<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg010.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><head>ΚΕΦ. Η.</head><p>Περὶ τῆς ὀφειλομένης ἐπὶ τῇ πίστει πράξεως ἀγαθῆς.</p><lb n="3"/><p>Ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς
Ἰησοῦν.</p><lb n="10"/><p>Κυρίλλου. Βεβαπτίσμεθα μὲν ὁμολογουμένως “ εἰς τὸ ὄνομα
“ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος·” εἰ δὲ δὴ
λέγοι ὡς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν βεβαπτίσμεθα, οὐκ ἔξω τοῦ εἰκότος
ἐμ μάλιστα μὲν γὰρ ὀνόμασι τε καὶ ὑποστάσεσι καὶ προσώπων
διαφοραῖς εἰς ἰδικὴν ἑτερότητα διεστήξει πῶς Πατὴρ πρὸς <lb n="15"/>
Υἱὸν, καὶ πρὸς ἄμφω τὸ Πνεῦμα. Πατὴρ γάρ ἐστιν ὁ Πατὴρ,
καὶ οὐχ Υἱός Υἰὸς δ αὖ πάλιν κατὰ φύσιν ὁ ἐξ αὐτοῦ, καὶ οὐ
Πατήρ. Πνεῦμα δὲ ἰδικῶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. ἐπειδὴ δὲ ἐν
Πατρὶ μέν ἐστιν ὁ Υἱὸς, ἐν Υἱῷ δὲ Πατὴρ, ὄντος ἐν ἀμφοῖν τοῦ
Ἀγίου Πνεύματος διὰ τὸ τῆς οὐσίας ταὐτὸν, κἂν εἰ ἕν τις ἀνομάσῃ <lb n="20"/>
δυνάμει θεωρημάτων τὴν τοῦ παντὸς δήλωσιν ἐποιήσατο.
οὐκοῦν ὁ Χριστὸν ὀνομάσας, οὐκ ἀμνημονεύσει τοῦ Πατρὸς ἣ τοῦ
Πνεύματος.</p><p>Ἐπειδὴ δὲ γενόμενος ἄνθρωπος, τὸν ὑπὲρ τῆς ἁπάντων ζωῆς
ἀνέτλη θάνατον ὁ Ἰησοῦς· κεχώρηκεν ἀναγκαίως ὁ μακάριος <lb n="25"/>
Παῦλος ἐπὶ τὸ ὅτι μάλιστα τῇ προκειμένῃ μυσταγωγίᾳ χρειωδέστατον·
ἔδει γὰρ ὀνομασταὶ a τὸν πεπονθότα. ταύτῃ τοι φησὶν,
“ ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον
“ αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν.” προκαταθέμενοι γὰρ ὥσπερ τὸ ἐκ συνειδήσεως
ὀρθῆς ἀγαθὸν ἐπερώτημα εἰς Χριστὸν, καὶ πίστει παραδεξάμενοι, <lb n="30"/>
ὅτι καὶ ἀπέθανεν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἐτάφη καὶ ἀνεβίω, τὴν
<note type="footnote">a Sic.</note>

<pb n="59"/>
ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἐσχήκαμεν διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος,
καὶ τὴν τῆς ἁμαρτίας ὑπομένοντες νέκρωσιν· καὶ οἷον τῷ δι’ ἡμᾶς
τεθνεώτῃ b συναποθνήσκοντες, διὰ τὸ νεκροῦν τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς
γῆς. “ ὁ μὲν γὰρ Χριστὸς τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ. ὁ δὲ
“ ζῇ τῷ Θεῷ.” ἡμεῖς δὲ τὸν ἴσον αὐτῷ θάνατον ὑπομένομεν, καὶ <lb n="5"/>
μονονουχὶ συντεθάμμεθα, τὴν αὐτοῦ νέκρωσιν περιφέροντες ἐν ἰδίοις
σώμασι· συνετάφημεν δὲ τῷ Χριστῷ. τι δὴ ἄρ ἐντεῦθεν ἀποκερδαίνοντες,
σαφηνιεῖ λέγων αὐτὸς, “ ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ
“ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρὸς, οὕτως καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι
“ ζωῆς περιπατήσω0μεν.”</p><lb n="10"/><p>Δεῖ γὰρ ἡμᾶς ὡς συντεθαμμένους καὶ συνανίστασθαι νοητῶς.
καὶ εἴπερ ἐστι τεθνάναι τῇ ἁμαρτίᾳ τὸ συνθάπτεσθαι τῷ
Χριστῷ, δῆλον ἂν εἴη δήπουθεν ὡς οὐχ ἕτερόν τι τὸ συνανίστασθαι
νοοῖτ’ ἃν εἰκότως πλὴν ὅτι τὸ ζῆν ἐν δικαιοσύνῃ. ἐγηγέρθαι μὴν
διαβεβαιοῦνται Χριστὸν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρὸς, οὐχ ὡς <lb n="15"/>
ἰσχύος ἐπιδεᾶ· καὶ γάρ ἐστιν αὐτὸς ὁ τῶν δυνάμεων Κύριος· ἀλλ’
ὅτι τὰ ὑπὲρ ἀνθρώπου φύσιν τῇ τῆς ἀνωτάτω φύσεως δόξῃ προσάπτειν
ἔθος, αὐτῷ τε Χριστῷ καὶ τοῖς αὐτοῦ. οὐκοῦν κἂν εἴτι
λέγοιτο κατορθοῦν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ, οὐκ ἐξεκενοῦμεν τῆς ἐφ’
ἅπασιν ἐνεργείας αὐτοῦ τὸν Υἱόν. εἰ γὰρ πάντα γέγονεν δι’ αὐτοῦ, <lb n="20"/>
πῶς ἂν ἐνδοιάσειέν τις ὡς ἐνήργηκε διὰ Υἱοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου
σώματος τὴν ἀνάστασιν. καὶ γοῦν ὁ Υἱὸς ἐνεργὸν εἰς τοῦτο δεικνὺς
ἑαυτὸν τοῖς Ἰουδαίοις, ἔφασκε “ λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν
“ τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν.” ἄθρει δὴ οὖν ὅπως αὐτὸς ἐγείρειν
ἐπαγγέλλεται τὸν ἴδιον ναὸν, καίτοι τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἀναστῆσαι <lb n="25"/>
λεγομένου. ἐπειδὴ γάρ ἐστιν αὐτὸς ἡ ζωοποιὸς δύναμις
τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, τὸν ἴδιον ἐζωοποίει ναόν.</p><p>Γενναδίου. Ἴστε τοῦτο πάντως, φησὶν, ὡς τὸ Χριστοῦ βάπτσμα
τύπον ἔχειν αὐτοῦ, τοῦτε θανάτου φαμὲν καὶ τῆς ἀναστάσεως.
οἱ τοίνυν τοῦτο πίστει δεξάμενοι, πρόδηλον ὡς ἐπὶ ταῖς ἐλπίσιν <lb n="30"/>
αὐτὸ ταύταις εἰλήφαμεν· ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν εἰς
υἱοθεσίαν ἐπίδοξον, τοῦτο γὰρ λέγει “ διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρὸς,”
οὕτω καὶ ἡμεῖς τοῦ θανάτου κεκοινωνηκότες αὐτῶ διὰ τοῦ βαπτί-
<note type="footnote">b In marg. γρ. τεθνεῶτι.</note>

<pb n="60"/>
σματος, κοινωνοὶ ἦμεν τῆς ἀκηράτου καὶ ἀπαλαιώτου καὶ παμμακαρίας
ἐκείνης ζωῆς.</p><p>Θεοδώρου. Ἢ οὐκ ἴστε, φησὶν, ἐκεῖνο, ὅτι τὸ βάπτισμα
κοινωνοὺς ποιεῖ τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ; καὶ γὰρ ὥσπερ συνθάπτεσθαι
δοκοῦμεν αὐτῷ βαπτιζόμενοι κατά γε τὸν τύπον· ὥστε <lb n="5"/>
προσήκειν ἡμᾶς, καθάπερ Κύριος ἐκ νεκρῶν ἀναστὰς εἰς ἑτέραν
καινήν τινα κατέστη ζωὴν, οὕτως καὶ αὐτοὺς ἐν Καινῆ τινὶ ζωὴ
καθεστάναι μετὰ τὸ βάπτισμα, λογιζομένους ἄξιον ἐπιδείκνυσθαι
τὸν βίον τῆς ζωῆς ἐκείνης, εἰς ἣν διὰ τοῦ βαπτίσματος γεγενῆσθαι
πιστεύομεν.</p><lb n="10"/><p>Σευηριανοῦ. Τὸ ἐν καινότητι ζωῆς ἐστι, τὸ καινῆς τινὸς καὶ
νέας ἐνάρξασθαι ζωῆς, τὴν παλαιὰν τὴν ἐν ἁμαρτίαις ἀποθεμένους·
καὶ γὰρ ἡ ἀναγέννησις καινοῦ τινος βίου καὶ νέου πολιτείαν
ἐπαγγέλλεται.</p><lb n="5"/><p>Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανατου <lb n="15"/>
αὐτοῦ.</p><p>Κυρίλλου. Χρῆναι, φησὶν ὁ θεσπέσιος Παῦλος τοὺς συντεθαμμένους
Χριστῷ καὶ συναναστήσεσθαι προσδοκᾷν· καὶ τὸ μὲν
“ σύμφυτοι” τὸ οἱονεὶ σύμμορφοι τε καὶ ταὐτοειδεῖς νοητῶς
ὑπεμφήνειεν ἄν· πλὴν ἐκεῖνο περιαθρεῖν ἀναγκαῖον. τέθεικεν ὑπὲρ <lb n="20"/>
ἡμῶν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὁ Ἐμμανουήλ, καὶ ἀπέθανε κατὰ σάρκα.
συντεθάμμεθα δὲ αὐτῷ, τίνα δὴ τρόπον ἡμεῖς οἱ c βεβαπτισμένοι;
ἄρα ὡς ἀνατλάντες σὺν αὐτῷ τὸν τῆς σαρκὸς θάνατον; οὔ μενοῦν.
πῶς οὖν ἄρα σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου
αὐτοῦ; φέρε δὴ φέρε, λέγωμεν· ἀπέθανε μὲν γὰρ κατὰ σάρκα <lb n="25"/>
Χριστὸς, ἵνα λύσῃ τοῦ κόσμου τὴν ἁμαρτίαν. ἀποθνήσκομεν δὲ
ἡμεῖς οὐ κάταγε τὴν σάρκα ποθὲν, ἀλλὰ τῇ ἁμαρτίᾳ καθὰ γέγραπται·
τουτέστιν ἀεργῆ τε καὶ ἄπρακτον ἐν ἑαυτοῖς ἀποφαίνοντες
τὴν ἁμαρτίαν, διὰ τοῦ κατανεκροῦν τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς
γῆς· πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακὴν καὶ τὴν <lb n="30"/>
πλεονεξίαν.</p><p>Σύμφυτοι δὴ οὖν γεγόναμεν, οὐχὶ δὴ μόνον τῷ κατὰ σάρκα
θανάτῳ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ.
τοῦτο δ’ ἃν εἶναι νοοῖτο τὸ ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας ἀποθανεῖν, καὶ οὐχ
<note type="footnote">c Cod. βεβαπτισμένον.</note>

<pb n="61"/>
ὑπέρ τε τῆς ἰδίας· πονοῦ γε καὶ δεῖ. καὶ γὰρ ἔστιν ἄμωμος ὁ
Θεὸς, καὶ τοῦ δύνασθαι πλημμελεῖν ἀπωτάτω· ἀλλ’ ἵνα ὡς ἔφην,
ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ἁμαρτίας. “ὃ γὰρ ἀπέθανε τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀπέ-
“ θάνεν ἐφάπαξ.” οὐκοῦν σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ
θανάτου αὐτοῦ. ἐσόμεθα δὲ πάντως σύμφυτοί τε καὶ ταὐτοειδεῖς <lb n="5"/>
καὶ τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ. ζησόμεθα γὰρ ἐν Χριστῷ· καὶ ἀναβιώσεται
μὲν ἡ σὰρξ, ζησόμεθα δὲ καὶ καθ’ ἕτερον τρόπον αὐτῷ,
τὴν οἰκείαν ἀναθέντες ψυχὴν, μεταστοιχειούμενοί τε πρὸς ἁγιασμὸν,
καὶ εἰς εὐκλεᾶ πολιτείαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.</p><p>Θεοδύρου. Δῆλον δὲ ἄρα κἀκεῖνο φησὶν, ὡς οὐκ ἔνεστι τυπικῶς <lb n="10"/>
κοινωνήσαντες τῷ θανάτῳ, μὴ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐπ’ αὐτῶ
τυχεῖν τῶν πραγμάτων. καλῶς δὲ εἶπε τὸ “ σύμφυτοι,” περί
νεκρώσεως καὶ ζωοποιήσεως διαλεγόμενος· ἐπειδὴ καὶ τῶν φυτῶν
ἴδιόν ἐστι τὸ νεκροῦσθαι μὲν ἐν τῇ φυτείᾳ, μεθίστασθαι δὲ ἐπὶ
τὸ κρεῖττον καὶ ἐνδοξέτερον πολλῷ. καὶ εἰκότως ἀπὸ τῶν παρόντων <lb n="15"/>
τὰ μέλλοντα ἐπιστώσατο· ἐπειδὴ γὰρ δῆλον ἢν ὡς Πνεύματος
μετεῖχον ἐν τῷ βαπτίσματι· τοῦτο δὲ ὑπ’ αὐτῶν σαφῶς ἐδείκνυτο
τῶν πραγμάτων· καλῶς ἀπὸ τοῦ φαινομένου τότε τὸ μηδέπω δῆλον
αὐτοὺς ἐπιστώσατο.</p><p>Διοδώρου. Ἀκριβῶς τὸ σύμφυτον τέθεικε· τῶν γὰρ συμπεφυτευμένων <lb n="20"/>
πρέμνων εἰς ταὐτὸ ἑνοῦται πολλάκις ἡ φύσις διὰ τῆς
κολλήσεως· οὕτως οὖν καὶ οἱ γνησίως βαπτισθέντες εἰς τὸν θάνατον
τοῦ Χριστοῦ, ἑνοῦνται αὐτῷ διὰ τῆς πίστεως.</p><p>Ωριγένουσ. Πλάσας τὸ ὄνομα τέθεικε φυτόν τι, ἐπιστάμενος
τὸν Ἰησοῦν θάνατον φέρον καρποὺς ἀναιρετικοὺς τῆς ἁμαρτίας· ᾧ <lb n="25"/>
φυτῷ ὁ λόγος γεωργεῖ ἐν τοῖς παραδεξαμένοις τὴν διδασκαλίαν
τὴν διὰ Χριστοῦ, ποιῶν αὐτοὺς συμφύτους τῷ ὁμοιώματι τοῦ
θανάτου ἐκείνου d, δύναται ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἀναλαβεῖν, τὸν δὲ
ἐκείνου θάνατον τοῦ ἁμαρτίαν μὴ ποιήσαντος, μηδὲ γνόντος ἁμαρτίαν,
ἀλλ’ ἀποθανόντος ἐπὶ τῇ καθαιρέσει, οὐχὶ τῆς ἐν αὐτῷ ἁμαρτίας, <lb n="30"/>
ἀλλὰ τῆς ἐν ἡμῖν, οὐχ οἷόν τε ἐστὶν ἀποθανεῖν τινὰ τῶν
ἡμαρτηκότων· “ πάντες δὴ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ
“ Θεοῦ, δικαιούμενοι δωρεὰν,” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><note type="footnote">d Quae sequuntur non satis cohærent.</note><pb n="62"/><p>Ανώνυμον. Ἐν ἄλλοις δὲ λέγει, “ συνήγειρε καὶ συνεκά-
“ θισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ· καὶ εἰ συνηγέρθητε τῷ
“ Χριστῷ, τὰ ἄνω ζητεῖτε.” πῶς οὖν ἐνταῦθα λέγει, “ καὶ τῆς
“ ἀναστάσεως ἐσόμεθα ; ” πρὸς τοῦτο λεκτέον ὅτι διττῶς ὀναμάζει
τὴν ἀνάστασιν ὁ Ἀπόστολος· μίαν μὲν τὴν ἤδη, καθ’ ἣν ὁ ἅγιος <lb n="5"/>
συνανέστη Χριστῷ, καὶ συνεγερθεὶς αὐτῷ, τὰ ἄνω ζητεῖ· ἑτέραν
δὲ τὴν ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλειον, περὶ ἧς καὶ Δανιὴλ προφητεύων
φησὶ, “ πολλοὶ τῶν καθευδόντων ἐν γῆς χώματι ἀναστήσονται,
“ οὗτοι εἰς ζωὴν αἰώνιον, καὶ οὗτοι εἰς ὀνειδισμὸν καὶ εἰς αἰσ-
“ χύνην αἰώνιον.” τὴν ἑτέραν μὲν οὖν τῶν ἀναστάσεων οἱ ἅγιοι <lb n="10"/>
ἐροῦσι συνεγηγέρθαι τῷ Χριστῷ· κατὰ δὲ τὴν ἑτέραν καὶ
ἀναστήσεσθαι.</p><lb n="6"/><p>Τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος.</p><p>Κυρίλλου. τίς “ ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος,” ποῖον δὲ “ τὸ
“ σῶμα τῆς ἁμαρτίας τὸ καταργούμενον,” καὶ τίνα δὴ τρόπον <lb n="15"/>
συνεσταυρώθη Χριστῷ, πολυπραγμονεῖν ἀναγκαῖον. ἴσως μὲν οὖν
οἰήσονται τινες ἁμαρτίας εἰρῆσθαι σῶμα τὴν ἀπὸ γῆς σάρκα,
καθάπερ ἐν τάξει δίκης τῇ τοῦ ἀνθρώπου δοθεῖσαν ψυχῇ, διὰ τὸ
καὶ πρὸ σωμάτων ἡμαρτηκέναι. δοκεῖ γὰρ ὧδέ τισι καὶ φρονεῖν
καὶ λέγειν. Ἑλλήνων δὲ οὖσαν τὴν δόξαν ὡς οὐκ ἀληθῆ διωσώμεθα. <lb n="20"/>
σῶμα τοίνυν ἁμαρτίας καὶ παλαιὸν ἡμῶν ἄνθρωπον τὸ σῶμα
λέγει τὸ ἀπὸ γῆς ἔχον ὥσπερ ἐκ παλαιότητος τῆς ἐν Ἀδὰμ τὸ καταφθείρεσθαι
δεῖν· καὶ καταδεδικάσμεθα γὰρ ἐν ἐκείνῳ καὶ πρώτῳ·
ἠρρωστηκὸς δὲ πρὸς τούτῳ καὶ τὸ φιλήδονον. ἔχοι γὰρ οὕτω κατὰ
φύσιν ἡ σὰρξ ἐξ ἐμφύτων κινημάτων.</p><lb n="25"/><p>Πῶς οὖν ἄρα συνεσταύρωται ἀπὸ γῆς τῷ Χριστῷ; γέγονεν
ἄνθρωπος ὁ μονογενὴς, καὶ σάρκα τὴν ἀπὸ γῆς ἠμπέσχετο καταρρωστοῦσαν,
ὡς ἔφην, ὡς ἐκ παλαιότητος τῆς ἐν Ἀδὰμ τὸν θάνατον·
ὠδίνουσαν δὲ ὥσπερ ἐν ἑαυτῇ, καὶ τὸ ἐξ ἐμφύτων κινημάτων
ἀκονᾶσθαι πρὸς ἁμαρτίαν· κατηρεμεῖ μὲν τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος <lb n="30"/>
ἐν τῇ ἁγίᾳ καὶ πανάγνῳ σαρκὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ οὔτι που κεκινῆσθαι
φαμὲν ἐν αὐτῷ τὰ τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν ἐκτοπώτερα· πλὴν
ὅσα τὴν κίνησιν ἀδιάβλητον ἔχει· τὸ πεινῆν δὲ λέγω καὶ τὸ διψῆν
καὶ τὸ κοπιᾶν καὶ ὅσα καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ τῆς φύσεως νόμος ἔξω

<pb n="63"/>
τετήρηκεν αἰτίας· ὅμως εἰ καὶ μὴ κεκίνηται τυχὸν ἐν Χριστῷ
τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος, διάτοι τὸ κατηυνᾶσθαι τῇ τοῦ οἰκονομοῦντος
λόγου δυνάμει τε καὶ ἐνεργείᾳ· ἀλλ’ οὖν ὅταν αὕτη καθ’
ἑαυτὴν ἡ τῆς σαρκὸς δοκιμάζεται φύσις, κἂν εἰ ἐν Χριστῷ νοοῖτο
τυχὸν, οὐχ ἑτέραν οὖσαν παρὰ τὴν ἡμῶν εὑρήσομεν. συνεσταυρώμεθα <lb n="5"/>
τοίνυν αὐτῷ σταυρωθείσης αὐτοῦ τῆς σαρκὸς, καὶ οἱον ὅλην
ἐχούσης ἐν ἑαυτῇ τὴν φύσιν· καθάπερ ἀμέλει καὶ ἐν Ἀδὰμ, ὅτε
γέγονεν ἐπάρατος, ὅλη νενόσηκε τὴν ἀρὰν ἡ φύσις· οὕτω γὰρ καὶ
συνεγηγέρθαι λεγόμεθα τῷ Χριστῷ· συγκαθῆσθαι δὲ καὶ ἐν τοῖς
ἐπουρανίοις· εἰ γὰρ ἐστὶν ὑπὲρ ἡμᾶς ὡς Θεὸς ὁ Ἐμμανουὴλ, ἀλλ’
οὖν ἐπείτοι γέγονε κἀς ἡμᾶς ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, ἐγήγερται τε καὶ
συνεδρεύει τῷ Θεῷ καὶ Πατρί.</p><p>Συνεσταυρώθη τοίνυν ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος· λέλυται γὰρ διὰ τῆς
ἀναστάσεως τῆς ἀρχαίας ἐκείνης ἀρᾶς ἡ δύναμις· κατήργηται δὲ
καὶ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, καὶ οὐχὶ δὴ πάντως ἡ σὰρξ, ἀλλὰ <lb n="15"/>
τῶν ἐν αὐτῇ κινημάτων ἡ ἔμφυτος ἀγριότης, κατασείσουσα μὲν
ἀεὶ πρὸς τὰ αἰσχίω τὸν νοῦν· ἐνιεῖσα δὲ ὥσπερ πηλῷ καὶ τέλμασι
ταῖς γεωδεστέραις ἡδοναῖς. ὅτι γὰρ ἐν Χριστῷ καὶ τοῦτο κατώρωται
τῇ ἀνθρωπείᾳ φύσει· πῶς ἃν ἐνδοιάσειέ τις Παύλου λέγοντος
ἐναργῶς, “ τὸ γὰρ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς <lb n="20"/>
“ σαρκὸς, ὁ Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ Υἱὸν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς
“ ἁμαρτίας, κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί. ὁρᾶς οὖν ὅπως
τὸ τῆς ἁμαρτίας κατήργηται σῶμα. κατακέκριται γὰρ ἐν τῇ
σαρκὶ τῆς ἁμαρτίας τὸ κέντρον, καὶ νενέκρωται μὲν ἐν πρώτῳ
Χριστῷ· διαβέβηκε δὲ παρ’ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς ἡμᾶς ἡ <lb n="25"/>
χάρις.</p><p>Γενναδίου. Παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθαρτὸν λέγει καὶ πάθητον·
ὡς τῆς παλαιότητος φθειρούσης τὸν ὥσπερ ἃν ἐπιγίνοιτο·
ἁμαρτίας δὲ σῶμα φησὶ, τὸ μηκέτι μένον τὸ ἀναμάρτητον, ἀλλ’
ἐπιδεχόμενον ἁμαρτίαν. τοῦτο τοίνυν καταργεῖται φησὶ, τουτέστι <lb n="30"/>
ἀνενέργητον πρὸς τὴν ἁμαρτίαν καθίσταται. διὸ καὶ οὐχ ἁπλῶς
ἔφη καταργεῖσθαι τὸ σῶμα, ἀλλὰ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας. τοῦτο
γὰρ φθαρτὸν ὃν νῦν, ἐνδύεται ἀφθαρσίαν· καὶ θνητὸν ὃν νῦν, ἐνδύσεται
ἀθανασίαν, μετασχηματίζοντος ἡμῶν τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως
τοῦ δεσπότου Χριστοῦ, πρὸς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον <lb n="35"/>

<pb n="64"/>
τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ. ὁ γὰρ ἀποθανὼν φησὶν, δεδικαίωται
ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. τί τοῦτό ἐστιν ὃ λέγει; τῶν ζώντων ταυτηνὶ
τὴν ζωὴν τὸ πταίειν ἐστίν. ἐπειδὴ καὶ τὸν νόμον ἔχειν τούτων
ἐστί· τοῖς τετελευτηκόσι δὲ προσήκει τούτων οὐδέτερον. οὔτε γὰρ
νόμος τῷ τεθνηκότι προσδιαλέγεται· πῶς γὰρ τῷ γε μηδὲ ἀκούοντι; <lb n="5"/>
καὶ ἁμαρτία τὸν τοιοῦτον οὐ διοχλεῖ. τῷ τοίνυν ἀποθανόντι φησὶν,
οὐδὲν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν κοινόν· οὐδὲ αὐτὴ πρὸς ἐκεῖνον ἔχει τὸ
δίκαιον. οὐδὲ γὰρ τῷ πλημμελεῖν ὑπόκειται τοῦ λοιποῦ.</p><p>Θεοδώρου. Λέγει καὶ τὸ πάθος τοῦ Κυρίου ἐπί τισιν ἐγένετο,
εἰς μείζονα πίστιν τῶν εἰρημένων. ἐπειδὴ γὰρ ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν <lb n="10"/>
γενόμενοι τοῦ θανάτου, πλεῖστον ὅσον ἐπιρρεπέστερον πρὸς τὸ
ἁμαρτάνειν ὑπὸ τῆς θνητότητος ἐγινόμεθα, τῷ Χριστῷ φησὶν
ἐσταυρωμένῳ, ὥσπερ ἅπασα ἡμῶν ἡ ὑπὸ τὴν θνητότητα κειμένη
φύσις συνεσταυρώθη, ἐπειδὴ καὶ πᾶσα αὐτῷ συνανέστη. πάντων
ἀνθρώπων αὐτῷ συμμετασχεῖν ἐλπιζόντων τῆς ἀναστάσεως. ὡς <lb n="15"/>
ἐντεῦθεν συναφανισθῆναι μὲν τὴν περὶ τὸ ἁμαρτάνειν ἡμῶν εὐκολίαν,
διὰ τῆς ἐπὶ τὴν ἀθανασίαν τοῦ σώματος μεταστάσεως·
γενηθῆναι δὲ καὶ ἡμᾶς ἔξω καταστῆναι τῆς τοῦ ἁμαρτάνειν
ἀνάγκης.</p><p>Σευηριανοῦ. Οἱ κατὰ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ζῶντες, σῶμα <lb n="20"/>
ἔχουσιν ἁμαρτίας προκείμενον τῷ διαβόλῳ εἰς ἐπιβουλάς· οἱ δὲ
κατὰ τὸν νέον τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, σῶμα δικαιοσύνης·
ἐπειδὴ καὶ μέλη τοῦ Κυρίου εἰσὶν, οὐκοῦν τοῦ διαβόλου
τοὺς ἀνθρώπους ἐξερεθίζοντος ἁμαρτεῖν, ἡττηθέντος διὰ Χριστοῦ,
καὶ τῷ σταυρῷ προσηλωθείσης τῆς σαρκὸς τοῦ Λόγου, ὁ πονηρὸς <lb n="25"/>
ἐκβέβληται· καὶ ἐλευθεριάζουσι νῦν οἱ βουλόμενοι. ὁ γὰρ ἀποθανὼν
κατὰ τὸν τοῦ βαπτίσματος λόγον, τῷ κόσμῳ ἀπέθανε, καὶ
δεδικαίωται καὶ ἀπήλλακται τιμωρίας, τῆς ἁμαρτίας
ἀπαλλαγείς.</p><p>Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ.</p><lb n="30"/><p>Γενναδίου. Οὐκοῦν, φησι, καθάπερ ὁ Χριστὸς, καὶ ἡμεῖς
ἀποθνήσκομεν, καθάπερ ὁ Χριστὸς ζησόμεθα καὶ ἡμεῖς. προσήκει
οὖν εἰς ἐκεῖνον ὑμῖν ἀφορᾶν· καὶ ἅπερ ἐκεῖνον ἅπαξ ἀποθανόντα
τῇ ἁμαρτίᾳ, εἰτα ἀναστάντα τῷ Θεῶ, τῶν ἀδυνάτων ἐστὶν αὖθις
ἀποθανεῖν, οὕτω δέοι ἂν καὶ ὑμᾶς λογισμῷ χρωμένους δικαιοτάτῳ <lb n="35"/>

<pb n="65"/>
τὸν ἑαυτῶν τοῦ λοιποῦ βίον ἐν τῇ κατὰ Χριστὸν ῥαθυμίζειν d ζωῇ
ὡς ἐλπίδι πρὸς ταύτην μεταβεβηκότας ἐκ τῆς προτέρας.</p><p>Διοδώρου. Εἰ μὲν ἦν δυνατόν φησι τὸν Χριστὸν καὶ δὶς καὶ τρὶς
ἀποθανεῖν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτανόντων, ἴσως ἀκίνδυνον ἦν ἐπὶ τὴν παλαιὸν
τῶν ἁμαρτημάτων παλινδρομῆσαι συνήθειαν, ὁμοίαν ἔχουσιν <lb n="5"/>
ἀεὶ καὶ τῆς φιλανθρωπίας ἐλπίδα. εἰ δὲ ἅπαξ ἀποθανὼν οὐκ ἔτι
ἀποθνήσκει, οὕτω καὶ ἡμεῖς συνταφέντες αὐτῷ καὶ συνεγερθέντες,
οὐκέτι ταῖς ἁμαρτίαις ἀποθνήσκομεν. οὐ γάρ ἐστι δεύτερον βάπτισμα
οὔτε δεύτερος Χριστοῦ θάνατος. διὸ ἀσφαλέστερον δεῖ
βιοῦν. “ ὃ γὰρ ἀπέθανε τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀπέθανεν ἐφάπαξ.” τουτέστιν <lb n="10"/>
ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων· “ ὃ δὲ ζῇ, τῶ Θεῷ ζῇ.” τουτέστιν
εἰσαεὶ ζῆ, ἅτε δὴ Θεὸς ὤν· οὕτως οὖν καὶ ὑμεῖς ταῖς ἁμαρτίαις
νεκρώθητε· τῷ δὲ Θεῷ ζώσατε, δι’ ὃν ζῆτε.</p><p>Καὶ οὕτω νοήσεις, ὥσπερ λέγομεν, ἐπὶ τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἀνθρώπου,
ἀπέθανε τῇ σαρκὶ, ζῆ δὲ τῇ ψυχῇ, κατὰ δοτικὴν ἀποδιδόντες <lb n="15"/>
τὸν λόγον, οὕτω μοι νόει “ τῷ Θεῷ ζῇ·” τουτέστι τὸ εἶναι Θεὸς,
οὐκ ἐπειδὴ καὶ τὸ εἶναι ψυχῇ οὐκ ἔζη, ἀλλὰ τὸ ἀμαχώτερον ἔθηκε
τὸ εἶναι αὐτὸν Θεόν.</p><p>Ὠριγένουσ. Ἀποτετολμημένως ἐπιφέρει τὸ “ θάνατος αὐτοῦ
“ οὐκέτι κυριεύει·” ὅπερ ἐστι δυσφημοειδές. οἱ γὰρ πλεῖστοι <lb n="20"/>
φασιν ἀποθανεῖν αὐτόν· οὕτω e κυριεύεσθαι ἀπὸ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ
τῷ ἑκόντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τεθεικέναι ὑπὲρ τῶν προβάτων ἑαυτοῦ,
ἣ ὑπὲρ τῶν φίλων ἑαυτοῦ· φησὶν γὰρ καὶ αὐτὸς ὁ Σωτῆρ’, “ οὐδεὶς
“ αἴρει τὴν ψυχήν μου ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’
“ ἐμαυτοῦ.” ὁ μὲν οὖν τις πρὸς ταῦτα φησὶν, ὅτι θάνατος λέγεται <lb n="25"/>
νῦν ὁ μέσος καὶ ἀδιάφορος, ὃν κατὰ τὸ κοινότερον ἀπέθανεν, ὅτε ὥς
φησιν ὁ Παῦλος, “ ἀπέθανε κατὰ τὰς γραφάς.” ἀλλὰ πῶς ταύτῃ
δυνήσεται συναγορεῦσαι τῇ διηγήσει τὸ “ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ,
καὶ τὸ, “ ὃ γὰρ ἀπέθανε τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀπέθανεν ἐφάπαξ ; ” ἀλλ’ ἴσως
ὁ τοιοῦτος ἐρεῖ, ὡς τὰ αὐτὰ ὀνόματα τίθησι διττῶς ἡ γραφή· ποτὲ <lb n="30"/>
μὲν ἐπὶ τῶν σωματικῶν, ὅτε δὲ ἐπὶ τοῦ πνευματικοῦ, ὡς καὶ περὶ τῆς
Σαμαρείτιδος γεγραμμένον, ἐν ᾦ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ πιεῖν κατὰ τὸν αὐτον
τόπον, ὅτε μὲν ἔπι του σωματικοῦ· ὅτε ’δε ἔπι του πνευματικοῦ
τετάχθαι δοκεῖ· καὶ τὸ περὶ τοῦ θερισμοῦ ὡσαύτως φησί.</p><note type="footnote">d Leg. ῥυθμίζειν, e Leg. οὐ τῷ.</note><pb n="66"/><p>Φησὶ τοίνυν οὐδὲν θαυμαστὸν κατὰ τοῦτον τὸν χαρακτῆρα καὶ
τὸν Ἀπόστολον εἰρηκέναι, τὸ μὲν “ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ,”
τάσσοντα, οὐκ ἐπὶ τοῦ κοινοτέρου θανάτου· τὸ δὲ “ θάνατος αὐτοῦ
“ οὐκ ἔτι κυριεύει, ὡς θανάτου νῦν τοῦ μέσου ὀνομαζομένου. ἕτερος
δὲ παρὰ τοῦτον ἐρεῖ ὅτι θάνατος ἐνταῦθα λέγεται ὁ κυριεύων <lb n="5"/>
Χριστοῦ, οὐκ ἄλλος ἣ ὁ ἐχθρὸς αὐτοῦ, οὗ τόπος d ἦν τὸ κατὰ τὸν
Ιωνᾶν κῆτος προφητευόμενον, καὶ ὑπὸ τοῦ Ἰὼβ φάσκοντος, “ ἀλλὰ
“ κατεράσαιτο αὐτὴν ὁ μέλλων τὸ μέγα κῆτος χειρώσασθαι·”
πρὸς ὃν θάνατον ὁδεύων, κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ μέσου θανάτου ἔλεγεν,
γεν, οὐ διὰ τὸν μέσον θάνατον, ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον· “ νῦν ἡ ψυχή μου <lb n="10"/>
“ τετάρακται, καὶ περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου.” Οἰνεῖ
(sic) γὰρ ἀπῄει εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ διὰ τοὺς κρατουμένους ὑπ’
αὐτοῦ, ὡς τάχα διὰ τοῦτο ἐρεῖσθαι τὸ “ εἰς χοῦν θανάτου κατή-
“ γαγές με.” καὶ ἑαυτὸν πεποίηκεν αὐτῷ “ ὑπήκοος γενόμενος μέχρι
“ θανάτου.” διὰ γὰρ τὸ γεγονέναι ἐν αὐτῷ κατακριθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ, <lb n="15"/>
κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν, οὖσαν ἐν ἐκείνῳ τῷ θανάτῳ. ὡς ἄν τις
παραδείγματος ἕνεκεν, ἐλεύθερος ὣν, δοῦλον ἑαυτὸν παραδίδωσι τῷ
στρατηγῷ τῶν πολεμίων, ἵνα παρ’ αὐτῷ γενόμενος, ἐλευθερώσῃ
τῇ ἑαυτοῦ οἰκονομικῇ δουλίᾳ τοὺς πολίτας ἀπὸ τοῦ ὑπ’ ἐκείνω
κινδύνου διὰ τοῦ ἐνέδρᾳ τινι ἀποκτεῖναι τὸν στρατηγὸν, καὶ τοὺς <lb n="20"/>
ὑπ’ αὐτῷ πολεμίους. ἐκυριεύθη γὰρ ὁ τοῦτο δράσας, ὡς οὐκ
αἰχμάλωτος ἁλοὺς, ἀλλὰ φρονήματι χρησάμενος ἀριστέως· οὕτως
οὖν καὶ ὁ Χριστὸς ἑαυτὸν παρέδωκε τῇ δουλείᾳ, ἵνα μηδεὶς θανάτου
γένηται τῶν μαθητευομένων αὐτοῦ τῷ λόγῳ δοῦλος· οὕτως
γὰρ φησὶν ἡ γραφὴ, “ κατήργησε τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ <lb n="25"/>
“ θανάτου, τουτέστι τὸν διαβόλον,” καὶ τὰ ἑξῆς. τάχα δὲ καὶ
παρέδωκεν ἑαυτὸν τῷ θανάτῳ κυριευθησόμενον, ῥυόμενος τοὺς ὑπ’
αὐτοῦ κεκρατημένους, καὶ ἀντ’ ἐκείνων ἑαυτὸν παραδιδούς· ἵνα μετὰ
τοῦτο καταστρατηγήσῃ καὶ καταργήσῃ τὸν θάνατον.
<lb n="12"/> Μῆ οὖν βασιλευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ ἡμῶν <lb n="30"/>
σώματι.</p><p>Διοδώρου καὶ Θεοδωρίτου. “ Μὴ παριστάνετέ,” φησι, “ τὰ
“ μέλη ὑμῶν ὅπλα ἀδικίας τῇ ἁμαρτίᾳ,” ἀντὶ τοῦ, μὴ ὑμεῖς καθ’
ἑαυτῶν δίδοτε ὅπλα τῷ πονηρῷ καὶ ἰσχὺν, ἁμαρτάνοντες· “ ἁμαρτία
<note type="footnote">d Leg. τύπος.</note>

<pb n="67"/>
“ γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει, οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ χάριν. ”
ποία ἁμαρτία οὐ κυριεύσει; ἡ πρὸ τοῦ βαπτίσματος, ἥνπερ ἀφίησιν
ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ. τοῦτο δὲ ὁ νόμος ποιεῖν οὐκ ἠδύνατο.
οὐκ ἐστὲ ὑπὸ νόμον, τὸν μὴ δυνάμενον ῥύσασθαι, ἀλλὰ μᾶλλον
τιμωρούμενον.</p><lb n="5"/><p>Θεοδύρου. Λέγει μὲν, ὅτι τούτων οὕτως ἐχόντων, δίκαιον
ἡμᾶς μὴ ἁμαρτάνειν κατὰ τὸν παρόντα βίον· κἂν ἔτι θνητοὶ
τὴν φύσιν ὄντες, πλείονα ἔχητε τὴν ἐπὶ τοῦτο ῥοπήν· ἐπειδὴ δὲ
τὸ βασιλεύειν ἐπὶ τῆς ἁμαρτίας τέθεικε, καλῶς εἶπε, τὸ “ μὴ
“ παριστάνετε τὰ μέλη ὑμῶν.” παρεστάναι γὰρ τοῖς βασιλεῦσιν <lb n="10"/>
ἔθος τοὺς δορυφόρους. μὴ τούνυν φησὶν ὡς βασιλίδι τῇ
ἁμαρτίᾳ σπεύδοντες ὑπηρετεῖσθαι, διαπράττεσθε ἃ μὴ δεῖ. σπουδάσατε
δὲ μᾶλλον ἑαυτοὺς ἀφορίσαι τῷ Θεῷ, κατὰ τοὺς ἐκ νεκρῶν
ἀναβιώσοντας· ὅλοι δι’ ὅλων τὰ διακαιοσύνης ἔργα ποιεῖν
ἐσπουδακότες.</p><lb n="15"/><p>Θαυμασιώτατον δὲ αὐτοῦ τὸ ὡσεὶ ἐκ νεκρῶν ζῶντας δεικνύντος
ὅτι οὐ τὸ πρᾶγμα παρ’ αὐτῶν ἀπαιτεῖ, ἀλλὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν
μίμησιν· ζῶντες μὲν γὰρ ἐκ νεκρῶν τότε ἔσονται, νυνὶ δὲ ὡς ἐκ
νεκρῶν ζῶντές φησιν, ἀντὶ τοῦ κατὰ τὸ δυνατὸν ἐκεῖνο μιμούμενοι·
καὶ καλῶς πείθων αὐτοὺς μὴ δεδοικέναι τὴν περὶ τὸ ἁμαρτάνειν <lb n="20"/>
ῥοπὴν καὶ τὰς ἐντεῦθεν κινήσεις, εἰ τὰ τῆς γνώμης ἀκέραια σώζοιτο,
ἐπάγει, “ ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει.” ἐπειδὴ γὰρ
ἀπὸ τῶν μελλόντων μὴ δεῖν αὐτοὺς ἁμαρτάνειν ἔδειξεν, ἀκολούθως
ἐπήγαγεν, ὅτι κρατῆσαι ὑμῶν καθόλου τὴν ἁμαρτίαν τῶν ἀδυνάτων·
ἔσται γὰρ καιρὸς ὁ μέλλων, ἐν ᾧ πάσης ἁμαρτίας ἀπηλλαγμένοι <lb n="25"/>
πολιτεύσεσθε· ὥστε εἰ νῦν τὰ τῆς γνώμης ὑμῶν ὐγιαίνοι e,
ἅπαν εἶδος ἁμαρτίας ἀποστρεφομένων, καὶ σπουδῇ τὰ καλὰ ποιεῖν
ἐθελόντων, οὐ δεῖ δεδοικέναι τὴν ἐπὶ τὸ χεῖρον ῥοπήν. λήψεται
γὰρ ἴασιν τοῦτο πάντως ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι, καὶ οὐ χρεία τῶν
ἡμετέρων πρὸς τοῦτο πόνων. καὶ τὸ μεῖζον, “ οὐ γὰρ ἐστὲ ὑπὸ νόμον, <lb n="30"/>
“ ἀλλ’ ὑπὸ χάριν.” τοσοῦτον γὰρ ἀφέξετε τότε καί τι τοιοῦτον διδοικέναι,
ὥστε οὐδὲ νόμων ὑμῖν δεήσει τῶν ὑποδεικνύντων ἃ πράττειν
<note type="footnote">e Cod. ὑγιαίνει.</note>

<pb n="68"/>
προσήκει. χάριτί τε καὶ φιλοτιμίᾳ τοῦ δεδωκότος τῆς τοῦ Πνεύματος
ἀπολαύσεται e δωρεᾶς.</p><p>Γενναδίου. Ἀνατρίψας ἐκ τῶν κατὰ χριστῶν τὴν ἀντίθεσιν,
καὶ δείξας οὐκέτι τοῦ ἁμαρτάνειν αὐτοῖς οὐδαμῶς, ὡς οὐκ οὖσιν ἔτι
μετὰ τὸ βάπτισμα σαρκικοῖς· ταῦτα δὲ μόνῃ πίστει τέως οὐ <lb n="5"/>
πείρᾳ κεκτήμεθα· οὔτε γὰρ ἀπαθεῖς, οὔτε ἀθάνατοι πὼς γεγόναμεν,
τοῦ πράγματος αὐτοῦ κατά τινα λόγον ἀπόρρητον τῷ τῆς κοινῆς
ἀναστάσεως φυλαττομένου καιρῷ, συμβουλὴν μετρίαν τε αὐτοῖς
καὶ τὴν ἐνδεχομένην προσάγει· οὐ γὰρ ἔφη, μὴ οὖν ἁμαρτάνετε.
τοῦτο γὰρ φύσεως ἀπαθοῦς τε καὶ ἀθανάτου, ἀλλὰ “ μὴ βασι- <lb n="10"/>
“ λευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ ὑμῶν,” κράτος ἐχέτω· μὴ δὲ
δίκην οἰκετῶν τὸ προσταττόμενον ὑπ’ αὐτῆς ἐν ταῖς τοῦ σώματος
ἡμῶν ἐπιθυμίαις ἔτι ποιεῖν καταδέχεσθε f, δορυφόρους ὥσπερ αὐτὴν
πρὸς συνεργείαν τῆς ἀδικίας τὰ ἑαυτῶν παρεχόμενοι μέλη. ἀλλ’
ἀποφυγόντες ἐκείνην, καὶ πολεμίαν ὑμῖν εἶναι καὶ ἐχθρὰν ἡγησάμενοι, <lb n="15"/>
καταφύγετε πρὸς Θεὸν, καὶ ὡς ἀθανάτους αὐτῷ πρὸς
δικαιοσύνης κατὰ δικαιοσύνης κατόρθωσιν ἑαυτοὺς εὐτρεπίσατε·
“ ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει, οὐ γὰρ ἐστὲ ὑπὸ νόμον ἀλλ’
“ ὑπὸ χάριν.” ἔγνω τούτου τὸν σαρκικὸν ἑτοίμως ἑξόμενον· καὶ
τῇ χάριτι πρὸς ἁμάρτημα ἀποχρησάμενον ἄδειαν τοῦτο τοίνυν <lb n="20"/>
προυπειδόνος (sic) ἑαυτῷ, τὸν παρ’ ἐκείνου λόγον ἀνθυποφέρει καὶ
φησίν.</p><p>Ωριγένουσ. Ἀνωτέρω μὲν εἶπεν, “ ἵνα ὥσπερ ἐβασίλευσεν
“ ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θανάτῳ.” νυνὶ δὲ οὐκ εἶπε τοῦτο, ἀλλὰ, “ μὴ
“ βασιλευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ g ὑμῶν σώματι.” διδάσκων <lb n="25"/>
ὅτι ὥσπερ θρόνος καὶ βασίλειόν ἐστι τῆς ἁμαρτίας τὸ θνητὸν ἡμῶν
σῶμα· τὸ γὰρ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἔχθρα εἰς Θεὸν, καὶ πάλιν
τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος. ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἁμαρτήματα
ἔργα σαρκός ἐστιν, ἅπερ ὁ Ἀπόστολος “ φανερὰ” ὠνόμασεν. ἐν
αὐτοῖς δὲ τάξας καὶ τὰς αἱρέσεις, ἐδίδαξεν ὅτι καὶ αὗται σαρκὸς <lb n="30"/>
εἰσὶν ἔργον ἀπολύον ἡμᾶς περισπασμοῦ· ἵνα μὴ νομίζωμεν τινὰ
μὲν εἶναι ἔργα σαρκὸς, τινὰ δὲ ἁμαρτήματα οὐ σαρκὸς, ἤτοι δὲ
<note type="footnote">e Leg. ἀπολαύσετε. f Cod. καταδέχεσθαι. g Cod θανάτῳ
sed in marg. γρ. θνήτῳ.</note>

<pb n="69"/>
ψυχῆς ἣ νοῦ. ἀλλ’ ἐπάν τις ζητῇ πῶς καὶ αἱρέσεις τῆς σαρκός
εἰσι κατειλεγμέναι, λεκτέον πρὸς αὐτὸν, ὅτι αἱρέσεις γίνονται ἀπὸ
τοῦ νοῦ τῆς σαρκὸς, περὶ οὗ φησί που ὁ Παῦλος “ εἰκῆ ἐμβα-
“ τεύεων καὶ φυσιούμενος ὑπὸ τοῦ νοὸς τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, καὶ οὐ
“ κρατῶν τὴν κεφαλήν·” τάχα δὲ καὶ ὅτε ἁμαρτάνομεν βασιλευούσης <lb n="5"/>
τῆς ἁμαρτίας ἐν τῷ θνητῷ ἡμῶν σώματι, οὐδὲν ἄλλο ἐσμὲν,
ἤπερ τὸ θνητὸν σῶμα καὶ σάρκες· “ οὐ μὴ,” γάρ φησι, “ κατα-
“ μείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ
“ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας.” καὶ αὐτὴ δὲ ἡ ψυχὴ ἔοικε μὴ μένειν,
ἀλλ’ ἤτοι διὰ κακίαν γίνεσθαι σὰρξ, ἢ δ’ ἀρετὴν πνεῦμα· ὅτε γὰρ <lb n="10"/>
κολλᾶται τῇ πόρνῃ, γίνεται εἰς σάρκα μίαν πρὸς αὐτήν· ὁ δὲ κολλώμενος
τῷ Κυρίῳ, ἓν Πνεῦμα ἐστίν.</p><p>Τοῦ αύτοῦ. Καὶ ἤδη τοῦτο εἴρηκεν, “ οὕτω καὶ ὑμεῖς λογί-
“ ζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ,”
οὐ μὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. τινὲς δὲ τοῦτο πρὸς ἀντιδιαστολὴν <lb n="15"/>
λήψονται λέγεσθαι ἑτέρων, οἱ ἔζησαν μὲν τῷ Θεῷ, οὐ μὲν ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ. ἡμεῖς δὲ φαμὲν, μήποτε ἀδύνατόν ἐστι ζῆν μὲν
Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ * * * * ἐπείπερ
“ εἶδε τὴν Χριστοῦ ἡμέραν καὶ ἐχάρη·” εἴτε Μώσης ἔζησε τῷ
Θεῷ, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἔζησεν· “ ὅστις γε καὶ μείζονα πλοῦτον <lb n="20"/>
“ ἡγήσατο τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ·”
ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπιθυμήσαντες πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι ἰδεῖν ἃ
εἶδον οἱ Ἀπόστολοι, καὶ ἀκοῦσαι ὧν ἤκουσαν, οὐκ ἂν ἦλθον εἰς
τὴν τῶν τοιούτων ἐπιθυμίαν καὶ ὄρεξιν, ἔξω τυγχάνοντες τοῦ ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ ζῆν τῷ Θεῷ.</p><lb n="25"/><p>Ζητήσεις δὲ εἰ χρὴ φάσκειν πάντα τὸν ζῶντα τῷ Θεῷ ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ νεκρὸν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ. πρὸς τοῦτο λέγοιτ’ ἃν, εἰ
μὲν ὡς νεκρὸς τῇ ἁμαρτίᾳ ἔζη πότε τῇ ἁμαρτίᾳ, ἐὰν δέ τις ὑπὸ τοῦ
πάντα ἐρευνῶντος Πνεύματος καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ, φωτισθεὶς εὕρῃ
τινας χωρὶς τοῦ ἐζηκέναι τῇ ἁμαρτίᾳ ποτὲ ζῶντας τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ <lb n="30"/>
Ἰησοῦ, ἀποφαίνεται, ὅτι οὐκ εἴ τις ζῇ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
οὗτος ἤδη πάντως νεκρός ἐστι τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ ὕστερον νεκρὸς
γενόμενος αὐτῇ ἔζησε τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. ἕτερος δὲ εἴποι
ἃν, ὅτι ἐνδέχεται καὶ διδομένου τοῦ ζῆν τινας τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ

<pb n="70"/>
Ἰησοῦ μηδέποτε γενομένους ἐν ἁμαρτίᾳ, οὐδὲν ἧττον κἀκείνους
νέκρους εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ· ὡσπερ χωρὶς νόμου ἁμαρτία ἢν νεκρὰ,
οὐκ ἐκ τοῦ ποτὲ ζῆν ἐλθοῦσα ἐπὶ τὸ γενέσθαι νεκρά.</p><p>Δείκνυσι δὲ ὁ θεῖος Ἀπόστολος καὶ ἑτέρωθεν τῆς νίκης τὴν
εὐκολίαν· “ ἁμαρτία γὰρ ἡμῶν,” φησιν, “ οὐκ ἔτι κυριεύσει,” <lb n="5"/>
“ οὐ γάρ ἐστε,” φησὶ, “ ὑπὸ νόμον ἀλλ’ ὑπὸ χάριν.” πρόσχες
ἐνταῦθα τῇ ἀποστολικῇ ἀκριβείᾳ· τίνα τρόπον τὸ κυριεύειν τάσσων
ἐπὶ τοῦ Σωτῆρος καὶ ἐφ’ ἡμῶν. ἐπὶ μὲν τοῦ Σωτῆρος, “ θάνατος,”
εἶπεν, “ αὐτοῦ οὐκ ἔτι κυριεύσει.” ἐπὶ δὲ ἡμῶν, “ ἁμαρτία γὰρ
“ ὑμῶν οὐ κυριεύσει.” οὔτε γὰρ ἐπὶ τοῦ Σωτῆρος ἔπρεπε λέγεσθαι <lb n="10"/>
τὸ ἁμαρτία αὐτοῦ οὐ κυριεύσει, οὔτε ἐφ’ ὑμῶν κυριώτερον ἦν
τὸ θάνατος ὑμῶν οὐ κυριεύσει. καὶ ἵνα μὴ ταὐτὸν περὶ τοῦ Σωτῆρος
καὶ ἡμῶν λέγεται g ὡς παραπλησίων, μετὰ ταῦτα ὥσπερ αἰτίαν
παριστὰς τοῦ ἁμαρτίαν ἡμῶν μὴ κυριεύειν, φησὶ τὸ “ οὐ γὰρ ἐστὲ
“ ὑπὸ νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ χάριν.’ κατὰ γὰρ αὐτὸν τὸν Παῦλον, “ ἡ <lb n="15"/>
“ δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος ἐστί.” καὶ “ νόμος παρεισῆλθεν, ἵνα
“ πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα. ἀλλ’ ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ
“ ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις h. διότι οὐκέτι ἐσμεν ὑπὸ νόμον ἀλλ’
“ ὑπὸ χάριν.” δικαίῳ γὰρ νόμος οὐ κεῖται. οὐ γὰρ δέεται τῆς ἀπὸ
γράμματος νομικῆς διδασκαλίας εἰς τὸ τηρεῖν τὰς ἐντολὰς τοῦ <lb n="20"/>
Θεοῦ, θεοδίδακτος ὣν, ὡς Παῦλος διδάσκει λέγων, “ περὶ δὲ τῆς
“ ἀγάπης οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι, ὑμεῖς γὰρ θεοδίδακτοι
“ ἐστὲ εἰς τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους.” εἰ τινι οὖν συμπέφυκεν ὁ τοῦ
Θεοῦ νόμος, ὡς μὴ ἕτερον μὲν βούλεσθαι τὸν νόμον· ἕτερον δὲ
εἰναι τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ τοιοῦτος οὐκ ἔστιν ὑπὸ νόμον <lb n="25"/>
ἀλλ’ ὑπὸ χάριν. οὕτω νοητέον “ ἀλλ’ ἣ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέ-
“ λῆμα αὐτοῦ.”</p><lb n="15"/><p>Τί οὖν; ἁμαρτήσομεν, ὅτι οὐκ ἐσμὲν ὑπὸ νόμον,
ἀλλ’ ὑπὸ χάριν;</p><p>Γενναδίου. Οὐ γὰρ ὑμᾶς τοῦτο, φησὶ, λέληθεν, ὅτι προσῆκον <lb n="30"/>
ὑμῖν ταῖς ὑμῶν αὐτῶν ὁμολογίαις ἐμμένειν· καὶ τοῦτον ὅτι
δεσπότην ἑαυτοῦ τοῖς ἔργοις τίς ἐπιδέδεικται τὸν οὗ τοῖς (sic)
<note type="footnote">g Leg. λέγηται. h Cod. ὑπερεπερίσσευσαν χάριν.</note>

<pb n="71"/>
κελεύσμασιν ἔγνωκεν ὑπακούειν· κἂν ἁμαρτία τοῦτο, κἂν δικαιοσύνη.
τὸ γὰρ ἤτοι ἁμαρτίας, ἣ ὑπακοῆς εἰς δικαιοσύνην ἀσαφῶς
εἰρημένον τοιοῦτόν ἐστιν, ἤτοι ἁμαρτίας εἰς ὑπακοὴν, ἣ
δικαιοσυνης.</p><p>Θεοδώρου. Τοῦτο Ἰουδαίοις μάλιστα λέγειν ἐνῆν, ὅτι νόμου <lb n="5"/>
φύσις διορίζει τι μὲν πράττειν προσήκει, τί δὲ μή. εἰ μὲν οὖν
ἔξω νόμου τυγχάνομεν, οὐδὲν ἃν κωλύοι τὸ προστυχὸν ἅπαντας
πράττειν. εἰ δὲ ἔστι τις πρακτέων καὶ μὴ τοιούτων διάκρισις, ὑπὸ
νόμον πάλιν ἐσμέν· καὶ σχῆμα ψιλὸν ἔχει τὰ λεγόμενα παρ’
ὑμῶν. ταύτην τοίνυν ἀντιθεὶς αὐτῷ τὴν ἀντίρρησιν, λέγει μὲν πῶς <lb n="10"/>
ἁμαρτίας ἐκτὸς εἰναι προσῆκεν ἡμᾶς, οὐχ ὑπὸ νόμον ὄντας· ὅπως
δὲ ἡ τῆς χάριτος ἀπόλαυσις οὐκ ἄδειαν ἡμῖν τοῦ ἁμαρτάνειν
παρέχεται· καὶ εὐθὺς μὲν ἐπάγει κατὰ τὸ σύνηθες αὐτῷ, μὴ
γένοιτο τοῦ ἁμαρτάνειν· καὶ τὴν προσηγορίαν φευκτὴν εἶναι ἡγούμενος,
τὴν δέ γε λύσιν τῆς ἀντιθέσεως οὕτω ποιεῖται· πᾶς ἄνθρωπος <lb n="15"/>
ὅτῳ περ ἃν ὑπακούειν ἕληταί, φησι, δοῦλον ἑαυτὸν ἐκείνου
κατέστησεν εἰς τὸ πείθεσθαι τε αὐτῶ καὶ τὰ ἐκείνω δοκοῦντα
πράττειν ἅπαντα. ἣ τοίνυν τῇ ἁμαρτίᾳ πείθεσθαι ἑλόμενοι, τὰ
ἐκείνῃ δοκοῦντα ποιεῖν ἀνάγκην ἔχετε, τὸν ἐπιγινόμενον ἐντεῦθεν
θάνατον ἐκδεχόμενοι, ἣ τῇ δικαιοσύνῃ προσνείμαντας ἑαυτοὺς, δεήσει <lb n="20"/>
πάντως τὸ ταύτης βούλημα πληροῦν, τὰ ἐκεῖθεν ἀγαθὰ
περιμενοντας.</p><lb n="17"/><p>Χάρις δὲ τῷ Θεῷ, ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας.</p><p>Γενναδίου. “ Χάρις,” φησὶ, “ τῷ Θεῷ, ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς
“ ἁμαρτίας,” λάχετε, τῆς ἁμαρτίας ἀνθελόμενοι τὴν δικαιοσύνην· <lb n="25"/>
καὶ ταύτην ἀντ’ ἐκείνης δεσπότην ἔχειν καταδεξάμενοι. ἧς καὶ τὸν
τύπον τῆς διδαχῆς παρειληφότες προσήκασθε, πρὸς ὃν τοῦ λοιποῦ
βιωτέον ὑμῖν ἀκριβῶς.</p><p>Θεοδώρου. Ἀναγκαιότατον μὲν οὖν καὶ τὸ “ χάρις δὲ τῷ
“ Θεῷ·” ἔδει γὰρ ἀπὸ εὐχαριστίας ἄρξασθαι, τόν γε τοσούτων <lb n="30"/>
ἀγαθῶν δόσιν παρὰ Θεοῦ ὑπάρξασαν ἡμῖν ἐξηγεῖσθαι μέλλοντα.
καιριώτατα δὲ τὸ “ εἰς ὃν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς.” οἱ γὰρ
Ἀπόστολοι διετέλουν ἁπανταχοῦ λέγοντες, ὅτι λέλυται τὰ παλαιὰ,
πέπαυται θάνατος, ἔσβεσται ἁμαρτία· ἔργῳ μὲν ὕστερον,

<pb n="72"/>
ἐπαγγελίᾳ δὲ ἤδη. τύπον δέ τινα καὶ σύμβολα πληροῦμεν ἐκείνων
ἐπὶ τοῦ βαπτίσματος, διὰ τῆς δεδομένης ἡμῖν ἐν αὐτῷ τοῦ Πνεύματος
δωρεᾶς· ὥσπερ ἀναγεννώμενοι κατὰ μίμησιν τῶν ἐσομένων
τότε. τοῦτο οὖν λέγει· ὅτι γνώμῃ τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν
εἵλεσθαι h, δι’ ἧς προσηγάγομεν ὑμᾶς, καὶ μονονουχὶ παρεδώκαμεν <lb n="5"/>
τῷ τύπῳ τῶν μελλόντων διὰ τοῦ βαπτίσματος. τούτοις δὴ πεισθέντας,
ἀνάγκη σύμφωνα διαπράττεσθαι, μιμουμένους ἐκεῖνα τῷ
βίω, εἰς ἃ τῶ τύπω κατέστητε.</p><p>Γενναδίου. Εἰς τοιούτους κατενένεγμαι λόγους, καὶ παραδείγμασιν
ἀνθρωπίνων ἐχρησάμην ἐθῶν τοῦ πρὸς ἀρετὴν ἀτόνου τῆς <lb n="10"/>
σαρκὸς ὑμῶν με καταναγκάσαντα·</p><p>Διοδώρου. Ἡδυνάμην, φησὶ, τελειότερόν τι καὶ μεῖζον εἰπεῖν,
καὶ εὐεργεσίας ὑπερβαλλούσης ἄξιον. λέγω δὲ ὑμῖν τοσοῦτον, ὅσον
χωρεῖτε, ἀσθενεῖς τε ὄντες τῇ σαρκί.</p><lb n="19"/><p>Ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῆ <lb n="15"/>
ἀκαθαρσίᾳ.</p><p>Γενναδίου. “ Ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε,” φησὶ, “ τὰ μέλη
“ ὑμῶν,” καὶ τὰ ἑξῆς. τὸν γὰρ κἀνταῦθα σύνδεσμον, ἀντὶ τοῦ
τοίνυν παρείληφε. δεῖ τοίνυν ὑμᾶς, φησὶν, ὥσπερ ἐν τῷ πρόσθεν
ὅλους ἑαυτοὺς τῇ ἀνομίᾳ πρὸς ἐργασίαν ἀκαθαρσίας ἐκδεδώκειτε <lb n="20"/>
πάσης, οὕτω νῦν, ἣ καὶ μᾶλλον ἀποσχομένους ἐκείνων παντάπασι,
τὴν δικαιοσύνης σπουδαίως ἁγιότητα μετελθεῖν.</p><p>Διοδώρου 1. Δῆλον μὲν οὖν φησιν, ὅτι τοσούτῳ μείζονα περὶ
ταῦτα ἔχειν προσῆκε τὴν σπουδὴν, ὅσῳ κακίας κρείττων τρήσας
πλείονα περὶ τὸ χεῖρον ἐχούσῃ τὴν ῥοπὴν, μὴ μέγα τι φθέγξομαι <lb n="25"/>
μὴ ὑπὲρ ἄνθρωπον. τοσοῦτο γοῦν ὑμᾶς περὶ τὴν ἀρετὴν ἔχειν βούλομαι,
ὅσον τῇ ἁμαρτίᾳ προσεσχήκατε.</p><p>Γενναδίου. Ἴστε γάρ που τὸν χρόνον ἐκεῖνον, φησὶν, ἐν ᾧ τῆς
ἁμαρτίας ἐπιτάγμασιν ὑπετάττεσθε. πῶς ἦν ὑμῖν πρᾶγμα κοινὸν
πρὸς τὴν δικαιοσύνην οὐδέν.</p><lb n="30"/><p>Ωριγένουσ. Ἐπειδὴ ὡς πολλαχοῦ φησὶν, ἐτηρήσαμεν τὸ τῆς
δικαιοσύνης ὄνομα, ἀντὶ τῆς ἀρετῆς ἔσθ’ ὅτε παραλαμβάνεται,
<note type="footnote">h Leg. εἵλεσθε. i Cod. δεοδώ. k Sic. leg. fors. ἀρέτη.</note>

<pb n="73"/>
λεκτέον ὅτι καὶ νῦν τοιοῦτόν ἐστι τὸ λεγόμενον. ὅτε δοῦλοι ἤτε
τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ ἀρετῇ. καὶ παρακολουθεῖ τῷ
γενικῷ τῆς ἁμαρτίας ὀνόματι, τὸ γενικὸν τῆς ἀρετῆς δικαιοσύνην
ἐν τούτοις ὀνομάζεσθαι. δόξει δὲ ἰδικῶς τὸ εἰς ἁγιασμὸν λέγειν
προτρεπόμενος εἰς ἁγνείαν καὶ καθαρότητα βίου τὸν δυνάμενον <lb n="5"/>
χωρῆσαι·.</p><lb n="21"/><p>Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε, ἐν οἷς νῦν
ἐπαισχύνεσθε.</p><p>Γενναδίου. Καίτοι ἡδέως ἃν ἔγωγε νῦν πυθοίμην ὑμῶν ὑπὲρ
ὅτου κατεσπευσμένως οὕτως τῇ ἁμαρτίᾳ τὴν καλὴν ἐκείνην <lb n="10"/>
δουλείαν ἐξεπληροῦτε, καὶ τίς τῆς πολλῆς ταύτης εὐνοίας ὑμῶν ὁ
καρπός. οὐ φθορὰ καὶ ἀκαθαρσία καὶ θάνατος, καὶ τὰ πάσης
αἰσχύνης ἀνάμεστα;</p><p>Θεοδώρου. Κατ’ ἐρώτησιν ἀναγνωστέον τὸ, “ τίνα οὖν καρπὸν
“ εἴχετε τότε·” εἶτα κατὰ ἀπόκρισιν “ ἐφ’ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε.” <lb n="15"/>
εἴδομεν γὰρ τὸ κέρδος, φησὶ, τῆς περὶ ἐκεῖνα σπουδῆς, ἃ καὶ
λεγόντων ἑτέρων αἰσχύνεσθε.</p><p>Ὠριγένουσ. Ἐξευτελίζων τὸν καρπὸν τῶν δούλων τῆς ἁμαρτίας
ὡς οὐδενὸς ἄξιον λόγου φησίν. ἐφ’ οἷς γάρ τις πρότερον
ἁμαρτίᾳ καὶ ἀγνοίᾳ πεπραγμένοις ὕστερον εἰς συναίσθησιν ἐλθόντων <lb n="20"/>
ἡμαρτημένων αἰσχύνεται, ταῦτα καρπὸς ἃν εἴη ἄχριστος 1
ἄωρος εἰς βρῶσιν καὶ εἰς οὐθὲν ἐπιτήδειος. καὶ γὰρ τέλος τῶν
τοιούτων ἔργων οὐκ ἄλλο ἣ θάνατος ἐστὶν, ὁ ἐχθρὸς Χριστῷ τῷ
εἰπόντι, “ ἐγώ εἰμι ἡ ζωή.” κυριευόντων τοιούτους καρποὺς ἐνηνοχότων·
ἐν ᾧ θανάτῳ οὐκ ἔστιν ὁ μνημονεύων Θεοῦ. καὶ γὰρ πᾶς <lb n="25"/>
ὁ ἐν αὐτῷ τέθνηκε τῷ Θεῷ, καὶ ζῇ τῷ θανάτῳ, ὅπερ ταὐτόν ἐστι,
τὸ ζῆν τῇ ἀναμαρτίᾳ m.</p><p>Γενναδίου. Ἄρα οὖν, φησὶ, τοιαῦτα καὶ τὰ νῦν, ἢ μικρῷ τῷ
καὶ τῷ τυχόντι διεστηκότα, ἀλλ’ οὐχὶ τῷ ὅλῳ καὶ τῷ παντί.
ἀλλαξάμενοι γὰρ τῆς ἁμαρτίας Θεὸν, καὶ τὰ δοκοῦντα τούτῳ <lb n="30"/>
διαπράττεσθαι γνόντες, καρποῦσθε μὲν τὸν ἁγιασμὸν τὸ ἀναμάρτηον·
τουτέστιν, ἐκ δὲ τούτου τὸ ἀθανάτοις ὑμῖν διαμένειν
περίεσται.</p><note type="footnote">1 Leg. ἄχρηστος. m Sic.</note><pb n="74"/><p>Ὠριγένουσ. Ἡμέτερος καρπὸς εἰς ἁγιασμόν. οὐχ ἡμέτερος
δὲ, οὐδὲ κατὰ τὴν ἡμετέραν φύσιν ὁ φέρων τῷ ἤδη συνησθημένῳ
αὐτοῦ αἰσχύνην. ὅτι δὲ ἡμέτερον μὲν τὸ κρεῖττον, οὐ τοιοῦτον δὲ
τὸ χεῖρον, δηλοῖ δὲ ὁ Σωτῆρ’ λέγων, “ εἰ τὸ ἀλλότριον ἐπιστεύ-
“ θῆτε, καὶ οὐκ ἐγένεσθε ἄξιοι, τὸ ὑμέτερον τίς ὑμῖν δώσει ;” κἂν <lb n="5"/>
γὰρ μὴ γενώμεθα ἄξιοι τοῦ κρείττονος, ὡς ἡμέτερον αὐτὸ τῆ φύσει
οὐ λαμβάνομεν διὰ τὴν ἁμαρτίαν. ἐρεῖ δέ τις ἐνταῦθα τὸν εἰς
ἁγιασμὸν καρπὸν εἶναι τῶν δεδουλωμένων τῷ Θεῷ τὴν παντελῆ
ἀπὸ τῶν ἀφροδισίων καθάρευσιν. καί φησιν ὁ τοιοῦτος, τοῖς μὲν
ἐν γάμῳ ἁρμόζειν τὸ “ ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας, <lb n="10"/>
“ ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ.” τοῖς δὲ ἐν ἁγνείᾳ ὡς μεῖζον, τὸ
“ νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας,” καὶ τὰ ἑξῆς. ὥστε
τὸν μὲν ἔσχατον καρπὸν αὐτοῦ εἰς ἁγιασμὸν διὰ τὸ δεδουλῶσθαι
τῷ Θεῷ. δεδουλῶσθαι πολὺ πρότερον τῇ δικαιοσύνῃ μὴ πάντως
ἔχειν τὸν καρπὸν αὐτοῦ ἔχει εἰς ἁγιασμὸν διὰ τοῦ κατὰ συγγνώμην <lb n="15"/>
λόγον n.</p><lb n="23"/><p>Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος.</p><p>Διοδύρου. Ὀψωνοῦνται οἱ ἁμαρτάνοντες ὑπὸ τοῦ διαβόλου,
τοῦτον τὸν τρόπον πιπράσκοντες σωφροσύνην καὶ ὠνούμενοι ἀκολασίαν,
πωλοῦντες χρηστότητα, καὶ ἀντιλαμβάνοντες ὠμότητα. οἱ <lb n="20"/>
οὖν τοιοῦτοι ἴδιον κτῆμα ὥσπερ τῆς ἁμαρτίας γενόμενοι, θανάτῳ
ἑαυτοὺς ὑπάγουσι. τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας, θάνατος. ἣ
τάχα τοῦτο λέγει, ὅτι τὰ παρὰ τοῦ ἐχθροῦ ὀψωνούμενα θανάτου
παρεκτικά.</p><p>Ὠριγένουσ. Καλὴ ἡ διαφορά· ὀψωνίου μὲν ἐπὶ τῆς ἁμαρτίας <lb n="25"/>
τεταγμένου· χάρις μάτος δὲ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ. οὔτε γὰρ ὀψώνια
ὡς ὀφειλόμενα δίδωσιν ὁ Θεὸς, ἀλλὰ χάρισμα· οὐδὲ χάρισμα ἡ
ἁμαρτία ἀλλ’ ὀφειλόμενα ὀψώνια. τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ οὐκ
ἔταξεν ἁπλῶς ζωὴ αἰώνιος· ἀτελὴς γὰρ αὕτη νοεῖται, ὅτε μὴ ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν ἐστι. δηλοῦται δὲ ὅτι ἡ ἁμαρτία <lb n="30"/>
τῷ βασιλευομένῳ ὑπ’ αὐτῆς δίδωσι τὸν θάνατον· καὶ οὐχ ὁ Θεὸς
ἐπιφέρει τὸν ἐχθρὸν τοῦ Χριστοῦ θάνατον “ ὁ γὰρ Θεὸς θάνατον
“ οὐκ εποίησεν,” καὶ τὰ ἑξῆς. ἐὰν δέ τις πρὸς τοῦτο ἀνθυποίσῃ καὶ
<note type="footnote">n Leg. vid. λόγου. sed plura ut vid. corrupta sunt.</note>

<pb n="75"/>
τὸ “ ἐγὼ ἀποκτενῶ καὶ ζωοποιήσω,” καὶ “ Κύριος θανατοῖ καὶ
“ ζωογονεῖ,” ἐροῦμεν ὅτι ἀποκτενεῖ ὁ Θεὸς τῇ ἁμαρτίᾳ, ἵνα μετὰ
τοῦτο ζωοποιήσῃ τὸν ἀποθανόντα τῇ ἁμαρτίᾳ.</p></div></div></body></text></TEI>