<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg010.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><head>ΚΕΦ. Δ.</head><lb n="20"/><p>Περὶ ὑπεροχῆς Ἰσραὴλ, τοῦ τυγχάνοντος τῆς ἐπαγγελίας.</p><lb n="1"/><p>Τί οὖν τὸ περισσὸν τοῦ Ἰουδαίου;
Ωριγένουσ. Τὸ πιστευθῆναι τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἐν τῷ
βιβλία καὶ γράμματα πιστευθῆναι, χαρακτηρίζεται· ἀλλ’ ἐν τῷ
τὸν ἐν αὐτοῖς νοῦν καὶ τὰ ἐναποκείμενα μυστήρια γινώσκεσθαι. <lb n="25"/>
κατὰ γὰρ τὸν ὑγιῆ λόγον ὁ σοφὸς νοήσει τὰ ἀπὸ τοῦ ἰδίου στόματος.
ἐπὶ δὲ χείλεσι φορέσει ἐπιγνωμοσύνην. τοιοῦτος ἦν Μωϋσῆς
καὶ οἱ προφῆται, Ἰουδαῖοι ὄντες καὶ πιστευθέντες τὰ λογία
τοῦ Θεοῦ, καὶ εἴτις παρ’ αὐτοῖς τούτοις παραπλήσιος. καὶ οἱ
Ἀπόστολοι δὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶχον τὸ περισσὸν <lb n="30"/>
τοῦ Ἰουδαίου, καὶ τὴν τῆς περιτομῆς ὠφέλειαν παρὰ τοὺς ὑπ’
αὐτῶν μαθόντας τὸν Χριστιανισμόν. Ἔστι δὲ καὶ τοῖς ἐξ ἐθνῶν

<pb n="15"/>
πολὺ τὸ περισσὸν παρὰ τοὺς ἐκ περιτομῆς. ἀπ’ ἐκείνων γὰρ ἤρθη
ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοθῇ ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς.
εἰ δὲ πρῶτοι ἐκεῖνοι ἐπιστεύθησαν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, εἰσὶν οἱ καὶ
δεύτερον πιστευθέντες. τὸ γὰρ πρῶτον τινός ἐστιν, ἣ τινῶν πρῶτον.
τίνες οὖν δεύτερον ἐπιστεύθησαν, ἰδεῖν ἐστὶν ἐκ τοῦ, “ τῷ μὲν γὰρ <lb n="5"/>
διὰ τοῦ πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας,” καὶ τὰ ἑξῆς. εἰ δέ τις
συγχεόμενος ταὐτὸν οἴεται τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ τοῖς γράμμασι τοῦ
Θεοῦ, προσεχέτω τῷ λέγοντι ψαλμῷ, “ τὰ λόγια Κυρίου, λόγια
“ ἁγνὰ, ἀργύριον πεπειρωμένον, δοκίμιον τῇ γῇ, κεκαθαρισμένον μένον
“ ἑπταπλασίως.” ἐγὼ γὰρ οὐκ οἶμαι “ τὰ ἁγνὰ λόγια,” εἶναι τὰ <lb n="10"/>
αὐτὰ, “ τῷ ἀποκτείναντι γράμματι.” ὥσπερ δὲ οἱ προειρημένοι
Ἰουδαῖοι πρῶτοι ἐπιστεύθησαν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οὕτω καί τινες
ἠπίστησαν· ἀλλ’ οὐχὶ τῶν τοιούτων· εἴτε πρὸς τὸν Θεὸν, εἴτε πρὸς
τὰ λόγια αὐτοῦ, ἀπιστίᾳ τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ καταργήσει. ποίαν
δὲ πίστιν τοῦ Θεοῦ; πότερον ἣν Θεὸς πιστεύει τισὶ τὰ λόγια, ἣ <lb n="15"/>
ἣν οἱ πιστευθέντες τὰ λόγια πιστεύουσι τῷ Θεῷ; ὡς “ Ἁβραὰμ
“ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.” ἑκάτερον
οἶμαι λόγον ἔχειν. μεμνῆσθαι γὰρ δεῖ τόν τε πιστεύοντα
τῷ Θεῷ, καὶ τὸν πεπιστευμένον τὰ λόγια αὐτοῦ. μάλιστα ἐν
καιρῷ τῆς τῶν ἀπίστων χλεύης, ἣν χλευάζουσι τοὺς πεπιστευκότας, <lb n="20"/>
τοῦ μὴ καταργεῖσθαι τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τοῦ λόγου τῶν
ἀπιστούντων.</p><p>Ευσεβίου καὶ Σευηριανοῦ. Τὸ μὲν πρῶτον, οὐχ ἵνα, φησὶ,
δεύτερόν τι εἴπῃ καὶ τρίτον, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο πρῶτον πάντων ἐστὶ
καλῶν περιεκτικόν. τοῦ γὰρ πιστεῦσαι τοῖς τοῦ Θεοῦ λόγοις τί <lb n="25"/>
κρεῖττον ἃν εἴη;</p><lb n="3"/><p>Μῆ ἡ ἀπιστία αὐτῶν τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ
καταργησῃ;</p><p>Ἀπολιναρίου. Ὁμολογείσθω, φησὶ, τὸ τοῦ Θεοῦ βέβαιον καὶ
ἀληθὲς πανταχοῦ. ἄνθρωποι δὲ ἀβέβαιοι καὶ ψευδεῖς ἐλεγχέσθωσαν. <lb n="30"/>
ἵνα νικᾷ ταῖς εὐεργεσίαις ὁ Θεὸς ὑπὲρ τὴν ἀξίαν τῶν ἀνθρώπων,
τὰ παρ’ ἑαυτοῦ χαριζόμενος. καὶ ἐπειδὰν κρίνηται πρὸς πᾶσαν
σάρκα κατὰ τὸ γεγραμμένον ἀναμφισ βήτητον, ἣ τὰ πάντα μὲν
αὐτὸν παρεσχηκέναι κατὰ τὴν ἀγαθότητα τὴν ἑαυτοῦ, καὶ ὑπὲρ

<pb n="16"/>
τὴν ἀνθρώπων ἀξίαν· τοὺς δὲ ἀνθρώπους μὴ παρεσχηκέναι αὐτῷ
τὰ μὴ προσήκοντα.</p><p>Κυρίλλου. Ἐντιμώτεροι τῶν ἄλλων οἱ προεγνωσμένοι, καὶ
νόμον λαχόντες παιδαγωγὸν, καὶ ὑποσχέσεις ἔχοντες ἐπὶ Χριστῷ,
καὶ δὴ καὶ ἀπειληφότες καὶ προκεκλημένοι τῶν ἄλλων. ἔφασκε <lb n="5"/>
γὰρ ὁ Σωτῆρ’, “ οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολω-
“ λότα οἴκου Ἰσραὴλ,” καὶ τῶν διὰ πίστεως ἀνασεσωσμένων ἀπαρχὴ
γεγονότες. οὐ γὰρ εἴ τινες ἐκ φρενοβλαβείας τοῦ πιστεύειν ἀπώλεισθον,
ταύτῃ τοι, φησὶν, ἀφαμαρτήσειεν ἃν τοῦ καὶ ἀληθὴς εἶναι
Θεός. οὐκοῦν πέπομφέ μὲν ἐξ οὐρανοῦ τὸν Υἱὸν ὁ Πατὴρ, πεπιστεύκασι <lb n="10"/>
γέ μὴν οὐ πάντες αὐτῷ. ἀρ᾿ οὖν ὅτι γεγόνασι τινες ὕβρισται
τε καὶ ἄπιστοι, οὐκ ἔσται ὁ Θεὸς ἀληθὴς διὰ τοῦτο; μὴ γένοιτο.
“ γινέσθω δὲ ὁ Θεὸς ἀληθὴς, πᾶς δὲ ἄνθρωπος ψεύστης.” ἀντὶ τοῦ
νοείσθω τε καὶ λεγέσθω πρὸς ἡμῶν ἀληθής. καθοριζέσθω δὲ ὥσπερ
ἀνθρώπου παντὸς τοῦ ψεύδους τὸ κατηγόρημα. ἄτρεπτος μὲν γὰρ <lb n="15"/>
καὶ ἀναλλοίωτος παντελῶς ἡ θεία φύσις ἐστί. σεσάλευται δὲ
λίαν ἡ ἀνθρώπου φύσις, καὶ ὅσον ἧκεν εἴς τε τὸ ἐγχωροῦν πᾶς
ἄνθρωπος ψεύστης· καταθλεῖ γὰρ ἔσθ’ ὅτε τῆς ἀνθρώπου διανοίας
ὡς ἁμαρτία τὸ ψεῦδος, καὶ δέχεταί πὼς ἡ φύσις καὶ τοῦ τοιοῦδε
τὴν νόσον. ἐπὶ δέ γε τοῦ πάντων κρατοῦντος Θεοῦ τοιοῦτόν τι νοεῖν <lb n="20"/>
ἣ λέγειν οὐ θέμις. οὐκοῦν τόγε δύνασθαι παθεῖν τὸ ψεῦδος τὴν
ἀνθρώπου φύσιν ἤγουν τὴν διάνοιαν, ἀληθὲς ἔσται τὸ κατηγόρημα·
οὕτω που φησὶ καὶ ὁ μακάριος Δαβὶδ, “ ἐγὼ εἰπα ἐν τῇ ἐκστά-
“ σεῖ μου, πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης.” ὁ αὐτὸς δ᾿ ἃν γένοιτο λόγος
πέρι τε Θεοῦ καὶ ἡμῶν καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων, οἷον ἐπὶ τῆς <lb n="25"/>
δικαιοσύνης, φαίη γὰρ ἄν τις καὶ οὐκ ἔξω λόγου, γινέσθω δίκαιος
ὁ Θεὸς, πᾶς δὲ ἄνθρωπος ψεύστης.</p><p>Σευηριανοῦ. τάχα δ᾿ ἄν τις ἁπλούστερον καὶ τοῖς προκειμένοις
οἰκειότερον ἑρμηνεύσειε τὸν λόγον, μὴ κατὰ ἀπόφασιν
ἀλλὰ κατὰ ὑπόθεσιν ἐκδεξάμενος τὸ ῥηθὲν, προσθήκῃ μιᾶς συλλαβῆς· <lb n="30"/>
ὅτι κἂν πάντες ἄνθρωποι πρὸ τῆς ἀληθείας ἀγαπῶσι τὸ
ψεῦδος, οὐδὲν ἧττον ὁ Θεὸς ἀληθὴς διαμένει καὶ δίκαιος, ὑπισχνούμενός
οἵα Θεῶ προσῆκε, καὶ πᾶν τὸ τελεσθὲν ἐπιτελῶν, ἡνῖκα
πρόσηκεν.</p><pb n="17"/><p>Ὠριγένουσ. Τὸ οὖν “ γενηθήτω” εἴρηται ἀντὶ εὐκτικοῦ ὡς τὸ
“ εἴη τὸ ὄνομά σου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας.”</p><lb n="5"/><p>Εἰ δὲ ἡ ἀδικία ἡμῶν Θεοῦ δικαιοσύνην συνίστησι.</p><p>Κυρίλλου. Ἡ τῆς τοιαύτης διαβολῆς πρόφασις ἐντεῦθεν γεγένηται.
μετὰ τὴν ἀπὸ Βαβυλῶνος ἐπάνοδον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ κελευθέντες <lb n="5"/>
ὑπὸ Κύρου ἀναδείμασθαι τὸν νεὼν, καὶ πληροῦν εὐχὰς, καὶ
προσάγειν θυσίας, γεγόνασι ῥάθυμοι, προφασιζόμενοι πτωχείαν, καὶ
τὴν ἀπὸ τῆς αἰχμαλωσίας ταλαιπωρίαν. ταύτῃ συμμέτροις εσωφρονίζοντο
παιδείαις, ἀφορίαις καρπῶν, καὶ ὑετῶν ἐνδείαις· ἀσχάλλοντες
δὲ πρὸς τὰς τοιαύτας πληγὰς, ἐμακάριζον μὲν τοὺς ἀλλογενεῖς, <lb n="10"/>
καὶ τοὺς μὴ δουλεύοντας τῷ Θεῷ ὡς ἐν εὐθυμίᾳ διάγοντας· καὶ
ἔφασκον ἀμείνους ἑαυτῶν ὑπάρχειν ἐκείνους. καὶ γοῦν ἔφασκε
πρὸς αὐτοὺς Μαλαχίας ὁ προφήτης· “ ἐβαρύνατε ἐπ’ ἐμὲ τοὺς
“ λόγους ὑμῶν, λέγει Κύριος, καὶ εἴπατε, ἔν τινι κατελαλήσαμεν
“ κατὰ σοῦ; εἴπατε φησὶ, μάταιος ὁ δουλεύων Θεῷ. καὶ τί πλέον <lb n="15"/>
“ ὅτι ἐφυλάξαμεν τὰ φυλάγματα αὐτοῦ; καὶ διότι ἐπορεύθημεν
“ ἱκέται πρὸ προσώπου Κυρίου παντοκράτορος, καὶ νῦν ἡμεῖς μακα-
“ ρίζομεν ἀλλοτρίους; καὶ ἀνοικοδομοῦνται ποιοῦντες ἄνομα; ἀν-
“ τέθησαν Θεῷ καὶ ἐσώθησαν. ταῦτα κατελάλησαν οἱ φοβούμενοι
“ τὸν Κύριον, ἕκαστος πρὸς τὸν πλήσιον αὐτοῦ· καὶ προσέσχε Κύ- <lb n="20"/>
“ ριος, καὶ εἰσήκουσε.” ταύτης ἕνεκα, φησὶ, τῆς αἰτίας, ᾤοντό
τινες τοὺς Ἰουδαίους λέγειν, ποιήσωμεν τὰ κακὰ, ἵνα ἔλθῃ τὰ ἀγαθά.
ἔνδικον δὲ μὴν τὸ κρίμα εἰπὼν, ἢ τῶν Ἰουδαίοις ἐπιφημιζόντων ἐκεῖνα,
ἤγουν τῶν λέγειν ἀποτολμώντων, ὅτι ποιήσωμεν τὰ κακὰ, ἵνα
ἔλθῃ τὰ ἀγαθά.</p><lb n="25"/></div></div></body></text></TEI>