ γὰρ ἄξιοι εἰσιν νόμων Θεοῦ· ἀλλ’
ἀκουέτωσαν ἡμῶν· καὶ χρήσομαι εἰς τὸ νοηθῆναι τὰ κατὰ τὸν
τόπον γεγραμμένοις ἐν τῷ νόμῳ· οἱ νόμοι οἱ κατὰ Μωσέα· οἱ μὲν
Θεοῦ εἰσιν· οἱ δὲ Μώσεως· καὶ τοῦτο ἐπιστάμενος ὁ Κύριος διαφορὰν
νόμων Θεοῦ καὶ νόμου Μώσεως, Μωσέως, ἐπὶ μὲν τῶν ὑπὸ <lb n="25"/>
Θεοῦ νενομοθητημένων· ὁ γὰρ Θεὸς εἶπεν “ τίνα τὸν πατέρα καὶ
“ τὴν μητέρα·” ἐπὶ δὲ τῶν ὑπὸ Μώσεως, “ Μωϋσῆς διὰ τὴν
“ σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν ἀπολύσαι τὰς γυναῖκας·”
τηρήσας γοῦν τὰς τοῦ βιβλίου τοῦ ἀποστασίου, εὑρήσεις οὐκ ἐκ
προστάγματος Κυρίου τὸν νόμον γεγραμμένον· Μωῦσῆς μὲν οὖν <lb n="30"/>
ὑπηρετῶν Θεῷ· νόμους ἔδωκεν δευτέρους παρὰ τοὺς νόμους τοῦ
Θεοῦ· Παῦλος δὲ ὑπηρετῶν τῷ Εὐαγγελίῳ. νόμους ἔδωκεν δευτέρους
τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς μετὰ τοὺς νόμους τοῖς ἀτὲρ x Θεοῦ
διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. καὶ καλόν ἐστιν ἀκούειν νόμον ἀπὸ Κυρίου,
<note type="footnote">x Leg. pot. ἀπὸ.</note>

<pb n="129"/>
ἣ ἀκούειν νόμων Παύλου τοῦ Ἀποστόλου· κἂν γὰρ ἅγιος ᾗ, ἀλλὰ
πολλῷ ὑποδεεστέρους y ἔχει νόμους τῶν νόμων τοῦ Κυρίου.
Σευηριανοῦ. τὴν “ γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι·”
ἃν εἶπεν περὶ τῶν διὰ τὸ ἀποτάσσεσθαι καὶ ἀνακεῖσθαι τῷ Χριστῷ
χωριζομένων· “ ἣ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω, ἢ μενέτω ἄγαμος,” <lb n="5"/>
περὶ τῶν διά τινα μάχην διισταμένων δείκνυται.</p><p>Θεοδωρίτου. Τῆς εὐαγγελικῆς νομοθεσίας ἀνέμνησεν. ὁ
Κύριος ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις ἔφη “ πᾶς ὁ ἀπολύων τὴν
“ γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχευ-
“ θῆναι·” διὰ τοῦτο προστέθεικεν “ οὐκ ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ Κύριος·” τὸ <lb n="10"/>
δέ γε “ μενέτω ἄγαμος, ἣ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω,” οὐκ ἔστιν
ἐναντίον τῷ “ μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἃν ἐκ συμφώνου.”
ἐκεῖνα γὰρ τοῖς μὴ δι’ ἄλλην πρόφασιν χωριζομένοις, ἀλλὰ διὰ
μόνην ἐγκράτειαν εἴρηται· ἐνταῦθα δὲ τοῖς περὶ ἑτέρων πραγμάτων
ζυγομαχοῦσιν νομοθετεῖ· καὶ πειρᾶται μὲν ἀρραγῆ φυλάξαι <lb n="15"/>
τοῦ γάμου τὴν ζεύγλην. συγκατιὼν δὲ τῇ ἀσθενείᾳ, τῷ χωριζομένῳ
νομοθετεῖ τὴν ἐγκράτειαν, καὶ ταύτῃ κωλύων τοῦ γάμου
διαίρεσιν· ἀπείργων γὰρ ἑτέρῳ συνάπτεσθαι, πρὸς τὸν πρότερον
γάμον μέρος ἑκάτερον ἐπανελθεῖν συνωθεῖ.</p><p>Ἰωάλλου z. Ὅρα σοφίαν· καὶ βελτίονα δείκνυσι τὴν ἐγκράτειαν, <lb n="20"/>
καὶ οὐκ ἀναγκάζει τὸν μὴ φθάνοντα, δεδοικὼς μή τι μεῖζον
παράπτωμα γένηται· ἐνέφηνεν ὅση τῆς ἐπιθυμίας ἡ τυραννίς. εἰ
πολλὴν, φησὶν, ὑπομένεις βίαν καὶ πύρωσιν, ἀπαλλάγηθι καὶ
γάμισον, μή ποτε περιτραπῇς. ἐπειδὴ ῥητῶς νόμον ὑπὸ τοῦ
Κυρίου τεθέντα λέγειν μέλλει, διὰ τοῦτο φησὶν, “ οὐκ ἐγὼ ἀλλ’ <lb n="25"/>
“ ὁ Κύριος·” τοῦδε ὁ νόμος, μὴ γίνεσθαι διαίρεσιν “ παρεκτὸς
“ λόγου πορνείας.” καὶ τὰ μὲν ἔμπροσθεν εἰρημένα, εἰ καὶ μὴ
ὀνομαστὶ ὁ Κύριος εἶπεν, ὅμως καὶ αὐτῷ τῷ Κυρίῳ καλῶς ἔχειν
δοκεῖ, τῷ διὰ τοῦ στόματος Παύλου λαλοῦντι· πλὴν ἐπειδὴ τὸ
τοῦ χωρισμοῦ ῥητῶς ὁ Κύριος εἴρηται παρέδωκεν, τούτου χάριν <lb n="30"/>
φησὶν, οὐχ ὁ Κύριος ὥστε τὸ ἐγὼ καὶ “ οὐκ ἐγὼ, ταύτην
ἔχει τὴν διαφοράν· ἵνα γὰρ μὴ τὰ αὐτοῦ ἀνθρώπινα εἶναι νομίσῃς,
ἐπάγει κατωτέρω, “ δοκῶ κἀγὼ πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.”</p><note type="footnote">y ὑπὸ δὲ ἕτε ῥοῦς Cod. z (??) Cod.</note><pb n="130"/><p>Κυτίλλου. Ἐλαφροὶ καὶ εὐπάροιστοι κατεφορῶντο λίαν
πᾶν ὁ τι οὖν τῶν σφισὶ καθ’ ἡδονὴν οἱ ἐξ Ἱερουσαλήμ· ταύτῃ τοι
δικαίως τὸ χρῆναι γνωμοδοτεῖν παρήρηντο τῷ νόμῳ. ἐπ’ αὐτῶν
γὰρ, φησὶν, οὐκ ἔστιν προσθεῖναι καὶ ἁπάντων οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν·
οἱ δέ γε τῶν εὐαγγελικῶν θεσπισμάτων εἰσηγηταὶ βεβηκότα τὸν <lb n="5"/>
νοῦν ἔχοντες εἰς τὸ ἀγαθὸν, καὶ αὐτὸν ἐν ἑαυτοῖς ἐσχηκότες
λαλοῦντα Χριστὸν, ἐθαρσήθησαν εἰκότως ἐπ’ ἐξουσίας ποιεῖσθαι
πολλῆς τοὺς τῆς ὑφηγήσεως λόγους· κἂν εἰ μήτι κέοιτο τῶν
πρακτέων παρά γε τοῖς ἱεροῖς γράμμασιν. τοιοῦτός τις ὑπάρχων
καὶ ὁ θεσπέσιος Παῦλος, “ λέγω δέ’ φησὶν, “ τοῖς ἀγάμοις καὶ <lb n="10"/>
“ ταῖς χήραις· καλὸν αὐτοῖς ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγὼ” καὶ τὰ ἑξῆς·
ἔνθα μὲν γὰρ οὐ θεῖος ἡμῖν νόμος, τὸ “ λέγω” τέθεικεν, οὐδὲ
Χριστὸς ὁ προστάττων ἦν· τὸ “ παραγγέλλω” φησὶν, προσεπάγων
εὐθὺς τὸ οὐκ ἐγὼ ἀλλ’ ὁ Κύριος. τι ’δε ἄρα παρῶπται τῶν
ἀναγκαίων νομοθετοῦντι Χριστῷ; ἐπινοοῦσι δέ τι τὸ ἄμεινον οἱ <lb n="15"/>
μυσταγωγοί ; καίτοι πῶς οὐκ ἀμαθὲς καὶ ἀπόπληκτον παντελῶς
τὸ μὴ ἀρτίως ἔχειν οἴεσθαι τὰ παρὰ Χριστοῦ ;</p><p>Τί οὖν ἐροῦμεν ; οὐκ ἀπέφησεν τὸν γάμον τὸ εὐαγγελικὸν καὶ
θεσπέσιον κήρυγμα. ἐπιμετροῦντος οἶμαι που τοῦ Θεοῦ τῇ ἀνθρώπου
φύσει τὴν ἐντολήν· ἔφη γὰρ τοῖς πειράζουσι Φαρισαίοις <lb n="20"/>
ὁ Κύριος, ἐρωτήσασιν αὐτὸν εἰ ἔξεστιν ἀπολύσαι τὴν γυναῖκα
αὐτοῦ· “ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχευθῆναι·” πρὸς
ταῦτα λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· “ εἰ οὕτως ἐστι τοῦ ἀνθρώπου
“ ἡ αἰτία μετὰ τῆς γυναικὸς, οὐ συμφέρει γαμῆσαι· ὁ δὲ εἶπεν
“ αὐτοῖς· εἰσιν εὐνοῦχοι, οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώ- <lb n="25"/>
“ πων· καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχησαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν
“ βασιλείαν τῶν οὐρανῶν· ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω·” προύθηκε
γὰρ τοῖς ἐθέλουσι κατορθοῦν· οὐ μὴν ὑπήγαγε νόμῳ, ὅτι μὴ
πάντας ἠπίστατο τῶν τῆς σαρκὸς κινημάτων κατευμεγεθεῖν
δύνασθαι.</p><lb n="30"/><p>Καὶ τοῦτο εἰς ἅπαν ἔχει τι τοιοῦτον καὶ ἡ κατὰ νόμον σκία·
προστέταχε μὲν γὰρ τοὺς τῶν θυσιῶν ποιεῖσθαι τρόπους εἰς δόξαν
Θεοῦ· τοῦτο μὲν ὑπὲρ ἁμαρτίας καὶ ἀγνοημάτων· τοῦτο δὲ εἰς
καθαρισμὸν καὶ ἀπόρριψιν ῥύπου, καὶ μὴν καὶ τὰς ἐν σαββάτῳ,
τὰς κατὰ νουμηνίαν, τὰς ἐν ταῖς ἑορταῖς. ἠφίει γεμὴν πρὸς <lb n="35"/>

<pb n="131"/>
τούτοις καὶ ἑκουσιάζεσθαι τινὰς, τοῦτ’ ἐστι προσκομίζειν Θεῷ τὰ
ἑκούσια. καὶ ταῦτα δὲ ἦσαν τὰ ὑπὲρ τὸν νόμον, ὡς ἐξ ἀγαθῆς καὶ
φιλοθέου φιλοτιμίας καρποί· ἀλλ’ ἦν μὲν οὐ θέμις τῶν ἐν νόμῳ
διατεταγμένων ῥαθυμῆσαι θυσιῶν· ἐπαίνου γεμὴν ἀξίους ἡγεῖτο
Θεὸς τοὺς προστιθέντας ἐκείνοις τὰ οἴκοθέν τε καὶ ἀπὸ γνώμης <lb n="5"/>
ἰδίας· τοῦτό τι καὶ νῦν ἐξῳκονομῆσθαι φαμέν· οὐκ ἀπέφησε μὲν
γὰρ ὁ Χριστὸς τὸ εἴπερ τις ἕλοιτο καὶ τῆς κατὰ νόμον ἅπτεσθαι
κοινωνίας· κατορθοῦν δὲ τὸ μεῖζον ἡμᾶς ἀπείρξειεν ἃν οὐδὲν ἐκ
τῆς εἰς λῆξιν εὐκλείας μεταποιεῖσθαι σπουδάζομεν b.</p><p>Ἄριστα οὖν ὁ Παῦλος “ λέγω μὲν τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χή- <lb n="10"/>
“ ραις, καλὸν αὐτοῖς ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ· τοῖς δὲ γεγαμηκόσι
“ παραγγέλλω οὐκ ἐγὼ ἀλλ’ ὁ Κύριος” καὶ τὰ ἑξῆς. παρακομίζει
δὲ εἰς ὑποτύπωσιν τῆς ἐξειλεγμένης ἀπερισπάστου ζωῆς τὰ καθ’
ἑαυτόν· πάντως που τὴν ἀγαμίαν τοῦ ἑτέρου προσθείς· οὐκοῦν εἰ
καὶ ἀπεδύσατό τις τὸν τοῦ νόμου ζυγὸν, μενέτω, φησὶν, ἐν ἐγκρατείᾳ. <lb n="15"/>
κληρονομήσει γὰρ οὕτω τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν. καὶ</p><p>λέγων ὁ τῶν στεφάνων διανομεὺς, ” τάδε λέγει Κύριος τοῖς
“ εὐνούχοις, ὅσοι ἂν φυλάξωνται τὰ σάββατά μου, καὶ ἐκλέξων-
“ ται ἃ ἐγὼ θέλω, καὶ ἀντέχωνται τῆς διαθήκης μοῦ· δώσω αὐτοῖς
“ ἐν τῷ οἴκῳ μου καὶ ἐν τῷ τείχει μου τόπον ὀνομαστὸν, κρείσσων <lb n="20"/>
“ υἱῶν καὶ θυγατέρων, ὄνομα αἰώνιον δώσω αὐτοῖς, καὶ οὐκ ἐκλείψει.
οὐκοῦν τῆς ἐγκρατείας ἀξιόληπτος ὁ μισθός· τοῖς γεμὴν ἤδη τῷ
γάμῳ κατειλημμένοις, ἀποφοιτᾶν οὐκ ἀφίησι τῆς ἅπαξ συνῳκισμένης,
ἵνα μὴ θορύβων ἔμπλεων τὴν ὑπουρανὸν τὸ σωτήριον
ἀποφήνῃ κήρυγμα· οὐκ ἐπαινοῦντος τὸ χρῆμα τοῦ πάντων ἡμῶν <lb n="25"/>
Σωτῆρος Χριστοῦ· εἰ καὶ ὁ νόμος οἰκονομικὸς ἐφῆκε τοῖς ἀρχαιοτέροις
τὸ ποιεῖν διὰ τὴν σκληροκαρδίαν αὐτῶν· καθά φησιν αὐτὸς
ὁ Σωτῆρ’· ὅτι δὲ ἀσφαλέστεροί τε καὶ ἀλκιμώτεροι τῶν ἀρχαιοτέρων
οἱ ἐν Χριστῷ, κἀντεῦθεν ἰδεῖν τοῖς ἐθέλουσι ῥᾷον. ὁ μὲν
γὰρ νόμος τοῖς ἐξ Ἱερουσαλὴμ ἀπέφησε τὸ δεῖν ἀλλοφύλοις <lb n="30"/>
συνιέναι τε καὶ γαμικῶς ἀναπλέκεσθαι, ἡμῖν δὲ ὁ Παῦλος “ εἴ τις
“ ἀδελφὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><note type="footnote">a Ηæc valde depravata sunt. b Leg. cred.
s 2</note><pb n="132"/><lb n="12"/><p>τοῖς δὲ λοιποῖς ἐγὼ λέγω, οὐχ ὁ Κύριος, εἴ τις ἀδελ-
φὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν
<lb n="13"/>μετ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν· καὶ γυνὴ, ἥτις ἔχει ἄνδρα
ἄπιστον, καὶ αὐτὸς συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ’ αὐτῆς, μὴ
<lb n="14"/>ἀφιέτω αὐτόν. ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῆ <lb n="5"/>
γυναικὶ, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί· ἐπεὶ
ἄρα τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστι, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν.</p><p>Θεωδωρίτου. To “ἐγὼ λέγω,” ἀντὶ τοῦ, οὐχ εὗρον τοῦτον τὸν
νόμον τοῖς θείοις Εὐαγγελίοις ἐγγεγραμμένον· ἀλλὰ νῦν αὐτὸν
τίθημι. ὅτι δὲ οἱ τοῦ Ἀποστόλου νόμοι τοῦ δεσπότου Χριστοῦ <lb n="10"/>
νόμοι, δῆλόν ἐστιν τοῖς τὰ θεῖα πεπαιδευμένοις· αὐτοῦ γάρ ἐστι
φωνὴ, *’ εἰ δοκιμὴν ζητεῖτε τοῦ ἐν ἐμοὶ λαλοῦντος Χριστοῦ.” καὶ
οὐκ ἐγὼ δὲ, ἀλλ’ ἡ χάρις ἡ σὺν ἐμοί καὶ λέγω διὰ τῆς χάρι-
“τος τῆς δοθείσης μοι.” οὕτω κἀνταῦθα νομοθετεῖ, τοῦ Παναγίου
Πνεύματος δι’ αὐτοῦ φθεγγομένου.</p><lb n="15"/><p>Κυτίλλου. Ἐκείνοις μὲν γὰρ ὁ νοῦς ἦν σαθρὸς καὶ σεσαλευ-
μένος· ἡμεῖς δὲ οὐχ οὕτως· κεχρίσμεθα γὰρ εἰς υἱοθεσίαν τῷ
Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ κατῴκηκεν ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός. βεβηκότες
δὴ οὖν οὕτως πρὸς πᾶν ὅτι οὖν τῶν ἀγαθῶν, δεδίαμεν κατ’ οὐδένα
τρόπον τὸ συνεῖναί τινι τῶν ἀπίστων ἔτι· τεθαρρήκαμεν δὲ μᾶλλον <lb n="20"/>
ὅτι σαγηνεύσομεν εἰς εὐσέβειαν· καὶ οὐχ ἡμεῖς τῆς ἐνούσης ἐκεί-
νοις ἀμαθείας ἐσόμεθα θήραμα. καὶ εὐλογοῦμεν μᾶλλον τοὺς οὔπω
πιστεύσαντας, ἢ μολυνόμεθα παρ’ αὐτῶν. ’* ἡγίασται γάρ’ φησὶν,
“ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί.” οὕτως εἰσὶν ἅγια καὶ τὰ
τέκνα ἡμῶν, νικῶντος πάντως που τοῦ ἐν τοῖς πιστεύουσιν ἁγιασ- <lb n="25"/>
μοῦ, τῶν οὔπω πεπιστευκότων τὸν ῥύπον· “εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρί-
** ζεται,” φησὶ, “χωριζέσθω· οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἣ ἡ
** ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις·” οἰχέσθω γὰρ εἰ δοκεῖ τοῦ ἁγιάζοντος
ὁ μεμολυσμένος, γνώμης ἰδίας ὀψώνιον ἔχων τὴν ἔν γε τούτῳ
ζημίαν· ἀνυπαίτιοςb δὲ παντελῶς ὁ ταῖς θείαις ἑπόμενος ἐντολαῖς. <lb n="30"/>
εὐλογηθήσεται γὰρ ὡς εὐήνιος παρὰ τοῦ πάντων ἡμῶν Σωτῆρος
Χριστοῦ,</p><note type="footnote">b ἀνυπταίο“ Cod.</note><pb n="133"/><p>Ὡριγενουσ.c. Ὡς κράσις τις γίνεται τῶν δύο, ἀνδρὸς καὶ
γυναικὸς εἰς σάρκα μίαν, ὥσπερ οἴνου καὶ ὕδατος καὶ ὡσπερ
μεταδίδωσιν ὁ πιστὸς ἁγιασμοῦ τῇ ἐθνικῇ γαμετῇ· ἢ τὸ ἐναντίον
ἡ πιστὴ τῷ ἀπίστῳ ἀνδρί· οὕτω καὶ ὁ ἄπιστος μεταδίδωσι μολυσμοῦ
τῇ πιστῇ γυναικί· ἢ τῷ πιστῷ ἀνδρὶ ἡ ἄπιστος γυνή. <lb n="5"/>
διὰ τι γὰρ φησὶν, ἡγίασται ἡ ἄπιστος ἢ ὁ ἄπιστος τῷ λαμβάνειν
τι ἀπὸ τοῦ πιστοῦ, ἢ ἀπὸ τῆς πιστῆς· καὶ οὐχὶ βεβηλοῦται τῷ
λαμβάνειν τι ἀπὸ τοῦ ἀπίστου μέρους ; ἕκαστος γὰρ ἐκ τοῦ
περισσεύματος τῆς καρδίας διαλεγόμενος τῷ ἑτέρῳ, ἢ μεταδίδωσιν,
ἢ μεταλαμβάνει· καὶ τῷ χρόνῳ πάντως νικᾷ τὸ ἕτερον· <lb n="10"/>
καί τις χρεία, φησὶ, τοιούτου ἀγῶνος τε καὶ κινδύνου ; ἢ γὰρ
ἐπιτεύξεται, ἢ ἀποτεύξεται· καὶ ἤτοι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ προσαπολέσει,
ἢ πολλὰ καμὼν, μόγις κερδῆσαι δυνήσεται. διὰ τοῦτο
καλόν ἐστι πρὶν προληφθῆναι ἄνθρωπον ἐπιμελῶς οὐ μόνον τοῦτο,
ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον σκοπεῖν· καὶ σκοπήσαντα, ἢ μὴ γαμεῖν, ἢ <lb n="15"/>
γαμοῦντα, ἐν Κυρίῳ γαμεῖν· “ γυνὴ γὰρ δέδεται, ἐφ’ ὅσον χρόνον
“ ζῇ ὁ ἀνήρ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνὴρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμηθηναι,
μόνον ἐν Κυρίῳ οὐκ ἀκούομεν τοῦ μόνον ἐν Κυρίῳ ἀλλὰ
τὸ “ ἐλευθέρα ἐστὶν, ᾧ θέλει γαμηθῆναι” ἀναγινώσκομεν· οὐκ ἔτι δὲ
συνετάξαμεν τοῦ μόνον ἐν Κυρίῳ· καί τοι γε κακεῖ, ὅτε εἶπεν <lb n="20"/>
“ μόνον ἐν Κυρίῳ,” πάλιν ἀνέκρουσεν τὸν λόγον εἰπών· “ μακα-
“ ριωτέρα δέ ἐστιν, ἐὰν οὕτως μείνῃ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην·” τὸ
οὖν εὐφημότερον εἰπὼν ὁ Ἀπόστολος τὸ “ ἁγίαζεται γάρ’ ἀφῆκεν
ἡμῖν τὸ ἄλλο νοεῖν.</p><p>Σευηριανοῦ. Οὐ τὸ λαμβάνειν ἄπιστον φησὶν, ἀλλὰ τὸ ἀνέχεσθαι
ἀπίστου.</p><p>Ἰωάννου. τοῦτο εἶπεν, οὐχ ἵνα δείξῃ ἐκεῖνον ἅγιον, ἀλλ’ ἵνα
ἐκ περιουσίας ἐξέλῃ τὸν φόβον τῆς γυναικός· κἀκεῖνον εἰς ἐπιθυμίαν
ἀγάγῃ τῆς ἀληθείας· οὐ γὰρ τῶν σωμάτων τὸ ἀκάθαρτόν
ἐστιν ἡ κοινωνία· ἀλλὰ τῆς προαιρέσεως, καὶ τῶν λογισμῶν· εἶτα <lb n="30"/>
καὶ ἀποδείξις. εἰ γὰρ ἀκάθαρτος μένων γεννᾷ· τὸ δὲ παιδίον οὐκ
ἄτερ σοῦ μόνης, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐκείνου· ἀκάθαρτον ἄρα τὸ παιδίον,
ἣ ἐξ ἡμισέας καθαρόν νυνὶ δὲ οὐκ ἔστιν ἀκάθαρτον, διὸ καὶ επη-
<note type="footnote">c (??) Cod.</note>

<pb n="134"/>
γαγεν· “ἐπεὶ τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστιν, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν.”
τοῦτ’ ἔστιν οὐκ ἀκάθαρτα. αὐτὸς δὲ ἅγια ἐκάλεσεν, τῇ περιουσίᾳ
τῆς λέξεως πάλιν ἐκβάλλων τῆς τοιαύτης ὑποψίας τὸ δέος.</p><p>Θεοδωρίτου. Περὶ τῶν πρὸ τοῦ κηρύγματος συναφθέντων
ἐνταῦθα φησίν· συνέβαινεν γὰρ τὸν μὲν ἄνδρα πιστεῦσαι, τὴν δὲ <lb n="5"/>
γυναῖκα τῇ ἀπιστίᾳ προσμεῖναι, ἣ τοὐναντίον· καὶ παρεγγυᾶ τοῖς
ὑγιαίνουσι φέρειν τὴν τῶν ὁμοζύγων ἀσθένειαν· καὶ τὴν τούτων
πραγματεύσασθαι σωτηρίαν· τὸ γὰρ “ἡγίασται ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος
*’ ἐν τῇ γυναικί· καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρὶ,” βού-
λεται σημάναι, ὡς ἔχει σωτηρίας ἐλπί δᾶ· εἰ δὲ καὶ αὐτὸς ἢ αὐτὴ <lb n="10"/>
ἐπιμένῃ τῇ νόσῳ, τὸ ἐκείνου σπέρμα μεθέξει τῆς σωτηρίας.</p><p>Θεοώρου. Κατὰ τὸ ἡμέτερον δῆλον ὅτι ἀγόμενον βούλημα
ἅγιον εἶναι δύναται· ὑπερβολικώτερον δὲ ταῦτα τέθεικεν, πείθων μὴ
καταλιπεῖν τὴν συνάφειαν.</p><p>Φωτίου. “Εἰ τις γυναῖκα ἔχει ἄπιστον·” ἵνα διασπασθῶσιν ι <lb n="15"/>
οἱ γάμοι, καὶ λοιπὸν συγχύσεως καὶ ταραχῆς καὶ οἴκων ἀνατροπῆς
ἡ εὐσέβεια νομισθῇ τοῖς πολλοῖς. διὰ τοῦτο τοὺς φθάσαντας
ἀπίστοις συνοικεῖν κωλύει διαιρεῖσθαι. “ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ
“ἄπιστος.” καὶ αὐτὸ δὲ τοῦτο τὸ ἀνέχεσθαι τὸν ἄπιστον, καὶ
μὴ ἀποπηδᾶν συνοικεῖν τῷ πιστῷ, ἐγγύς ἐστι τοῦ πρὸς τὴν εὐσέ- <lb n="20"/>
βειαν ὁρᾷν. ἀλλ’ εἴποι τις ἂν ἴσως· οὐκ οὖν τὸ αὐτὸ νοοῦντες καὶ
περὶ τοῦ πιστοῦ, ἐγγὺς αὐτοὶ εἶναι φαίημεν ἃν τοῦ πρὸς ἀσέβειαν
ὁρᾶν ; πρὸς ὃ φαμὲν, ὡς οὐκ ἔστιν ἴσον οὐδὲ πολλοῦ δεῖ. ὁ μὲν
γὰρ πιστὸς συνοικῶν τῷ ἀπίστῳ, τῆς πίστεως ἐντολὴν καὶ νόμον
πληροῖ. ὥστε καὶ ταύτῃ μᾶλλον ᾠκείωται τῇ πίστει, καὶ διΐστα- <lb n="25"/>
τᾶι τῆς ἀπιστίας· ὁ δὲ ἄπιστος μόνῃ τῇ πρὸς τὸν ἐνικοῦντα
στοργῇ δεδεμένος, τὴν συνάφειαν οὐ λύει· ἀλλ’ οὐχὶ νόμον τὸν
ἀπὸ τῆς οἰκείας ἀπιστίας αὐτοῦ ἐκτελῶν, στέργων δὲ τὸν συνοι-
κοῦντα, χειραγωγηθήσεταί ποτε καὶ πρὸς τὴν αὐτοῦ πίστιν δι’
αὐτοῦ· καὶ τὸ στέργειν δὲ αὐτὸ τῆς εὐσεβοῦς ἐστι νομοθε- <lb n="30"/>
σίας, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς ἀσεβείας. ὥστε καὶ ταύτῃ ἐγγύς ἐστι
τοῦ εὐσεβεῖν αὐτὸν, καὶ ἡγίασται διὰ τῆς συνοικήσεως τοῦ
πίστοῦ.</p><lb n="15"/><p>Εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωριζέσθω. οὐ δεδούλω-

<pb n="135"/>
ται ὁ ἀδελφὸς ἣ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις· ἐν δὲ
<lb n="16"/> εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός. τί γὰρ οἶδας, γύναι, εἰ
τὸν ἄνδρα σώσεις ; ἣ τί οἶδας, ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα
<lb n="17"/> σώσεις, ἢ μή ; ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ Θεὸς, ἕκαστον ὡς
κέκληκεν ὁ Κύριος, οὕτως περιπατείτω· καὶ οὕτως ἐν <lb n="5"/>
ταῖς ἐκκλησίαις πάσαις διατάσσομαι.</p><p>Θεοδωρίτου. Καὶ μὴν ὁ Κύριος ἔφη, “ οὐκ ἦλθον βαλεῖν
“ εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν, ἀλλὰ μάχαιραν·” διχάσαι ἄνθρωπον ἀπὸ
τοῦ πλησίον αὐτοῦ. ἀλλὰ οὐκ ἐναντίον τοῦτο ἐκείνῳ· ἑρμηνεύει
δὲ ὁ Ἀπόστολος τὴν τοῦ Κυρίου διδασκαλίαν. τὸ σωτήριον γὰρ <lb n="10"/>
φησὶ κήρυγμα οὐ σύγχυσιν εἰς τὸν βίον εἰσάγει· ἀλλὰ μᾶλλον
πραγματεύεται τὴν ἀληθῆ καὶ θεῷ φίλην εἰρήνην· διαιρεῖ μέντοι
πρότερον τὴν κακὴν συμφωνίαν· καὶ τῇ διαφωνία, τὴν ἐπαινουμένην
ὁμόνοιαν πραγματεύεται. οἱ γὰρ τὸ θεῖον δεξάμενοι κήρυγμα,
διδάσκαλοι τῶν ἀπίστων γιγνόμενοι, εἰργάζοντο παραδόξως <lb n="15"/>
τὴν θαυμασίαν μεταβολὴν, καὶ τὰς καλῶς διαιρεθείσας ἐποδήγουν
εἰς τὴν ἀξιέραστον συμφωνίαν· τοῦτο καὶ ἐνταῦθα φησὶ, “ τί γὰρ
“ οἶδας γύναι εἰ τὸν ἄνδρα σώσεις, ἣ μή ; ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ
“ Θεός·” ἀνάδεξαι, φησὶν, ἐπὶ χρησταῖς ἐλπίσι τὸν πόνον· ἔχεις
τὸν Θεὸν τῆς προθυμίας ἐπίκουρον· “ ἕκαστον ὡς κέκληκεν ὁ <lb n="20"/>
“ Κύριος, οὕτως περιπατείτω· καὶ οὕτως ἐν ταῖς ἐκκλησίαις πά,
“ σαῖς διατάσσομαι·” ἐδίδαξεν ἐνταῦθα σαφῶς ὡς οὐκ ἀπίστοις
ἀνδράσιν ἣ γυναιξὶ συνάπτεσθαι παρηγγύηκεν, ἀλλὰ τοῖς οὕτω
κληθεῖσιν ἐκεῖνα νενομοθέτηκεν.</p><p>Θεοδωρου. Περιττὸν γὰρ οἴεσθαι ταῦτα ἐμποδῶν αὐτῷ πρὸς <lb n="25"/>
εὐσέβειαν γίνεσθαι· ἐν οἷς τὸ πρότερον ὣν, κληθῆναι πρὸς τὴν
πίστιν οὐκ ἐκωλύθη· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ “ ὡς κέκληκεν·” καὶ
δεικνὺς τὸ τοῦ παραγγέλματος ἀναγκαῖον, “ καὶ οὕτως ἐν ταῖς
“ ἐκκλησίαις πάσαις διατάσσομαι.”</p><p>Ἰωάλλου. Εἰ δὲ καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν πυκτεύει
μάχεται, βουλόμενός σε πρὸς τὴν αὐτοῦ ἀγαγεῖν ἀπιστίαν· καὶ
οὕτως χωρίσθητι· οὔτε γάρ φησὶ, δεδούλωσαι εἰς τὰ τοιαῦτα·
ὥστε καὶ μαχόμενον βαστάζειν· καὶ δῆλον ὅτι περὶ μάχης γενομένης
λέγει, “ ἐν δὲ εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός·” τοῦτ’ ἐστιν

<pb n="136"/>
ἵνα εἰρηνεύωμεν, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν στάσις ἣ μάχη. ἐπεὶ οὖν μάχεται,
καὶ διὰ τοῦτο ἀπαλλαγῆναι καλόν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Πάλιν πρὸς τὸ ἀφιέναι μένειν ἐθέλοντα
μὴ δὲ στασιάζοντα, μεταβέβηκεν, καὶ φησὶν, εἰ μὴ διαστασιάζει
πρὸς σὲ, μένε μετ’ αὐτοῦ· εἰκὸς γὰρ τῷ χρόνῳ καὶ σώσεις <lb n="5"/>
αὐτὸν συμβουλεύουσα, καὶ πιστὸν ποιήσεις· ὅρα δὲ πῶς οὐκ ἐν
ἀνάγκῃ τοῦτο γενέσθαι ἀπῄτησεν, ἵνα μὴ βάρος ἐπιθῇ· ἀλλὰ τῇ
τοῦ μέλλοντος ἀδηλίᾳ καὶ τὴν ἀνάγκην ἐξεῖλεν, καὶ ταύτην μὴ
ἀπογνῶναι καὶ ναρκῆσαι συμβουλεύουσαν παρεσκεύασεν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἕως τοῦ “ ἢ μὴ,” στίξον τελείαν. ἵνα ᾖ οὕτως· <lb n="10"/>
ἣ τι οιοας ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα σώσεις, ἣ μή ; τουτ’ ἐστιν,
πόθεν οἶδας εἰ σώσεις, ἣ μὴ σώσεις ; ἄδηλον γὰρ τὸ μέλλον·
ἀδήλου δὲ ὄντος, οὐ δεῖ λύειν τὸν γάμον· εἰκὸς γὰρ, φησὶν, καὶ
τὸν καλὸν νομικῶς εἰπεῖν ἐξιέναι, τοῦτ’ ἐστιν τῷ σῶσαι· μὴ σώζων
μὲν γὰρ, οὐκ ἐβλάβης· σώζων δὲ, ὠφελήσοις καὶ ὠφελέθῃς.</p><lb n="15"/><p>e Οὕτως ὁ ἐν ἁγίοις Σευηριανὸς ἔστιξεν· ἄλλως γὰρ ἐὰν στίξῃς,
καὶ ἀσυνάρτητος εὑρίσκεται ἡ σύνταξις.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Οὕτως σε φησὶν ἐμέρισεν ὁ Θεὸς,
κέκληκεν μετὰ γυναικὸς ἣ ἀνδρὸς ἀπίστου· στέργε τοιγαροῦν τὸν
γάμον, καὶ μὴ διαλύσῃς διὰ τὴν πίστιν.</p><lb n="20"/><p>Φωτίου.“ Οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἣ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς
“ τοιούτοις.” οὐκ ἔχει ἀνάγκην, φησὶν, ὁ πιστὸς ἣ ἡ πιστὴ ἐν
τοῖς ἀπίστοις τοιαύτην, οἷα αὐτῶ ἐπίκειται ἐπὶ τῶν πιστῶν· ἐκεῖ
μὲν γὰρ παντὶ τρόπῳ χωρὶς λόγου πορνείας, οὐκ ἔξεστιν ἀπ’
ἀλλήλων τοὺς συναφθέντας χωρισθῆναι· ἐνταῦθα δὲ ἃν μὲν συνευδοκῇ <lb n="25"/>
τὸ ἄπιστον μέρος τῷ πιστῷ συνοικεῖν, δεῖ μὴ λύειν τὸ συνοικέσιον·
ἃν δὲ στασιάζῃ, καὶ τὴν λύσιν ἐκεῖνος ποιῇ, οὐ δεδούλωται
ὁ πιστὸς εἰς τὸ μὴ χωρισθῆναι, ἀλλ’ ἐλεύθερός ἐστιν f τὸ συνοικέσιον
διὰ τὴν τοῦ ἀπίστου στάσιν λύειν· ἀλλ’ ἄμεινον πολλῷ
ποιήσει, εἰ τὴν ἔριν εἰρήνῃ καὶ καλοκαγαθίᾳ λύσας, μὴ λύσῃ τὸν <lb n="30"/>
γάμον· “ ἐν γὰρ εἰρήνῃ,” φησὶ, “ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός·” τοῦτο
γὰρ, φησὶ, καὶ τῆς κλήσεως τῆς ἀπὸ Θεοῦ σημεῖον, τὸ εἰρηνικοὺς
<note type="footnote">e Hoc CEcumenii credo est Scholium, sed in Edd. ad proxima
Apostoli verba refertur. f In marg. ἐκείνου λύοντος τὸν γάμον καὶ
αὐτὸς διαστῆναι. πλὴν φησὶν εἰ καὶ ἐλεύθερός ἐστιν.</note>

<pb n="137"/>
ὅσον τὸ ἐξ ὑμῶν, πρὸς πάντας εἶναι· καὶ τὸ ἐφεξῆς δέ· “ τί γὰρ
“ οἶδας γύναι” καὶ ἑξῆς, ταύτῃ συνᾴδει τῇ ἑρμηνείᾳ διὰ τῆς
πρὸς αὐτὴν μάλιστα ἀκολουθίαν· ἑκάστῳ ὡς ἐμὲ g ὁ Θεός· τὸ γὰρ
συμφέρον αὐτὸς μόνος οἶδεν· καὶ πότερον μᾶλλον συνετέλει τὸν
πιστὸν ἐξ ἀρχῆς ἀπίστῳ συναφθῆναι ἣ πιστῷ. ἐπ’ ἐνίων μὲν γὰρ <lb n="5"/>
συνέφερεν πιστὸν πιστῷ συνοικεῖν, καὶ συνήφθη· ἐπ’ ἐνίων δὲ
πιστὸν ἀπίστῳ· καὶ γέγονεν οὕτως· καὶ τούτων οὐδείς ἐστιν ἰκανὸς
συνιδεῖν τὰς αἰτίας, πλὴν τοῦ οὕτω διαταξαμένου καὶ μερίσαντος
Θεοῦ· καὶ τοῦ καλέσαντος Κυρίου. εἰ δὲ ὁ Θεὸς καὶ ὁ
Κύριος τὰς τοιαύτας συναφείας ἔταξεν καὶ ἐμέρισεν κατὰ τὸ <lb n="10"/>
ἑκάστῳ συμφέρον, οὐκ ὀφείλει ὁ πιστὸς ἀπίστῳ συναφθεὶς δυσφορεῖν
ἣ ἀγωνιᾶν, καὶ λύσιν ἐπιζητεῖν· ἀλλὰ καθὼς ἐκλήθη ἕκαστος,
τούτῳ ἐμμένειν καὶ περιπατεῖν·</p><lb n="18"/><p>Περιτετμημένος τις ἐκλήθη ; μὴ ἐπισπάσθω· ἐν
<lb n="19"/> ἀκροβυστίᾳ τίς ἐκλήθη ; μὴ περιτεμνέσθω. ἡ περιτομὴ <lb n="15"/>
οὐδέν ἐστι, καὶ ἢ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ τήρησις
<lb n="20"/> ἐντολῶν Θεοῦ. ἕκαστος ἐν τῇ κλήσει ἧ ἐκλήθη, ἐν ταύτῃ
μενέτω.</p><p>Ὠριγένουσ. Λέξεις ἀκαίρως παραβεβληκέναι τῷ περὶ
καὶ ἁγνείας λόγῳ, μὴ δὲ μιᾶς ζητήσεως γενομένης, περὶ τοῦ μὴ <lb n="20"/>
δεῖν τοὺς ἐκ περιτομῆς πιστεύοντας ἐπισπᾶσθαι. καὶ πάλιν τοὺς
ἐν ἀκροβυστίᾳ περιτέμνεσθαι· καὶ τὸ περὶ τοῦ “ δοῦλος ἐκλήθης,
“ μή σοι μελέτω” καὶ τὰ ἑξῆς· μὴ ποτ’ οὖν παράδειγμα ἔλαβεν
τὴν δουλείαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν γεγαμηκότων καὶ ἀγάμων,
περιτετμημένον μὲν καλῶν τὸν ἀποβεβληκότα τὴν γυναῖκα, ἀπερίτμητον <lb n="25"/>
δὲ, τὸν γεγαμηκότα. ὡς γὰρ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα
μίαν· καὶ εἰσὶ μία σάρξ ἡ γυνὴ καὶ ὁ ἀνήρ· ἀποβέβληκε δὲ τὰ
τῆς σαρκὸς ὁ περιτετμημένος· οὕτως ὁ ἀποβαλὼν τὴν γυναῖκα
καὶ οἱονεὶ περιτέτμηται τὴν σάρκα ἑαυτοῦ· οὕτω καὶ δοῦλον καλεῖ·
ἐπεὶ γὰρ, φησὶν, ἐν ἄλλοις οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἣ ἡ ἀδελφὴ <lb n="30"/>
ἐν τοῖς τοιούτοις· ὡς δούλων ὄντων τῶν γεγαμηκότων· διὰ τοῦτο
καὶ ἐνθάδε δοῦλον ὀνομάζει τὸν μετὰ τὸν γάμον κεκλημένον, ἐλεύθερον
δὲ τὸν ἄγαμον.</p><note type="footnote">g Fort. ἐμέρισεν.
T</note><pb n="138"/><p>Λέγεται οὖν ὡς περὶ περιτομῆς καὶ περὶ δούλων τὰ εἰρημένα
εἰς τὸν τόπον· πλὴν οὐκ ἄτοπόν ἐστι τῷ ῥητῷ χρήσασθαί ποτε
πρὸς τοὺς οἰομένους μετὰ τὴν πίστιν δεῖν περιτέμνεσθαι ἐξ εὐλαβείας,
εὐλαβείας δὲ τῆς οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν διὰ τὰ ἀναγεγραμμένα
ἐν τῇ παλαῖᾳ διαθήκῃ περὶ περιτομῆς· πάλιν οὐ καλόν ἐστι <lb n="5"/>
διά τινας τοὺς ἐκ περιτομῆς πιστεύοντας, οἰομένους αἰσχύνην
φέρειν αὐτοὺς τὴν περιτομὴν καὶ βουλομένους ἀκροβυστίαν περισπᾶσθαι,
χρῆσθαι ῥητῷ τῷ λέγοντι· “ περιτετμημένος τις ἐκ-
“ λήθη ; μὴ ἐπισπάσθω.’ καὶ ἔχει γε λόγον λέγειν πρὸς τοὺς
τοιούτους, ὅτι κατ’ αὐτὸ ἡ περιτομὴ πρᾶγμα ἀδιάφορόν ἐστιν· <lb n="10"/>
οὔτε οὖν περὶ περιτομῆς νῦν ἐστιν, οὔτε περὶ ἀκροβυστίας· ἀλλὰ
περὶ τοῦ ἀγάμου καὶ τοῦ γεγαμηκότος· “ περιτετμημένος τις
“ ἐκλήθη ; μὴ ἐπισπάσθω·” ὡσεὶ ἔλεγεν, μὴ ἐπισπάσθω γυναῖκα·
ἤδη περιετμήθη· ἀπέβαλεν γυναῖκα· μὴ γαμείτω ἄλλην· ἐν ἀκροβυστίᾳ
ἐκλήθη τις· μὴ περιτεμνέσθω· οἷον, ἐν γάμῳ ἐκλήθης, <lb n="15"/>
μὴ ἀπόβαλέ σου τὴν γυναῖκα· “ ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι· καὶ ἡ
“ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν·” ἐπεὶ τινὲς οἴονται τὸν ἄγαμον πλέον
τι ἔχειν κατὰ τοῦτο τοῦ γεγαμηκότος· τὸν δὲ γεγαμηκότα ἧττόν
τι ἔχειν πα αὐτὸ τὸ γεγαμηκέναι τοῦ ἀγάμου, θέλομεν, φησὶ,
διδάξαι ὅτι τῷ ἰδίῳ λόγῳ ἡ ἀγαμία ἀδιάφορόν ἐστιν, καὶ τῶ <lb n="20"/>
ἰδίῳ λόγῳ ὁ γάμος ἀδιάφορός ἐστιν· δυνάται γὰρ καὶ ὁ ἄγαμος
ὣν, καὶ ἀληθῶς καθαρεύων ἀπὸ πάσης μίξεως, ἄλλως δὲ κακῶς
βιοὺς, μὴ ὠφελεῖσθαι ἀπὸ τῆς ἀγαμίας. δύναται δέ τις καὶ ἐν
γάμῳ ὦν, καὶ τὰ τοῦ γάμου πράττων, τάξει δὲ καὶ καιρῷ αὐτὰ
ποιῶν τὴν ἄλλην πολιτείαν σώζων, μὴ ἐλάττων εἰναι τοῦ ἀγάμου· <lb n="25"/>
ὅτι γὰρ ἀδιάφορόν ἐστιν ἡ ἀγαμία καὶ αὐτὴ ἡ καθαρότης, οὕτως
ἀποδείξομεν. εἰ μὲν μόνοι ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας, ἤσκουν τὴν ἀγαμίαν,
ἦν ἃν εἰπεῖν, ὅτι ἡ ἀγαμία τῷ ἰδίῳ λόγῳ καθαρόν τι καὶ
θεῖον πρᾶγμά ἐστιν· νῦν δέ ἐστιν εὑρεῖν καὶ μοχθηρᾷ προθέσει
ἀγάμους· οἱ γοῦν ἀπὸ Μαρκίωνος ἀσκοῦσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἀγαμίαν <lb n="30"/>
καὶ τὴν καθαρότητα, ἀλλ’ οὐχ ὡς οἱ ἐκκλησιαστικοί· οὗτοι γὰρ
ἵν ἀρέσωσι τῷ κτίσαντι τὸν κόσμον Θεῷ· ἐκεῖνοι δὲ, ἵνα μὴ
συνεργοὶ ὦσι τῷ τοῦ κόσμου Θεῷ· κοσμεῖται δὲ ἡ ἀγαμία ἐκκλησιαστικῷ
βίῳ καὶ λόγῳ, γνώσει καθαρᾷ καὶ ἀληθείᾳ· οὕτω καὶ
ὁ ἄγαμος ἀδιάφορός ἐστι τῷ ἰδίῳ λόγῳ. ἔστι δὲ καὶ ἐν γάμῳ <lb n="35"/>

<pb n="139"/>
ὄντα, ἀνεγκλήτως εἶναι, καθὰ καὶ προαποδεδώκαμεν· “ ἡ περιτομὴ
“ οὖν οὐδέν ἐστι, καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστι,” καὶ κατὰ τὸ
ῥητὸν καὶ κατὰ τὰ προκείμενα. ἀλλὰ τί ἐστι τὸ σῶζον ; τήρησις
ἐντολῶν Θεοῦ· “ πᾶς γὰρ, ὃς ἐὰν μίαν τῶν ἐντολῶν, τούτων λύσῃ
“ τῶν ἐλαχίστων, καὶ διδάξει οὕτως τοὺς ἀνθρώπους,” οὐκ εἶπεν, <lb n="5"/>
οὐκ εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐράνων· ἀλλ’ “ ἐλάχι-
“ στος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐράνων.” εἰ g δὲ ὁ λύσας
μίαν τῶν ἐντολῶν τῶν ἐλαχίστων ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ
βασιλείᾳ τῶν οὐράνων, ὁ δύο λύσας ἐντολὰς, ποῦ εὑρεθήσεται ;
“ ἕκαστος οὖν ἐν τῆ κλήσει ἧ ἐκλήθη, ἐν ταύτῃ μενέτω.” ἐκλήθης <lb n="10"/>
ἐν γάμῳ, μὴ ζήλου τὸν γάμον· ἐκλήθης ἄγαμος, μὴ πάντως ἐπισπῶ,
εἰ δύνασαι καθαρώτερον ζῇν.
Ἰωάννου. Πάλιν ἡ αὐτὴ συμβουλὴ τὸ ἐν τοῖς αὐτοῖς
ἐν οἷς ἐκλήθη τις· εἰ δοῦλος οὖν ὣν ἐκλήθης, μὴ θορυβοῦ· οὐ
λυμαίνεται πρὸς τὴν πίστιν ἡ δουλεία· καὶ τοσοῦτον ὅτι εἰ καὶ <lb n="15"/>
δύνασαι ἐλευθερωθῆναι, μᾶλλον χρῆσαι δουλεύειν· οὕτως οὐ δὲ εἷς
ἔσται σοι ἐκ τῆς δουλείας ἐμποδισμός.</p><p>Οἰκουμενίου. Εἰκὸς γὰρ ἀπό τινος θεραπείας δύνασθαι
τὸ ἀρχαῖον ἐπανελθεῖν τὴν περιτομήν· ἐν ἀκροβυστίᾳ, φησὶ, ἐκλήθης·
μένε ὃ εἶ. οὔτε τοῦτο, φησὶ, πρὸς σωτηρίαν συμβάλλεται, <lb n="20"/>
οὔτε ἐκεῖνο λυμαίνεται· ἑνὸς γὰρ χρεία, πληροῦν τὰς ἐντολάς.</p><p>Θεοδωρίτου. Μήτε ἀκρόβυστός τις κληθεὶς, δεχέσθω
μήτε ο περιτετμημένος πειράσθω ἑαυτὸν ἀπερίτμητον οεικνυναι·
ἥτε γὰρ ἀκροβυστία τῆς φύσεως ἐστιν· καὶ ἡ περιτομὴ κατὰ
τὸν παλαιὸν γεγέννηται νόμον· ἐπαινεῖται δὲ οὐ τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ <lb n="25"/>
ἡ τῆς θείας ἐντολῆς φυλακή.</p><p>Φωτίου. “ Περιτετμημένος τίς ἐκλήθη ” φησὶ, “ μὴ
“ σπάσθω·” ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος τοῦτο φησὶν, ὅτι διά τινος
θεραπείας φαρμακευτικῆς, δύναται τις ποίησαι ’τον εμπεριτομον
ἀκρόβυστον· καὶ ὅτι ταύτης ἐπινοίας πρῶτος εὑρετὴς γέγονεν <lb n="30"/>
Ησαῦ· καὶ διὰ τοῦτο φησὶν ὁ Θεὸς “ τὸν Ἠσαῦ ἐμίσησα.”
“ ἡ περιτομὴ οὐδέν·” οὔτε ἡ περιτομὴ, φησὶν, ὅσον τὸ καθ’ αὐτὴν
δύναταί τινα ὠφελῆσαι, οὔτε ἡ ἀκροβυστία· ἡ δὲ ὠφέλεια διὰ
τὴν τήρησιν τῆς ἐντολῆς παραγίνεται ὁμοίως καὶ τῇ περιτομῇ καὶ
<note type="footnote">g οὐ Cod.
T 2</note>

<pb n="140"/>
τῇ ἀκροβυστίᾳ· τῶν γὰρ ἐν ἀνθρώποις πράξεων, αἱ μὲν καθ’ αὐτὰς
ἔχουσι τὸ χρήσιμον, καὶ εἰ μὴ ὦσιν ἐντολῆς ἠρτημέναι θείας· οἷον
ἡ δικαιοσύνη καὶ τὰ ὅμοια· αἱ δὲ διὰ μόνην ἐντολὴν, ὡς τὰ πλεῖστα
τῶν ἐν τῳ νόμῳ·</p><lb n="21"/><p>Δοῦλος ἐκλήθης; μή σοι μελέτω· ἀλλ’ εἰ καὶ <lb n="5"/>
<lb n="22"/>σαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι. ὁ γὰρ ἐν
Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος, ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν·
ὁμοίως καὶ ὁ ἐλεύθερος κληθεὶς, δοῦλός ἐστι Χριστοῦ.
<lb n="23"/>τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων. ἕκα-
<lb n="24"/>στος ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἀδελφοὶ, ἐν τούτῳ μενέτω παρὰ τῷ <lb n="10"/>
Θεῶ.</p><p>Ὠριγένουσ. Δοῦλον ὠνόμασεν ἀναγκαίως τὸν γεγαμηκότα·
δοῦλος γὰρ τῆς γυναικὸς ὁ ἀνὴρ, μὴ ἔχων ἐξουσίαν τοῦ ἰδίου
σώματος· καὶ τοῦ ἀνδρὸς ἡ γυνὴ, οὐκ ἐξουσιάζει γὰρ τοῦ ἰδίου
σώματος, ἀλλ’ ὁ ἀνήρ· *’ δοῦλος οὖν ἐκλήθης ; μή σοι μελλέτω· <lb n="15"/>
*’ ἀλλ’ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι·” τοῦτ’
ἔστιν, εἰ μὴ παρανομεῖς κατὰ τὸν λόγον, δύνασαι ἐλεύθερος ε-ι’ναι·
πῶς ; ἐκ συμφώνου· ἵνα σχολάσητε τῇ προσευχῇ μετὰ πάσης
ὁμονοίας· “ὁ γὰρ ἐν Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος ἀπελεύθερος Κυρίου
“ἐστίν·” ο7ον· ἐκλήθης δοῦλος ; τοῦτο ἴσθι, ὅτι οὐ μόνον οὐκ <lb n="-20"/>
δοῦλος, ἀλλὰ καὶ ἔχεις τὴν ἐλευθερίαν διὰ τὸν Κύριον· ὁ γὰρ
ἀπελεύθερος, οὔτε καθαρῶς ἐλεύθερός ἐστιν· οὐ δὲ ἔτι δοῦλος· ὡς
εἶναι τὸν μὲν καθαρὸν πάντη ἐλεύθερον· τὸν δὲ ἐν γάμῳ δοῦλον·
ὅτ’ ἂν δὲ ἐν Κυρίῳ ᾖ δοῦλος· τότε λέγομεν ὅτι ἀπελεύθερος Κυρίου
ἐστίν· ὁ δὲ ἐλεύθερος κληθεὶς, δοῦλός ἐστιν οὐ γυναικὸς, ἀλλὰ <lb n="25"/>
τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ· “τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀν-
“θρώπων·” ὅση δύναμις νοήσατε τὸν ἐξαγοράσαντα ἡμᾶς, τὸν
Λόγον τοῦ Θεοῦ· τὸ αἷμα τὸ ἐκχυθὲν ὑπὲρ ἡμῶν ἐξευμενίσωμεν·
ἐλέγομεν ἐν τῷ λόγῳ τῷ περὶ ἀγάμων καὶ γεγαμηκότων ὅτι ἐπι-
τείνει καὶ ὀνίνησι τὸν λόγον· οὕτως καὶ ἐνθάδε πεποίηκεν εἰπὼν, <lb n="30"/>
** μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων.” οἱονεὶ γὰρ ἐπιτείνει καὶ σφοδρό-
τερον ποιεῖ τὸν λόγον, προτρεπόμενος τοὺς κατὰ τὸ δυνατὸν οἷοί τε
καθαρεύειν, καὶ καθαρεύειν ἕκαστον ἐν τῇ κλήσει ᾗ ἐκλήθη.</p><p>Ἰστέον δὲ ὡς οἱ λοιποὶ ἑρμηνευταὶ περὶ ἀκροβυστίας καὶ περι-

<pb n="141"/>
τομῆς κατὰ τὸ ῥητὸν ἐκδεδώκασι τὴν ἔννοιαν· συνήθως γὰρ, φησὶν,
ἀπὸ τοῦ προκειμένου εἰς ἕτερα μεταβαίνει, πᾶσι νομοθετῶν τὰ
κατάλληλα.</p><p>Θεοδωρου. τὴν ἀφῃρημένην σάρκα οὐ δήπου
δυνατόν· ὁ μακάριος δὲ Ἐπιφάνιος ὁ Κύπρου, δύνατον ἔφη τοῦτο <lb n="5"/>
γίνεσθαι· τὸ δὲ ὅπως, τοὺς βουλομένους εἰδέναι, παραπέμψωμεν
τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ εἰρημένοις ἐντυχεῖν.</p><p>Σευηριανοῦ. Οὐκ οἶδεν ἡ χάρις δουλείας καὶ
διαφοράν· μὴ φύγῃς τοίνυν ὡς ἀναξίαν τῆς πίστεως τὴν δουλείαν·
οὐδενὸς γὰρ ἔλαττον ἔχεις τῶν ἐν τῇ πίστει διὰ τοῦτο· εἰ δέ <lb n="10"/>
καὶ τοῦ τυχεῖν τῆς ἐλευθερίας εἴη δυνατὸν, φροντὶς ἔστω σοι
μᾶλλον ὅπως ἃν εἰς δέον χρήσασθαι δυνηθῇς πλείονα, ὡς ἐν ἐλευθερίᾳ
τοῦ καλοῦ τὴν ἐπιμέλειαν ποιησάμενος· καὶ δεικνὺς ὅτι οὔτε
μὴν ὁ δοῦλος ἐλαττοῦται, τούτου γε ἕνεκεν ἐπάγει· “ὁ γὰρ ἐν
“Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος· ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν· ὁμοίως ὁ ἐλεύ- <lb n="15"/>
“θέρος κληθεὶς, δοῦλος ἐστι Χριστοῦ.”</p><p>Ἰωάννου h. Τοῦτ᾿ ἐστι, μᾶλλον δούλευε· καὶ τί δήποτε τὸν
δυνάμενον ἐλευθερωθῆναι κελεύει μεῖναι δοῦλου; θέλων δεῖξαι ὅτι
οὐδὲν βλάπτει ἡ δουλεία, ἀλλὰ καὶ ὠφελεῖ· καὶ οὐκ ἀγνοοῦμεν
ὅτι τινὲς τὸ “μᾶλλον χρῆσαι” περὶ ἐλευθερίας φασὶν εἰρῆσθαι, <lb n="20"/>
λέγοντες, εἰ δύνασαι ἐλευθερωθῆναι, ἐλευθερώθητι. πολὺ δὲ ἀπεναντιας
το ρημα, ει τουτο αἰνίττοιτο. οὐ γὰρ παραμυθούμενος
τὸν δοῦλον καὶ δεικνὺς οὐδὲν ἠδικημένον, ἐκέλευσε γενέσθαι ἐλεύ-
θερον. πῶς δὲ ὁ δοῦλος ἀπελεύθερος ; ὅτι ἠλευθέρωσέν σε οὐ τῆς
ἁμαρτίας μόνης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἔξωθεν δουλείας, μένοντα δοῦλον. <lb n="25"/>
καὶ πῶς ἐλεύθερός ἐστιν ὁ μένων δοῦλος ; ὅτ᾿ ἃν παθῶν ἀπηλλαγμένος
ᾐ, καὶ τῶν τῆς ψυχῆς νοσημάτων· ὅτ’ ἃν χρημάτων
καταφρονῇ, καὶ ὀργῆς καὶ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων.</p><p>Τοῦτο Θεοδωρίτου.ΚΑΙ Κυτίλλου. τινὲς ὡς εἰκὸς τῶν ἐκ
περιτομῆς διελογίζοντο κἀς ἑαυτούς· πῶς ἐσόμεθα δεκτοὶ, καὶ τὴν <lb n="30"/>
ἐν χριστῷ ζωὴν τιμήσομεν, ἔχοντες ἤδη τὴν περιτομήν ; δεήσει
τάχα ποῦ καὶ ἐπισπᾶσθαι, τοῦτ’ ἐστι πάλιν δρομεῖν εἰς ἀκροβυστίαν·
καὶ τὴν τῆς σαρκὸς καταβιάζεσθαι φύσιν ; οἱ γε μὴν ἐξ
<note type="footnote">h (??) Cod.</note>

<pb n="142"/>
Ἑλληνικῆς ἐρχόμενοι πλάνης παρὰ τῶν ἔτι τὴν ἐν νόμῳ τιμώντων
σκίαν, τάχα ποῦ μανθάνοντες ὡς ἔστι χρῆμα τίμιον ἡ περιτομὴ,
καὶ πᾶσιν ἁγίοις τετηρημένον· καίτοι τὴν πίστιν ἔσθ’ ὅτε παραδεξάμενοι
ἐπετελοῦντο σαρκί· καθάπερ ἀμέλει καὶ τῶν ἐν Γαλατίᾳ
τινὲς, οἷς καὶ ὁ θεσπέσιος Παῦλος ἐπιπλήττει λέγων· “ἐναρ- <lb n="5"/>
“ξάμενοι Πνεύματι· νῦν σαρκὶ ἐπιτελεῖσθε;” ἔδει τοίνυν σαφεῖ
καὶ ἐναργεστάτῳ κηρύγματι τῆς ἀληθείας αὐτῆς ἀνευρῆναι τὴν
ὁδόν· καὶ ὡς ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι, τῶν ἄλλων ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ
ἐστερημένη· ὁμοίως δὲ καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστι, μὴ εὐαγγελικῷ
βίῳ κεκοσμημένη. προσήκει τοίνυν τὸν κεκλημένον ἐν τῇ κλήσει <lb n="10"/>
μένειν, ὅπως ἃν ἔχοι σχήματος</p><p>Μέτεισι δὲ ἀναγκαίως ἐπὶ τὸ χρῆναι πάλιν δυσφημίαν ἑτέραν,
μόνον οὐχὶ ἀποσοβεῖν τοῦ θείου κηρύγματος· πνεῦμα μὲν γὰρ
δουλείας ἦν ἐν τοῖς ὑπὸ νόμον. τὸ δὲ θέσπισμα τὸ εὐαγγελικὸν
τῆς υἱοθεσίας τὸ πνεῦμα τοῖς πιστεύειν ἐθέλουσιν ἐνιέσθαι φησὶ, <lb n="15"/>
καὶ οὐκ ἔτι καλοῦν εἰς δουλείαν, ἀλλ’ εἰς ἐλεύθερον ἀξίωμα.
οὐκοῦν κεκλημένοι διὰ τῆς πίστεως εἰς ἐλευθερίαν, τινὲς τὴν
πνευματικὴν τῆς κατὰ σάρκα δουλείας ἀποφοιτᾶν ἐπεχείρουν· οἷς
καὶ δι’ ἑτέρων ἐπιστέλλων φησὶ, μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς
ἀφορμὴν τῇ σαρκί.</p><lb n="20"/><p>Παραμυθεῖται δὲ αὐτοὺς καὶ διὰ τούτων αὐτῶν λέγων· “δοῦ-
“λος ἐκλήθης ; μή σοι μελέτω· ἀλλ’ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος
“γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι· τοῦτ’ ἔστι, κἂν εἰς τὸν τῆς δουλείας
τῆς κατὰ σάρκα ζυγὸν ἐπηρτημένον ἔχων ἐκλήθης διὰ τῆς
πίστεως εἰς ἐλευθέραν υἱότητα· κἂν εἰ τῆς θείας φύσεως γέγονας <lb n="25"/>
κοινωνὸς, ἄμεινον ἔσω μικροψυχίας, οὐκ ἄμισθον εὑρήσεις τὸν ἐπὶ
τῇ δουλείᾳ πόνον. δεῖ γὰρ πάντως τοὺς πεπονθότας ἔκ τινος
πλεονεξίας τὴν δουλείαν, ἀποφορτίσασθαι τὸ κακὸν, μεταστοιχιοῦντας
ἅπαντα κατὰ τὸν αἰῶνα τὸν μέλλοντα πρὸς τὸ ἐν ἀρχαῖς
τοῦ Κυρίου· ἐλευθέραν γὰρ τὴν φύσιν ὁ δημιουργὸς πεποίηται· καὶ <lb n="30"/>
οὕτως ἔσται, ὡς ἔφην, κατὰ τὸν αἰῶνα τὸν μέλλοντα· καὶ “ἔσται
“ ὁ λαὸς ὡς ὁ ἱερεύς· καὶ ὁ παῖς ὡς ὁ κύριος· καὶ ἡ θεράπαινα ὡς
ἡ κυρία” κατὰ τὴν ‘Ησαΐου προφητείαν.
Οὐκοῦν κἂν εἰ δύναιο, φησὶν, ἐλεύθερος γενέσθαι· μᾶλλον χρῆσαι·
καὶ γάρ ἐστιν, ὡς ἔφην, οὐκ ἀκερδὴς ὁ ζυγὸς τοῖς ἀγαθῇ <lb n="35"/>

<pb n="143"/>
κεχρημένοις εὐνοίᾳ, καὶ ὀρθῶς ἐν αὐτῷ διαγεγονόσιν· ἄλλως τε,
φησὶν, οὐκ ἃν εἴη τῶν ἐνδεχομένων ἀνθρώπους ὄντας ἡμᾶς τὸ τῆς
δουλείας ὄνομα φυγεῖν· δοῦλον γὰρ ἅπαν ἐστὶ τὸ πεποιημένον·
ὥστε καὶ ὁ δοῦλος ἀπελεύθερός ἐστι Χριστοῦ· δοῦλος δὲ πάντως
καὶ ὁ κεκλημένος εἰς ἐλευθερίαν· καθά φησὶν ὁ ψαλμὸς “ὄντι τὰ <lb n="5"/>
σύμπαντα δοῦλά σα.”</p><p>Ἀποφαίνει γε μὴν ὁ μυσταγωγὸς καὶ καθ’ ἕτερον τρόπον ὠφελουμένους
χριστῷ τοὺς δι’ αὐτὸν σεσωσμένους· ταύτῃ τοι φησὶ,
“τιμῆς ἠγοράσθητε.” μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων· ἠγοράσμεθα
μὲν γὰρ τιμῆς ὁμολογουμένως, τεθεικότος ὑπὲρ ἡμῶν τὸ ἴδιον αἰμα <lb n="10"/>
τοῦ πάντων ἡμῶν Σωτῆρος Χριστοῦ· ἐξῃρήμεθα δὲ τῆς τοῦ διαβόλου
πλεονεξίας, τῆς τῶν δαιμονίων ὠμότητος· κεκλήμεθα δὲ
πρὸς ἐλευθερίαν διὰ Χριστοῦ· οὐκοῦν ὡς ἠγορασμένοι, μένοι, καὶ τῷ
πριαμένῳ τὴν ἑαυτῶν ὀφείλοντες ζωήν· “μὴ γίνεσθε” φησὶ, “δοῦλοι
“ἀνθρώπων.” καὶ οὔτι φαμὲν ὡς τῆς κατὰ σάρκα δουλείας ἀποπηδᾶν <lb n="15"/>
πηδᾶν ἀναπείθει· διδάσκει δὲ μᾶλλον ἐκεῖνο, καὶ μάλα ὀρθῶς, μὴ
δουλεύειν τοῖς ἀποφέρειν τοὺς πεπιστευκότας ἐπιχειροῦσιν εἰς
νομικὴν ἐπιτήρησιν, καὶ τῆς ἀρχαίας ἀπάτης ἐκχέουσι τὸν ἰὸν ταῖς
τῶν ἁπλουστέρων ψυχαῖς· καὶ ἡμέρας καὶ μῆνας ἐπιτηρεῖν ἀναπείθουσι·
καὶ τὴν καλουμένην ἐθελοθρησκείαν ἐπιτηδεύουσι, καὶ ἑτέροις <lb n="20"/>
ἑλέσθαι πληροῦν συμβουλεύουσιν· ἐπειδὴ τοίνυν φησὶ “τιμῆς
“ἠγοράσθητε· καὶ οὐ φθαρτοῖς ἀργυρίῳ ἣ χρυσίῳ ἐλυτρώθητε·
“τιμίῳ δὲ μᾶλλον αἵματι ὡς ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ·” τοῖς
αὐτοῦ μᾶλλον ὑποταττώμεθα νόμοις.</p><p>Οἰκοτμενίου. Σὺ δὲ τάχα, φησὶν, καὶ πλέον ἔχεις· ἀπελεύθερος <lb n="25"/>
λεύθερος γὰρ εἶ Χριστοῦ· αὐτὸς γάρ σε πάσης νοητῆς δουλείας
ἠλευθέρωσεν. ὅμως ἐκ τῆς περιουσίας τῶν λέξεων, θέλει δεῖξαι τὸ
ἴσον δούλου καὶ δεσπότου· ἐπειδὴ πάντες ἀπελευθεροί τε ἐσμὲν
Χριστοῦ, καθὸ ἠλευθέρωσεν ἡμᾶς τῆς τυραννίδος τοῦ Σατανᾶ· καὶ
δοῦλοι ἐσμὲν Χριστοῦ· καθὸ ἐκεῖθεν ἐλευθερώσας, ὑπὸ τὴν οἰκείαν <lb n="30"/>
ἤγαγεν βασιλείαν.</p><p>Φωτίου. Ἵνα μὴ τοῖς δούλοις ἐμπόδιον πρὸς τὴν εὐσέβειαν
καὶ δουλείαν νομισθῇ· διαρρήδην φησὶν ὅτι τοῦτο τοσοῦτον ἀπέχει
τοῦ ἐμποδῶν εἶναι, ὥστε οὐδὲ ἐν φροντίδι εἶναι δεῖ περὶ αὐτῆς.

<pb n="144"/>
μὴ μελέτω σοι φησὶν, ἀλλ’ εἰ καὶ δύνασαι διά τινος σπουδῆς καὶ
ἐπιμελείας ἐλεύθερος γενέσθαι, ἔα τοῦτο, καὶ κέχρησο μᾶλλον τῇ
δουλείᾳ· οὐδ’ οὕτως οὐδὲν ἐλαττοῦσαι τοῦ δεσπότου· ἀπελεύθερος
γὰρ εἶ, ὥσπερ κἀκεῖνος τοῦ κοινοῦ δεσπότου· δοῦλος μὲν γὰρ εἶ
τοῦ κοίνου δεσπότου, ὥσπερ κἀκεῖνος· καὶ ἀπελεύθερος πάλιν ὥσπερ <lb n="5"/>
ἐκεῖνος. τι οὖν σοι τῆς σωματικῆς μέλει δουλείας· τῆς μήτε ἐλαττούσης
μήτε τῷ δουλευωμένῳ μεῖζόν τι προστιθείσης. ἁλλ’ ἑκάτερον
μηδὲν εἰς τὸ τυχεῖν τῶν ἴσων παραβλαπτούσης </p><lb n="25"/><p>Περὶ δὲ τῶν παρθένων, ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω·
γνώμην δὲ δίδωμι, ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς <lb n="10"/>
<lb n="26"/> εἶναι. νομίζω οὖν, τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν
ἀνάγκην, ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.
<lb n="27"/> δέδεσαι γυναικί ; μὴ ζήτει λύσιν· λέλυσαι ἀπὸ γυναι-
<lb n="28"/> κός; μὴ ζήτει γυναῖκα. ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες·
καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος, οὐχ ἥμαρτεν· θλῖψιν δὲ τῇ <lb n="15"/>
σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι· ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι.</p><p>Θεοδωρου. Δῆλον ὅτι καὶ περὶ τούτου γεγραφηκόσιν
ἀποκρίνεται· ἀμφότερα πάντως μαθεῖν βουληθέντων αὐτῶν· καὶ
εἰ τοὺς ἐν γάμῳ προσῆκεν ἀλλήλων ἀπέχεσθαι· καὶ εἰ τοὺς μηδέπω
πειραθέντας μεῖναι ἐπὶ τοῦ προτέρου σχήματος. ὅτ’ ἃν οὖν <lb n="20"/>
εἴπῃ περὶ τῶν παρθένων, δῆλον ὅτι περὶ τῆς παρθενίας λέγει· τὰ
ὅμοια καὶ ἐπὶ τούτου πέρι τε τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν
φθευγομενος.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὁ γὰρ Κύριος, τῶν Ἀποστόλων εἰρηκότων “εἰ
“οὕτως ἐστιν ὁ νόμος τῆς γυναικὸς, συμφέρει μὴ γῆμαι,” ἀπεκρίνατο· <lb n="25"/>
“οὐ πάντες χωροῦσι τοῦτον τὸν λόγον.” καὶ πάλιν, “ὁ
“δυνάμενος χωρεῖν, χωρείτω.” διά τοι τοῦτο καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος
ἔφη, “ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω·” εἰ τοίνυν οὐκ ἐδέξω
νόμον, τί σοι βούλεται ὁ λόγος; “γνώμην δὲ δίδωμι,” οὐ νόμον
εἰσφέρω· καὶ γὰρ ὁ Κύριος τὰ κατὰ φύσιν νομοθετήσας, ἐπὶ τὰ <lb n="30"/>
ὑπὲρ φύσιν προτρέπει· ἐπειδὴ δὴ εἰκὸς ἦν τινὰς ἀντιλέγειν ὡς
καινοτομίᾳ τῇ συμβουλῇ, ἀναγκαίως προτέθηκεν “ὡς ἠλεημένος
“ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι·” μετὰ τῆς συνήθους μετριότητος τὴν

<pb n="145"/>
ἀποστολικὴν ἀξίαν ὑπέδειξεν· ἀξιόχρεως, φησὶν, εἰμὶ σύμβουλος·
διὰ μέντοι πολὺν τοῦ δεσπότου κληθεὶς ἔλεον, ἐπιστεύθην τὸ
κήρυγμα.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τὸ “νομίζω” προστέθηκεν οὐκ ἀμφιβάλλων ὡς
ἡ παρθενία καλὸν καὶ τῶν τεχνῶν κάλλιστον, ἀλλ’ ίνα μὴ νόμος <lb n="5"/>
ἡ παραίνεσις γένηται, τὴν ἀμφιβολίαν προσέθηκεν. ἕπεται γὰρ
τῷ νόμῳ καὶ φυλακὴ καὶ παράβασις καὶ τῶν παραβαινόντων ἡ
κόλασις· διὰ τοῦτο οὐ νομοθετεῖ τὰ μεγάλα, ἀλλ’ ἐπὶ ταῦτα
προτρέπει. καὶ εἰρηκὼς “μὴ ζήτει γυναῖκα,” ἐπήγαγεν· “ἐὰν δὲ
“καὶ γήμῃς οὐχ ἥμαρτες· καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος, οὐχ ἥμαρ- <lb n="10"/>
“τεν.” καὶ τί δήποτε συμβουλεύεις μὴ γῆμαι, εἴπερ ἄρα ὁ
γάμος ἁμαρτίας ἐλεύθερος ; “θλίψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ
“τοιοῦτοι.” τοιοῦτοι. καὶ τί σοι τοῦτο μέλει ; “ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι.
καὶ τὴν πατρικὴν φιλοστοργίαν ἐγύμνωσεν· καὶ τῆς ἀγαμίας τὸ
χρήσιμον ἔδειξεν· εἰδέναι μέντοι χρὴ, ὡς οὐ περὶ τῶν ἅπαξ ἄπο. <lb n="15"/>
ταξαμένων τῷ βίῳ ἴῳ εἴρηκεν “καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος οὐχ ἡμαρ-
“τεν,” ἀλλὰ περὶ τῶν μηδέπω μήτε τοῦτο μήτε ἐκεῖνο προελομένων,
ἀλλ’ ἐν μεθορίῳ γάμου καὶ ἀγαμίας ἑστώτων.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἔδειξεν ὅτι τὴν παρθενίαν εἰσάγει, οὐ κατηγορίαν
γάμου, ἀλλ’ ὅτι διὰ φειδῶ τῶν ἁγίων εἰσηγεῖται τὴν <lb n="20"/>
παρθενίαν, ὡς τὴν σάρκα ὠδίνων καὶ καμάτων πληροῦντος τοῦ
γάμου.</p><p>Ὡριγενουσ. τῶν ἐντολῶν αἱ μὲν εἰσὶν ἐπιτεταγμέναι, αἱ
οὐκ ἐπιτεταγμέναι· ἀλλ’ αὐτεξούσιοι καὶ τῇ προαιρέσει ἐπιτερταμμέναι
ὑπὸ τοῦ Θεοῦ· αἱ μὲν γὰρ αὐτῶν ὧν οὐκ ἔστιν ἄνευ <lb n="25"/>
σωθῆναι, αὐταὶ εἰσὶν αἱ προστεταγμέναι· αἱ δὲ μείζονες τῶν προστεταγμένων,
ἃς κἂν μὴ ποιήσωμεν, σωζόμεθα, οὐκ εἰσὶν ἐπίταγμα
τοῦ Θεοῦ· ἄκουε γὰρ, φησὶν, τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ
διδάσκοντος ἐν αὐτῷ καὶ λέγοντος· “ὅτ᾿ ἃν ποιήσετε πάντα τὰ
“διατεταγμένα ὑμῖν, ὀφείλετε λέγειν, δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμέν· ὃ <lb n="30"/>
“ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν.” καὶ εἰ ἐὰν ποιήσω πάντα τὰ
διατεταγμένα, δοῦλός εἰμι ἀχρεῖος, πότε φεύξομαι τὸ εἶναι δοῦλος
ἀχρεῖος ; ἐὰν φιλοτιμώτερος ὣν, ἐὰν ἐπαναβαίνῃς ἀπὸ τῶν
διατεταγμένων· οἷον τὸ “ οὐ μοιχεύσεις ἐὰν τηρήσω, καὶ τὸ
“μὴ ἐμβλέψαι γυναικὶ πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι,” ὃ ὤφειλον ποιῆσαι <lb n="35"/>
u

<pb n="146"/>
πεποίηκα· ἐὰν δὲ παρθένος μείνω, οὐ κελευσθεὶς οὐδὲ διαταχθείς·
οὐκ ἔτι λέγω ἐπὶ τῷ τῆς παρθενίας κατορθώματι, δοῦλοι ἀχρεῖοι
ἐσμὲν, ὃ ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν· οὕτως καὶ ἐπὶ τῶν
λοιπῶν ἐντολῶν, ἐὰν μὴ βλέψω ἢ πλεονεκτῶ, ὀφείλομεν λέγειν
ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμέν· “ἐὰν δὲ πωλήσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, <lb n="5"/>
“καὶ δώσω πτωχοῖς,” οὐκ ἔτι λέγω ἀχρεῖός εἰμι, ὃ ὤφειλον
ποιῆσαι πεποίηκα· διὰ τοῦτο λέγει ὁ Ἀπόστολος, “περὶ δὲ τῶν
“παρθένων παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω· γνώμην δὲ δίδωμι, ὡς
“ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι.” ἐν γὰρ τῷ λέγειν τοῖς
μαθηταῖς τὸν Κύριον, “οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον, ἀλλ’ οἷς <lb n="10"/>
δέδοται, καὶ ἐπιφέρει ὁ δυνάμενος χωρεῖν, χωρείτω, οὐκ έπέταξενη
ἀλλ’ αὐτεξούσιον εἴασεν· “γνώμην” οὖν φησὶν ὁ Ἀπόστολος
“δίδωμι·” καὶ ἵνα παραστήσῃ ὅτι Κύριος ἐν αὐτῷ λέγει,
εἶπεν, “ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι.”</p><p>“ Νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγ- <lb n="15"/>
“κην· ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.” ἀνάγκην φησὶν τὴν
ἐν τῷ σώματι διατριβήν· ὡς καὶ ἑτέρωθι φησὶν, “τὸ δὲ ἐπιμεῖναι
“τῇ σαρκὶ, ἀναγκαιότερον δι’ ὑμᾶς·” τετράκις δὲ ἐν τῷ τόπῳ τὸ
καλὸν ὠνόμασεν ὁ Ἀπόστολος· φησὶ γὰρ “πρῶτον μὲν καλὸν
“ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι·” δεύτερον δὲ, “καλὸν αὐτοῖς <lb n="20"/>
“ἐὰν μείνωσιν, ὡς κἀγώ.” τρίτον, “νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν
“ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην·” τέταρτον, “καλὸν ἀν-
“θρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.” ὁρᾷς, ὅσα περὶ ἁγνείας εἴρηται· ταῦτα
μετὰ τοῦ καλοῦ ὠνόμασται. ὅσα δὲ περὶ τοῦ γάμου, μετὰ τοῦ
μὴ ἁμαρτάνειν τὸν γαμοῦντα, “δέδεσαι γυναικὶ ; μὴ ζήτει λύσιν· <lb n="25"/>
“λέλυσαι ἀπὸ γυναικός ; μὴ ζήτει γυναῖκα.” διόλου τοῦ λόγου
καθὰ εἴρηται, ἐπιτείνει καὶ ἀνίησιν· ἵνα ὁ ἀκροατὴς ἐν τῇ ἰδίᾳ
ἐξουσίᾳ λαβὼν, κρίνῃ εἴ τι δύναται, καὶ ποίᾳ ἀσκήσει ἑαυτὸν ἐπι-
δοῦναι δυνηθῇ. οὕτως οὖν καὶ ἐνθάδε ἀπέτρεψε μὲν τοῦ λύειν τὸν
γάμον, προτρέπεται δὲ πάλιν καθαρεύειν· οὐκοῦν δεδεμένον μὲν <lb n="30"/>
εἶπεν τὸν ἄνδρα τὸν γεγαμηκότα· εἰ δὲ περίστασίς ἐστι τὸ δέδεσθαι,
καὶ δεῖ φεύγειν τὰς περιστάσεις, ὅση δύναμις· καὶ τὸ
δεδέσθαι γυναικὶ, μὴ ζήτει λύειν· ὁ δὲ μὴ δεδεμένος ὀφείλει
φυλάττεσθαι, ἵνα μὴ δεθῇ. ἀληθῶς γὰρ εὑρήσεις αὐτοὺς δεδεμένους
τῷ φίλτρῳ τῷ γαμικῷ· οὐκ ἔξεστιν οὖν τὸν ἐν γάμῳ <lb n="35"/>

<pb n="147"/>
προληφθέντα, ζητῆσαι ἄκαιρον ἐλευθερίαν· ἀλλὰ μένειν ἐν τῇ
δουλείᾳ. καὶ εἰ λέλυταί τις, μὴ ζητεῖν γυναῖκα· “ἐὰν δὲ καὶ
“γήμῃς” φησὶν, “οὐχ ἥμαρτες·” οὐκ εἶπεν ἐὰν γαμήσῃς καλὸν,
ἀλλ’ “ἐὰν γήμῃς οὐχ ἥμαρτες.” τήρει τὴν διαφοράν· “καὶ ἐὰν
“γήμῃ ἡ παρθένος οὐχ ἥμαρτεν·” οὐκ εἶπεν πάλιν καλὸν, ἀλλ’ <lb n="5"/>
οὐχ ἥμαρτεν·</p><p>Θλῖψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι· πῶς γὰρ οὐχ ἕξουσι
θλῖψιν, ὅτε τὰ εἰρημένα πρὸς τὴν γυναῖκα ἔρχεται ἐπὶ τὴν γεγα-
μημένην ; “ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα, καὶ πρὸς τὸν ἄνδρα σου ἡ
“ἀποστροφή σου, καὶ αὐτός σου κυριεύσει.” τούτων δὲ πάντων <lb n="10"/>
ἐλευθέρα ἐστὶν ἡ παρθένος, ἐλευθερωθεῖσα ἀπὸ τῆς καθαρότητος,
νυμφίον εὐλογίας περιμένουσα. πᾶς γάμος ἐν σκότῳ γίνεται, διὸ
“μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις·” ὁ δὲ Χριστοῦ γάμος, ὅτ’ ἃν ἀπολάβῃ
αὐτοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, ἐν τῷ φωτὶ γίνεται· διὰ τί γὰρ
μετὰ λαμπάδων καὶ ἐλαίου διαρκοῦντος εἰσέρχονται παρθένοι εἰς <lb n="15"/>
τὸν γάμον ; διότι εὐσχημοσύνης ἐστὶν ὁ γάμος ἐκεῖνος ὁ σαρκὶ
κολλώμενος, ἓν σῶμά ἐστιν, πνεύματι δὲ ὁ κολλώμενος, ἓν πνεῦμά
ἐστιν· τί δὲ εὐσχημονέστερον ψυχῆς πνεύματι κολλωμένης, καὶ
ἑνουμένης, καὶ μηκέτι οὔσης ψυχῆς, ἀλλὰ γινομένης ὅπερ τὸ
πνεῦμα ; ἐπὶ γὰρ τοῦ γάμου εἴρηται, “ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα <lb n="20"/>
“μίαν. ἐπὶ δὲ τοῦ “ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἔσται ἓν πνεῦμα.
Οἰκοτμενίου. Ἐπειδὴ εἰς μείζονα φιλοσοφίαν ἔρχεται, φοβεῖται
αὐτὸ καθαρῶς ἐπιτάξαι, τὴν ἀποτυχίαν τῶν μετιόντων
δεδοικώς· διὰ τοῦτο οὐχ ὡς ἐπιταγὴν, ἀλλ’ ὡς συμβουλὴν
δίδωσιν.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τὰ περὶ παρθένων ἀμελέστερον ἡρμήνευσεν ὡς
ἐν μονοβίβλῳ· “ἠλεημένος” φησὶν “εἰς τὸ εἶναι πιστὸς” οἷον
κῆρυξ καὶ γνωμοδότης.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὥρα πάλιν πῶς τὴν ἐξ ἀνάγκης ἐπιταγὴν κολάζει·
“νομίζω γάρ” φησίν· τι δὲ νομίζω ; καλὸν τὸ ἄνευ γάμου <lb n="30"/>
εἶναι διὰ τὰς ἓν αὐτῷ δυσκολίας καὶ τὰ τοῦ γάμου κακά.
Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐπιδιορθοῦται αὐτὸ, τὸ ἀσθενὲς τῶν ἀκροατῶν
δεδοικὼς, ὡς οὐ χωρούντων τὴν παρθενίαν· παρθένον ἐνταῦθα φησὶν
οὐ τὴν ἀφιερωμένην Θεῷ, ἀλλὰ τὴν ἔτι ἄγαμον κόρην· ὡς ἥ γε
U 2

<pb n="148"/>
ἀφιερωθεῖσα Θεῷ εἰ γήμει, μοιχὸν ἐπεισφέρει τῷ Χριστῷ ᾧτ’
νενύμφευται.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οἱ γαμοῦντες, φησὶ, θλῖψιν ἕξουσιν, διὰ τὰς ἐν
τῷ γάμῳ λύπας· ἐγὼ δὲ, φησὶ, φείδομαι ὑμῶν ὡς τέκνων, καὶ
βούλομαι ἐλευθέρους εἶναι καὶ ἀλύπους. τέως γὰρ ἐν δεσμοῖς <lb n="5"/>
εἰσίν δέδεσαι γὰρ, φησὶ, γυναικί. ε7τα καὶ ἑαυτῶν οὐκ
ἐξουσιάζουσιν, ὡς ἄνω φησίν.</p><p>Φωτίου. “ Ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου” ἀξιόπιστος εἶναι εἰς
τὸ παραινεῖν ὑμᾶς καὶ διδάσκειν τὰ συμφέροντα· καὶ ταύτην ὑμῖν
ἀποφαίνω τὴν ἐμὴν βουλὴν καὶ γνώμην. “διὰ τὴν ἐνεστῶσαν <lb n="10"/>
“ἀναγκήν·” τὸν διωγμὸν ο-ι’μαι λέγειν αὐτὸν ἐνταῦθα, τὸν ἀπὸ τῶν
ἀπίστων τοῖς πιστοῖς ἐπανακείμενον· καὶ τὰς ἄλλας ἐπηρείας καὶ
κακώσεις ἃς ὑπέμενον· τοῦτο γὰρ ἀκόλουθον ἐνεστῶσαν ἀνάγκην
αὐτὸν καλεῖν· ἐπειδὴ γὰρ παραίνεσιν ὑψηλὴν καὶ μεγάλην ἠθέ-
λησεν ποιήσασθαι, μετὰ περιστάσεως ἔδειξεν αὐτὴν εἰσάγειν. <lb n="15"/>
καλὸν, φησὶν, ἡ παρθενία, καὶ διὰ τὴν ἐνεστῶσαν τῶν πειρασμῶν
συμφοράν· ῥᾷον γὰρ καὶ ἀκοπώτερον ταύτας οἴσομεν, ἣ γυναῖκας
καὶ τέκνα ἐν διωγμοῖς καὶ μυρίαις ταλαιπωρίαις συνεπαγόμενοι·
καταμεριζομένης γὰρ εἰς πολλὰ πάθη τῆς ψυχῆς, ἐν ἀφορήτῳ
κακῷ ἀνάγκη καταβαπτισθῆναι τὸν ἄνθρωπον· μόνον δὲ ὄντα καὶ <lb n="20"/>
τοῖς ἑτέρων πάθεσι μὴ κατατεμνόμενον, εὐχερὲς τῆς τῶν κακῶν
ὑπερανασχεῖν τρικυμίαν· εἶτα ἵνα μή τις εἴπῃ, οὐκ οὖν καὶ ὁ
φθάσας γάμῳ κοινωνῆσαι, ἄμεινον ποιήσει λύων τὸν γάμον ; ἐπή-
γαγεν, μὴ γένοιτο· τοῦτο γὰρ δηλοῖ διὰ τὸ εἰπεῖν “δέδεσαι
“γυναικὶ ; μὴ ζήτει λύσιν·” ἀλλ’ ὥσπερ, φησὶν, ὁ δεδεμένος οὐκ <lb n="25"/>
ὀφείλει λύσιν ζητεῖν· οὕτως οὐδὲ ὁ λελυμένος δεσμὸν ἑαυτῷ ὀφεί-
λει περινοεῖν. τὸ δὲ “λέλυσαι,” διχῶς ἐστιν ἐκλαβεῖν· ἣ ὅτι
οὔπω ὅλως ἐδέθης· ἢ ὅτι λυθεὶς ἀφ’ οὗ ἐδέθης δεσμοῦ, οὐκ ὀφεί-
λεις ἄλλῳ γυναικὸς δεσμῷ πάλιν συνδεθῆναι.</p><p>Τὸ “ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς οὐχ ἥμαρτες καὶ ἐφεξῆς, τοῖς <lb n="30"/>
κα ὑπερβατὸν συντακτέον· οἷον· καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἽναι.
ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες καὶ ἑξῆς. οὐ γὰρ δεῖ συνάπτειν
αὐτὸ τῷ θελῆσαι ἄτερ γυναικὸς, μὴ ζήτει γυναῖκα, ἐὰν δὲ καὶ
γήμῃς οὐχ ἥμαρτες. πρῶτον μὲν γὰρ ἀνακόλουθος οὕτως λαμβα-

<pb n="149"/>
νομένη ἡ ἔννοια. τι γὰρ τῷ γεγαμηκότι ἤδη καὶ διαλυθέντι προσήκει
λέγειν, ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς ; τοῦτο γὰρ τοῖς μήπω γεγαμηκόσιν
ἁρμόδιον· ἔπειτα δὲ καὶ μέγα ἐστὶν ἁμάρτημα λυσάμενον ἀπὸ
τῆς γυναικὸς, ἄλλην γήμασθαι· ὥστε οὐκ ἐγχωρεῖ οὕτως συνάψαι
τὸ χωρίον, ἀλλ’ ὡς πρότερον εἴρηται· καὶ γὰρ καὶ πρὸ ὀλίγου <lb n="5"/>
φησὶν, “ἐὰν δὲ καὶ καὶ χωρισθῇ· μενέτω ἄγαμος·” διά τε οὖν τὰ
προειρημένα καὶ τὸ νῦν εἰρημένον, ἵνα μὴ ἐναντία λέγειν ἑαυτῷ
δόξῃ, καθ’ ὑπερβατὸν συντακτέον· “εἰ δὲ λέλυνσαι” οὐχὶ πρὸς
τοὺς συναφθέντας, εἶτα διαλυθέντας, ἀκούσεις· ἀλλ’ ἁπλῶς πρὸς
τοὺς μὴ συνελθόντας ὅλως εἰς γάμου κοινωνίαν, ἀλλὰ λελυμένους <lb n="10"/>
ὄντας τοῦ τοιούτου δεσμοῦ ἐγχωρεῖ καὶ κατὰ πόδα ἡ σύνταξις.</p><lb n="29"/><p>τοῦτο δὲ φημὶ, ἀδελφοὶ, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ
λοιπόν ἐστιν, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας, ὡς μὴ ἔχοντες
<lb n="30"/> ὦσιν· καὶ οἱ κλαίοντες, ὡς μὴ κλαίοντες· καὶ οἱ χαίροντες,
ὡς μὴ χαίροντες· καὶ οἱ ἀγοράζοντες, ὡς μὴ <lb n="15"/>
<lb n="31"/> κατέχοντες· καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ, ὡς μὴ
καταχρώμενοι. παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου
τούτου</p><p>Σευηριανοῦ. Ἄλλην αἰτίαν λέγει, δι’ ἣν προτιμᾷ τὴν παρθενίαν.
πανταχοῦ δεικνὺς ὅτι οὐ κατηγορεῖ γάμου, τὴν ἁγιωσύνην <lb n="20"/>
προτιμῶν· ὅτι πρὸς τῷ τέλει ὁ κόσμος· καὶ δεῖ εἰδέναι ὅτι ἃ
ἔχομεν οὐκ ἔχομεν· ἀφιέμεν γὰρ αὐτῷ αὐτά· ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες,
“ὡς μὴ ἔχοντες.” εἰ καλόν ἐστι τοῖς ἔχουσιν οὕτως ἔχειν, ὡς μὴ
ἔχουσιν, πῶς οὐ μᾶλλον τῇ παρθένῳ μηδὲ προσελθεῖν γάμῳ ; “καὶ
“οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ, ὡς μὴ καταχρώμενοι·” τὴν ἄμετρον <lb n="25"/>
ἀπόλαυσιν ἐκβάλλει διὰ τούτου· τὴν μέντοι χρείαν καταλιμπάντε·
τὸ “παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου·” δείκνυσιν
ὅτι οὐχ ὁ κόσμος παρέρχεται, ἀλλὰ τὸ σχῆμα τοῦ παρόντος βίου
μεταβάλλεται· ἡ φθορὰ, εἰς ἀφθαρσίαν· αἱ πόλεις, τὰ τείχη·
οἱ νόμοι, αἱ γεωργίαι, αἱ τέχναι· ταῦτα γὰρ ὥσπερ μορφή τις <lb n="30"/>
ἐπίκειται τῷ βίῳ τούτῳ, ἥτις λαμβάνει μεταβολήν.</p><p>Οἰκοτμενίου. Ἐπειδὴ εἶπεν ὅτι θλῖψιν τῇ σαρκὶ ἕξουσιν, ἵνα
μή τις εἴπῃ ἀλλὰ καὶ ἡδονὴν, ἐκ τοῦ συνεσταλμένου καιροῦ πειρᾶται
τὰ τῆς ἡδονῆς ὑποτεμεῖν. διὰ τοῦτο γὰρ, φησὶ, λέγω ὅτι

<pb n="150"/>
θλῖψιν ἕξουσιν· ἐπειδὴ μήτε ἡδονὴν δύνανται ἔχειν ἐν τῷ τὸν καιρὸν
οὕτω συνεστάλθαι καὶ πρὸς λύσιν i ἐπείγεσθαι· ἤδη γὰρ ἤγγικεν
ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ· καὶ λοιπὸν ἀποδημεῖν πρὸς αὐτὸν κελευ-
όμεθα</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἢ ὅτι καὶ περὶ τὴν μίξιν ἐγκρατεῖς εἶναι βού- <lb n="5"/>
λεται</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Διὰ τὴν τοῦ καιροῦ βραχύτητα πάντα τὰ ἐν
σπουδῇ τισιν ὑπάρχοντα ὡς οὐκ ὄντα, φησὶν, ὀφείλομεν ἡγεῖσθαι·
καὶ τὸ ἔχειν γυναῖκα, καὶ τὸ χαίρειν, καὶ τὸ λυπεῖσθαι· ὅτ’ ἃν
γὰρ ἐγγὺς ὁ θάνατος, τι δεῖ τοῖς ἐνταῦθα εμφιλοχωρεῖν καὶ νομίζειν <lb n="10"/>
ζειν εἶναί τι γάμον ἣ ἀγορασίαν K. ἣ τὸ ὅλως χρᾶσθαι τῷ κόσμῳ ;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τὸ πάνυ τῇ τοῦ κόσμου ἀπολαύσει, οἷον τρυφῇ
καὶ πλούτῳ καὶ δυναστείᾳ κεχρῆσθαι, παράχρησιν καλεῖ· τοῦτ’
ἔστι τὸ μὴ κεχρῆσθαι αὐτῷ καθὼς πρέπει σημαίνων· οὐ γὰρ διὰ
τοῦτο παρήχθημεν ἐν κόσμῳ, ἵνα ταῦτα πράττωμεν· ἐπ’ ἔργοις <lb n="15"/>
γὰρ ἀγαθοῖς ἐκτίσμεθα. ὁ οὖν τὰ ἐν οἷς ἐπλάσθη ἀφεὶς, καὶ
ἑτέρως τῳ κόσμῳ χρώμενος, παραχρᾶται αὐτῷ·</p><p>Ἰωάννου 1. Παρέρχεται καὶ τέλος ἕξει, φησὶν, ὁ κόσμος ὁ νῦν
ὁρώμενος· τί οὖν ἔχεσθαι δεῖ τοῦ λυομένου ; σχῆμα δὲ ἐκάλεσεν·
ἐμφαίνων ἄχρι ὄψεως εἶναι τὰ τοῦ παρόντος κόσμου, καὶ οὐκ <lb n="20"/>
ἔχειν μόνιμόν τι ἢ βέβαιον.</p><p>Σετηριανοῦ. Ἔδειξε διατὶ εἶπεν τὸ “ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι·”
ἵνα μὴ ἐν τοῖς μὴ μένουσι κενώσητε τὰς φροντίδας· καὶ τὰ ἑξῆς
τοῦτο μᾶλλον δείκνυσιν.</p><p>Θεοδώρου. Παρενθεὶς τὴν καθόλου παραίνεσιν, ἐπὶ τὴν οἱκείαν <lb n="25"/>
ἀκολουθίαν ἀνατρέχει, ἑρμηνεύων τὸ “διὰ τὴν ἐνεστῶσαν
ἀνάγκην καὶ τὸ θλῖψιν τῇ σαρκὶ ἕξουσιν.</p><lb n="32"/><p>Θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ
<lb n="33"/> τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ· ὁ δὲ γαμήσας
<lb n="34"/> μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί. μεμέρισται <lb n="30"/>
καὶ ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος· ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ
τοῦ Κυρίου, ἵνα ἦ ἁγία καὶ σώματι καὶ πνεύματι· ἡ δὲ
γαμήσασα μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῷ
<note type="footnote">i πρὸσλύσειν Cod. προσλύσιν Edd. Edd. κ ἀγορασίας Edd. (??) Cod.</note>

<pb n="151"/>
<lb n="35"/> ἀνδρί. τοῦτο δὲ πρὸς τῶν ὑμῶν αὐτῶν συμφέρον λέγω·
οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω, ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον
καὶ εὐπρόσεδρον τῷ Κυρίῳ ἀπερισπάστως.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἀπέδωκεν τὴν αἰτίαν δι’ ἣν τοῦ γάμου προτιμοτέρα
ἡ παρθενία· οὐ παρὰ τὴν κοίτην ἢ τὴν ἀποχὴν τῆς κοίτης, <lb n="5"/>
ἀλλὰ παρὰ τὸ τὸν γάμον γέμειν φροντίδων· τὸ κατὰ Θεὸν ἀσχολεῖν
εἰς τὴν εὐσέβειαν τὸν νοῦν.</p><p>Οἰκοτμενίου. Ὄρα πῶς τῇ τῆς μερίμνης διαφορᾷ ἐπὶ παρθενίαν
παρακαλεῖ· τὸ γὰρ “τὰ τοῦ Κυρίου μεριμνᾶν” οὐκ ἔστιν
μερίμνα, ἀλλὰ σωτηρία· ὅθεν ἄνω λέγει· “θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμεριμνους <lb n="10"/>
εἶναι·”</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “Μεμερίσται·” τοῦτ’ ἔστιν οὐ τὴν αὐτὴν ἔχουσι
φροντίδα· ἀλλὰ μεμερισμέναι εἰσὶ ταῖς σπουδαῖς. “ἡ μὲν γὰρ,”
φησὶ, “παρθένος τὰ τοῦ Κυρίου μεριμνᾷ· ἵνα ᾐ σώματι καὶ
“πνεύματι ἁγία.” σώματι μὲν διὰ τὴν ἁγνείαν· πνεύματι δὲ <lb n="15"/>
διὰ τὴν πρὸς Θεὸν οἰκειότητα, καὶ τὴν ἐνοίκησιν τοῦ παρακλήτου
Πνεύματος· ἡ δὲ τὰ τοῦ κόσμου μεριμνᾷ· ἀνδρὶ γὰρ ἀρέσαι βούλεται.
τί ἐστι τὰ τοῦ κόσμου ; ἴσως καὶ εὔοπτος εἶναι βούλεται
καὶ οἰκουρὸς καὶ μηδὲ τῷ δεομένῳ ἁπλοῦσα χεῖρα φιλάνθρωπον.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τοὺς δὲ περὶ παρθενίας λόγους φησὶν, ἐκίνησα, <lb n="20"/>
τοῦτο ὑμῖν συμφέρον εἰδώς· οὐχ ἵνα ἀναγκάσω ὑμᾶς καὶ θέλοντας
καὶ μὴ παρθενεύειν, τὴν γὰρ ἀνάγκην “βρόχον” καλεῖ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐ γὰρ λέγω, φησὶν, ταῦτα, ἵνα βρόχον καὶ
ἀνάγκην ὑμῖν ἐπιβάλω· ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ ἀπερισπάστως
εὐπρόσεδρον τῷ Κυρίῳ ἀγαγεῖν ὑμᾶς βουλόμενος.</p><lb n="25"/><p>Οἰκοτμενίου. Πῶς δ᾿ ἂν εἴημεν ἀμέριμνοι, εἰ ἄγαμοι ὦμεν;
τὰς γὰρ τοῦ κόσμου φροντίδας τίς ἀγνοεῖ;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Γυναῖκα φησὶν τὴν γεγαμηκυῖαν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τί γὰρ παρθένου καὶ τοιαύτης ζωῆς εὐσχημο-
νέστερον ;</p><lb n="30"/><lb n="36"/><p>Εἰ δέ τις ἀσχημονεῖν ἐπὶ τὴν παρθενίαν αὐτοῦ νομίζει,
ἐὰν ἦ ὑπέρακμος, καὶ οὕτως ὀφείλει γίνεσθαι, ὃ
<lb n="37"/> θέλει ποιήτω, οὐχ ἁμαρτάνει· γαμείτωσαν. ὃς δὲ ἕστηκεν
ἑδραῖος ἐν τῆ καρδίᾳ, μὴ ἔχων ἀνάγκην, ἐξουσίαν

<pb n="152"/>
δὲ ἔχει περὶ τοῦ ἰδίου θελήματος, καὶ τοῦτο κέκρικεν ἐν
τῆ καρδίᾳ αὐτοῦ, τηρεῖν τὴν ἑαυτοῦ παρθένον, καλῶς
<lb n="38"/> ποιεῖ. ὥστε καὶ ἐκγαμίζων, καλῶς ποιεῖ· ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων,
κρεῖσσον ποιεῖ.</p><p>Σετηριανοῦ. Νομίζουσι τίνες, ὅτι αὐτόν τινα ἑαυτοῦ περὶς <lb n="5"/>
ἀσχημονεῖν λέγει· ἀντὶ τοῦ ἐπὶ τῇ ἑαυτοῦ παρθενίᾳ, εἴ τις ἀσχημονεῖν
νομίζοι· οὐκ ἔστι δὲ οὕτως· καὶ τὰ ἑξῆς δείκνυσιν· λέγει
γὰρ, “ὥστε καὶ ὁ ἐκγαμίζων καλῶς ποιεῖ· ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων
κρεῖσσον ποιεῖ οὐδεὶς δὲ ἑαυτὸν ἐκγαμίζει, ἀλλ’ ὑφ’ ἑτέρου
δίδοται.</p><lb n="10"/><p>Θεοδωρίτου. Πἀλιν ἐνταῦθα περὶ τῶν μηδέπω τὴν παρθενίαν
ἑλομένων παρεκελεύσατο.</p><p>Θεοδωρου. Καλῶς παρέθηκε τὸ “μὴ ἔχων ἀνάγκην·” ἐκχωρεῖ
γὰρ πολλάκις προειλῆφθαί τινας μνηστείας ἐγγύην, ὑφ’ ἧς ἐπὶ
τὴν ἔκδοσιν συνωθεῖται τῆς οἰκείας παιδός· ἔστιν δὲ ὅτι καὶ <lb n="15"/>
οἰκέτης ὦν φυλάττειν μὲν βούλεται, οὐ δύναται δὲ τῷ τὸν δεσπότην
πρὸς γάμον ἐκδοῦναι βούλεσθαι.</p><p>Θεοδωρίτου. Καὶ τῶν τοῦ γάμου κατηγορούντων αἱρετικῶν
τὰς γλώττας ἐπέδησε· καὶ τὸ κάλλιστον τῆς παρθενίας ὑπέδειξεν·
ἀναγκαῖον δὲ νενόμικεν καὶ ταῖς χήραις συμβουλεύσαι τὰ πρόσφορα.</p><lb n="20"/><p>Ἰωαννου m. Ἀσθένια φύσεως ἀνθρώπου τὸ νομίζειν ἀσχημονεῖν·
εἴ γε τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα φυλάττει παρθένον καὶ Θεῷ ἀφιεροῖ.</p><p>Οἰκουμενίου. Οὕτω πῶς ὃ θέλει, φησὶν, ποιείτω· εἴτε ἐγγαμισάτω·
εἴτε τηρείτω παρθένον· οὐδέτερον γὰρ ἁμαρτία· εὐδοκιμεῖ
δὲ μᾶλλον ὁ φυλάττων παρθένον, ὡς προιὼν φησίν.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁρᾷς πῶς ἐκ προοιμίων θαυμάζει τὸν τηροῦντα
αὐτὴν παρθένον ; “ὃς ἕστηκε,” φησὶν, “ἑδραῖος ἐν τῇ καρδίᾳ·”
δῆλον ὅτι ἐκεῖνος ὁ διὰ τὴν δοκοῦσαν ἀσχημοσύνην καθυφεὶς καὶ
ἐγγαμίσας, οὐκ ἕστηκεν ἑδραῖος εἰς τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐκ ἔχει, φησὶν, ἀνάγκην μὴ ἐγγαμίσαι αὐτήν· <lb n="30"/>
ἣ γὰρ ἂν οὔτε οὕτω θαυμάσιος ἦν μὴ ἐγγαμίζων, τῇ γὰρ ἀνάγκῃ
καὶ οὐκ αὐτῷ τὸ ἔργον ἐλογίζετο· νυνὶ δὲ φιλοτιμία ἐστὶν αὐτῷ
τὸ πᾶν, καὶ θεοφιλὴς προαίρεσις.</p><note type="footnote">m (??) Cod.</note><pb n="153"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἑδραῖόν τινα ὑποτίθεται ἄνθρωπον· ὃν οὐκ ἴσχυσεν
σαλεῦσαι ἡ δοκοῦσα παρὰ τοῖς ἀνθρώποις ἀσχημοσύνη, ἐπὶ
τῶν φυλαττόντων παρθένους τὰς θυγατέρας.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καὶ ἐκεῖνο μὲν φησὶν καλόν· οὐ γὰρ ἁμαρτία τὸ
ἐγγαμίζειν· πᾶν δὲ ὃ οὐκ ἁμαρτία, καλόν· ὁ δέ γε μὴ ἐγγαμίζων, <lb n="5"/>
καὶ κατόρθωμά τι πράττει, ὃ κρεῖττόν ἐστιν· ὅρα δὲ πῶς ἐκ τῆς
συγκρίσεως, τὸ μὴ ἐγγαμίζειν συμβουλεύει.</p><p>Φωτίου. Εἰ δέ τις φησὶν, ἀσχημοσύνην νομίζει φέρειν αὐτῷ,
ἀνέκδοτον γάμῳ φυλάττειν οἴκοι τὴν θυγατέρα παρθενεύουσαν, καὶ
οἴεται οὕτως μᾶλλον ὀφείλειν γίνεσθαι, οἷον ἐκδοῦναι, ποιείτω ὃ <lb n="10"/>
θέλει· οὐ γὰρ κεκώλυται ὁ γάμος, μὴ γένοιτο, εἰ καὶ ὑψηλότερον
ἡ παρθενία· ὥστε εἰ βούλονται, ἐκγαμείτωσαν αὐτάς, φησιν· εἰ
δέ τις ἕστηκεν ἐν ταύτῃ τῇ γνώμῃ ἑδραῖος, ἤτοι εἰς τὸ μὴ γαμίσαι
αὐτὴν, μὴ ποιῶν τοῦτο ὡς ἐξ ἀνάγκης καὶ ἀπὸ νόμου κωλυόμενος.
ὁ γὰρ οὕτως τοῦτο ποιῶν λίαν ἁμαρτάνει· ἐὰν οὖν τις τοῦτο <lb n="15"/>
ὡς μὴ ἔχων ἀνάγκην ποιεῖ, ἀλλ’ ὡς κύριος μὲν οὖν ἑκατέρου
θελήματος ἀπὸ τοῦ νόμου· αὐτὸς δὲ αἱρετώτερον κρίνων τὸ μὴ
ἐγγαμίζειν, καὶ οὕτως καλῶς ποιεῖ φυλάττων παρθένον καὶ ἀμερίμνον
τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα. δύναται τὸ μὴ ἔχειν ἀνάγκην καὶ
ἄλλως οὐδὲν ἧττον οἰκείως ἐκληφθῆναι· οἷον μὴ ἀναγκαζόμενος <lb n="20"/>
τὸ ἐναντίον ποιεῖν ὑπὸ τῆς θυγατρός.</p><p>Ἐὰν ὁρᾷ γὰρ τὰ τῆς θυγατρὸς εἰς τὸ ἐγγαμίζειν αὐτὸν ἀναγκάζοντα,
οὐκ ὀφείλει παρθένον αὐτὴν τηρεῖν· εἰς τὸ ἐναντίον αὐτὴν
καὶ τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς γνώμης ἐκβιαζόμενος· ἑκούσιον γὰρ ἀλλ’
οὐκ ἀκούσιον τὸ τῆς παρθενίας· ἐπεὶ μετὰ τοῦ ἀκουσίου καὶ εἰς <lb n="25"/>
χεῖρον ἃν ἀποκλίνειεν· ἑαυτῇ μὲν συγγνώμην φέρουσα, εἰς δὲ τὸν
βιασάμενον παρθενεύειν τῆς ἀτοπίας τὴν αἰτίαν ἀναφέρουσα· ἢ
τὸ μὴ ἔχων ἀνάγκην, καὶ τοῦτο ἃν ὑποδηλώσειεν· μὴ ἔχων, φησὶν,
ἀνάγκην τοῦτο ποιεῖν· ἣ ὥσπερ ὁ ἀφιερώσας τῷ Θεῷ καὶ ἀναθεὶς
παρθενεύειν· ἣ ὡς τῆς θυγατρὸς ἐπὶ τοῦτο καταναγκαζούσης· τὸ <lb n="30"/>
γὰρ ὑπό τινος τῶν εἰρημένων ἀνάγκην ἔχοντι μὴ ἐγγαμίζειν· οὐδὲ
βουλεύσασθαι ἄλλως ἔνι, οὐδὲ κρίσιν ἄλλην ἐν τῇ καρδίᾳ μελετῆσαι·
ἀλλ’ οὐδὲ ἐπιτελοῦντι τηλικοῦτος ὁ ἔπαινος, ὅσον μὴ ἐπιτελοῦντι
τὸ κατάκριμα, ἀλλὰ πολλαπλάσιον· ὃς δὲ χωρὶς ἀνάγκης
X

<pb n="154"/>
ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦτο κέκρικεν ποιεῖν· παρθένον μὲν ἔχειν, μέγα
κατώρθωσεν· ἐγγαμίσας δὲ, οὐδὲν ὅλως ἥμαρτεν.</p><lb n="39"/><p>Γυνὴ δέδεται νόμῳ ἐφ’ ὅσον χρόνον ζῆ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς·
ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὁ ἀνὴρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει
<lb n="40"/> γαμηθῆναι, μόνον ἐν Κυρίῳ. μακαριωτέρα ’δε ἐστιν <lb n="5"/>
ἐὰν οὕτως μείνῃ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· δοκῶ δὲ κἀγὼ
Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.</p><p>Θεοδωρίτου. “Γυνὴ δέδεται νόμῳ ἐφ’ ὅσον χρόνον ζῇ ὁ ἀνὴρ
“αὐτῆς· ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὁ ἀνὴρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμη-
“θῆαι· μόνον ἐν Κυρίῳ·” τοῦτ’ ἐστι νόμῳ πιστῷ, εὐσεβεῖ· σωφρόνως, <lb n="10"/>
ἐννόμως· ” μακαριωτέρα δέ ἐστιν, ἐὰν οὕτως μείνῃ κατὰ
“τὴν ἐμὴν γνώμην·” πάλιν οὐ νόμον τέθεικεν, ἀλλὰ συμβουλὴν
εἰσήνεγκεν· ἀξιόπιστον δὲ ταύτην ποιῶν, ἐπήγαγεν, “δοκῶ δὲ
“κἀγὼ Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.” οὐκ ἐμοῦ φησὶ, τὰ ῥήματα, ἀλλὰ
τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριτος· ὄργανον γὰρ ἐκείνου ἐγώ· <lb n="15"/>
ἐπισημήνασθαι μέντοι χρὴ, ὡς οὐχ ἁπλῶς μακαρίαν τὴν ἐγκρατευομένην,
ἀλλὰ μακαριωτέραν ἐκαλέσεν· διδάσκων ὡς οὐδὲ ἡ
δευτέροις ὁμιλοῦσα γάμοις ἀθλία, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ μακαρία κατὰ
τὸν ἀποστολικὸν νόμον συναπτομένη· ἡ γὰρ σύγκρισις κἀκείνην
μακαρίαν ἀπέφηνεν. ἱκανὴ δὲ καὶ αὕτη τῶν Ναβάτου κατηγορία, <lb n="20"/>
οἳ τῆς διγαμίας ὡς πορνείας κατηγοροῦσιν, ἄντικρυς τοῖς n ἀποστολικοῖς
ἐναντιούμενοι νόμοις.
Σετηριανοῦ. Τὸ τοῦ μακαρίου τούτου κρεῖττον τὸ οὕτω μεῖναι·
τὸ μὲν γὰρ σωματικῆς ἐστιν ἀναπαύσεως· τὸ δὲ τελειοτέρας
εὐσεβείας.</p><lb n="25"/><p>Ἰωαννου. Μετὰ σωφροσύνης φησὶ, μετὰ κοσμιότητος· ἐπὶ
παιδοποιίᾳ καὶ προστασίᾳ, μὴ ἐν πάθει ἐπιθυμίας.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἴνα μή τις νομίσῃ τὰς τοιαύτας συμβουλὰς
Παύλου εἶναι, καὶ διὰ τοῦτο ἀνθρωπίνας, ἐπάγει “ὅτι Πνεῦμα
“Θεοῦ ἔχω.” δεικνὺς ὅτι νομοθεσίαι εἰσὶ τοῦ παρακλήτου.</p><lb n="30"/><p>Οἰκοτμενίου. Νόμῳ λέγει τὸ περὶ τῶν μοιχῶν· τοῦτο γὰρ
κατέχεται εἰς τὸ μὴ συμπλακῆναι ἑτέρῳ· εἰπὼν δὲ δέδεται, ἔργῳ
<note type="footnote">n ἀντικριστοῖς Cod.</note>

<pb n="155"/>
δείκνυσιν, ὅτι ὁ μὴ ἐγγαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ· δεσμοῦ γὰρ αὐτὴν
ἐλευθεροῖ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐλευθέρωται γὰρ καὶ ἐκ τοῦ πρώτου δεσμοῦ καὶ
νόμου, καὶ λέλυται· εἰπὼν δὲ καὶ ὅτι ἐλύθη, προετρέψατο μὴ
πάλιν γῆμαι καὶ δεθῆναι.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἵνα μὴ ἀνάγκης τὸ πρᾶγμα εἶναι νομίσῃς, φησὶ,
“κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην.” ὅσον ἐγὼ γινώσκω φησίν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Πόλλης ταπεινοφροσύνης τὸ δοκῶ· τοῦτ’ ἐστιν
ἡγοῦμαι, ὑπονοῶ.</p><p>Φωτίου. “Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην·” κατὰ τὴν ἐμὴν παραίνεσιν <lb n="10"/>
νεσιν καὶ συμβουλήν· οὐ κατά τινα νομοθεσίας ἀνάγκην· εἶτα ἵνα
μή τις εἴπῃ, οὐκοῦν ἐμή ἐστιν νομοθεσία, τι χρὴ ὅλως τινὰ κατὰ
τὴν παραίνεσιν ποιεῖν ; ἐπήγαγεν, ὅτι καὶ ταῦτα ἐκ τοῦ Παναγίου
Πνεύματος παραινοῦμεν· εἰ καὶ μὴ εἰς νόμου ἀνάγκην, διὰ τὴν
ἀσθένειαν ὑμῶν, τὴν συμβουλὴν κατακλείομεν.</p><lb n="15"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><head>ΚΕΦ. Ε.</head><p>Περὶ διαφορᾶς ἐδεσμάτων, καὶ ἀποχῆς δαιμονικοῦ σεβάσματος.</p><lb n="1"/><p>Περὶ δὲ τῶν εἰδωλοθύτων, οἴδαμεν, ὅτι πάντες γνῶ-
<lb n="2"/> σιν ἔχομεν· ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ· εἰ
δέ τις δοκεῖ εἰδέναι τι, οὐδέπω οὐδὲν ἔγνωκεν καθὼς δεῖ <lb n="20"/>
<lb n="3"/> γνῶναι· εἰ ’δε τις ἀγαπᾷ τὸν Θεὸν, οὗτος ἔγνωσται
υπ αὐτοῦ.</p><p>Ἰωαννου. Πολλοὶ παρὰ τοῖς Κορινθίοις μαθόντες ὅτι “οὐ
“τὰ εἰσπορευόμενα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὰ ἐκπορευόμενα·
καὶ ὅτι τὰ εἴδωλα, ξύλοι καὶ λίθοι καὶ δαίμονες, οὔτε βλάψαι οὔτε <lb n="25"/>
ὠφελῆσαι δυνάμενοι, ἀμέτρως τῇ τελειότητι τῆς γνώσεως ταύτης
ἐκέχρηντο καὶ εἰς τὴν ἑτέρων καὶ εἰς τὴν ἑαυτῶν βλάβην· καὶ
γὰρ εἰς εἰδωλεῖα εἰσήεσαν, καὶ τῶν αὐτόθι μετεῖχον τραπεζῶν,
καὶ μέγαν ἐντεῦθεν τὸν ὄλεθρον ἔτικτον· οὔτε γὰρ ἔτι τὸν τῶν
εἰδώλων ἔχοντες φόβον, καὶ οὐκ εἰδότες αὐτῶν καταφρονεῖν, μετεῖχον <lb n="30"/>
τῶν δείπνων ἐκείνων· ἐπειδὴ τοὺς τελειοτέρους ἑώρων τοῦτο
ποιοῦντας· καὶ τὰ μέγιστα ἐντεῦθεν ἐβλάπτοντο· οὐδὲ γὰρ μετὰ
τῆς αὐτῆς ἐκείνοις νόμοις γνώμης ἥπτοντο τῶν προκειμένων· ἀλλ’

<pb n="156"/>
ὡς εἰδωλοθύτων· καὶ ὁδὸς ἐπὶ εἰδωλολατρείαν τὸ πρᾶγμα ἐγίνετο·
αὐτοί τε οὗτοι πάλιν οἱ δῆθεν τελειότεροι, οὐχ ὡς ἔτυχεν ἠδικοῦντο,
δαιμονικῶν ἀπολαβόντες τραπεζῶν.</p><p>Τὸ μὲν οὖν ἔγκλημα τοῦτο ἦν· ὁ δὲ μακάριος οὗτος μέλλω,
αὐτὸ διορθοῦν, οὐκ εὐθέως καταφορικῶς κέχρηται τῷ λόγῳ. καὶ <lb n="5"/>
γὰρ ἀνοίας μᾶλλον ἣ κακίας ἦν τὸ γιγνόμενον. δι’ ὃ καὶ παραινέσεως
ἐν ἀρχῇ μᾶλλον ἐδεῖτο ἣ ἐπιπλήξεως σφοδρᾶς καὶ ὀργῆς.
σκοπεῖ τοίνυν αὐτοῦ τὴν σύνεσιν· πῶς εὐθέως ἄρχεται τῆς νουθεσίας·
περὶ δὲ τῶν είδωλούθων, οἴδαμεν ὅτι πάντες γνῶσιν ἔχομεν
πρῶτον μὲν οὖν κοινὸν αὐτὸ ποιεῖ· ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, αὐτῶν αὐτὸ εἶναι <lb n="10"/>
ἐνόμιζον μόνων· ἔπειτα ποιήσας κοινὰ, οὐ τίθησιν ἑαυτὸν ἐν τῇ
κοινωνίᾳ μόνον· ἐπεὶ καὶ οὕτως ἃν μᾶλλον αὐτοὺς ἐπῆρεν. ὥσπερ
γὰρ τὸ μόνον ἔχειν ἐπαίρει· οὕτω τὸ κοινωνὸν ἕνα που καὶ δεύτερον
ἔχειν τῶν ὑπερεχόντων, οὐκ ἔλαττον τοῦτο ποιεῖ· διὰ τοῦτο οὐχ
ἑαυτὸν τίθησιν, ἀλλὰ πάντας· οὐ γὰρ εἶπεν, ὅτι καὶ ἐγὼ γνῶσιν <lb n="15"/>
ἔχω, ἀλλ’ “οἴδαμεν ὅτι πάντες γνῶσιν ἔχομεν.”</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐπειδὴ οἱ Κορίνθιοι τὰ εἰδωλόθυτα ἤσθιον, λέγοντες,
ὅτι ἡμῖν οὐκ ἔστιν εἰδωλόθυτον· ἁγιάζω γὰρ αὐτὰ τῇ
ἐπονομασίᾳ τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐσθίω· δείκνυσιν αὐτὸς ὅτι οὐκ αὐτοὶ
μόνοι ὡς σοφοὶ ἴσασι τοῦτο· καὶ λέγει· “οἴδαμεν ὅτι πάντες <lb n="20"/>
γνῶσιν ἔχομεν ὥστε ὃ οἴδατε, οἴδα ὃ ’δε πάσχετε, οὐ
πάσχω.</p><p>Θεοδωρου.Καὶ Θεοδωρίτου. Μετά τινος εἰρωνείας αὐτοῖς
τὴν γνῶσιν προσεμαρτύρησεν· ὅτι γὰρ οὐκ ἀληθῶς ταύτην αὐτοὺς
ἔχειν εἴρηκεν, διδάσκει τὰ μετὰ ταῦτα· λέγει γάρ· “εἰ δέ τις <lb n="25"/>
“δοκεῖ εἶναι τί· οὐδέπω οὐδὲν ἔγνωκεν καθὼς δεῖ γνῶναι·” εἰρωνικῶς
τοίνυν τέθεικεν τὸ “οἴδαμεν ὅτι πάντες γνῶσιν ἔχομεν·’ εἶτα
ἐπάγει· “ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ·” κρείττων ἡ
ἀγάπη τῆς γνώσεως· ἡ μὲν γὰρ ἐπαίρει πολλάκις τοὺς οὐ καλῶς
αὐτῇ κεχρημένους· ἡ δὲ προμηθεῖται τῆς τοῦ πέλας εὐεργεσίας· <lb n="30"/>
τοῦτο γὰρ λέγει, “οἰκοδομεῖ·” κατηγορεῖ δὲ αὐτῶν ὁ λόγος ὡς
ἀγάπης ἐστηρημένων· εἰ γὰρ ταύτην ἐκέκτηντο, τῆς τῶν ασθενεστέρων
ἂν ὠφελείας ἐπεμελήθησαν.</p><p>Σευηριανοῦ. τοῦτο μὲν, ὃ οἶδα καὶ οἶδα, οὗ δεῖ σκοπεῖν· ὃ
δὲ οἶδα, ὅτι δεῖ διὰ τὸν ἀσθενῆ μὴ ἐσθίειν, τοῦτο οὐκ οἴδατε <lb n="35"/>

<pb n="157"/>
ὑμεῖς· ἐγὼ δὲ οἶδα· τί οὖν φυσιοῦσθε ὑπὲρ τῆς γνώσεως τῆς οὐ
τοσοῦτον ἐχούσης, ὅσον ἡ ἐμὴ γνῶσις ; ἐπάγει γοῦν, “εἰ δέ τις
“δοκεῖ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν, οὐδέπω ἔγνωκεν καθὼς δεῖ γνῶναι·
αὐτίκα ὃ ἐγὼ ὄιδα, σὺ οὐδέπω οίδας· εἰ δέ τις ἀγαπᾷ τὸν Θεὸν,
“οὗτος ἔγνωσται ὑπ’ αὐτοῦ. ἡμεῖς μὲν ὅπερ ὡς ἄνθρωποι οἰηθῶμεν <lb n="5"/>
εἰδέναι, οὐδέπω οὐδὲν οἴδαμεν. τί δέ ἐστι τὸ μακάριον ; τὸ
ἀγαπᾶν τὸν Θεὸν, καὶ γινώσκεσθαι ὑπ’ αὐτοῦ· οὐκ ἐπειδὴ ἀγνοεῖ
τοὺς μὴ ἀγαπῶντας, ἀλλ’ ὅτι οἰκειοῦται τοὺς ἀγαπῶντας. λαμβάνεται
γὰρ τὸ τῆς γνώσεως καὶ ἐπὶ οἰκειώσεως· ὥσπερ τὸ τῆς
ἀγνοίας καὶ ἐπὶ ἀλλοτριώσεως· οἷόν ἐστι τὸ ὑπὸ τοῦ Κυρίου ῥηθὲν <lb n="10"/>
τὸ ἀπέλθετε, οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς.
Θεοδωρίτου. Πόλλης ἡμῖν δεῖ γνώσεως, καὶ ταύτην λαβεῖν
τελείαν κατὰ τὸν παρόντα βίον, τῶν ἀδυνάτων· ἀγαπήσωμεν τοίνυν
τὸν Θεὸν, ἵνα τῆς παρ’ αὐτοῦ τύχωμεν προμηθείας. καὶ γὰρ τοῦτο
μετὰ πολλῆς τέθεικεν ἀκριβείας· οὐ γὰρ εἶπεν ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν, <lb n="15"/>
ἔγνων αὐτόν· ἀλλ’ “ἔχυνστατι ἔγνωσται ὑπ’ αὐτοῦ·” ἀντὶ τοῦ τῆς παρ’
αὐτοῦ κηδεμονίας τυγχάνει· οὕτω γὰρ καὶ ὁ μακάριος ἔφη Μωϋσῆς
πρὸς αὐτὸν τὸν τῶν ὅλων Θεὸν, “σύ μοι εἴπας, εὗρες χάριν
“παρ’ ἐμοὶ, καὶ οἶδά σε παρὰ πάντας·” οὐκοῦν τὸ “ἔγνωσται
“ὑπ᾿ αὐτοῦ” τὴν πλείονα τοῦ Θεοῦ κηδεμονίαν δηλοῖ.</p><lb n="20"/><lb n="4"/><p>Περὶ τῆς βρώσεως οὖν τῶν εἰδωλοθύτων, οἴδαμεν ὅτι
οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ, καὶ ὅτι οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος εἰ
<lb n="5"/> μὴ εἷς. καὶ γὰρ εἴπερ εἰσὶ λεγόμενοι θεοὶ, εἴτε ἐν οὐρανῷ,
εἴτε ἐπὶ τῆς γῆς, ὥσπερ εἰσὶ θεοὶ πολλοὶ, καὶ
<lb n="6"/> κύριοι πολλοί· ἀλλ’ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ Πατὴρ, ἐξ οὗ <lb n="25"/>
τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν· καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς
Χριστὸς, δι’ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ.</p><p>Ἰωαννου. Οὐκ ἔστιν οὖν εἴδωλα; οὐκ ἔστιν ξοάνα; ἔστιν
μὲν, ἀλλ’ οὐκ ἔχει τινὰ ἰσχύν· οὐδὲ θέοι εἰσιν, ἀλλὰ λίθοι καὶ
δαίμονες· πρὸς γὰρ ἀμφοτέρους ἀποτείνεται νῦν, καὶ τοὺς παχυτέρους <lb n="30"/>
αὐτῶν καὶ τοὺς δοκοῦντας φιλοσοφεῖν· ἐπειδήπερ οἱ μὲν
οὐδὲν πλέον τῶν λίθων ἴσασιν, οἱ δὲ λέγουσι καὶ δυνάμεις τινὰς
οἰκεῖν ἐν αὐτοῖς, ἃς καὶ θεοὺς καλοῦσιν. πρὸς μὲν ἐκείνους φησὶν,
ὅτι “οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ·” πρὸς δὲ τούτους, ὅτι οὐδεὶς Θεὸς

<pb n="158"/>
εἰ μὴ εἷς· ὁρᾷς πῶς οὐχ ἁπλῶς δογματίζων γράφει ταῦτα, ἀλλὰ
πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῶν ἔξωθεν; καὶ γὰρ τοῦτο πανταχοῦ χρὴ
παρατηρεῖν, εἴτε ἀπολελυμένον λέγει τὶ, εἴτε πρός τινας ἱστάμενος·
οὐδὲ γὰρ τὸ τυχὸν πρὸς τὴν τῶν λεγομένων κατανόησιν·
“καὶ γὰρ εἴπερ εἰσὶ λεγόμενοι θεοὶ, εἴτε ἐν οὐρανῷ, εἴτε ἐπὶ γῆς, <lb n="5"/>
“ὥσπερ οὖν εἰσι θεοὶ πολλοὶ καὶ κύριοι πολλοί·” ἐπειδὴ εἶπεν
οὐδὲν εἴδωλον καὶ οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος. ἦν δὲ καὶ εἴδωλα, ἦσαν δὲ
καὶ θεοὶ λεγόμενοι θεοὶ, ὥσπερ οὖν καί εἰσιν. οὐχ ἁπλῶς εἰσὶν,
ἀλλὰ “λεγόμενοι· οὐκ ἐν πράγματι, ἀλλ’ ἐν ῥήματι τοῦτο
ἔχοντες· “εἴτε ἐν οὐρανῷ, εἴτε ἐπὶ γῆς·” ἐν οὐρανῷ τὸν ἥλιον <lb n="10"/>
λέγων καὶ τὴν σελήνην καὶ τῶν λοιπῶν τῶν ἄστρων χορόν· καὶ
γὰρ καὶ ταῦτα προσεκύνησαν Ἕλληνές· ἐπὶ γῆς δὲ δαίμονας καὶ
τοὺς ἐξ ἀνθρώπων θεοποιηθέντας ἅπαντας.</p><p>“Ἀλλ’ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ· ἐξ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς
“εἰς αὐτόν· καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, δι’ οὗ τὰ πάντα· <lb n="15"/>
“καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ.” πρότερον θεὶς χωρὶς τοῦ πρός τι, καὶ εἰπὼν
οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος εἰ μὴ εἷς, νῦν τοῦτο προστίθησιν, ὅτε παντελῶς
ἐκείνους ἐξέβαλεν· εἶτα καὶ ὅπερ ἐστὶ δεῖγμα θεότητος, καὶ τοῦτο
ἐπάγει· “ἐξ οὗ τὰ πάντα.” τοῦτο γὰρ δεικνύει κἀκείνους οὐκ
ὄντας θεούς. θέοι γὰρ φησιν, οἳ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν οὐκ εποίησαν, <lb n="20"/>
ἀπολέσθωσαν· εἶτα καὶ τὸ τούτου οὐκ ἔλαττον προστίθησιν.
“καί ἡμεῖς εἰς αὐτόν. ὅτ’ ἂν μὲν γὰρ εἴπῃ ἐξ οὑ τὰ πάντα,
τὴν δημιουργίαν λέγει, καὶ τὴν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι
παραγωγήν· ὅτ’ ἂν δὲ εἴπῃ “καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτὸν,” τὴν τῆς
πίστεως καὶ τῆς οἰκειώσεως λέγει λόγον. ὃ καὶ ἔμπροσθεν ἔλεγεν, <lb n="25"/>
“ἐξ αὐτοῦ δὲ ὑεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.” διπλῶς γάρ ἐσμεν
ἐξ αὐτοῦ· καὶ τὸ μὴ ὄντες, γενέσθαι, καὶ τὸ πιστοὶ γενέσθαι· καὶ
γὰρ τοῦτο κτίσις· ὃ καὶ ἀλλαχοῦ φησὶν, “ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ
“ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον.”</p><p>“Καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, δι’ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἡμεῖς <lb n="30"/>
“δι’ αὐτοῦ.” καὶ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ πάλιν ὁμοίως νοητέον· δι’ αὐτοῦ
γὰρ, καὶ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἰναι παρήχθη τὸ τῶν ἀνθρώπων
γένος, καὶ ἀπὸ πλάνης εἰς ἀλήθειαν ἐπανῆλθεν. ὥστε τὸ “ἐξ οὗ”
τοῦτο οὐκ ἔστι χωρὶς τοῦ Χριστοῦ· ἐξ αὐτοῦ γὰρ διὰ τοῦ Χριστοῦ
ἐδημιουργήθημεν· οὐ τοίνυν οὐδὲ τὰ ὀνόματα ὡς ἀποκεκληρωμένα <lb n="35"/>

<pb n="159"/>
διεῖλεν τῷ μὲν υἱῷ τὸ Κύριος· τῷ δὲ Πατέρι τὸ Θεὸς προσνέμων·
οἶδεν γὰρ αὐτὸ καὶ ἐναλλάττειν ἡ γραφὴ πολλάκις· ὡς
ὅτ’ ἃν λέγῃ “εἰπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου.” καὶ πάλιν, “διὰ
“τοῦτο ἔχρισέν σε ὁ Θεὸς, ὁ Θεός σου.” καὶ “ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς,
“τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὣν ἐπὶ πάντων Θεός·” καὶ πολλαχοῦ ἃν ἴδοις <lb n="5"/>
ταῦτα τὰ ὀνόματα μεταβαίνοντα· εἰ δὲ ἀποκεκληρωμένα ἦν ἑκάστῃ
φύσει, καὶ οὐχὶ Θεὴ ἦν ὁ Υἱὸς, καὶ Θεὸς ὡς ὁ Πατὴρ, μένων
Υἱός· εἰπὼν, “ἀλλ’ ἡμῖν εἷς Θεός·” περιττῶς προσετέθη τὸ
“Πατὴρ,” βουλόμενος γνωρίσαι τὸν ἀγέννητον. ἤρκει γὰρ τὸ
“Θεός·” εἴγε αὐτοῦ μόνου ἦν γνωριστικὸν τοῦτο δηλῶσαι. οὐ <lb n="10"/>
τοῦτο δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἕτερόν ἐστιν εἰπεῖν· εἰ γὰρ λέγεις,
ἐπειδὴ εἷς Θεὸς εἴρηται, οὐχ ἁρμόσει τῷ Υἱῷ τὸ Θεὸς, ὅρα καὶ
ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ τὸ αὐτὸ κείμενον· καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς εἷς Κύριος εἴρηται.
καὶ οὐ διὰ τοῦτο αὐτῷ μόνῳ τὸ Κύριος ἁρμόττειν φαμέν· ὥστε
ἣν ἔχει ἰσχὺν τὸ εἷς ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ, ταύτην καὶ ἐπὶ τοῦ Πατέρος. <lb n="15"/>
καὶ καθάπερ οὐκ ἐξωθῇ τὸν Πατέρα τὸ Κύριον εἶναι, οἷος
ὁ Υἱός ἐστι Κύριος, διὰ τὸ ἕνα αὐτὸν λέγεσθαι Κύριον τὸν Υἱόν·
οὕτως οὐδὲ τὸν Υἱὸν ἐκβάλλει Θεὸν, τοῦ εἶνια Θεὸν, οἷός ἐστι
Θεὸς ὁ Πατήρ· διὰ τὸ ἕνα Θεὸν λέγεσθαι τὸν Πατέρα.</p><p>Εἰ δέ τινες λέγοιεν, τίνος ἕνεκεν Πνεύματος οὐκ ἐμνημόνευσεν ; <lb n="20"/>
ἐκεῖνο ἃν εἴποιμεν, ὅτι πρὸς εἰδωλολάτρας ἦν ὁ λόγος αὐτῷ· καὶ
περὶ θεῶν πολλῶν ὁ ἀγὼν, καὶ περὶ κυρίων πολλῶν. διὸ καὶ Θεὸν
τὸν Πατέρα εἰπὼν, Κύριον τὸν Υἱὸν ἐκάλεσεν· εἰ τοίνυν τὸν
Πατέρα οὐκ ἐτόλμησεν καλέσαι Κύριον, νῦν μετὰ τοῦ Υἱοῦ, ἵνα
μὴ δύο παρ’ ἐκείνους ὑποπτεύηται λέγειν Κυρίους· οὐδὲ τὸν Υἱὸν <lb n="25"/>
Θεὸν μετὰ τοῦ Πατέρος, ἵνα μὴ δύο νομίζηται λέγειν Θέους, τί
θαυμάζεις εἰ τοῦ Πνεύματος οὐκ ἐμνημόνευσεν ; πρὸς γὰρ ἐκείνους
ἦν αὐτῷ τέως ὁ ἀγὼν, καὶ τὸ δεῖξαι, ὅτι οὐκ ἔστι πολυθεία
παρ’ ἡμῖν. διὰ τοῦτο τὸ εἷς συνεχῶς κατέχει λέγων, “ οὐδεὶς Θεὸς
“ἕτερος, εἰ μὴ εἷς.” καὶ “ἡμῖν εἷς Θεὸς καὶ εἷς Κύριος.” ὅθεν <lb n="30"/>
δηλονότι φειδόμενος τῆς ἀσθενείας τῶν ἀκουόντων, ταύτῃ ἐχρήσατο
τῆ διασκευῇ· καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲ τοῦ Πνεύματος ἐμνημόνευσεν.
ἐπεὶ εἰ μὴ τοῦτό ἐστιν· οὐδὲ ἀλλαχοῦ μνησθῆναι ἔδει τοῦ Πνεύματος,
οὐδὲ συντάττεσθαι αὐτὸ Πατέρι καὶ Υἱῷ. εἰ γὰρ ἀπέρριπται
Πατέρος καὶ Υἱοῦ· πολλῷ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ βαπτίσματος <lb n="35"/>

<pb n="160"/>
αὐτὸ συντάττεσθαι οὐκ ἔδει, ἔνθα μάλιστα φαίνεται τὸ ἀξίωμα τῆς
θεότητος, καὶ δωρεαὶ δέδονται Θεῷ προσήκουσαι μόνῳ παρέχειν.
’γὼ μὲν οὖν τὴν αἰτίαν εἶπον, δι’ ἣν ἐνταῦθα σεσίγηται· σὺ
δὲ εἰ μὴ τοῦτό ἐστιν, εἰπὲ, διατί ἐν τῷ βαπτίσματι συντάττεται ;
ἀλλ’ οὐκ ἃν ἔχοις ἑτέραν αἰτίαν εἰπεῖν, ἣ τὸ ὁμότιμον αὐτὸ εἶναι· <lb n="5"/>
ὅτ’ ἂν οὖν μηδὲ μίαν ἔχῃ τοιαύτην ἀνάγκην, ὅρα πῶς αὐτὸ συντάττει
οὕτω λέγων· “ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
“καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρος, καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου
“Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν·” καὶ πάλιν “διαιρέσεις δὲ
“χαρισμάτων εἰσί· τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα. καὶ διαιρέσεις διακονιῶν <lb n="10"/>
“εἰσιν, ὁ δὲ αὐτὸς Κύριος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσὶν,
“ὁ δὲ αὐτὸς Θεός.” ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸς Ἓλληνας ὁ λόγος, καὶ
τοὺς ἐξ Ἑλλήνων ἀσθενεστέρους, διὰ τοῦτο ταμιεύεται τέως. ὅπερ
οὖν καἰ οἱ προφῆται ποιοῦσιν ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ, οὐδαμοῦ σαφῶς αὐτοῦ
μεμνημένοι, διὰ τὴν ἀσθένειαν τῶν ἀκουόντων.</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Ὁ θεῖος Ἀπόστολος τὴν ἰσότητα δείκνυσιν· καὶ
τὸ εἷς ὁμοίως ἐπὶ Πατέρος καὶ Υἱοῦ τεθεικὼς, καὶ τὴν Κύριος
φωνὴν ἰσοδυναμοῦσαν τῇ Θεὸς ἐπιδείξας. οὕτω δὲ καὶ ἡ παλαιὰ
γραφὴ τὰς προσηγορίας πάσας δείκνυσι συνημμένας· “ἐγὼ γάρ
“εἰμι Κύριος σοῦ, ὁ ἐξάγων σε ἐκ τῆς Αἰγύπτου·” καὶ “ἄκουε <lb n="20"/>
“Ἱερουσαλήμ· Κύριος ὁ Θεός σου, Κύριος εἷς ἐστίν.” καὶ μυρία
τοιαῦτα. ὁ τοίνυν οὕτως Θεὸς πάντως καὶ Κύριος. καὶ ὁ ὄντως
Κύριος πάντως καὶ Θεός. ἀλλ’ ὥστε οὐδὲ ἔστιν ἄλλος Θεὸς
Πατήρ· εἷς γὰρ Θεὸς Πατήρ· οὐδὲ ἄλλος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός·
“εἷς γὰρ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός·” τὸ δὲ “ἡμεῖς εἰς <lb n="25"/>
“αὐτόν·” ὅτι τοῦ πρὸς αὐτὸν ἀπεστράφθαι ὀφείλομεν εἰς αὐτὸν
ἀφορᾶν, αὐτὸν διηνεκῶς ἀνυμνεῖν· τὸ δὲ “καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ·
οὐ τὴν δημιουργίαν, ἀλλὰ τὴν σωτηρίαν αἰνίττεται· δι’ αὐτοῦ μὲν
γὰρ τὰ πάντα. ἡμεῖς δὲ οἱ πεπιστευκότες, δι’ αὐτοῦ τῆς σωτηριας
τετυχήκαμεν.</p><lb n="30"/><p>Φωτίου. “Ἐν κόσμῳ εἴδωλον οὐδέν ἐστιν” τοῦτ’ ἔστιν οὐδέν
ἐστι τῶν ἐν κόσμῳ ὄντων τί εἴδωλον· ἐπινοίας δὲ ματαίας ἀναπλασμὸς
καὶ ἀνατύπωσις· διὸ ἐν μόναις ταῖς τοιούτων διανοίαις
ἡ τῶν εἰδώλων ὕπαρξις ἵδρυται· ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ δυνάμενοι ἔχειν
τὴν ὑπόστασιν.</p><lb n="35"/><pb n="161"/><lb n="7"/><p>Ἀλλ᾿ οὐκ ἐν πᾶσιν ἡ γνῶσις· τινὲς δὲ τῇ συνειδήσει
τοῦ εἰδώλου ἕως ἄρτι ὡς εἰδωλόθυτον ἐσθίουσιν, καὶ
ἡ συνείδησις αὐτῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται</p><p>Ἰωαννου. Ποῖα αὕτη ; ἡ περὶ τοῦ Θεοῦ· ἣ περὶ τῶν εἱδωλοθύτων;
ἣ γὰρ τοὺς Ἓλληνας αἰνίττεται ἐνταῦθα τοὺς πολλοὺς <lb n="5"/>
λέγοντας θεοὺς καὶ κυρίους, καὶ οὐκ εἰδότας τὸν ὄντα Θεόν. ἣ
τοὺς ἐξ Ἑλλήνων ἀσθενεστέρους ἔτι· τοὺς οὐδέπω σαφῶς εἰδότας
ὅτι οὐ χρὴ δεδοικέναι τὰ εἴδωλα· καὶ ὅτι “οὐδὲν εἴδωλον ἐν
“κόσμῳ·” τοῦτο δὲ εἰπὼν, ἠρέμα παρεμυθήσατο καὶ ἐπῆρεν τούτους·
οὐδὲ γὰρ πάντα καθάπτεσθαι ἔδει, καὶ μάλιστα μέλλοντα <lb n="10"/>
αὐτῶν καθικνεῖσθαι σφοδρότερον· “τινὲς δὲ τῇ συνειδήσει τοῦ
“εἰδώλου, ἕως ἄρτι ὡς εἰδωλόθυτον ἐσθίουσιν· καὶ ἡ συνείδησις
“αὐτῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται·” ἔτι τρέμουσι τὰ εἴδωλα· μὴ
γάρ μοι τὴν παροῦσαν εἴπῃς κατάστασιν, καὶ ὅτι ἐκ προγόνων
τὴν εὐσέβειαν ἐδέξω· ἀλλὰ παράπεμψον τὴν διάνοιαν εἰς ἐκείνους <lb n="15"/>
τοὺς χρόνους· καὶ ἐννόησον ἄρτι τοῦ κηρύγματος καθισταμένου,
καὶ τῆς ἀσεβείας ἔτι κρατούσης, καὶ βωμῶν καιομένων· καὶ θυσιῶν
καὶ σπονδῶν ἐπιτελουμένων· καὶ τῶν πλειόνων Ἑλλήνων τοὺς
ἐκ προγόνων διαδεξαμένους τὴν ἀσέβειαν· καὶ πολλὰ παρὰ τῶν
δαιμόνων παθόντας κακὰ, ἀθρόον μεταστάντας, πῶς εἰκὸς ἦν <lb n="20"/>
διακεῖσθαι ; πῶς δεδοικέναι καὶ τρέμειν τὰς τῶν δαιμόνων ἐπιβου-
λάς ; οὓς καὶ αἰνιττόμενος ἔλεγεν, “τινὲς δὲ τῇ συνειδήσει τοῦ
“εἰδώλου, ἕως ἄρτι ὡς εἰδωλόθυτον ἐσθίουσιν.” τοῦτ’ ἔστιν μετὰ
τῆς αὐτῆς διανοίας μεθ’ ἧς τὸ πρότερον· “καὶ ἡ συνείδησις αὐ-
“τῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται·” οὐδέπω δυναμένη καταφρονῆσαι, <lb n="25"/>
οὐδὲ καθάπαξ αὐτῶν καταγελάσαι, ἀλλ’ ἔτι διακρινομένη· ὥσπερ
ἃν εἴ τις τοῦ νεκροῦ ἅπτεσθαι νομίζων μολύνειν ἑαυτὸν κατὰ Ιουδαϊκὴν
συνήθειαν ἑτέρους ὁρῶν ἁπτομένους μετὰ καθαροῦ συνειδότος,
μὴ ἁπτόμενος μετὰ τῆς αὐτῆς γνώμης μολύνοιτο· οὕτω
κἀκεῖνοι τότε ἔπασχον· “τινὲς γάρ’ φησὶ, “τῇ συνειδήσει τοῦ <lb n="30"/>
εἰδώλου ἕως ἄρτι οὐχ ἁπλῶς τὸ ἕως ἄρτι τέθεικεν, ἀλλ’
ἵνα δείξῃ ὅτι οὐδὲν ᾕρησαν μὴ συγκαταβαίνοντες. οὐδὲ γὰρ οὕτως
αὐτοὺς ἐνάγειν ἐχρῆν, ἀλλ’ ἑτέρως πῶς λόγῳ πείθοντας καὶ διδα-
σκαλία.
Υ</p><pb n="162"/><lb n="8"/><p>βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν
φάγωμεν, περισσεύομεν· οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν, ὑστερούμεθ.
<lb n="9"/> βλέπετε δὲ μή πὼς ἢ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη
<lb n="10"/> πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν· ἐὰν γάρ τις ἴδη
σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶς <lb n="5"/>
ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς
<lb n="11"/> τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν ; καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν
ἀδελφὸς ἐπὶ τῆ σῆ γνώσει, δι’ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν</p><p>Ἰωαννου. Ἴνα μὴ οἷα εἰκὸς, εἴπωσιν, ἐγὼ καθαρᾷ ἐσθίω
συνειδήσει· καὶ τί μοί μέλει, εἰ τις δι’ ἀσθένιαν σκανδαλίζεται ; <lb n="10"/>
δείκνυσιν ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ φαγεῖν ὡς ἐπὶ καταφρονήσει τῶν εἰδώλων
οὐδὲν ὂν γενναῖον· κἂν γὰρ, φησὶν, μὴ ἠδικεῖτο ὁ ἀσθενῶν
ἀδελφός. οὐδὲ οὕτω τι τῶν ἐπαινουμένων ἐποίεις, ἢ τῶν εἰς τὴν
βασιλείαν εἰσαγαγεῖν δυναμένων· τί γάρ ἐστι φαγεῖν, ἢ μὴ
φαγεῖν ; “οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν·” τοῦτ’ ἔστιν <lb n="15"/>
εὐδοκιμοῦμεν παρὰ τῷ Θεῷ ὡς ἀγαθόν τι ποιήσαντες καὶ μέγα·
“οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν, ὑστερούμεθα·” τοῦτ’ ἐστιν οὐκ ἔλαττόν
τι ἔχομεν· “βρῶμα ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν
“φάγωμεν, περισσεύομεν· οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν, ὑστεροῦμεν·”
ἔδες πῶς αὐτὸ ἐξευτέλισεν, ὃ ἐδόκουν ποιεῖν ἀπὸ θείας γνώσεως.</p><lb n="20"/><p>Σευηριανοῦ. Τὸ μὲν κατορθούμενον ὑμῖν οὐδέν. τὸ δὲ βλάπτον
τοὺς ἀσθενεστέρους μέγα. βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία
ὑμῶν αὕτη, πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν· διδάσκει δὲ καὶ
τῆς βλάβης τὸν τρόπον· “ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σὲ τὸν ἔχοντα γνῶσιν
“ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον. οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς <lb n="25"/>
“ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν ἐσθίειν;” ὑπέδειξεν
δὲ τῆς βλάβης τὸ μέγεθος. “καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν
“ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει δι’ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν.”</p><p>Θεοδωρίτου. Ηὔξησε τὴν κατηγορίαν, ἵνα παύσῃ τὴν βλάβην.
ὑπὲρ τούτου γάρ, φησιν, οὐ καταφρονεῖς ἀδελφοῦ ; θάνατον <lb n="30"/>
ὃν Χριστὸς κατεδέξατο· σὺ δὲ παρὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν γνῶσιν
δεξάμενος ἀναιρεῖς τῷ δώρῳ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ σεσωμένων ; πάλιν
μέντοι κατ’ εἰρωνείαν τὸ “ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει” τέθεικεν· οὐ γὰρ

<pb n="163"/>
γνῶσιν αὐτῷ προσμαρτυρεῖ, ἀλλὰ μισαδελφίαν καὶ γαστριμαργιαν
καὶ τὰ τοιαύτα.</p><lb n="12"/><p>οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς, καὶ τύπτοντες
αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν, εἰς Χριστὸν
<lb n="13"/> ἁμαρτάνετε. δι’ ὅπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν <lb n="5"/>
μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν
ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.</p><p>Θεοδωρίτου. Αὐτοῦ γάρ ἐστι τοῦ δεσπότου φωνὴ, “ὁρᾶτε μὴ
“καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν μικρῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, τῶν
“πιστευόντων εἰς ἐμέ.” αἰνίττεται δὲ καὶ ἕτερον ὁ λόγος· ὅτι <lb n="10"/>
καὶ ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς εἰς τὸ τοῦ δεσπότου σῶμα τελεῖ. τοῦ γὰρ
δεσποτικοῦ μεταλαγχάνει σώματος· οἰκειοῦται δὲ ἡ κεφαλὴ τοῦ
μέλους τὴν ἀδικίαν. εἶτα ἀρχέτυπον ὠφελείας προτίθησιν ἑαυτὸν,
καὶ διδάσκει πόσα ποιεῖν δυνάμενος, διὰ τὴν ἑτέρων οὐ πεποίηκεν
ὠφέλειαν· “διὸ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, ἵνα μὴ <lb n="15"/>
“τὸν ἀδελφόν μου σκαυδλίσω,” οὐ γὰρ μόνου εἰδωλοθύτου, ἀλλὰ
καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων κρεῶν, οὐδὲ νῦν μόνον, ἀλλὰ διηνεκῶς
ἀποστῆναι ἃν ἑλοίμην, τῆς τῶν ἀδελφῶν εἵνεκα σωτηρίας.</p><p>Ἰωαννου. Οὐκ εἶπεν σκανδαλίζοντες, ἀλλ’ ὃ ὠμότερον ἦν,
“ τύπτοντες. τί γὰρ ὠμότερον τοῦ τύπτοντος ἀσθενῆ ;</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Πῶς εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνουσιν ; ὅτι τὰ τῶν
οἰκετῶν ὡς δεσπότης οἰκειοποιεῖται· καὶ ὅτι εἰς τὸ σῶμα αὐτοῦ
τελοῦσιν οἱ πληττόμενοι· καὶ ὅτι ὃ διὰ τῆς οἰκείας κατώρθωσεν
σφαγῆς, σὺ διὰ βρωμάτων καταλύεις.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. τοῦτο μάλιστα ἀρίστου διδασκάλου, τὸ ἐξ αὐτοῦ <lb n="25"/>
παιδεύειν ὑμᾶς, φησὶν, οὐδὲ εἰδωλοθύτων τῶν καὶ ὅλως ἀπηγορευμένων
φείδεσθαι, ὑπὲρ τοῦ μὴ σκανδαλίσαι ἀδελφόν· ἐγὼ
δὲ τι λέγω εἰδωλοθύτων ; οὔτε ἄλλου ἃν ἁψαίμην κρέως, εἰ
ἄρα ἐκ τούτου σκανδαλίζεται τις. ἡ δὲ παραίτησίς μοι ἔσται
αἰώνια.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐπειδὴ εἶπεν “εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελ-
“φόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα; ἵνα μή τις νομίσῃ
ὅτι φιλοτιμία ῥημάτων αὕτη, οὐκ ἃν γὰρ καὶ ἔργῳ αὐτὰ ἐπλήρωσεν,
ἀναγκάζεται λοιπὸν δεῖξαι πῶς καὶ τῶν συγκεχωρημένων
Y 2

<pb n="164"/>
ἀπέσχετο, ὑπὲρ τοῦ μὴ σκανδαλίσαι τινάς· τί γάρ, φησιν, χρὴ
λέγειν περὶ εἰδωλοθύτων ; αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ ἐπιτάξαντος· τὸν
κηρύσσοντα ἐκ τοῦ εὐαγγελίου ἐσθίειν ; τοῦτ’ ἐστι παρὰ τῶν
μαθητευομένων, εἱλόμην εἰ δέοι καὶ λιμῷ φθαρῆναι, καὶ μηδὲν
παρ’ ὑμῶν λαβεῖν· οὐκ ἐπειδὴ παρέχοντές μοι φησὶν σκανδαλίζεσθε, <lb n="5"/>
ἀλλ’ ἵνα πλεῖον οἰκοδομεῖσθε, ὁρῶντές με ἀδάπανον ὄντα
ὑμῖν· ὥστε, φησὶν, καὶ νόμου θείου ἐπιτρέποντός μοι λαμβάνειν,
διὰ τὴν ὑμῶν οἰκοδομὴν οὐδὲν εἱλόμην παρ’ ὑμῶν λαβεῖν, ἀλλὰ
ταῖς χερσί μου ἐκοπίων ἐργαζόμενος καὶ ἀποτρεφόμενος. ἴδου
τέως ἀπέδειξεν ἀληθεύων. λοιπὸν δὲ καὶ ἄλλο κατασκευάζει· εἰ <lb n="10"/>
ἐγώ, φησιν, οὕτως, ὑμεῖς οὐδὲ εἰδωλοθύτων ἀπέχεσθε πρὸς τὸ μὴ
τοὺς ἀσθενεῖς τῶν ἀδελφῶν σκανδαλίζειν, μᾶλλον δὲ ἀπολύειν.
πολλῶν δὲ στιχῶν περιεκτική ἐστιν ἡ ἔννοια τῆς παραγραφῆς
ταύτης u.</p><lb n="1"/><p>Οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ <lb n="15"/>
Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα ; οὐ τὸ
<lb n="2"/> ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ ; εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ
Ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμί· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς
<lb n="3"/> ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστὲ ἐν Κυρίῳ· ἡ ἐμὴ ἀπολογία
τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστίν.</p><lb n="20"/><p>Θεοδωρίτου. “Οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος;” τοῦτ’ ἐστι θεόθεν τὴν
χειροτονίαν δεξάμενος. “οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος;” ἀντὶ τοῦ, οὐχ ὑπὸ
τὴν ἑτέρου ἐξουσίαν τελῶν ; οὐδὲ μαθητοῦ τάξιν ἐπέχων, ἀλλὰ τὴν
οἰκουμένην πεπιστευμένος· καὶ ἐπειδὴ μετὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ
Σωτῆρος ἐκλήθη, εἶχον δὲ δόξαν οἱ Ἀπόστολοι παρὰ πᾶσι μεγίστην, <lb n="25"/>
στῆν, ὡς τῆς τοῦ Κυρίου θέας ἠξιωμένοι, ἀναγκαίως καὶ τοῦτο
προστέθεικεν· “οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα;”
εἶτα καὶ αὐτοὺς εἰς μαρτυρίαν καλεῖ· “οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς
“ἐστὲ ἐν Κυρίῳ;” καὶ τὸ αὐτὸ πλατύτερον λέγει· “εἰ ἄλλοις
“οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμί.” συντόμως μὲν αὐτὸ <lb n="30"/>
τέθεικεν, πολλὰ δὲ κατὰ ταὐτὸν εἴρηκεν· καὶ τοῖς ὑπὲρ τὴν
διδασκαλίαν πόνοις, καὶ τοὺς ὑπὲρ ταύτης ἀγῶνας, καὶ τὰ παντο-
<note type="footnote">υ Edd. CEcuui. add. καὶ ἐκτείνεται ἕως τοῦ ἐλεύθερος ὢν ἐκ πάντων.</note>

<pb n="165"/>
δαπὰ παθήματα, καὶ τὰς θαυματουργίας τῆς χάριτος, ὧν ἦσαν
μάρτυρες ἀληθεῖς οἱ Κορίνθιοι, αὐτόπται τούτων γεγενημένοι.
οὗ δὴ χάριν ἔφη, “εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν
“ εἰμί. εἰ γὰρ καὶ μηδένα ἕτερον ἔχω μάρτυρα, ἡ ὑμετέρα μοι
ἀπόχρη μαρτυρία. “ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς <lb n="5"/>
“ ἐστε.” ἀπόδειξιν γὰρ τῶν ἀποστολικῶν κατορθωμάτων, τὴν ὑμετέραν
ἔχω μεταβολήν· σφραγῖδα γὰρ ἀπόδειξιν καὶ τὴν βεβαίωσιν
καλεῖ· οὕτω καὶ ὁ θεσπέσιος Ἰωάννης ἔφη· “ὁ λαβὼν αὐτοῦ
“ τὴν μαρτυρίαν, ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεός ἀληθής ἐστιν.” τοῦτ’
ἐστιν ἐβεβαίωσεν. “ ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν ἔστιν <lb n="10"/>
“ αὕτη.’ εἴ τις τοὺς ἐμοὺς ἀνακρῖναι βούλεται πόνους, ὑμᾶς εἰς
μαρτυρίαν καλῶ. ἀρκεῖ γάρ μοι τὸ ὑμέτερον ἔργον εἰς μαρτυρίαν
τῶν πόνων.</p><p>Ἰωαννου. Εἰτα ἵνα μὴ λέγωσιν ὅτι εἰ καὶ ἐβούλου λαβεῖν
οὐκ ἐξῆν σοι, διὰ τοῦτο οὖν φησὶν, οὐκ εἴληφας· ἵνα τί, φησὶν, <lb n="15"/>
οὐκ ἐξῆν μοι, οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι οὐ τρέφονται ἐκ τοῦ Εὐαγγε-
λίου ; ναί φησίν. τι οὖν ; “ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ Ἀπόστολος;” τοῦτ’ ἔ ’στιν
ὡς ἐκεῖνοι· “οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος ;“τοῦτ’ ἔστιν μὴ ὑπὸ τινά εἰμι τὸν
κωλύοντά με λαβεῖν ; εἶτα ἵνα μὴ λέγωσιν ὅτι οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι
πλέον ἔχουσιν τῷ τὸν χριστὸν ἑωρακέναι καὶ συναναστραφῆναι <lb n="20"/>
αὐτῷ, ἐπάγει· “οὐχὶ Ἰησοῦν χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν
“ἑώρακα;” ὥστε μή τε ἐν τούτῳ ἔλαττον ἔχειν τῶν Ἀποστόλων
τῶν λοιπῶν· “ἔσχατον γάρ’ φησὶν, πάντων, ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι
ὤφθηκέ μοι.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. καὶ τοι φησὶν, ἔξεστί μοι λέγειν ὅτι ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ <lb n="25"/>
μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ κύκλῳ πεπλήρωκα τὸ Εὐαγγέλιον
τοῦ Χριστοῦ· ἀλλὰ τέως οὐ λέγω· μὴ κἂν ὑμῶν οὐ γέγονα Ἀπόστολος;
εἰ γὰρ ἄλλων οὐκ εἰμί· ὑμῶν τέως εἰμί· ἀλλ’ ὅμως
οὐδὲν παρ’ ὑμῶν εἴληφα· εἰς τοῦτο γὰρ ὁρᾷ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῷ·
ὅθεν, φησὶν, “ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς Ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε·” τοῦτ’ <lb n="30"/>
ἐστιν, εἰ βούλεταί τις μαθεῖν εἰ εἰμὶ Ἀπόστολος, ὑμᾶς εἰς ἀπόδειξιν
προβάλλομαι· πάντα γὰρ τοῦ Ἀποστόλου ἐν ὑμῖν ἐπεδειξάμην·
καὶ σημεῖα ποιήσας, καὶ διδάξας τὴν πίστιν, καὶ κινδύνους
ὑπομείνας, καὶ βίον ἀνεπίληπτον ἐπιδείξας· ταῦτα γὰρ

<pb n="166"/>
καὶ τὰ τοιαῦτα σφραφίζει καὶ ἐκτυποῖ τὸν Ἀπόστολον καὶ
ἀποδείκνυσιν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. τοῖς ζητοῦσι μαθεῖν πόθεν δῆλον ὅτι τὰ τοῦ
Ἀποστόλου σημεῖα ἐπεδειξάμην· ἣ πόθεν δῆλον ὅτι ἀδάπανον
κεκήρυκα τὸ Εὐαγγέλιον· ὑμᾶς εἰς ἀπόδειξιν προβαλοῦμαι· τοῦτο <lb n="5"/>
γάρ ἐστιν ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν. αὕτη ἐστὶν ἡ
εἰς ὑμᾶς Ἀποστολή.</p><p>Φωτίου. Εἶτα ἵνα μὴ λέγωσιν, εἰ καὶ Ἀπόστολος εἶ, οὐδὲν
μέντοι ἔργον ἐπεδείξω· πώς φησὶν, “οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε;”
τοῦτ’ ἐστιν, οὐκ ἐργασίαν Ἀποστόλοις πρέπουσαν ἐπεδειξάμην εἰς <lb n="10"/>
ὑμᾶς ἐπιστρέψας ὑμᾶς; ὅπερ ἐν Κυρίῳ διὰ Χριστὸν πέπραχα.
<lb n="4"/> Μῆ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν ; μὴ οὐκ
<lb n="5"/>ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ
λοιποὶ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου, καὶ
<lb n="6"/> Κηφᾶς ; ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν εξουσίαν <lb n="15"/>
<lb n="7"/> τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι ; τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις
ποτέ ; τίς φυτεύει ἀμπελῶνα, καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ
αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει ; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην, καὶ ἐκ τοῦ
γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει ;</p><p>Ἰωαννου. Πῶς ταῦτα ἀπολογία, ὅτ’ ἃν φαίνομαι καὶ τῶν <lb n="20"/>
συγκεχωρημένων ἀπεχόμενος, οὐκ ἃν εἴην δικαίως ὑποπτεύεσθαι,
ὡς ἀπατεὼν, ἣ ὡς ἐπὶ χρήμασι τι ποιῶν ; τά τε οὖν ἔμπροσθεν
εἰρημένα καὶ ἡ ἡμετέρα διδασκαλία, καὶ ταῦτα ἃ εἶπον, ἀρκεῖ εἰς
ἀπολογίαν ἡμῖν.</p><p>Θεοδωρίτου. Τὸ φαγεῖν καὶ πιεῖν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου λέγει· <lb n="25"/>
βούλεται δὲ διδάξαι ὅτι δυνάμενος κατὰ τὸν δεσποτικὸν νόμον
παρὰ τῶν μαθητῶν κομίζεσθαι τὴν ἀναγκαίαν τροφὴν διὰ τὴν τῶν
μαθητῶν ὠφέλειαν· τὸ δὲ “ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν” τινὲς
οὕτως ἡρμήνευσαν, ὅτι καθάπερ τῷ Κυρίῳ εἵποντο γυναῖκες πισταὶ
τὴν ἀναγκαίαν τοῖς μαθηταῖς Χωρηγοῦσαι τροφὴν, οὕτω καί τισι <lb n="30"/>
τῶν Ἀποστόλων ἠκολούθουν τινὲς, θερμοτέραν ἐπιδεικνύμεναι πίστιν,
καὶ τῆς τούτων διδασκαλίας ἐξηρτημέναι, καὶ τῷ θείῳ συνεργουσαι
κηρύγματι.</p><pb n="167"/><p>Τοῦτο καὶ Θεόδωροσ. Τοῦ Αὐτοῦ. Ἀντὶ τοῦ παθεῖν πᾶσιν ὁ
Χριστὸς ἐπέτρεψεν τοῖς τὸ Εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν ἐκ τοῦ
Εὐαγγελίου ζῆν· καὶ μόνοι ἡμεῖς ταύτης ἐστερήμεθα τῆς ἐξουσίας·
εἶτα ἀπὸ τῶν κατὰ τὸν βίον ἐπιτηδευμάτων, δίκαιον τοῦτο
καὶ ἀναγκαῖον δείκνυσιν.</p><lb n="5"/><p>Ὠριφένουσ. Ὡς μὲν στρατιώτης θεοσεβὴς φησὶν ὁ Ἀποστόλος
τὸ “τίς στρατεύεται ἰδίους ὀφωνίοις ποτέ;” ὡς δὲ Θεοῦ
γεωργίαν πεπιστευμένος καὶ γεωργῶν τὴν ἐκκλησίαν, τὸ “τίς
“φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει;” ὡς δὲ
μαθητὴς τοῦ καλοῦ ποιμένος καὶ τεθεικότος τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῶν <lb n="10"/>
προβάτων, τὸ “τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς
“ ποίμνης οὐκ ἐσθίει;” καὶ ὡς μὲν στρατιώτης διδάσκει καὶ ἡμᾶς
στρατεύεσθαι λέγων, “οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ
“βίου πραγματίαις· ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσκῃ.” ὡς δὲ
γεωργὸς διδάσκει καὶ ἡμᾶς γεωργεῖν· “ ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλῶς <lb n="15"/>
“ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ηὔξανεν.” περὶ δὲ ποιμένων οἱ προφῆται
ἡμᾶς ἐδίδαξαν, τῶν ἀγαθῶν τοὺς μισθοὺς διηγούμενοι, καὶ
τῶν ἄλλως ποιμαινόντων τὰς κολάσεις ἀπαγγέλλοντες.</p><p>Καὶ δόξει μὲν ὁ Ἀπόστολος διὰ τούτων τῷ μὴ προσέχοντι τῇ
γραφῇ, ἐπιλελῆσθαι τοῦ προκειμένου· τὸ δὲ ἀληθὲς οὐχ οὕτως <lb n="20"/>
ἔχει· ἀλλ’ ἔχεται τοῦ λόγου. περὶ εἰδωλοθύτων προκεῖται αὐτῷ
διδάσκειν, ἵνα κἂν γνῶσιν τίς ἐπαγγελλόμενος φάσκῃ μὴ βλάπτεσθαι
ἀπὸ τῆς τῶν εἰδωλοθύτων χρήσεως· αἴτιος δὲ ἑτέροις
βλάβης γίνεται, ὀφείλει πεφροντικέναι τοῦ πέλας, ἵνα μὴ τῇ
προφάσει αὐτοῦ ἄλλοι ἀπολλύονται· εἰς τοῦτο παραλαμβάνει τὰ <lb n="25"/>
παραδείγματα καὶ λέγει· οὐ πάντως ἔαν τινος ἐξουσίαν ἔχωμεν,
ὀφείλομεν καταχρᾶσθαι τῇ ἐξουσίᾳ. εἴτε γὰρ στρατιώτης ἐστὶν,
οὐ στρατεύεται, ὥστε μηδὲν τοῖς ὀψωνίοις περιποιεῖν ἑαυτῷ· εἴτε
γεωργὸς, οὐκ ἀρκεῖται τῷ μισθῷ, ἀλλ’ ἐσθίει ἀπὸ τῆς σταφυλῆς·
εἴτε ποιμὴν, πρὸς τῷ μισθῷ μεταλαμβάνει τοῦ γάλακτος· οὕτως <lb n="30"/>
κἀγὼ ὀφείλω πρὸς ταῖς ἀποκειμέναις μοὶ ἐπαγγελίαις ἐκ τοῦ
καλῶς ἐστρατεύεσθαι ἢ γεωργεῖν ἢ ποιμαίνειν, μεταλαμβάνειν
ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τῶν πρὸς τὰς χρείας ἀπὸ τῶν ὑπ’ ἐμοὶ στρατιωτῶν,
τῶν γεωργουμένων, τῶν ποιμαινομένων· ἀλλ’ ὅμως εἰ καὶ

<pb n="168"/>
ἐξουσίαν ἔχω τῶν πρὸς τὰς χρείας σκοπῶν τὸ τῆς οἰκοδομῆς τῶν
ἀνθρώπων, οὐ καταχρῶμαι τῇ ἐξουσίᾳ· εὐλαβούμενος ἐκκοπήν
τινα δοῦναι τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ. ἣ καὶ δίδωμι πρόφασιν
τοῖς περιπατοῦσι ἀτάκτως καὶ μηδὲν ἐργαζομένοις. ὥσπερ οὑν
ἐγὼ οὐ χρῶμαι τῇ ἐξουσίᾳ ἦ ἔλαβον ἀπὸ τοῦ λόγου, τὸν αὐτὸν <lb n="5"/>
τρόπον καὶ ὑμεῖς οἱ φάσκοντες εἶναι σοφοὶ, ὀφείλετε μὴ χρᾶσθαι
τῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ προνοεῖσθαι τῆς τῶν πέλας οἰκοδομῆς. εἰ δὲ
ἀμάρτυρός τισιν ὁ λόγος εἶναι νομίζεται, καὶ κατὰ λογισμὸν ἀνθρώπινον
λέγεσθαι, ἀκουέτω τοῦ νόμου λέγοντος “οὐ φιμώσεις βοῦν
“ἀλοῶντα,” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><lb n="10"/><p>Ἰωαννου. Οὐκ εἶχον, φησὶν, ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν ἐκ
τῶν μαθητευομένων ; τοῦτο γὰρ ὁ Χριστὸς ἐκέλευσεν· ἀλλ’ ὅμως
ἀπεσχόμην διὰ τὸ μὴ σκανδαλισθῆναι ὑμᾶς.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Αἳ εὔποροι γυναῖκες πιστεύουσαι ἠκολούθουν ἐνίοις
τῶν Ἀποστόλων εἰς τὰς ἀναγκαίας αὐτῶν χρείας χορηγοῦσαι· <lb n="15"/>
ὡς αὐτοὺς λοιπὸν ὄντας περὶ τοῦτο ἀμερίμνους, μόνῳ τῷ κηρύγματι
ἀπησχολῆσθαι· ὅρα δὲ ὅτι τὸν κορυφαῖον ἔσχατον τέθεικεν·
τοῦτο αἰνιττόμενος· καὶ τί, φησὶν, τοὺς ἄλλους μὴ λέγειν· αὐτὸς
ὁ Πέτρος οὐ τοῦτο ποιεῖ;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου λέγει τοὺς νομισθέντας <lb n="20"/>
εἶναι αὐτοῦ ἀδελφούς ἐπειδὴ γὰρ οὕτος ὁ χρηματίζων καὶ αὐτὸς
κατὰ τὴν κοινὴν δόξαν εἶπεν αὐτούς· τοὺς δὲ υἱοὺς Ἰωσὴφ λέγει,
οἳ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου ἐχρημάτισαν, διὰ τὴν πρὸς τὴν θεοτόκον
μνηστείαν τοῦ Ἰωσήφ· λέγει δὲ Ἰάκωβον ἐπίσκοπον Ἰεροσολύμων
καὶ Ἰωσὴφ ὁμώνυμον τῷ πατέρι, καὶ Σίμωνα καὶ Ἰούδα.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἰδὼς τὸν Βαρνάβαν κοινωνοῦντα αὐτῷ τῆς ἀκριβείας
ταύτης, οὐκ ἀπέκρυψεν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. τίς, φησὶν, στρατευόμενος ἄποθεν τρέφεται καὶ
οὐκ ἐκ τῆς στρατείας ; καλῶς δὲ τὸ τοῦ στρατιώτου πρότερον
τέθεικεν· τοῦτο γὰρ ἁρμόδιον τῇ ἀποστολῇ διὰ τοὺς ἐν αὐτῇ <lb n="30"/>
κινδύνους καὶ τὸν πόλεμον τῶν νοητῶν ἐχθρῶν. ταῦτα πάντα τὰ
παραδείγματα δείκνυσι χρῆναι τὸν διδάσκαλον ἐκ τῶν μαθητευο-
μένων ἐσθίειν ὡσπερ ’τον στρατιώτην ἐκ τῆς στρατίας, καὶ ’τον
φιτεύσαντα ἀμπελῶνα ἐκ τοῦ καρποῦ τοῦ ἀμπελῶνος· καὶ τὸν

<pb n="169"/>
ποιμαίνοντα ποίμνην ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης· ἀλλ’ ὅμως,
φησὶν, καὶ τοῦ δικαίου τοῦτο βουλομένου, καὶ τοῦ Χριστοῦ κεφησὶν,
ἐγὼ ἀδαπάνως ὑμῖν ἐκήρυξα, ἵνα μή τινας σκανδαλίσω·
ἐγὼ τοιγαροῦν καὶ τῶν ἐπιτετραμμένων ἀπεσχόμην διὰ
τὴν ὑμετέραν οἰκοδομίαν· ὑμεῖς δὲ οὐδὲ εἰδωλοθύτων ἀπέχεσθε, διὰ <lb n="5"/>
τὸ μὴ βλάπτειν τοὺς ἀδελφούς· οὗτος γὰρ ὁ σκοπός ἐστιν αὐτῷ
εἰς ὀλὸν τοῦτο τὸ χώριον.</p><p>Φωτίου. “Ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν
“τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι ;“τοῦ τὰ πρὸς τροφὴν καὶ αὐτάρκειαν ἀπὸ
τοῦ κηρύγματος πορίζεσθαι· ἀλλ’ ὅμως ἔχοντες ἐξουσίαν οὐ χρώμεθα <lb n="10"/>
τῇ ἐξουσίᾳ, ἵνα μᾶλλον ὑμᾶς ὠφελήσωμεν, ἀδάπανον κηρύσσοντες
τὸ Εὐαγγέλιον· εἰ δὲ τοῦτο, δῆλον ὅτι εἰ καὶ συνῄδειν
σκανδαλιζομένους ὑμᾶς ἕνεκεν κρεοφαγίας, καίτοι ἀκόλουθον ὃν,
οὐκ ἃν ἔφαγον εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ σκανδάλου πρόξενος γενοίμην
τῷ ἀδελφῷ. εἰ δὲ τοῦτο, πόσῳ μᾶλλον δεῖ φυλάττεσθαι ὑμᾶς ἐκ <lb n="15"/>
τῶν εἰδωλοθύτων, δι’ ὣν οὐ μόνον οἱ ἀδελφοὶ σκανδαλίζονται, ἀλλὰ
καὶ τὰς συνειδήσεις μολύνουσιν· τὸ δὲ “ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρ-
“νάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι ;“οἰκειότερόν
ἐστι τῆς λέξεως οὕτως ἐκλαβεῖν· οἱ μὲν οὖν ἄλλοι Ἀπόστολοι,
φησὶν, ἐξουσίαν ἔχουσι μὴ ἐργάζεσθαι, μὴ δὲ κοπιᾶν ταῖς χερσὶν, <lb n="20"/>
ἀλλ’ ἐκ τῶν διακονούντων αὐτοῖς διατρέφεσθαι· ἐγὼ δὲ καὶ Βαρνάβας,
ὡς φαίνεται, φησὶν, οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν μὴ ἐργάζεσθαι,
ἀλλ’ ἀνάγκη ταῖς χερσὶ κοπιῶντας, οὕτως αὐτοῖς τὰ πρὸς τὴν
ἀναγκαίαν χρειαν ἐπαρκεῖν·</p><lb n="8"/><p>Μῆ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ ; ἢ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος <lb n="25"/>
<lb n="9"/> ταῦτα λέγει ; ἐν γὰρ τῷ Μώσεως νόμῳ γέγραπται,
Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα. μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ
<lb n="10"/> Θεῷ ; ἢ δι’ ἡμᾶς πάντως λέγει ; δι’ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη,
ὅτι ἐπ’ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν
τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ’ ἐλπίδι.</p><lb n="30"/><p>Ὠριγένοτσ a. Οὐκ οὖν δι’ ἡμᾶς τοὺς τὴν καινὴν διαθήκην
παρειληφότας εἴρηται ταῦτα· καὶ περὶ ἀνθρώπων γέγραπται πενευ-
<note type="footnote">a (??) Cod.
z</note>

<pb n="170"/>
ματικῶς, τοῦ ῥητοῦ νοουμένου κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον· τίς δὲ
ὁ νοῦς, “ὅτι ὀφείλει ἐπ’ ἐλπίδι ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν· καὶ ὁ ἀλοῶν
“ἐπ’ ἐλπίδι μετέχειν ;“ἀροτριᾷ Παῦλος ὁ γεωργὸς κατηχουμένου
ψυχὴν νεώματα ποιῶν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, κατὰ τὸν θεῖον Ἱερεμίαν b
τὸν φάσκοντα “νεώσατε ἑαυτοῖς νεώματα,” πρὸς ὑποδοχὴν <lb n="5"/>
δηλονότι σπερμάτων, περὶ ὧν γέγραπται· “ἐξῆλθεν ὁ σπείρων
“τοῦ σπεῖραι.” καὶ μετὰ τοῦ σπεῖραι τὰ νεωθέντα, ἐπιτηρῶ
φησὶν τὰ σπέρματα, μήποτε ἐλθόντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ
ἄρῃ τὸν σπόρον· καὶ ὅτ’ ἃν καρποφορήσῃ καὶ ποιήσῃ καρποὺς
δικαιοσύνης, καὶ ὅτε λευκή ἐστιν ἤδη πρὸς θερισμὸν, ἔξεστί μοι <lb n="10"/>
λοιπὸν λαβεῖν. οὐ γὰρ σκανδαλισθήσεται ἐπὰν μνησθῇ ὅσα
κέκμηκα, ἵνα αὐτοῦ τὴν ψυχὴν ἀροτριάσω, ἵνα σπείρω πῶς ἐπέμεινα
μέχρις οὓ ἔλθῃ ὁ σπόρος αὐτοῦ τελειωθεὶς ἐπὶ τὴν ἅλω·
καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνειν μοι ἔξεστιν ἀπ’ αὐτοῦ τροφάς· ἀλλ’ οὐ
πάντως κέχρημαι τῇ ἐξουσίᾳ· ἀλλ’ ἐπ’ ἐλπίδι τοῦτο ποιῶ, παραστῆσαι <lb n="15"/>
τὸ γέννημα τῷ οἰκοδεσπότῃ· γεωργὸς γὰρ εἰμί· οὐχ ἵνα
τὰ ὀφειλόμενα ἀποδοθῆναι τῷ Θεῷ, εἰς τὰς ἐμὰς λάβω ἀποθήκας·
εἶτα τί περὶ τοῦ αὐτοῦ ὁ Ἀπόστολος διδάσκων φησὶν, “εἰ ἡμεῖς
“ὑμὶν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα,” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Θεοδωρίτου. Οὐ τοῦτο λέγει, ὅτι τῶν βοῶν οὐ μέλει τῷ Θεῷ· <lb n="20"/>
μέλει γὰρ αὐτῷ· ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς μέλει· δι’ ἡμᾶς γὰρ κἀκείνους
ἐδημιούργησεν· διὸ καὶ ὁ μακάριος ἔφη Δαβίδ, “τῷ ἐξαντέλ-
“λοντι ἐν ὄρεσι χόρτον καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων.”
φησὶν οὖν τὰ πολλῷ μείζονα δεδωκότες, ἁμαρτάνωμεν εἰ τὰ πολλῷ
ἐλάττονα λάβοιμεν.</p><lb n="25"/><p>Ἰωαννου. Ἐπειδὴ τὸ τρέφεσθαι ἐκ τῶν μαθητευομένων ἔδειξεν
ἐξεῖναι αὐτῶ, καὶ τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους τοῦτο ποιεῖν, καὶ
τὴν κοινὴν βούλεσθαι συνήθειαν, λοιπὸν θέλει καὶ ἀπὸ γραφικῆς
μαρτυρίας αὐτὸ πιστώσασθαι· καὶ φησὶ, “μὴ κατὰ ἄνθρωπον
“ταῦτα λαλῶ;” τοῦτ’ ἔστι, μὴ τοῖς ἀνθρώποις μόνον τοῦτο δοκει; <lb n="30"/>
ἣ ἐξ ἀνθρωπίνων παραδειγμάτων τοῦτο ἔχω συστῆναι τῷ
λόγῳ ; οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει;
Τοῦ Αὐτοῦ. τίνος ἕνεκεν ἐμνήσθη τῶν βοῶν; τὸ τῶν ἱερέων
<note type="footnote">b Cap. iv. 4.</note>

<pb n="171"/>
ὑπόδειγμα ἔχων· ἐκ πολλῆς τῆς περιουσίας αὐτὸ κατασκευάσαι
βουλόμενος· εἶτα ἵνα μή τις εἴπῃ καὶ “τί πρὸς ἡμᾶς τὸ τῶν
“βοῶν;” ἐπάγει· “μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; οὐ μέλει οὖν
τῶν βοῶν, εἰπέ μοι τῷ Θεῷ; μέλει μὲν, οὐχ οὕτως δὲ ὡς καὶ
νόμον ὑπὲρ τούτου θεῖναι· εἰ μὴ ὅτι μέγα τι ᾐνίττετο, γυμνάζων <lb n="5"/>
τοῖς ἀλόγοις τοὺς Ἰουδαίους εἰς τὸ εἶναι φιλανθρώπους· ἀπὸ τούτων
καὶ περὶ τῶν διδασκάλων αὐτοῖς διαλεγόμενος. ἐντεῦθεν καὶ
ἕτερόν τι δείκνυσιν· πολὺν τὸν πόνον τῶν διδασκάλων αὐτοῖς καὶ
ὄντα καὶ εἶναι ὀφείλοντα· καὶ ἕτερον δὴ πάλιν· ποῖον δὴ τοῦτο;
ὅτι ὅσα περ ἃν ὑπὸ τῆς παλαιᾶς λέγηται· προηγουμένως εἰς τὴν <lb n="10"/>
τῶν ἀνθρώπων συντελεῖ διδασκαλίαν· παχυτέροις γὰρ οὖσιν ἐντεῦθεν
διελέγετο, κατὰ μικρὸν ἀναβιβάζων αὐτούς.</p><p>Φωτίου. Οὐχὶ ἐφ’ ὅσῳ μηδὲν περαιτέρω ἀπολαύσειν, ἀλλ’
ἐφ’ ᾧ ἐλπίδα ἔχειν μετὰ ταύτην τὴν πρόσκαιρον καὶ βραχεῖαν
ἀπόλαυσιν, καὶ τῶν αἰωνίων καὶ ὑπερφυῶν τυχεῖν ἀγαθῶν· τοῦτο <lb n="15"/>
γὰρ δηλοῖ τὸ καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ’
“ἐλπίδι.” τῆς γὰρ διακονίας οἱ Ἀπόστολοι τῆς ἐπὶ τῇ διατροφῇ
ἐλπίδα εἶχον παρὰ τῶν μαθητευομένων τυγχάνειν, καὶ ἐτύγχανον.
οὐ μέντοι γε τοῦτο ἦν αὐτοῖς ἡ τελεία ἐλπίς· ἀλλὰ ταύτης ἀπολάβοντες
τῆς ἐλπίδος, ἔτι τὰ μείζονα ἐκαραδόκουν καὶ ἤλπιζον· <lb n="20"/>
τοῦτο δὲ, φησὶν, ὅτι οὐδὲν ἐνέκοπτεν εἰς τὴν τῶν μελλόντων ἐλπίδα
καὶ ἀπόλαυσιν δεικνὺς, ἡ τῆς παρὰ τῶν μαθητευομένων ἐπὶ τῇ
τροφῇ ὑπηρεσίας ἀπόλαυσις· ἐντεῦθεν δηλῶν ὡς καίτοι μηδὲν ἐμποδῶν
ὄντος πρὸς τὴν ἐκεῖθεν ἀπόλαυσιν τοῦ τρέφεσθαι παρὰ τῶν
μαθητῶν, ὅμως οὐχ εἱλόμην. πλείοσι δὲ αὐτὸ ἐπιχειρήμασιν ἀκώλυτον <lb n="25"/>
ὃν κατασκευάζει· διά τε τὸ εἰρημένον, καὶ ἵνα μὴ ἀπεχόμενος
αὐτὸς τοὺς ἄλλους δόξῃ χρωμένους ἐν διαβολῇ τινι
καθιστᾶν.</p><lb n="11"/><p>Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ
<lb n="12"/> ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας <lb n="30"/>
ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς ; ἀλλ’ οὐκ
ἐχρησάμεθα τῆ ἐξουσίᾳ ταύτῃ· ἀλλὰ πάντα στέρομεν,
ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ
Χριστοῦ.


<pb n="172"/>
Ἰωαννου. Εἶτα καὶ ἄλλο λέγει, δεικνὺς δεῖν τὸν διδάσκαλον
τρέφεσθαι· οὐ γὰρ ὅμοια, φησὶν, ὡν λαμβάνετε παρέχετε· εἰ γὰρ
ἡμεῖς πνευματικὰ εἰς ὑμᾶς ἐσπείραμεν, τοῦτ’ ἐστι παρέχομεν·
μέγα ἐστὶν ἐὰν σαρκικὰ λάβομεν ; πνευματικὰ, τὴν πίστιν λέγων·
σαρκικὰ, τὴν τροφήν.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Δῆλοί τινας ἀπατεῶνας κρατοῦντας αὐτῶν, καὶ
οὐ μόνον παρ’ αὐτῶν ἐσθίοντας, ἀλλὰ καὶ ἐξουσιάζοντας αὐτῶν·
εἰ οὖν κἀκεῖνοι, φησὶν, τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν ἐν τῷ ἄρχειν
ὑμῶν· οὐκ ἆρα ἡμεῖς ἐσμὲν μᾶλλον δίκαιοι τοῦτο ποιεῖν ;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁρᾷς ποῦ ἀποδίδοται τὸ συμπέρασμα τοῦ νοήματος· <lb n="10"/>
εἰ γὰρ καὶ ἦν μοι, φησὶν, ἐξουσία τοῦ λαμβάνειν παρ
ὑμῶν, ὡς ἀποδέδεικται, ἔκ τε τοῦ ταῦτα ποιεῖν τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους,
καὶ ἐκ τῶν παραδειγμάτων ὧν παρεθέμην, καὶ ἐκ τοῦ νόμου
Μώσεως, ὅμως οὐδὲν εἴληφα, δεδοικὼς μὴ τοῦτο τινὰς ἐγκόψῃ
πρὸς τὴν πίστιν· εἰ οὖν ἐγὼ, φησὶν, τοῦτο γὰρ βούλεται τὸ νόημα, <lb n="15"/>
καὶ τῶν ἐπιτετραμμένων ἀπέχομαι, διὰ τὸ μὴ σκανδαλίσαι τινὰς,
ὑμεῖς οὐδὲ τῶν εἰδωλοθύτων ἀπέχεσθε, καὶ ἄλλως ἀπηγορευμένων,
ὑπὲρ τοῦ μὴ σκανδαλίζειν τοὺς ἀσθενεστέρους τῶν ἀδελφῶν ;
“ἀλλ’ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ τοῦτ’ ἔστιν, οὐδὲν
παρά τινος ἔλαβον· ἵνα γὰρ μή τις εἴπῃ, ὅτι οὐκ ἔχρηζεν, διὰ <lb n="20"/>
τοῦτο οὐκ ἔλαβεν, ἐπάγει· “ ἀλλὰ πάντα στέγομεν·” οἷον καὶ
πείναν καὶ δίψαν καὶ γυμνότητα, ἵνα μόνον μή τις ἐγκοπὴ γένηται·
τοῦτ’ ἐστιν ἡ τυχοῦσα ἀναβολὴ πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὸ
κήρυγμα·</p><p>Θεοδωρίτου. Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν· οὐ <lb n="25"/>
μᾶλλον ἡμεῖς; τοὺς κακῶς αὐτῶν ἡγουμένους διὰ τούτων ἠνίξατο·
πρὸς οὓς ὕστερον ἀποδύεται· “ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ
“ ταύτῃ· ἀλλὰ πάντα στέγομεν.” τοῦτ’ ἐστιν φέρομεν, ὑπομένομεν,
καρτεροῦμεν· διατὶ ; “ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγ-
“ γελίῳ τοῦ Χριστοῦ.” οὐκ ἐᾷ γὰρ, φησὶν, τοῦτο τρέχειν τὸ <lb n="30"/>
Εὐαγγέλιον· κωλύει τὸν δρόμον· εἶτα ἐπειδὴ βοῶν ἐμνημόνευσεν,
καὶ τὸν νόμον ἡρμήνευσεν· εἰκὸς δὲ ἦν ἀντιλέγειν τινὰς ὡς οὐκ εἰς
δέον τῆς ἑρμηνείας γεγενημένης, δείκνυσι σαφέστερον τὸν νόμον
μαρτυροῦντα τῷ λόγῳ.</p><pb n="173"/><lb n="13"/><p>Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ τὰ ἱερὰ ἐργαζόμενοι, ἐκ τοῦ ἱεροῦ
ἐσθίουσιν, οἱ τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντες, τῷ θυσιαστηρίῳ
<lb n="14"/> συμμερίζονται ; οὕτω καὶ ὁ Κύριος διέταξεν
τοῖς τὸ Εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν, ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου
<lb n="15"/> ζῆν. ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων.</p><lb n="5"/><p>Θεοδωρίτου. βλέπετε τοὺς κατὰ νόμον ἱερουργοῦντας· τὰ μὲν
τῷ θυσιαστηρίῳ προσφέροντας· τὰ μὲν δὲ αὐτοὺς καρπουμένους ;
τοῦτο γὰρ εἶπεν “τῷ θυσιαστηρίῳ τοὺς νεκροὺς, καὶ τὸν Λόβον
“τοῦ ἥπατος καὶ τὸ στέαρ τὸ ἐπ’ αὐτῶν· αὐτοὶ δὲ ἐλάμβανον
“τόν τε βραχίονα καὶ τὸ στηθύνιον.“ δείκνυσι δὲ καὶ τῷ νόμῳ <lb n="10"/>
συνῳδὰ καὶ τὸν δεσπότην προστεταχότα· “οὕτως καὶ ὁ Κύριος
“διέταξεν τοῖς τὸ Εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν, ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου
“ζῇν·” αὐτοῦ γάρ ἐστιν φωνὴ, “ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς
“αὐτοῦ ἐστιν.” καὶ οὐκ εἶπεν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου πλουτεῖν, ἀλλὰ
ζῆν· τὴν γὰρ ἀναγκαίαν μόνην τροφὴν λαμβάνειν ἐκέλευσεν. <lb n="15"/>
“ ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων.” τοῦτ’ ἐστιν παρ’ ὑμῶν
κηρύττων· τοῦτο γὰρ καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ διδάσκει ἐπιστολῇ· “τί
“ γάρ ἐστιν ὃ ἡττήθητε ὑπὲρ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας ; εἰ μὴ ὅτι
“ αὐτὸς ἐγὼ οὐ κατενάρκησα ὑμῶν·” ὅτι γὰρ παρ’ ἑτέρων ἐλάμβανεν,
οὓς ὠφελεῖν διὰ τοῦ λαμβάνειν ἐνόμιζεν, διδάσκει διὰ <lb n="20"/>
τῶν ἑξῆς· “ἄλλας ἐκκλησίας ἐσύλησα λαβὼν ὀψώνιον πρὸς τὴν
“ὑμῶν οἰκονομίαν.” οὕτω καὶ Φιλιππησίους ἐπαινεῖ πολλάκις
αὐτὸν ἐπιμελῶς τεθεραπευκότας· διὰ τοῦτο καὶ Ὀνησιφόρῳ ἐπεύχεται
τὰ ἀγαθά· Κορινθίων δὲ τὴν ἀσθένειαν ἐπιστάμενος, ἐργαζόμενος
διετέλει πη αὐτῶν, οὐδὲν κομιζόμενος· ἵνα δὲ μή τις <lb n="25"/>
ἐκείνων ὑπολάβῃ ταῦτα αὐτὸν εἰρηκέναι, ὡς λαβεῖν ἐφιέμενον,
εἰκότως προστέθεικεν· “ οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα, ἵνα οὕτως γένηται
ἐν ἐμοὶ, καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Ἰωαννου. Τὴν διηνεκῆ δουλείαν καὶ καρτερίαν διὰ τούτων
ἐνδείξασθαι βούλεται τῶν παρὰ Ἰουδαίοις ἱερέων καὶ Λευιτῶν καὶ <lb n="30"/>
ἀρχιερέων· ἑκάτερα γὰρ ταῦτα ἐδήλωσεν καὶ τὰ καταδεέστερα
καὶ τὰ ὑπερέχοντα· τὰ μὲν διὰ τοῦ λέγειν, “οἱ τὰ ἱερὰ ἐργαζόμενοι·
τὰ δὲ διὰ τοῦ εἰπεῖν, οἱ τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντες·

<pb n="174"/>
οὐδὲ γὰρ πᾶσιν ἓν ἔργον ἐπιτεταγμένον ἦν· ἀλλ’ οἱ μὲν τὰ παχύτερα,
οἱ δὲ τὰ ὑψηλότερα ἦσαν ἐγκεχειρισμένοι.</p><p>Οἰκοτμενίου. Ἱερὰ μὲν ἐργαζομένους τοὺς Λευΐτας φησὶν,
οἳ τὰ ἐπιδέκατα ἐλάμβανον· θυσιαστηρίῳ δὲ προσεδρεύοντας,
τοὺς ἱερέας φησὶν, οἱ ἐκ τῶν θυμάτων εἶχον ἀφαιρέματα. καλῶς <lb n="5"/>
τὸ συμμερίζον· τὰ μὲν γὰρ καὶ ὁλόκαυτα ἐγίνετο, καὶ ἦν μόνου
τοῦ θυσιαστηρίου· καὶ ἐκ τῶν θυομένων δὲ τὸ μὲν αἷμα προσεχεῖτο
τῷ θυσιαστηρίῳ, καὶ τὸ στέαρ ἐθυμιᾶτο· τῶν δὲ κρεῶν ἀφαίρεμά
τι ἐλάμβανεν ὁ ἱερεύς· οἷον τὸν δεξιὸν βραχίονα καὶ τὸ στηθύνιον
καὶ τὸ ἔνυστρον·</p><lb n="10"/><p>Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα, ἵνα οὕτως γένηται ἐν ἐμοί.
καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν, ἢ τὸ καύχημά μου,
ἵνα τις κενώσῃ. ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι
<lb n="16"/>καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται· οὐαὶ ’δε μοι ἐστὶν,
ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι. εἰ γὰρ ἑκὼν τοῦτο πράσσω, <lb n="15"/>
<lb n="17"/> μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οἰκονομίαν πεπίστευμαι· τίς
<lb n="18"/>οὖν μοι ἐστὶν ὁ μισθός; ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον
θήσω τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι
τῆ ἐξουσίᾳ μοῦ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.</p><p>Ἰωάλλου. Ἴνα μὴ νομίσωσιν διὰ τοῦτο αὐτὸν ταῦτα γεγραφηκέναι, <lb n="20"/>
ὡς βουλόμενον τοῦ λοιποῦ λαμβάνειν, διορθοῦται αὐτό·
ἵνα οὕτως, φησὶν, γένηται ἐν ἐμοί· τοῦτ’ ἐστιν ὡς τὰ παραδείγματα
βούλεται· ὡς αἱ τοῦ Κυρίου διατάξεις· οἷον ἵνα λαμβάνω·
ὅρα μετὰ πόσης τὸ λαβεῖν διακρούεται σφοδρότητος· “καλόν
“μοι,” φησὶν, “μᾶλλον ἀποθανεῖν” οἷον λιμῷ, ἢ ἵνα κενωθῇ καὶ <lb n="25"/>
μάταιον μου τὸ ὕπερ τούτου γένηται καύχημα· ἴνα γὰρ μή τις
λέγῃ ὅτι εἰ καὶ μὴ λαμβάνει, ἀθυμεῖ μέντοι καὶ ἀδημονεῖ, ἐφ’
οἷς οὐ λαμβάνει, καύχημα τὸ πρᾶγμα καλεῖ· δεικνὺς τὴν ὑπὲρ
τοῦ γενομένου χαρὰν καὶ προθυμίαν· “ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι,”
φησὶν, “οὐκ ἔστι μοι καύχημα.” τι οὖν ἐστί σοι καύχημα, εἶτοι <lb n="30"/>
τις αὐτῷ ; ἐπάγει· τὸ ἀδάπανον ποιῆσαι τὸ Εὐαγγέλιον· τί οὖν ;
τοῦτο τοῦ εὐαγγελίζεσθαι μεῖζον ; οὔ μὲν οὖν, ἀλλὰ τοῦ εὐαγγελίζεσθαι
ἐπιτέταγμαι. τὸ δὲ ἀδαπάνως εὐαγγελίζεσθαι ἐμῆς

<pb n="175"/>
φιλοτιμίας ἔργον· εἰ γὰρ ἑκὼν τοῦτο πράσσω, ποῖον τὸ ἀδάπανον
τιθέναι τὸ εὐαγγέλιον ; μισθὸν ἔχω ὅτι καὶ τοῦ Κυρίου λαμβάνειν
ἐπιτάξαντος, οὐκ εἴληφα· εἰ δὲ ἄκων ἐκεῖνο πράσσω· ποῖον
τὸ εὐαγγελίζεσθαι ; ἄκων δὲ φησὶν, ὅτι οὐκ ἐμὸν ἔργον ἡ φιλοτιμία,
ἀλλὰ Χριστοῦ ἐπιταγή. οὐκ εἶπεν, οὐκ ἔχω μισθὸν, ἀλλ’ <lb n="5"/>
“ οἰκονομίαν πεπίστευμαι·” δεικνὺς ὅτι καὶ τοῦτο μισθός· ἀλλ’ οὐκ
οἷος ἐκεῖνος τὸ ἀδάπανον κηρύξαι “εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ
“ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.” πανταχοῦ δεικνὺς ὅτι οὔτε οἱ
λαμβάνοντες σφάλλονται· ἐξουσίαν γὰρ ἔχουσι τοῦ λαβεῖν. ὅρα
δὲ τὴν ἀκρίβειαν αὐτοῦ. κατάχρησιν καλεῖ τὴν ὅλως χρῆσιν· οἷον <lb n="10"/>
τὸ ὅλως λαβεῖν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ προσέθηκεν, δεικνὺς τὸν διδάσκοντα
ὀφείλειν λαμβάνειν τὸν καὶ πονοῦντα, οὐ μὴν τὸν
ἀργουντα.</p><p>Θεοδωρίτου. “Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα· ἵνα οὕτως γένηται ἐν
“ἐμοί· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἣ τὸ καύχημά μου, ἵνα <lb n="15"/>
“τις κενώσῃ·” καύχημα δὲ καλεῖ, τὸ προῖκα κηρύττειν καὶ
ὑπερβαίνειν τὸν κείμενον ὅρον· “ ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἐστι
“καύχημα, ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται·” τοῦτο ὡς δοῦλος δεσπότῃ
διακονῶν ἐκτελῶ· οὐδεὶς δὲ οἰκέτης μέγα φρονεῖ, τὰ παρὰ τοῦ
δεσπότου προσταττόμενα ἐκπληρῶν· “οὐαὶ δέ μοι ἐστὶν ἐὰν μὴ <lb n="20"/>
“εὐαγελίζωμαι·” τιμωρίας γὰρ ἄξιον τὸ ἀντιτείνειν δεσπότῃ·
“ εἰ γὰρ ἑκὼν τοῦτο πράσσω, μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οἰκονομίαν
“πεπίστευμαι·” τὸ δὲ ἑκὼν καὶ ἄκων οὐκ ἐπὶ γνώμης τέθεικεν,
ἀλλὰ διδάσκων ὅτι νόμον ἐπλήρου δεσποτικόν· “τίς οὖν μοι ἐστὶν
“ὁ μισθός ; ἵν εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ Εὐαγγέλιον <lb n="25"/>
“τοῦ Χριστοῦ· εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ
“Εὐαγγελίῳ·” ἔδωκέν μοι ἐξουσίαν ὁ δεσπότης ἐκ τῶν μαθητῶν
λαμβάνειν τὴν ἀναγκαίαν τροφήν· ἐγὼ δὲ οὐ χρῶμαι τῇ ἐξουσίᾳ,
ἀλλὰ τῆς ἐργασίας εἰσφέρω τὸν πόνον, ἵνα τὸν τοῦ πόνου τρυγήσω
καρπόν· ταῦτα πάντα διεξῆλθεν, τοὺς κακῶς τῇ γνώσει κεχρημένους <lb n="30"/>
μένους καὶ ἀδεῶς τῶν εἰδωλοθύτων μεταλαμβάνοντας καὶ τοῖς
ἀσθενεστέροις πρόφασιν βλάβης παρέχοντας, ἀποστῆσαι τῆς
κακῆς ἐξουσίας πειρώμενος. οὓ δὴ χάριν ἔδειξεν, ὡς καὶ παρὰ
τοῦ νόμου καὶ τοῦ τῶν ὅλων Θεοῦ τὴν ἐξουσίαν λαβὼν, καὶ ταύτῃ

<pb n="176"/>
τοὺς Ἀποστόλους κεχρημένους ὁρῶν, καὶ αὐτῇ τῶν πραγμάτων
προσέχων τῇ φύσει· οὐδενὸς τούτων ἠνέσχετο· εἰς ἓν μόνον ἀποβλέπων,
τὸν τοῦ κηρύγματος δρόμον καὶ τῶν ἀκουόντων τὴν
ἐφέλειαν.</p><p>Ὠριγένοτσ. Διδασκόμεθα ὅτι ὅσα ἐξ ἀνάγκης ποιοῦμεν, <lb n="5"/>
ταῦτα οὐκ ἔχει καύχημα. ὅσα δὲ προαιρέσει ποιοῦμεν, οὐκ ἐπικειμένης
ἀνάγκης, ταῦτα ἔχει καύχημα. οἷον ὁ μὴ μοιχεύων ἢ
φονεύων οὐκ ἔχει καύχημα, ἀλλ’ ὁ παρθενεύων· οὐ γὰρ ἐξ ἀνάγκης
ἦλθον εἰς τὸ παρθενεύειν, ἀλλὰ ἐκ προαιρέσεως· ὅπου δὲ τὸ “οὐαὶ”
παράκειται, ἐὰν μὴ ποιῶ, οὐκ ἔχω καύχημα. διὰ τοῦτό φησιν, <lb n="10"/>
“ εἰ μὲν ἑκὼν τοῦτο πράσσω· μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οἰκονομίαν
“πεπίστευμαι.” πάλιν καθολικὸν διδασκόμεθα· τίνα ποιοῦμεν
μὲν, οὐχ ἑκόντες δὲ, ἀλλ’ οὐδὲ ἐν ὅλῃ ψυχῇ, ἀλλ’ ἐκ λύπης ἣ ἐξ
ἀνάγκης· τῶν μὲν γὰρ ἑκουσίως ὑφ’ ἡμῶν γινομένων ἐστὶ μισθός·
τῶν δὲ γινομένων μὲν, ὡς ἐκ λύπης δὲ, οὐδὲ μισθὸς οὐδὲ κόλασις. <lb n="15"/>
οἷον ἐλεημοσύνην ποιῶ· εἰ ἑκὼν, μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οὐκ ἐγκαλοῦμαι
μετὰ τῶν ἀκουόντων, “ἐπείνων, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι
“φαγεῖν,” καὶ τὰ ἑξῆς. οὗτος οὖν ἐστιν ὁ μισθός· ἵνα ὅπου
ἐξουσίαν ἔχω, μὴ ποιήσω.</p><p>Οἰκοτμενίου. Καύχημα γὰρ φησὶν ὁ αὐτὸς ἐξ οἰκείας φιλοτιμίας <lb n="20"/>
ἐπιδείκνυται. τὴν δεσποτικὴν ἐπιταγὴν, ὡς δοῦλος πιστὸς,
οὐ λογιζόμενος εἰς οἰκεῖον κατόρθωμα· ἤκουσεν γὰρ τοῦ δεσπότου
λέγοντος· “ ὅτ’ ἃν πάντα ποιήσετε, λέγετε ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμὲν,
“ὅτι ὃ ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν.” ποῖον οὖν καύχημα τὸ
καταχρέως γινόμενον;</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἤ οὕτως εἰ μὲν ἑκὼν τοῦτο πράσσω, τὸ άδάπανον
τιθέναι τὸ εὐαγγέλιον· μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οὐδὲ οὕτως
σφάλλομαι. τί δήποτε οἰκονομίαν πεπίστευμαι ; τοῖς δὲ τὴν
τοιαύτην οἰκονομίαν ἐμπεπιστευμένοις ἔξεστι λαμβάνειν. ὁ γὰρ
Κύριος προσέταξεν τοῖς τὸ Εὐαγγέλιον κηρύσσουσιν ἐξ αὐτοῦ <lb n="30"/>
ἐσθίειν του δὲ ἑκὼν καὶ τοῦ ἄκων αὐτὴ διαφορά ἑκὼν μὲν ἔνθα
καὶ ὁ λογισμὸς συνευδοκεῖ ἀβαρῶς φέρων καὶ χαίρων ἐπὶ τῷ γινομένῳ·
ἄκων δὲ, ἔνθα μετὰ βίας καὶ ἀνάγκης τοῦ λογισμοῦ τοῦτο
πράττειν.</p><pb n="177"/><p>Φωτίου. Ἤ οὕτως· εἰ γὰρ τὸ κηρύσσειν τὸ εὐαγγέλιον τῆς
ἐμῆς ἦν ὅλον φιλοτιμίας, καὶ οὐδεμία μοι ἀνάγκη ἐκ τῆς δεσποτικῆς
ἐντολῆς ἐπέκειτο· εἰκότως ἐπὶ τοῦτο μισθὸν μέγαν ἤλπιζον·
καὶ ἐξῆν μὴ ὡς ἐπὶ ἰδίῳ κατορθώματι καυχᾶσθαι· εἰ δὲ ὡς διακονίαν
καταπιστευθεὶς καὶ ἀνάγκην ἔχων ὑπηρετεῖν, τοῦτο πράσσω· <lb n="5"/>
οὐκ ἔτι ὅμοιος ὁ μισθὸς ἕπεται, οὐδ’ ἔστιν ἐπὶ τούτῳ καυχᾶσθαι.
ἐπὶ τίνι οὖν ἐστιν λαμπρὸς ὁ μισθὸς, καὶ τὸ καύχημα ἐφ’ ὦτ’
κηρύσσειν μὲν ὡς προσετάγην τὸ εὐαγγέλιον· μηδὲν δὲ ἐκ τοῦ
κηρύγματος μήδ’ ὅσον ἀποζῆν λαμβάνειν, ἀλλὰ ἀδαπάνως καὶ
δωρεὰν ὑπηρετεῖν τῇ διακονίᾳ.</p><lb n="10"/><lb n="19"/><p>Ἐλεύθερος γὰρ ὣν ἐκ πάντων, πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα,
<lb n="20"/> ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω· καὶ ἐγενόμην τοῖς
Ἰουδαίοις, ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς
<lb n="21"/> ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω·
τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὣν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ’ <lb n="15"/>
<lb n="22"/> ἔννομος Χριστῷ), ἵνα κερδήσω ἀνόμους. ἐγενόμην τοῖς
ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενὴς, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω. τοῖς
<lb n="23"/> πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω. τοῦτο
δὲ ποιῶ διὰ τὸ εὐαγγέλιον, ἵνα συγκοινωνὸς αὐτοῦ
γένωμαι.</p><lb n="20"/><p>Ὠριγένουσ. Τὸ ἐκ πάντων εἶναι ἐλεύθερον, Ἀποστόλου ἐστὶ
τελείου· δύναται γάρ τις ἐλεύθερος εἶναι ἀπὸ πορνείας, ἀλλὰ
δοῦλος ὀργῆς· ἐλεύθερος ἀπὸ φιλαργυρίας, ἀλλὰ δοῦλος κενοδοξίας·
δύναται ἐλεύθερος εἶναι ἀπὸ ἄλλου ἁμαρτήματος, ἀλλὰ
δοῦλος ἄλλου ἁμαρτήματος. τὸ δὲ εἰπεῖν “ ἐλεύθερος ὣν ἐκ <lb n="25"/>
“πάντων” Ἀποστόλου τελείου ἐστίν· ὁποῖος ἦν Παῦλος· κατὰ
δὲ τὸ προκείμενον τοιοῦτον νοῦν ἔχει· “ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις
“ ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω.” ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἀπὸ
Ιουδαϊσμοῦ, ἐδούλωσα ἐμαυτὸν Ἰουδαίοις, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω·
ἐλεύθερος ὣν ἀπὸ τοῦ εἶναι ὑπὸ νόμου, ἐμαυτὸν ἐποίησα ὡς ὑπὸ <lb n="30"/>
νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· συγκατέβαινεν γὰρ ὁ Παῦλος
εἰς συναγωγὰς Ἰουδαίων· εἰσήρχετο πρὸς αὐτούς· ἐποίει κατὰ τὰ
ἔθη αὐτῶν χωρὶς βλάβης· οὐ συνυποκρινόμενος, ἀλλὰ θηρεύων
τινὰς ἐξ αὐτῶν.
Α a</p><pb n="178"/><p>Τινὲς ἐζήτησαν τίς ἡ διαφορὰ τῶν ὑπὸ τῶν νόμων, παρὰ τοὺς
Ἰουδαίους· φαμὲν οὖν, οἱ ὑπὸ τὸν νόμον ἕτεροι Ἰουδαῖοι εἰσὶν, ὡς
Σαμαρεῖς· “τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος,” ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας·
εὗρεν ἐκεῖ φιλοσόφους· ἐχρήσατο οὐ προφητικοῖς λόγοις, οὐ δὲ
νομικοῖς· ἀλλ’ εἴπου ἦν ἐκ προπαιδεύσεως μάθημα Ἑλληνικὸν, <lb n="5"/>
τοῦτο ὑπομνησθεὶς ἔλεγεν πρὸς Ἀθηναίους· φησὶ γὰρ “ὡς καὶ
“τινες τῶν καθ’ ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασιν, του γὰρ καὶ γένος
“ἐσμέν.” ἐκεῖ τοῖς ἀνόμοις γέγονεν ὡς ἄνομος, ἵνα τοὺς ἀνόμους
κερδήσῃ· καὶ πάλιν φησὶ “διερχόμενος καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σε-
“βάσματα ὑμῶν, εὗρον βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο ἀγνώστῳ Θεῷ· <lb n="10"/>
“ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν.
καὶ διὰ τούτων ἄρχεται θεοσέβειαν παραδιδόναι· “τοῖς οὖν ἀνό-
“ μοις ὡς ἄνομος, μὴ ὣν ἄνομος Θεῷ.” οὐκ ἐν τῷ συγκαταβαίνειν
αὐτοῖς ἀνομίαν τινα ἐποίουν, ἀλλ’ ἐτήρουν ἐμαυτὸν ἔννομεν
Χριστῷ, ἵνα κερδήσω τοὺς ἀνόμους· ἅμα δὲ τηρεῖ καὶ τὸ ἀκριβὲς <lb n="15"/>
αὐτοῦ.</p><p>“Ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος·” οὐκ εἶπεν ἐνθάδε,
μὴ ὣν Ἰουδαῖος, Ἰουδαῖος γὰρ ἦν ἐν τῷ κρυπτῷ, οὐκ ἔτι ἐν τῷ
φανερῷ· καὶ πάλιν τοῖς ὑπὸ νόμον, μὴ ὣν αὐτὸς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ
νόμον. ἀναγκαίως ἐνθάδε ἔθηκεν τὸ “μὴ ὣν ὑπὸ νόμον·’ “Χριστὸς <lb n="20"/>
“γὰρ ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, γενόμενος ὑπὲρ
“ ἡμῶν κατάρα.” ὡσανεὶ ἔλεγεν, μὴ ὣν Σαμαρεύς, “τοῖς δὲ ἀνό-
“μοις ὡς ἄνομος μὴ ὣν ἄνομος Θεῷ·” ἀλλ’ ὑπολήψεται μετὴς g
ἀποστάτην τοῦ νόμου γεγονέναι καὶ ἄνομον τῷ Θεῷ· φημὶ δὲ ὅτι
εἰ καὶ μὴ τηρῶ τὸν νόμον κατὰ τὸ ῥῆτον, οὐκ εἰμι ἄνομος του <lb n="25"/>
Θεοῦ, ἀλλ’ ἔννομός εἰμι τοῦ Χριστοῦ· τηρῶν τὴν πολιτείαν τὴν
κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον, ἵνα κερδήσω τοὺς ἀνόμους· “ἐγενόμην τοῖς
“ ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενὴς,” μὴ ὣν αὐτὸς ἀσθενὴς, ἀλαζονικὸν γὰρ
ἦν· οὐκ ἦν κατὰ τὸν Ἀπόστολον, εἰπεῖν οὐκ ὣν αὐτὸς ἀσθενής· τὸν
ἀπὸ Κυρίου ἀκούσαντα, “ ὅτι ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦ- <lb n="30"/>
“ται,” καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἀσθενείαις καυχώμενον· πῶς δὲ τοῖς ασθενέσιν
ἀσθενής ; ὅτε h ἐπιτρέπει τοὺς πυρουμένους γαμεῖν· ὅτε
συμπάσχει ταῖς ἀποβαλούσαις ἄνδρας· ὅτε φησὶ “διὰ δὲ τὰς
<note type="footnote">g Sic. h οὔτε Cod.</note>

<pb n="179"/>
“πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω· καὶ ἑκάστη τὸν
“ ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω,” καὶ τὰ λοιπά· ἐν τούτοις ἐγένετο τοῖς
ἀσθενέσιν ἀσθενὴς, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσῃ.</p><p>Εἶτα μετὰ ταῦτα λέγει, “τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα,” ἵνα
πάντας ἢ τινὰς σώσω· ὃν ἐὰν λάβῃς ἄνθρωπον, ἓν τῶν πέντε ἐστίν· <lb n="5"/>
ἣ γὰρ Ἰουδαῖος ἐστὶν, ἡ ὑπὸ νόμον· ἣ ἄνομος, ἢ ἀσθενὴς, ἣ πάντα
ἐστίν· ὁ τέλειος πάντα ἐστίν· τοῖς οὖν πᾶσι τοῦτ’ ἐστι τοῖς
τελείοις γέγονα τέλειος· ἵνα πάντας κερδήσω· “σοφίαν γάρ,”
φησιν, “λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις,” καὶ τὰ ἑξῆς. οὕτως δύναται
εἰπεῖν Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις ὠφει- <lb n="10"/>
λέτης εἰμί.</p><p>Ἰωαννου. Ἄλλην ἐνταῦθα τίθησιν ὑπερβολήν. μέγα μὲν γὰρ
καὶ τὸ μὴ λαβεῖν· τοῦτο δὲ ὃ μέλλει λέγειν· πολλῷ πλέον ἐκείνου·
τί δέ ἐστιν ὃ φησὶν, οὐ μόνον οὐκ ἐχρησάμην τῇ ἐξουσίᾳ
ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐδούλωσα ἐμαυτὸν δουλείαν ποικίλην καὶ παντοδαπήν· <lb n="15"/>
καὶ ἐδούλευσα, οὐδενὶ ὑποκείμενος, οὐδὲ ἀνάγκην ἔχων·
τοῦτο γάρ ἐστιν “ἐλεύθερος ὢν ἐκ πάντων” καὶ οὐδ’ ἑνὶ ἐδούλευσα
ἐμαυτὸν, ἀλλὰ τῇ οἰκουμένη πάσῃ. καὶ γὰρ κηρύξαι ἐπεταττόμην
καὶ ἀπαγγέλλειν τὰ ἐμπιστευθέντα. τὸ δὲ μυρία μηχανᾶσθαι καὶ
ἐπινοεῖν λοιπὸν, τῆς ἐμῆς σπουδῆς ἦν· τοῦ γὰρ καταβαλεῖν τὸ <lb n="30"/>
ἀργύριον ὑπεύθυνος ἤμην μόνον· ἐγὼ δὲ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀπαιτῆσαι
πάντα ἐποίουν πάλιν πλέον τῶν ἐπιτεταγμένων ἐπιχειρῶν. “ἐγενομην
νόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἴουδαιος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω
περιέτεμεν γὰρ ἵνα καθέλῃ περιτομήν· διὰ τοῦτο οὐκ εἶπεν Ἰουδαῖος,
ἀλλὰ ὡς Ἰουδαῖος· ὅπερ οἰκονομία ἦν. “τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς <lb n="25"/>
“ὑπὸ νόμον·” ἡ ἐπεξήγησις τοῦ προτέρου ἐστίν· ἢ ἕτερον αἰνίττεται
παρὰ τὸ πρότερον. Ἰουδαίους μὲν λέγων, τοὺς ἄνωθεν καὶ ἐξ
ἀρχῆς ὄντας τοιούτους. ὑπὸ νόμον δὲ ἣ τοὺς προσηλύτους ἢ τοὺς
πιστοὺς γενομένους, καὶ ἔτι ἀντεχομένους τοῦ νόμου οὐκ ἔτι γὰρ
ἦσαν ὡς Ἰουδαῖοι, ἀλλ’ ὑπὸ νόμον. καὶ πῶς ἐγένετο ὑπὸ νόμον ; <lb n="30"/>
ὅτε ἐξυρᾶτο· ὅτε ἔθυεν· ἐγίνετο δὲ ταῦτα οὐ τῆς γνώμης αὐτοῦ
μεταβαλλομένης, ἐπεὶ κακία τὸ πρᾶγμα ἦν ἀλλὰ τῆς ἀγάπης
συγκαταβαινούσης· ἵνα γὰρ τοὺς ὄντας ἀληθῶς ταῦτα μεταστήσῃ·
ἐγίνετο αὐτὸς οὐκ ἀληθῶς, ἐπιδεικνύμενος δὲ μόνον. “ τοῖς ἀνόμοις
“ὡς ἄνομος.” οὗτοι οὔτε Ἰουδαῖοι ἦσαν, οὔτε Χριστιανοὶ, οὔτε

<pb n="180"/> 
“Ελληνες, ἀλλ’ ἐκτὸς νόμου ζῶντες· οἷος ἦν ὁ Κορνήλιος καὶ εἴ
τις ἦν κατ’ ἐκεῖνον· καὶ γὰρ καὶ πρὸς ἐκείνους εἰσιὼν, πολλὰ
ὑπεκρίνετο τῶν ἐκείνων· “ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής·
“ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδάνω·” τοῦτο λοιπὸν τὸ τῶν Κορινθίων
λέγει. διὸ καὶ πάντα ταῦτα εἴρηται· καίτοι ἐκεῖνα πολλῷ <lb n="5"/>
μείζονα ἦν· ἀλλὰ τοῦτο οἰκειότερον· ὅθεν καὶ ὕστερον αὐτὸ
τέθεικεν.</p><p>Θεοδωρου. Ὑπὸ νόμον αὐτὸν λέγειν τοὺς παρὰ Ἰουδαίοις
προσηλύτους. ἀσθενεῖς δὲ τοὺς ἀπὸ Ἰουδαίων πεπιστευκότας· καὶ
ἔτι δι’ ἀσθένειαν λογισμῶν ταῖς νομικαῖς παρατηρήσεσι κρατου- <lb n="10"/>
μένους.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἤιδει γὰρ ὡς οὐ πάντες τῆς σωτηρίας μεθέξουσιν·
ἀλλ’ ὅμως καὶ ἑνὸς ἕνεκα, πάντα συνεισέφερεν πόνον· τοῦτο
δὲ ποιῶ διὰ τὸ Εὐαγγέλιον· ἵνα συγκοινωνὸς αὐτοῦ γένωμαι· ὁ γὰρ
τοῦ Εὐαγγελίου σκοπὸς, τῶν ἀνθρώπων ἡ σωτηρία. διὰ γάρ τοι <lb n="15"/>
τοῦτο καὶ ὁ δεσπότης καὶ τελώναις συνήσθιεν· καὶ ἁμαρτωλοῦ
γυναικὸς παρὰ τοὺς πόδας ὀδυρομένης ἠνέσχετο· διδάσκων ὡς τῆς
τῶν ἀνθρώπων ἕνεκα παρεγένετο σωτηρίας.</p><p>Σετηριανοῦ. Ἐπειδὴ καὶ τῷ Εὐαγγελίῳ δοκεῖ μὴ κεχρῆσθαι
νόμῳ, ἐμνησάμην αὐτοῦ τὴν οἰκονομίαν· ὅπερ ἐκεῖνο βούλεται <lb n="20"/>
οικουνομων, ἴνα κατ’ αὐτὸ τοῦτο ἀυτῶ κοινωνήσω.</p><p>Ἰωαννου. Ἴνα δόξω τι καὶ αὐτὸς συνεισενηνοχέναι οἴκοθεν
καὶ κοινωνήσαι τῶν ἀποκειμένων στεφάνων τοῖς πιστοῖς. ὡσπερ
γὰρ ἔλεγεν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου ζῆν, τοῦτ’ ἐστιν ἐκ τῶν πιστευόντων,
καὶ ἐνταῦθα συγκοινωνὸς γένωμαι τοῦ Εὐαγγελίου· ἵνα δυνηθῶ <lb n="25"/>
κοινωνῆσαι τοῖς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ πεπιστευκόσιν.</p><p>Ὠριγένουσ. Μόνος ὁ τέλειος δύναται εἰπεῖν τὴν τοῦ τελείου
Ἀποστόλου ἐν Κυρίῳ φωνήν· τὴν “ πάντα ποιῶ διὰ τὸ Εὐαγγέλιον·”
ὁ γὰρ ἁμαρτάνων, οὐ δύναται τοῦτο εἰπεῖν· εἰ δὲ ὁ πάντα ποιῶν
διὰ τὸ Εὐαγγέλιον, κοινωνός ἐστι τοῦ Εὐαγγελίου· ὁ ποιῶν δὲ τὴν <lb n="30"/>
πορνείαν, κοινωνὸς ἐστι τῆς πορνείας του πνεύματος· ὁμοίως καὶ
ἐπὶ τῶν ἄλλων παθῶν· ἕκαστος οὖν κοινωνὸς ἐκείνω ὧ ἐκοινώνησεν
γίνεται. ἀλλ’ ἐρεῖ τις τῶν ἀκουόντων· ὁ βίος μου μικτός ἐστιν·
οὔτε πάντα ποιῶ διὰ τὸ Εὐαγγέλιον· οὔτε πάντα ποιῶ διὰ τὴν
ἁμαρτίαν, καὶ τὴν ἡδονήν. πρὸς τοῦτο φήσομεν· ταῦτα ὁ Θεὸς <lb n="35"/>

<pb n="181"/>
τὰ κρίματα ἔχει· κατὰ τὰ κρίματα, τὰ πολλὰ ποικίλα άποδίδωσι.</p><p>Ἰσιδώρου. Ἐγένετο τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος ὅτε ἐν τῷ
ἱερῷ ἡγνίσατο καὶ ἔθυσεν, καὶ περιτεμὼν Τιμόθεον Ἰουδαίοις
πεπόμφεν διδάσκαλον· διὰ περιτομῆς τὴν περιτομὴν ἀναίρων. διὸ <lb n="5"/>
οὐκ εἰπεν Ἰουδαῖος, ἀλλ’ ὡς Ἰουδαῖος, τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος
ὅτε Ἀθηναίοις δημηγορῶν, οὐκ ἀπὸ προφητῶν οὐδὲ ἀπὸ τοῦ νόμου
διελέχθη, ἀλλ’ ἀπὸ βωμοῦ τὴν παραίνεσιν ἐποιήσατο· ἀπὸ τῶν
οἰκείων αὐτοὺς χειρούμενος δογμάτων· διὸ οὐκ εἶπεν ἄνομος, ἀλλ’
ὡς ἄνομος τὸ δὲ μὴ ὣν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ’ ἔννομος Χριστῷ, <lb n="10"/>
ἣ ὡς ἀδιάφορον εἶπεν· ἐπὶ γὰρ μιᾶς οὐσίας οὐκ ἔστι διαφορά·
ἣ εἰ τοῦτο βεβιασμένον ἡγῆι οἶμαι τοῦτο μηνύειν τὸ μὴ μόνον
κατὰ τὸν νόμον πεπολιτεῦσθαι τὸν τῷ Πατέρι παρά τινων ἐπιγραφόμενον·
καὶ διὰ τὴν ἕξιν τῶν μανθανόντων οὐ διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ
δεδωκότος, νηπίοις μᾶλλον ἁρμόττοντα· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν τοῦ <lb n="15"/>
Χριστοῦ οὐράνιον καὶ τέλειον νόμον· οὐκ ἄνομος κατὰ τὸν παλαιὸν
νόμον, ἁλλὰ καὶ ἔννομος κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον· οὐκ ἔξω τοῦ νόμου,
ἀλλὰ καὶ εἴσω τῆς χάριτος· οὐκ ἐμοίχευσα δοιὰ τὸν νόμον· ἀλλ’
οὔτε εἶδον m ἀκολάστως γυναῖκα διὰ τὸ Εὐαγγέλιον· οὐκ ἐφόνευσα
διὰ τὸν φόβον, ἀλλὰ καὶ ὀργῆς ἐκράτησα διὰ τὸν πόθον. ὁ μὲν <lb n="20"/>
γὰρ τὸν νόμον τὸν παλαιὸν φυλάξας, οὐκ ἦν ἄνομος Θεοῦ. ὁ δὲ
τὸν νέον, ἔστιν ἔννομος Χριστοῦ. ταῦτα δὲ ἔλεγεν οὐκ ἀποκληρῶν
μὲν Πατέρι τὸν νόμον, τῷ δὲ Υἱῷ τὸ Εὐαγγέλιον, ἀλλὰ πρὸς τὴν
τῶν πολλῶν ὑπόνοιαν καὶ δόξαν ἀφορῶν· πάντα γὰρ τὰ τοῦ Πατέρος
τοῦ Υἱοῦ ἐστὶ, καὶ τὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Πατέρος.</p><lb n="25"/><p>Φωτίου. “Ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής·” καὶ ἐν τῇ
πρὸς Ῥωμαίους, ὅτε τοὺς διακρινομένους φαγεῖν κρέα διὰ τὴν ἐνίων
κρεῶν παρατήρησιν, ὅτε τούτων τῇ ἀσθενείᾳ συγκαταβαίνων, οὔτε
αὐτὸς τούτους ἐπετίμα· καὶ τοὺς ἄλλους ὄχλησιν ἐπάγειν αὐτοῖς
ἐκώλυεν. “ τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα.” εἰ γὰρ ἐγώ, φησιν, καὶ <lb n="30"/>
ὧν οὐκ ἔδει οὐδὲν παριδεῖν, ἵνα πλείους σώσω, παρεῖδον, πῶς οὐχὶ
δεῖ ἀπέχεσθαι ὑμᾶς τῶν εἰδωλοθύτων ; καὶ τότε τὰ τῶν ἀδελφῶν
ἐπὶ τούτῳ τύπτοντα συνειδήσεις.</p><note type="footnote">1 ἡ γῆ Cod. m εἰδῶν Cod.</note><pb n="182"/><lb n="24"/><p>Οὐκ οἴδατε, ὅτι ἐν σταδφ τρέχοντες, πάντες μὲν
τρέχουσιν, εἷς δὲ λαμβάνει τὸ βραβεῖον ; οὕτως τρέχετε,
<lb n="25"/> ἵνα καταλάβητε· πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος, πάντα ἐγκρατεύεται·
ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν,
<lb n="26"/> ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον. ἐγὼ τοίνυν οὕτως τρέχω, ὡς <lb n="5"/>
<lb n="27"/> ἀδήλως· οὕτως πυκτεύω, ὡς οὐκ ἀέρα δερ́ων· ἀλλ’ ὑπωπιάζω
μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μή πὼς ἄλλοις
κηρύξας, αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι.</p><p>Ὠριγένουσ. ̔λρα οὖν πάντες ἡμεῖς τρέχομεν καὶ εἷς λαμβάνει
τὸ βραβεῖον, καὶ οἱ λοιποὶ ἀπολλύμεθα ; ἕνα γὰρ <lb n="10"/>
τὸν λαμβάνοντα τὸ βραβεῖον, πολλῶν τρεχόντων, πάντες οἱ σωζώμένοι
ἕν εἰσιν καὶ ἓν σῶμα· οἱ γὰρ πάντες εἰς ἄρτος ἐσμὲν, καὶ
τοῦ αὐτοῦ ἄρτου μετέχομεν· καὶ πάντες ἐστὲ σῶμα Χριστοῦ.
πάντες οὖν οἱ σωζόμενοι, ε7ς ἐστὶν ὁ λαμβάνων τὸ βραβεῖον. ἐν
τῷ σταδίῳ οὖν πάντες τρέχουσιν, ὅσοι πρὸς δόγμα πολιτεύονται· <lb n="15"/>
καὶ οἱ ἀπὸ τῶν αἱρέσεων πρὸς δόγμα πολιτεύονται· καὶ Ἰουδαῖοι
τάχα καὶ οἱ τὰ Ἐλλήνων πρὸς δόγμα πολιτεύονται φιλοσοφοῦντες·
καὶ οὗτοι εἰσι πάντες οἱ ἐν σταδίῳ τρέχοντες· τρέχει καὶ ἡ
Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἷς λαμβάνει τὸ βραβεῖον· ὁ εἷς ἄνθρωπος περὶ
οὗ φησὶν ὁ Ἀπόστολος· *’ μέχρι καταντήσωμεν εἰς ἄνδρα τέλειον <lb n="20"/>
*’ εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ.” πᾶσαν δὲ
κρίσιν τοῦ Θεοῦ δεῖ εὑρεθῆναι περὶ πάντας τοὺς ἐν τῷ σταδίῳ
τρέχοντας, ἱν ὁ μέν τις λάβῃ πρωτεῖα· ἑξῆς δὲ ἕκαστος κατὰ
τὴν αὐτοῦ ἀξίαν.</p><p>Ἰωάννου. τοῦτο λέγει, οὐχ ὡς καὶ ἐνταῦθα ἑνὸς μέλλοντος <lb n="25"/>
σώζεσθαι· ἀλλ’ ὡς πολλὴν ὀφειλόντων ἡμῶν εἰσενεγκεῖν τὴν
σπουδήν. ὥσπερ γὰρ ἐκεῖ πολλῶν καθιέντων εἰς τὸ στάδιον, οὔτε
φανοῦνται πολλοὶ, ἀλλ’ εἰς ἕνα τοῦτο περιίσταται· καὶ οὐκ ἀρκεῖ
τὸ καθεῖναι εἰς τὸν ἀγῶνα, οὐδὲ τὸ ἀλείψασθαι οὐδὲ τὸ παλαῖσαι·
οὕτως καὶ ἐνταῦθα, οὐκ ἀρκεῖ τὸ πιστεῦσαι καὶ ὡς ἔτυχεν ἀγωνίσασθαι, <lb n="30"/>
ἀλλ’ ἂν μὴ οὕτω δράμωμεν ὡς μέχρι τοῦ τέλους ἀλείπτους
ἑαυτοὺς παρασχεῖν καὶ ἐγγὺς γενέσθαι τοῦ βραβείου, οὐδὲν ἡμῖν
ἔσται πλέον.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὁ μὲν γὰρ πόνος τῶν τὸ Εὐαγγέλιον κηρυττόντων

<pb n="183"/>
τοῖς σῶμα ἀσκοῦσι προσόμοιος. ὁ δὲ στέφανος οὐ παραπλήσιος,
ἀλλ’ ἀσυγκρίτως ὑπερέχων ἐκείνου· ἐκεῖ πολλῶν ἀγωνιζομένων
εἷς ἀνακηρύττεται μόνος, ἐνταῦθα δὲ τῶν καλῶς ἀγωνιζομένων
ἕκαστος ἀξιοῦται τῆς ἀναιρήσεως· πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος
πάντα ἐγκρατεύεται. ἀποβλέψατε τοίνυν εἰς τοὺς ἐκείνων πόνους· <lb n="5"/>
οὐδὲ γὰρ πάντων μεταλαγχάνουσιν ὧν ἂν ἐπιθυμήσωσιν, ἀλλ’
ἐκείνης ἀπολαβοῦσι τῆς τρυφῆς, ἣν ὁ παιδοτρίβης προσφέρει.</p><p>Σευηριανοῦ. Τί μέγα, φησὶν, ἐὰν ἐγκρατεύσησθε σαρ ο καὶ
διὰ τῶν τὸν ἀδελφόν· πάντα δεῖ ἐγκρατεύεσθαι τὸν ἀγωνιζόμενον·
ἀπὸ θυμοῦ, ἀπὸ δόξης, καὶ ἀπὸ πάντων τῶν λοιπῶν· “ἐκεῖνοι μὲν <lb n="10"/>
“οὖν, ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν· ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον.” προτίθησι
δὲ καὶ ἑαυτὸν ἀντὶ παραδείγματος· “ἐγὼ τοίνυν οὕτως
“τρέχω, ὡς οὐκ ἀδήλως· οὕτως πυκτεύω· ὡς οὐκ ἀέρα δέρων.”</p><p>Θεοδωρίτου. Ὡρῶν τὰ ἐλπιζόμενα ἀγαθὰ, οὐ γὰρ ἄδηλός μοι
ὁ στέφανος· οὐδὲ ματαιοπονῶ, τὸν ἀέρα τύπτων, ἀλλὰ τοῖς ἀοράτοις <lb n="15"/>
ἀντιπάλοις τὴν πληγὴν ἐπιφέρω. τοῦτο δὲ ἐκ μεταφορᾶς τῶν
παγκρατιαστῶν τέθεικεν· εἰώθασι γὰρ ἐκεῖνοι γυμναζόμενοι κατὰ
τοῦ ἀέρος τὰς χεῖρας κινεῖν· τίς δὲ τῆς πληγῆς ὁ τρόπος ; “ἀλλ’
“ ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μή πω; ἄλλους κηρύξας
“ αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι·” ὥσπερ ἡ τροφὴ τὸν ἀθλητὴν ῥωμαλέον <lb n="20"/>
ἐργάζεται· οὕτως ἡ φιλοπονία καὶ ἐγκράτεια ἐμὲ μὲν ῥώννυσι,
τὸν δὲ ἀνταγωνιστὴν καταβάλλει· κέχρημαι δὲ τούτοις δεδιὼς
καὶ τρέμων, μὴ τοὺς ἄλλους τὸ δέον διδάξας, αὐτὸς τοῦ τέλους
τῶν ἀγώνων παντελῶς διαμαρτῶ.</p><p>Σευηριανοῦ. τοῦτο οὐχ ἁπλῶς εἶπεν· ἀλλὰ τοὺς ἕνεκεν τοῦ <lb n="25"/>
γαστρίζεσθαι φιλοσοφεῖν προσποιουμένους, ὅτι τὸ εἰδωλόθυτον. p</p><p>Ἰωαννου. “Ουτως πυκτεύω, ὡς οὐκ ἀέρα δέρων. ἔχω γὰρ
τίνα δέρω, τὸν διάβολον· ὑμεῖς δὲ τῇ πίστει καὶ ταῖς πληγαῖς
εἰς οὐδὲν δέον κέχρησθε· “ἀλλ’ ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ
“δουλαγωγῶ.” οὐκ ἀφίημι, φησὶ, τῇ γαστρὶ καὶ τῷ σώματι τὰς <lb n="30"/>
ἡνίας, ἀλλὰ περισφίγγω αὐτὸ καὶ ὑποτάσσω· οὐ γὰρ συμβάλλεται
μοι, φησι, τὸ κήρυξαι μόνον, ἀν μὴ καἰ τὰ παρ’ αὐτοῦ
παράσχωμαι· ταῦτα δὲ αὐτοὺς αἰνίττεται ὡς καὶ τοὺς γαστριμάργους·
<note type="footnote">ο Fors. εἰ ἐγκρατεύσῃς σαρκὸς καὶ διαβάλλεις τὸν ἀδελφόν. P Vid. aliquid
excidisse.</note>

<pb n="184"/>
καὶ ὅτι οὐκ ἀρκεῖ ὕμιν τὸ πιστεύσαι, ὡσπερ οὐδὲ ἐμοὶ
τὸ κηρύξαι, ἐὰν μὴ τὸ σῶμα καὶ τὰς ἐπιθυμίας δουλώσητε.</p><lb n="1"/><p>Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοὶ, ὅτι οἱ πατέρες
ἡμῶν πάντες ὑπὸ τὴν νεφέλην ἦσαν, καὶ πάντες διὰ τῆς
<lb n="2"/> θαλάσσης διῆλθον, καὶ πάντες εἰς τὸν Μωυσῆν ἐβαπτίσαντο <lb n="5"/>
<lb n="3"/> ἐν τῇ νεφέλῃ καὶ ἐν τῆ θαλάσσῃ, καὶ πάντες τὸ
<lb n="4"/> αὐτὸ βρῶμα πνευματικὸν ἔφαγον, καὶ πάντες τὸ αὐτὸ
πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς
<lb n="5"/> ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός. ἀλλ’
οὐκ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν ὁ Θεός· κατεστρώθησαν <lb n="10"/>
γὰρ ἐν τῆ ἐρήμῳ.</p><p>Ἰωαννου. Δεῖξαι βούλεται διὰ τούτων, ὅτι ὥσπερ ἐκείνους
οὐκ ὤνησε τὸ τοσαύτης ἀπολαῦσαι δωρεᾶς, οὕτως οὐδὲ τούτους
τὸ βαπτίσματος τυχεῖν καὶ μυστηρίων ἀπολαῦσαι πνευματικῶν
προστίθεται, εἰ μὴ μέλλοιεν ἄξιον τῆς χάριτος ἐπιδείκνυσθαι <lb n="15"/>
βίον. διὸ καὶ τοὺς τοῦ βαπτίσματος καὶ τοὺς τῶν μυστηρίων
παράγει τύπους. τί δέ ἐστιν “εἰς τὸν Μωϋσὴν ἐβαπτίσαντο ;”
καθάπερ ἡμεῖς τῷ Χριστῷ πιστεύσαντες καὶ τῇ ἀναστάσει αὐτοῦ
βαπτιζόμεθα, ὡς καὶ αὐτοὶ τῶν αὐτῶν κοινωνήσαντες· οὕτω κἀκεῖνοι
θαρσήσαντες τῷ Μωϋσεῖ, τοῦτ’ ἐστιν ἰδόντες αὐτὸν διαβάντα <lb n="20"/>
πρῶτον, κατετόλμησαν καὶ αὐτοὶ τῶν ὑδάτων· ἀλλ’ ἐπειδὴ βούλεται
τὸν τύπον ἐγγὺς τῆς ἀληθείας ἀγαγεῖν· οὐ λέγει οὕτως, ἀλλὰ
τοῖς τῆς ἀληθείας ὀνόμασι κέχρηται, καὶ ἐπὶ τοῦ τύπου. καὶ
τοῦτο μὲν τοῦ λουτροῦ σύμβολον· τὰ δὲ μετὰ ταῦτα τῆς τραπέζης
τῆς ἱερᾶς. καθάπερ σὺ τὸ σῶμα ἐσθίεις τὸ δεσποτικὸν, <lb n="25"/>
οὕτως ἐκεῖνοι μάννα. ὥσπερ σὺ αἷμα πίνεις, οὕτως ἐκεῖνοι ὕδωρ
ἐκ πέτρας· εἰ γὰρ καὶ αἰσθητὰ ἦν τὰ διδόμενα, ἀλλὰ πνευματικῶς
παρείχετο· οὐ κατὰ φύσεως ἀκολουθίαν, ἀλλὰ κατὰ δωρεᾶς
χάριν. καὶ μετὰ τοῦ σώματος καὶ τὴν ψυχὴν ἔτρεψεν εἰς πίστιν
ἐνάγοντα.</p><lb n="30"/><p>Διά τοι τοῦτο περὶ μὲν τῆς τροφῆς οὐδὲν εἶπεν, ἐξηλλαγμένη
γὰρ ἦν, οὐ τῷ τρόπῳ μόνῳ, ἀλλὰ καὶ τῇ φύσει. μάννα γὰρ ἦν.
ἔπι δὲ του πότου, ἐπειδὴ ὁ τρόπος τῆς χορηγίας οὐ μόνον ἢν παράδοξος,
ἀλλὰ καὶ κατασκευῆς ἐδεήθη· διόπερ εἰπὼν ὅτι “τὸ αὐτὸ

<pb n="185"/>
“πόμα πνευματικὸν ἔπιον·” ἐπήγαγεν· “ ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς
“ἀκολουθούσης πέτρας. ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός.” οὐ γὰρ ἡ
τῆς πέτρας φύσις τὸ ὕδωρ ἠφίει, φησιν· ἣ γὰρ ἃν καὶ πρὸ τούτου
ἀνέβλυσεν· ἀλλ’ ἑτέρα τις πέτρα πνευματικὴ τὸ πᾶν ἐργάζετο·
τοῦτ’ ἐστιν ὁ Χριστὸς, ὁ παρὼν αὐτοῖς ὁ πανταχοῦ καὶ πάντα <lb n="5"/>
θαυματουργῶν. διὰ τοῦτο εἶπεν “ ἀκολουθούσης.”</p><p>Ορα δὲ Παύλου τὴν σοφίαν. πῶς ἑκατέρων αὐτὸν ὄντα τὸν
χορηγὸν δείκνυσι· καὶ ταύτῃ τὸν τύπον ἐγγὺς τῆς ἀληθείας συνάγων.
ὁ γὰρ ἐκεῖνα παρέχων ἐκείνοις φησὶν, οὗτος καὶ ταύτην
κατεσκεύασε τὴν τράπεζαν. καὶ ὁ αὐτὸς κἀκείνους διὰ τῆς θαλάσσης <lb n="10"/>
καὶ διὰ τοῦ βαπτίσματος ἤγαγεν. κἀκείνοις μάννα καὶ ὕδωρ,
καὶ σοὶ σῶμα καὶ αἷμα παρέσχεν. ἀλλ’ ἀνάξιοι φανέντες τῆς
δωρεᾶς ταύτης, οἱ πλείους ἀπώλοντο· καὶ μὴν πάντες ἀπώλοντο.
ἀλλ’ ἵνα μὴ δόξῃ καὶ τούτοις πανωλεθρίαν προφητεύειν, διὰ τοῦτο
εἶπεν “οἱ πλείους.” ἐπειδὴ γὰρ τοῖς περὶ γεέννης λόγοις οἱ πολλοὶ <lb n="15"/>
διαπιστοῦσιν, ἅτε μὴ παρούσης μηδὲ φαινομένης, ἀπὸ τῶν
ἤδη γεγενημένων δείκνυσιν, ὅτι κολάζει τοὺς ἁμαρτάνοντας ὁ Θεὸς,
κἂν μυρίακις εὐεργετηκὼς ᾖ. εἰ γὰρ καὶ τοῖς μέλλουσιν ἀπιστεῖτε
φησίν· ἀλλ’ οὐ δήπου καὶ τοῖς γεγενημένοις ἀπιστεῖτε.</p><p>Θεοδωρου. Πνευματικὸν καλεῖ καὶ τὸ βρῶμα καὶ τὸ πόμα· <lb n="20"/>
ὡς ἃν τοῦ Πνεύματος ἄμφω διὰ τοῦ Μωϋσέως κατὰ τὴν ἀπόρρητον
αὐτοῦ παρασχόντος δύναμιν. οὕτω δὲ καὶ πνευματικὴν ἐκάλεσεν
τὴν πέτραν, ὡς ἃν τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος ἐκδοῦσαν τὰ
ὑδατα. ἀκολουθοῦσαν δὲ, ἐπειδὴ τὸ ῥυὲν ἅπαξ ὕδωρ εἰπετο αὐτοῖς
κατὰ τὴν ἔρημον, ὥστε μηδαμοῦ δεηθῆναι πότου, τῶν τόπων ὄντων <lb n="25"/>
ανυδρων. τὸ ’δε η πέτρα ἢν ο χριστὸς, ἴνα εἴπῃ, τοῦτο ἢν
ἐκείνοις ἡ πέτρα, ὅπερ ἡμῖν ὁ Χριστὸς, οὗ τὸ αἱμα πίνομεν οἱ
πιστοὶ, πνευματικῶς ἔπι τῶν μυστηρίων μεταποιούμενον.</p><p>Θεοδωρίτου. Εἰ ἡ πέτρα αὐτοῖς ἠκολούθει ἣ τὰ τῆς πέτρας
νάματα, πῶς αὖθις ἐδεήθησαν ὑδάτων ; ὥστε ἠκολούθει αὐτοῖς οὐχ <lb n="30"/>
ἡ πέτρα, ἀλλ’ ἡ θεία χάρις, ἡ καὶ τὴν πέτραν ἐκείνην παρ’ ἐλπίδα
πᾶσαν ἀναδοῦναι τὰ ῥεῖθρα τῶν ὑδάτων παρασκευάσασα· πλείους
δὲ εἶπεν καὶ οὐχὶ πάντας ἀπολομένους, διὰ Χαλὲρ καὶ Ἰησοῦν
τὸν τοῦ Ναβή· οὗτοι γὰρ μόνοι ἦσαν οἱ ἐξ αὐτῶν διασωθέντες.</p><p>Κυρίλλου. Προανατυπώσεις εἶναι φαμὲν τὰ τοιάδε τῶν κατορθωμάτων· <lb n="35"/>

<pb n="186"/>
καὶ ἡμεῖς γὰρ πρὸ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, ταῖς
τῶν δαιμονίων πλεονεξίαις ὑπεζευγμένοι, δεδουλεύκαμεν τῷ νοητῷ
Φαραῷ, τοῦτ’ ἐστι ἀρχεκάκῳ Σατανᾶ. ἐπονοῦμεν αὐτῷ μάτην, οἱα
πηλῷ καὶ πλινθείᾳ τοῖς τῆς σαρκὸς ἔργοις ἐμβεβηκότες. ἐξείλετο
δὲ καὶ ἡμᾶς ὁ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς <lb n="5"/>
Ιησοῦς, ὁ δοὺς ἑαυτὸν ἀντίλυτρον ὑπὲρ πάντων. διεβίβασε καὶ
ἡμᾶς οἷά τινα θάλασσαν τοῦ παρόντος βίου τὸν κλύδωνα ρ· τετελείωκε
διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ ἄνωθέν τε
καὶ νοητὴ νεφέλη, ἡ τοῦ ζῶντος ὕδατος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὴν
ποιουμένη τὴν χορηγίαν. ὕδωρ δὲ ζῶν τὸ Πνεῦμά ἐστιν. καὶ γοῦν <lb n="10"/>
ἔφη ὁ Χριστὸς, “ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, καθὼς εἰπεν ἡ γραφὴ, ποτα-
“μοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.” διατρανῶν
δὲ τὸ εἰρημένον ὁ θεσπέσιος Εὐαγγελιστὴς προσεπήγαγεν εὐθὺς
τοῖς περὶ τούτου λόγοις· “τοῦτο δὲ εἶπεν, περὶ τοῦ Πνεύματος,
“οὗ ἤμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν.” ἐφάγομεν <lb n="15"/>
καὶ ἡμεῖς ἄρτον ἀληθῶς τὸν ζωοποιόν· ὧν ἐπίομεν πόμα πνευματικόν·
καθάπερ ἀμέλει κἀκεῖνοι τὸ ὕδωρ ἐκ πέτρας. “ἡ πέτρα δὲ
ἢν ὁ Χριστὸς, ὃς καὶ ἡμῖν αὐτοῖς ἐκ τῆς ἰδίας πλευρᾶς υδατι q
συμμιγὲς τὸ ἴδιον συνανέβλυσε αἷμα· διανυττόντων αὐτὸν τῇ
λόγχῃ τῶν τοῦ Πιλάτου στρατιωτῶν. πέτρα δὲ λέγεται, ἐπειδή <lb n="20"/>
ἐστιν ἄθραυστος ὡς Θεός· κἂν εἰ πέπονθεν ἑκὼν τοῦ θανάτου τὴν
ἔφοδον. καὶ τί μετὰ τοῦτο τοῖς ἀρχαιοτέροις συνέβη ; προσκεκρούκασι
δέ τινα τρόπον· ἐβεβηλώθησαν ἔνσαττι r· λελατρεύκασιν
εἰδώλοις· ἐτελέσθησαν τῷ Βεελφεγώρ· ἐπειδὴ γὰρ συνεπλάνησαν
τοῖς εἰδωλολάτραις, συνέσθιοί τε ἦσαν αὐτοῖς, καὶ τραπέζης <lb n="25"/>
ἥπτοντο τῆς εἰδωλικῆς, παρώλισθον εἰς ἀπόστασιν καὶ συνεχόρευον
γυναιξίν· καὶ ὁ λαὸς συνιὼν συνεπλέκετο μετὰ πόρνης κατὰ
τὴν τοῦ προφήτου φωνήν. τοῦτο γάρ ἐστι τὸ “καὶ ἀνέστησαν
“παίζειν.” ἐπισφαλὲς οὖν τὸ συνδιαιτᾶσθαι πονηροῖς καὶ ἀπίστοις.
καὶ γοῦν ἔφη ποῦ Σολομῶν, “ὁ συμπορευόμενος σοφοῖς, σοφὸς <lb n="30"/>
“ἔσται· ὁ δὲ συμπορευόμενος ἄφροσι γνωσθήσεται.”</p><p>Ὠριγένουσ. βούλεται παραστῆσαι ἡμῖν ὁ Ἀπόστολος, ὅτι οὐ
τὸ τυχεῖν δωρεᾶς Θεοῦ σώζει τὸν τετυχηκότα αὐτῆς, ἀλλὰ μετὰ
τοῦ τυχεῖν τῆς δωρεᾶς ἐπιμεῖναι ἄξιον γενόμενον αὐτῆς. καὶ γὰρ
<note type="footnote">P κλήδωνα Cod. q αἷμα τι Cod. r Corruptam vocem non expedio.</note>

<pb n="187"/>
οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τοσαῦτα εὐεργετηθέντες, ἐπεὶ μὴ ἄξιοι γενόμενοι
αὐτῆς, καὶ γὰρ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ γεγόνασι s τῆς εὐεργεσίας τοῦ
Θεοῦ, οὐκ ἐσώθησαν· “οὐ γὰρ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν
“ ὁ Θεός. κατεστρώθησαν γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ.” καὶ γὰρ ἐπεὶ πλείονες
ἦσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ, ὀλιγώτεροι δὲ οἱ δίκαιοι. παρὰ τοῦτο <lb n="5"/>
εὐδόκησεν ὁ Θεὸς παρὰ τοῖς πλείοσιν ἁμαρτωλοῖς, παρὰ τοὺς
ὀλίγους δικαίους.</p><p>Γενναδίου. Ἐν τούτοις ἀπὸ τῆς τῶν παλαιῶν αὐτοὺς παραθέσεως
παιδεύσαι βούλεται τὰ προσήκοντα, δεικνὺς κἀκείνους
καθάπερ ἃν τινὶ τύπῳ τῶν ἴσων ἀξιωθέντας. οὕτω γὰρ καταλλήλου <lb n="10"/>
φαινομένου τοῦ παραδείγματος, εὑρίσκετο δικαίως αὐτοῖς παραινῶν
μὴ τὰ ὁμοία πλημμελεῖν, ἵνα μὴ τὰ ὅμοια πείσωνται· τὸ μὲν οὑν
ὑπὸ τὴν νεφέλην αὐτοὺς εἶναι, δήλωσις ἦν τῆς τοῦ Πνεύματος
χάριτος· ἐκείνους τε γὰρ ἡ νεφέλη σκιάζουσα, τῆς ἐκ τῶν Αἰγυπτίων
βλάβης ἀπήλλαττεν. καὶ ἡμᾶς ἡ χάρις τῆς δαιμονικῆς <lb n="15"/>
ἐξαιρεῖται κακίας. τὸ δὲ δὶς τῆς θαλάσσης αὐτοὺς διελθεῖν ἔοικεν
κατὰ τοῦτο τοῖς ἡμετέροις. ὅτι ὅπερ ἐκείνοις ἡ δὶς τῆς θαλάσσης
παρέσχεν διάβασις, τῶν μὲν πολεμίων αὐτοὺς παντελῶς ἀπαλλάξασα,
βεβαίαν δὲ αὐτοὺς τοῦ λοιποῦ τὴν ἐλευθερίαν δωρησαμένη·
τοῦτο ἡμῖν πρὸς τοὺς ἡμετέρους ἐχθροὺς τὸ βάπτισμα <lb n="20"/>
γέγονεν. τὸ δὲ “ εἰς τὸν Μωσῆν ἐβαπτίσαντο ἐν τῆ νεφέλη καὶ
“ ἐν τῇ θαλάσσῃ, σημαίνει τοῦτο. ὅτι καθάπερ ἐκεῖνοι τούτων
τυχόντες, ὑπέσχοντο τοῖς Μωσαϊκοῖς νόμοις βίον, οὕτω καὶ ἡμεῖς
ἐν τῷ βαπτίσματι, τὸ τῆς υἱοθεσίας κομιζόμενοι Πνεῦμα, συνθήκας
καὶ ὁμολογίας τιθέμεθα τοῦ κατὰ τὰς Χριστοῦ λοιπὸν <lb n="25"/>
ζῆν ἐντολάς.</p><p>Οἰκοτμενίου. “Εἰς τὸν Μωσῆν” δὲ φησὶν, ἐπειδὴ αὐτὸν
ἰδόντες εἰσβάλλοντα κατὰ τῆς διαιρέσεως τῆς θαλάσσης, ἐμιμήσαντο.
ὥσπερ οὖν πρωτοστάτης αὐτοῖς τούτου γέγονεν Μώσης.</p><p>Φωτίου. Εἰς τὸν Μωσῆν ἐβαπτίσαντο, εἰς ἐκεῖνον, φησὶν, <lb n="30"/>
ἀφορῶντες, καὶ θαρρήσαντες, ἀφῆκαν αὐτοὺς τῷ θαλασσίῳ ῥείθρῳ
βαπτίζεσθαι. εἶτα καὶ ὑπὸ τῆς νεφέλης ὡσαύτως ἐκείνω κατακολουθοῦντες
ἐσκιάζοντο· εἰ γὰρ καὶ μὴ τῷ ὕδατι ἐκαλύφθησαν,
ἀλλ’ οὑν ἐν ἐκείνῳ τῳ χώρῳ του ὕδατος γεγονότες ἐπορεύοντο, ἐν
<note type="footnote">s Fors. ἀνάξιοι γεγ. t An βιοῦν ?</note>

<pb n="188"/>
ᾧτ’ ἀνάγκη τοὺς διαπορευομένους ὅλῳ καταβαπτίζεσθαι τῷ ὕδατι,
κατὰ φύσιν ἔχοντος τοῦ ὕδατος, τοῦ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης
πέτρας. αἰσθητὴ μὲν ἦν ἡ πέτρα δηλονότι τὸ ὕδωρ τοῖς
Ισραηλίταις ἀναβλύσασα· ἀλλ’ οὐχὶ τῇ οἰκείᾳ φύσει τοῦτο
ἔβλυσεν, ἀλλὰ τῇ δυνάμει τῆς κατ’ ἐνέργειαν παρούσης αὐτῇ <lb n="5"/>
πνευματικῆς πέτρας, καὶ ἀκολουθούσης τῇ χρείᾳ τῶν διψώντων·
τοῦτ’ ἐστι, πρὸς τὴν ἐκείνων σωτηρίαν καὶ ὠφέλειαν πάντα μεταποιούσης
καὶ μεταπλαττούσης καὶ συνεπομένης αὐτῶν τῷ βουλήματι.
καὶ ποτὲ μὲν τὸ ὕδωρ εἰς διάβασιν αὐτοῖς ἴσα πέτραις
στερεούσης· ποτὲ δὲ τὸν οὐρανὸν εἰς βρῶσιν καὶ τροφὴν αὐτ’ οἶς <lb n="10"/>
ἄφθονον γεωργούσης· ἄλλοτε δὲ τὴν πέτραν εἰς ὑδάτων γονὰς
ἀνασομούσης. διὸ εἰκότως λέγοιντ’ ἃν ἐκ τῆς πνευματικῆς πέτρας
πιεῖν. αὕτη γὰρ ἦν ἡ τὴν αἰσθητὴν εἰς ὑδάτων λύσασα
πληγήν. τίς δὲ ἦν ἡ πνευματικὴ, φησὶν, ἐκείνη πέτρα, ἡ πᾶσα
τούτοις παρακολουθοῦσα καὶ πρὸς τὴν ἑκάστου καιροῦ χρείαν τὰς <lb n="15"/>
φύσεις τῶν πραγμάτων μεταστοιχειοῦσα καὶ συμμεταβάλλουσα ;
τίς φησίν ; ἣ δῆλον ὁ Χριστὸς, ὁ καὶ νῦν εἰς ἡμᾶς τὰ ὅμοια καὶ
μείζω ἐπιδεικνύμενος.</p><p>Ἐστιν δὲ τὸ “ἀκολουθούσης” καὶ ἑτέρως ἐκλαβεῖν. ἡ γὰρ νοητὴ
πέτρα ἤτοι ὁ Χριστὸς, οὐ μόνον τὰ εἰρημένα αὐτοῖς παραδόξως <lb n="20"/>
ἐβράβευσεν, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἠκολούθει καὶ εἵπετο·
παραπλήσια τούτοις καὶ μείζονα τὸν Ἰσραηλίτην εὐεργετῶν, ἀλλὰ
καὶ νῦν ἡμῖν τοῖς πιστοῖς ἀκολουθούσης, ὥστε εἶναι κατὰ συνεχείαν
τῆς αὐτῆς προνοίας καὶ τοῦ αὐτοῦ δεσπότου καὶ Θεοῦ,
τάτε ἐν τῇ παλαιᾷ θαυματουργήματα καὶ τὰς εὐεργεσίας, καὶ <lb n="25"/>
τὰ ἐν τῆ Καινῆ.</p><lb n="6"/><p>ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν, εἰς τὸ μὴ εἶναι
ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν.
<lb n="7"/> μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε, καθώς τινες αὐτῶν· ὥσπερ
γέγραπται, Ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ <lb n="30"/>
<lb n="8"/> ἀνέστησαν παίζειν. μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς τινες αὐτῶν
ἐπόρνευσαν, καὶ ἔπεσον ἐν μία ἡμέρᾳ εἴκοσι τρεῖς
χιλιάδες.</p><p>Ὠριγένουσ. “ταῦτα δέ,” φησι, “τύποι ἡμῶν γεγόνασιν, εἰς

<pb n="189"/>
“ τὸ μὴ εΤναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύ-
“ μησαν·” ἐκεῖνα γέγραπται τυπικῶς πρὸς ἡμᾶς, ἵνα ἀναγινώσκοντες
τὰς ἁμαρτίας, δι’ ἃς ἐκεῖνοι ταῦτα πεπόνθασιν, φυλαττώμεθα
ταῖς αὐταῖς περιπεσεῖν ἐκείνοις ἐπιθυμίαις.</p><p>Θεοδώρου. “ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν·” οὐχ ὅτι <lb n="5"/>
διὰ τοῦτο ἐτιμωρήθησαν ἐκεῖνοι· πῶς γὰρ οἷόν τε ; ἀλλ’ ὅτι τὰ
παρ’ ἐκείνους γενόμενα ἐν τάξει τύπων δύναται ἡμᾶς παιδεύειν.</p><p>Ἰωάννου. Εἰπὼν εἰς τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν,
ἐπήγαγεν, “μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε.” τὴν δὲ αἰτίαν τῆς τοιαύτης
παρανομίας τιθεὶς, αὕτη δὲ ἦν ἡ γαστ ριμαργία· “ἐκάθισεν <lb n="10"/>
“ ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν·” καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς τέλος προστίθησιν,
ὅτι “ἀνέστησαν παίζειν·” ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνοι, φησὶν, ἀπὸ τρυφῆς
εἰς εἰδωλολατρίαν ἐξέβησαν, οὕτω δέος μὴ καὶ ὑμεῖς ἐντεῦθεν
ἐκπέσητε ἀπὸ τῆς γαστριμαργίας.</p><p>Θεοδρίτου. τῆς πορνείας ἐμνημόνευσεν· καὶ τῶν διὰ <lb n="15"/>
ἀναιρεθέντων ε7πεν τὸν ἀριθμὸν, τῇ τοῦ πεπορνευκότος ἐμβαλὼν
διανοίᾳ τῆς τιμωρίας τὸ δέος. ἕκαστον γὰρ τῶν λεγομένων ὡς
συμβαλὼν τοῖς Κορινθίων πλημμελήμασι τέθεικεν.</p><p>Ἰωάννου. Ὠσπερ γὰρ ὁ βαπτισμὸς καὶ τὸ βρῶμα καὶ τὸ
πόμα τύποι ἤσαν ἡμῶν, οὕτω καὶ ὁ ὄλεθρος τύπος τις ἦν ἡμῶν, <lb n="20"/>
εἰς τὸ μὴ τοῖς ἴσοις ἁλόντας, τὰ ἴσα παθεῖν. “εἰς τὸ μὴ εἶναι
ἱ ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν·” καὶ ὁ
Δαβὶδ φησὶ “καὶ ἐπεθύμησαν κρέα, σκόροδα, θεὸν ἴδιον·” “μηδὲ
“ εἰδωλολάτραι γίνεσθε” φησίν· τοῦτο πῶς ἡρέμα τοὺς τὰ εδωλόθυτα
ἐσθίοντας αἰνίττεται· δεικνὺς ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ γαστριμαργίας <lb n="25"/>
ἦλθον εἰς εἰδωλολατρείαν· καὶ ὑμεῖς φησὶν ἀπὸ γαστριμαργίας
μᾶλλον τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίετε, ἤπερ ἀπὸ τελειότητος·
“καὶ ἀνέστησαν παίζειν.” χοροὺς γὰρ στήσαντες περὶ τὸν μόσχον,
ἔπαιζον χορεύοντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ. “ μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς
“ τινες αὐτῶν ἐπόρνευσαν.” πάλιν εἶπεν ἁμαρτίαν ἄλλην ἀπὸ <lb n="30"/>
γαστριμαργίας τικτομένην.</p><lb n="9"/><p>Μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν Χριστὸν, καθὼς καί τινες
<lb n="10"/>αὐτῶν ἐπείρασαν, καὶ ὑπὸ τῶν ὄφεων ἀπώλοντο. μηδὲ
γογγύζετε, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐγόγγυσαν, καὶ ἀπώλοντο

<pb n="190"/>
<lb n="11"/> ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ. ταῦτα δὲ πάντα, τύποι
συνέβαινον ἐκείνοις· ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν,
<lb n="12"/> εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν . ὥστε ὁ δοκῶν
ἑστάναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐπειδὴ ἔλεγον, ἐμοὶ εἴδωλον οὐκ ἔστιν, εὐχαριστῶ <lb n="5"/>
γὰρ καὶ ἐσθίω, τοῦτο φησὶν ἐκπειράσαι ἐστίν. ὃ γὰρ μὴ
προσέταξεν Ἰησοῦς, ὅτ’ ἃν ὡς πιστεύων αὐτῷ ποιῇς, ἐκπειράζεις
μᾶλλον ἢ πιστεύεις.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἐπείραζον οἱ ταῖς διαφόροις κεχρημένοι γλώτταις,
κατὰ φιλοτιμίαν μᾶλλον ἣ χρείαν ταύτας ἐπ’ ἐκκλησίας <lb n="10"/>
προσφέροντες.</p><p>Ἰωαννου. Διὰ τούτου πάλιν ἕτερον αἰνίττεται ἔγκλημα, ὃ
καὶ πρὸς τῷ τέλει τίθησιν, ἐγκαλῶν αὐτοῖς ὅτι περὶ σημείων
ἐμάχοντο. καὶ τῶν πειρασμῶν δὲ ἕνεκεν ἐξελύοντο, λέγοντες, πότε
ἥξει; διὸ καὶ ἐπήγαγεν τούτων ἕνεκεν, αὐτοὺς διορθούμενος καὶ <lb n="15"/>
φοβῶν· “μηδὲ γογγύζετε, καθὼς καὶ τινες” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Θεοδωρου. Λείπει κατὰ τὴν διανοίαν τὸ ἡμῶν.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἀντὶ τοῦ ὡς τύποι· ἐν ἐκείνοις γὰρ τὰ ἡμέτερα
διεγράφετο· “ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν, εἰς οὓς τὰ τέλη
“ τῶν αἰώνων κατήντησεν·” οὐ γὰρ τῆς ἐκείνων ἕνεκα ὠφελείας <lb n="20"/>
ἀνάγραπτα ταῦτα πεποίηκεν ὁ Θεός· ποίαν γὰρ ἣ τελευτήσαντες
ἐκ τῶν πραγμάτων ὄνησιν ἐκαρποῦντο, ἀλλ’ ἡμῖν τὸ ἐντεῦθεν φυόμενον
πραγματευόμενοι κέρδος. καλῶς δὲ καὶ τοῦ αἰῶνος τὸ τέλος
προστέθεικεν· ἐπείγων αὐτοὺς καὶ διεγείρων εἰς ἐργασίαν τῆς ἀρετῆς·
“ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ·” σὺ φησὶν, <lb n="25"/>
ὁ τὴν γνῶσιν ἔχειν ὑπειληφώς. εἶτα ἐπειδὴ πολλὰς, καὶ αὐτοὶ
παροινίας καὶ ὕβρεις ὑπέμενον παρὰ τῶν ἀπιστούντων, καὶ εἰκὸς
ἦν αὐτοὺς καὶ διὰ τοῦτο μέγα φρονεῖν, ἐπήγαγεν, “πειρασμὸς
“ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν” καὶ τὸ ἑξῆς.</p><p>Ἰωαννου. Αἰνίττεται αὐτοὺς ὅτι ἐν τοῖς πειρασμοῖς οὐ γενναίως <lb n="30"/>
ναίως ἔφερον, ἀλλὰ μετὰ γογγυσμοῦ· οὐ γὰρ τὸ παθεῖν ὑπὲρ
Χριστοῦ μόνον μέγα, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐχαρίστως παθεῖν. “ταῦτα δὲ
“πάντα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις.” τύπους ἐκεῖνα καλεῖ, δεικνὺς
μειζόνως αὐτοὺς κολασθήσεσθαι· ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τῶν δωρεῶν ἡ ἀλήθεία

<pb n="191"/>
τοῦ τύπου μείζων, οὕτω πάντως καὶ ἐπὶ τῶν τιμωριῶν. “εἰς
“οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατηντησεν·” καὶ ἐκ τοῦ ἐφιστᾶν αὐτοῖς
τὸ τέλος, καὶ τὰς ἐκεῖ αἰωνίας τιμωρίας πλέον αὐτοὺς πτοεῖ·
ἤδη γὰρ, φησὶν, τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν· καὶ ἡ ἡμέρα
δηλονότι τῆς τιμωρίας, οἷον ἔφθασεν· “ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι, <lb n="5"/>
“βλεπέτω μὴ πέσῃ.” πάλιν τοὺς ἐπὶ τῇ γνώσει μέγα φρονοῦντας
αἰνίττεται. εἰ γὰρ καὶ ἑστάναι νομίζεις, εὐλαβοῦ, φησὶν, μὴ
πέσῃς. αὐτὸ μὲν γὰρ τὸ θαρρεῖν ὡς ἕστηκας, οὐδὲ ἑστάναι ἐστίν·
εἰ δὲ καὶ ἔστιν, εὐχερὴς ἐξ ἀπονοίας ἡ πτῶσις.</p><p>Πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος· <lb n="10"/>
<lb n="13"/> πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ
ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν
ἔκβασιν, τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν.</p><p>Θεοδωρίτου. “Πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ
“πινος·” ἀντὶ τοῦ σμικρός· τούτῳ γὰρ τῷ προσρήματι ἐπὶ τοῦ <lb n="15"/>
σμικροῦ κεχρῆσθαι εἴωθεν ὁ θεῖος Ἀπόστολος· ὥσπερ ὅτ’ ἃν λέγῃ
“ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν·” ἀντὶ τοῦ
σύμμετρον τῇ φύσει.</p><p>Θεοδωρου. Ἴδου γὰρ, φησὶν, οὐκ ἐπενεχθέντων, οὐ διωγμῶν,
οὐκ ἀνάγκης τινὸς, ὑπὸ τῶν ἀνθρωπίνων τούτων, καὶ ἅπασιν ἀνάγκη <lb n="20"/>
προσεῖναι ἀνθρώποις, ὅσην ὑπεμείνατε βλάβην· ἐν εἰδωλείῳ μὲν
διὰ φιλίαν ἑστιώμενοι· ὑπὸ δὲ τῶν προσόντων πλεονεκτημάτων
τοσοῦτον Φυσωμενοι.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἐδίδαξεν μὴ ἑαυτοῖς θαρρεῖν, ἀλλὰ τὴν
ἐπικουρίαν αἰτεῖν.</p><lb n="25"/><p>Σευηριανοῦ. Οὐκ ηὔξατο μὴ πειρασθῆναι· ἐπειδὴ ἀνὴρ
ἀδόκιμος· ἀλλ’ οὕτως πειράζεσθαι ὡς φέρειν.</p><p>Ἰωάννου. Ἐπειδὴ ἐφόβησεν αὐτοὺς ἱκανῶς τὰ παλαιὰ
παραδείγματα, καὶ εἰς ἀγωνίαν ἐνέβαλεν εἰπὼν “ὁ δοκῶν
“ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ.” ἦσαν δὲ καὶ πειρασμοὺς ἐνηνοχότες <lb n="30"/>
πολλοὺς, καὶ γυμνασάμενοι πολλάκις ἐν τούτοις. ἵνα μὴ λέγωσι
τί φοβεῖς ἡμᾶς; οὐκ ἐσμὲν τούτων ἀμελέτητοι τῶν κακῶν· καταστέλλων
αὐτῶν τὸ φύσημα, φησὶν, “πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴλη-
“Φεν, εἰ μὴ ἀνθρώπινος,” ἐπὶ τοῦ μικροῦ λέγεται· οὐδέπω γὰρ

<pb n="192"/>
εἴδετε κίνδυνον, θάνατον ἀπειλοῦντα, οὐδὲ πειρασμὸν σφαγὴν ἐπανατεινόμενον·
ὃ καὶ Ἑβραίοις ἔλεγεν, “οὔπω μέχρις αἵματος
“ἀντικατέστητε,” πρὸς τὴν μαρτυρίαν ἀνταγωνιζόμενοι. εἰτα
ἐπειδὴ ἐφόβησεν, ὅρα πῶς αὐτοὺς πάλιν ἀνίστησι μετὰ τοῦ πεῖσαι
μετριάζειν· “πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι <lb n="5"/>
“ὑπὲρ ὃ δύνασθε·” ἂρ εἰσὶ πειρασμοὶ οὓς οὐ δυνατὸν ὑπενεγκεῖν;
καὶ τίνες οὗτοι; πάντες ὡς εἰπεῖν. τὸ γὰρ δυνατὸν ἐν τῇ τοῦ
ῥοπῇ κεῖται, ἣν διὰ τῆς ἡμετέρας ἐπισπασώμεθα γνώμης. διόπερ
ἵνα μάθῃς καὶ εἰδῇς ὅτι οὐ μόνον ἐκείνους τοὺς ὑπερβαίνοντας
ἡμῶν τὴν δύναμιν, ἀλλ’ οὐδὲ τούτους τοὺς ἀνθρωπίνους ἔνι χωρὶς <lb n="10"/>
τῆς ἐκεῖθεν βοηθείας διενεγκεῖν, ἐπήγαγεν, “ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ
“πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑπενεγκεῖν·” αὐτὸς γὰρ
καὶ τὴν ὑπομονὴν δίδωσι, καὶ τὴν ταχεῖαν ἀπαλλαγὴν ἐπάγει.
ὥστε καὶ ταύτῃ φορητὸν γενέσθαι τὸν πειρασμόν. τοῦτο γὰρ
ᾐνίξατο εἰπών, “ποιήσει καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑπενεγκεῖν,” <lb n="15"/>
καὶ πάντα αὐτῶ ἀνατίθησι.</p><p>Φωτίου. Τὸ “ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν
“σιν,” διχῶς ἐστιν ἐκλαβεῖν ·ἣ ὅτι τὸν πειρασμὸν συγχωρῶν ἐλθεῖν,
αὐτίκα καὶ διασκεδάζει καὶ παύει αὐτὸν, ὥστε καὶ ὑμᾶς δύνασθαι
διὰ τὸ ὀλίγον χρόνον ἐνοχλεῖν ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν αὐτόν· ἣ ὅτι σὺν <lb n="20"/>
τῷ πειρασμῷ ποιήσει καὶ τῇ ὑπομονῇ καὶ καρτερίᾳ ἔκβασιν· τοῦτ’
ἔστι ποιήσει ὑμᾶς αὐτίκα καρτερικοὺς καὶ ὑπομένειν ἱκανοὺς,
ὥστε μηδὲν ὑμᾶς ἐκ τοῦ πειρασμοῦ βλάπτεσθαι, ἀλλὰ μᾶλλον
καὶ μεγάλα κερδαίνειν.</p><lb n="14"/><p>Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας. <lb n="25"/>
<lb n="15"/> ὡς φρονίμοις λέγω, κρίνατε ὑμεῖς ὅ φημι. τὸ
ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ
αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ
<lb n="17"/> κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; ὅτι εἷς
ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ <lb n="30"/>
ἕνος ἄρτου μετέχομεν.</p><p>Σευηριανοῦ. Ὁρᾷς ὅτι πάντα προσειρημένα αὐτῷ
ἕνεκα κατεσκευάζετο;</p><p>Θεοδωρίτου. κατὰ μέρος αὔξει τὴν κατηγορίαν, καὶ δείκνυσι

<pb n="193"/>
τὴν ἀδιάφορον τῶν εἰδωλοθύτων μετάληψιν, οὐδὲν διαφέρουσαν τῆς
τῶν εἰδώλων λατρείας. “ὡς φρονίμοις λέγω·” μέτα ἐπαίνου
προσφέρει τὸν ἔλεγχον, δεκτὸν αὐτὸν τῇ εὐφημία πραγματευόμενος·
“κρίνατε ὑμεῖς ὁ Φημι.” ὑμῖν κέχρημαι δικασταῖς· οἰδα
ὑμῶν τὸ συνετόν. “τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν· οὐχὶ <lb n="5"/>
“κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; ὁ ἄρτος ὃν κλῶμεν,
“οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; ὅτι εἷς ἄρτος,
“ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν. οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου
“μετέχομεν·” τῶν ἱερῶν ἀπολαύσαντες μυστηρίων, οὐχ αὐτῷ
κοινωνοῦμεν τῷ δεσπότῃ· οὗ καὶ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα εἶναι <lb n="10"/>
Φαμεν; καὶ πάντες εἰς ἓν σῶμα τελοῦμεν, ἐπειδὴ πάντες ἐκ
τοῦ ἑνὸς ἄρτου μεταλαγχάνομεν.</p><p>Ἰωάλλου. Θεραπεύει λοιπὸν αὐτοὺς, πολλὰ αὐτοὺς
ὅρα δὲ, οὐκ ἔτι διὰ μόνην τὴν βλάβην τῶν ἀσθενεστέρων
ἀδελφῶν κωλύει αὐτοὺς ἐσθίειν τὰ εἰδωλόθυτα, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ <lb n="15"/>
καθ’ ἑαυτὸ τὸ ἐσθίειν διαβάλλει, εἰδωλολατρείαν τὸ πρᾶγμα καλῶν.
“ὡς φρονίμοις λέγω·” ἐπειδὴ ἐξῇρε τὸ ἐσθίειν εἰδωλόθυτα,
εἰδωλολατρείαν τὸ πρᾶγμα προσειπὼν, καὶ διὰ τοῦτο καθήψατο
αὐτῶν, λοιπὸν πειρᾶται θεραπεῦσαι τὸ βραχὺ τοῦ λόγου, καὶ φησὶ,
ὑμεῖς φρόνιμοι ὄντες, κρίνατε τὸ πρᾶγμα· καὶ εὔχεται αὐτὸ εὑρεῖν <lb n="20"/>
εἰδωλολατρείαν. τοῦτο δὲ ποιεῖ, καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑπευθύνους καθίζει
δικαστάς· δεικνὺς ὅτι σφόδρα θαρρεῖ τοῖς οἰκείοις λόγοις ὡς ἀληθέσι.
λοιπὸν κατασκευάζει εἰδωλολάτρας ὄντας καὶ κοινωνοὺς
εἰδώλων τοὺς ἐσθίοντας εἰδωλόθυτα. “τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας
“ὃ εὐλογοῦμεν.” ὃ μετὰ χεῖρας ἔχοντες εὐλογοῦμεν τὸ χαρισάμενον <lb n="25"/>
ἡμῖν τὸ αἷμα αὐτοῦ, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος Χριστοῦ
ἐστι; συνάπτει γὰρ τῷ Χριστῷ τὸ αἷμα αὐτοῦ ὡς μέλη κεφαλῇ
διὰ τῆς μεταλήψεως. “τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ
“σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν;” ὅπερ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ οὐ πέπονθεν
ὁ Κύριος, “ὀστοῦν γὰρ αὐτοῦ,” φησὶν, “οὐ συντριβήσεται.” <lb n="30"/>
τοῦτο δι’ ὑμᾶς ὑπομένει κατακλώμενος, ἵνα συνάψῃ ἡμᾶς ἑαυτῷ·
“ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοὶ ἐσμεν.” ἐπειδὴ εἶπεν κοινωνία
τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, δοκεῖ δὲ τὸ κοινωνοῦν ἕτερον εἶναι παρ’
ἐκεῖνο ὃ κοινωνεῖ, νῦν θέλει δεῖξαι ὅτι οὐ κοινωνοῦμεν, ἀλλ’ αὐτὸ
τὸ σῶμα ἐσμὲν χριστοῦ οἱ πάντες, ὥσπερ ἀμέλει σῶμά ἐστιν <lb n="35"/>

<pb n="194"/>
τῆς κεφαλῆς τὸ λοιπὸν σῶμα· καθάπερ γὰρ, φησὶ, ὁ ἄρτος ἐκ
πολλῶν κόκκων εἰς γίνεται ἄρτος· οὕτω, φησὶ, καὶ ἡμεῖς πολλοὶ
ὄντες, ἓν γινόμεθα σῶμα Χριστοῦ· “οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς
“ἄρτου μετέχομεν.” εἶτα ἐπάγει καὶ λογισμὸν, πῶς γινόμεθα
σῶμα Χριστοῦ. τί γάρ ἐστι σῶμα; φησὶν, ὁ ἄρτος δῆλον ὅτι <lb n="5"/>
σῶμα Χριστοῦ. τί δὲ γίνεται ὁ μεταλαμβάνων; δῆλον ὅτι σῶμα
Χριστοῦ. μετέχοντες γὰρ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς
ἐκεῖνο γινόμεθα· ἐπειδὴ γὰρ ἡ παλαιὰ σὰρξ ἐφθάρη ὑπὸ τῆς
ἁμαρτίας, ἐδέησεν ἡμῖν σαρκὸς νέας.</p><p>Φωρίου. Ἀπόδειξίς ἐστι τοῦ εἰρημένου τὸ ἐπαγόμενον· πόθεν<lb n="10"/>
γὰρ δῆλον, Φησί; “ὅτι τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν κοινωνία τοῦ σώμα-
“τος τοῦ Χριστοῦ ἐστίν.” τοῦτ’ ἔστιν εἰς κοινωνίαν ἡμᾶς τοῦ
σώματος συνάγει τοῦ Χριστοῦ. πόθεν δῆλον; ὅτι ἓν σῶμα ἐσμὲν
καὶ καλούμεθα, πάντες Χριστῷ συναπτόμενοι ὡς τοῦ κοινοῦ
σώματος κεφαλῇ. εἰ οὖν μὴ τῷ σώματι αὐτοῦ καὶ τῷ αἵματι <lb n="15"/>
εἰς κοινωνίαν συνηγόμεθα, τίνι ἂν ἑτέρῳ ἓν σῶμα ἦμεν καὶ
ἐκαλούμεθα;</p><lb n="18"/><p>Βλέπετε τὸν Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες
<lb n="19"/> τὰς θυσίας, κοινωνοὶ τοῦ θυσιαστηρίου εἰσί; τί οὖν
φημι; ὅτι εἴδωλόν τί ἐστιν; ἢ ὅτι εἰδωλόθυτόν τι
<lb n="20"/> ἐστιν; ἀλλ’ ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει, καὶ <lb n="20"/>
οὐ Θεῶ· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων
<lb n="21"/> γίνεσθαι. οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον
δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν
<lb n="22"/> καὶ τραπέζης δαιμονίων. ἢ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον;
μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν;</p><lb n="25"/><p>Θεοδωρίτου. Ἀποβλέψατε δὲ καὶ εἰς τὸν Ἰσραὴλ, καὶ
ὡς τῶν ἱερείων μεταλαμβάνοντες, αὐτῷ κοινωνοῦσι τῷ θυσιαστηρίῳ·
ἐπειδὴ ἐκ τοῦ ἑνὸς ἱερείου τὰ μὲν ἐκεῖ προσφέρουσιν, τὰ δὲ αὐτοὶ
ἐσθίουσιν. κατὰ σάρκα δὲ τὸν Ἰσραὴλ ἐκάλεσεν, τῇ ἀπιστίᾳ
προσμείναντα· ὡς τῶν πεπιστευκότων πνευματικοῦ Ἰσραὴλ χργματιζόντων. <lb n="30"/>
“τί οὑν, φημί; ὅτι εἴδωλον τί ἐστιν; ἢ ὅτι εἱδω-
“ λόθυτόν τι ἔστιν; ἀλλ’ ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει,
“καὶ οὐ Θεῷ.” ἀλλὰ μηδείς με οἰέσθω λέγειν ὡς ἰσχύν τινα

<pb n="195"/>
τῶν εἰδωλοθύτων ἐχόντων, καὶ φύσει μιᾶναι τὸν μεταλαμβάνοντα
δυναμένων. οὐ γὰρ τοῦτο λέγω· ἀλλ’ ὅτι οἱ τῇ δεισιδαιμονίᾳ δουλεύοντες
τοῖς δαιμονίοις τὰς θυσίας προσφέρουσιν· “οὐ θέλω δὲ
“ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γένεσθαι.” εἶτα πλείονα ἐντίθησι
Φόβον. “οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμο- <lb n="5"/>
“νίων.” καὶ γὰρ ἐκεῖνοι τῶν σπονδῶν ἀπεγεύοντο. εἰτα λοιπὸν ὡς
ἐπὶ ἀποδεδειγμένοις, “οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ
“τραπέζης δαιμονίων.” πῶς οἷόν τε ὑμᾶς καὶ τῷ Κυρίῳ κοινωνεῖν
διὰ τοῦ τιμίου αὐτοῦ σώματός τε καὶ αἵματος, καὶ πάλιν τοῖς
δαίμοσι διὰ τῆς εἰδωλοθύτου τροφῆς;</p><lb n="10"/><p>Θεοδωρου. Παραζηλοῦν λέγεται τὸ ἀπό τινων δύο, ποτὲ
τοῦτον θαυμάζειν, ποτὲ δὲ ἐκεῖνον· ἐπὶ τὸ εἰς εὔνοιαν ἀμφοτέρους
ἀγαγεῖν ἑαυτοῦ. τοῦτο δὲ παρὰ μὲν ἐλάττονος εἰς μείζονας οὐκ
ἄν ποτε γένοιτο. πότε γὰρ ἃν παροξυνθείη ὁ ὑπερέχων ἐπὶ τῇ
παρὰ τοῦ ἐλάττονος εἰς ἕτερον γινομένῃ τιμῇ. γίνεται δὲ παρὰ <lb n="15"/>
τῶν καθότι δήποτε ὑπερεχόντων. οἱ γὰρ ἐλάττονες καὶ ἐφίενται
τῆς παρὰ τῶν μειζόνων τιμῆς, καὶ ἀποτυγχάνοντες δάκνονται.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐπειδὴ γέγραπται ὁ Θεὸς λέγων διὰ
αὐτοῖς “παρεζήλωσάν u με ἐπ’ οὐ θεοῖς x, παρώργισάν με ἐν
“εἰδώλοις αὐτῶν.” οἱ δὲ Κορίνθιοι εἰδωλόθυτα ἤσθιον· διὰ τοῦτο <lb n="20"/>
φησὶν, “ἣ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον;” ἀντὶ τοῦ παροξύνομεν
αὐτόν. “μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν;” ἔδειξεν διὰ τούτου, ὅτι
οὐ θέλει ὁ Κύριος εἰδωλόθυτα ἡμᾶς ἐσθίειν. μὴ τοίνυν, φησὶ, θέλε,
ἃ μὴ θέλει ὁ Κύριος, ὡς ἰσχυρότερος αὐτοῦ καὶ συνετώτερος.
Θεοδωρίτου. Τὸ “παραζηλοῦμεν.” ἀντὶ τοῦ παρακνίζομεν <lb n="25"/>
τέθεικεν.</p><p>Ἰωάλλου. Μὴ γὰρ τοῦτο, φησὶν, λέγω, ὡς ἐχόντων τινὰ
τῶν εἰδώλων ἣ τῶν θυομένων αὐτοῖς, καὶ διὰ τοῦτο δυναμένων ἣ
βλάψαι ἣ ὠφελῆσαι. οὐχὶ φησίν. ἐπειδὴ γὰρ ἐσπουδαιολογήσατο
περὶ τῶν εἰδώλων, ἐφοβήθη μὴ νομίζωσιν ἔχειν τινὰ ἰσχὺν <lb n="30"/>
αὐτά· ὅτι φησὶ τὰ θύματα οὐ Θεῷ ἀλλὰ δαίμοσι θύεται. μὴ
τοίνυν τρέχετε ἐπὶ τὰ μισητὰ Θεῷ· καὶ γὰρ εἰ βασιλικῆς μετεῖχες
τραπέζης, σὺ δὲ ταύτην ἀφεὶς, ἐπὶ τὰς τῶν καταδίκων
<note type="footnote">u Deut. xxxii. 21. x θεῷ Sept.</note>

<pb n="196"/>
ἔτρεχες, εὑ ἐποίεις. οὐκ ἐπειδὴ ἔβλαπτεν ἣ ὠφέλει ἐκείνη, ἀλλ’
ὅτι ἐνύβριζες τὴν βασιλικὴν τράπεζαν· εἰ γὰρ οἱ τῆς μυστικῆς
μετέχοντες τραπέζης, κοινωνοῦσι Θεῷ, οἱ δαιμόνων μετέχοντες
τραπέζης, δῆλον ὅτι δαίμοσι κοινωνοῦσιν.</p><p>Φωτίου. Οὐχ ὅτι ἐστὶ τὰ εἴδωλα, διὰ τοῦτο κωλύω τῶν εἰδωλοθύτων <lb n="5"/>
γεύεσθαι. προείρηται γὰρ ὅτι τῶν μὴ ὄντων ἐστὶν καὶ
ἀνυπάρκτων κατ’ οὐσίαν, καὶ οὔτε βλάβην οὔτε ὠφέλειαν ἔχουσιν
ἰσχὺν προξενῆσαί τινι. ἀλλὰ διὰ τοῦτο κωλύω, ὅτι διὰ τῶν εἰδώλων
τοῖς δαίμοσι προσάγεται καὶ θυσία. πῶς οὖν οὐκ αὐτόθεν
βδελυκτὸν καὶ φευκτὸν τὸ μεταλαμβάνειν δαιμονικῆς θυσίας καὶ <lb n="10"/>
δι’ αὐτῆς αὐτοῖς ἐκείνοις ἔρχεσθαι εἰς κοινωνίαν; εἶτα καὶ διὰ τῆς
παραθέσεως τῆς κυριακῆς τραπέζης καὶ τοῦ κυριακοῦ ποτηρίου
μᾶλλον ἐλέγχει τὸ ἄτοπον τῶν γευομένων, ἅ ἐστιν εἰδωλόθυτα·
καὶ ὅρα τὸ σοΦόν· καταρχὰς μὲν ἠρέμα πῶς ἥπτετο τῶν ἐλέγχων,
προιὼν δὲ ὡς ἐνταῦθα, λίαν πικρῶς ἐπεμβαίνει.</p><lb n="15"/><lb n="23"/><p>Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πά
<lb n="24"/> μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ. μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ
<lb n="25"/> ζητείτω, ἀλλὰ καὶ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος. πᾶν τὸ ἐν
μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε, μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ
<lb n="26"/> τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλῆ ῥὼ μὰ <lb n="20"/>
ἀύτης.</p><p>Φεοδωρίτου. “Πάντα μοι ἔξεστιν;” κατ’ ἐρώτησιν
εἰτα κατὰ ἀπόκρισιν, “ἀλλ’ οὐ πάντα συμΦέρει.”
“πάντα μοι ἔξεστι;” καὶ τοῦτο ὁμοίως· “ἀλλ’ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ.”
ἔξεστί σοι δι’ ἣν λέγεις γνῶσιν ποιεῖν ἅπαντα. ἀλλ’ <lb n="25"/>
οὔτε σοὶ συμφέρει τὸ βλάπτειν ἑτέρους, οὔτε ἐκείνους οἰκοδομεῖ
τὸ παρὰ σοῦ γιγνόμενον. ἀλλὰ τέλειος εἶ’, ἀλλὰ προσήκει σε y
καὶ τῶν ἀσθενεστέρων ἐπιμελεῖσθαι· τοῦτο γὰρ ἐπήγαγεν· “μη-
“δεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω· ἀλλὰ καὶ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος.”
ἐπειδὴ δὲ παντελῶς τὴν τῶν εἰδωλοθύτων μετάληψιν ἀπηγόρευσεν, <lb n="30"/>
πλήρεις δὲ ἦσαν αἱ πόλεις κατ’ ἐκεῖνο τοῦ καιροῦ τῶν
τοιούτων κρεῶν, καὶ εἰκὸς ἦν τοὺς μὲν τὸν ἀποστολικὸν ἀγωνιῶν-
<note type="footnote">y προσήκεισθε Cod.</note>

<pb n="197"/>
τὰς νόμον, μηδαμῶς ὠνεῖσθαι· τοὺς δὲ διὰ γαστριμαργίαν τοῦ
νόμου καταφρονεῖν· ἀναγκαίως περὶ τούτου νομοθετεῖ τὰ προσήκοντα.</p><p>Ἰωάννου. Ἐὰν γὰρ ἀγνοῶν, φησὶ, φάγῃς καὶ μὴ εἰδῇς,
ὑπόκεισαι τιμωρίᾳ. τῆς γὰρ ἀγνοίας λοιπὸν τὸ πρᾶγμα, οὐ τῆς <lb n="5"/>
λαιμαργίας z. καὶ οὐ ταύτης μόνον αὐτὸν ἀπαλάττει τῆς ἀγώνιας,
ἀλλὰ καὶ ἑτέρας, πολλὴν ἄδειαν καὶ ἐλευθερίαν αὐτοῖς
κατασκευάζων. οὐδὲ γὰρ ἀνακρίνειν ἀφίησι, τοῦτ’ ἔστιν ἐξετάζειν
καὶ πυνθάνεσθαι, εἴτε εἰδωλόθυτον, εἴτε μὴ τοιοῦτον, ἀλλ’
ἁπλῶς ἐσθίειν ἅπαν τὸ ἐξ ἀγορᾶς· μὴ δὲ τοῦ μανθάνειν ὅτι ποτέ <lb n="10"/>
ἐστι τὸ προκείμενον αὐτὸν παρέχειν τὰς ἀφορμάς· ὥστε ἐστι καὶ
φορὰ, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς διανοίας ποιοῦντα ἀκάθαρτον. διὰ τοῦτο φησὶ,
“μηδὲν ἀνακρίνοντες.” τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ οἱ καρποὶ, καὶ
τὰ a εἰ ’δε αὐτοῦ πάντα, οὐδὲν ἀκάθαρτον. ἀλλ’ ἑτέρως
ἀκάθαρτον γίνεται, ἀπὸ τῆς διανοίας καὶ τῆς παρακοῆς.</p><lb n="15"/><p>Οἰκουμενίου. Μὴ γὰρ τοῦτο, φησὶν, μόνον ζητεῖ, εἰ
σὺ ἐσθίεις συνειδήσει, ἀλλ’ εἰ καὶ τὸν ἀδελφόν σου ὠφελεῖ τὸ
γινόμενον.</p><p>Φωτίου. Ἀντιπίπτειν δοκοῦν λέγει λύει. ἐπειδὴ γὰρ
σφοδρότητος τῶν εἰδωλοθύτων κατέδραμεν, καὶ τοὺς ἐσθίοντας <lb n="20"/>
ἐπετίμησεν, ἵνα μή τις εἴπῃ τι οὖν; ἀποσχέσθαι ἄρα δεῖ ἡμᾶς
καὶ τῶν ἐν ἀγορᾷ κρεῶν προκειμένων; ἣ ἀνάγκην σχοίημεν ἃν
περιιέναι τὰς ἀγορὰς, καὶ ἐπερωτᾶν καὶ ἀνακρίνειν μὴ ποτὲ εἰδωλόθυτον
εἴη; εἰς τοιαῦτα ἡμῶν συγκλείσομεν καὶ συνελάσομεν
τὸν βίον; ἵνα οὖν μὴ τοιαῦτα τινὲς ἀντιτείνειν ἔχοιεν, προφθάσας <lb n="25"/>
αὐτὸς δίδωσι τὰς λύσεις, καὶ φησὶ, μήτε τὰ ἐν ἀγορᾷ ἀνάγκην
εἶναι παραιτεῖσθαι, μήτε ἀνακρίνειν καὶ ἐπερωτᾶν ἄρα εἰδωλόθυτόν
ἐστιν ἢ οὓ, ἀλλ’ ἐκείνων ἀπέχεσθαι μόνων περὶ ὧν τις φθάσας
ἐμήνυσεν εἰδωλόθυτα εἰναι.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.“ Πᾶν’ τὸ ἐν μακέλλῳ,” Φησὶν, “ἐσθίετε”
διστάζοντες κατὰ συνείδησιν μηδὲ ἀνακρίνοντες καὶ ἐπερωτῶντες
δι’ αὐτὴν, ἵνα ταύτην ἀμφίβολον οὖσαν θεραπεύσητε· οὐ γὰρ
ἐβούλετο δύσκολον αὐτοῖς τὴν μετάληψιν παρασκευάσαι τῆς
<note type="footnote">z λεμαργίας Cod. a Sic.</note>

<pb n="198"/>
τροφῆς, ἵνα μὴ ἐκ τούτου ὀλιγωρήσαντες, τὸ πᾶν τῆς ἀκριβείας,
ὡς ἀδυνάτου τῆς ἐντολῆς οὔσης, εἰς τὸ φυλαχθῆναι παραλύσωσιν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.“Μηδὲν διὰ τὴν συνείδησιν ἀνακρίνοντες.” τοῦτ'
ἐστι μηδὲν ἕνεκεν αὐτῆς ἐπερωτῶντες καὶ ἀνακρίνοντες· δεῖ γὰρ <lb n="5"/>
αὐτὴν καθαρὰν καὶ ἀδίστακτον ἐσθίοντας ἔχειν, καὶ μὴ δεῖσθαι
πληροφορίας ἄλλης τῆς ἀπὸ τῆς ἀνακρίσεως.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Ἐπειδὴ ἀνωτέρω ὅτε τὰ ἐν μακέλλῳ πωλούμενα
οὐκ ἐκώλυεν ἐσθίειν, ἐπήγαγεν, “τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλή-
“ρωμα αὐτῆς,” τοῦτ’ ἐστι τὰ ἐν αὐτῇ πάντα. ταῦτα γάρ εἰσι <lb n="10"/>
τὰ πληροῦντα αὐτὴν καρποὶ, καὶ ζῷα καὶ τὰ ὅμοια· εἶτα προιὼν
λέγει, ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τι οὑν; νῦν οὐκ ἔστιν ἡ γῆ τοῦ
Κυρίου καὶ τὰ ἐν αὐτὴ; ἀλλ’ ὅτε μὲν οὐκ ἐκώλυες ἐσθίειν, τοῦ
Κυρίου ἦν, νῦν δὲ οὐκ ἔστιν; ἵνα οὖν μὴ ἐξῇ λέγειν τοῦτό τινι,
πάλιν τίθησι τὸ αὐτὸ, καὶ φησὶ, τοῦ Κυρίου μὲν ἡ γῆ καὶ τὰ <lb n="15"/>
ἐν αὐτῇ, ὅπερ καὶ πρόσθεν εἶπον, ἀλλὰ διὰ τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν
συνείδησιν αὐτοῦ, οὐ δεῖ γεύσασθαι ἐκείνων τῶν εἰδωλοθύτων· εἰ
γὰρ “τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς,” αὐτὸς οὐδενὸς
ποιήσει ὑμᾶς ἔχειν ἐνδεῶς. κἂν ταύτης δι’ αὐτὸν ἀπόσχησθε τῆς
εἰδωλοθύτου θοίνης. ἢ ἐπεὶ τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, πολλῷ <lb n="20"/>
μᾶλλον καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁ ἐν αὐτῇ. διὰ γοῦν τοῦτον τὸν μηνύσανα,
ὅς ἐστι τοῦ Κυρίου, καὶ τοὺς ἄλλους, ἴσως τοὺς μηνύοντος
ἀκούοντας, ἵνα μὴ βλαβῶσι, μὴ ἐσθίετε· “τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ
“καὶ τὰ ἐν αὐτῇ·” οὐ γὰρ ὅτε μὲν ἔδει φαγεῖν, τοῦτο ἔδει ἐννοεῖν,
ὅτε δὲ μὴ ἐσθίειν, τοῦτο παρορᾶν· ἀλλ’ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχοντας, καὶ <lb n="25"/>
τότε εὐχαρίστως ἐσθίειν· ὡς τοῦ Κυρίου παρασχόντος ἡμῖν εἰς
βρῶσιν, ταῦτα καὶ νῦν εἰκότως μὴ ἐσθίειν, ὡς φυλαττόμενος σκανδαλίζειν
τοὺς τοῦ Κυρίου δούλους καὶ ὁμοδούλους ἡμῶν.</p><lb n="27"/><p>Εἰ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων, καὶ θέλετε πορεύεσθαι,
πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε, μηδὲν <lb n="30"/>
<lb n="28"/> ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν. ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ;
τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε, δι’ ἐκεῖνον τὸν
μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ
<lb n="29"/> καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. συνείδησιν δὲ λέγω, οὐχὶ τὴν

<pb n="199"/>
ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. ἵνα τί γὰρ ἡ ἐλευθερία
<lb n="30"/> μοῦ κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως; εἰ δὲ ἐγὼ χάριτι
μετέχω, τί βλασφημοῦμαι ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῶ;</p><p>Θεοδωρίτου. Οὐκ ἐκέλευσεν καλούμενον ἀπελθεῖν, οὔτε
ἐκώλυσεν· τῆ δὲ τῶν καλουμένων ἐξουσιᾷ τὸ πρακτέον ἐπέτρεψεν· <lb n="5"/>
οὐδὲ γὰρ οἷόν τε ἦν τοὺς ἀπίστους ἀγρεύεσθαι τῆς ἐπιμιξίας κωλυομένης.
“ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ· τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ
“ἐσθίετε δι’ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· συνείδησιν
δὲ λέγω οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. τοῦτο
τέθεικεν καὶ ἐπὶ τοῦ μὴ ἐσθίειν, διδάσκων ὡς καὶ μεταλαμβάνοντας <lb n="10"/>
εἰδέναι δεῖ ὡς τοῦ Κυρίου πᾶσα ἡ γῆ, καὶ ὅτι τῆς τῶν
εἰδώλων ἀσθενείας, σὺ μὲν καταφρονεῖς· ἐκεῖνος δὲ, τῇ πλάνῃ
δεδουλόμενος, βλάβην ἐντεῦθεν καρποῦται, εἰδωλοθύτων σε κρεῶν
μεταλαμβάνειν ἡγούμενος. τοῦτο γὰρ διδάσκει τὰ ἑξῆς, “ἵνα τί
“γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως;” ἐλευθερίαν <lb n="15"/>
καλεῖ τὴν χάριν τῆς πίστεως. τοῦτο γὰρ καὶ ἐν τοῖς μετὰ
ταῦτα διδάσκει.</p><p>Ἰωαννου. Ὅρα τὴν συμμετρίαν. οὐ γὰρ ἐπέταξε καὶ ἐνομοθέτησεν
ἀπιέναι, ἀλλ’ οὐκ ἐκώλυσεν· ἀπελθόντας δὲ πάλιν ἀπαλάσσει
πάσης ὑποψίας. τί δή ποτε; ἵνα μὴ δόξη φόβου τινὸς <lb n="20"/>
εἰναι ἡ τοσαύτη πολυπραγμοσύνη καὶ δειλίας. ὁ μὲν γὰρ περιεργαζόμενος,
ὡς δεδοικὼς τοῦτο ποιεῖ. ὁ δὲ μετὰ τὸ ἀκοῦσαι ἀπεχόμενος,
ὡς καταφρονῶν καὶ μισῶν καὶ ἀποστρεφόμενος ἀπέχεται·
διόπερ ὁ Παῦλος ἀμφότερα κατασκεύασαι βουλόμενος, φησὶ,
“πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε. εἰ δέ τις ὑμῖν εἴπῃ τοῦτο <lb n="25"/>
“εἰδωλόθυτόν ἐστι· μὴ ἐσθίετε διὰ τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνεί-
“δησιν.” τοῦτ’ ἐστιν ἵνα μὴ βλαβῇ. οὐκ οὖν δεῖ περιεργάζεσθαι;
οὐ φησί. οὐδὲ γὰρ τὴν σὴν εἶπον συνείδησιν καὶ τὸν
μηνύσαντα. καὶ πάλιν· “συνείδησιν δὲ λέγω, οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ,
“ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. εἰ ἐγὼ χάριτι μετέχω· τί βλασφημοῦμαι <lb n="30"/>
“ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῶ;” ἐγὼ μὲν φησὶν εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ,
ὅτι οὕτω μὲ ὑψηλὸν πεποίηκεν καὶ Ἰουδαϊκῆς ταπεινότητος ἀνώτερον,
ὡς μηδαμόθεν βλάπτεσθαι. ὡς δὲ Ἕλληνες οὐκ εἰδότες μου
τὴν ΦιλοσοΦίαν τἀναντία ὑποπτεύουσιν· ἐροῦσι γὰρ ὅτι Χριστιανοὶ

<pb n="200"/>
τῶν ἡμετέρων ἐφίενται, καὶ ὑποκριταί τινές εἰσι, διαβάλλοντες
μὲν δαίμονας καὶ ἀποστρεφόμενοι, ἐπὶ δὲ τὰς τραπέζας αὐτῶν
τρέχοντες. οὗ τί γένοιτ’ ἃν ἀναισθητότερον; πόσης οὖν ἀνοίας ἃν
εἴη, ὑπὲρ ὣν οὕτως εὐεργετήθην ὡς καὶ εὐχαριστεῖν, ὑπὲρ τούτων
βλασφημίας αἴτιον γίνεσθαι;</p><lb n="5"/><p>Φωτίου. Εἰ σὺ, φησὶ, ἐκ χάριτος γέγονας τέλειος,
εἰδέναι μηδὲν εἶναι τὰ εἴδωλα, καὶ κατηρτισμένην ἔχεις ψύχην
εἰς τὸ μηδὲν παραβλάπτεσθαι, κἂν μετασχεῖν βουληθῇς τῶν
εἰδωλοθύτων, τί βλασφημεῖσθαι σαυτὸν παρασκευάζεις καὶ διὰ
σοῦ τὴν πίστιν καὶ τὸν Θεόν; καὶ τότε ἐπ’ ἐκείνῳ ὑπὲρ οὗ μᾶλλον <lb n="10"/>
ὠφέλεις εὐχαριστεῖν τελειωθεὶς τὴν διάνοιαν; αὐτὸς δὲ ἐφ’ ἑαυτοῦ
τὸν λόγον ἐσχημάτισεν, μετριώτερον τὸν ἔλεγχον ποιῶν· εἶτα
ἐπάγει, “εἴτε ἐσθίετε καὶ ἑξῆς, ὅτε τῶν ἐλέγχων ἔπαυσεν, τότε
τὸν εἰς ἑαυτὸν λύσας μετασχηματισμὸν, ἐξ εὐθείας αὐτοῖς παραινεῖ
λέγων, “εἴτε ἐσθίστε” καὶ ἑξῆς.</p><lb n="15"/><lb n="31"/><p>Εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα
<lb n="32"/> εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. ἀπρόσκοποι γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις
<lb n="33"/> καὶ Ἕλλησι καὶ τῆ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ· καθὼς
κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον,
<lb n="1"/> ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι. μιμηταί μου <lb n="20"/>
γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ.</p><p>Θεοδωρίτου. Καλῶς ἅπαντα περιέλαβεν καὶ τὸ καθίσαι
τὸ βαδίζειν καὶ τὸ διαλέγεσθαι, καὶ τὸ ἐλεεῖν καὶ τὸ παιδεύειν·
ὥστε πάντων ἕνα ἡγεῖσθαι σκοπὸν, τὴν τοῦ Θεοῦ δόξαν. οὕτω καὶ
ὁ Κύριος παρηγγύησεν, “λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν <lb n="25"/>
“ἀνθρώπων, ἵνα γνόντες τὰ καλὰ ἔργα ὑμῶν, δοξάζωσι τὸν Πα-
“τέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.” οὕτω κἀνταῦθα ἀπρόσκοποι
γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις καὶ Ἕλλησι καὶ τῆ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ.
ἐξ ὑμῶν πρόφασις σκανδάλου μηδεμία γινέσθω, μήτε τοῖς
ἀπιστοῦσι, μήτε τοῖς ἤδη πιστεύσασιν. “καθὼς ἐγὼ πάντα <lb n="30"/>
“πᾶσιν ἀρέσκω.” ἀλλὰ τοῦτο κολάκων ἴδιον· ἀλλὰ τὸ ἑξῆς
λεγόμενον, οὐ τῶν τοιούτων, “μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον,
“ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν ἵνα σωθῶσιν.” οἱ δὲ κόλακες οὐ τὸ ἀλλότριον
συμφέρον, ἀλλὰ τὸ οἰκεῖον ζητοῦσιν· μᾶλλον δὲ οὐδὲ τὸ

<pb n="201"/>
οἰκεῖον· ἑαυτοὺς γὰρ πρὸ τῶν ἄλλων λυμαίνονται· ὁ δὲ θεῖος
Ἀπόστολος τὸ μὲν οἰκεῖον οὐκ ἐζήτει· τὴν δὲ τῶν ἄλλων ἐπραγματεύετο
σωτηρίαν· δι’ ἐκείνων αὔξων τὸν ἀνώλεθρον πλοῦτον.
“μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ·” ταύτας μου τὰς
οἰκονομίας ζηλώσατε· καὶ γὰρ ἐγὼ τὸν δεσπότην μεμίμημαι· ὃς <lb n="5"/>
ἑτέρως μὲν Ἰουδαίοις, ἑτέρως δὲ τοῖς Ἀποστόλοις ὡμίλει· καὶ
ἄλλα μὲν τοῖς τελείοις, ἀλλὰ δὲ τοῖς ἀτελέσι προσέφερεν.</p><p>Ἰωάννου. Οὕτω, Φησὶ, πάντα πράττετε· ἵνα δοξάζεσθαι
Θεὸν ἀφορμὰς παρέχητε· ὡς ταγὲ νῦν γινόμενα καὶ ἀδοξίαν τῇ
πίστει προστρίβεται, καθὼς εἴρηται, “ἀπρόσκοποι γίνεσθε·” τοῦτ’ <lb n="10"/>
ἔστι μηδεμίαν μηδενὶ ψόγου παρέχοντες ἀφορμήν· ἔσται δὲ
τοῦτο, ἐὰν μήτε Ἕλληνα μήτε Ἰουδαῖον σκανδαλίσωμεν, μήτε
μὴν τοὺς ἀδελφούς· οὗτοι γὰρ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. ὅρα δὲ τὸ
μεῖζον ἔσχατον εἶπεν. καὶ γὰρ καὶ τοὺς ἄλλους ἐφέλκεσθαι
προσήκει πρὸς τὴν πίστιν, οὐ μὴν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς διώκειν. <lb n="15"/>
σημαίνει δὲ ἐκ τούτων πάντας σκανδαλιζόμενος, ἐκ τοῦ ἐσθίειν
αὐτοὺς εἰδωλόθυτα. εἶτα ἐπειδὴ δυσχερὲς ἐπέταξεν, ὑπευθύνους
γὰρ αὐτοὺς ἐποίησεν, καὶ τῆς Ἰουδαίων καὶ Ἐλλήνων βλάβης,
ἑαυτὸν εἰς παράδειγμα τέθεικεν· εὐπαράδεκτον ταύτῃ κατασκευάζων
τὸν λόγον. ὡς εἰ εἰπεν, “εἰς πάντα πᾶσιν ἀρέσκω.” ὅπερ <lb n="20"/>
καὶ ἄνω ἔλεγεν, “τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινας
“σώσω.” “μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμΦέρον.” ὥς ὁτ’ ἃν ἔλεγεν,
“εὐχόμην ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χρίστου ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν καὶ
“τῶν συγγενῶν μου.” τοῦτο γὰρ μίμησις Χριστοῦ, τὸ μὴ ἑαυτοῦ,
ἀλλὰ τῶν πλησίων κήδεσθαι c.</p><lb n="25"/><p>Φωτίου. Τὸ τῶν πολλῶν, φησὶ, συμφέρον, ἤπερ τὸ
ἐπειδὴ ἔνιοι ζητοῦσι μὲν τὸ τῶν πολλῶν, ἀλλ’ οἱ μὲν ἵνα κερδήσωσιν
αὐτῶν τὴν εὔνοιαν, ἐπὶ τῷ σφίσιν λυσιτελοῦν· οἱ δὲ ἵνα
παρ’ αὐτῶν ἐπαινεθῶσιν· οἱ δὲ ἵνα ἄλλου τινὸς ἐπιτύχωσι τοιούτου.
αὐτὸς τὸ τῶν πολλῶν φησὶ συμφέρον ἤπερ τὸ ἐμαυτοῦ. δείκνυσιν <lb n="30"/>
ἐφ’ ὅτῳ αὐτοὺς ἐσπούδασεν ἀρέσκειν, καὶ φησὶν, ὅτι ἐπὶ τὸ ἐκείνοῖς
συμφέρον, καὶ οὐχ ἁπλῶς συμφέρον ἀλλ’ ἔτι σαφέστερον ἵνα
σωθῶσί, φησι.</p><note type="footnote">c κείδεσθαι Cod.</note><pb n="202"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><head>ΚΕΦ. ς.</head><p>Περὶ σχίσματος ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἐν εὐχαῖς καὶ προφητείαις.</p><lb n="2"/><p>Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς ἀδελφοὶ, ὅτι πάντα μου μέμνησθε,
καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν, τὰς παραδόσεις κατέχετε.
<lb n="3"/> θέλω δὲ ὑμᾶς εἰδέναι, ὅτι παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ <lb n="5"/>
Χριστός ἐστι· κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνήρ· κεφαλὴ δὲ
Χριστοῦ ὁ Θεός.</p><p>Θεοδωρίτου. Οὕτω συμπεράνας τὴν περὶ τῶν
κατηγορίαν, ἕτερα πάλιν ἁμαρτήματα διορθοῦται. καὶ γὰρ εἰώθεσαν
αἱ Κορινθίων γυναῖκες οὐδὲ κατὰ τὸν τῆς προσευχῆς καιρὸν <lb n="10"/>
καλύπτειν τὰς κεφαλάς. ἔνιαι δὲ ἐπ’ εὐγλωττίᾳ σεμνυνόμεναι,
καὶ διδάσκειν ἐπεχείρουν ἐν ἐκκλησίᾳ· τοῦτο τοίνυν ἐνταῦθα
διορθοῦται. “ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς ἀδελφοὶ, ὅτι πάντα μου μέμνησθε,
“καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις, κατέχετε.” οὐ δὲ
οὗτος ὁ ἔπαινος ἀληθὴς, καταμέμφεται γὰρ μᾶλλον αὐτοῖς, ὡς <lb n="15"/>
τοὺς τεθέντας οὐ φυλάξασιν ὀροὺς.</p><p>Σευηριανοῦ. Προτρεπόμενος μᾶλλον ἢ ἀποδεχόμενος
ἵνα ἑξῆς τὴν παραίνεσιν βεβαιώσῃ ἐν αὐτοῖς. “θέλω δὲ ὑμᾶς
“εἰδέναι, ὅτι παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστι. κεφαλὴ
“δὲ γυναικὸς ὁ ἀνὴρ, κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ ὁ Θεός.” <lb n="20"/>
Ἰωάλλου. Ἐνταῦθα ἐΦ᾿ ἕτερον πρόεισι λοιπόν. τί δὲ
ἦν; αἱ μὲν γυναῖκες ἀνακεκαλυμμέναι καὶ γυμνὴ τῇ κεφαλῇ καὶ
ηὔχοντο καὶ προεφήτευον· καὶ γὰρ προεφήτευον τότε γυναῖκες·
οἱ δὲ ἄνδρες καὶ ἐκώμων, ἅτε ἐν φιλοσοφίᾳ διατρίψαντες, καὶ
περιεβάλλοντο τὰς κεφαλὰς εὐχόμενοι καὶ προφητεύοντες. ὅπερ <lb n="25"/>
ἑκάτερον Ἑλληνικοῦ νόμου ἦν. ἐπεὶ ὑπὲρ τούτων ἤδη παρῄνεσε
παρών· καὶ οἱ μὲν ἤκουσαν, οἱ δὲ ἠπίθησαν. διὰ τοῦτο διὰ τῆς
ἐπιστολῆς πάλιν ὥσπερ σοφὸς ἰατρὸς ἐπαντλεῖ τῷ λόγῳ διορθοῦται
τὸ ἁμάρτημα· ὅτι γὰρ παρῄνεσεν ἤδη παρὼν, δῆλον ἐξ
ὣν προοιμιάζεται· τίνος γὰρ ἕνεκεν οὐδὲν εἰπὼν περὶ τούτου οὐδαμοῦ <lb n="30"/>
τῆς ἐπιστολῆς ἔμπροσθεν, ἀλλ’ ἀπὸ ἐγκλημάτων ἑτέρων
ἐκβὰς, εὐθέως Φησὶν “ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς ὅτι πάντα μου μέμνησθε,
“καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις οὕτω κατέχετε;”

<pb n="203"/>
ὁρᾷς ὅτι οἱ μὲν ἤκουσαν, οὓς ἐπαινεῖ· οἱ δὲ παρήκουσαν, οὓς διορθοῦται
διὰ τῶν ἑξῆς, λέγων, “εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι,
“ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν.”</p><p>Ἄρχεται οὖν τοῦ ἐγκλήματος, καὶ λέγει, “θέλω δὲ ὑμᾶς
εἰδέναι, ὅτι παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστιν. ἀρ’ <lb n="5"/>
οὖν καὶ τοῦ Ἕλληνος; οὐδαμῶς· εἰ γὰρ σῶμα ἐσμὲν Χριστοῦ
καὶ μέλη ἐκ μέρους, καὶ ταύτῃ ἐκεῖνος ἡμῶν ἡ κεφαλὴ, τῶν
οὐκ ὄντων ἐν τῷ σώματι, οὐ δὲ ὡς μέρη τελειούντων, οὐκ ἃν εἴη
κεφαλή. ὥστε ὁτ’ ἃν εἴπῃ παντὸς u δεῖ προσυπακούειν.
“κεφαλὴ δὲ γυναικὸς, ὁ ἀνήρ. κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ ὁ Θεός.” <lb n="10"/>
ἐνταῦθα ἐπιπηδῶσιν οἱ αἱρετικοὶ, ἐλάττωσίν τινα ἐκ τῶν εἰρημένων
ἐπινοοῦντες τῷ Υἱῷ. ἀλλ’ ἑαυτοῖς περιπίπτουσιν. εἰ γὰρ “κεφαλὴ
“γυναικὸς ὁ ἀνὴρ,” ὁμοούσιος δὲ ἡ κεφαλὴ τῷ σώματι, “κεφαλὴ
“δὲ τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεὸς,” ὁμοούσιος ὁ Υἱὸς τῷ Πατέρι· ἀλλ’
οὗτος, οὐχ ἑτεροούσιον ἐνταῦθα ἀποδεῖξαι βουλόμεθα, ἀλλ’ ὅτι <lb n="15"/>
ἄρχεται φησίν· τί οὑν πρὸς τοῦτο εἴποιμεν ἄν; ὅτι μάλιστα μὲν
ὅταν τι ταπεινὸν λέγηται μετὰ τῆς σαρκὸς ὄντος αὐτοῦ· οὐκ
εὐτέλεια τῆς θεότητός ἐστι τὸ λεγόμενον, τῆς οἰκονομίας δεχομένης
τὸ λεχθέν. πλὴν ἀλλ’ εἰπὲ, πῶς τοῦτο βούλει κατασκεύασαι
ἐκ τούτου νῦν, ὅτι ὥσπερ ἀνὴρ ἄρχει τῆς γυναικός, φησιν, <lb n="20"/>
οὕτως καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Χριστοῦ; οὐκ οὖν ὥσπερ ὁ Χριστὸς τοῦ
ἀνθρώπου, οὕτως καὶ ὁ Πατὴρ τοῦ Υἱοῦ; παντὸς γὰρ ἀνδρὸς φησὶν
ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστιν.</p><p>Καὶ τίς e ἂν ταῦτα καταδέξεται πότε; εἰ γὰρ ὅσον τὸ ὑπερέχον
τοῦ Υἱοῦ πρὸς ἡμᾶς, τοσοῦτον τοῦ Πατέρος πρὸς τὸν Υἱὸν, <lb n="25"/>
ἐννόησον εἰς ὅσην αὐτὸν ἄξεις τὴν εὐτέλειαν. ὥστε οὐ πάντα
ὁμοίως ἐξεταστέον ἐφ’ ἡμῶν καὶ τοῦ Θεοῦ, κἂν ὁμοίως λέγηται·
ἀλλ’ ἀπονεμητέον τῷ Θεῷ τὴν ἰδιάζουσαν ὑπεροχήν· καὶ τοσαύτην
ὅσην Θεῷ. εἰ γὰρ μὴ τοῦτο συγχωρήσῃς, πολλὰ ἕψεται τὰ
ἄτοπα. σκόπει δέ· “κεφαλὴ τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεός·” οὗτος δὲ τοῦ <lb n="30"/>
ἀνδρὸς, κἀκεῖνος τῆς γυναικός· οὐκ οὖν εἰ ἐπὶ πάντων ὁμοίως
ἐκλάβομεν τὴν κεφαλὴν, τοσοῦτον ἔσται ὁ Υἱὸς ἀφεστηκὼς τοῦ
Πατέρος, ὅσον ἡμεῖς αὐτοῦ· ἀλλὰ καὶ ἡ γυνὴ τοσοῦτον ἡμῶν
d Sic. e τῆς Cod.
<note type="footnote">D d 2</note>

<pb n="204"/>
ἀποστήσεται, ὅσον ἡμεῖς τοῦ Θεοῦ Λόγου. καὶ ὅπέρ ἐστιν ὁ Υἱὸς
πρὸς τὸν Πατέρα, τοῦτο καὶ ἡμεῖς πρὸς τὸν Υἱόν. καὶ ἡ γυνὴ
πρὸς τὸν ’ν πάλιν· καὶ τίς ταῦτα ἀνέξεται; ἀλλ’ ἑτέρως
ἐκλαμβάνεις ἐπὶ γυναικὸς καὶ ἀνδρὸς τὴν κεφαλὴν, καὶ οὐχ ὡς ἐπὶ
τοῦ Χριστοῦ. οὐκ οὐν καὶ ἔπι τοῦ Τἰοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ Πατέρος <lb n="5"/>
ἑτέρως φησὶ κατὰ τὸ αἴτιον. καὶ γὰρ εἴπερ ἀρχὴν ἐζήτει εἰπεῖν,
ὡς σὺ Φὴς, καὶ ὑποταγὴν ὁ Παῦλος, οὐκ ἃν γυναῖκα παρήγαγεν
εἰς μέσον. ἀλλὰ δοῦλον μᾶλλον καὶ δεσπότην. εἰ γὰρ καὶ
ὑποτέτακται ἡμῖν ἡ γυνὴ, ἀλλ’ ὡς γυνὴ, ἀλλ’ ὡς ἐλευθέρα,
ἀλλ’ ὡς ὁμότιμος. καὶ ὁ Υἱὸς δὲ, εἰ καὶ ὑπήκοος γέγονε τῷ Πατέρι, <lb n="10"/>
ἀλλ’ ὡς Υἱὸς Θεοῦ, ἀλλ’ ὡς Θεός· ὥσπερ γὰρ πλείων ἡ
πειθὼ τῷ Υἱῷ πρὸς τὸν Πατέρα, ἣ τοῖς ἀνθρώποις πρὸς τοὺς
γεγεννηκότας, οὕτως καὶ ἡ ἐλευθερία μείζων. οὐ γὰρ δήπου τὰ
μὲν τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα μείζονα τῶν ἀνθρώπων καὶ γνησιώτερα,
τὰ δὲ τοῦ Πατέρος πρὸς τὸν Υἱὸν, ὅτι “ὑπήκουσεν καὶ <lb n="15"/>
“μέχρι θανάτου ἐλθεῖν καὶ θανάτου σταυροῦ.” καὶ ἐνταῦθα μέγα
αὐτοῦ τὸ θαῦμα τιθέμεθα. τοῦτο θαυμάζειν δεῖ καὶ τὸν Πατέρα,
ὅτι τοιοῦτον ἐγέννησεν, οὐχ ὡς δοῦλον ἐπιταττόμενον· ἀλλ’ ὡς
ἐλεύθερον ὑπακούοντα καὶ σύμβουλον ὄντα. ὁ γὰρ σύμβουλος οὐ
δοῦλος· σύμβουλον δὲ ὅτ’ ἃν ἀκούσης πάλιν, μὴ ὡς τοῦ Πατέρος <lb n="20"/>
ἐνδεῶς ἔχοντος ἄκουε, ἀλλ’ ὡς τοῦ παιδὸς ὁμοτίμως ἔχοντος πρὸς
τον γεγεννηκότα·</p><p>Μὴ τοίνυν εἰς πάντα ἕλκε τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς
γυναικός· παρ’ ἡμῖν μὲν γὰρ εἰκότως ὑποτέτακται ἡ γυνὴ τῷ
ἀνδρί· ἡ γὰρ ἰσοτιμία μάχην ποιεῖ· καὶ οὐ διὰ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ <lb n="25"/>
διὰ τὴν ἀπάτην τὴν παρὰ τὴν ἀρχὴν συμβᾶσαν. διά τοι τοῦτο
γενομένη μὲν, οὐκ εὐθέως ὑπετάγη. οὐ δὲ ὅτ’ ἃν αὐτὴν ἤγαγεν πρὸς
τὸν ἄνδρα· οὔτε αὑτὴ ἤκουσέ τι τοιοῦτον παρὰ τοῦ Θεοῦ· οὔτε ὁ
ἀνὴρ εἰπέν τι πρὸς αὐτὴν τοιοῦτον· ἀλλ’ ὅτι μὲν ὀστοῦν ἐκ τῶν
ὀστέων αὐτοῦ, καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ ἦν, εἶπεν· ἀρχῆς δὲ <lb n="30"/>
οὐδαμοῦ οὐδὲ ὑποταγῆς ἐμνημόνευσεν πρὸς αὐτήν· ὅτε δὲ κακῶς
ἐχρήσατο τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ γενομένη νοητὸς, ἐπίβουλος εὑρέθη, καὶ
πάντα ἀπώλεσε, τότε ἀκούει δικαίως λοιπὸν “πρὸς τὸν ἄνδρα σου
“ἡ ἀποστροφή σου.” ἐπειδὴ γὰρ εἰκὸς ἦν τὴν ἁμαρτίαν ταύτην
ἐκπολεμῶσαι τὸ γένος, οὐδὲ γὰρ ὤνησε εἰς εἰρήνην τὸ ἐξ αὐτοῦ <lb n="35"/>

<pb n="205"/>
γεγενῆσθαι τοῦτο συμβάντος· ἀλλ’ αὐτὸ μὲν τοῦτο καὶ τραχὖτερον
ἐποίησε τὸν ἄνδρα, τὸ μηδὲ τοῦ οἰκείου φείσασθαι μέλους
τὴν ἐξ αὐτοῦ γενομένην. συνιδὼν τοῦ διαβόλου τὴν κακουργίαν ὁ
Θεὸς ἐπετείχισε τουτὶ τὸ ῥῆμα, καὶ τὴν ἐκ τῆς ἐπιβουλῆς μέλλουσαν
ἀπέχθειαν ἔσεσθαι, διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἀνεῖλεν. <lb n="5"/>
καὶ καθάπερ μεσότοιχον κατασπάσας τὴν ἐκ τῆς ἁμαρτίας μνησικακιαν
Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀκηράτου οὐσίας ἐκείνης, οὐδὲν
τοιοῦτον ἐστι ὑποπτεύσαι. μὴ τοίνυν κάτα πάντα δέχου τὰ παραδείγματα.</p><p>Ἀλλ᾿ ἐπεὶ καὶ ἀλλαχοῦ πολλὰ ἐντεῦθεν ἀπαντήσει χαλεπὰ <lb n="10"/>
ἁμαρτήματα· καὶ γὰρ καὶ ἐν προοιμίοις τῆς Ἐπιστολῆς ἔλεγεν.
“πάντα ὑμῶν ἐστιν, ὑμεῖς δὲ Χριστοῦ· Χριστὸς δὲ Θεοῦ.” τί
οὖν; ὁμοίως ἡμῶν τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς τοῦ Χριστοῦ· καὶ Χριστὸς
τοῦ Θεοῦ; οὐδαμῶς· ἀλλὰ καὶ τοῖς σφόδρα ἀνοήτοις δῆλος ἡ
διαφορά. εἰ καὶ ἡ αὐτὴ χρῆσις ἐπὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ <lb n="15"/>
καὶ ἡμῶν εἴρηται. ἀλλαχοῦ δὲ κεφαλὴν εἰπὼν τὸν ἄνδρα τῆς
γυναικὸς ἐπήγαγεν, ὥσπερ δὲ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ καὶ Σωτῆρ’ ἐστι
τῆς Ἐκκλησίας καὶ προστάτης, οὕτως καὶ ὁ ἀνὴρ ὀφείλει τῆς
ἑαυτοῦ γυναικὸς εἶναι·</p><p>Ἄρ’ οὖν ὁμοίως ἐκληψόμεθα τὸ εἰρημένον, καὶ τοῦτο καὶ τὰ <lb n="20"/>
μετὰ τοῦτο ἅπαντα Ἐφεσίοις ἀπεσταλμένα περὶ τῆς ὑποθέσεως
ταύτης; ἄπαγε· οὐδὲ γὰρ δυνατόν· τὰ γὰρ αὐτὰ ῥήματα λέγεται
μὲν ἐπὶ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, οὐκ ἔχει δὲ τὴν αὐτὴν ἰσχὺν
ἐπὶ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων· ἀλλ’ ἑτέρως μὲν ἐκεῖνα νοητέον, ἑτέρως
δὲ ταῦτα· οὐ μὴν πάλιν πάντα ἐξηλλαγμένως· ἐπεὶ πάλιν εἰκῆ <lb n="25"/>
καὶ μάτην παρειλῆσθαι δόξειεν, οὐδὲν ἀπ’ αὐτῶν καρπουμένων ἡμῶν·
ὥσπερ γὰρ οὐ πάντα ὁμοίως ἐκληπτέον, οὕτως οὐδὲ πάντα ἁπλῶς
ἐκβλητέον.</p><p>Ἵνα δὲ ὃ λέγω γένηται σαφέστερον, ἐπὶ ὑποδείγματος αὐτὸ
πειράζομαι ποιῆσαι φανερόν. εἴρηται κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ὁ <lb n="30"/>
Χριστός. ἃν μηδὲν ἀπὸ τοῦ ἀνθρωπίνου λάβω, τί μοι καὶ εἴρηται
τοῦτο; πάλιν ἃν ἅπαντα λάβω, πολλὴ ἕψεται ἡ ἀλογία· καὶ
γὰρ ὁμοιοπαθὴς τῷ σώματι ἡ κεφαλὴ, καὶ τοῖς αὐτοῖς ὑπεύθυνος.
τί οὖν δεῖ ἀφεῖναι, καὶ τί λαβεῖν; ἀφεῖναι μὲν ταῦτα ἃ εἰπον
δεῖ· λαβεῖν δὲ ἕνωσιν ἀκριβῆ. καὶ τι ἃν καὶ ἀρχὴν τὴν πρώτην· <lb n="35"/>

<pb n="206"/>
καὶ οὐ δὲ ταῦτα ἁπλῶς· ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα τὸ μεῖζον οἴκοθεν ἐπινοεῖν
καὶ Θεῷ πρεπόντως· καὶ γὰρ ἡ ἕνωσις ἀσφαλεστέρα, καὶ ἡ
ἀρχὴ κυριωτέρα. πάλιν ἤκουσας Υἵον. μὴ πάντα μὴ δὲ ἐνταῦθα
λάβῃς. ἀλλ’ ὅσα Θεῷ πρέπει δεξάμενος, ὅτι ὁμοούσιος, ὅτι ἐξ
αὐτοῦ, τὰ ἄτοπα καὶ τῆς ἀσθενείας ὄντα τῆς ἀνθρωπίνης, ἐπὶ τῆς <lb n="5"/>
γῆς ἔα. εἴρηται φῶς ὁ Θεὸς πάλιν. ἆρ᾿ οὖν πάντα δεξόμεθα ὡς
τὰ τοῦ φωτὸς τούτου; οὐδαμῶς· καὶ γὰρ ἐκεῖ τῷ σκότῳ τοῦτο,
καὶ τόπῳ περικλείεται· καὶ ὑφ’ ἑτέρας κινεῖται δυνάμεως, καὶ
ἐπισκιάζεται, ὧν οὐδὲν νοῆσαι θέμις ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐκείνης. ἀλλ’
οὐδὲ πάντα διὰ τοῦτο ἐκβαλοῦμεν. ἀλλὰ δρεψώμεθά τί καὶ χρήσιμον <lb n="10"/>
ἀπὸ τοῦ παραδείγματος· τὸν φωτισμὸν τὸν ἐκ τοῦ Θεοῦ
γινόμενον ἡμῖν, τὴν τοῦ σκότους ἀπαλλαγὴν ἐκ τούτου συνάγοντες.</p><p>Θεοδωρου. Τοῦτο βούλεται εἰπεῖν, ὅτι ἀπὸ μὲν τοῦ Χριστοῦ
ἐπὶ τὸν Θεὸν χωροῦμεν, ἐξ οὕπερ ἐστίν· ἀπὸ δὲ τοῦ ἀνδρὸς ἐπὶ <lb n="15"/>
τὸν Χριστόν. ἐξ ἐκείνου γάρ ἐσμεν κατὰ τὴν δευτέραν ὕπαρξιν,
καθ’ ἣν ἀνάστασιν ὁμοίως αὐτῷ πάντες ἐσόμεθα ἄφθαρτοι· κατὰ
μετουσίαν τῆς ἐν αὐτῷ τοῦ πνεύματος χάριτος. παθητοὶ μὲν γὰρ
ὄντες, κεφαλὴν ἡγούμεθα τὸν Ἀδὰμ, ἐξ οὗπερ τὸ εἶναι εἰλήφαμεν.
ἀπαθεῖς δὲ γενόμενοι, κεφαλὴν ἡγούμεθα τὸν Χριστὸν, ἐξ οὗπερ <lb n="20"/>
ἀπαθεῖς εἶναι ἐσχήκαμεν. ὁμοίως δὲ φησὶν καὶ ἀπὸ τῆς γυναικὸς
ἐπὶ τὸν ἄνδρα, ἐπειδὴ ἀπ’ ἐκείνου τὸ εἶναι εἴληφεν.</p><p>Σευηριανοῦ. Εἰ ἀσεβῶς, ἐκλαμβάνοι τις κατὰ τὸν τῆς
λόγον. εἰ δὲ εὐσεβῶς, κατὰ τὸν τῆς οἰκονομίας. οὐ γὰρ
περὶ τοῦ γεγενῆσθαι νῦν ὁ λόγος. ἰδοὺ γὰρ ὁ ἀνὴρ τὴν γυναῖκα <lb n="25"/>
οὐκ ἐποίησεν· οὐδὲ ἡ τάξις ᾗ ἐχρήσατο Παῦλος εἰς τοῦτο βλέπει,
ἀλλ’ εἰς μόνην τὴν ὑποταγήν· οὐ διὰ τὴν τῆς φύσεως ἀλλοτρίωσιν·
καὶ ὅλως οὐ δὲ τοῦ μονογενοῦς ἡ θεότης λαμβάνεται νῦν,
ἀλλ’ ἡ οἰκονομία ἐγγυτέρω ἔχουσα πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ τὴν γυναῖκα
κατὰ τὴν φύσιν.</p><lb n="30"/><p>Θεοδωρίτου. Τοῖς ἀνδράσιν ὑποτάξαι βουλόμενος τὰς
καὶ διδάσκων ὡς οὐ προσήκει διδασκαλίας κατατολμᾶν, ἣν
ἄνωθεν ὑπὸ τὴν τοῦ ἀνδρὸς τελεῖν ἐξουσίαν προσέταξεν ὁ Θεὸς, τούτοις
τοῖς λόγοις ἐχρήσατο. οὐ γὰρ δόγματα θεῖα παραδιδοὺς, οὐδὲ
θεολογίᾳ κεχρημένος, τὴν τάξιν ταύτην συνήρμοσεν. ἀλλ’ ὅτι παντὸς <lb n="35"/>

<pb n="207"/>
ἀνδρὸς κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστιν, δηλονότι τῶν πιστευόντων·
κεφαλὴ δὲ ἡμῶν ἐστιν, οὐ κατὰ τὴν θεότητα, ἀλλὰ κατὰ τὴν
ἀνθρωπότητα. σῶμα γὰρ αὐτοῦ προσαγορευόμεθα. τῷ δὲ σώματι
ὁμοφυᾶ εἰναι προσήκει τὴν κεφαλήν. οὐκ οὖν καὶ κατὰ ταύτην
αὐτοῦ κεφαλὴ ὁ Θεός. εἰ δὲ καὶ κατὰ τὴν θεότητα βούλονται <lb n="5"/>
τοῦτο εἰρῆσθαι οἱ ἀνόμοιοι, ἰδέτωσαν ὅτι ὥσπερ ἡμῶν ἀνθρωπείαν
φύσιν ἐχόντων, πιστευόντων δὲ εἰς αὐτὸν, κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα
κεφαλὴ χρηματίζει. κατὰ ταύτην γάρ ἐστιν ἡμῖν ὁμοούσιος.
οὕτως αὐτοῦ κεφαλὴ ὁ Πατὴρ χρηματίζων, τὸ ὁμοούσιον δείκνυσιν.
σιν. καὶ ἔστιν ὁ αὐτὸς τῷ μὲν Πατέρι κατὰ τὴν θεότητα ὁμοούσιος, <lb n="10"/>
ἡμῖν δὲ κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. κεφαλὴ δὲ αὐτοῦ, ὡς Πατὴρ
καὶ αἴτιος ὀνομάζεται.</p><p>Κυτίλλου. Κεφαλὴν ἐνθάδε τὸ ἀρχέτυπον κάλλος, οὗ τὴν
εἰκόνα καταπλουτούντων ὠνομασμένων ἕκαστον νοοῖτ’ ἃν εἰκότως.
καὶ οὐσιώδως e τὸν τῆς εὐγενείας, εἴτ’ οὖν ἑτέρως ὁμοΦύας διακληρώσασθαι <lb n="15"/>
τρόπον. γέγονε μὲν γὰρ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, τοῦτ’ ἔστιν
Ἀδὰμ, κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ. οὕτως γάρ που φησὶν ὁ τῶν
ὅλων δημιουργός· “ὅτι ἐν εἰκόνι Θεοῦ ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον.“ οὐκ
οὖν ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός· ἀρχέτυπος μὲν ὡς Θεὸς, φύσεως
δὲ νόμῳ τῆς καθ’ ἡμᾶς, καὶ ὁμοειδὴς ὅτε πέφηνεν ἄνθρωπος. καίτοι <lb n="20"/>
Θεὸς ὧν ὁ Λόγος, καὶ τὴν ἐκ Θεοῦ Πατέρος γέννησιν ἀπόρρητον
ἔχων. γέγονε κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν ἀνθρώπου, τοῦτ’ ἐστιν Ἀδὰμ,
ἣ γυνή· ἔκφυλος δὲ οὐδαμῶς. ὁμοφυὴς δὲ μᾶλλον καὶ ὁμοειδὴς
αὐτῷ. καὶ τοῦτο αὐτὸς διωμολόγηκεν ἐναργῶς ὁ προπάτωρ Ἀδὰμ
Φήσας, “τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστῶν μου, καὶ σὰρξ ἐκ τῆς <lb n="25"/>
“σαρκός μου” καὶ τὰ ἑξῆς. εἰ δὲ εἶναι γενητὸν φασὶν καὶ τοῖς
κτήμασιν ἐναρίθμιον ἡγεῖσθαι πράττειν τὸν ἐκ Θεοῦ Πατέρος
Λόγον, ἔπειπέρ ἐστι κεφαλὴ παντὸς ἀνδρὸς, πῶς οὐκ ἃν νοοῖτο
κάτα ’τον ἴσον τρόπον κτιστὸς καὶ πεποιημένος ὑπάρχειν καὶ
αὐτὸς ὁ Πατὴρ, εἶπέρ ἐστι κεφαλὴ τοῦ Υἱοῦ σχέσιν ἔχοντος <lb n="30"/>
οὐσιώδη τὴν πρὸς ἡμᾶς, ἤτοι πρὸς κτίσματα; ὡς γὰρ αὐτοὶ φασὶν
παντὶ τε καὶ πάντως ἡ κεφαλὴ τῷ λοιπῷ σώματι εἰς ταὐτότητα
συνδεῖται νόμοις, οὐκ οὖν ὡς διὰ μέσου τοῦ Υἱοῦ, καὶ εἰς αὐτὸν
<note type="footnote">e οὐσιώδυπως Cod.</note>

<pb n="208"/>
ἥξει τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα τὸ πρὸς πάντα ἄνδρα συγγενές. ἀλλ’
οὐ ταῖς ἐκείνων ἀβελτερίαις ἑψόμεθά ποθεν· ἀγέννητον δὲ εἶναι
πιστεύομεν ὡς ἐξ ἀγεννήτου Πατέρος τὸν ἐξ αὐτοῦ φύντα λόγον.
κεφαλὴν δὲ ὠνομάσθαι φαμεν παντὸς ἀνδρὸς, ὡς ἀρχέτυπον μὲν
ὡς ἔφην. ἐπειδὴ δὲ πέφηνεν ἄνθρωπος ἐν ἐσχάτοις τοῦ αἰῶνος <lb n="5"/>
καιροῖς, καὶ ὡς ἀνθρώποις ὁμόφυλα κατά γε τὸ ἀνθρώπινον, εἰς
κεφαλὴν τῆς Ἐκκλησίας, ἥ τίς ἐστι τὸ σῶμα αὐτοῦ. πρωτεύει
γὰρ αὐτὸς ἐν πᾶσι, κατὰ τὴν τοῦ Παύλου φωνήν.</p><p>Οἰκουμενίου. Πλὴν εἰ μὴ καὶ Χριστοῦ οὕτως κεφαλὴ ὁ
καθάπερ ἡμῶν ὁ Χριστὸς, καθό ἐστι καὶ νοεῖται ἄνθρωπος.</p><lb n="10"/><p>Φωτίου. Κεφαλὴ μὲν ἡμῶν τῶν πιστῶν ἐστιν ὁ Χριστὸς, ὡς
συσσώμων καὶ συμμετόχων αὐτῷ γεγενημένων, διὰ τῆς κοινωνίας
τοῦ σώματος καὶ αἵματος αὐτοῦ. δι’ αὐτὸν γὰρ ἅπαντες ἓν σῶμα
χρηματίσαντες, κεφαλὴν ἔχομεν αὐτόν. κεφαλὴ δὲ τοῦ Χριστοῦ
ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ, ὡς γεννήτωρ καὶ προβολεὺς καὶ ὁμοούσιος <lb n="15"/>
αὐτοῦ. κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνὴρ, ὅτι καὶ αὐτὸς γεννήτωρ καὶ
προβολεὺς καὶ ὁμοούσιος ὑπάρχει αὐτῇ· ἀκόλουθος καὶ ἁρμόδιος
ἡ ἀναλογία. εἰ δὲ τὸ παντὸς ἀνδρὸς καὶ ἐπὶ τῶν ἀπίστων ἐκλάβοις,
κατὰ τὸν τῆς δημιουργίας λόγον μόνον ἐγχωρεῖ. τῶν γὰρ ἄλλων
ἄρχειν τὸν ἄνθρωπον ἐπιτρέψας αὐτὸν, ὑπὸ τὴν ἰδίαν μόνον εἴασεν <lb n="20"/>
μένειν ἐξουσίαν καὶ ἀρχήν· μὴ ἐπιστήσας αὐτὸν ἕτερον δεσπότην
ἢ ἐξουσιαστήν.</p><lb n="4"/><p>Πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεΦαλῆς
<lb n="5"/> ἔχων, καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. πᾶσα δὲ
γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα ἀκατακαλύπτῳ τῇ <lb n="25"/>
κεφαλῇ, καταισχύνει τὴν κεφαλὴν ἑαυτῆς· ἓν γάρ ἐστι
<lb n="6"/> καὶ τὸ αὐτὸ τῆ ἐξυρημένη. εἰ γὰρ οὐ κατακαλύπτεται
γυνὴ, καὶ κειράσθω· εἰ δὲ αἰσχρὸν γυναικὶ τὸ κείρεσθαι
ἢ ξυρᾶσθαι, κατακαλυπτέσθω.</p><p>Κυτίλλου. Ὁρᾷς ὅπως τοῦ ἑκατέρῳ πρέποντος βραβευτὴν <lb n="30"/>
ποιεῖται καὶ ὁριστὴν τὸν τῆς φύσεως νόμον; ἀνδράσι μὲν γὰρ
ἡ παρρησία πρεπωδεστάτη. γυναικί γε μὴν τὸ καλύπτεσθαι
κόσμος. οὐκ οὖν ὕβρις, εἰς τὸ ἀρχέτυπον εἴη, καὶ μάλα εἰκότως,
τῆς εἰκόνος τὸ ἀκαλλές; εἰ γάρ ἐστιν ἀνὴρ εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ,

<pb n="209"/>
πεποίηται γὰρ κατὰ τὰς γραφὰς οὕτως, σωζέτω Θεῷ τὴν πρέπουσαν
παρρησίαν, ἀκατακάλυπτον ἔχων τὴν κεφαλὴν, καὶ οὐκ
ἐπιτιμώσης αὐτῷ τῆς φύσεως εἴς γε τὸ ἐκκαλύπτεσθαι δεῖν.
ἐλεύθερον γὰρ τὸ θεῖον καὶ παρὰ μώμου παντὸς, ἰδίᾳ τε δόξῃ
καταπλουτοῦν καὶ τεθαυμασμένον. καὶ εἴ ἐστιν ἡ γυνὴ κἀς <lb n="5"/>
ὁμοίωσιν ἀνδρὸς, καὶ εἰκὼν εἰκόνος καὶ δόξης δόξα, νομοθετεῖ δὲ
αὐτῇ καὶ τὸ κομᾶν ἡ φύσις. τι τὸ πρῶτον φιλονεικεῖ τὸ ὑστερίζον
ἐν χάριτι; κατ’ εἰκόνα μὲν γὰρ καὶ αὕτη καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ.
πλὴν ὡς διὰ μέσου τοῦ ἀνδρὸς, ὥστε κατά τι παραλλάττοι βραχὺ
τὴν φύσιν. οὐ γράψομαι αἰδοῖ περιστέλλουσαν, ὡς ἔνι τὸ ζῶον <lb n="10"/>
καὶ στεφανοῦσαν τῇ κόμῃ. τὸ γάρ τοι παρρησιάζεσθαι γυναιξὶν,
οὐκ ἀζήμιον. “οὐκοῦν κατακαλυπτέσθω, φησὶν, διὰ τοὺς ἀγγέλους.”
δῆλον δὲ ὅτι τοὺς ταῖς ἐκκλησίαις ἐνιδρυμένους παρὰ Θεοῦ. δυσΦοροῦσι
γὰρ λίαν, εἰ ἀμελοῖτο πρός τινος ὁ τοῦ πρέποντος νόμος.
ὡς καὶ εἰδότες ὑπὲρ ἡμᾶς τὴν τοῦ δημιουργήσαντος βούλησιν. <lb n="15"/>
χρῆται γε μὴν ὁ θεσπέσιος Παῦλος εὐτεχνίᾳ πάλιν ἑτέρᾳ. ἔφη
μὲν γὰρ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ πεποιῆσθαι τὸν ἄνδρα·
κατόπιν δὲ τῆς αὐτοῦ τιμῆς τε καὶ δόξης οἷον ἐρρῖφθαι τὸ θῆλυ
διισχυρίσατο, σαφῶς ἐπάγων τὸ ἑξῆς</p><p>Ἰωάννου. Οὐκ ἀεὶ κωλύει τὸν ἄνδρα κατακαλύπτεσθαι, ἀλλὰ
μόνον ἐν εὐχῇ καὶ προφητείᾳ. οὐκ εἶπεν γὰρ κεκαλυμμένος τὴν
κεφαλὴν, ἀλλὰ κατὰ κεφαλῆς ἔχων. ἀναιρῶν οὕτως, οὐ μόνον τῷ
ἱματίῳ καλύπτεσθαι, ἀλλὰ καὶ κόμῃ. καὶ γὰρ καὶ ὁ κομῶν κατὰ
κεφαλῆς ἔχει τὴν κόμην δηλαδή. ἡμᾶς γὰρ ὁ Θεὸς τοὺς ἄνδρας
αὐτεξουσίους ἐποίησεν, τοῦτ’ ἔστιν ὑπ’ οὐδένα τῶν ἐν τῇ γῇ, ἀλλὰ <lb n="25"/>
πάντων ἄρχοντας. διὸ οὐ δεῖ ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἐξουσίαν,
τοὺς οὐκ ὄντας ὑπ’ ἐξουσίαν τινὸς τῶν ἐν τῇ γῇ. τὸ γὰρ κεκαλύΦθαι
τὴν κεφαλὴν, ἐξουσίαν τινα ἐπιτιθέναι ἐστὶ τῇ κεφαλῇ.
ἀντὶ γὰρ ἐξουσίας ἐστὶ τὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς κάλυμμα, ὅπερ εἴωθεν
εἶναι ἐπὶ τῆς γυναικὸς δηλοῦν τὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐξουσίαν, ὡς ὑποκειμένης <lb n="30"/>
αὐτῆς. ὁ οὖν τῇ ἐλευθέρᾳ κεφαλῇ ἐπιτιθεὶς ἐξουσίαν, εἰκότως
καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αυτου· πῶς; ὅτι τε ὁ αὐτός ἐστι
τῇ ἐξυρημένῃ. καὶ ὅτι δραπέτριάν τινα τὴν κεφαλὴν ἀποδείκνυσι
καὶ φυγάδα τῆς δοθείσης αὐτῇ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐξουσίας. πῶς
ἐστιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ τῇ ἐξυρημένῃ, ὁπότε ἡ μὲν τῇ ἐξυρημένῃ <lb n="35"/>


<pb n="210"/>
οὔτε τὴν φυσικὴν σκέπην ἔχει, οἷον τὰς τρίχας, αὕτη δὲ ἔχει;
καὶ ἐροῦμεν ὅτι ἡ ἀκατακάλυπτος, ὅσον τὸ εἰς αὐτὴν ἧκεν, ἐκ
φύσεως ἀπεσείσατο τὸ κάλυμμα. τοῦτο προσθεὶς ἐδήλωσεν ὅτι
οὐκ ἐν εὐχῇ ἣ προφητείᾳ μόνον αὐτὴν δεῖ κατακαλύπτεσθαι, ἀλλὰ
πάντοτε. ὥσπερ γὰρ τὸ ἐξυρᾶσθαι οὐκ ἐν εὐχῇ καὶ προφητείᾳ <lb n="5"/>
μόνον ἀπρεπὲς, ἀλλὰ καὶ πάντοτε, οὕτω καὶ τὸ ἀκατακάλυπτον
εἶναι.</p><p>Φωτίου. Ἓν γάρ ἐστι καὶ τὸ αὐτὸ, ὅσον ἐπὶ τὸ ἀκόσμως καὶ
ἀνυποτάκτως ἑλέσθαι βιοῦν.</p><lb n="7"/><p>Ἀνὴρ μὲν γὰρ οὐκ ὀφείλει κατακαλύπτεσθαι τὴν <lb n="10"/>
κεφαλὴν, εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ ὑπάρχων. γυνὴ δὲ δόξα
<lb n="8"/> ἀνδρός ἐστιν· οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικὸς, ἀλλὰ
<lb n="9"/> γυνὴ ἐξ ἀνδρός· καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν
<lb n="10"/> γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα· διὰ τοῦτο ὀφείλει
ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, διὰ τοὺς ἀγγέλους. <lb n="15"/>
<lb n="11"/> πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς, οὔτε γυνὴ χωρὶς
12, ἀνδρὸς, ἐν Κυρίῳ. ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρὸς,
οὕτως καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικὸς, τὰ δὲ πάντα ἐκ
τοῦ Θεοῦ.</p><p>Θεοδωρίτου. Εἰκὼν Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος, οὔτε κατὰ τὸ σῶμα, <lb n="20"/>
οὔτε κατὰ τὴν ψυχήν· ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀρχικὸν μόνον. ὡς ἁπάντων
τοίνυν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς τὴν ἀρχὴν πεπιστευμένος, εἰκὼν προσηγόρευται
τοῦ Θεοῦ. ἡ δὲ γυνὴ, ὡς ὑπὸ τὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐξουσίαν
τελοῦσα, τοῦ ἀνδρός ἐστι δόξα καὶ οἷον εἰκόνος εἰκών. ἄρχει μὲν γὰρ
καὶ αὕτη τῶν ἄλλων, ἀλλὰ ὑποτετάχθαι τῷ ἀνδρὶ προσετάγη.</p><lb n="25"/><p>Κυτίλλου. “ ‘H γυνὴ” γὰρ, φησὶ, “δόξα ἀνδρός ἐστιν. οὐ γὰρ
ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα. εἶτα
περιστέλλων εὖ μάλα ἐφ’ οἷς ἦν εἰκὸς λυπεῖσθαι τὸ θῆλυ, προσετάγη
καὶ φησὶ, “πλὴν οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς, οὔτε ἀνὴρ χωρὶς
“γυναικός.” γέγονε μὲν γὰρ ὁμολογουμένως ἐξ ἀνδρὸς ἡ γυνή. <lb n="30"/>
καὶ τοῦτό ἐστιν ἀληθές. εὕρηται γε μὴν εἰς ἀνδρὸς γένεσιν οὐκ
ἀσυντελής. συνενεγκοῦσα δὲ ἄμφω πρὸς ἓν ἡ φύσις ἀλλήλων ἐν
χρείᾳ κατεστήσατο οἰκονομικῶς συνείρουσα πρὸς ἀγάπην. Θεὸς

<pb n="211"/>
δὲ ὅτι τῶν ὅλων ἐστὶν ὁ δημιουργὸς, προσεμπεδοῖ λέγων, “τὰ δὲ
“πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ.” παρῆκται γὰρ εἰς τὸ εἰναι τὰ πάντα
διὰ Χριστοῦ.</p><p>Ἰωάννου. Σύμβολα δέδοται ἀνδρὶ καὶ γυναικὶ πολλὰ
καὶ ἕτερα· τῷ μὲν τῆς ἀρχῆς, τῇ δὲ τῆς ὑποταγῆς. μετὰ δὲ <lb n="5"/>
ἐκείνων καὶ τοῦτο, τὸ ταύτην μὲν κατακαλύπτεσθαι, τοῦτον δὲ
γυμνὴν ἔχειν τὴν κεφαλήν. εἰ τοίνυν σύμβολα ταῦτά ἐστιν,
ἀμφότεροι ἁμαρτάνουσι τὴν εὐταξίαν συγχέοντες, καὶ τὴν τοῦ
Θεοῦ διαταγὴν καὶ τοὺς οἰκείους ὑπερβαίνοντες ὅρους· καὶ ὁ μὲν
εἰς τὴν ἐκείνης καταπίπτων εὐτέλειαν, ἡ δὲ ἐπανισταμένη τῷ <lb n="10"/>
ἀνδρὶ διὰ τοῦ σχήματος. ταῦτα μὲν γὰρ παρὰ τῶν ἀνθρώπων
νενομοθέτηται, εἰ καὶ ὁ Θεὸς ὕστερον αὐτὰ ἐκύρωσεν· τὸ μὴ εἶναι
σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικὶ, μηδὲ ἄνδρα ἐνδύεσθαι στολὴν γυναικείαν.
ἐκεῖνα δὲ παρὰ τῆς φύσεως, τὸ κατακαλύπτεσθαι λέγω, καὶ μή.
ὅτ᾿ ἃν δὲ εἴπω τὴν φύσιν, τὸν Θεὸν λέγω. ὁ γὰρ τὴν φύσιν <lb n="15"/>
δημιουργήσας οὗτός ἐστιν· ὅτ’ ἃν οὖν τοὺς ὅρους ἀνατρέπῃς τούτους,
ὅρα πόσα γίνεται τὰ ἐπιβλαβῆ.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἐκ τούτων φαίνεται ὅτι οὔτε κατὰ τὴν
εἰκὼν Θεοῦ ἄνθρωπος, οὔτε κατὰ τὸ σῶμα. εἰ γὰρ ἦν κἀς ἕν τι
τούτων, πάντως ἃν καὶ ἡ γυνὴ Θεοῦ ἐκλήθη. καὶ αὐτὴ τὸν τύπον <lb n="20"/>
ἔχουσα, οἷον καὶ ὁ ἀνήρ. εἰ δὲ τὴν αὐτὴν ἔχουσα ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρὶ
ψυχὴν καὶ σάρκα, εἰκὼν οὐ λέγεται, δῆλον ὅτι κατὰ τὸ ἀρχικὸν
εἰκὼν Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος. ὅτε μὲν γὰρ περὶ τῶν ἀλόγων ὁ λόγος,
καὶ ἡ γυνὴ εἰκὼν Θεοῦ. ὅτε δὲ ἡ ἐξέτασις ἀνδρὸς πρὸς γυναῖκας,
μόνος εἰκὼν ὁ ἀνήρ. διότι τὸ ἄρρεν καὶ θῆλυ ἐν ἀνθρώποις πάντων <lb n="25"/>
κρατεῖ τῶν ἐν γῇ, τῶν ἐν θαλάσσῃ, τῶν ἐν ἀέρι· γυναικὸς δὲ ὁ
ἀνήρ ἀνδρὸς δὲ οὐδεὶς ἐπὶ τῆς γῆς. ὡς οὑν οὐδεὶς ἄρχει Θεοῦ
ἐν τοῖς οὖσιν, οὕτως οὐδὲ ἀνδρὸς ἐν τοῖς ἐπιγείοις. φύσιν δὲ νοοῦμεν
ἡμεῖς τῶν πραγμάτων αὐτῶν τὴν ἀλήθειαν.</p><p>Θεοδωρου. Δείκνυσιν αὐτὸ ἄτοπον, ἀπὸ τῆς εὐσεβείας, καὶ
ἀπὸ τῆς φύσεως, καὶ ἀπὸ τῆς δημιουργίας.</p><p>Φωτίου. Εἰς γὰρ δόξαν Θεοῦ ὑποτετάχθαι ὀφείλει ὁ ἀνὴρ τῷ
Θεῷ· καὶ εἰς δόξαν ἀνδρὸς ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί. τί δέ ἐστιν εἰς
δόξαν; εὐπιθῶς καὶ ἑκουσίως καὶ μετὰ χαρᾶς πράττειν τὰ ἀρέσκοντα
Θεῷ. ὡσαύτως καὶ ἡ γυνὴ τὰ ἀρέσκοντα τῷ ἀνδρί. ὡς <lb n="35"/>

<pb n="212"/>
ὁ γε κατὰ βίαν καὶ ἄκων ποιῶν καὶ δυσφορῶν, οὐχ ὑποτάσσεται
εἰς δόξαν Θεοῦ. ὡσαύτως οὐδὲ ἡ γυνὴ εἰς δόξαν ἀνδρός. ὥστε δεῖ
ποθεῖν μὲν ἀκατακαλύπτως προσιέναι Θεῷ, καὶ τὴν γυναῖκα ὡσαύτως
κατακαλυπτομένην. εἰς αὐτὸ δόξα Θεοῦ, τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ
καὶ ἐξουσίας τὸ τιμιώτατον. δι’ αὐτὸν γὰρ μᾶλλον ἣ δι’ ἄλλο τι <lb n="5"/>
τῶν ἐν κόσμῳ δεδοξάσθαι, καὶ τὸ ὑπέρβαλλον τῆς χρηστότητος
αὐτοῦ καὶ φιλανθρωπίας πεφανέρωται· ὡσαύτως δόξα ἀνδρὸς ἡ
γυνή· τῆς γὰρ ἀρχῆς αὐτοῦ καὶ ἐξουσίας αὕτη ἐστὶ τὸ τιμιώτατον,
δι’ ἧς μᾶλλον ἢ δι’ ἑτέρου τινὸς ὧν ἄρχει ἔστιν αὐτῷ ἐγκαλωπίζεσθαι
καὶ δοξάζεσθαι.</p><lb n="10"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. ὈΦείλει, Φησὶν, ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν
κεφαλῆς, τοῦτ’ ἔστιν τὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐξουσίαν καὶ κυριότητα ᾗπερ
ὑπόκειται, ὀφείλει ἔχειν καὶ ἐπιδείκνυσθαι ἐπ’ αὐτῆς τῆς κεΦαλῆς.
τοῦτο δὲ πῶς κατορθοῦται; διὰ τοῦ κατακαλύπτεσθαι. διὸ
καὶ αὐτὸ τὸ κατακάλυμμα εἰκότως ἃν ἐξουσία κληθείη, ὡς τῆς <lb n="15"/>
τοῦ ἀνδρὸς ἐξουσίας κυριότητος ἐνδεικτικὸν ὑπάρχον καὶ παραστατικόν.
τὸ δὲ “διὰ τοὺς ἀγγέλους” τοῦτό μοι δοκεῖ ὑποδηλοῦν.
ἐπειδὴ γὰρ αἰτίαν τοῦ ὀφείλειν ὑποτετάχθαι τῷ ἀνδρὶ τὴν
γυναῖκα φησὶν, ὅτι οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀνάπαλιν
δὲ καὶ διὰ τοῦτο δεῖ ἔχειν αὐτὴν τὸ κατακάλυμμα, τὴν ἐπ’ αὐτῆς <lb n="20"/>
ἐξουσίαν τοῦ ἀνδρὸς ὁμολογοῦσαν. ἐπαγαγὼν, “διὰ τοὺς ἀγγέλους”
δηλοῖ ὅτι καὶ εἰ μὴ τοὺς ἀνθρώπους αἰσχυνομένη οὐκ ἐθέλει τοῦτο
ποιεῖν, ἀλλ’ οὖν αἰσχυνθήτω τοὺς ἀγγέλους, οἳ μάρτυρες καὶ
ἐπόπται γεγένηνται τῆς ὑποταγῆς ἀύτης· αὐτοὶ γὰρ εἰ καὶ μὴ
ἄνθρωποι ἐφορῶντες ἦσαν, οὐ τὸν ἄνδρα ἀπὸ τῆς γυναικὸς, ἀλλ’ <lb n="25"/>
αὐτὴν τὴν ἐκ τοῦ ἀνδρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς γενέσεως λαβοῦσαν.</p><lb n="13"/><p>Ἐν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακαλυπτον
<lb n="14"/> τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι; ἣ οὐδὲ αὐτὴ ἡ
φύσις διδάσκει ὑμᾶς, ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία
<lb n="15"/> αὐτῷ ἐστι· γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ, δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι <lb n="30"/>
<lb n="16"/> ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ· εἰ δέ τις δοκεῖ
φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν,
οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ.</p><p>Θεοδωρίτου. ‘H αὕτη τιμὴν ἡγεῖται τὴν κόμην καὶ ἀτιμίαν

<pb n="213"/>
τὴν ταύτης ἀφαίρεσιν. λογιζέσθω ὡς ἀτιμάζει τὸν τὴν κόμην
δεδωκότα, μὴ μετὰ τῆς προσηκούσης αἰδοῦς καὶ τιμῆς προσιοῦσα.
“εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ
“ἔχομεν· οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ.” ἱκανὸς οὗτος ὁ λόγος
ἐντρέψαι καὶ τοὺς λίαν ἐριστικούς. ἔδειξεν γὰρ οὐκ αὐτῷ μόνῳ <lb n="5"/>
ταῦτα δοκοῦντα, ἀλλὰ καὶ πάσαις τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαις. πάλιν
κατὰ τοὺς ἀρίστους τῶν ἰατρῶν, ἕτερον ἰατρεύει πάθος. εἰώθεσαν
γὰρ ἐν ταῖς ἐκκλησίαις μετὰ τὴν μυστικὴν λειτουργίαν ἑστιᾶσθαι
κοινῇ πλούσιοί τε καὶ πένητες. καὶ πολλὴ ἐντεῦθεν παραμυθία
τοῖς πενομένοις ἐγίνετο. τῶν μὲν εὐπόρων οἴκοθεν τὰ ὄψα κομιζόντων, <lb n="10"/>
τῶν δὲ πενίᾳ συζώντων διὰ τὴν μετουσίαν τῆς πίστεως
κοινωνούντων τῆς εὐωχίας. ἀλλὰ τοῦτο τοῦ χρόνου προἰόντος, οὐ
δεόντως ἐγίνετο, ἀλλὰ κατεφρόνουν τῶν πενήτων οἱ εὔποροι. τοῦτο
μαθὼν ὁ θεῖος Ἀπόστολος γράφει καὶ περὶ τούτου τὰ πρόσφορα.</p><p>Ἰωάλλου. Ὥστε Φησὶν, καὶ τῇ φύσει αὐτῇ πολεμεῖ ὁ μὴ <lb n="15"/>
πειθόμενος. ἐπεὶ οὖν ἔχει ἐκ φύσεως τὸ τῶν τριχῶν περιβόλαιον,
ὀφείλει καὶ αὐτὴ περιβάλλεσθαι, ἵνα μὴ τοὺς φυσικοὺς ἀνατρέπῃ
νόμους. ἐπειδὴ πρὸς ἐθελοσόΦους ἔγραψεν, οἳ διὰ συλλογισμῶν
τὰ πάντα κατεσκεύαζον καὶ ἀνεσκεύαζον, φησὶν, οὐ καιρὸς
νῦν τοῦ φιλονεικεῖν· εἰ γὰρ ἀναισχυντεῖ τις πρὸς τὰ εἰρημένα, <lb n="20"/>
ἡμεῖς, φησὶν, καὶ ἡ ἐκκλησία οὐκ ἔχομεν ἔθος τοιοῦτον. ποῖον ἢ
ὅτι τὸ φιλονεικεῖν; ἀλλὰ πειθόμεθά φησιν, τοῖς ἐπιτάγμασι τῶν
διδασκάλων μηδὲν ἀντιτείνοντες. ἢ ὅτι οὐκ ἔστιν ἔθος παρ’ ἡμῖν,
ἵνα ὁ μὲν ἀνὴρ κομᾷ καὶ κεκάλυπται τὴν κεφαλὴν, ἡ δὲ γυνὴ
τοὐναντίον.</p><lb n="25"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><head>ΚΕΦ. Ζ.</head><p>Περὶ κοινωνίας θεοπρεποῦς, οὐ πλησμονικῆς.</p><lb n="17"/><p>Τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ, ὅτι οὐκ εἰς τὸ
<lb n="18"/> κρεῖττον, ἀλλ’ εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε. πρῶτον μὲν γὰρ
συνερχομένων ὑμῶν ἐν τῆ ἐκκλησίᾳ, ἀκούω σχίσματα <lb n="30"/>
<lb n="19"/> ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν, καὶ μέρος τι πιστεύω· δεῖ γὰρ καὶ
αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται
ἐν ὕμιν.</p><p>Θεοδωρίτου. Εἰκότως ὑμῖν ἐπιμέμφομαι· δέον γὰρ

<pb n="214"/>
αὔξειν τῷ χρόνῳ τὴν ἀρετήν· μειοῦτε ταύτην καὶ ἐλαττοῦτε τὸν
πλοῦτον.</p><p>Θεοδωρου. Πρὸ γὰρ ἁπάντων ὑμῶν ἐκεῖνο αἰτιῶμαι φησίν.
τὸ γὰρ “ πρῶτον,” ἀντὶ τοῦ πρὸ πάντων λέγει· ὡς καὶ ἐν τῇ
πρὸς Ῥωμαίους, “πρῶτον μὲν ὅτι ἐπιστεύθησαν τὰ λόγια τοῦ <lb n="5"/>
“Θεοῦ.”</p><p>Θεοδωρίτου. Σχίσματα οὐ δογματικὰ λέγει· ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ
τῆς φιλαρχίας· ὣν καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς Ἐπιστολῆς κατηγόρησεν.
σοφῶς δὲ ἄγαν τὸ σφοδρὸν τῆς κατηγορίας ἐκόλασεν· οὐ γὰρ εἶπεν
ἁπλῶς πιστεύω, ἀλλὰ “καὶ μέρος τί πιστεύω·” “δεῖ γὰρ αἱρέσεις <lb n="10"/>
“ἐν ὑμῖν εἶναι· ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν.” αἱρέσεις,
τὰς φιλονεικίας λέγει, οὐ τὰς τῶν δογμάτων διαφοράς· τὸ
δὲ “δεῖ,” οὐκ ἀναγκαστικὸν τοῦ πράγματος, ἀλλὰ προγνωστικόν·
τοιοῦτόν ἐστι καὶ τὸ ὑπὸ Κυρίου εἰρημένον· ὅτι τὰ σκάνδαλα
ἐλθεῖν ἀνάγκη· ὡς ἀκριβῶς γὰρ τὰ ἐσόμενα προορῶν, ὃ προεεῖδεν <lb n="15"/>
καὶ προείρηκεν, οὐκ αὐτὸς γενέσθαι ἠνάγκασεν. ἀλλὰ τοῦτο Φησὶν
ὁ θεῖος Ἀπόστολος, οὐ λυμαίνεται· ἐλεγχομένων γὰρ τῶν πονηρίᾳ
συζώντων, τῶν ἀρίστων ἀνδρῶν τὸ δόκιμον δείκνυται.</p><p>Ἰωάλλου. Καθάπερ ἐπὶ τῶν τρισχιλίων τῶν ἐξ ἀρχῆς πιστευσάντων,
κοινῇ πάντες ἑστιῶντο καὶ κοινὰ πάντα ἐκέκτηντο, οὕπω <lb n="20"/>
καὶ τότε, ὅτε ταῦτα ἔγραψεν ὁ Ἀπόστολος ἐγίνετο· εἰ καὶ μὴ
τελείως, ἐκ μέρους γοῦν. κοινὰς γὰρ ἐποίουν τὰς τραπέζας ἐν
ἡμέραις νενομισμέναις· καὶ τῆς συνάξεως ἀπαρτισθείσης, μετὰ
τὴν τῶν μυστηρίων κοινωνίαν, ἐπικοινὴν πάντες μετήεσαν εὐωχίαν.
ἀλλ’ ὕστερον καὶ τοῦτο διεφθάρη τὸ ἔθος. τὸ δὲ αἴτιον, ἐκ τοῦ <lb n="25"/>
διεσπάσθαι καὶ προσνέμειν ἑαυτοὺς, τοὺς μὲν τούτοις, τοὺς δὲ
ἐκείνοις· ἐπεὶ οὖν διεσπάσθη τὸ ἔθος τοῦτο τὸ κάλλιστον καὶ
χρησιμώτατον· πληκτικῶς εἰκότως τῷ λόγῳ κέχρηται, οὕτω λέγων,
“τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ.” τοῦτο ποῖον; ὃ μέλλω
λέγειν νῦν. τι ἐστι “παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ;” οὐκ ἀποδέχομαι <lb n="30"/>
ὑμᾶς, φησὶν, ὅτι με εἰς ἀνάγκην κατεστήσατε συμβουλῆς· ὅτι
ἐκδεήθητε διδασκαλίας· ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον, ἀλλ’ εἰς τὸ ἧττον
συνέρχεσθε. τοῦτ’ ἐστιν ὅτι οὐ προβαίνετε εἰς ἀρετὴν, ἀλλὰ καὶ
τὸ κρατῆσαν ἔθος ἠλαττώσατε. “δεῖ γὰρ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι·
ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται.” ὅτι δὲ περὶ τῶν αἱρέσεων εἶπεν <lb n="35"/>

<pb n="215"/>
τῶν κατὰ τὰς τραπέζας, καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς δῆλον ἐποίησεν. εἰπὼν
γὰρ ὅτι ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν, οὐκ ἔστη μέχρι
τούτων, ἀλλὰ προϊὼν φησὶν, “ἕκαστος τὸ ἴδιον δεῖπνον προλαμ-
“βάνει” καὶ τὰ ἑξῆς. εἰ δὲ σχίσματα αὐτὰ καλεῖ, μὴ θαυμάσῃς.
τῇ γὰρ λέξει καθικέσθαι αὐτῶν βούλεται. εἰ γὰρ δογμάτων <lb n="5"/>
ἦν τὰ σχίσματα, οὐκ ἃν οὕτως αὐτοῖς διελέχθη ἡμέρως. τί δέ
ἐστιν, “ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν;” ἵνα λάμψωσι
μειζόνως. ὃ δὲ βούλεται εἰπεῖν τοῦτ’ ἐστιν· ὅτι τοὺς ἀπεριτρέπτους
καὶ στερροὺς, οὐ μόνον οὐδὲν τοῦτο βλάπτει, ἀλλὰ καὶ
λαμπροτέρους ἀποφαίνει. τὸ γὰρ “ἵνα” τοῦτο οὐ πανταχοῦ αἰτιολογίας <lb n="10"/>
ἐστὶν, ἀλλὰ πολλαχοῦ καὶ τῆς τῶν πραγμάτων ἐκβάσεως.
οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς αὐτὸ τίθησιν, ὅτ’ ἂν λέγῃ, “εἰς κρίμα ἐγὼ
“ἦλθον εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι, καὶ
“οἱ βλέποντες τυφλοὶ, γένωνται.” οὕτω καὶ αὐτὸς ὁ Παῦλος ὅτ’
ἃν περὶ τοῦ νόμου διαλεγόμενος γράφει. “νόμος δὲ παρεισῆλθεν, <lb n="15"/>
“ἵνα πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα.” ἀλλ’ οὔτε ὁ νόμος διὰ τοῦτο
ἐδόθη, ἵνα αὐξηθῇ τὰ ἁμαρτήματα τῶν Ἰουδαίων· τοῦτο δὲ ἐξέβη.
οὔτε ὁ Χριστὸς διὰ τοῦτο ἦλθεν, ἵνα οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένεωνται,
ἀλλὰ διὰ τὸ ἐναντίον· συνέβη δὲ τοῦτο. οὕτως οὖν καὶ
ἐνταῦθα νοητέον, “ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται.” ἀλλὰ τῶν <lb n="20"/>
αἱρέσεων τούτων γενομένων τοῦτο συνέβη. ταῦτα δὲ εἴρηκε, τοὺς
πένητας παραμυθούμενος, τοὺς γενναίως φέροντας τὴν τοιαύτην
ὑπεροψίαν. διὸ οὐδὲ εἶπεν ἵνα οἱ δόκιμοι γένωνται, ἀλλ’ ἵνα δόκιμοι
ὄντες φανεροὶ γένωνται. δηλονότι καὶ πρὸ τούτου τοιοῦτοι ἦσαν,
ἀλλ’ ἀνεμίγνυντο τοῖς πολλοῖς, καὶ παραμυθίας ἀπολαύοντες τῆς <lb n="25"/>
παρὰ τῶν πλουσίων, οὐ σφόδρα ἐφαίνοντο. νυνὶ δὲ ἡ στάσις αὕτη
καὶ ἡ φιλονεικία δήλους αὐτοὺς ἐποίησεν· ὥσπερ τὸν κυβερνήτην
ὁ χειμὼν δείκνυσιν. οὔτε δὴ κατηγορῶν δήλους ποιεῖ, ἵνα μὴ
ἀναισχυντοτέρους ποιήσῃ· οὔτε ἐγκωμιάζων, ὥστε μὴ χαυνοτέρους.
ἀλλ’ ἀεὶ μετέωρον ἀφίησι τὸν λόγον, καὶ τοῦτον κακεῖνον· ἑκάστον <lb n="30"/>
τῷ συνειδότι τὰ λεγόμενα ἁρμόζειν παρέχων. οὐ τοὺς πένητας
δέ μοι δοκεῖ ἐνταῦθα παραμυθεῖσθαι μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς τὸ ἔθος
μὴ διαφθείροντας. καὶ γὰρ εἰκὸς εἶναι ἐν αὐτοῖς καὶ τοὺς διατηροῦντας
αὐτό. διὸ καὶ ἔλεγεν “μέρος τι πιστεύω,” οὐ καθόλου
πιστεύω.</p><lb n="35"/><pb n="216"/><p>Φωτίου. Οὐκ ἐπαινῶ, φησὶ, τὸ συνέρχεσθαι ὑμᾶς, καίτοι ἐπαίνου
ἄξιον ἦν, ἀλλ’ αὐτοὶ αὐτὸ ψόγου καὶ κατηγορίας αἴτιον ἐποιήσατε.</p><p>ἅμα καὶ ἐντρέπων ὅτι ἐφ’ οἷς ἐπαινεῖσθαι αὐτῆς ἐνῆν ἀντὶ
τούτου παραγγελίας, καὶ τὸ μὴ ἐπαινεῖσθαι ἑαυτοῖς ἐπεσπάσαντο.
δηλονότι δὲ οὐκ ἐπαινεῖ τὸ συνέρχεσθαι, ὅτι οὐκ ἐπὶ τῷ κρείττονι <lb n="5"/>
ὥσπερ ἔδει, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ χείρονι συνέρχεσθε, ἤτοι ἐπὶ τὸ ἀτιμάζειν
τοὺς ἀδελφοὺς, καὶ καταισχύνειν, καὶ τὴν ἀλαζονείαν ὑμῶν
καὶ γαστριμαργίαν ἐπιδείκνυσθαι.</p><lb n="20"/><p>Συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ, οὐκ ἔστι κυριακὸν
<lb n="21"/> δεῖπνον φαγεῖν· ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προλαμβανει <lb n="10"/>
ἐν τῷ φαγεῖν, καὶ ὃς μὲν πεινᾶ, ὃς δὲ μεθύει.
0,2 μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἣ
τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε
τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν
τούτω; οὐκ ἐπαίνω.</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Κυριακὸν καλεῖ δεῖπνον τὸ κυριακὸν μυστήριον.
ἐκείνου γὰρ πάντες ὁμοίως μεταλαμβάνουσιν· ἱν· καὶ οἱ πενίᾳ συζῶντες,
καὶ οἱ πλούτῳ κομῶντες. καὶ οἰκέται καὶ δεσπόται καὶ
ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι. ἔδει τοίνυν, φησὶν, καὶ τὰς κοινὰς
τραπέζας εἶναι κοινὰς, καὶ τὴν δεσποτικὴν μιμεῖσθαι ἣ πᾶσιν <lb n="20"/>
ὁμοίως πρόκειται·</p><p>Θεοδωρου. Κυριακὸν αὐτὸ καὶ ἀπὸ τοῦ καιροῦ καὶ ἀπὸ τοῦ
τόπου λέγει. ὡς ἃν ἐπ’ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐν τῷ τῆς συνελεύσεως
τόπῳ κατὰ ταὐτὸν ἐσθίειν αὐτοὺς τοῦ νενομισμένου.</p><p>Ἰωάννου. Ὁρᾷς πῶς ἐντρεπτικῶς καὶ ἐν τάξει διηγήσεως ἤδη <lb n="25"/>
τὴν συμβουλὴν κατεσκεύασεν; τὸ μὲν γὰρ σχῆμα τῆς συνόδου
φησι· ἄλλο ἀγάπης γάρ ἐστι καὶ φιλαδελφίας· εἷς γοῦν ὑμᾶς
πάντας δέχεται τόπος καὶ ὁμοῦ συναγελάζεσθε. ἡ δὲ τράπεζα
λοιπὸν οὐχ ὁμοία τῇ συνόδῳ. καὶ οὐκ εἶπεν συνερχομένων ἡμῶν
οὐκ ἔστι κοινῇ φαγεῖν, οὐκ ἔστι μετὰ ἀλλήλων ἑστιαθῆναι, ἀλλὰ <lb n="30"/>
πολλῷ φοβερώτερον καθάπτεται αὐτῶν λέγων, “οὐκ ἔστι κυριακὸν
“δεῖπνον Φαγεῖν.” ἐκείνῃ παραπέμπων αὐτοὺς ἐντεῦθεν ἤδη τῇ
ἑσπέρᾳ, καθ’ ἣν τὰ φρικτὰ μυστήρια παρέδωκεν ὁ Χριστός. διὰ
τοῦτο καὶ δεῖπνον τὸ ἄριστον ἐκάλεσεν. καὶ γὰρ ἐκεῖνο τὸ δεῖπνον

<pb n="217"/>
κοινῇ πάντας εἶχε κατακεκλιμένους. καίτοι γε οὐ τοσοῦτον τὸ
μέσον τῶν πλουτούντων καὶ τῶν πενομένων, ὅσον τοῦ διδασκάλου
καὶ τῶν μαθητῶν. ἐννόησον τὸ μέσον τοῦ διδασκάλου καὶ τοῦ
προδότου. ἀλλ’ ὅμως καὶ αὐτὸς μετ’ αὐτῶν κατεκλίνετο. εἶτα
ἑρμηνεύει πῶς “οὐκ ἔστιν κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν. ἕκαστος γὰρ <lb n="5"/>
“ἴδιον δεῖπνον προλαμβάνει,” Φησὶν, “ἐν τῷ φαγεῖν. καὶ ὃς μὲν
“πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει.” εἶδες πῶς ἔδειξεν αὐτοὺς καταισχύνοντας
ἑαυτοὺς μᾶλλον; τὸ γὰρ κυριακὸν ἰδιωτικὸν ποιοῦσιν. ὥστε πρῶτοι
αὐτοὶ εἰσιν οἱ καθυβριζόμενοι, οἱ τῆς τραπέζης τὸ μέγιστον
ἀφαιροῦντες ἀξίωμα. ὅτι τὸ κυριακὸν δεῖπνον, τοῦτ’ ἐστι τὸ δεσποτικὸν <lb n="10"/>
ὀφείλει κοινὸν εἶναι. τὰ γὰρ τοῦ δεσπότου οὐχὶ τοῦδε μὲν
τοῦ οἰκέτου ἐστὶν, τοῦδε οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ κοινὴ πάντων· τὸ οὖν
κυριακὸν τοῦτο φησὶ τὸ κοινόν· νυνὶ δὲ οὐκ ἀφιεὶς αὐτὸ εἶναι
κυριακὸν μὴ ἀφιεὶς εἶναι κοινόν· ἀλλὰ κατὰ σαυτὸν αὐτὸ ἑστιώμενος.</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Ἔδειξεν τῆς δεσποτικῆς τραπέζης τὰς κοινὰς
τραπέζας ἐναντίας ἐκ διαμέτρου. ἐξ ἐκείνης μὲν γὰρ ἴσως μεταλαμβάνουσιν
ἅπαντες. ἐνταῦθα δὲ ὃς μὲν πεινᾶ, ὃς δὲ μεθύει·
διπλὴν τὴν κατηγορίαν ποιούμενος· καὶ ὅτι μόνος πίνει, καὶ ὅτι
ὑπὲρ κόρον, ἐπιτιμητικῶς. “μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ <lb n="20"/>
“ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἣ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε καὶ
“καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας;” εἰ τοῦ τρυφᾶν ἕνεκα παραγίνεσθε,
ἐν ταῖς οἰκίαις τοῦτο δρᾶτε. ὕβρις γὰρ τοῦτο τῆς
ἐκκλησίας καὶ πρόφασις παροινίων. πῶς γὰρ οὐκ ἄτοπον ἔνδον ἐν
τῷ τοῦ Θεοῦ ναῷ, τοῦ δεσπότου παρόντος, ὃς κοινὴν ὑμῖν παρέθηκε <lb n="25"/>
τράπεζαν, ὑμᾶς μὲν τρυφᾶν, τοὺς δὲ δεομένους πεινῆν καὶ διὰ τὴν
πενίαν ἐρυθριᾶν· “τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ
“ἐπαινῶ.” τῇ συνήθει πραότητι κέχρηται· πατρικῶς, οὐ δικαστικῶς
ἐπιμέμφεται· εἶτα σαφέστερον τῶν ἱερῶν αὐτοὺς ἀναμιμνήσκει
μυστηρίων.</p><lb n="30"/><p>Φωτίου. Τί ὑμῖν δοκεῖ; ἄρα παραλόγως εἶπον ὑμῖν καὶ
τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτι οὐκ ἐπαινῶ; οὐχὶ καὶ ἀπ’ αὐτῆς
τῆς τῶν πραγμάτων ἀκολουθίας ἐμάθετε ὅτι ἐν ἐπαινουμένῳ
πράγματι τῷ κυριακῷ δείπνῳ, ψόγου ὑμεῖς ἀλλ’ οὐκ ἐπαίνου

<pb n="218"/>
ἄξια διαπράττεσθε; ὥστε καὶ ἐγὼ δικαίως οὐκ ἐπαινῶ, καίπερ
καθ’ αὐτὸ ἐπαινετοῦ μάλιστα τοῦ ἔργου τυγχάνοντος.</p><lb n="23"/><p>Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὃ καὶ παρέδωκα
ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς, ἐν τῇ νυκτὶ
<lb n="24"/> ᾖ παρεδίδοτο, ἔλαβεν ἄρτον, καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε, <lb n="5"/>
καὶ εἶπεν, Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μου ἐστὶ τὸ σῶμα τὸ
ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν
<lb n="25"/> ἀνάμνησιν. ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον, μετὰ τὸ δειπνῆσαι,
λέγων, Τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν
ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.</p><p>Ἰωάννου. ίνος ἕνεκεν ἐνταῦθα τῶν μυστηρίων μέμνηται; ὅτι
σφόδρα ἀναγκαῖος εἰς τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν ὁ λόγος ἦν οὗτος
αὐτῷ. καὶ γὰρ ὁ δεσπότης σου, φησὶν, τῆς αὐτῆς πάντας ἠξίωσε
τραπέζης, καίτοι σφόδρα φρικωδεστάτης οὔσης, καὶ πολὺ τὴν <lb n="15"/>
πάντων ὑπερβαινούσης ἀξίαν. σὺ δὲ αὐτοὺς καὶ τῆς σῆς ἀναξίους
εἶναι ἡγῇ τῆς μικρᾶς ταύτης καὶ εὐτελοῦς; τίνος δὲ ἕνεκεν καὶ
τοῦ καιροῦ ἡμᾶς ἀναμιμνήσκει· καὶ τῆς ἑσπέρας ἐκείνης καὶ τῆς
προδοσίας; οὐχ ἁπλῶς οὐδὲ ἄνευ λόγου τινὸς, ἀλλ’ ἵνα μεθ’ ὑπερβολῆς
κατανύξῃ. κἂν γὰρ αὐτολίθος ᾖ τις, ἐννοήσας ἐκείνην τὴν <lb n="20"/>
νύκτα, πῶς ἦν μετὰ τῶν μαθητῶν ἀδημονῶν, πῶς παρεδόθη, πῶς
ἐδέθη, πῶς ἀπήχθη, πῶς κατεδικάσθη, πῶς τὰ ἑξῆς ἔπαθεν
ἅπαντα, κηροῦ γίνεται παντὸς ἁπαλώτερος, καὶ τῆς γῆς ἀπαλλάττεται,
λάττεται, καὶ τῆς ἐνταῦθα φαντασίας ἁπάσης. διὰ τοῦτο πάντων
ἐκείνων εἰς μνήμην ὑμᾶς ἄγει, ἐντρέπων καὶ λέγων, ὅτι ὁ μὲν <lb n="25"/>
δεσπότης σου καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπέρ σου· σὺ δὲ τῷ ἀδελφῷ
οὐδὲ σιτίων μεταδίδως ὑπὲρ ἑαυτοῦ.</p><p>Θεοδωρου. τὸ “παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου” λέγει, ἀντὶ τοῦ
παρέλαβον, ὡς αὐτοῦ τοῦ Κυρίου οὕτω ποιεῖν παραδεδωκότος· οὐ
γὰρ δὴ παρῆν τούτων παρ’ ἑαυτοῦ τοῖς μαθηταῖς παραδιδομένων.</p><lb n="30"/><p>Οἰκουμενίου. Ἤ ὅτι ἐδιδάχθη ταῦτα ἀπὸ τοῦ Κυρίου. ἵνα
ἣ τὸ “παρέλαβον” ἐδιδάχθην.
Φωτίου. Εἰ ὁ Κύριος, φησὶ, κοινωνεῖν σε τοῦ οἰκείου σώματος

<pb n="219"/>
καὶ αἵματος τὴν τράπεζαν καὶ τὸν κρατῆρα παρατίθησι, σὺ τολμᾷς
τοῦτον τῆς σῆς ἀποικίζειν τραπέζης καὶ ὑπερορᾶν; εἰ ἐκεῖνος
ηὐχαρίστει τὸ οἰκεῖον σῶμα μερίζων καὶ μεταδιδοὺς, σὺ οὐ πολλῷ
μᾶλλον εὐχαρίστως καὶ μετὰ πλείστης χαρᾶς τῶν ἐκεῖθέν σοι
δωρηθέντων κοινωνοὺς καὶ συνεστιάτορας λαμβάνεις τοὺς πένητας;</p><lb n="5"/><lb n="26"/><p>Ὁσάκις γὰρ ἃν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον, καὶ τὸ
ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε,
<lb n="27"/> ἄχρις οὖ ἂν ἔλθῃ. ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν
ἄρτον τοῦτον, ἢ πίνει τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως,
ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ <lb n="10"/>
<lb n="28"/> Κυρίου. δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτὸν, καὶ οὕτως ἐκ
<lb n="29"/> τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω, καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γὰρ
ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως, κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει,
μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.</p><p>Θεοδωρίτου. Ὅτι μετὰ τὴν αὐτοῦ παρουσίαν, οὐκ ἔτι χρεία <lb n="15"/>
τῶν συμβόλων τοῦ σώματος αὐτοῦ. διὰ τοῦτο εἶπεν “ἄχρις οὗ ἂν
“ἔλθη.” τοῦτο μὲν οὖν ὁ θεῖος Ἀπόστολος ἀντὶ παραδείγματος τέθεικεν,
διδάσκων τοῦ παρὰ Κορινθίοις τολμωμένου τὸ ἄτοπον. ἀρξάμενος
δὲ τοῦ περὶ τῶν μυστηρίων λόγου καὶ πέρι τούτου τὰ προσήκοντα
παραινεῖ. “ὥστε ὃς ἃν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον ἢ πίνει τὸ ποτήριον <lb n="20"/>
“τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος
“τοῦ Κυρίου.” ἐνταῦθα νύττει μὲν τοὺς τὴν φιλαρχίαν νενοσηκότας,
νύττει δὲ τὸν πεπορνευκότα, καὶ μετὰ τούτων, τοὺς τῶν εἰδωλοθύτων
ἀδιαφόρως μετειληφότας· πρὸς δὲ τούτοις καὶ ἡμᾶς μετὰ
πονηροῦ συνειδότος τῶν θείων μυστηρίων ἀπολαύειν τολμῶντας. <lb n="25"/>
τὸ δὲ “ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος,” τοῦτο δηλοῖ,
ὅτι καθάπερ παρέδωκεν μὲν αὐτὸν ὁ Ἰούδας, παροίνησαν δὲ εἰς
αὐτὸν Ἰουδαῖοι, οὕτως ἀτιμάζουσιν αὐτὸν οἱ τὸ πανάγιον αὐτοῦ
σῶμα χερσὶν ἀκαθάρτοις δεχόμενοι, καὶ ἐναγῆ προσφέροντες στόματι·
οὕτω φοβήσας παραινεῖ τὰ προσήκοντα.</p><lb n="30"/><p>Θεοδωρου. Ἕκαστος, φησὶν, ἐξεταζέτω τὴν οἰκείαν διάνοιαν,
ἥντινα περὶ τῶν μυστηρίων κέκτηται τὴν ὑπόληψιν, καὶ τότε
αὐτῶν μετεχέτω. τὸ γὰρ ἑαυτὸν, ἀντὶ τοῦ τὴν διάνοιαν ἑαυτοῦ

<pb n="220"/>
λέγει. καθόλου περὶ τῆς τῶν μυστηρίων ὑπολήψεως ἐν τούτοις
λέγων.</p><p>Θεοδωρίτου. Σὺ σαυτοῦ γίνου κριτὴς καὶ τῶν βεβιωμένων
ἀκριβὴς δικαστής. ἐρεύνα τὸ συνειδὸς, καὶ τότε δέχου τὸ δῶρον.</p><p>Ἰωάννου. ί λέγεις, εἰπέ μοι; ἡ τοσούτων ἀγαθῶν αἰτία, <lb n="5"/>
καὶ ζοὴν βρύουσα τράπεζα, αὕτη κρίμα γίνεται; οὐ παρὰ τὴν
αὐτῆς φύσιν, ἀλλὰ παρὰ τὴν τοῦ προσιόντος προαίρεσιν. ὥσπερ
γὰρ ἡ παρουσία αὐτοῦ, ἡ τὰ ἀπόρρητα ἐκεῖνα καὶ μεγάλα κομίσασα
ἀγαθὰ, τοὺς μὴ δεξαμένους αὐτὴν μᾶλλον κατέκρινεν, οὕτως
καὶ τὰ μυστήρια μείζονος κολάσεως ἐφόδια γίνεται τοῖς ἀναξίως <lb n="10"/>
μετέχουσι. διατί δὲ κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα
τοῦ Κυρίου, Φησί; τοῦτ’ ἔστι μὴ ἐννοῶν ὡς χρὴ τὸ μέγεθος τῶν
προκειμένων, μὴ λογιζόμενος τὸν ὄγκον τῆς δωρεᾶς. εἰ γὰρ μάθοις
ἀκριβῶς τι ποτέ ἐστι τὸ προκείμενον, καὶ τίς ὣν τίνι ἑαυτὸν
δίδωσιν, οὐδενὸς ἑτέρου δεήσῃ λόγου, ἀλλ’ ἀρκεῖ σοι τοῦτο εἰς <lb n="15"/>
ἅπασαν μέμψιν, εἰ μὴ σφόδρα εἴης ἀναπεπτωκώς.</p><p>Φωτίου. Τὸ “ἄχρις οὗ ἃν ἔλθῃ,” ἐν ὑπερβατῷ ληπτέον.
ὁσάκις γὰρ ἀν’ ἐσθίητε ’τον ἄρτον τοῦτον, καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο
πίνητε, ἄχρις οὗ ἃν ἔλθῃ ἐν τῇ δευτέρᾳ αὐτοῦ παρουσίᾳ, ἕως τότε
τὸν θάνατον αὐτοῦ καταγγέλλετε. ἀπὸ τότε γὰρ οὔτε τῶν ἁγίων <lb n="20"/>
τούτων μυστηρίων μεταληψόμεθα, εἰς τελειοτέραν καὶ μυστικωτέραν
πολιτείαν καὶ ἀπόλαυσιν ἀναγόμενοι.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.“Μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου,”
ἀδιαφόρου τῶν λοιπῶν μετέχων αὐτοῦ καὶ προσερχόμενος αὐτῷ.</p><lb n="30"/><p>Διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι, <lb n="25"/>
<lb n="31"/> καὶ κοιμῶνται ἱκανοί. εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἃν
<lb n="32"/> ἐκρινόμεθα· κρινόμενοι δὲ, ὑπὸ τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα,
<lb n="33"/> ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν. ὥστε, ἀδελΦοί
μου, συνερχόμενοι εἰς τὸ φαγεῖν, ἀλλήλους ἐκδέχεσθε·
<lb n="34"/> εἰ δέ τις πεινᾶ, ἐν οἰκῶ ἐσθιέτω· ἵνα μὴ εἰς κρίμα συνέρχησθε. <lb n="30"/>
τὰ δὲ λοιπὰ, ὡς ἂν ἔλθω, διατάξομαι.</p><p>Θεοδωρίτου. Ταῦτα ὡς γεγενημένα τέθεικεν. οὐ γὰρ ἃν
ἠνέσχετο τὰ μὴ γεγενημένα γράψαι, εἰδὼς τοῦ ψεύδους τὸ
προφανές.</p><pb n="221"/><p>Ἰωάννου. “Διὰ τοῦτο,” ποῖον; διὰ τὸ ἀναξίως προσιέναι.
τί ὖν εἴποι τις; οἱ γηράσκοντες οὐχ ἁμαρτάνουσιν ἐπεὶ μὴ
κοιμῶνται πρόωροι; ναί· ἀλλ’ οὐχ αὕτη μόνη ἀνταπόδοσις τοῖς
ἀναξίως προσιοῦσι, τὸ ἀποθνήσκειν πρὸ καιροῦ· ἀλλ’ εἰσὶ καὶ ἐκεῖ
χαλεπώταται τιμωρίαι.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Οὐκ εἶπεν, εἰ ἑαυτοὺς ἐκολάζομεν,
ἐκρίνομεν. τοῦτ’ ἔστιν εἰ κατεγινώσκομεν ἑαυτῶν μόνον ἁμαρτανοντες,
καὶ τῶν ὧδε καὶ τῶν ἐκεῖ ἀπηλλάγημεν ἃν τιμωριῶν. ὁ
γὰρ ἑαυτοῦ καταγινώσκων ὡς δεῖ, οὐκ ἃν εἰς τὴν αὐτὴν πολλάκις
ἁμαρτίαν ἐμπέσῃ. ἐπεὶ οὖν τὸ οὕτως κοῦφον οὐ ποιοῦμεν, τοῦτ’ <lb n="10"/>
ἔστι τὸ καταγινώσκειν ἑαυτῶν, οὐδὲ οὕτως ἀφειδῶς ἡμῖν ὁ Θεὸς
κέχρηται· ἀλλ’ ὧδέ παιδεύει, ἵνα ἐκεῖ ἐλεήσῃ. παιδευόμεθα δὲ
εἰπεν, οἷον νουθετούμεθα· οὐ γὰρ εἶπεν τιμωρούμεθα, ἀλλὰ παιδευόμεθα.
ὡς νουθεσίας καὶ διορθώσεως γινομένης, εἰς τὸν πρότερον
ἦλθε λόγον. ὅρα δὲ οὐκ εἶπεν τοῖς πένησι μεταδίδοτε, ἀλλὰ <lb n="15"/>
τὸ σεμνότερον “ἀλλήλους ἐκδέχεσθε.” ὡς κοινῶν ὄντων τῶν ἐκεῖσε
εἰσφερομένων ἐδεσμάτων, ὡς ὅγε τοῦτο, φησὶ, μὴ ποιῶν, ἀνάξιός
ἐστι τῆς μυστικῆς μεταλήψεως.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Γαστριμαργίας αὐτῶν καταγινώσκει, καὶ
δυσανασχέτοις κέχρηται, ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας εἰς τοὺς ἰδίους <lb n="20"/>
οἴκους παραπέμπων· ἵνα μὴ, φησὶν, εἰς κόλασιν συνέρχησθε ἑαυτῶν,
τὴν ἐκκλησίαν ὑβρίζοντες καὶ τοὺς πένητας περιορῶντες·
διὰ γὰρ ἀγάπην συνέρχεσθε εἰς τὰ δεῖπνα. ταύτης δὲ, φησὶν, μὴ
οὔσης, βέλτιον ὑμᾶς οἴκοι σιτίζεσθαι. τοῦτο δὲ Φησὶν ἐΦελκόμενος
αὐτούς. ἣ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος τοῦτο φησίν· οἷον τὸ <lb n="25"/>
κυριακὸν δεῖπνον, καὶ ἐν ἄλλοις κεφαλαίοις διορθώσεως δεομένου·
οὐ πραγμάτων ἀλλὰ τῆς αὐτοῦ παρουσίας.</p><p>Θεοδωρου. Τίνες οὐ προσεσχηκότες τῇ διανοίᾳ τῶν κειμένων,
νομίζουσι τοῦ Ἀποστόλου πληροῦν τὸν σκοπὸν, εἰ σπανιώτατά που
τῶν μυστηρίων μετέχοιεν. δέον αὐτοὺς συνιδεῖν, ὅτι εἴπερ πάντη <lb n="30"/>
καθαρεύοντας ἁμαρτίας βούλεται κοινωνεῖν· πρῶτον μὲν ἁμαρτίας
ἀδύνατον πάντη καθαρεύειν ἄνθρωπον ὄντα. δεύτερον δὲ, εἰ καὶ
τοῦτο ἦν δυνατὸν, ἀλλ’ οὐχ ἡμᾶς γε τοῦτο περὶ ἑαυτῶν ὑπειληΦότας
κοινωνεῖν δίκαιον ἦν. καὶ ποῦ στήσεται τὸ “ὁσάκις ἐὰν
“ἐσθίητε;” συνέχειαν γὰρ δείκνυσι τῆς κοινωνίας τὸ εἰρημένον· <lb n="35"/>

<pb n="222."/>
ᾧτ’ δὴ σύνδρομος καὶ ὁ ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας θεσμὸς, πάντοτε ἐπιτελεῖσθαι
βουλόμενος τὰ μυστήρια· τῶν οὖν μυστηρίων, τὸν μὲν τὰ
μέγιστα καὶ ἄγαν ἀπηγορευμένα διαπραττόμενον, ἀπέχεσθαι ὅσιον·
περὶ ὣν καὶ ὁ Ἀπόστολος ἀπεφήνατο σαφῶς, οὐκ ἐνεῖναι τῆς
βασιλείας τυχεῖν τὸν διαπραττόμενον· τῷ γὰρ τοιούτῳ τότε καλὸν <lb n="5"/>
μετέχει αὐτῶν, ἐπειδὰν τῶν ἁμαρτημάτων δέει a τῶν νενομοθετημένων
ἀπόσχηται πρότερον. τῶν δέ γε λοιπῶν ὅσα συμβαίνειν
ἀνθρώποις ἀνάγκη, πολλὰ μὲν καὶ ὑπὸ τῶν καθημερινῶν συμπτωμάτων,
πλεῖστα δὲ καὶ ὑπὸ τῆς ἀσθενείας τῆς φύσεως, σπουδάζειν
μὲν ὅση δύναμις ἀπέχεσθαι προσῆκεν. ἐπιμέλεια γὰρ ἀρετῆς <lb n="10"/>
καὶ ἡ καθημερινὴ τοῦ βίου μελέτη ἐλαττοῦν τὰ b τοιαῦτα δύναται
πάντως. περιπίπτοντα δὲ τοῖς τοιούτοις οὐκ ἀποστερεῖν τῶν
μυστηρίων καλὸν ἑαυτοὺς, προσιέναι δὲ πλείονι τῷ φόβῳ, λογιζομένους
μὲν αὐτῶν τὸ μέγεθος, ποιουμένους δὲ ἐπ’ ἐλπίσιν
ἀγαθαῖς τὴν μετάληψιν· ὡς ἃν καὶ ἀφέσεως ἡμῖν ἐκεῖθεν προσγινομένης, <lb n="15"/>
ὅτ’ ἃν ἀπεχώμεθά γε τῶν κατὰ δύναμιν καὶ τῶν λοιπῶν
μὴ καταμελοῦντες φαινοίμεθα. καὶ μὴν καὶ πνευματικῆς συνεργείας
πρὸς εὐμαρεστέραν τοῦ βίου κατόρθωσιν· πάντα γὰρ ὅσα
διὰ τοῦ θανάτου προσγέγονεν ἐν ὑμῖν τοῦ Χριστοῦ, ταῦτα καὶ ἀπὸ
τῶν συμβόλων ἐπιτελεῖσθαι τοῦ θανάτου δίκαιον. ὥστε ἐγὼ θαρρῶν <lb n="20"/>
εἴποιμι ἃν, ὅτι κἂν τὰ μέγιστά τις ἡμαρτηκὼς τυγχάνει· δοκιμάσας
δὲ πάσης ἀτόπου πράξεως ἀπέχεσθαι τοῦ λοιποῦ, καὶ
βλέπειν εἰς ἀρετὴν ἀκολούθως τοῖς νόμοις πολιτευόμενος τοῦ
Χριστοῦ, τὴν τῶν μυστηρίων ποιήσαιτο c πάνυ πεπιστευκὼς ἁπάντων
λήψεσθαι τὴν συγχώρησιν, οὐδαμῶς ἀποτεύξεται τῶν πεπιστευμενων.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐ γὰρ περὶ πάντων γράφειν οἷόν τε ἦν· ἀλλὰ περὶ
τῶν ἀναγκαιοτέρων γράψας, τὰ λοιπὰ τῇ παρουσίᾳ τετήρηκεν.</p><p>Φωτίου. Ἐπειδὴ ἀναξίως φησὶ τῇ μεταλήψει τοῦ δεσποτικοῦ
προσέρχεσθε σώματος· διὰ τοῦτο πολλοῖς συμβαίνει ὅσοι τε καὶ <lb n="30"/>
πάθη καὶ θάνατοι. πόθεν δέ ἐστι τὸ ἀναξίως προσέρχεσθαι; ἔκ τε
τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων ὧν πράττετε, καὶ ἐκ τοῦ συνερχομένους
ὑμᾶς εἰς τὸ κυριακὸν δεῖπνον ὑπερορᾶν τοὺς πτωχοὺς, δι᾿ οὓς
ἐγεγόνει τὸ συνέρχεσθαι. διὰ γὰρ τοῦτο αὐτὸ τε τὸ κυριακὸν
<note type="footnote">a δέ εἰ Cod. b ἐλαττοῦντα Cod. c Verbum aliquod excidit.</note>

<pb n="223"/>
ἰδιωτικὸν ποιοῦντες ἐξυβρίζετε, καὶ τὴν ἐκκλησίαν ἐν ᾗ ποιῆσαι
τὸ κυριακὸν δεῖπνον συνέρχεσθε, ἀτιμάζετε· γαστριμαργίας ἑαυτοῖς
τράπεζαν ἐν αὐτῇ, ἀλλ’ οὐ κυριακὸν δεῖπνον, παρατιθέμενοι· καὶ
τοὺς πένητας δὲ καταισχύνετε· διὰ γοῦν ταῦτα, ἀναξίους ἑαυτοὺς
τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος του Κυρίου παρασκευάζετε.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Ὥστε ἀδελφοί μου ἀλλήλους ἐκδέχεσθε.
ἵνα μὴ ἀναξίως δειχθῆτε τοῦ δεσποτικοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος
μετέχοντες. ἵνα μὴ ἀναξίως μετέχοντες, ἔνοχοι τοῦ σώματος
αὐτοῦ τῆς ἀναιρέσεως καὶ τοῦ αἵματος τῆς ἐκχύσεως γενόμενοι,
ἀπαραίτητον τὸ κρίμα ἕξοιτε· ῥα μὴ κρίματι τηλικούτῳ περιπεπτωκότες, <lb n="10"/>
πεπτωκότες, νόσοις καὶ πάθεσι καὶ θανάτω ἐκδαπανηθήσεσθε· ἵνα
μὴ ἃν μὴ τούτοις ἀποδῶτε τὴν ἔκτισιν, εἰς ἀπέραντον κόλασιν σὺν
τοῖς ἀπίστοις ἐκδοθείητε.</p></div></div></body></text></TEI>