<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg012.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><head>ΚΕΦ. Β.</head><p>Κατὰ πορνῶν καὶ πορνείας, καὶ τῶν τούτοις κοινωνούντων.</p><lb n="20"/><lb n="21"/><p>Τί θέλετε ; ἐν ῥάβδῳ ἔλθω πρὸς ὑμᾶς, ἢ ἐν ἀγάπῃ,
<lb n="1"/> πνεύματί τε πρᾳότητος ; ὅλως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία,
καὶ τοιαύτη πορνεία, ἥτις οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὀνομάζεται,
<lb n="2"/> ὥστε γυναῖκά τινα τοῦ πατρὸς ἔχειν· καὶ ὑμεῖς
πεφυσιωμένοι ἐστὲ, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα <lb n="25"/>
<lb n="3"/> ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας. ἐγὼ
μὲν γὰρ ὡς ἀπὼν τῷ σώματι, παρὼν δὲ τῷ πνεύματι,
ἤδη κέκρικα ὡς παρὼν, τὸν οὕτω τοῦτο κατεργασάμενον,
<lb n="4"/>ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, συναχθέντων
ὑμῶν καὶ τοῦ ἐμοῦ πνεύματος, σὺν τῆ δυνάμει <lb n="30"/>
<lb n="5"/> τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, παραδοῦναι τὸν τοι-


<pb n="90"/>
οῦτον τῷ Σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκὸς, ἵνα τὸ πνεῦμα
σωθῇ ἐν τῆ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ</p><p>Κυτίλλου. βούλεσθε, φησὶν, σοφὴν ἐπίπληξιν οἵα τινὶ
ἐπάγω τοῖς ἡμαρτηκόσιν· ἣ ἐν Πνεύματι πρᾳότητος καὶ ὡς ἐν
ἀγάπῃ προσενεχθεὶς παραδράμω σεσιγηκώς ; ἀλλ’ ἦν ἄμεινον <lb n="5"/>
αὐτοῖς ἡ ἐπίπληξις ἅμα κόπτουσα τὸ δεινὸν καὶ τὸ ῥάθυμον καὶ
τοιαύτης παρανομίας τὴν ἐπιχείρησιν, περὶ ἧς καὶ ἡ θεόπνευστος
ἔφη γραφὴ περὶ τῶν ἐξ Ἰερουσαλὴμ διὰ φωνῆς Ἰωὴλ j, “καὶ υἱὸς
“ καὶ πατὴρ αὐτοῦ εἰσεπορεύοντο πρὸς τὴν αὐτὴν παιδίσκην,
ὅπως βεβηλώσωσι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ·” ταύτην φησὶ, τὴν <lb n="10"/>
πορνείαν, “ οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσίν ἐστιν ἀκοῦσαι·” Θησέα γὰρ ἠκηκόει
που κατὰ τὸ εἰκὸς τεθηγμένον ἐπὶ τῷ ἰδίῳ παιδί· ἐπαρασάμενόν
τε αὐτῷ· καὶ δὴ καὶ ἀπεκτονότα διαβεβλημένον ἐκ μητρυῖας,
καὶ ἑτέρους τινὰς ἐπὶ τοιοῖσδε αἰτιάμασι ταῖς τῶν ποιητῶν
εὐστομίαις κατεσκωμμένους.</p><lb n="15"/><p>Ὠριγενουσ. Οὐκ ἀεὶ οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε οἱ τούτου
μαθηταὶ κέχρηνται χρηστοῖς λόγοις πρὸς τοὺς ἀκούοντας· οὐ δὲ
ἀεὶ τοῖς ἀποτόμοις· ἀλλὰ πότε μὲν τούτῳ, ποτὲ δὲ ἐκείνῳ κ. ἐπεὶ
οὖν εἶχε ῥάβδον ὁ Παύλου λόγος· εἶχε δὲ καὶ πνεῦμα πραΰτητος
καὶ χρηστότητος, πυνθάνεται Κορινθίων μὴ θέλων προπεπέστερον <lb n="20"/>
χρήσασθαι τῷ ἀποτομωτέρῳ· οὐχ ὅτι χωρὶς ἀγάπης γίνεται ἡ
ῥάβδος· ἀλλ’ ὅτι ἡ ἀγάπη κέκρυπται ἐν τῷ τὴν ῥάβδον ἔχοντι·
καὶ οὐ δείκνυσι τὴν ἀγάπην ἐν τῇ ἀποτομίᾳ τῆς ἐπιπλήξεως·
εἶτα τὴν αἰτίαν τῆς τοιαύτης πεύσεως ἐπιφέρει λέγων, “ ὅλως
“ ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία ἥτις οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν.” μανθάνομεν <lb n="25"/>
ὅτι περὶ πορνείας ἡμᾶς κατεπᾴδεσθαι δεῖ, ἵνα μὴ πέσωμεν·
καὶ ἄλλο δὲ μαθεῖν, ἵνα καὶ οἱ μὴ συνειδότες ἑαυτοῖς
πορνείαν, συνειδότες δὲ συναγομένους πορνεύουσιν, μὴ φυσιῶνται·
εἰδότες ὅτι καὶ αὐτοὶ ἀμαρτωλοί 1 εἰσι τῷ ἁμαρτωλὸν εἶναι τὸν
συναγόμενον μετ’ αὐτῶν· ὅλῃ γὰρ τῇ ἐκκλησίᾳ ἐγκαλεῖ περὶ ἑνὸς <lb n="30"/>
πορνεύσαντος· καὶ τῇ φυσιώσει αὐτῶν ἐγκαλεῖ, ὡς οὐ κατὰ λόγον
γινομένῃ, μάλιστα διὰ τὸ εἶναι πόρνον ἐν αὐτοῖς· καὶ τρίτον
<note type="footnote">j Αmos ii. 7. k δὲ ἐκοίνως 1 ἀμαρτολοὶ Cod.</note>

<pb n="91"/>
μανθάνομεν ὅτι καὶ πορνειῶν εἰσι διαφοραί· ὥστε εἶναι πορνείαν
βαρυτάτην m τινὰ, καὶ ἄλλην ἐλάττονα· καὶ ἄλλην ἔτι ἐλάττονα·
οὐκ οὖν ἐν τῇ κρίσει τοῦ Θεοῦ οὐχ ἁπλῶς οἱ πόρνοι κρίνονται, οὐ
δὲ τὴν αὐτὴν καταδίκην λήψονται διὰ τὸ πεπορνευκέναι· ἀλλὰ καὶ
ἡ ποσότης καὶ ἡ ποιότης αὔξει τὴν κόλασιν καὶ ἡ προαίρεσις καὶ <lb n="5"/>
ὁ χρόνος. ἐν Κορίνθῳ τοίνυν εἰ τίς n παράνομον γάμον ἐγάμησεν·
τὴν γὰρ μητρυιὰν αὐτοῦ ἠγάγετο· ἀλλὰ τὸν τοιοῦτον γάμον,
πορνείαν ὁ Ἀπόστολος καλεῖ· καὶ τοιαύτην οἵαν “ μὴ δὲ ἐν τοῖς
ἔθνεσιν ἐστιν ἀκούειν ἴνα διδάξῃ ἡμᾶς ὅτι ἐάν ποτε παρανόμως
γαμῶμεν, οὐ λογίζεται ἡμῖν εἰς γάμον τὸν νομιζόμενον γάμον <lb n="10"/>
εἶναι, ἀλλ’ εἰς πορνείαν.</p><p>Εἶτα τοῦτον καταλιπὼν, κατὰ τῆς τούτου συμμορίας τὴν
κατηγορίαν εἰσφέρει· “ καὶ ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστὲ, καὶ οὐχὶ
“ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἀρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο
“ ποιήσας ” πᾶσιν ἐπιπλήσσει ὡς κακῶς αὐτὸν παραδεξαμένοις· <lb n="15"/>
ἐπὰν γὰρ ὄντος τοῦ ἁμαρτήσαντος φυσιώμεθα, ἡμεῖς οἱ δοκοῦντες
ἑαυτοῖς συνειδέναι τὰ κρείττονα, λέγετε τὸ “ καὶ ὑμεῖς πεφυσιω-
“μένοι ἐστε.”</p><p>Θεοδωρίτου. Μέγα ἐφρόνουν ὡς πεπαιδευμένον
ἔχοντες· οὐκ ἐναντία δὲ νομοθετεῖ· οὐ γὰρ εἶπεν, τί δήποτε οὐκ <lb n="20"/>
ἐξηλάσατε ; ἀπηγόρευσεν ἄνω τὸ κρίνειν τοῖς διδασκάλοις· ἀλλὰ
τίνος χάριν οὐκ ἐθρηνήσατε τὸν Θεὸν ἱκετεύοντες· ὥστε τῆς τούτου
λώβης ἀπαλλαγῆναι.</p><p>Σευηριανοῦ. Οὐκ ἐπειδὴ γυναῖκα τὸν εἰρημένον τρόπον
ἐκεῖνος· ἀλλ’ ὅτι ἐλλόγιμος ἦν, καὶ οὐχὶ ἐπένθουν ὅτι γυναῖκα <lb n="25"/>
τοῦ πατρὸς εἶχεν· ἀλλ’ ἐπεφυσίωντο, ὅτι εὐπαίδευτος ἦν· τὸ γὰρ
πένθος αὐτῶν, ἣ ἐχώριζεν τὸν πορνεύσαντα ἐπιμένοντα, ἣ τοῦ πράγματος
τὴν ἀτοπίαν ἐξώριζεν καὶ ἐπανῆγεν αὐτόν.</p><p>Θεοδωριανοῦ. Μηδεὶς ὑμῶν ἕτερόν τι βουλεύσηται· ἐκφέρω
γὰρ παραυτίκα τὴν ψῆφον.</p><lb n="30"/><p>Σευηριανοῦ. Οὐχ ἁπλῶς ἐργασάμενον, ἀλλὰ “ κατεργασά-
“ μενον·” οὐ γὰρ συναρπασθεὶς ἔπεσεν· ἀλλ’ ἔργῳ ἐχρήσατο τῷ
κακῷ· καὶ Πνεύματι δὲ παρεῖναι λέγει συμψηφιζόμενος καὶ συγκατακρίνων·
Πνεῦμα δὲ τὸ χάρισμα λέγει· συναχθέντων σὺν τῇ
m βαριτάτην Cod. n Fors. εἷς τις.


<pb n="92"/>
δυνάμει τοῦ Χριστοῦ· οἱ φυσιούμενοι ἐπὶ τῷ πορνεύσαντι διὰ τὴν
ἐλλογιμότητα, μέρος ἦσαν τοῦ παντός· πάντας δὲ πρὸς τὴν κατάκρισιν
τὴν ἐπὶ τῇ πορνείᾳ συναχθῆναι καλεῖ.</p><p>Θεοώρου. Ἐδυσώπησεν τῇ μνήμῃ τοῦ Χριστοῦ· ὥστε μὴ
τῇ χάριτι τῇ πρὸς ἐκεῖνον παριδεῖν τὸ δέον· “ παραδοῦναι τὸν <lb n="5"/>
“ τοιοῦτον τῷ Σατανᾷ, εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκὸς, ἵνα τὸ πνεῦμα
“ σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.” τὸ μὲν
παραδοῦναι τῷ Σατανᾷ, οὐχ ὡς αὐτὸς τοῦτο γενέσθαι ὁρίζων εἰπεν·
ἀλλ’ ὡς ἂν τῷ τῆς ἐκκλησίας ἐξεωθῆναι διὰ τῆς τοῦ Θεοῦ ἀλλοτριώσεως
ὑπὸ τὴν τοῦ Σατανᾷ γενομένην ἐξουσίαν· ἡ μὲν γὰρ παρ’ <lb n="10"/>
αὐτοῦ τιμωρία ἦν τὸ τῆς ἐκκλησίας αὐτὸν ἐξῶσαι· ἐκ δὲ τούτου
πάντως ἐκεῖνο συνέβαινεν· ὁ μέντοι Ἀπόστολος, ἀντὶ τῆς τιμωρίας
γὰρ ἀποβαῖνον εἰπεν, ὥστε φοβῆσαι μᾶλλον· ἐξῶσαι δὲ φησὶν
αὐτὸν, οὐκ ἀλλοτριῶσαι πάντη βουλόμενος· ἀλλὰ τοῦ οἰκείου
αἰσθόμενος πλημμελήματος, μεταμελείᾳ τινὶ κατὰ τὸν παρόντα <lb n="15"/>
βίον σύντριψας ἑαυτὸν, δυνηθῇ τῆς μελλούσης σωτηρίας ἄξιον
ἑαυτὸν καταστῆσαι· ὄλεθρον εἶπεν σαρκὸς, τὴν κατὰ τὸν παρόντα
βίον διὰ τῆς μεταμελείας συντριβήν· καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀνάστασις
ἡμῶν τῇ τοῦ Πνεύματος δυνάμει γενέσθαι μέλλει· πολλάκις ἐπὶ
τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς ἀθανασίας τὴν τοῦ Πνεύματος λαμβάνει <lb n="20"/>
σημασίαν. οὕτως ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους φησὶν, “ ὑμεῖς δὲ οὐκ
“ ἐστὲ ἐν σαρκὶ, ἀλλ’ ἐν πνεύματι·” ἀντὶ τοῦ ἔξω τῆς τοῦ θανάτου
γεγονότες ἀποφάσεως, ἐν ἐλπίδι τῆς ἀθανασίας καθεστήκατε.</p><p>Ἰωάννου Ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἰὼβ γέγονεν, ἀλλ’ οὐχ ὑπὲρ τῆς
αὐτῆς ὑποθέσεως· ἐκεῖ μὲν γὰρ ὑπὲρ στεφάνων λαμπροτέρων, <lb n="25"/>
ἐνταῦθα δὲ ὑπὲρ ἁμαρτημάτων λύσεως· ἵνα μαστίζῃ αὐτὸν ἕλκει
πονήρῳ ἢ νόσῳ ἑτέρᾳ· καὶ μὴν ἀλλαχοῦ φησὶν, “ ὅτι ὑπὸ τοῦ
Κυρίου κρινόμεθα ταῦτα πάσχοντες·” ἀλλ’ ἐνταῦθα ὥστε μᾶλλον
καθάψασθαι, τῷ Σατανᾷ παραδίδωσιν· καὶ τοῦτο δὲ τὸ τῷ
Θεῷ δοκοῦν ἐγίνετο, ὥστε κολάζεσθαι αὐτοῦ τὴν σάρκα· ἐπειδὴ <lb n="30"/>
γὰρ ἀπὸ τῆς ἀδηφαγίας καὶ τῆς τρυφῆς τῆς κατὰ τὴν σάρκα
ἐπιθυμίαι τίκτονται, ταύτην κολάζει, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ, τοῦτ’
ἐστιν ἡ ψυχή· οὐχ ὡς ταύτης σωζομένης μόνης· ἀλλ’ ὡς
ὡμολογημένου τούτου, ὅτι σωζομένης ἐκείνης, ἀναντιρρήτως καὶ
τὸ σῶμα κοινωνήσει τῆς σωτηρίας· καὶ γὰρ θνητὸν δι’ αὐτὴν <lb n="35"/>

<pb n="93"/>
ἐγένετο ἁμαρτήσασαν· κἂν αὐτὴ δικαιοπραγήσῃ πάλιν, πολλῆς
καὶ αὐτὸ ἀπολαύσεται δόξης. τινὲς δὲ, τὸ πνεῦμα, τὸ χάρισμα
φησὶν, ὅπερ σβέννυται ἁμαρτανόντων ἡμῶν· ἱν οὖν μὴ τοῦτο
γένηται φησὶ, τιμωρείσθω, ἵνα ταύτῃ βελτίων γενόμενος, ἐπισπάσηται
τὴν χάριν, καὶ εὑρεθῇ σῶον αὐτὸ παρεχόμενος ἐν ἐκείνῃ τῇ <lb n="5"/>
ἡμέρᾳ</p><p>Ὡριγενουσ. Οὐκ εἰς ὄλεθρον τῆς ψυχῆς· οὐκ εἰς ὄλεθρον τοῦ
πνεύματος, ἀλλ’ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκὸς. ἵνα γὰρ τὸ πνεῦμα
σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου, παραδίδοται· ἐξέβαλεν γὰρ ὁ
Παῦλος τὸν τοιοῦτον, οὐκ εἰδὼς ὅτι μετανοήσει καὶ ἐπιστρέψει· <lb n="10"/>
ἀλλὰ θέλων αὐτὸν παιδεῦσαι. ἄλλο γάρ ἐστιν ἐκκόψαι τινὰ ὡς
ἀνεπίδεκτον μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς· ἄλλο παραιτήσασθαι ἐπὶ
τοῦ παρόντος, καὶ ἐκβάλλειν τῆς ποίμνης. ὡς ποιμὴν ἐκβάλλει
πρόβατον ψώραν ἔχον· ἵνα μὴ ἡ νομὴ τοῦ τραύματος ἐκείνου ἐφ’
ὅλον τὸ ποίμνιον νεμηθῇ. <lb n="15"/>
Θεραπευέσθωσαν οὖν οἱ κακῶς διάγοντες, ἔξω γενόμενοι τῆς
ποίμνης, ἐξομολογούμενοι καὶ πενθοῦντες τὰ ἴδια ἁμαρτήματα,
ἐν νηστείαις καὶ πένθεσι καὶ κλαυθμοῖς καὶ τοῖς παραπλησίοις
τὰ τῆς μετανοίας πρόσ’ ἄγοντες· παραδίδονται γὰρ, ἵνα παιδευθῶσιν
ὥστε αὐτῶν ὀλοθρευθῆναι τὴν σάρκα, τοῦτ’ ἔστι τὸ φρόνημα <lb n="20"/>
τῆς σαρκὸς· οὐχ ἴνα ἐκστήσῃ αὐτοὺς οὐχ ἴνα ἄλλο τι ποιήσῃ
ἀλλ’ ἵνα ἐξουσίαν λάβῃ μόνης τῆς ψυχῆς αὐτῶν· οὐκ ἐμοῦ διδόντος
τὴν ἐξουσίαν· ἀλλὰ τῆς ἐν ἐμοὶ δυνάμεως τοῦ Ἰησοῦ. ἀπὸ
τοῦ κρείττονος αὐτοῦ ὅλην ὠνόμασε τὴν σωτηρίαν· ἵνα μὴ εἴπῃ
καὶ τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ <lb n="25"/>
Κυρίου· ἀλλὰ τὸ πνεῦμα σωθῇ· ἀπὸ τοῦ κρείττονος ὀνομάσας
ὅλου τοῦ ἀνθρώπου τὴν σωτηρίαν. ὡς γὰρ σωθησόμενος αὐτὸς
κελεύει παραληφθῆναι εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἐν τῇ δευτέρᾳ Ἐπιστολῇ·
ἀπεῖναι δὲ τῷ σώματι καὶ παρεῖναι τῷ Πνεύματι, Παύλου ἐστὶ
καὶ τῶν παραπλησίων αὐτῷ· ἔφη γὰρ καὶ ἑτέρωθι· “ εἰ γὰρ καὶ <lb n="30"/>
“ τῇ σαρκὶ ἄπειμι, ἀλλὰ τῷ Πνεύματι σὺν ὑμῖν εἰμὶ χαίρων καὶ
“ βλέπων τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως ὑμῶν.” οὐδεὶς
δὲ ἡμῶν δύναται εἰπεῖν ὅτι πάρειμι καὶ βλέπω τῆς ἐκκλησίας τὰ
προτερήματα, ἢ τὴν τάξιν καὶ τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν

<pb n="94"/>
πίστεως. τοιοῦτος ἦν Ἐλισσαῖος n. εἰ γὰρ καὶ μὴ παρῆν τῷ σώματι,
Πνεύματι συναπῆλθεν τῷ ο καὶ φησὶν πρὸς αὐτόν·
οὐχὶ ἡ καρδία μου ἦν μετὰ σοῦ, ἡνίκα ἔλαβες τὸ διτάλαντον
τοῦ ἀργυρίου, καὶ ἔλαβες τὰς στολὰς ἀπὸ τοῦ Σύρου ; ἀρ᾿ οὐν
Ελισσαῖος μὲν ταύτην τὴν χάριν εἶχεν· Παῦλος δὲ ὁ τοῦ <lb n="5"/>
Χριστοῦ Ἀπόστολος, ὁ ζηλῶν τὰ χαρίσματα τὰ μείζονα, μᾶλλον
δὲ ἵνα προφητεύῃ, οὐκ εἶχεν τοιαύτην χάριν ; ἀλλ’ ἀποφαίνομαι
καὶ τεθαρρηκότως λέγω, ὅτι ἦν Παῦλος οὐ μόνον Ἀπόστολος,
ἀλλὰ καὶ προφήτης. τοιοῦτος ἦν ὅτε φησὶν, “ ἕπονται οἱ ἄν-
“ θρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφη- <lb n="10"/>
“ μοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς· ταῦτα γὰρ οὐχ ὡς Ἀπόστολος, ἀλλ’
ὡς προφήτης εἰπεν· καὶ τὸ Πνεῦμα δὲ φησὶ ῥητῶς λέγει “ ὅτι ἐν
“ ἐσχάτοις καιροῖς ἀποστήσονται τινες τῆς πίστεως.” ποῖον δὲ
Πνεῦμα ; ὡσεὶ ἔλεγε τὸ ἐν ἐμοὶ Πνεῦμα. ἔχων οὖν ταύτην τὴν
χάριν, εἰ καὶ ἀπῆν τῷ σώματι, ὅπου ἐβούλετο παρῆν τῷ Πνεύματι· <lb n="15"/>
οὐ μόνος γὰρ παρῆν τῷ Πνεύματι, ἀλλὰ καὶ ἡ δύναμις
Ἰησοῦ.</p><p>Σευηριανοῦ.ΚΑῚ Θεοδωρίτου. Τὸ πνεῦμα οὐ τὴν
ἀλλὰ τὸ χάρισμα ἔφασαν.</p><p>Φωτίου.Εἰ ἃ πράττεται ἐν τοῖς ἔθνεσι, ταῦτα καὶ ἐν ὑμῖν <lb n="20"/>
μόνον ἀκουόμενα μέγα ὄνειδος φέρει· τὸ καὶ ὁμοίως ἔν τε τοῖς
ἔθνεσιν καὶ ἐν ὑμῖν τοῖς πιστοῖς ταῦτα τὰ αἴσχη πράττεσθαι·
πόσην τὴν κατηγορίαν αὔξει ; εἰ δὲ τοῦτο τὸ πράττεσθαι ἐν ὑμῖν
ἃ μήδ’ ἐν ἐκείνοις, τίνα κακίαν οὐκ ὑπερακοντίζει ; τόδε “ ὅλως
“ ἀκούεται,” ὡς ἐκπεπληγμένου ἐπὶ τῇ φήμῃ καὶ ἀσχάλλοντος . <lb n="25"/>
φεῦ τῆς ἀτοπίας· ὅλως, φησὶν, ἀκούεται, ὅλως ἐπὶ γλώσσης τινὸς
ταῦτα λέγειν περὶ ὑμῶν ἐγκατέσκηψεν</p><lb n="6"/><p>Οὐ καλὸν τὸ καύχημα ὑμῶν. οὐκ οἴδατε ὅτι μικρὰ
<lb n="7"/> ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ ; ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν
ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα, καθώς ἐστε ἄζυμοι· <lb n="30"/>
καὶ γὰρ τὸ πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη, Χριστός.
αἰ
<note type="footnote"> Ἐλισσεος Cod. ο Suppl. Γιεζί.</note>

<pb n="95"/>
<lb n="8"/> ὥστε ἑορτάζωμεν, μὴ ἐν ζύμη παλαιᾷ. μηδὲ ἐν ζύμῃ
κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ’ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ
ἀληθείας.</p><p>Ὠριγένουσ. Ὁ ἀποθέμενος τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς
πράξεσιν αὐτοῦ, καὶ τῆς παλαιᾶς ζύμης ἔχων P ἐν ἑαυτῷ, ἀλλὰ <lb n="5"/>
καινὸν φύραμα ποιήσας τὸ κατὰ Χριστὸν Ἰησοῦν, οὗτος πεποίηκε
τὴν τῶν ἀζύμων ἑορτήν. ἡ νέα ζύμη φαίνεται· Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς
ἐστιν ἡ νέα ζύμη· ἐσθίομεν οὖν πρῶτον ἄζυμα· ἀπεχόμενοι πάσης
κακίας καὶ πονηρίας. περὶ τούτων ὁ Ἀπόστολος διδάσκων φησίν·
“ ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα· <lb n="10"/>
“ καθώς ἐστε ἄζυμοι·” οἷόν τι παρὰ Ἰουδαίοις γίνεται· ἐὰν ἐπιφώσκῃ
ἡ ἡμέρα ἡ τῶν ἀζύμων, ἐκκαθαίρουσι πᾶσαν παλαιὰν
ζύμην· πάντα τόπον τῆς οἰκίας περιαθροῦντες, μήποτε ζύμη ἐκεῖ
εὑρεθῇ· οὕτως καὶ σὺ τὰ ἐν σοὶ ταμιεῖα κατανόησον, μήπου ζύμη
ἐκεῖ, “ ἵνα ἦτε τελέον φύραμα, καθώς ἐστε ἄζυμοι.” ἐπεὶ ἦσαν ἐν <lb n="15"/>
Κορίνθῳ, οἱ μὲν ἅγιοι, οἱ δὲ οὐ τοιοῦτοι ἀλλ’ ἁμαρτωλοὶ, καθὰ ἐν
προοιμίοις τῆς Ἐπιστολῆς φθάσαντες ἔφαμεν· διὰ τοὺς ἐπαινετοὺς,
φησὶ, “ καθώς ἐστε ἄζυμοι· καὶ γὰρ τὸ πάσχα ἡμῶν ἐτύθη
“ Χριστός·” ὁρῶν ὅτι κατὰ τὸν Μώσεως νόμον πρῶτον τὸ πάσχα
γίνεται, καὶ θύεται τὸ πρόβατον· εἶτα μετὰ τὸ πρόβατον, ἄζυμα <lb n="20"/>
ἐσθίουσι· διὰ τοῦτο εἶπεν “ ἤδη τὸ πάσχα τέθυται Χριστός· ὥστε
“ ἑορτάζωμεν, μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μὴ δὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ
“ πονηρίας· ἀλλ’ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας·” εἰλικρινείας,
κατὰ τὴν πολιτείαν· ἀληθείας, κατὰ τὴν γνῶσιν· ἐν γὰρ
ἀμφοτέροις χαρακτηρίζεται τὰ ἄζυμα τὰ ἀληθινά.</p><lb n="25"/><p>Θεοδωρου. Ἀκολούθως καὶ νῦν ἐχρήσατο τῇ ἐπαγωγῇ μετὰ
τὴν ἀπόφασιν ὡς γὰρ παρὼν, οὕτω πρὸς τοὺς παρόντας λοιπὸν
διαλέγεται, καὶ φησὶν, ὁ τῷ κακῷ συνημμένος κατὰ διάθεσιν
ἀναγκαίαν δέχεται τῷ χρόνῳ τὴν πρὸς αὐτὸν κοινωνίαν· καὶ ἀκολουθῶν
τῷ παραδείγματι, ἀπὸ τῶν πραγμάτων τὴν πρὸς αὐτοὺς <lb n="30"/>
ποιεῖται παραίνεσιν.</p><p>Σευηριανοῦ. Ὁρᾷς ὅτι ἐκαυχῶντο ἐπ’ ἐκείνῳ, οὐ τῇ
τοῦ πταίσματος προσέχοντες, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἐλλογιμότητος αὐτοῦ
φυσιούμενοι.</p><note type="footnote">P Leg. οὐκ ἔχων τι.</note><pb n="96"/><p>Ἰωάννου. Iva, φησι, πάντες ἤτε τοῦ νέου φυράματος
νέον γὰρ ἄνθρωπον οἶδεν ἡ γραφὴ τὸν ἄρτιον, παλαιὸν δὲ τὸν
ἀσεβῆ· δηλοῖ δὲ ὅτι οὐ πολλοὶ ἦσαν παρ’ αὐτοῖς ἁμαρτωλοί·
“ ἵνα,” φησὶν, “ ἦτε·” τοῦτ’ ἐστιν ἐκτὸς τῆς παλαιᾶς ζύμης
ἐκείνης, πέρι ἧς εἶπεν.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁ “γὰρ” σύνδεσμός ἐστιν αἰτιολογικός ἐπὶ αἰτίᾳ
οὖν κεῖται τὸ “ γὰρ τὸ πάσχα ἡμῶν ἐτύθη Χριστός·” ἐπειδὴ γὰρ
ὁ νόμος διαγορεύει μετὰ τὴν τοῦ πρωτοτόκου θυσίαν ἐν τῷ πάσχα
ἑπτὰ ἡμέρας ἄζυμα ἐσθίειν, φησὶν ὅτι τύπος ἦν ἐκεῖνα τὰ ἄζυμα
τοῦ ἡμᾶς μὴ ἔχειν ἐν ἑαυτῷ τῆς κακίας, περὶ ἧς φησίν· ὁ γὰρ <lb n="10"/>
Χριστὸς τυθεὶς, φησὶν, εἰς τύπον τοῦ πρωτοτόκου ἀμνοῦ τέθυται.
ἐπάναγκες οὖν καὶ ἡμᾶς τὸν τύπον τῶν ἀζύμων πληροῦν ἐν τῷ
ἐκκαθαίρειν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῆς ζύμης τῆς πονηρίας· ἵνα τελείως
ἐπιτελεσθῇ τὸ νοητὸν πάσχα.</p><p>Φωτίου.“ Καθώς ἐστε ἄζυμοι·” καθὼς, φησὶν, χρέος ὑμῖν <lb n="15"/>
ἐστιν ἀζύμοις εἶναι· πόθεν δὲ δῆλον ὅτι ἄζυμοι ὀφείλομεν εἶναι ;
αὐτόθεν φανερόν· “ τὸ γὰρ πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός·”
ὥσπερ οὑν οἱ ἐν τῷ νόμῳ βιοῦντες, θυομένου αὐτοῖς τοῦ προσκαιροῦ
καὶ ἀλόγου ἀμνοῦ ἐν ἑπτὰ ἡμέραις ἄζυμοι ἦσαν· οὐ γὰρ ἐξῆν
αὐτοῖς ἐζυμωμένον οὔτε ἔχειν οἴκοι οὔτε φαγεῖν· οὕτως καὶ ὑμεῖς <lb n="20"/>
τοῦ λογικοῦ καὶ αἰωνίου ἀμνοῦ τοῦ αἴροντος τὴν ἁμαρτίαν τοῦ
κόσμου, ὑπὲρ ἡμῶν τυθέντος, τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ἡμέτερον πάσχα·
οὕτως ὀφείλομεν ἄζυμοι εἶναι ἀεὶ καὶ καινὸν φύραμα· μηδὲν τῆς
παλαιᾶς ζύμης, ἤτοι τῆς ἁμαρτίας, ἑαυτοῖς συνεπιφερόμενοι. ὅρα
δὲ πῶς καταλλήλως καὶ προσφυῶς ἐπέμεινεν τῇ τροπῇ· ἐπειδὴ <lb n="25"/>
γὰρ τοῦ πεπορνευκότος τὴν ἁμαρτίαν ζύμην ἐκάλεσεν· ἐμφαίνων
ὅτι μὴ ἐκκαθαιρομένης ταύτης ταχὺ καὶ τὸ ἄλλο συναναζυμοῦται
φύραμα· ἀκολούθως ἥρμοσεν καὶ τὰ ἐφεξῆς, ζύμην παλαιὰν
καὶ νέον φύραμα καὶ ἀζύμους τὰς ἀρετὰς καὶ κακίας, τούτοις
τοῖς ὀνόμασιν ὑποδηλῶν.</p><lb n="30"/><lb n="9"/><p>Ἔγραψα ὑμῖν ἐν τῇ ἐπιστολῇ, μὴ συναναμίγνυσθαι
<lb n="10"/> πόρνοις. καὶ οὐ πάντως τοῖς πόρνοις τοῦ κόσμου τούτου,
ἢ τοῖς πλεονέκταις, ἢ ἅρπαξιν, ἢ εἰδωλολάτραις· ἐπεὶ
<lb n="11"/>ὀφείλετε ἄρα ἐκ τοῦ κόσμου ἐξελθεῖν. νυνὶ δὲ ἔγραψα

<pb n="97"/>
ὑμῖν μὴ συναναμίγνυσθαι· ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος
ᾖ πόρνος, ἣ πλεονέκτης, ἣ εἰδωλολάτρης, ἢ λοίδορος,
ἣ μέθυσος, ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν.
<lb n="1"/> 2 τί γάρ μοι καὶ τοὺς ἔξω κρίνειν ; οὐχὶ τοὺς ἔσω ὑμεῖς
<lb n="13"/> κρίνετε, τοὺς δὲ ἔξω ὁ Θεὸς κρινεῖ· καὶ ἐξαρεῖτε τὸν <lb n="5"/>
πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.</p><p>Ὠριγένουσ. Ὑπέλαβον τινὲς ἐκ τούτου γὰρ ῥητοῦ, ὅτι πρὸ
τῆς προτέρας πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆς ἐγέγραπτο ἄλλη τις
Επιστολὴ τῷ Ἀποστόλῳ, ἥ τις νῦν οὐ σώζεται· καὶ ἔγραψεν
αὐτοῖς μὴ συναναμίγνυσθαι πόρνοις ὅσον ἐπὶ τῇ προκειμένῃ λέξει. <lb n="10"/>
ἀκούσας δὲ Κορινθίους τεταράχθαι, οἰομένους λέγεσθαι μὴ συναναμίγνυσθαι
πόρνοις μηδὲ τοῖς τοῦ κόσμου, ὅπερ ἀδύνατόν ἐστιν ἐν
τῷ βίῳ ὄντας, μὴ ὁμιλεῖν ἐθνικοῖς συνεργοῖς πραγματευταῖς, καὶ
τοιούτοις τισὶν ἑτέροις, σαφηνίζων φασὶ τὸ τότε παραλελειμμένον·
οὐ περὶ πόρνων λέγω, φησὶ, τοῦ κόσμου τούτου· ἀλλὰ περὶ τῶν <lb n="15"/>
ὀνομαζομένων μὲν ἀδελφῶν, οὐκ ὄντων δὲ σεμνῶν. οἱ δὲ μὴ βουλόμενοι
ἐπιστολὴν ἑτέραν εἰναι πρὸ ταύτης, ἐροῦσι, ταύτην τὴν λέξιν
ἐπὶ ταύτην τὴν Ἐπιστολὴν ἀναφέρεσθαι· ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ Ἐπιστολῇ
ἔγραψα μὴ συναναμίγνυσθαι ὑμᾶς πόρνοις· πόρνοις δὲ λέγω
τοῖσδε, οὐ τοῖσδε.</p><lb n="20"/><p>Ἔοικεν δὲ ὁ Ἀπόστολος συγκρίσει πόρνων πολλῷ χείρονας
λέγειν εἰναι τοὺς ἐν ὑμῖν πόρνους· ὁ γὰρ ἔξωθεν πορνεύων, οὐ ναὸν
τοῦ Θεοῦ φθείρει ; οὐκ ἄρα τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιεῖ πόρνης
μέλη ; οὐχ ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ ; κἀκεῖνος μὲν ὅτε θέλει μετανοεῖ·
καὶ ἄφεσιν ἔχει ἁμαρτημάτων· ὁ δὲ μετὰ τὴν πίστιν πορνεύσας, <lb n="25"/>
κἂν μετανοήσῃ πάλιν ὕστερον, ἄφεσιν μὲν οὐκ ἔχει
ἁμαρτημάτων. δύναται δὲ τὴν ἁμαρτίαν ἐπικαλύψαι· “ μακάριοι
“ γὰρ φησὶν, ὧν ἀφέσθησαν αἱ ἁμαρτίαι,” τῶν ἀπὸ τῶν ἐθνῶν προσελθόντων·
καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι, τῶν μετὰ τὴν
πίστιν ἁμαρτανόντων, ἐπικαλυπτόντων δὲ τοῖς ἀγαθοῖς ἔργοις· οἷον <lb n="30"/>
τὴν ἀκολασίαν τῇ πολλῇ σωφροσύνῃ.</p><p>“Καὶ οὐ πάντως τοῖς πόρνοις τοῦ κόσμου τούτου· ἣ πλεον-
“ έκταις, ἣ ἅρπαξιν, ἣ εἰδωλολάτραις.” ὥς εἰσὶ πόρνοι τοῦ κόσμου
καὶ πόρνοι ἐπὶ Χριστὸν κληθέντες· οὕτως καὶ πλεονέκται, οἱ μὲν

<pb n="98"/>
τοῦ κόσμου τούτου, οἱ δὲ τῆς ἐκκλησίας. φυλαξώμεθα οὖν μέχρι
τοῦ ἐλαχίστου τὴν πλεονεξίαν· συνέζευκται γὰρ καὶ αὐτῷ τῷ τῆς
πορνείας ἁμαρτήματι. καὶ τρίτον ἅρπαγάς τινας ὀνομάζει· ὅταν
ἁρπάζωσι τὰ τῶν πέλας. καὶ εἰδωλολάτραι δὲ τινές εἰσι μεθ
ἡμῶν παρὰ τοὺς εἰδωλολάτρας τοῦ κόσμου τούτου· οἱ θέλοντες <lb n="5"/>
διδάσκειν ὅτι ἀδιάφορόν ἐστι τὸ εἰδωλολατρεῖν. μάλιστα δὲ τοῦτο
τὸ ἁμάρτημα εὑρίσκεται ἐν τοῖς στρατευομένοις· ἀνάγκη μοι,
λέγοντες, ἐπίκειται· ἡ στρατιὰ τοῦτο ἀπαιτεῖ· κινδυνεύω τῇ
κεφαλῇ, ἐὰν μὴ θύσω, ἣ μὴ λευχειμονήσας τὸν λίβανον ἐπιθῶ
κατὰ τὰ νενομισμένα του κόσμου· καὶ πρὸς τούτοις ὁ τοιουτος <lb n="10"/>
λέγει ἑαυτὸν Χριστιανόν· τῷ τοιούτῳ φησὶ, μηδὲ συνεσθίειν. ἔστιν
δὲ καὶ ὁ ἀρνησίθεος ἐν καιρῷ διωγμῶν εἰδωλολάτρης ἡμῶν· ἔγραψα
οὖν φησὶ τῷ τοιούτῳ ἐκ τοῦ κόσμου ὄντι μὴ συναναμίγνυσθαι·
ἐπεὶ ὀφείλετε ἄρα ἐκ τοῦ κόσμου ἐξελθεῖν.</p><p>“Νυνὶ δὲ ἔγραψα ὑμῖν μὴ συναναμίγνυσθαι, ἐάν τις ἀδελφὸς <lb n="15"/>
“ ὀνομαζόμενος·” καλῶς τὸν τοιοῦτον, οὐκ ἔτι δὲ ἀδελφὸν εἰπεν.
ἀλλὰ μέχρις ὀνόματος μόνον ἀδελφόν· ἀλλὰ ταῦτα μὲν δυνάμεθα
ἑαυτοῖς συνειδέναι οἱ πολλοὶ, ὅτι οὐκ ἔχομεν τὰ κατὰ ταῦτα· ἐπὶ
δὲ τῶν ἑξῆς καὶ ἐμαυτὸν φοβοῦμαι, μή πὼς ἔνοχός εἰμι τοῖς
ἄλλοις ἁμαρτήμασιν· λέγει γὰρ ἣ λοίδορος, ἣ μέθυσος, ἣ ἅρπαξ. <lb n="20"/>
“ τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν.” ἡλίκοις κακοῖς τὸν λοίδορον συνηρίθμησεν;
; τῷ πόρνῳ, τῷ πλεονέκτῃ, τῷ εἰδωλολάτρῃ ; οὐκοῦν καὶ
ὁ λοίδορος ἤδη ἐχθρός ἐστι τῆς ἐκκλησίας ; διὰ τοῦτο ἀκούομεν
τοῦ Κυρίου λέγοντος· “ εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς·” καὶ
τοῦ Ἀποστόλου λέγοντος, “ λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν·” λοίδορος <lb n="25"/>
γὰρ βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομεῖ. δεῖ τοίνυν τὸ στόμα καθαρὸν
τηρεῖν· τί γάρ μοι τοὺς ἔξω κρίνειν· μέθυσοι ἔστωσαν ἔξω· πόρνοις
συνεσθίω καὶ συνδιατρίβω· οὐ βλάπτει με ἡ ἐκείνων μικρὰ
ζύμη· ὅλον τὸ φύραμα τοῦτο οὐ ζυμοῖ.</p><p>“Τί γάρ μοι τοὺς ἔξω κρινεῖν ; οὐχὶ τοὺς ἔσω ὑμεῖς κρίνετε ; <lb n="30"/>
“ τοὺς δὲ ἔξω ὁ Θεὸς κρινεῖ” ἐπέτρεψεν πᾶσιν ὑμῖν κρίνειν τοὺς
ἔσω ἁμαρτάνοντας· ἀναφέρομεν αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα ἐπὶ τὸν Ἐπίσκοπον·
ἵνα νόμῳ ἐκβληθῇ ὁ τοιοῦτος ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας· “ καὶ
“ ἐξαρεῖτε τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν·” καὶ ἐκ τούτων μὲν ἐξάρατε
τὸν πονηρόν· ἀλλὰ ζήτει μήποτε θέλων ἔξωθεν τὸν πονηρὸν <lb n="35"/>

<pb n="99"/>
ἐξάραι, ἔχεις ἐν ἑαυτῷ τὸν πονηρόν. διὰ τοῦτο πάντα ποιεῖ, ἵνα
ἐξάρῃς τὸν πονηρὸν ἀπὸ σεαυτοῦ· ἐκείνου γὰρ ἐξελθόντος, Χριστὸς
Ιησοῦς ἐν σοὶ κατοικήσει.</p><p>Σευηριανοῦ. Τὸ “ἔγραψα” οὐχ ἑτέρας ἐστὶν
ἀλλὰ ταύτης· λέγει γὰρ ” νῦν δὲ ἔγραψα ὑμῖν” τὸ δὲ “ ἐξαρεῖτε <lb n="5"/>
“ τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν·” Μώσεως ἐστὶν φωνὴ, ἣν δευτεροῖ
Παῦλος.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἐπειδὴ τοῖς τὸν πλεονέκτην ἀνέμιξεν ἀναγκαίως
καὶ τὴν περὶ τούτου διδασκαλίαν.</p><p>Ἰωάννου. Καὶ πῶς ἐνῆν ἀδελφὸν ὄντα, τοῦτ’ ἐστιν πιστὸν, <lb n="10"/>
εἶναι εἰδωλολάτρην ; ὅτι τινὲς καὶ ἐπίστευσαν, καὶ τῶν εἰδώλων
εἴχοντο· διὸ καὶ φησὶν, ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος· καὶ γὰρ κατὰ τὴν
ἀλήθειαν, ὁ τοιοῦτος οὐδὲ πιστός ἐστιν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Λοιπὸν τὴν αἰτίαν λέγει τοῦ μὴ κωλύειν
Ἑλλήνων πόρνοις ἣ πλεονέκταις ἣ λοιποῖς συναναμίγνυσθαι· ὅτι <lb n="15"/>
φησὶ τὴν περὶ αὐτῶν κρίσιν τῷ Θεῷ ἑαυτῷ· ἡμεῖς δὲ τοὺς ἀδελφοὺς
διορθούμεθα ἐν τῷ κρίνειν καὶ ἀνακρίνειν αὐτῶν τὸν βίον ἐπὶ
διορθώσει· εἶτα ἵνα μὴ νομίσῃς ἀτιμωρήτους ἔσεσθαι τοὺς Ἕλληνας
παίοντας, φοβερώτερον αὐτοῖς ἐπέστησε δικαστήριον τὸ
τοῦ Θεοῦ.</p><lb n="20"/><p>Φωτίου.“ Ἔγραψα ὑμῖν·” ποῦ ἔγραψεν ; ἐν οἷς λέγει, “ καὶ
“ οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τοιοῦτος·
οὐχὶ ὁ δεῖνα, ἣ ὁ δεῖνα, ἀλλ’ ὅστις ἃν ᾖ τοιοῦτος. καὶ πάλιν·
“ ἐκκαθάρατε τὴν παλαιὰν ζύμην·” οὐχὶ τήνδε ἣ τήνδε, ἀλλ’ ὅλην
τὴν παλαιὰν ζύμην· λαβὼν γὰρ ἀφορμὴν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς τοῦ πεπορνευκότος, <lb n="25"/>
ἐπὶ τὸ κοινὸν ἀνεβίβασεν τὸν λόγον, τοῦτ’ ἔστιν ἐπὶ
πάντα πόρνον· κἀκεῖθεν πάλιν κοινότερον ἔτι ’τον λόγον αποφαίνει,
ἐπάγων τὸ αὐτὸ παράγγελμα καὶ ἐπὶ τῶν τὰ ὅμοια
πλημμελούντων, οἷον πλεονεκτούντων, εἰδωλολατρούντων, καὶ εἴ τι
ὅμοιον.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “ Ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ᾖ
ὀνομαζόμενος τινὲς μὲν τῇ προηγουμένῃ λέξει συνάπτουσι, καὶ
δηλοῦσθαι βούλονται δι’ αὐτοῦ ὅτι ἀδελφὸς μὲν ὀνομαζόμενος καὶ
μέχρι κλήσεως ἔχων τὴν κοινωνίαν, τῷ ὄντι δὲ διὰ τῶν ἔργων
ἐχθρὸς ὑπάρχων καὶ διιστάμενος· ἐμοὶ δὲ εὖ ἔχει, δοκεῖ, καὶ εἴ <lb n="35"/>
O 2

<pb n="100"/>
τις αὐτὸς τοῖς ἑπομένοις συνάψας ἐκλάβοι, οὐκ ἔτι τοῦ ὀνομαζομένου
τὴν αὐτὴν σημαίνοντος ἔννοιαν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸν ἐπὶ
προδήλοις τοῖς ἔργοις ἤδη καὶ παρὰ πᾶσι κατὰ τὰ οἰκεῖα ἔργα
ὀνομαζόμενον· καὶ γὰρ ἡ τῆς λέξεως αὐτὴ σημασία ὥσπερ καὶ
ἄλλαι πολλαὶ λέξεις διχῆ σχίζεται· ἐνίοτε μὲν ὡς ἔφημεν τὸν <lb n="5"/>
νόμῳ κοινωνοῦντα τῷ ὀνόματι προδηλοῦσα· ἐνίοτε δὲ τὸν εἰς ἄκρον
ἐλθόντα τῆς πράξεως· ὥστε καὶ τὴν κοινὴν προσηγορίαν εἰς ἑαυτὸν
ἐπισπάσαντα, ἐκ ταύτης μᾶλλον ἢ ἐκ τοῦ Κυρίου ἐπιγινώσκεσθαι
τε καὶ ὀνομάζεσθαι· τὸν οὖν τοιοῦτον πόρνον καὶ πλεονέκτην καὶ
λοίδορον καὶ μέθυσον, τοῦτ’ ἔστιν τὸν πρόδηλον καὶ φανερὸν οὕτως, <lb n="10"/>
ὥστε παρὰ πᾶσι γινώσκεσθαι καὶ ὀνομάζεσθαι, τοῦτον ἐκτρέπεσθαι
παρακελεύεται καὶ μηδὲ συνεσθίειν αὐτῷ μήτε κοινολογεῖσθαι,
μήτε συναστρέφεσθαι· οὐχὶ δὲ τὸν ὑπ’ ἐνίων ὑποψιθυριζόμενον ἢ
λοιδορούμενον.</p><p>Διὸ σοφῶς ἄγαν καὶ δραστηρίως τοῖς ἄλλοις ἀτόποις ἐργάταις <lb n="15"/>
συνῆψε καὶ τὸν λοίδορον· ἵνα τὸ αὐτὸ εἰδὼς ἔχειν ἐπιτίμιον, ὅπερ
ὁ πόρνος καὶ ὁ εἰδωλολάτρης, ὥστε εἰς τὸ ὑπὸ πάντων ἀποτρόπαιος
εἶναι, χαλινοῖ τὴν γλῶσσαν καὶ κατέχει, καὶ μὴ ἐπαφίησιν αὐτὸς
καταβόσκεσθαι τοὺς τῶν πλησίον βίους. καὶ τὸ εἰδωλολάτρης δὲ
διὰ τοῦτό μοι δοκεῖ ἐνταῦθα συναριθμῆσαι· διδάσκων καὶ ἀσφαλιζόμενος, <lb n="20"/>
ὡς εἰ καὶ μέγα εἴη καὶ τῶν ἀπὸ ἀτοπωτάτων ἐν ᾧ τινὲς
αἰτιῶνται τὸν ἄνθρωπον· μὴ ᾖ δὲ εἰς φῶς ἠγμένον τὸ τόλμημα.
οὐδ’ οὕτω χρὴ τὸν τοιοῦτον ἐξ ὑποψίας μόνης ἐκτρέπεσθαι· ἐπεὶ
οὕτω κατὰ γενεὰν ταῖς εἰς ἀλλήλους ὑποψίαις καὶ διαβολαῖς
ἐξερεθιζόμενοι ἄνθρωποι εἰς πολεμίων, μᾶλλον δὲ εἰς θηρίων βίον, <lb n="25"/>
τὴν πολιτείαν αὐτοῖς μεταστήσονται· ἀλλ’ ἐκείνων δεῖ ἑαυτῶν
ἐξαίρειν καὶ ἀποχωρίζειν· ὃς ἐπίδηλος καὶ τοῖς ἔργοις καὶ τῇ
παρὰ πάντων ὀνομασίᾳ καθέστηκεν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><head>ΚΕΦ. Γ.</head><p>Περὶ τοῦ μὴ δεῖσθαι δικῶν, καὶ ταῦτα ἐπὶ ἀπίστων.</p><lb n="30"/><lb n="1"/><p>τολμᾷ τις ὑμῶν, πρᾶγμα ἔχων πρὸς τὸν ἕτερον,
<lb n="2"/> κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ἀδίκων, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων; οὐκ
οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι ; καὶ εἰ ἐν ὑμῖν

<pb n="101"/>
κρίνεται ὁ κόσμος, ἀνάξιοί ἐστε κριτηρίων ἐλαχίστων ;
<lb n="3"/> οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν ; μήτι γε βιωτικά ;</p><p>Θεοδωρου. Ζητήσειεν ἄν τις τίνος ἕνεκεν ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους
πᾶσαν ἐξουσίαν ἀπὸ Θεοῦ φάσκων εἶναι, καὶ σφόδρα γὲ ἐπαίρων,
ἐνταῦθα ἀδίκους αὐτοὺς ἐκάλεσεν καθόλου ; ὅτι ἐκεῖ μὲν περὶ τοῦ <lb n="5"/>
δεῖν τὰ ὀφειλόμενα κἀκείνους πληροῦν διαλεγόμενος ὑπὸ Θεοῦ
κἀκεῖνα, εἰκότως τετάχθαι λέγει αὐτὰ καθ’ αὔτα, ἀπὸ τοῦ σκοποῦ
καθ’ ὃν τέτακται κρίνων αὐτά ἐνταῦθα δὲ πρὸς τοὺς διὰ τοῦ βούλεσθαι
τῷ τε χρόνῳ καὶ τῇ περιουσίᾳ καὶ τῇ δυναστείᾳ συντρίβειν
αὐτούς· πρὸς γὰρ οὐδὲν τούτων οἱ πένητες ἐξαρκεῖν δυνάμενοι, οὐ <lb n="10"/>
ῥαδίως τοῦ δικαίου τυγχάνειν δύνανται· ἀδίκους ἐκάλεσεν ἀπὸ τῆς
τούτων γνώμης· ἀντὶ τοῦ καταφεύγειν ἐπ’ ἐκείνους παρ’ οἷς δύνῃ
συγκαλύψαι τὴν κατὰ τοῦ πένητος ἀδικίαν διὰ πολλῶν· ὅθεν καὶ
καλῶς εἶπεν “ τολμᾷ.” “ οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἁγίοι τὸν κόσμον
“ κρινοῦσι;” παραιτεῖσθε q φησὶ τούτους ὑμεῖς, ὡν ἡ ἀρετὴ πάντα<lb n="15"/>
κρίνει τὸν κόσμον, οὐ κατὰ ἐξέτασιν, ἀλλὰ κατὰ παράθεσιν.</p><p>Θεοδωρίτου. Τὸ κρινοῦσιν, ἀντὶ τοῦ κατακρινοῦσι τέθεικεν.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἁγίους καλεῖ τοὺς ἡγιασμένους ἐν Πνεύματι· ἀδίκους
δὲ τοὺς οὕτω πεπιστευκότας ὡς ἑτοιμότατα λίαν πρὸς πᾶν
ὁτιοῦν ἰόντας τῶν κακῶν· ἀνεπιτήδευτον γὰρ τῶν ἀτόπων οὐδὲν <lb n="20"/>
τοῖς οὔπω τὸν r φησὶ καὶ ἀληθῶς εἰδόσι Θεόν.</p><p>Ἰωάννου. Σὺ τοίνυν ὁ μέλλων ἐκείνους τότε κρίνειν, πῶς
ὑπ’ ἐκείνων ἀνέχῃ κρίνεσθαι ; κρινοῦσι δὲ οὐκ αὐτοὶ καθήμενοι καὶ
λόγον ἀπαιτοῦντες· ἀλλὰ κατακρινοῦσιν· τοῦτο γοῦν δηλῶν ἐπήγαγεν.
“ καὶ εἰ ἐν ὑμῖν κρίνεται ὁ κόσμος, ἀνάξιοι ἐστε κριτηρίων <lb n="25"/>
ἐλαχίστων ; οὐ γὰρ εἶπεν ὑφ’ ὑμῶν ἀλλ’ ἐν ὑμῖν ὥσπερ
καὶ ὅταν λέγῃ “ βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται καὶ κατακρινεῖ
“ τὴν γενεὰν ταύτην.</p><p>Σευηριανοῦ. τινὲς ἐνταῦθα, φησὶ, τοὺς ἱερέας
ἀλλ’ ἄπαγε· περὶ γὰρ δαιμόνων ὁ λόγος αὐτῷ· περὶ ἐκείνων τῶν <lb n="30"/>
Ἀγγέλων περὶ ὧν φησὶν ὁ Χριστὸς, “ πορεύεσθε εἰς τὸ πῦρ τὸ
“ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ.”
καὶ ὁ Παῦλος· ὅτι καὶ “ οἱ Ἄγγελοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται
<note type="footnote">q παρετεῖσθε Cod. r Aliquid excidit.</note>

<pb n="102"/>
“ ὡς διάκονοι δικαιοσύνης.” ὅταν γὰρ αἱ ἀσώματοι δυνάμεις ἔλαττον
ἡμῶν εὑρεθῶσιν ἔχουσαι τῶν σάρκα περιβεβλημένων, χαλεπωτέραν
δώσουσι δίκην.</p><p>Ὡριγενουσ ὁμοίωσ καὶ Κυτίλλου. Εἰ δὲ ἔτι φιλονεικοῖεν
τινὲς ἱερέας λέγειν αὐτὸν, ἐρώμεθα, ποίους ἱερέας ; τοὺς βιωτικῶς <lb n="5"/>
περιπατήσαντας πάντως ; πῶς οὖν φησὶν, “ Ἀγγέλους κρινοῦμεν,
“ μήτι γε βιωτικά ” πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῶν βιωτικῶν τιθεὶς
τοὺς Ἀγγέλους εἰκότως· ἅτε τῆς τούτων χρείας ἐκτὸς γενομένους,
διὰ τὴν τῆς φύσεως ὑπεροχήν.</p><p>Θεοδωρου. Ὑφ’ ὧν ἅπας ὁ κόσμος κρίνεται· χρημάτων <lb n="10"/>
ἀμβισβήτησις ὑπὸ τούτων οὐ δύναται διαλύεσθαι ; ἐντρεπτικώτατον
δὲ μάλιστα τὸ ” εἰ ἐν ὑμῖν” συμπεριλαβὼν καὶ τοὺς παραιτουμένους·
ὡς ἂν αὐτῶν ἑαυτοὺς παραιτουμένων ἐν τῷ παραιτεῖσθαι
τοὺς ὁμοπίστους· κατὰ αὔξησιν δὲ φησὶν, ” οὐκ οἴδατε ὅτι Ἀγγέ-
“ λους κρινοῦμεν,” ὡς γὰρ μεῖζον τοῦτο ἐπήγαγεν· ἐπὶ μὲν οὖν <lb n="15"/>
τοῦ κόσμου ἐλάχιστα κριτήρια τὰ περὶ τῶν χρημάτων ἐκάλεσεν·
ὡς ἄγαν ὄντα μικρὰ τῇ πρὸς ἐκεῖνον συγκρίσει. ἐπὶ δὲ τῶν
Ἀγγέλων βιωτικά· ὡς ἃν ἐκείνων οὐ κατὰ τὸν βίον τοῦτον
ὄντων.</p><p>Φωτίου.“ τολμᾷ τις ὑμῶν πρᾶγμα ἔχων,” τούτων οὕτως φησὶ <lb n="20"/>
κατὰ τὸ προσῆκον ἐχόντων. καὶ τοὺς μὲν ἐν ὑμῖν ἀδελφοὺς κρίνειν
ἐχόντων τὴν ἐξουσίαν· ἐπὶ δὲ τοὺς ἔξω τοῦτο πράττειν οὐ συγχωρουμένων·
τολμᾷ τις τοὺς ἔξω καλεῖν κριτὰς ἑαυτοῖς γενέσθαι
ὑμῖν, καὶ οὐ καταδύεται κἂν εἰς λογισμοὺς τοῦτο λαβεῖν ; οἱ
πιστοὶ τοὺς πιστοὺς ἑαυτοῖς καθίσουσι κριτὰς, ἐκλέξονται δὲ ἀντὶ <lb n="25"/>
τῶν ἁγίων τοὺς ἀδίκους; σφοδρῶς δὲ τοῦτό φησι πανταχόθεν ἀσφαλιζόμενος
περιστέλλειν ἑαυτοὺς, καὶ μὴ διδόναι τοῖς ἀπίστοις λαβὴν
ἐν μηδενὶ, μήτε δικαζομένους, μήτε ἄλλο τι τῶν οὐχὶ σεμνῶν καὶ
εἰρηνικῶν διαπραττομένους· τοῦτο γὰρ οὔτε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ
δι’ αὐτοὺς βλασφημεῖσθαι παρεσκεύασεν· κἀκείνους ἐποίει πρὸς <lb n="30"/>
τὸν ἔρωτα διανίστασθαι καὶ τὸν θειασμὸν τῆς θρησκείας.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.“ Οὐκ οἴδατε ὅτι Ἀγγέλους κρινοῦμεν ”
τοὺς ἐκπεπτωκότας τῆς οἰκείας τάξεως γνώμης ἰδίας μοχθηρίᾳ·
εἰ τούτους κρινοῦμεν, ἤτοι ἐλέγξομεν, αὐτοὶ μετὰ σώματος ὄντες, τὸν
οἰκεῖον θεσμὸν οὐκ ἐτήρησαν· ἡμεῖς δὲ κατὰ τοὺς δοθέντας ἡμῖν ὑπὸ <lb n="35"/>

<pb n="103"/>
τοῦ κυρίου νόμους, κἀκείνων ἐπηρεαζόντων ἐπολιτευσάμεθα· εἰ οὖν
ἐκείνους ἐλέγξομεν καὶ ἀναπολόγητον ἑαυτοῖς καταστησόμεθα τὸ
ἁμάρτημα, πόσῳ μᾶλλον ἐσμὲν ἱκανοὶ τὰ βιωτικὰ διαλύειν φιλονεικήματα,
καὶ τὰς πρὸς ἀλλήλους δίκας καὶ ἔριδας ; εἰ δ᾿ οὔπω
τοῖς εἰρημένοις δυσωπεῖσθε s. ἀλλ’ ἔτι νομίζετε ὅτι τῶν πιστῶν <lb n="5"/>
τὸ δικαστήριον ἀσθενὲς ἔτι, καὶ ἀδύνατον εἰς τὸ διαλύειν τὰς
δίχας ὑμῶν, καὶ τὰς φιλονεικίας, ἀλλ’ οὖν εἰ καὶ ἀσθενεῖς καθ’
ὑμᾶς καὶ ἐξουθενημένοι ὦσιν οἱ πιστοὶ, καὶ ἀδύνατοι συνιδεῖν
δικαιοκρισίαν, ἄμεινόν ἐστι τούτους καθίζειν δικαστὰς ὅταν ἔχητε
χρείαν βιωτικῶν κριτηρίων· ἣ τοῖς ἀπίστοις εἰς κρίσιν ἑαυτοῖς <lb n="10"/>
ἐκδιδόναι· ἐξουθενημένους δὲ εἰπον φησὶν, ἐντρέπων ὑμᾶς καὶ
αἰσχύνων· ἐπεὶ πολλοί εἰσι διαλύειν ἐν ὑμῖν δίκας ἰσχύοντες καὶ
φιλονεικίας· πόσης γὰρ οὐκ ἔστιν αἰσχύνης καὶ καταγνώσεως
τοῦτο ; εἰ οὐκ ἔνι σοφὸς ἐν ὑμῖν, φησὶν, οὐδὲ εἷς, ὃς δυνήσεται
δικάσαι ἀνὰ μέσον ἀδελφῶν δικαζομένων ;</p><lb n="15"/><p>Διαφόρους δὲ ἀποδείξεις τίθησιν· τὸ μὴ δεῖν καταλιπόντας
τοὺς πιστοὺς, ἐπὶ τὸ τῶν ἀπίστων βαδίζειν κριτήριον· ἃ μὲν, ὅτι
εἰ ἡμεῖς νῦν οὐ κρίνομεν ἐκείνους, οἱ πιστοὶ τοὺς ἀπίστους· τί
γάρ μοι φησὶ καὶ τοὺς ἔξω κρίνειν ; πῶς οὐ μέγα ὄνειδος ὑπὸ
τῶν ἀπίστων κρίνεσθαι τοὺς πιστους ; εἰ οἱ μὲν ἄδικοι, οἱ ’δε ἅγιοι, <lb n="20"/>
πῶς οὐκ ἔστιν ἠλίθιον καταλιπόντα τοὺς ἁγίους, ἐπὶ τοὺς ἀδίκους
τρέχειν ; καὶ ταῦτα τυχεῖν ἐλπίζοντα τοῦ δικαίου. εἰ γὰρ οἱ ἅγιοι
τὸν κόσμον ἐλέγξουσι καὶ ἀναπόδραστον αὐτοῖς τὴν δίκην παρασκευάσουσιν,
ἐφ’ οἷς τῆς αὐτῆς φύσεως ὄντες καὶ τὰς ἀρετὰς
πράττοντες, οὐκ ἔσχον μιμουμένους τοὺς ἐλεγχομένους· πόσῳ <lb n="25"/>
μᾶλλον εἰσὶ δυνατώτεροι ἀναμεταξὺ δύο δικάζειν καὶ διακρίνειν ;
εἰ γὰρ Ἀγγέλους, τοὺς ἀσωμάτους δαίμονας ἐλέγχειν ἐσμὲν
δυνατοὶ· πόσῳ μᾶλλον τοὺς ὁμοφυεῖς καὶ ὁμοδιαίτους;</p><p>Εἰ καὶ μὴ ἴσχυον οἱ πιστοὶ δικάζειν, ἄμεινον ἦν καὶ οὕτως
ἐπὶ αὐτῶν ἣ ἐπὶ τῶν ἀπίστων κρίνεσθαι· καὶ πρὸ τούτων εἰ τὸν <lb n="30"/>
κόσμον κρίνομεν φησὶ, πῶς οὐκ ἔστιν ἀνάξιον ὑμῶν κρίνεσθαι ὑπὸ
τῶν ἀπίστων· τοῦτο γὰρ δηλοῖ διὰ τὸ εἰπεῖν, ” καὶ εἰ ἐν ὑμῖν κρί-
“ νεται ὁ κόσμος· ἀνάξιοί ἐστε κριτηρίων ἐλαχίστων·” παραθεὶς δὲ
τὰς τοσαύτας ἀποδείξεις, ὅτι οὐ δεῖ κρίνεσθαι ἐπὶ ἀπίστων· ἐπὶ
<note type="footnote">s Cod. δυσωπήσθεαι, ded. ex Ed.</note>

<pb n="104"/>
τὸ τελειότερον ἀνάγει τὸν λόγον· καὶ φησὶ, τί λέγω ὅτι οὐ δεῖ
κρίνεσθαι ὑμᾶς ἐπὶ ἀπίστων ; ἄμεινον ἦν μηδὲ ἐπὶ πιστῶν· ἀλλὰ
πολλῷ ἄμεινον ἦν μηδὲ δίκας ἔχειν πρὸς ἀλλήλους· αὐτὸ γὰρ τὸ
αἰτιᾶσθαι πρὸς ἀλλήλους, ἥττημα ὑμῶν ἐστιν. ἄριστον μὲν οὑν
μηδένα μήτε ἀδικεῖν μήτε ἀδικεῖσθαι· οὕτω γὰρ κοινὴ πάντων ἦν <lb n="5"/>
ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ σωτηρία. εἰ δὲ δυοῖν ἀνάγκη θάτερον, αἱρετώτερον
τοῦ ἀδικεῖν τὸ ἀδικεῖσθαι· τὸ μὲν γὰρ ἐκβάλλει τῆς βασιλείας,
τὸ δὲ ταὐτὴν προξενεῖ. εἰ δὲ οὐ μόνον οὐχ αἱρεῖσθε ἀδικεῖσθαι,
ἀλλὰ καὶ ἀδικεῖτε, καὶ τότε ἀδελφοὺς καὶ ὁμοπίστους· εἰς οἷον
ὑμῖν τὰ τῆς τιμωρίας χωρήσει ;</p><lb n="4"/><p>βιωτικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε, τοὺς ἐξουθενημένους <lb n="10"/>
<lb n="5"/> ἐν τῆ ἐκκλησίᾳ, τούτους καθίζετε. πρὸς ἐντροπὴν
ὑμῖν λέγω· οὕτως οὐκ ἔστιν ἐν ὑμῖν σοφὸς οὐδὲ εἷς, ὃς
δυνήσεται διακρῖναι ἀνὰ μέσον τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ;
<lb n="6"/>ἀλλὰ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται, καὶ τοῦτο ἐπὶ
<lb n="7"/> ἀπίστων ; ἤδη μὲν οὖν ὅλως ἥττημα ἐν ὑμῖν ἐστι, ὅτι <lb n="15"/>
κρίματα ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν. διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀδικεῖσθε;
<lb n="8"/> διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀποστερεῖσθε ; ἀλλὰ ὑμεῖς
<lb n="9"/>ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε, καὶ ταῦτα ἀδελφούς. ἢ οὐκ
οἴδατε ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν ;</p><p>Θεοδωρου. “ Βιωτικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε, τοὺς ἐξου- <lb n="20"/>
“ θενημένους ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, τούτους καθίζετε·” καὶ ἵνα μὴ
δοκῇ κελεύειν αὐτοῖς ἀληθῶς τοὺς ἁπάντων εὐτελεστέρους ἐπιζητειν
οἵτινες εἰσι, καὶ τούτους ἔπι τῶν τοιούτων αἱρεῖσθαι κριτὰς,
πρὸς ἐντροπὴν υμῖν, φησὶν λέγω τίνες δὲ οἱ κρίνειν όφείλοντες
ἐπάγει.</p><lb n="25"/><p>Θεοδωρίτου. Ὁ πάντων εὐτελέστατος καὶ τῆς Ἐκκλησίας
ἔσχατος κρείττων ἐστὶ τῶν παρ’ ἐκείνοις νομιζομένων ἐπιστημόνων·
οὐ γὰρ τοὺς εὐτελεστάτους τῆς Ἐκκλησίας κρίνειν κελεύει· καὶ
τοῦτο δηλοῖ τὰ ἑξῆς· “ πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω οὕτως· οὐκ ἔνι
ἐν ὑμῖν σοφὸς οὐδὲ εἷς, ὃς οὐ δυνήσεται ἀνακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ <lb n="30"/>
ἀδελφοῦ αὐτοῦ· ἀλλὰ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται· καὶ τοῦτο
“ ἐπὶ ἀπίστων. ” πολλὰ τὰ ἄτοπα ἔδειξεν· πρῶτον μὲν τὸ πιστὸν
ὄντα δικάζεσθαι· τοῦτο γὰρ λέγει ἀδελφόν· εἶτα τῷ ὁμοπίστῳ·

<pb n="105"/>
πάντων δὲ χαλεπώτατον τὸ καὶ ἀπίστῳ κριτῇ· εἰδέναι μέντοι χρὴ
ὡς οὐκ ἐναντία ταῦτα τοῖς πρὸς Ῥωμαίους γράφεσθαι· οὐ γὰρ
ἀντιτείνειν κελεύει τοῖς ἄρχουσιν· τὸ γὰρ αἱρεῖσθαι ἣ παρὰ τοῖς
ὁμοπίστοις δικάζεσθαι, ἐξήρτητο γνώμης τῆς αὐτῶν.</p><p>Κυτίλλου. Μικρὸν κομιδῆ καὶ τοῦ μηδενὸς ἄξιον τοῖς ἄγαν <lb n="5"/>
ἐπιεικέσιν ἐν ἐκκλησίᾳ τὸ κρίνειν ἐστὶ τὰ βιωτικά. πεπαιδεύμεθα
δὲ καὶ τοῦτο παρὰ τοῦ Κυρίου· προσῄει μὲν γάρ τις αὐτῷ λέγων·
“ διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ἀδελφῷ μοῦ μερίσασθαι μετ’ ἐμοῦ τὴν
“ κληρονομίαν·” ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν φησὶ, “ τίς με κατέστησε
“ κριτὴν ἣ μεριστὴν ἐφ’ ὑμᾶς; ” πρέποι γὰρ ἃν μᾶλλον καὶ νουνεχεστέροις <lb n="10"/>
ἐν ἐκκλησίᾳ τὸ κρίνειν τὰ πνευματικά· τὸ βασανίζειν
εὐτέχνως τὸν περὶ πίστεως λόγον· ἐνηρίθμηται δὲ τοῦτο τοῖς
ἄνωθεν καὶ διὰ τοῦ Πνεύματος ἀγαθοῖς· δίδοται γάρ τισι λόγος
σοφίας καὶ λόγος γνώσεως· ἑτέροις δὲ καὶ διάκρισις πνευμάτων.</p><p>Ὡριγενουσ.s. Δυσωπεῖ τοὺς ἐν Κορίνθῳ ἁμαρτάνοντας καὶ <lb n="15"/>
ἀσχολουμένους περὶ δικαστήρια καὶ βιωτικὰς χρείας καὶ ταλαιπωρίας,
καὶ φησὶν ὅτι ἐκλήθητε ἐπὶ τοῦτο, ἵνα τελειωθέντες
κρίνητε Ἀγγέλους, οὐχὶ δὲ μᾶλλον δυνήσεσθαι ἐάν ποτε ἀδελφὸς
μετὰ ἀδελφοῦ κρίνηται κρίνειν τὰ βιωτικὰ τῶν ἀδελφῶν· “ βιω-
“ τικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε” καὶ τὰ ἑξῆς· ἀληθῶς μὲν <lb n="20"/>
ἐνίοτε τοιαῦτα επο t ἐστὶ τὰ τῶν κρινομένων, ὡς μὴ δεῖσθαι σοφοῦ
τοῦ δικάζοντος· ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς ἐξουθενημένους μένους ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ.
γένοιτο δ’ ἄν ποτε τὰ τῶν δικαζομένων, ὡς καὶ σοφοῦ δεῖσθαι
δικαστοῦ. ὃ δὲ λέγω οὕτως ἔσται σαφὲς, ἐὰν οἱ δικαζόμενοι
δεόνται νόμων κοσμικῶν καὶ ἐμπείρων δικαστῶν, οὐ γραφῆς οὐδὲ <lb n="25"/>
νόμου τοῦ ἐν τῇ γραφῇ, ἀλλ’ οἱονεὶ υἱῶν τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμωτέρων
δοκῶσιν εἶναι. πιστοὶ ἔσονται κριταὶ οἱ ἐξουθενημένοι ἐν
τῇ ἐκκλησίᾳ· καὶ ἔσται ψόγος τῶν κρινομένων, ὅτε δέονται καὶ
τῶν ἐξουθενημένων μᾶλλον ἣ τῶν σοφῶν· ὁ μὲν γὰρ τῷ λόγῳ
ἀκολουθῶν, εἰ καὶ δεῖται κριτοῦ, δεῖται μᾶλλον σοφοῦ, ἵνα νουθετηθῇ <lb n="30"/>
ἀπὸ τῆς σοφίας τοῦ σοφοῦ εἰσφέροντος αὐτῷ λόγους οἰκοδομοῦντας.</p><p>“ τοὺς ἐξουθενημένους οὖν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τούτους καθίζετε u.
“ πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω οὕτως· οὐκ ἔνι ἐν ὑμῖν οὐδεὶς σοφὸς ὃς
<note type="footnote">s (??) Cod. t sic. u Sic.
Ρ</note>

<pb n="106"/>
“ δυνήσεται ἀνακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ ” ἐγκαλεῖ
τῇ Κορινθίων ἐκκλησίᾳ, ὅτι καίτοι ἐν μέσῃ τῇ Ἑλλάδι καθεζόμενοι,
σοφοὺς οὐκ εἶχον ἀληθινούς· καίτοι γε προειπὼν ὅτι πολλοὶ
ἐπαγγέλλονται σοφίαν παρ’ αὐτοῖς, δι’ οὓς καὶ εἶπεν τὸ “ ὁ δρασ-
“ σόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν.” ἀλλ’ οἱ μὲν εἰσὶ <lb n="5"/>
σοφοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου οἱ δὲ σοφοὶ κατὰ Θεόν. ᾔδει δὲ ὁ
Παῦλος ἐκείνους· διὰ τοῦτο φησὶν οὕτως, “ οὐκ ἔνι ἐν ὑμῖν σοφὸς
“ ὃς δυνήσεται ἀνακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ· ἀλλ’
“ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται, καὶ τοῦτο ἐπὶ ἀπίστων ;
ἔχομεν ἄρχοντας τῆς ἐκκλησίας ἐφ’ οὓς ὀφείλομεν ἀναφέρειν τὰς <lb n="10"/>
ἡμετέρας κρίσεις· ἵνα μὴ καταγελώμεθα ἐν τοῖς τῶν ἐθνῶν δικαστηρίοις.
“ ἤδη μὲν οὖν ἥττημα ὑμῖν ἐστιν ὅτι κρίματα ἔχετε
“ μεθ’ ἑαυτῶν·” οὐ μεμνημένοι τοῦ “ διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀποστε-
“ ρεῖσθε ;” ἀποστῶμεν τῶν κριμάτων, τῶν βημάτων τῶν
τοῦ ἔχειν δίκας καὶ πράγματα. ὁ γὰρ κρίματα ἔχων μετὰ τοῦ <lb n="15"/>
ἀδελφοῦ ἤδη ἥττηται, καὶ ὁ ἀδικούμενος νενίκηκεν· ὁ τυπτόμενος
καὶ κακολογούμενος μηδὲ ἀμειβόμενος τὸν ταῦτα ποιοῦντα,
νενίκηκεν· φυλάττει γὰρ τὴν ἐντολὴν τὴν λέγουσαν “ διατὶ οὐχὶ
“ μᾶλλον ἀδικεῖσθε ; διατὶ οὐχὶ μᾶλλον ἀποστερεῖσθε ; ἀλλ’
“ ὑμεῖς ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε· καὶ τοῦτο ἀδελφούς.” πῶς μὲν <lb n="20"/>
οὖν ὁ ταῦτα ποιῶν ἁμαρτάνει, ὅσῳ δὲ τιμιώτερον ἔστι τὸ ἀδικούμενον
πρόσωπον· τοσούτῳ τὸ ἁμάρτημα χαλεπώτερον. καὶ γὰρ
εἰ ἀδικεῖ τις τὸν μακάριον δυνάμει, Χριστὸν ἀδικεῖ, καὶ Χριστὸν
ἀποστερεῖ· “ ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ἄδικοι Θεοῦ βασιλείαν οὐ κληρονο-
“ μήσουσιν·” εἰ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ἔστιν· Χριστὸς <lb n="25"/>
δὲ ἡ δικαιοσύνη ἐστίν· ὁ δίκαιος βασιλείαν Θεοῦ κληρονομεῖ ἐν
Χριστῷ δικαιοσύνῃ ὄντι· καὶ ἀκολούθως ὁ ἐν τῇ ἐναντίᾳ καταστάσει,
οὗτος οὐ κληρονομεῖ βασιλείαν Θεοῦ· “ μὴ πλανᾶσθε·
“ οὔτε πόρνοι·” μηδεὶς ὑμᾶς πλανάτω πιθανοῖς λόγοις· ἐλεήμων,
χρηστὸς, φιλάνθρωπός ἐστιν ὁ Θεὸς, ἀφίησι τὰ ἁμαρτήματα· <lb n="30"/>
“ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ
“ Χριστοῦ· ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ
“ ἔπραξεν· εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν·” μηδεὶς προφασιζέσθω, νέος
ἤμην, ἄγαμος ἤμην, πρὶν γυναῖκα λαβεῖν πεπόρνευκα· διατί δὲ
οὐκ ἔλαβες γυναῖκα· οὐ πιστεύεις, ὅτι εἰ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ <lb n="35"/>

<pb n="107"/>
φθείρει, τοῦτον ὁ Θεός ; “ ἀλλ’ αἴρεις τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ
“ ποιεῖς πόρνης μέλη ;” ὁ πορνεύων εἰς τὸν τῶν ὅλων Θεὸν
Φωτίου. “ βιωτικὰ μὲν οὖν ἐὰν ἔχητε κριτήρια·” τοῦτ’
ἐὰν χρείαν αὐτῶν ἔχητε· ἐὰν ἀνάγκη εἶναι αὐτὰ ἐν ὑμῖν· ἐὰν δὲ
συστῆναι αὐτά· καὶ ἡ μὲν πρόχειρος ἔννοιά τε καὶ σύνταξις αὐτή· <lb n="5"/>
ἔνι δὲ καὶ βαθυτέραν τὴν λέξιν διελόντα συνιδεῖν καὶ τὸ νόημα
ἀναπτύξαι.</p><p>Μῆ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε
<lb n="10"/> μοιχοὶ, οὔτε μαλακοὶ, οὔτε ἀρσενοκοῖται, οὔτε κλέπται,
οὔτε πλεονέκται, οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ <lb n="10"/>
<lb n="11"/> ἅρπαγες, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν. καὶ
ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε,
ἀλλ’ ἐδικαιώθητε, ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ,
καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.</p><p>Ὠριγένουσ. “ Μῆ πλανᾶσθε οὖν, οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλο- <lb n="15"/>
“ λάτραι, βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν·” οὕτω δὲ οὐδὲ
μοιχοί. ὁ πορνεύων φθείρει τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ· ὁ δὲ μοιχεύων,
πρὸς τούτους καὶ εἰς τὸν ἄνδρα πλημμελεῖ· οὐδὲ μοιχοὶ οὖν· ἀλλ’
οὐδὲ “ μαλακοῖ’ παρακαλοῦμεν οὖν καὶ ὑμᾶς ὦ παῖδες, τηρῆσαι
τὴν ἑαυτῶν ὥραν καθαρὰν, καὶ μὴ μολυνθῆναι τοιούτῳ γυναικείῳ <lb n="20"/>
μολυσμῷ· οὐδὲ “ ἀρσενοκοῖται” βασιλείαν Θεοῦ κληρονομήσουσιν·
ἀλλ’ ἀπείη ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κἂν ἕνα τοιοῦτον εὑρεθῆναι. εἰτα ἐπικαταβαίνει
καὶ ἐπὶ τὰ ἐλάττονα δοκοῦντα εἶναι ἁμαρτήματα
λέγων· “ οὔτε κλέπται·” τοῦτο δὲ ἁμάρτημα τὸ τῆς κλοπῆς·
σχεδὸν πάντες οἱ στρατευόμενοι ἁμαρτάνουσι· μὴ ἀρκούμενοι τοῖς <lb n="25"/>
ὀψωνίοις, ὡς ἐδίδαξε τὸ Εὐαγγέλιον· ἀλλὰ διασείοντες καὶ συκοφαντοῦντες·
ἀλλὰ καὶ οἱ ἐν ταῖς πραγματείαις ψεῦσται εἰσὶν, οὐ
κληρονομοῦντες τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ· οὕτως δὲ καὶ οἱ ἐν ταῖς
πραγματείαις πλεονεκτοῦντες, πλεονέκται εἰσίν· καὶ ἄλλοι μέθυσοι·
ἀλλὰ καὶ λοιδόρους φησὶ μὴ κληρονομεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ <lb n="30"/>
Θεοῦ· μηδενὸς οὖν βασιλεύει ἡ ἁμαρτία· δεῖ γὰρ καθαρὰν εἶναι
τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ πάντων ἁμαρτημάτων καὶ πταισμάτων,
ἵνα ὁ Θεὸς βασιλεύῃ.</p><p>Θεοδωρίτου. Ἴνα δὲ μὴ τῶν πρὸ τοῦ ἁγίου

<pb n="108"/>
μνημονεύοντες ἀπαγορεύσωσι τὴν σωτηρίαν ἀναγκαίαν, ἐπήγαγεν,
“ καὶ ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλ’ ἀπελούσασθε, ἀλλ’ ἡγιάσθητε· ἀλλ’
“ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύ-
“ ματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν·” σαφῶς ἔδειξε τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος
τὴν ἰσότητα· συνέταξεν δὲ καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς τὴν <lb n="5"/>
μνήμην· τῇ γὰρ ἐπικλήσει τῆς τριάδος ἁγιάζεται τῶν ὑδάτων
ἡ φύσις, καὶ χορηγεῖται τῶν ἁμαρτημάτων ἡ ἄφεσις.</p><p>Θεοδωρου. ταῦτα γάρ φησιν· εἰ καὶ πρότερον ἐπράττετε·
ἀλλὰ νῦν τετυχηκότες ἁγιασμοῦ τῇ τοῦ Πνεύματος μετουσίᾳ, διὰ
τῆς ἐπὶ τὸν Χριστὸν πίστεως, μετὰ πάσης ἀποφεύγειν προσήκει <lb n="10"/>
τῆς σπουδῆς.</p><p>Θεοδωρίτου. Εἶτα πάλιν τὸν περὶ τῆς πορνείας
λόγον· ὡς εἶναι κατὰ παρέκβασιν κείμενα τὰ πρὸς τοὺς ἀδικοῦντας
μὲν, οὐκ ἐμμένοντας δὲ τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς κριτηρίοις καὶ
φησὶ “ πάντα μοι ἔξεστιν.”</p><lb n="15"/><lb n="12"/><p>Πάντα μοι ἔξεστιν· ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει. πάντα
μοι ἔξεστιν· ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.
<lb n="13"/> τὰ βρώματα τῆ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν·
ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ
σῶμα οὐ τῆ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ <lb n="20"/>
<lb n="14"/> σώματι· ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρεν, καὶ ἡμᾶς
ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.</p><p>Θεοδωρίτου. “ Πάντα μοι ἔξεστιν ” κατ’ ἐρώτησιν
εἶτα κατὰ ἀπόκρισιν, “ ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει·” οὕτω
δὲ καὶ τὰ ἑξῆς· “ πάντα μοι ἔξεστιν ; ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθή- <lb n="25"/>
“ σομαι ὑπό τινος.” τοῦτο λέγει ὅτι οὐκ ὑπὸ τῷ νόμῳ πολιτεύει,
καὶ ὅτι αὐτεξούσιος εἶ, καὶ αὐθαίρετον ἔχεις τὴν γνώμην· ἀλλ’ οὐ
λυσιτελεῖ σοι πανταχοῦ κεχρῆσθαι· ὅτ’ ἂν γάρ τι τῶν ἀτόπων
ἐπιτελέσῃς, ἀποβάλλεις τὴν ἐξουσίαν, καὶ δοῦλος γίνῃ τῆς
ἁμαρτίας.</p><lb n="30"/><p>Θεοδωρου. Ἀλλὰ τοῦτο φὴς, φησὶν, ὅτι “ πάντα μοι ἔξεστιν·”
εἶτ᾿ αὐτὸς ἐπιφέρει, “ ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει·” οὐκ ἀνελὼν τὸ
ἐξεῖναι τέως· ἀλλὰ τὸ μὴ δεῖν τῇ ἐξουσίᾳ κεχρῆσθαι· ἐπειδὴ γὰρ
οὐ πάντα συμφέρει· δῆλον ὡς οὐ πᾶσι χρηστέον. ἀλλὰ τοῖς

<pb n="109"/>
ὠφελοῦσι μόνοις· εἰτα πάλιν τὴν ἀντίθεσιν τεθεικὼς, ἑτέρως αὐτὴν
μεθώδευσε· “ πάντα μοι ἔξεστιν· ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι
“ ὑπό τινος.” ὁρῶ γάρ φησιν οὐδὲ τὴν ἐξουσίαν μοι σωζομένην
ἀκέραιον, ἄνπερ δὴ πᾶσιν ἁπλῶς ὑπάγωμαι, μὴ πρὸς τὸ συμφέρον
τὴν χρῆσιν ἀυτῶν ποιούμενος οὐτῶ δὲ κατὰ συγχώρησιν τοῦ <lb n="5"/>
πάντα ἐξεῖναι τὸ καὶ πάντα πράττειν ἀνελὼν δεῖ· οὕτω δείκνυσιν
ὅτι οὐδὲ πάντα ἔξεστιν· ἀλλ’ ὅσα μὴ νόμῳ τινὶ ποιεῖν κεκωλύμεθα·
κατὰ παράθεσιν, τινὰ μὲν ἐν ἡμῖν, τινὰ δὲ οὐκ ἐν ἡμῖν,
ἀποφαίνων.</p><p>Ὠριγένουσ. Ὑπὲρ ἄνω ὧν ἔλαβαν x ἐξουσίαν· ἃ καὶ ποιήσαντες<lb n="10"/>
οὐχ ἁμαρτησόμεθα· οὕτω γὰρ φιλοτιμότεροι πολιτευόμενοι
πολιτεύονται· “ μὴ οὐκ ἔχομεν” γάρ,φησιν ὁ Ἀπόστολος, “ ἐξουσίαν
“ φαγεῖν καὶ πιεῖν ; μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα
“ περιάγειν· ὡς καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου
“ καὶ Κηφᾶς ; ἣ νόμῳ ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν μὴ <lb n="15"/>
“ ἐργάζεσθαι ;” ἀλλ’ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ· οὐκ
ἐξῆν μὲν τῷ Ἀποστόλῳ ταῦτα πάντα ἐν τοῖς τόποις οἷς παρεθέμην.
συνεξετάζων δὲ αὐτὰ τῷ αὐτοῦ συμφέροντι καὶ τῇ οἰκονομίᾳ τῆς
ἐκκλησίας, ἑώρα ὅτι ἔξεστι μέν. ἐὰν ποιήσῃ, οὐχ ἁμαρτήσεται·
κρεῖττον δὲ ποιεῖ οὐ χρησάμενος τῇ ἐξουσίᾳ. καὶ πάλιν· πάσῃ <lb n="20"/>
παρθένῳ ἔξεστι γαμεῖσθαι· ἀλλ’ ἡ καλὴ καὶ ἀγαθὴ οὐχ ὡς μὴ
ἐξὸν γαμεῖν ἀπέχεται τοῦ γαμεῖν· ἀλλ’ ἀναβᾶσα τὴν ἐξουσίαν
καὶ βουλομένη καθαρὰ εἶναι, καὶ τῷ σώματι καὶ τῷ Πνεύματι
παρθενεύει· ἀλλὰ καὶ ἀνδρὸς τελευτήσαντος, οὐ κεκώλυται y ἡ
διγαμία παντελῶς· ἐὰν γάρ φησιν ὁ ἀνὴρ ἀποθάνῃ· ἐλευθέρα ἐστὶν <lb n="25"/>
ᾧτ’ θέλει γαμηθῆναι, μόνον ἐν Κυρίῳ· ἀλλ’ ἀκούσασα ἡ καλὴ γυνὴ
μακαριώτερα ἐστιν, ἔαν οὕτως μείνῃ κάτα τὴν ἐμὴν γνώμην. οὐ
κέχρηται τῇ ἐξουσίᾳ. “ πάντα μοι ἔξεστιν· ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξου-
“ σιασθήσομαι ὑπό τινος.” ἔχει τι ὁ λόγος ὑψηλότερον· εἰ γὰρ
“ οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ παλὴ πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς <lb n="30"/>
ἀρχὰς καὶ πρὸς τὰς ἐξουσίας ὁτ’ ἀν’ η ἐξουσία κρατήσῃ,
ἐξουσιάσθην ὑπ’ ἐκείνης· ἐὰν δὲ πᾶσαν ἐξουσίαν νικήσω, οὐκ
ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.</p><p>Σευηριανοῦ. Οὐ προσώπου λέγει, ἀλλὰ πράγματος ἀπὸ
<note type="footnote">x ἔλαβων Cod. y οὐκ ἐκώλυται Cod.</note>

<pb n="110"/>
περὶ τούτων γὰρ ὁ λόγος “ τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία
“ τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει.”</p><p>ἸωάννουΖ. Κοιλίαν ἐνταῦθα οὐ τὴν γαστέρα, ἀλλὰ τὴν γαστριμαργίαν
λέγει· ὡς ὅτ’ ἃν λέγῃ “ ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία,” οὐ περὶ
τοῦ μέλους λέγων, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀδηφαγίας. τι δέ ἐστι “ τὰ <lb n="5"/>
“ βρώματα τῇ κοιλίᾳ ” τὰ βρώματά φησι πρὸς τὴν γαστριμαργίαν
ἔχει φιλίαν, καὶ αὕτη πρὸς ταῦτα· καὶ οὐ δύναται πρὸς τὸν
Χριστὸν ἡμᾶς ἄγειν· ἀλλὰ πρὸς ταῦτα ἕλκει· πάθος γὰρ χαλεπὸν
καὶ θηριῶδες ἐστίν· καὶ δούλους ποιεῖ, καὶ ταύτῃ διακονεῖσθαι
παρασκευάσει· “ ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει·” <lb n="10"/>
οὐ τὴν γαστέρα λέγων, ἀλλὰ τὴν ἄμετρον ἐπιθυμίαν· οὐδὲ τὴν
τροφὴν ἀλλὰ τὴν τρυφήν· πρὸς γὰρ ἐκεῖνα οὐ δυσχεραίνει· ἀλλὰ
καὶ νομοθετεῖ περὶ αὐτῶν λέγων οὕτως· ” ἔχοντες τροφὰς καὶ
“ σκεπάσματα· τούτοις ἀρκεσθησόμεθα·” τινὲς δὲ φασὶν ὅτι
προφητεία τὸ εἰρημένον ἐστὶ, τὴν ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι κατάστασιν <lb n="15"/>
δηλοῦσα· καὶ ὅτι οὐκ ἔστιν ἐκεῖ φαγεῖν οὐδὲ πιεῖν· εἰ δὲ τὸ σύμμετρον
ἕξει τέλος, πολλῷ μᾶλλον τῆς ἀμετρίας ἀπέχεσθαι δεῖ.</p><p>Ὠριγένουσ.a. Μῆ νομίσῃς ὅτι ὥσπερ ἡ κοιλία γέγονεν τοῖς
βρώμασι καὶ τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ. οὕτω καὶ τὸ σῶμα γέγονε
διὰ συνουσιασμόν· εἰ θέλεις τὸν προηγούμενον λόγον μαθεῖν διὰ τι <lb n="20"/>
γέγονεν, ἄκουε· ἵνα ναὸς ᾗ τῷ Κυρίῳ· καὶ ἵνα ἡ ψυχὴ ἁγία
καὶ μακαρία οὖσα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὡσπερεὶ θεραπεύουσα,
ἱερεὺς γένηται τοῦ ἔνδον Ἁγίου Πνεύματος· καὶ ὁ Ἀδὰμ γὰρ σῶμα
εἶχεν ἐν τῷ παραδείσῳ· ἀλλ’ ὅμως ἐν αὐτῷ τῷ παραδείσῳ οὐκ
ἔγνω Ἀδὰμ Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἀλλ’ ὅτε ἐξεβλήθη μετὰ <lb n="25"/>
τὴν παρακοήν· ταῦτα δὲ λέγω οὐ περιγράφων τὸν γάμον· οἰδα
γὰρ ὅτι εἴ τις οὐκ ἐγκρατεύεται, γαμεῖν ὀφείλει· κρεῖσσον γάρ
ἐστι γαμεῖν, ἣ πυροῦσθαι· ἀλλ’ εἰ καὶ συγκεχώρηται τὸ πρᾶγμα·
οὐ προηγουμένως, ἀλλὰ δι’ ἀσθένειαν· τὸ γὰρ προηγούμενον ἁγνεύειν
καὶ καθαρεύειν καὶ σχολάζειν τῇ προσευχῇ.</p><lb n="30"/><p>Θεοδωρίτου. Κεφαλὴν ἡμῶν πολλάκις τὸν Κύριον προσηγόρευσεν·
τούτῳ τοίνυν ὡς κεφαλῇ συνῆπται τὸ σῶμα οὐ γὰρ
ὥσπερ ἡ γαστὴρ τροφῆς δοχεῖον ἐγένετο· οὕτως τὸ σῶμα διὰ τὴν
πορνείαν δεδημιούργηται· ” ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρεν· καὶ
<note type="footnote">z (??) Cod. a (??) Cod.</note>

<pb n="111"/>
“ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ·” μὴ καταφρονήσῃς ὡς
νεκροῦ τοῦ δεσπότου· ἐγήγερται γάρ· ἐγερεῖ δὲ ἡμᾶς ὁ τοῦτον
ἐγείρας Θεὸς, τῇ τοῦ ἐγερθέντος δυνάμει· ἐδίδαξε τοίνυν σαφῶς
ὡς ἠγέρθη μὲν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, ἐγερεῖ δὲ ἡμᾶς ὡς Θεός.
Θεοδωρου. Οὐδὲ συγκαταλύεσθαι τῷ παρόντι βίῳ τὸ ἡμέτερον <lb n="5"/>
νομίζομεν σῶμα· ὁ γὰρ τὸν Χριστὸν ἀναστήσας, καὶ ἡμᾶς
ἀναστήσει πάντως· ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τοῦ ἐσθίειν ἐξουσίαν ἔδωκεν,
ἀπό τε τοῦ πρὸς τοῦτο γεγενῆσθαι, καὶ ἀπὸ τοῦ παύεσθαι πάντως·
οὕτως ἐπὶ τοῦ πορνεύειν τὸ μὴ ἐξεῖναι συνέστησεν, ἀπό τε τοῦ μὴ
πρὸς τοῦτο γεγενῆσθαι, καὶ ἀπὸ τοῦ τὸ σῶμα μετὰ τὴν ἀνάστασιν <lb n="10"/>
ἔσεσθαι πάλιν.</p><p>Ἰωάλλου b. Σφόδρα εὐκαίρως ἐνταῦθα τῆς ἀναστάσεως ἀνέμνησεν,
ταῖς ἐλπίσιν ἐκείναις καταστέλλων τῆς ἀδηφαγίας τὴν
τυραννίδα· καὶ μονονουχὶ λέγων, ἔφαγες, ἔπιες ἀσώτως· καὶ τί
τὸ πέρας ; οὐδέν· ἀλλ’ ἣ φθορὰ μόνη.</p><lb n="15"/><p>Ὠριγένουσ. τοῦ γὰρ ἤδη ἐγερθέντος μετὰ Χριστοῦ καὶ
γενομένου τῇ ἀναστάσει αὐτοῦ καὶ τῆ καινότητι τῆς ζωῆς,
τὸ σῶμα ὀφείλει εἶναι οὐδενὸς ἢ τοῦ Κυρίου.</p><p>Οἰκουμενίου. Ἢ καὶ ἔτι νηπίοις οὖσιν ἔδει
καὶ πρὸς τὴν νηπιότητα αὐτῶν λαλεῖν.</p><lb n="20"/><p>Φωτίου. Εἰ μὲν ἁπλῶς βρώματα τὴν τροφὴν δεῖ ἐκλαβεῖν,
καὶ κοιλίαν τὴν ὑποδοχὴν τῶν σιτίων, ἄμεινον εἰς προσαγόρευσιν
τοῦ μέλλοντος ἐκδέχεσθαι τὸ ἐπαγόμενον· οἷον, ὁ δὲ Θεὸς καὶ
ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει· τοῦτ’ ἐστιν ἀλλὰ ταῦτα ἐν τῇ
ἀναστάσει ἀργὰ καὶ ἀχάριστα ἔσται, εἰς ἀφθαρσίαν ἡμᾶς τοῦ <lb n="25"/>
Θεοῦ μεταστοιχιοῦντος· καὶ μήτε τροφῆς δεῖσθαι, μήτε πρὸς ὑποδοχὴν
σιτίων παρασκευάζοντος· καὶ εἴη ἃν καὶ ὁ νοῦς τοῦ τὰ
βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασι τοιούτως· ἀλλήλων
ἐστὶ φησὶν, ἐρεθιστικὰ καὶ ἐπιζητικά· ἥτε γὰρ ἐν τῇ κοιλίᾳ
ὄρεξις ἐπιζητεῖ τὰ σιτία· τὰ δὲ σιτία τὰ ἐν ἡμῖν πάλιν ὄρεξιν <lb n="30"/>
ἐρεθίζει καὶ διεγείρει· ὁ δὲ Θεὸς, φησὶν, ἄμφω ἐν τῇ ἀναστάσει
ἀργὰ καὶ ἄχρηστα ἀποδείξει· οὐ χρὴ οὖν περὶ τῶν μελλόντων
ἔσεσθαι ἀχρήστων λίαν σπουδάζειν· εἰ δὲ βρώματα μὲν τὸ ἀκό b
<note type="footnote">(??) Cod.</note>

<pb n="112"/>
ρεστον τῶν βρωμάτων, κοιλίαν δὲ τὴν ἀπληστίαν τῆς κοιλίας
ἐκληψώμεθα· οὐδὲν γὰρ κωλύει καὶ ταῦτα δηλοῦσθαι ὑπὸ τῶν
λέξεων, οὐ προαγορεύσεως ἔννοιαν δίδωσι τὸ ἐπαγόμενον, ἀλλὰ
μᾶλλον ἀρᾶς καὶ δίκης· καταργήσει αὐτὰ, φησὶν, ὁ Θεός· ἀπελάσει
ταῦτα ἀφ’ ἡμῶν ἐκδιώξει τὴν ἀδηφαγίαν καὶ γαστριμαργίαν· <lb n="5"/>
ἐλευθέρους τούτων ἀποδείξει τῶν κακῶν· εἰ δὲ ἀρὰς αὐτοῖς
ἐπάγομεν, καὶ ἑαυτοὺς τούτων ἐλευθερωθῆναι εὐχόμεθα· πῶς οὐχὶ
βδελυξόμεθα ;</p><lb n="15"/><p>Οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ
ἐστιν ; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, ποιήσω πόρνης <lb n="10"/>
<lb n="16"/> μέλη; μὴ γένοιτο. οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ
πόρνῃ, ἓν σῶμά ἐστιν ; ἔσονται γάρ, φησιν, οἱ δύο
<lb n="17"/> εἰς σάρκα μίαν· ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ, ἓν Πνεῦμά
<lb n="18"/> ἐστι· φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν
ποιήση ἄνθρωπος, ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν· ὁ δὲ πορνεύων, <lb n="15"/>
εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.</p><p>Θεοδωρου. Μέλη Χριστοῦ πάντες ὑμεῖς, οἱ διὰ τῆς τοῦ
Πνεύματος ἀναγεννήσεως τὴν πρὸς αὐτοὺς δεξάμενοι συνάφειαν,
ἐλπίδι τοῦ καὶ ἀναστήσεσθαι ὁμοίως αὐτῷ.</p><p>Θεοδωρίτου. Οὐ καθάπερ νύμφη νυμφίῳ συνήφθητε τῷ<lb n="20"/>
Χριστῷ ;</p><p>Ὠριγένουσ. Ψυχῆς ὄργανα ἐστὶ τὰ ἀνθρώπων σώματα· καὶ
ἀρχούσης τῆς ψυχῆς, ὑπηρετεῖται τὸ σῶμα, καὶ χρῆται αὐτῷ εἰς
ἃ βούλεται· ἰδίως δὴ ὁ λόγος θέλει ἡμῶν τὰ σώματα μηκέτι ὑπὸ
τῆς ψυχῆς ἐνεργεῖσθαι τῆς ἡμετέρας· ἀλλ’ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ· <lb n="25"/>
διὸ λέγει ὁ Παῦλος· “ ζῶ δὲ οὐκ ἔτι ἐγὼ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός·”
μέλη οὖν τότε γίνεται Χριστοῦ, ὅτι πάντα κατὰ τὸν αὐτοῦ λόγον
κινοῦμεν·</p><p>Κυτίλλου. Πῶς ἂν εἶεν μέλη Χριστοῦ τὰ ἡμῶν ;
αὐτὰ ἐν ἑαυτοῖς αἰσθητῶς τε καὶ νοητῶς· κατοικεῖ μὲν γὰρ ἐν <lb n="30"/>
ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ τοῦ Πνεύματος· μετεσχήκαμεν δὲ καὶ
τῆς ἁγίας αὐτοῦ σαρκός. ἡγιάσμεθά τε διττῶς, καὶ κατῴκηκεν ἐν
ἡμῖν ὡς ζωὴ καὶ ζωοποιὸς, ἵνα τὸν τοι] μέλεσιν ἡμῶν ἐπισκήψαντα
θάνατον καταργήσῃ δι’ ἑαυτοῦ. εἰ τοίνυν αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ

<pb n="113"/>
τοῦ σώματος τῆς ἐκκλησίας· ἡμεῖς ἄρα ἐσμὲν οἱ καθέκαστα
μέλη· ὅτ’ ἃν οὖν εἰς ἀτόπους ἡδονὰς καταπίπτωμεν, τότε δὴ τότε
πλημμελήσομεν εἰς αὐτὸν, οὗ καὶ γεγόναμεν μέλη· πόρνας γὰρ
ὥσπερ τὰ αὐτοῦ χαρισόμεθα.</p><p>Θεοδωρίτου. Σφόδρα τὸ παράνομον ηὔξησε, μέλη Χριστοῦ τὰ<lb n="5"/>
ἡμέτερα σώματα προσαγορεύσας· οὐκ ἔτι σά φησίν ἐστιν, ἀλλὰ
Χριστοῦ· πῶς τοίνυν αὐτὰ μέλη πόρνης ποιεῖς ; εἶτα τούτου
διδάσκει τὸν τρόπον· “ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν
“ σῶμά ἐστιν ; ἔσονται γάρ’ φησὶν, “ οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν·
“ ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ, ἓν Πνεῦμά ἐστιν.” οὐκ ἀπεικότως <lb n="10"/>
τὸ περὶ τῆς γαμικῆς συναφείας εἰρημένον τέθεικεν ἐπὶ τῆς πορνείας·
ἓν γὰρ καὶ τοῦτο κἀκεῖνο τῇ φύσει τοῦ πράγματος· τὸ δὲ
ἔννομον καὶ παράνομον δείκνυσι, τὴν διαφόραν λέγει οὖν· ἐὰν συναφθεὶς
τῷ Κυρίῳ πάλιν πρὸς ἐκεῖνον ἀπέλθῃς· εἰς αὐτὸν χωρεῖ
τὸν δεσπότην ἡ παροιμία· τὰ μέλη γὰρ αὐτοῦ προσάγεις τῇ <lb n="15"/>
πόρνῃ, καὶ ἀποφαίνεις μέλη πόρνης.</p><p>“ Φεύγετε τὴν πορνείαν.” οὐκ εἶπεν μισεῖτε καὶ ἀποστρέφεσθε·
ἀλλὰ φεύγετε· εἰδὼς τὴν τῆς ἁμαρτίας ταύτης ὀξύτητα· διδάσκει
δὲ καὶ τὸ τοῦ πράγματος μυσαρόν· “ πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ
“ ἄνθρωπος, ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν· ὁ δὲ πορνεύων, εἰς τὸ ἴδιον <lb n="20"/>
“ σῶμα ἁμαρτάνει·” μυρία γάρ τις ἕτερα ἁμαρτάνων, καὶ ὅρκους
παραβαίνων, καὶ βλασφημίᾳ μολύνων τὴν γλώσσαν, καὶ σφετεριζόμενος
τὰ μηδαμόθεν προσήκοντα· οὐ τοσαύτην αἴσθησιν λαμβάνει
τῆς ἁμαρτίας· ὁ δὲ τῆς ἀσελγείας δοῦλος γεγενημένος,
εὐθὺς μετὰ τὴν ἁμαρτίαν αἰσθάνεται τοῦ κακοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα <lb n="25"/>
βδελύττεται· διά τοι τοῦτο καὶ λουτροῖς κεχρημένοι ἀπορρύπτουσι
τὸ σῶμα, ἐκβάλλειν οὕτω πῶς τὸ μύσος ὑπολαμβάνοντες.</p><p>Θεοδωρου. Τὰ μὲν λοιπὰ φησὶν ἁμαρτήματα ἕτερα βλάπτειν
δοκεῖ· τοῦτο δὲ πρὸ τῶν λοιπῶν πάντων τὸν διαπραττόμενον·
τὸ οἰκεῖον γὰρ οὗτος μολύνει σῶμα.</p><lb n="30"/><p>Σευηριανοῦ. Ὅπερ ἄν τις ἁμάρτῃ πρὸς τὸ τρέφειν ἣ
τὸ σῶμα ποιεῖ καὶ κατακοσμεῖν καὶ τὴν χρείαν αὐτῷ
πληροῦν καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ σώματος· ὁ μέντοι τῇ πόρνῃ d κολλώ
<note type="footnote">d πορεία Cod.
Q</note>

<pb n="114"/>
μένος ἓν σῶμα αὐτῇ ποιῶν τὸ ἴδιον σῶμα, ὑβρίζει αὐτὸ καὶ
ἀτιμάζει.</p><p>Ὠριγένουσ. Ζητήσει τις, εἰ πᾶν ἁμάρτημα ἐκτὸς τοῦ
μάτος ἐστιν· ἐρεῖ γάρ τις· ἁμάρτημά ἐστι τὸ μεθύειν· ἁμάρτημά
ἐστι τὸ ἑαυτὸν ἐξάγειν ἐκ τοῦ βίου δι’ ἀγχόνης, διὰ κρημνοῦ· <lb n="5"/>
ἄρ οὖν ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστι καὶ τοῦτο τὸ ἁμάρτημα ; ἀλλ’
εὐγνωμόνως δεῖ ἀκοῦσαι, πῶς εἴρηται τοῦτο· ἀφορμὴν δὲ ληψόμεθα
τοῦ νοῆσαι τὰ κατὰ τὸν τόπον ἐκ τοῦ Λευϊτικοῦ e. ἐκεῖ γὰρ
λέγεται ὅτι ἐκ τῆς ῥύσεως συνέστηκεν τὸ σῶμα αὐτοῦ· ἐπεὶ οὑν
ἡ σύστασις f τοῦ σώματος ἀπὸ σπερμάτων ἐστί· διὰ τοῦτο ἁμαρτάνων <lb n="10"/>
κατὰ τὴν πρόρρυσιν g τῶν σπερμάτων, εἰς τὸ σῶμα τὸ
ἑαυτοῦ ἁμαρτάνει· καὶ ἔστιν ἡ ἁμαρτία αὕτη ἀπὸ τούτων γινομένη,
ἀφ’ ὧν καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς συστάσεως τοῦ σώματος.</p><p>Κυτίλλου. Τὰ μέλη τοῦ σώματος ἡμῶν διὰ τῆς ἁγνείας
Χριστοῦ μέλη μεμενηκότα μεθέξουσι πάντως τῆς παρ’ αὐτοῦ ζωῆς <lb n="15"/>
τε καὶ δόξης μετασχήματι· εἰ γὰρ τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως
ἡμῶν σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ εἰ δὲ γένοιτο πόρνης
μέλη· πῶς ἃν λάβοι τὸν μετασχηματισμὸν καὶ τὴν τῆς πρὸς
αὐτὸν συμμορφίας λαμπρότητα νοητήν ;</p><p>Οἰκουμενίου. Ἢ ὅτι τὰ λοιπὰ ἁμαρτήματα ἐκ ψυχικοῦ
πάθους γίνεται· οἷον ὀργῆς ἐπὶ ἀνδροφόνῳ· κενοδοξίᾳ ἐπὶ τῶν
πλουτεῖν ἐθελόντων· ἡ δέ γε πορνεία ἐξ αὐτοῦ τοῦ σώματος τὰς
πηγὰς ἔχει τῆς ἐπιθυμίας· ἐξάραι δὲ ἐβουλήθη τὸ πρᾶγμα, ἐπειδὴ
πέρι αὐτοῦ πρόσκειται η παραίνεσις αὐτῷ· οὐ γὰρ πάντως πάντων
χεῖρον ἡ πορνεία.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἶπεν εἰς τοῦτο πλείους ἑρμηνείας ὁ
Σευηριανὸς τεύχει νζ΄ λόγῳ γ΄ κεφαλαίῳ ιθ΄. i ταύτην τε αὐτὴν
εἰπὼν τῇ τοῦ ἐν ἁγίοις Ἰωάννου καὶ ἄλλην· ὅτι φησὶν ὁ πορνεύων.
εἰς τὴν ἰδίαν σύστασιν, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν τοῦ σώματος τοῦ
ἀνθρωπίνου κατασκευὴν πλημμελεῖ· ἐνυβρίζων εἰς τὸ τοῦ σώματος <lb n="30"/>
ἡμῶν ἐργαστήριον· καὶ ἄλλην, ὅτι σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη
Χριστοῦ ἐστιν ὁ ἄνθρωπος· ὁ οὖν εἰς τὸ ἴδιον σῶμα πλημμελῶν·
εἰς Χριστὸν πλημμελεῖ, τὴν κεφαλὴν ἡμῶν· οὗ καὶ ναός ἐστι τὸ
<note type="footnote">e XV. 3. f στύσασις Cod. g πρόρισιν Cod. h Excidit aliquid.
i νζ΄ λόγῳ γ΄ κεφαλαίῳ ιθ΄. om. Cod. cum lacunæ indicio. Suppl. ex edd.</note>

<pb n="115"/>
σῶμα μετὰ πάντων· καὶ ταῦτα δέξαι εἰ βούλει· ἐξᾶραι βουλόμενος
τὸ τῆς πορνείας ἁμάρτημα, τοιοῦτόν τινα λέγει σκοπὸν, ὅτι
μυρίων ἄξιος τιμωριῶν ὁ πόρνος· ὁ γὰρ τοῦ μολυσμοῦ τοῦ ἰδίου
σώματος μὴ φειδόμενος, πῶς ἄλλους φείσοιτο ; ὁ γὰρ ἑαυτῷ
κακὸς, τίνι ἀγαθός ;</p><lb n="5"/><p>Καὶ ἄλλως. γέγραπται περὶ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικὸς,
“ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν·” ὁ οὖν μὴ νόμῳ ἐπιτετραμμένος
καὶ θείῳ γάμῳ, ἀλλὰ πορνεύων, δέον ἔχειν τίμιον γάμον καὶ κοίτην
ἀμίαντον, ἐκ τῆς πορνείας καὶ τῆς ἔνθεν ἀκαθαρσίας ἐνυβρίζει τόν
τε γάμον καὶ τὴν γυναῖκα. ὁ δέ γε τοῦτο ποιῶν, εἰς ἴδιον σῶμα <lb n="10"/>
ἁμαρτάνει, εἰς τὴν γυναῖκα ἁμαρτάνων· ἥτις ἓν σῶμά ἐστι μετὰ
τοῦ ἀνδρὸς, καὶ σῶμά ἐστι τοῦ ἀνδρὸς καθὰ πλευρὰ αὐτοῦ ἐστιν,
καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐλήφθη· τὴν τελευταίαν νομίζω καλλίστην εἶναι·
ἀνελλιπῆ γὰρ τὴν τοῦ ῥητοῦ διάνοιαν σώζει· εὑρίσκεται γὰρ οὕτως
πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν πράξῃ ἄνθρωπος, ἐκτός ἐστι τῆς πρὸς τὴν <lb n="15"/>
γυναῖκα ἐπὶ μίξει παροινίας καὶ ἀκαθαρσίας· ὁ δὲ πορνεύων εἰς
τὴν γυναῖκα ἁμαρτάνει, ἀκαθαρσίας αὐτὴν ἀναπιπλὰς καὶ αἰσχρότητος·
ἔστι πρὸς τούτοις ἅπασι καὶ τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου ἑρμηνεία
ἐν τῷ περὶ σεμνοῦ γάμου. πρὸς ὅλοις τούτοις ἑρμήνευσέ τις
καὶ οὕτως· πρὸς ἁβροδιαίτους καὶ φιλοσάρκους γράφων ὁ Παῦλος· <lb n="20"/>
τῇ αὐτῶν φιλοσαρκίᾳ συνεργῷ ἐχρήσατο πρὸς τὴν τῆς πορνείας
παραίτησιν τοῦτο λέγων, ὅτι τὰ λοιπὰ ἁμαρτήματα ψυχὴν ἀδικεῖ,
καὶ εἰς αὐτὴν μόνην τὴν βλάβην παραπέμπει· ὁ δέ γε πορνεύων
σὺν τῇ ψυχῇ καὶ τὸ σῶμα ἀδικεῖ, φθείρων αὐτὸ καὶ ἐκδυναμῶν,
καὶ τὸν ψυχικὸν καὶ ζωτικὸν καθαιρῶν νοῦν1· ὡσεὶ εἰπεν, φείσασθε <lb n="25"/>
κἂν τοῦ σώματος ὑμῶν, ὃ περιέπετε καὶ θάλπετε, καὶ οὗ πρόνοιαν
πλείστην ποιεῖσθε· (ἐρωτηματικῶς) τί γὰρ ὁ φθόνος ; οὐ τήκει
τὸ σῶμα ; τι οὖν μονὴν τὴν πορνείαν τοῦτο ποιεῖν φησίν k;</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Λίαν ἀσφαλῶς εἶπεν ὁ Ἀπόστολος.
“ πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος, ἐκτὸς τοῦ σώματός <lb n="30"/>
“ ἐστιν·” ὁ δὲ φθόνος οὐ γίνεται παρ’ ἡμῶν· ἀλλ’ ἐνεργεῖται εἰς
ἡμᾶς· πάσχομεν οὖν, ἀλλ’ οὐ ποιοῦμεν τὸν φθόνον· καὶ πάθος
ἐστὶν, ἀλλ’ οὐκ ἐνέργεια· περὶ ἐνεργείας δὲ νῦν ὁ λόγος τῷ Ἀπο-
<note type="footnote">i τόνον Edd. k φὴς ποιεῖν ; Edd.</note>

<pb n="116"/>
στόλῳ· φησὶ γὰρ “ πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἃν ποιήσῃ ἄνθρωπος·” οὐ
μὴν περὶ πάθους.</p><p>Ἰωάννου 1. Πάλιν ἐπὶ τὴν προκειμένην ἦλθεν παραίνεσιν τὴν
κατὰ τῆς πορνείας· ὅρα δὲ οὐκ εἶπεν ζεύξω πόρνῃ· ἀλλ’ ὅπερ ἢν
φρικῶδες τὸ ἆραι τὰ ἑαυτοῦ μέλη τοῦ εἶναι Χριστοῦ, καὶ ποιῆσαι <lb n="5"/>
εἰναι πόρνης.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ.Εἰς μαρτυρίαν φέρει τὴν παλαιάν· πῶς
εἰς σάρκα μίαν ; ὅτι ἡ σύνοδος οὐκ ἀφίησι τοὺς δύο εἶναι
δύο, ἀλλ’ ἕνα ποιεῖ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅρα πῶς διὰ γυμνῶν τῶν ὀνομάτων τῆς πόρνης<lb n="10"/>
καὶ τοῦ Χριστοῦ προσάγει τὴν κατηγορίαν, δεινοποιῶν αὐτήν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅτι, φησὶν, ὁ τοιοῦτος, κἂν
Πνεῦμα γίνεται μόνον, τὸ μηδὲν ποιεῖν σαρκικόν.
Τοῦ Αὐτοῦ.Ἐπὶ τῆς πορνείας, φησὶν, ὅλον
σῶμα· ὅθεν καὶ ἐπὶ βαλανεῖα τρέχειν ἔθος τοῖς πορνεύουσιν· ὁ <lb n="15"/>
δέ γε ἀνδροφόνος καὶ ἅρπαξ, χεῖρα μολύνουσι μόνον· τὸ δὲ
“ φεύγετε” τὴν μετὰ σπουδῆς ἀποχὴν δηλοῖ.</p><p>Φωτίου. “ Ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ, ἓν πνεῦμά ἐστι·”
ἐστιν, ὅλος γίνεται πνευματικὸς τῇ πρὸς τὸν Κύριον ἑνώσει·
οὐκ ἐπισύρεται τὰ σαρκικὰ πάθη, οὐδὲ σχίζεται εἰς διπλόν τινα, <lb n="20"/>
Θεῷ δουλεύων καὶ μαμωνᾶ· ἀλλ’ ὅλος ἑνιαῖός ἐστι καὶ ὅλος
πνευματικός· εἰς ἑνότητα συναγόμενος Πνεύματος.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁ δὲ πορνεύων, εἰς τὸ σῶμα
μερίζει τὸ ἴδιον σῶμα· καὶ εἰς ἑαυτὸν ἀλλ’ οὐκ εἰς ἄλλην τὴν
ἀδικίαν ἐπιδείκνυται· ὅπερ ἐπ’ οὐδενὶ τῶν ἄλλων ἐστὶν εὑρεῖν <lb n="25"/>
ἁμαρτημάτων· πάντες γὰρ ἄλλους βλάπτοντες ἁμαρτάνουσιν, ὁ
δὲ πορνεύων ἑαυτὸν βλάπτει καὶ κακοποιεῖ.</p><p>ἘΚ Τοῦ Αὐτοῦ. Ἡ ἐπαγωγὴ δείκνυσι τὴν ἔννοιαν
αὐτοῦ ῥητοῦ τοιαύτην εἶναι· εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.
οἷον εἰς αὐτὸ, φησὶ, τὸ ἴδιον τοῦ δεσπότου σῶμα· καὶ γὰρ <lb n="30"/>
ἐπάγει “ ἣ οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν ναὸς τοῦ Ἄγ’ ἴου
“ Πνεύματός ἐστιν ” καὶ πάλιν· “ καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν.” καὶ
πρὸ βραχέος “ οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη τοῦ
<note type="footnote">1 (??) Cod.</note>

<pb n="117"/>
“ Χριστοῦ ;” ὥστε ὁ πορνεύων εἰς τὰ ἴ’ δία μέλη τοῦ
καὶ εἰς τὸ σῶμα αὐτοῦ πλημμελεῖ· τί οὖν, φησὶν, οἱ λοιπὰς
πλημμελοῦντες ἁμαρτίας οὐχὶ κατὰ τοῦτον ’τον λόγον κα αὐτοὶ
εἰς τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα πλημμελοῦσιν ; καὶ φαμὲν ὅτι οὐχ
οὕτως· εἰ γὰρ καὶ διά τινος μέλους ὁ κλέπτων ἣ ὁ φονεύων τὴν <lb n="5"/>
ἁμαρτίαν ποιεῖ, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὸ αὐτοῦ μέλος τὴν ἁμαρτίαν
ποιεῖ· ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτὴν καὶ εἰς ἄλλον τινὰ κακουργεῖ· ὁ δὲ πορνεύων,
καὶ διὰ τῶν μελῶν ὥσπερ ἐκεῖνοι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μέλη
καὶ ὅλον τὸ σῶμα τὴν βλάβην καὶ τὴν ἀδικίαν ἐπιδείκνυσιν.</p><p>Εἰσ τὸ αὐτὸ Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου. Καὶ πρώτην μὲν <lb n="10"/>
ταύτην οὐκ εἶπεν διὰ τοῦ σώματος ἁμαρτάνειν, ὅπερ οἱ πολλοὶ
νομίζοντες πράγματα παρέχουσι τοῖς ἑρμηνεύουσιν· ἀλλ’ εἰς αὐτὸ
ἁμαρτάνει· εἰς αὐτὸ σφάλλει· αὐτὸ μολύνει· αὐτὸ ἐναγὲς ἀποφαίνει·
ὡς ἄν τις εἶποι· ὁ δεῖνα ἑαυτὸν ὑβρίζει, ἄλλον δοκῶν
ὑβρίζειν· νῦν γὰρ βλέπει τῷ Ἀποστόλῳ ὁ λόγος οὐ πρὸς μετὰ <lb n="15"/>
ταῦτα ἑψομένην τῷ ἁμαρτήματι τιμωρίαν, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἐν τῇ
πράξει γινομένην τῷ σώματι ἐκ τῆς συμπλοκῆς ὕβριν, τοῦτ’ ἔστιν
τὸν μολυσμόν· ὁ μὲν γὰρ φονεύων, ἄλλον φονεύει· ὁ δὲ πορνεύων
ἑαυτὸν καθυβρίζει· καὶ ὁ τὰ ἄλλα πταίσματα δρῶν, εἰς ἄλλον
δρᾷ· ὁ δὲ λαγνεύων ἑαυτὸν καταισχύνει· ἑαυτὸν μιαίνει· ὅθεν καὶ <lb n="20"/>
ἀπολούονται τὸν μολυσμὸν ἐννοοῦντες, καὶ τὴν ἀτοπίαν βδελυττόμενοι·
τὰ μὲν γὰρ ἄλλα πλημμελήματα, καὶ εἰς τὸν ἀδικούμενον
βλέπει· τοῦτο δὲ εἰς τὸν ἀδικοῦντα· τὰ ἄλλα ἐκτὸς τοῦ
σώματός ἐστι τοῦ δρῶντος· τοῦτο δὲ τὸν δρῶντα μολύνει· ἐν τοῖς
ἄλλοις ἄλλους ἀδίκει· ἐν δὲ τῇ πορνείᾳ ἑαυτόν.</p><lb n="25"/><p>Εἰ δὲ καὶ δευτέραν βούλει σοι ἀνοιγῆναι θύραν· ἐννόει, ὅτι
ἐπειδὴ πολλάκις ἀνθρώπῳ οὐ συγνώμης μεῖζον ἔχοντι ἐλάττονα
παραινοῦντες λέγομεν, ἀδελφὲ, ἀπόστηθι τούτου τοῦ νοσήματος·
τοῦτο πάντων ἐστὶν κάκιον· οὐκ ἐπειδὴ πάντα ὑπερβαίνει· ἀλλ’ ὅτι
κἀκείνου αὐτὸν ἀπαλλάξαι βουλόμεθα· μήποτε καὶ ὁ Ἀπόστολος <lb n="30"/>
ἐπὶ τῆς πορνείας τοῦτο ἔφη· τὸν γὰρ πορνεύσαντα παρὰ Κορινθίοις
σωφρονῆσαι βουλόμενος, ταύτην ἔρρηξε τὴν φωνήν. εἰ δὲ καὶ
τρίτην· ἐννόει, ὅτι ὥσπερ ὁ εἰς θάλασσαν σῖτον ἣ ἕτερον ῥίπτων
σπέρμα εἰς τὸν σπόρον ἁμαρτάνει, κωλύων αὐτὸν εἰς γέννησιν
ἐλθεῖν· οὕτω καὶ ὁ εἰς ἑτέραν ῥίπτων τὸ ἑαυτοῦ σπέρμα εἰς τὸ <lb n="35"/>

<pb n="118"/>
οἰκεῖον σῶμα ἁμαρτάνει· ἐκεῖνης οὐ τεχθὲν ἀναιρούσης μόνον·
ἀλλὰ καὶ τεχθῆναι κωλυούσης· εἰ δὲ καὶ τετάρτην· ἐννοεῖν χρῆ,
ὅτι ἡ δρᾷ καὶ πάσχει· εἰ μὲν γὰρ μὴ ἔπαθεν, οὐκ ἂν ἔρρευσεν· εἰ
δὲ ἔρρευσεν, ἐφθάρη· εἰ δὲ ἐφθάρη, ὑβρίσθη· ἀμέλει ἐπ’ οὐδεμίᾳ
ἄλλῃ πράξει, ἢ ἔπι μόνῃ τῇ ἀνδρὸς πρὸς γυναῖκα συνόδῳ λέγεται, <lb n="5"/>
ἔφθαρται τὴν παρθένον καὶ τὸν νεανίσκον πειραθέντας· εἰ δὲ καὶ
πέμπτην· ἐννόει, ὅτι τῷ πόρνῃ συνερχομένῳ, εἰ τεχθείη παιδίον,
εἰς πορνεῖον ἀνατρέψεται· καὶ ὁ ὁρῶν μετὰ ταῦτα λέξει, ὄντως
ἑαυτὸν ἐκεῖνος ἠδίκησεν· ἰδοὺ γὰρ τὸ σπέρμα, μᾶλλον δὲ τὸ σῶμα
αὐτοῦ πορνεύει· εἰ δὲ καὶ ἕκτην· ἐπίστησαι, ὅτι εἰ δούλῃ τίς <lb n="10"/>
κοινωνήσειεν, δοῦλος ἔσται τὸ τικτόμενον· πῶς οὖν οὐκ εἰς ἑαυτὸν
ἁμαρτάνει, ὁ δοῦλον σπουδάζων τεκεῖν· εἰ δὲ καὶ ἑβδόμην· ὅρα
ὅτι καὶ τὸ τικτόμενον ἀδικεῖται νόθον καλούμενον καὶ ἄτιμον πανταχοῦ
γινόμενον· κἂν ἐν βουλευτηρίῳ, κἂν ἐν δικαστηρίῳ δέοι
εἰσελθεῖν, ἐκβάλλεται· δι’ οὗ καὶ ὁ φυτευσάμενος συναπολαύει <lb n="15"/>
τῆς αἰσχύνης. ὑπόμνημα γὰρ τῆς οἰκείας λαγνείας κατέλειψεν.
εἰ δὲ καὶ ὀγδόην· δοκίμασον τὸ ῥηθησόμενον· ἐπειδὴ ὁ πορνεύων ἒν
πρὸς τὴν πορνεύουσαν γίνεται· ὁ τὰ οἰκεῖα μέλη ποιῶν μέλη πόρνης,
εἰς ἑαυτὸν τῷ ὄντι ἁμαρτάνει· φόνῳ μὲν γὰρ εὖ τινὲς ἐχρήσαντο,
ὡς Μώσης, καὶ Φινεὲς· καὶ ὀργῇ, ὡς Πέτρος καὶ Παῦλος· <lb n="20"/>
πορνείᾳ δὲ οὐδεὶς πώποτε εὖ ἐχρήσατο· εἰ δὲ καὶ ἐνάτην· ἐννόει,
ἐπειδὴ σῶμα ἕν ἐστιν ἡ ἐκκλησία· ὁ δεκαθέῖς m ἀλλήλων μέλη,
ὁ πορνεύων, εἰς πάντας ἁμαρτάνει· ἀνατρέχει γὰρ αὐτοῦ τὸ
σφάλμα ἐπὶ τὸ τῆς Ἐκκλησίας πλήρωμα· οὗ καὶ ἐκκοπῆναι
αὐτὸν προσέταξεν, ἕως ἂν μετανοήσῃ. εἰ δὲ καὶ δεκάτην βούλει· <lb n="25"/>
λεχθείη ἂν, ὅτι ἐπειδὴ οἱ νόμῳ τοῦ τιμίου γάμου συνιέντες, ἓν
σῶμα γίνονται· “ ἔσονται γάρ’ φησὶν, “ οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν·”
διὸ καὶ ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ’ ὁ ἀνὴρ,
ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ ἀνήρ· εἰκότως ὁ πορνεύων μὲν ἀνὴρ εἰς τὴν
γαμετὴν, τοῦτ’ ἐστιν εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει· ὡσαύτως καὶ <lb n="30"/>
ἡ γυνή· ἐπὶ μόνῃ γὰρ ταύτῃ τῇ ἁμαρτίᾳ μόνον ἔθετο ὁ Χριστὸς
χωρίζεσθαι αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων.</p><lb n="19"/><p>Ἢ οὐκ οἴδατε, ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν
<note type="footnote">m Leg. δίχα θείς.</note>

<pb n="119"/>
Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ
<lb n="30"/> ἐστὲ ἑαυτῶν ; ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν
Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν, καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν,
ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.</p><p>Κυτίλλου. “ Κατῴκηκε γὰρ ἐν ὑμῖν τὸ τῆς υἱοθεσίας πνεῦμα, <lb n="5"/>
“ τοῦτ’ ἐστι τὸ Ἅγιον, ἐν ᾧτ’ κράξομεν ἀββᾶ ὁ πατήρ· ἠγοράσμεθα
“ δὲ καὶ τιμῆς·” τεθεικότος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ἰδίαν ψυχὴν τοῦ πάν.
τῶν ἡμῶν Σωτῆρος Χριστοῦ· ἐσμὲν οὖν ἆρα ναοὶ Θεοῦ ζῶντος.
ἐναυλίζεται γὰρ ἡμῖν δι’ Ἁγίου Πνεύματος Χριστὸς ἔχων ἐν ἰδίᾳ
φύσει καὶ τῶν ἐξ οὖ πέφηνεν οὐσιωδῶς Πατέρα καὶ Θεόν· ἔφη <lb n="10"/>
γὰρ αὐτὸς “ ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μοῦ τηρήσει, καὶ ὁ
“ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν· καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα, καὶ
“ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιησόμεθα.” ἀπέστω δὴ οὖν τῶν ἡμετέρων
διανοιῶν ὡς ἀπὸ ναοῦ Θεοῦ ἡ κάκοσμος ἡδονή. ἀναφοιτάτω δὴ
μᾶλλον καθάπερ ἐν τάξει θυμιαμάτων τῆς ἐγκρατείας ἡ εὐοσμία. <lb n="15"/>
“ καὶ παραστήσωμεν τὰ σώματα ἡμῶν θυσίαν ζῶσαν ἁγίαν εὐά-
“ ρεστον τῷ Θεῷ τὴν λογικὴν λατρείαν ἡμῶν· ἠγοράσθημεν γὰρ
“ οὐ φθαρτοῖς ἀργυρίῳ ἣ χρυσίῳ· ἀλλὰ τιμίῳ αἵματι,” κατὰ τὸ
γεγραμμένον· οὐκ οὖν τῷ πριαμένῳ δουλεύσωμεν αὐτῷ· παραστήσωμεν
ἑαυτοὺς εἰς ὑπακοήν· καὶ τὰ μέλη ἡμῶν, ὅπλα δικαιοσύνης <lb n="20"/>
τῷ Θεῷ· γέγραπται γὰρ ὅτι τόδε σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ
Κυρίῳ· καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· ὅτ’ ἃν τοίνυν τηρῶμεν τὰ μέλη
τοῦ σώματος τὸν ἐκ τῆς φιλοσαρκίας οὐκ ἔχοντα μολυσμόν· τότε
καὶ ὁ Κύριος ἔσται τῷ σώματι· κατοικεῖ γὰρ ἐν ἁγίοις ἅγιος ὦν
κατὰ φύσιν ὡς Θεός.</p><lb n="25"/><p>Ὠριγένουσ.n. Καλῶς ἀνθυποφορὰν ὑπειδόμενος καὶ προφυλαξάμενος
εἶπεν τὸ “ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν·” ἐρεῖ γάρ τις εἰς τὸ
ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνω, ἐξουσίαν ἔχω τοῦ ἰδίου σώματος· εἶτα
φησὶν “ ἣ οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν ναὸς τοῦ Θεοῦ ἐν ὑμῖν
“ Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ τοῦ Θεοῦ·” εἰς τὸ <lb n="30"/>
Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἀσεβοῦμεν, καὶ δι’ αὐτοῦ εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν,
εἰς οὓς βεβαπτίσμεθα· ἐὰν πορνεύωμεν, εἰς Χριστὸν μὲν, ὅτ’ ἃν
“ ἄρας τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη·” εἰς τὸ Ἅγιον
<note type="footnote">n (??) Cod.</note>

<pb n="120"/>
δὲ Πνεῦμα, ὅτε τὸν ναὸν τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος φθείρῃ τίς.
εἰς τὸν Πατέρα δὲ, ὅτε τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρω· πρὸς τούτοις
οὖν ὅσα ἃν ἁμαρτάνωμεν, κἂν φόνους ποιήσωμεν, ἄφθοροι δὲ ὦμεν
φθορᾶς, μὴ γευσάμενοι τῆς κατὰ τὴν συνουσίαν, οὐ λεγόμεθα,
ἔφθαρται ἐκ τοῦ πεφονευκέναι· ἀλλ’ ἐπεὶ καὶ ἡ ἀφθαρσία καὶ ἡ <lb n="5"/>
φθορὰ περὶ τὴν φύσιν τὴν ἄγευστον συνουσίας τῆς περὶ τὰ ἀφροδίσια
ἐστίν· ἐφθάρη γὰρ ἡ παρθένος λέγομεν· καὶ πάλιν ἄφθορος
ὁ νεανίσκος ἢ ἐφθάρη· “ πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος,
“ ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν·” ἐπειδὴ οὖν ἐδόθη λύτρον ὑπὲρ ὑμῶν
τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔλαβεν ὑμᾶς ἀπὸ τῆς ἐξουσίας τοῦ <lb n="10"/>
διαβόλου, “ δοξάσατε τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν,” ἵνα γένηται
τὸ σῶμα ὑμῶν ἄξιον μακαριότητος, ὡς ἀγαπησάντων τὴν ἀφθαρσίαν·
ὡς καὶ ὁ Ἀπόστολος λέγει· “ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μετὰ
“ πάντων τῶν ἀγαπώντων τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν
“ ἀφθαρσίᾳ.”</p><lb n="15"/><p>Θεοδωρίτου. Εἶπεν ἄνω τὸ σῶμα τοῦ Θεοῦ· εἶπεν αὐτὰ τὰ
μέλη Χριστοῦ· νῦν πάλιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὀνομάζει ναόν·
Πνεῦμα δὲ προσαγορεύει τὸ χάρισμα. καὶ διὰ πάντας μανθάνομεν
τὴν τῆς τριάδος ἰσότητα.</p><p>Σευηριανοῦ. “ Δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν<lb n="20"/>
“ καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν·” μὴ μόνον ἐν τῷ χαρίσματι, ἀλλὰ
καὶ ἐν τῷ σώματι· ἵνα καὶ φύσις καὶ προαίρεσις καἰ χάρις διὰ
συμφωνίας δοξάσῃ τὸν εὐεργέτην· ἄλλοι δὲ τὸ πνεῦμα τὴν ψυχὴν
ἐξειλήφασιν.</p></div></div></body></text></TEI>