<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg010.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><head>ΚΕΦ. Δ.</head><lb n="20"/><p>Περὶ ὑπεροχῆς Ἰσραὴλ, τοῦ τυγχάνοντος τῆς ἐπαγγελίας.</p><lb n="1"/><p>Τί οὖν τὸ περισσὸν τοῦ Ἰουδαίου;
Ωριγένουσ. Τὸ πιστευθῆναι τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἐν τῷ
βιβλία καὶ γράμματα πιστευθῆναι, χαρακτηρίζεται· ἀλλ’ ἐν τῷ
τὸν ἐν αὐτοῖς νοῦν καὶ τὰ ἐναποκείμενα μυστήρια γινώσκεσθαι. <lb n="25"/>
κατὰ γὰρ τὸν ὑγιῆ λόγον ὁ σοφὸς νοήσει τὰ ἀπὸ τοῦ ἰδίου στόματος.
ἐπὶ δὲ χείλεσι φορέσει ἐπιγνωμοσύνην. τοιοῦτος ἦν Μωϋσῆς
καὶ οἱ προφῆται, Ἰουδαῖοι ὄντες καὶ πιστευθέντες τὰ λογία
τοῦ Θεοῦ, καὶ εἴτις παρ’ αὐτοῖς τούτοις παραπλήσιος. καὶ οἱ
Ἀπόστολοι δὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶχον τὸ περισσὸν <lb n="30"/>
τοῦ Ἰουδαίου, καὶ τὴν τῆς περιτομῆς ὠφέλειαν παρὰ τοὺς ὑπ’
αὐτῶν μαθόντας τὸν Χριστιανισμόν. Ἔστι δὲ καὶ τοῖς ἐξ ἐθνῶν

<pb n="15"/>
πολὺ τὸ περισσὸν παρὰ τοὺς ἐκ περιτομῆς. ἀπ’ ἐκείνων γὰρ ἤρθη
ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοθῇ ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς.
εἰ δὲ πρῶτοι ἐκεῖνοι ἐπιστεύθησαν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, εἰσὶν οἱ καὶ
δεύτερον πιστευθέντες. τὸ γὰρ πρῶτον τινός ἐστιν, ἣ τινῶν πρῶτον.
τίνες οὖν δεύτερον ἐπιστεύθησαν, ἰδεῖν ἐστὶν ἐκ τοῦ, “ τῷ μὲν γὰρ <lb n="5"/>
διὰ τοῦ πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας,” καὶ τὰ ἑξῆς. εἰ δέ τις
συγχεόμενος ταὐτὸν οἴεται τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ τοῖς γράμμασι τοῦ
Θεοῦ, προσεχέτω τῷ λέγοντι ψαλμῷ, “ τὰ λόγια Κυρίου, λόγια
“ ἁγνὰ, ἀργύριον πεπειρωμένον, δοκίμιον τῇ γῇ, κεκαθαρισμένον μένον
“ ἑπταπλασίως.” ἐγὼ γὰρ οὐκ οἶμαι “ τὰ ἁγνὰ λόγια,” εἶναι τὰ <lb n="10"/>
αὐτὰ, “ τῷ ἀποκτείναντι γράμματι.” ὥσπερ δὲ οἱ προειρημένοι
Ἰουδαῖοι πρῶτοι ἐπιστεύθησαν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οὕτω καί τινες
ἠπίστησαν· ἀλλ’ οὐχὶ τῶν τοιούτων· εἴτε πρὸς τὸν Θεὸν, εἴτε πρὸς
τὰ λόγια αὐτοῦ, ἀπιστίᾳ τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ καταργήσει. ποίαν
δὲ πίστιν τοῦ Θεοῦ; πότερον ἣν Θεὸς πιστεύει τισὶ τὰ λόγια, ἣ <lb n="15"/>
ἣν οἱ πιστευθέντες τὰ λόγια πιστεύουσι τῷ Θεῷ; ὡς “ Ἁβραὰμ
“ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.” ἑκάτερον
οἶμαι λόγον ἔχειν. μεμνῆσθαι γὰρ δεῖ τόν τε πιστεύοντα
τῷ Θεῷ, καὶ τὸν πεπιστευμένον τὰ λόγια αὐτοῦ. μάλιστα ἐν
καιρῷ τῆς τῶν ἀπίστων χλεύης, ἣν χλευάζουσι τοὺς πεπιστευκότας, <lb n="20"/>
τοῦ μὴ καταργεῖσθαι τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τοῦ λόγου τῶν
ἀπιστούντων.</p><p>Ευσεβίου καὶ Σευηριανοῦ. Τὸ μὲν πρῶτον, οὐχ ἵνα, φησὶ,
δεύτερόν τι εἴπῃ καὶ τρίτον, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο πρῶτον πάντων ἐστὶ
καλῶν περιεκτικόν. τοῦ γὰρ πιστεῦσαι τοῖς τοῦ Θεοῦ λόγοις τί <lb n="25"/>
κρεῖττον ἃν εἴη;</p><lb n="3"/><p>Μῆ ἡ ἀπιστία αὐτῶν τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ
καταργησῃ;</p><p>Ἀπολιναρίου. Ὁμολογείσθω, φησὶ, τὸ τοῦ Θεοῦ βέβαιον καὶ
ἀληθὲς πανταχοῦ. ἄνθρωποι δὲ ἀβέβαιοι καὶ ψευδεῖς ἐλεγχέσθωσαν. <lb n="30"/>
ἵνα νικᾷ ταῖς εὐεργεσίαις ὁ Θεὸς ὑπὲρ τὴν ἀξίαν τῶν ἀνθρώπων,
τὰ παρ’ ἑαυτοῦ χαριζόμενος. καὶ ἐπειδὰν κρίνηται πρὸς πᾶσαν
σάρκα κατὰ τὸ γεγραμμένον ἀναμφισ βήτητον, ἣ τὰ πάντα μὲν
αὐτὸν παρεσχηκέναι κατὰ τὴν ἀγαθότητα τὴν ἑαυτοῦ, καὶ ὑπὲρ

<pb n="16"/>
τὴν ἀνθρώπων ἀξίαν· τοὺς δὲ ἀνθρώπους μὴ παρεσχηκέναι αὐτῷ
τὰ μὴ προσήκοντα.</p><p>Κυρίλλου. Ἐντιμώτεροι τῶν ἄλλων οἱ προεγνωσμένοι, καὶ
νόμον λαχόντες παιδαγωγὸν, καὶ ὑποσχέσεις ἔχοντες ἐπὶ Χριστῷ,
καὶ δὴ καὶ ἀπειληφότες καὶ προκεκλημένοι τῶν ἄλλων. ἔφασκε <lb n="5"/>
γὰρ ὁ Σωτῆρ’, “ οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολω-
“ λότα οἴκου Ἰσραὴλ,” καὶ τῶν διὰ πίστεως ἀνασεσωσμένων ἀπαρχὴ
γεγονότες. οὐ γὰρ εἴ τινες ἐκ φρενοβλαβείας τοῦ πιστεύειν ἀπώλεισθον,
ταύτῃ τοι, φησὶν, ἀφαμαρτήσειεν ἃν τοῦ καὶ ἀληθὴς εἶναι
Θεός. οὐκοῦν πέπομφέ μὲν ἐξ οὐρανοῦ τὸν Υἱὸν ὁ Πατὴρ, πεπιστεύκασι <lb n="10"/>
γέ μὴν οὐ πάντες αὐτῷ. ἀρ᾿ οὖν ὅτι γεγόνασι τινες ὕβρισται
τε καὶ ἄπιστοι, οὐκ ἔσται ὁ Θεὸς ἀληθὴς διὰ τοῦτο; μὴ γένοιτο.
“ γινέσθω δὲ ὁ Θεὸς ἀληθὴς, πᾶς δὲ ἄνθρωπος ψεύστης.” ἀντὶ τοῦ
νοείσθω τε καὶ λεγέσθω πρὸς ἡμῶν ἀληθής. καθοριζέσθω δὲ ὥσπερ
ἀνθρώπου παντὸς τοῦ ψεύδους τὸ κατηγόρημα. ἄτρεπτος μὲν γὰρ <lb n="15"/>
καὶ ἀναλλοίωτος παντελῶς ἡ θεία φύσις ἐστί. σεσάλευται δὲ
λίαν ἡ ἀνθρώπου φύσις, καὶ ὅσον ἧκεν εἴς τε τὸ ἐγχωροῦν πᾶς
ἄνθρωπος ψεύστης· καταθλεῖ γὰρ ἔσθ’ ὅτε τῆς ἀνθρώπου διανοίας
ὡς ἁμαρτία τὸ ψεῦδος, καὶ δέχεταί πὼς ἡ φύσις καὶ τοῦ τοιοῦδε
τὴν νόσον. ἐπὶ δέ γε τοῦ πάντων κρατοῦντος Θεοῦ τοιοῦτόν τι νοεῖν <lb n="20"/>
ἣ λέγειν οὐ θέμις. οὐκοῦν τόγε δύνασθαι παθεῖν τὸ ψεῦδος τὴν
ἀνθρώπου φύσιν ἤγουν τὴν διάνοιαν, ἀληθὲς ἔσται τὸ κατηγόρημα·
οὕτω που φησὶ καὶ ὁ μακάριος Δαβὶδ, “ ἐγὼ εἰπα ἐν τῇ ἐκστά-
“ σεῖ μου, πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης.” ὁ αὐτὸς δ᾿ ἃν γένοιτο λόγος
πέρι τε Θεοῦ καὶ ἡμῶν καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων, οἷον ἐπὶ τῆς <lb n="25"/>
δικαιοσύνης, φαίη γὰρ ἄν τις καὶ οὐκ ἔξω λόγου, γινέσθω δίκαιος
ὁ Θεὸς, πᾶς δὲ ἄνθρωπος ψεύστης.</p><p>Σευηριανοῦ. τάχα δ᾿ ἄν τις ἁπλούστερον καὶ τοῖς προκειμένοις
οἰκειότερον ἑρμηνεύσειε τὸν λόγον, μὴ κατὰ ἀπόφασιν
ἀλλὰ κατὰ ὑπόθεσιν ἐκδεξάμενος τὸ ῥηθὲν, προσθήκῃ μιᾶς συλλαβῆς· <lb n="30"/>
ὅτι κἂν πάντες ἄνθρωποι πρὸ τῆς ἀληθείας ἀγαπῶσι τὸ
ψεῦδος, οὐδὲν ἧττον ὁ Θεὸς ἀληθὴς διαμένει καὶ δίκαιος, ὑπισχνούμενός
οἵα Θεῶ προσῆκε, καὶ πᾶν τὸ τελεσθὲν ἐπιτελῶν, ἡνῖκα
πρόσηκεν.</p><pb n="17"/><p>Ὠριγένουσ. Τὸ οὖν “ γενηθήτω” εἴρηται ἀντὶ εὐκτικοῦ ὡς τὸ
“ εἴη τὸ ὄνομά σου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας.”</p><lb n="5"/><p>Εἰ δὲ ἡ ἀδικία ἡμῶν Θεοῦ δικαιοσύνην συνίστησι.</p><p>Κυρίλλου. Ἡ τῆς τοιαύτης διαβολῆς πρόφασις ἐντεῦθεν γεγένηται.
μετὰ τὴν ἀπὸ Βαβυλῶνος ἐπάνοδον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ κελευθέντες <lb n="5"/>
ὑπὸ Κύρου ἀναδείμασθαι τὸν νεὼν, καὶ πληροῦν εὐχὰς, καὶ
προσάγειν θυσίας, γεγόνασι ῥάθυμοι, προφασιζόμενοι πτωχείαν, καὶ
τὴν ἀπὸ τῆς αἰχμαλωσίας ταλαιπωρίαν. ταύτῃ συμμέτροις εσωφρονίζοντο
παιδείαις, ἀφορίαις καρπῶν, καὶ ὑετῶν ἐνδείαις· ἀσχάλλοντες
δὲ πρὸς τὰς τοιαύτας πληγὰς, ἐμακάριζον μὲν τοὺς ἀλλογενεῖς, <lb n="10"/>
καὶ τοὺς μὴ δουλεύοντας τῷ Θεῷ ὡς ἐν εὐθυμίᾳ διάγοντας· καὶ
ἔφασκον ἀμείνους ἑαυτῶν ὑπάρχειν ἐκείνους. καὶ γοῦν ἔφασκε
πρὸς αὐτοὺς Μαλαχίας ὁ προφήτης· “ ἐβαρύνατε ἐπ’ ἐμὲ τοὺς
“ λόγους ὑμῶν, λέγει Κύριος, καὶ εἴπατε, ἔν τινι κατελαλήσαμεν
“ κατὰ σοῦ; εἴπατε φησὶ, μάταιος ὁ δουλεύων Θεῷ. καὶ τί πλέον <lb n="15"/>
“ ὅτι ἐφυλάξαμεν τὰ φυλάγματα αὐτοῦ; καὶ διότι ἐπορεύθημεν
“ ἱκέται πρὸ προσώπου Κυρίου παντοκράτορος, καὶ νῦν ἡμεῖς μακα-
“ ρίζομεν ἀλλοτρίους; καὶ ἀνοικοδομοῦνται ποιοῦντες ἄνομα; ἀν-
“ τέθησαν Θεῷ καὶ ἐσώθησαν. ταῦτα κατελάλησαν οἱ φοβούμενοι
“ τὸν Κύριον, ἕκαστος πρὸς τὸν πλήσιον αὐτοῦ· καὶ προσέσχε Κύ- <lb n="20"/>
“ ριος, καὶ εἰσήκουσε.” ταύτης ἕνεκα, φησὶ, τῆς αἰτίας, ᾤοντό
τινες τοὺς Ἰουδαίους λέγειν, ποιήσωμεν τὰ κακὰ, ἵνα ἔλθῃ τὰ ἀγαθά.
ἔνδικον δὲ μὴν τὸ κρίμα εἰπὼν, ἢ τῶν Ἰουδαίοις ἐπιφημιζόντων ἐκεῖνα,
ἤγουν τῶν λέγειν ἀποτολμώντων, ὅτι ποιήσωμεν τὰ κακὰ, ἵνα
ἔλθῃ τὰ ἀγαθά.</p><lb n="25"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><head>ΚΕΦ. Ε.</head><p>Περὶ χάριτος δι’ ἧς ἄνθρωποι μόνον δικαιοῦνται, οὐ κατὰ γένος διακεκριμένως,
ἀλλὰ κατὰ Θεοῦ δόσιν ἰσοτίμως κατὰ τὸν Ἀβραὰμ τύπον.</p><lb n="9"/><p>Τί οὖν προεχόμεθα; οὐ πάντως.</p><p>Θεοδωρου. Ἵνα εἴπῃ, ἄγε τοίνυν μετὰ τὸν οἰκείων ἔλεγχον, <lb n="30"/>
τῶν ἡμετέρων τὸ μέγεθος λέξομεν.</p><p>Ὠριγένουε. βούλεται ῥητὰ συναγαγεῖν πῶς ἅπαντες Ἰουδαῖοι
καὶ Ἕλληνες ὑπὸ ἁμαρτίαν γεγόνασι. ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ
“ καθὼς γέγραπται, οὐκ ἔστι δίκαιος οὐδὲ εἷς οὐκ ἔστιν ὁ

<pb n="18"/>
“ οὐκ ἔστιν ὁ ζητῶν, τὸν Θεόν.” ὅπερ αὐταῖς λέξεσιν, οὐχ εὕρομέν
που γεγραμμένον, ἀλλὰ νομίζομεν ἀπὸ τοῦ τρισκαιδεκάτου καὶ τοῦ
πεντηκοστοῦ δευτέρου μεταποιεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου τὰ ῥητά·
ἐν μὲν γὰρ τῷ ιγ' ψαλμῷ εἴρηται· “ Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέ-
“ κυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἣ <lb n="5"/>
“ ἐκζητῶν τὸν Θεόν.” ἐν δὲ τῷ νβ'· “ ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
“ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἣ
“ ἐκζητῶν τὸν Θεόν.” ἔοικεν οὖν νενοηκέναι ἰσοδυναμεῖν τὸ “ τοῦ
ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἣ ἐκζητῶν τὸν Θεόν. καὶ τὸ οὐκ ἔστι
“ δίκαιος οὐδὲ εἷς,” νομίζω γεγονέναι ἐκ τοῦ “ οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστοτητα· <lb n="10"/>
οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός. ὥστε τῇ δυνάμει δὶς αὐτὸν τεθεικέναι,
ἅπαξ μὲν μεταποιήσαντα, ἅπαξ δὲ λέξεσι ταῖς αὐταῖς χρησάμενον,
καὶ παραλιπόντα τὸ δεύτερον εἰρημένον ” οὐκ ἔστιν.”</p><p>Θεοσώρου. τῇ μαρτυρίᾳ οὐχ ὡς προφητικῶς εἰρημένῃ ἐχρήσατο,
ἀλλ’ ὡς ἁρμοζούσῃ τοῖς ἀποδεδειγμένοις, τῷ περιληπτικῶς <lb n="15"/>
περὶ ἐπταικότων λέγειν αὐτὰ τὸν Δαβίδ. ὥσπερ οὖν ἡμεῖς ἄχρι
τῆς δεῦρο ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς διαλέξεσι, μαρτυρίαις συγκεχρήμεθα,
ὡς ἃν ἁρμόζειν δυναμέναις ἀπὸ τῆς διανοίας τοῖς παρ’
ἡμῶν λεγομένοις. ὁ γὰρ ψαλμὸς ἐκεῖνος οὐ περὶ πάντων ἀνθρώπων
εἴρηται τῷ Δαβίδ. καὶ δῆλον ἐξ ὧν φησὶν, “ οὐχὶ γνώσονται <lb n="20"/>
“ πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν; οἱ ἐσθίοντες τὸν λαόν μου
“ ἐν βρώσει ἄρτου.” τίνα δὲ ἔμελλεν ὀνομάζειν οἰκεῖον Θεῷ
ὃ περὶ πάντων ἀνθρώπων ὥστε τὸ χεῖρον ἐκκλινάντων ἀποφηνά-
μενος e.</p><p>Σευηριανοῦ. “ Τί οὖν κατέχομεν περισσόν;” προῃτησάμεθα <lb n="25"/>
γὰρ Ἰουδαίους τε καὶ Ἕλληνας καὶ τὰ ἑξῆς ἐλλειπῶς εἴρηται.
τὸ γὰρ “ τι οὖν κατέχομεν περισσόν;“ἀκόλουθον ἦν ἐπαγαγεῖν
τὴν ἐκ πίστεως δικαιοσύνην· προῃτησάμεθα γὰρ Ἰουδαίους τε καὶ
Ελληνας. προῃτήσατο δὲ πῶς; ἐν τῷ Ἕλληνας μὲν ἀπελέγξαι
διαφθείραντας τὴν φυσικὴν γνῶσιν ἐν οἷς ἔφη, “ ὁ Θεὸς γὰρ <lb n="30"/>
“ αὐτοῖς ἐφανέρωσε· τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου,
“ τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται. καὶ διότι γνῶντες τὸν
“ Θεὸν, οὐχ ὡς Θεὸν ἐδόξασαν, ἢ εὐχαρίστησαν.” Ἰουδαίους δὲ
παραβεβηκότας τὸν νόμον, δι’ ὧν φησιν, “ ὃς ἐν νόμῳ καυχᾶσαι,
<note type="footnote">e Ηæc procul dubio corrupta</note>

<pb n="19"/>
„διὰ διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις;“ δείξας καὶ
ὅτι παρ’ οἷς μὲν ἡ φύσις ἠσθένησε· παρ’ οἷς δὲ, καὶ ἡ φύσις καὶ
ὁ νόμος, ἀκολούθως τὴν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου χάριν εἰσάγει καὶ
φησὶ, τι ἔχομεν ἡμεῖς ἐκ τῆς χάριτος περισσὸν καὶ ἐξαίρετον;
τὴν πίστιν τὴν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ δικαιοσύνης οὖσαν <lb n="5"/>
ἀπεργαστικήν.</p><p>Ωριγένουσ. “ Τὸ δὲ ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν,”
αὐταῖς λέξεσι κεῖται ἡ χρῆσις παρὰ τῷ ρλθ' ψαλμῷ· τὸ δὲ ἐπὶ
τούτοις “ ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει,” ἔοικε γεγονέναι
ἀπὸ τοῦ ἐν τῷ ἐννάτῳ ψαλμῷ οὕτως εἰρημένου· “ οὗ ἀρᾶς τὸ <lb n="10"/>
“ στόμα αὐτοῦ γέμει καὶ πικρίας καὶ δόλου.” εἶθ᾿ ἑξῆς τοῦτο
ἐστίν· “ ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα.” τοῦτο δὲ ζητήσεις
ἐν τῷ Ἠσαΐᾳ, ἣ ἐν ταῖς ἄλλαις τῶν Παροιμιῶν ἐκδόσεσιν, ἐν
τῷ “ ταχυνοὶ ἐκχέαι αἷμα. ” ὃ μετὰ ἀστερίσκων προσετέθη ἐν τῆ
ἐκδόσει τῶν ἑβδομήκοντα. “ τὸ δὲ σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν <lb n="15"/>
“ ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν,” μέχρι τοῦ δεῦρο οὐκ οἶδα ποῦ ἀνεγνωκώς.
οἶμαι δὲ ἔν τινι τῶν προφητῶν γεγράφθαι τὸ, “ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ
“ ἔγνωσαν.” ἐν δὲ Ψαλμοῖς, “ οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν
“ ὀφθαλμῶν αὐτῶν.” πλήθους δὲ ὄντων ἁμαρτημάτων οὐ πάντως
ἔνοχος ἕκαστός ἐστι τοῖς ἅπασιν. ἀλλ’ οἱ μὲν, τῷ δὲ τῷ ἁμαρτήματι, <lb n="20"/>
οἱ δὲ τῶδε, καὶ οὕτω τοὺς πάντας τοῖς πᾶσιν.</p><lb n="19"/><p>Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ὅσα ὁ νόμος λέγει.</p><p>Ωρισένουσ. Τί κοινὸν πρὸς πᾶσαν σάρκα τὰ ἔργα τοῦ Μώσεως
νόμου; πῶς δὲ καὶ τῆς ἁμαρτίας ἐπίγνωσιν διὰ τοῦ νόμου
Μωϋσέως γίνεται; πολλῶν καὶ πρὸ Μώσεως ἐπεγνωκότων τὰ ἴδια <lb n="25"/>
ἁμαρτήματα. Καῒν μὲν, φησὶ, “ μείζων ἡ αἰτία μου τοῦ ἀφε-
“ θῆναί με.” οἱ δὲ εἰς Αἴγυπτον καταβάντες πρὸς τὸν Ἰωσὴφ
πατριάρχαι, λέγουσιν ἐπὶ τοῖς τοῦ Ἰωσὴφ πρὸς αὐτοὺς λόγοις τὸ
“ ἐν ἁμαρτίαις ἐσμὲν περὶ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν. καὶ τὰ ἑξῆς. ἀλλὰ
καὶ εἴπερ ὁ Ἰὼβ δείκνυται πρὸ Μώσεως γεγονέναι, φησίν· “ εἰ δὲ <lb n="30"/>
“ καὶ ἁμαρτῶν ἑκουσίως ἔκρυψα τὴν ἁμαρτίαν μου,” καὶ τὰ ἑξῆς.
ὥστε δοκεῖ μοι μὴ τὸν Μώσεως νόμον νῦν λέγεσθαι τῷ Ἀποστόλῳ,
ἀλλὰ περὶ τοῦ φυσικοῦ, ὃς καὶ γέγραπται ἐν ταῖς καρδίαις τῶν
<note type="footnote">f ἐν αὐτῶ Cod.</note>

<pb n="20"/>
ἀνθρώπων. τίνες δ᾿ ἃν εἶεν οἱ ἐν τῷ νόμῳ; ἣ πᾶς ὁ συμπληρώσας
τὸν λόγον ἄνθρωπος; οὐκ εἰσὶ γὰρ ἐν τῷ νόμῳ, οἱ ἔτι ζῶντες
χωρὶς νόμου, ὁποῖος ἦν καὶ Παῦλος ποτὲ, πλὴν οἱ ἅγιοι, οὓς
προέγνω καὶ προώρισε καὶ ἐδικαίωσε καὶ ἐδόξασε, νόμος εἰσὶ καὶ
οὐκ ἐν νόμῳ. διόπερ οὐ φραγήσεται αὐτῶν τὸ στόμα, οὐδὲ ὑπόδικοι <lb n="5"/>
γενήσονται τῶ Θεῷ· οὐ γὰρ εἰσὶ σάρξ. καὶ εἰ δικαιοῦνται
δὲ, οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, νόμος γὰρ, “ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου δικαιω-
“ θήσεται,” αὐτόθεν δίκαιος ὤν· οὕτω δὲ g δὴ νόμου ἐπίγνωσις
ἁμαρτίας, ὡς διὰ ἰατρικῆς ἐπίγνωσις νόσου, καὶ μάλιστα τῆς
λανθανούσης καὶ αὐτὸν τὸν νοσοῦντα. καὶ ἄλλως δὲ, ὅσον ἐπὶ τῶ <lb n="10"/>
νόμῳ τιμωρηθῆναι τὸν μοιχεύοντα, ἐχρῆν καὶ τὸν φονεύοντα κολάζεσθαι
βουλομένῳ πάντως· τὸ δὲ “ Κύριος ἀφεῖλε τὸ ἀνόμημά
“ σου,” οὐκέτι βούλημα ἦν τοῦ νόμου, ἀλλὰ χάρις τοῦ δεδωκότος
τὸν νόμον. διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἰπὼν τὸ “ ἐξ ἔργων νόμου, ” οὐκ
ἐπήγαγε, πᾶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ πᾶσα σάρξ. διαθέσει μὲν γὰρ <lb n="15"/>
δικαιοῦσθαι δυνατὸν, ὅταν τῇ προθέσει πρὸς τὸ τοῦ νόμου ῥέπῃ
βούλημα. ἔργοις δὲ, οὐκέτι δυνατόν. τὰ δὲ ἔργα σαρκὸς, ἅπερ
ἀνέληται ψυχή.</p><lb n="21"/><p>Νυνὶ δὲ χωρὶς νόμου δικαιοσύνη Θεοῦ πεφανέρωται.</p><p>Ὠριγένουσ. Ὃ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν. οὐχ ὥσπερ διὰ νόμου <lb n="20"/>
ἐπίγνωσις ἁμαρτίας, οὕτω καὶ φανέρωσις δικαιοσύνης Θεοῦ διὰ
νόμου γίνεται. μείζων γάρ ἐστιν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ τῶν
φυσικῶν ἀφορμῶν, αἱ τινες οὐκ εἰσὶν αὐτάρκεις πρὸς τὸ κατανοῆσαι
δικαιοσύνην, οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ τὴν αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, οὗ τὰ
δικαιούμενα κρίματα ἀνεξερεύνητά εἰσιν. διὸ “ νυνὶ χωρὶς νόμου <lb n="25"/>
“ πεφανέρωται ἡ τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνη,” ἧς διδάσκαλός ἐστιν
ὁ Χριστὸς, ἐν μηδενὶ παραλαμβάνων εἰς παράτασιν τῆς τοῦ Θεοῦ
δικαιοσύνης τὸν τῆς φύσεως νόμον. ἐμαρτυρεῖτο δὲ αὕτη ὥσπερ
ὑπὸ τῶν προφητικῶν λόγων ἐξ Ἁγίου Πνεύματος αἰνιγματωδῶς
εἰρημένων, καὶ ὑπὸ τοῦ προφήτου Μωϋσέως νόμου. καὶ μὴ θαυμάσῃς, <lb n="30"/>
εἰ δύο σημαινόμενα τοῦ ἑνὸς ὀνόματος τοῦ νόμου ἐν τῷ
αὐτῷ παρείληπται τόπῳ. εὑρήσομεν γὰρ ταύτην τὴν συνήθειαν καὶ
ἐν ἄλλαις γραφαῖς· οἷον “ οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι τετράμηνός ἐστι,
<note type="footnote">g Leg. fors. διά.</note>

<pb n="21"/>
“ καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν, καὶ
“ θεάσασθε τὰς χώρας ὅτι λευκαί εἰσιν πρὸς θερισμὸν ἤδη.” δὶς
γὰρ ἐκεῖ ὁ θερισμὸς ὀνομασθεὶς, καὶ τὰ μὲν τὸν πρότερον ἐπὶ τὸν
σωματικὸν ἀναφέρεται, κατὰ δὲ τὸν δεύτερον ἐπὶ τὸν πνευματικόν.
εἴπερ δὴ ὁ αὐτὸς νόμος παρείληπται κατά τινας. εἰ μὲν χωρὶς <lb n="5"/>
νόμου πεφανέρωται, οὐχ ὑπὸ νόμου μαρτυρεῖται. εἰ δὲ ὑπὸ νόμου
μαρτυρεῖται, οὐ χωρὶς τοῦ νόμου πεφανέρωται.</p><p>Ἀπολιναρίου. Οὐ κατὰ ἐναντίωσιν τὴν πρὸς νόμον, ἀλλὰ
κατὰ προσθήκην ἀγαθοῦ καὶ δωρεὰν Θεοῦ· ἵνα μηκέτι ἐν ἀνθρωπίνῃ
δικαιοσύνῃ κρινώμεθα τῇ πάντως ἐξελεγχομένῃ· ἀλλὰ τῇ <lb n="10"/>
παρὰ Θεοῦ δικαιοσύνῃ τελειωθῶμεν. αὕτη δέ ἐστιν ἡ διὰ τῆς
Χριστοῦ πίστεως εἰς πάντας διαβαίνουσα τοὺς πιστεύοντας, καὶ
πᾶσιν ἐπαναπαυομένη.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἀνέλαβε τὸ προειρημένον, ἵνα προσθῇ τὸ
ἐπειδὴ γὰρ εἶπε δικαιοσύνη Θεοῦ πεφανέρωται, εἶτα τινὰ παρενέθηκεν <lb n="15"/>
ἀναγκαίως, τοῦτον τὸν λόγον ἀναλαβὼν, δείκνυσι διὰ τῆς εἰς
τὸν δεσπότην Χριστὸν πίστεως ταύτης ἅπαντας ἀπολαύοντας, εἴτε
Ἰουδαῖοι εἶεν, εἴτε Ἕλληνες, οἱ ταύτης τυχεῖν ἐφιέμενοι. τὸ γὰρ
εἰς πάντας τοὺς Ἰουδαίους λέγει, ἐπὶ πάντας δὲ τοὺς ἐκ τῶν
ἄλλων ἐθνῶν.</p><lb n="20"/><p>Κυρίλλου. Οἶδα ὅτι γέγραπται περί τινων, ὅτι “ ἦσαν δίκαιοι
“ ἀμφότεροι πορευόμενοι ἐν ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ
Χριστοῦ ἄμεμπτοι. καὶ ὁ μακάριος δὲ Παῦλος ἔφη, ὅτι καὶ
αὐτὸς κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γέγονεν ἄμεμπτός. ἀλλ’ ὁ
ἐν τούτοις ἄμεμπτος οὔπω πέπραχε τὰ δι’ ὧν ἔσται λαμπρὸς καὶ <lb n="25"/>
ἀοίδιμος. καὶ γοῦν αὐτὸς ἔφη πάλιν ὁ μακάριος Παῦλος, ὡς
ἡγεῖτο μὲν ἅπαντα τὰ ἐν νόμῳ ζημίαν, καὶ ἐν ἴσῳ σκυβάλοις
κατελογίζετο. ζητοίη δὲ πάλιν τὸ ὑπέρεχον τῆς γνώσεως τοῦ
Χριστοῦ. κατακρίνει δὲ πάλιν ὁ νόμος τοὺς παραβαίνοντας.
ταύτῃ τοι ἑτέρωθι φησίν· “ εἰ γὰρ τῇ διακονίᾳ τῆς κατακρίσεως <lb n="30"/>
δόξα, πολλῷ μᾶλλον περισσεύει ἡ διακονία τῆς δικαιοσύνης
δόξη.</p><p>Πλείστης δὲ οὔσης ἐντολῆς ἐν αὐτῷ, πᾶσα πῶς ἀνάγκη καὶ
τὸν ἀκριβῆ νομοφύλακα διαπταίειν ἔν τισι, καὶ παραβάτην νόμου
καθίστασθαι· καὶ ὅτι φορτικὸς ἀληθῶς διωμολογήκασιν ἐναργῶς <lb n="35"/>

<pb n="22"/>
οἱ θεσπέσιοι μαθηταί· ἔφασκον γὰρ “ νῦν οὖν τι πειράζετε τὸν
“ Θεὸν, ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν τράχηλον τῶν μαθητῶν, ὃν
“ οὔτε οἱ πατέρες ἡμῶν, οὔτε ἡμεῖς ἰσχύσαμεν βαστάσαι;” ὅτε
τοίνυν Ἕλληνες μὲν ἦσαν ὑφ’ ἁμαρτίαν ὡς ἠγνοηκότες τὸν δημιουργὸν
Ἰουδαῖοι δὲ ὡς τῆς τοῦ νόμου παραβάσεως ἔνοχοι, <lb n="5"/>
ἐδέησεν ἀναγκαίως τοῖς οὖσιν ἐπὶ τῆς γῆς g τοῦ δικαιοῦντος
Χριστοῦ· δεδικαιώμεθα γὰρ οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ, ὧν
ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸ πολὺ αὐτοῦ ἔλεος· αὐτὸς γὰρ ἢν
ὁ κατὰ πάλαι λέγων διὰ φωνῆς προφητῶν, “ ἐγώ εἰμι ὁ ἐξαλεί-
“ φων τὰς ἀνομίας σου, καὶ οὐ μὴ μνησθήσομαι.” διάττει γε <lb n="10"/>
μὴν ἡ δικαιοῦσα χάρις εἰς πάντας ἐν ἴσῳ, Ἰουδαίους τέ φημι καὶ
Ἕλληνας, “ ὅτι καὶ πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης
“ τοῦ Θεοῦ, δόξα Θεοῦ δὲ νοοῖτ ἂν εἰκότως τὸ μήτε εἰδέναι
μήτε μὴ πεφυκέναι πλημμελεῖν. κατόπιν δὲ πάντως τῶν τῆς
θεότητος αὐχημάτων, πᾶσα ἡ γενητὴ κτίσις, παρώλισθον γὰρ καὶ <lb n="15"/>
τῶν Ἀγγέλων τινὲς, πλὴν εὐδόκησεν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ ἀνακεφαλαιώσασθαι
τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ τῷ δικαιοῦντι δωρεὰν τῇ
αὐτοῦ χάριτι. τέθενται γὰρ ἱλαστήριον διὰ πίστεως ἐν τῷ αὐτοῦ
αἵματι. ἐπειδὴ γὰρ πεποίηται τῆς ἁπάντων ζωῆς ἀντάλλαγμα τὸ
ἴδιον αἷμα, σέσωκε τὴν ὑπ’ οὐρανὸν, ἵλεων τε καὶ εὐμενῆ κατέστησεν <lb n="20"/>
ἡμῖν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς Πατέρα καὶ Θεόν.</p><lb n="22"/><p>Οὐ γὰρ ἐστι διαστολὴ. πάντες γὰρ ἥμαρτον.</p><lb n="23"/><p>Ωριγένουσ. Δίκαιον δὲ παραθέσθαι τοὺς μετὰ αἵματος γενομένους
κατὰ τὸν νόμον ἱλασμοὺς, ἱν εὑρεθῇ ἐκ τῶν παρατιθεμένων,
καὶ ὧν ἐστι σύμβολα τὰ γεγραμμένα. γέγραπται τοίνυν μετὰ <lb n="25"/>
τὴν τοῦ ἀρχιερέως θυσίαν ἐν τῶ Λευιτικῷ, “ ἐὰν δὲ πᾶσα συνα-
“ γωγὴ ἀγνοήσῃ, καὶ λάθῃ ῥῆμα ἐξ ὀφθαλμῶν τῆς συναγωγῆς,
“ καὶ ποιήσωσι μίαν ἁπασῶν τῶν ἐντολῶν Κυρίου. ἢ ἡ ἁμαρτία,
“ ἥμαρτον ἐν αὐτῇ καὶ προσάξει ἡ συναγωγὴ μόσχον ἐκ βοῶν
“ περὶ τῆς ἁμαρτίας.” εἶτα μετ’ ὀλίγα· “ καὶ εἰσοίσει ὁ ἱερεὺς, ὁ <lb n="30"/>
“ χριστὸς ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ μόσχου εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρ-
“ τυρίου.” Καὶ πάλιν μετ’ ὀλίγα—“ καὶ ποιήσει,” φησι, “ τὸν
μόσχον ὂν τρόπον ἐποίησε ’τον μόσχον τῆς ἁμαρτίας οὕτως
<note type="footnote">g οὐ Cod. h Leg. καὶ γνωσθῇ αὐτοῖς ἡ ἁμ. ἣν ἥμαρτον. Lev. iv.14.</note>

<pb n="23"/>
“ ποιηθήσεται αὐτῷ· καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτῶν ὁ ἱερεὺς, καὶ
ἀφεθήσεται αὐτοῖς.</p><p>Ιωάννου. Σευηριανοῦ. Οὐδαμοῦ δέ φησιν, ὅτι πάντες ἠσέβησαν,
ἀλλ’ ἥμαρτον τὸ τῆς ἁμαρτίας κοινόν· οὐ τὸ τῆς ἀσεβείας·
i οὐδὲ ὑστερούμενος ἔχοντι τὸ ὑστεροῦν, ζητεῖ τὸ λεῖπον· εἶχον οἱ <lb n="5"/>
Ἰουδαῖοι τὸν νόμον. ὑστερεῖ δὲ αὐτοῖς ἡ τῆς χάριτος τελείωσις.</p><lb n="25"/><p>Εἰς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ.</p><p>Σευηριανοῦ. Θεοδωρήτου. Ἠνέσχετο γὰρ ὁ Θεὸς, ἵνα δείξῃ
τὴν ἑαυτοῦ δικαιοσύνην. εἰ γὰρ ὑπεξεληλύθει, πάντως ἃν ἀνεῖλεν.
εἰ δὲ ἀνήρει, οὐκ ἦν ὁ σωζόμενος. ἐπειδὴ δὲ ἠνέσχετο καὶ προστιθεμένων <lb n="10"/>
τῶν ἁμαρτημάτων, ἔδειξεν ὅτι βουλόμενος οὐ καταλλάξαι
νόμον τῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλὰ καὶ δικαιῶσαι, τὸ πρότερον ἠνέσχετο.
συγχωρήσας τοίνυν ἁμαρτάνειν, ἀθρόαν τὴν ἄφεσιν ἐχαρίσατο.
δίκαιον δὲ τὸν Θεὸν λέγομεν· ἤτοι ἀνταποδιδόντα, ἣ τὴν
δικαιοσύνην χαριζόμενον. ὃ οὖν ἐγὼ δικαιοῦμαι, Θεοῦ δικαιοσύνη, <lb n="15"/>
ἐπειδὴ οὐκ ἐξ ἐμῶν ἔργων, ἀλλ’ ἐκ τῆς τοῦ δικαιοῦντος χάριτος.
οἷον συντόμως δείξας τὰ δῶρα τῆς χάριτος, ἀνατρέχει τὸν περὶ τοῦ
νόμου λόγον καὶ δείκνυσιν αὐτὸν.</p><lb n="27"/><p>Ποῦ οὖν ἡ καύχησις; ἐξεκλείσθη.</p><p>Ωριγένουσ. Ἐπειδὴ πᾶσα ἡ ἐξ ἔργων ἀπεκλείσθη πᾶσιν <lb n="20"/>
ἀνθρώποις καύχησις, διὰ τοῦτο “ πᾶς ὁ ὕψων ἑαυτὸν ταπεινωθήσε-
“ ται·” κἂν ἀληθεύων λέγει τὸ “ ὁ Θεὸς ὁ εὐχαριστῶν σοι, ὅτι οὐκ
“ εἰμὶ ὡς οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων,” καὶ τὰ ἑξῆς. διὰ νόμου δὲ
πίστεως ἐκκλείεται πᾶσα καύχησις, ὁποῖα ἦν ἡ Παύλου λέγοντος
“ k ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι ἐπ’ οὐδεμίᾳ τῶν ἀρετῶν, ἣ ἐν <lb n="25"/>
“ μόνῳ τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.”</p><p>Πάντως ἐρεῖτέ μοι, τίς ἐπεισελθὼν νόμος τοῦτον ἐξέβαλεν;
ἐπειδὴ νόμῳ πέφυκεν ὁ κρατῶν λύεσθαι νόμος. πρὸς οὕς, φησιν,
οὐ νόμος ἔργων ἐπεισελθὼν τὸν πρότερον ἔλυσε. κάλλιστα γὰρ
εἶχεν ἐκεῖνος, κατά γε τοῦτο. νόμος δὲ πίστεως ἐπεισεληλυθὼς, <lb n="30"/>
περιττὸν εἰκότως τοῦτον ἀπέφηνεν, νικώσης τὴν ἀπὸ τοῦ νόμου τῶν
ἔργων. ἐπειδὴ ταῦτα ἡμῶν ἀπὸ τῆς θείας ὑπάρχει χάριτος, ἃ σὺν
πολλῷ τῷ πόνῳ προσγίνεσθαι ἀπὸ τῶν προτέρων οὐκ ἠδυνήθην.</p><note type="footnote">i Ηæc non cohærent. k ἐμὸς Cod. 1</note><pb n="24"/><p>ἔδειξε δὲ διὰ νόμου πίστεως * * * * * σθαι πρὸς τὸν
νόμον ὡς ἀλλότριον ἐπὶ τῶν οἰκείων τὴν προσηγορίαν ἀσπάζεται.</p><p>Κυρίλλου. τίς γὰρ ὅλως, ἣ ἐπί τισι καυχήσεται, πάντων
ἠχρειωμένων καὶ ἐκκεκλεικότων τῆς εὐθείας ὁδοῦ, καὶ οὐδενὸς
ὄντος παντελῶς τοῦ ποιοῦντος χρηστότητα; οὐκοῦν “ ἐξεκλείσθη, <lb n="5"/>
φησὶν, ἡ καύχησις. τουτέστιν ἐκβέβληται, καὶ ἀνήρηται τόπον.
τὴν πάρεσιν τῶν προγεγονότων ἁμαρτημάτων πεπλουτήκαμεν ἐλέῳ
καὶ χάριτι, δικαιούμενοι δωρεὰν ἐν Χριστῷ.</p><lb n="28"/><p>Λογιζόμεθα οὖν πίστει δικαιοῦσθαι ἄνθρωπον.</p><p>Θεοδώρου. Τὸ δὲ “ λογιζόμεθα” οὐκ ἐπὶ ἀμφιβολίας μέγει, <lb n="10"/>
ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ λογισμῷ τῷ προσήκοντι· ἡγοῦμαι τῆς κατὰ πίστιν
δικαιώσεως ἄνευ ἔργων νόμου πάντα ἄνθρωπον βουληθέντα μετέχειν.
σημειωτέον δὲ ὡς οὐχ ἁπλῶς εἶπε “ χωρὶς ἔργων νόμου,
ὡσανεὶ καὶ ἐργαζοίμεθα ἀρετῆς ἐπιμελούμενοι, οὐκ ἀνάγκη νόμου
τοῦτο ποιούντων, ἀλλ’ ὑφ’ ἑτέρου πρὸς τοῦτο ἀγομένων.</p><lb n="15"/><p>Ὡριγένουσ. Ὅτι δὲ ἀρκεῖ εἰς δικαιοσύνην ὁ τῆς πίστεως νόμος
καθόλου μηδὲν ἐργασαμένοις ἡμῖν, ἔχομεν δεῖξαι τὸν συσταυρωθέντα
λῃστὴν τῷ Ἰησοῦ, καὶ τὴν ἐν τῷ κατὰ Λουκᾶν ἁμαρτωλὸν
γυναῖκα τὴν κομίσασαν ἀλάβαστρον μύρου, καὶ στάσαν παρὰ
τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ διαπραξαμένην ἅπερ ἀναγέγραπται <lb n="20"/>
πεποιηκέναι. ἐξ οὐδενὸς γὰρ ἔργου, ἀλλ’ ἐκ τῆς πίστεως ἀφέονται
ταύτης αἱ ἁμαρτίαι, καὶ ἤκουσε τὸ “ ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.
“ πορεύου εἰς εἰρήνην.” ὅτι δὲ μετὰ τὴν ἐπίγνωσιν ἀδικία γενομένη,
ἀθετεῖ τὴν χάριν τοῦ δικαιώσαντος, σαφῶς αὐτὸς ἐν τοῖς
ἑξῆς παραστήσει. ἐγὼ δὲ οἰμαι, φησὶν, ὅτι καὶ τὰ πρὸ τῆς <lb n="25"/>
πίστεως ἔργα, κἂν δοκῇ εἶναι δεξιὰ, ὡς μὴ ἐποικοδομηθέντα καλῷ
1θεμελίῳ τῆ πίστει, οὐ δικαιοῖ τὸν ποιήσαντα αὐτά.</p><lb n="31"/><p>Ἢ Ἰουδαίων Θεὸς μόνον καὶ οὐκ ἐθνῶν; νόμον οὖν
καταργοῦμεν διὰ τῆς πίστεως;</p><p>Κυρίλλου. Ἔφη τῷ θεσπεσίῳ Μώσῃ ὁ τῶν ὅλων Θεὸς, “ προ- <lb n="30"/>
“ φήτην αὐτοῖς ἀναστήσω ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ· καὶ λαλήσει
“ αὐτοῖς καθότι ἃν ἐντείλωμαι αὐτῷ. καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὃς
“ μὴ ἀκούσῃ τῶν λόγων, ὅσα ἃν λαλήσῃ ὁ προφήτης ἐπὶ τῷ
<note type="footnote">1 θεμέλια. Cod.</note>

<pb n="25"/>
“ ὀνόματί μου, ἐγὼ ἐκδικήσω ἐξ αὐτοῦ.” πῶς οὖν οὐχ ἱστῶμεν
νόμον διὰ τῆς πίστεως τὸν πη αὐτοῦ προσιέμενον λόγον· καὶ
προφήτης ὠνόμασται διὰ τὸ ἀνθρώπινον ὁ Ἐμμανουὴλ, ὁ ὡς ἐν
τάξει Μώσεως μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. καὶ πάλιν ὁ μὲν
νόμος ἦν ἐν σκιαῖς, πλὴν ὠδίνων ὁρᾶθαι τῆς ἀληθείας τὴν μόρφωσιν. <lb n="5"/>
οὐκ ἀναιρεῖ δὲ τοὺς τύπους ἡ ἀλήθεια, καθίστησι δὲ
ἐμφανεστερους.</p><p>Ὠριγένουσ. τίνι διαφέρει ἡ ἐκ πίστεως δικαιουμένη περιτομὴ,
τῆς δικαιουμένης διὰ τῆς πίστεως ἀκροβυστίας; οὐ γὰρ
νομιστέον ὡς ἔτυχε Παῦλον ταῖς προθέσεσι διαφόρως κεχρῆσθαι. <lb n="10"/>
οἷον καὶ ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους, “ ἡ γυνὴ,” φησὶν, “ ἐκ τοῦ ἀνδρὸς,
“ ὁ δὲ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός.” δοκεῖ δέ μοι οἰκειότερον εἶναι τὸ
ἔκ τινος τῷ ἐξ οὗ, ἤ περ τὸ διά τινος τῷ δι’ οὗ. ἡ μὲν γὰρ γυνὴ
πρώτως ἐξ ἀνδρός ἐστιν οὐδέποτε δι’ ἀνδρός. οὐδὲ γὰρ ἐξ ἄλλου
ποτε γυνὴ, ἵνα γένηται δι’ ἀνδρός. καὶ μάλιστα ἐπὰν ἀκούῃ <lb n="15"/>
τούτων κατὰ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔαν, διὰ τὸ “ τοῦτο νῦν ὀστοῦν
“ ἐκ τῶν ὀστῶν μου, καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου.” ὁ δὲ ἀνὴρ
οὐδέποτε ἐκ τῆς γυναικὸς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς πρώτως ἐξ ἀνδρὸς ὣν,
μετὰ τοῦτο γίνεται διὰ γυναικός· ἀλλὰ τοῦτο οὐκέτι ἁρμόζει ἐπὶ
τοῦ Ἀδὰμ, ἀλλ’ ἐπὶ παντὸς ἀνδρὸς μετ’ ἐκεῖνον. ἐπεὶ τοίνυν εὐγενέστερον <lb n="20"/>
περιτομὴ ἀκροβυστίας ὑπάρχον, τὸ δὲ ὑποδεέστερον
ἡ ἀκροβυστία ὁδεύει διὰ τῆς πίστεως, ἵνα δικαιωθῇ οὐκ ἐλθοῦσα
διὰ τῆς πίστεως. πιστεύσας γάρ τις ἔρχεται εἰς τὴν περιτομὴν,
καὶ μάλιστα ἣν φησὶν ὁ Ἀποστολος “ τὴν ἐν κρυπτῷ,” ὥστε βέλτιον
νοεῖται τὸ ἐξ ἀνδρὸς, καθὸ ἐξ ἀνδρὸς τὸ διὰ γυναικός. ὅτι ἐπὶ <lb n="25"/>
παντὸς μὲν ἀνθρώπου χώραν ἔχει τοῦτο, ἐπεὶ πρὸ τοῦ διὰ γυναικὸς,
γέγονεν ἐξ ἀνδρός. ἐπὶ δὲ τοῦ Σωτῆρος μὴ γενομένου ἐξ ἀνδρὸς,
οὐκ ἔχει τὸ γεγονέναι αὐτὸν διὰ γυναικός· διόπερ ἐκεῖ, ἐπεὶ τὸ
γεγενημένον ἐκ τῆς σαρκὸς, σάρξ ἐστιν, ἡ σὰρξ αὐτοῦ μὴ γενομένη
ἐξ ἀνδρὸς, γέγονεν ἐκ γυναικὸς, καὶ οὐ διὰ γυναικός.</p><lb n="30"/><p>Θεοδώρου. Ἐπὶ τῶν Ἰουδαίων τὸ “ ἐκ πίστεως” τέθεικεν· ὡς
ἃν ἐχόντων μὲν καὶ ἑτέρας ἀφορμὰς πρὸς δικαίωσιν, οὐ δυναμένων δὲ
αὐτῆς μετέχειν πλὴν ἐκ τῆς πίστεως. ἐπὶ δὲ τῶν Ἑλλήνων “ διὰ
τῆς πίστεως.</p><pb n="26"/><p>Ὠριγένουσ. Ζητοῦμεν διατὶ μὴ εἶπεν ἐκ πίστεως δικαιούμενον
ἡ περιτομή ἐστιν. καὶ οὐκ ἀμφιβάλλομέν φησιν, εἰ μὴ
καταργεῖται ἐκ πίστεως δικαιουμένης, καταργεῖται ὁ νόμος. ἀλλὰ
νῦν νόμον ἐλάβομεν τὸν Μώσεως, διὰ τῆς πίστεως οὐ καταργούμενον.
ἡ γὰρ πίστις ἵστησι καὶ τὸν νόμον ἐκ Θεοῦ ὄντα· προδηλον <lb n="5"/>
δὲ ὧσπέρ τι τῆς ὀρθῆς πίστεως φαμέν. εἰ δέ τις ἀντιθήσει ἐκ
τῆς δευτέρας πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆς τὸ “ εἰ δὲ ἡ διακονία
“ τοῦ θανάτου ἐν γράμμασιν ἐντετυπωμένη λίθοις, ἐγενήθη ἐν
“ δόξῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ
“ πρόσωπον Μωϋσέως, διὰ τὴν δόξαν τοῦ προσώπου αὐτοῦ τὴν <lb n="10"/>
“ καταργουμένην,” ἐροῦμεν ὅτι οὐ ταὐτόν ἐστὶ, τὸ νόμος οὖν
καταργεῖται, τὸν νόμον οὖν καταργοῦμεν. οὐδὲ γὰρ αὐτὸς ἐνεργεῖ
ὁ νόμος ὁ Παῦλος τὸ καταργεῖν τὸν νόμον. εἰ γὰρ καὶ καταργεῖται
ὑπὸ τῆς ὑπερβαλλούσης δόξης τοῦ Χριστοῦ, “ Κύριος γάρ,” φησι,
“ τοῦ σαββάτου ἐστὶ,” καὶ οὐ δεδόξασται τὸ δεδοξασμένον ἐν τούτῳ <lb n="15"/>
τῷ μέρει ὡς πρὸς σύγκρισιν τῆς m ὑπερβαινούσης δόξης. μόνον
γοῦν ὠνόμασε τὸ Χριστοῦ. τὸ δὲ μὴ μένον καταργούμενον, ἐπεὶ
“ ὁ νόμος παιδαγωγὸς, ἕως ἂν ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου.”</p><lb n="2"/><p>Εἰ γὰρ Ἁβραὰμ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη.</p><p>Ωριγένουσ. Ἐπὶ τίνι ἐπίστευσεν Ἁβραὰμ τῷ Θεῷ, οὐ πάνυ, <lb n="20"/>
σαφῶς διηγήσατο γραφή· ἔοικε δὲ ὁ Ἀπόστολος ἡ καθόλου αὐτὸν
ἐκλαμβάνειν πεπιστευκέναι. καὶ γὰρ ἀληθῶς, εἰ μὲν τὸ καθόλου,
πάντως καὶ τὸ κατὰ μέρος. εἰ δὲ ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις ἐπίστευσεν
τῷ Θεῷ, οὐκ ἀκολούθει ὅτι καθόλου ἐπίστευσεν. ἔστι γὰρ μέτρα
τοῦ πιστεύειν Θεῷ· διὸ “ Ἁβραὰμ μὲν ἐπίστευσε τῷ Θεῷ, καὶ <lb n="25"/>
“ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.” οὐδὲν δὲ τοιοῦτον γέγραπται,
“ ἡνίκα εἰδεν Ἰσραὴλ τὴν χεῖρα τὴν μεγάλην, ἃ ἐποίησε Κύριος
“ τοῖς Αἰγυπτίοις, καὶ ἐφοβήθη ὁ λαὸς Κύριον, καὶ ἐπίστευσε τῷ
“ Κυρίῳ, καὶ Μώσῃ τῷ θεράποντι αὐτοῦ.” οὐ πρόσκειται δὲ ὡς
ἐπὶ τοῦ Ἁβραὰμ τὸ “ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.”</p><lb n="30"/><p>Ἀπολιναρίου. τύπῳ κατὰ τὸν Ἁβραὰμ ἐπιδείκνυσι τὴν πίστιν·
οὐ τοῖς ἐν νόμῳ καὶ περιτομῇ διδομένην μόνοις, εἰς δικαίω-
<note type="footnote">m In marg. γρ. ὑπερβαλλούσης.</note>

<pb n="27"/>
σιν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐν ἀκροβυστίᾳ. δεδικαίωται μὲν γὰρ καὶ
Ἁβραὰμ, οὐκ ἐξ ἔργων. οὐδὲ γὰρ ἦν τὸ καύχημα αὐτοῦ λαμπρὸν,
ἀτελὲς ὃν, καὶ παρὰ Θεῷ μὴ δυνάμενον φαίνεσθαι· παρ’ ᾧτ’ δικαιοσύνη
χωλεύουσα, καύχησιν n ἔχειν οὐ δύναται· ἀλλ’ ἐκ πίστεως ἡ
δικαίωσις τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἁβραάμ. πατέρα κατὰ σάρκα αὐτὸν <lb n="5"/>
λέγει τῶν Ἰσραηλιτῶν τῶν κατὰ Πνεῦμα Θεοῦ γενομένων μένων υἱῶν·
οἷς ἐξομοιωθεὶς Χριστὸς ἐν τῇ κατὰ σάρκα γενέσει, ἐξομοιώσειεν
αὐτοὺς πρὸς ἑαυτὸν, διὰ τῆς ἐν Πνεύματι κατὰ χάριν
γεννησεως.</p><p>Κυρίλλου. Χρῆναι δὲ ὑπολαμβάνω, ἔφη τις, τὸν περὶ τοῦ προπάτορος <lb n="10"/>
Ἁβραὰμ πολυπραγμονοῦντας λόγον, ἐκεῖνο εἰπεῖν. εἴρηται
που τινὶ τῶν ἁγίων μαθητῶν, δίχα τῶν ἔργων, τὴν πίστιν εἶναι
νεκράν· προσεπάγει δὲ τούτοις τὸ θέλεις δὲ γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε
κενὲ, ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν; Ἁβραὰμ ὁ
πατὴρ ἡμῶν, οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ἀνενέγκας Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν <lb n="15"/>
αὐτοῦ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον; ἆρ’ οὖν ἀλλήλοις τἀναντία φασὶν
οἱ πνευματοφόροι; τι οὑν πρὸς ταῦτα φαμέν; εἰς γῆρας ἐληλακότι
λοιπὸν ἀδοκήτως λίαν ἐπηγγέλετο αὐτῷ υἱὸν ὁ τῶν ὅλων Θεός·
ἔφασκέ τε ὅτι τῇ τῶν ἄστρων ἀναριθμήτῳ πληθύι φιλονεικοῦν τὸ
ἐξ αὐτοῦ γενήσεται σπέρμα. ὁ δὲ ἐπείπερ ἐτίμα τὸν ὑπισχνούμενον <lb n="20"/>
τὸ πάντα δύνασθαι κατορθοῦν, διὰ τούτου ἐπιμαρτυρῶν τῷ
Θεῷ δεδικαίωται παρ’ αὐτῷ, καὶ γέρας ἐντάξιον τῆς οὕτω θεοφιλοῦς
ἐκομίζετο γνώμης, τῶν ἀρχαίων αἰτιαμάτων τὴν ἀμνηστείαν.
πλὴν ἐποιεῖτο κατὰ καιροὺς γύμνασμα τῷ δικαίῳ Θεὸς τὸ ἔπι γε
τῷ Ἰσαὰκ χρησμῴδημα. ἀλλ’ ἦν καὶ ἐπ’ αὐτῷ πιστὸς καὶ φιλόθεος, <lb n="25"/>
ὡς τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης προτάξας οὐδέν. πλὴν καθά φησι
τοῦ Σωτῆρος ὁ μαθητὴς, ἡ πίστις συνεργεῖ τοῖς ἔργοις· καὶ ἐκ
τῶν ἔργων ἡ πίστις ἐβεβαιώθη. ἔφη δέ που καὶ ὁ θαυμάσιος
Παῦλος περὶ τοῦ προπάτορος Ἀβραὰμ, “ πίστει προσενήνοχε τὸν
“ Ἰσαὰκ πειραζόμενος, καὶ τὸν μονογενῆ προσέφερεν ὁ τὰς ἐπαγγε- <lb n="30"/>
“ λίας ἀναδεξάμενος· πρὸς ὃν ἐλαλήθη, ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεται σοι
“ σπέρμα· λογισάμενος ὅτι καὶ ἐκ νεκρῶν ἐγείρειν δυνατὸς ὁ
“ Θεός.” οὐκοῦν κἂν εἰ λέγοι τὸ τυχὸν ἐξ ἔργων δεδικαιῶσθαι διά-
<note type="footnote">n ἔχων Cod.</note>

<pb n="28"/>
τοι τὸ προσενεγκεῖν τὸν Ἰσαὰκ πειραζόμενον, ἀλλ’ ἢν καὶ τοῦτο
αὐτῷ πίστεως τῆς ἑδραιοτάτης ἀπόδειξις ἐνεργής.</p><lb n="4"/><p>Τῷ δὲ ἐργαζομένῳ ὁ μισθὸς οὐ λογίζεται κατὰ
Ὠριγένουσ. Οὐδὲν ὧν δίδωσιν ὁ Θεὸς τῇ γεννητῇ φύσει, ὡς <lb n="5"/>
ὀφείλων δίδωσιν, ἀλλὰ πάντα ὡς χάριν δωρεῖται. καὶ πάντα τὰ
εὐεργετούμενα, οὐκ ὀφειλομένης αὐτοῖς εὐεργεσίας εὐεργετεῖται,
ἀλλὰ τὸ βούλεσθαι τὸν Θεὸν ἰδίᾳ χάριτι εὐεργετεῖν, οὓς ἃν εὐεργετῇ.
νῦν οὖν νομιστέον αὐτὸ ἁπλούστερον καὶ καθόλου εἰρῆσθαι,
καὶ ἄλλως κοινότερον νοούμενον ἐπὶ τῶν οἱστισινοῦν ἐργαζομένων, <lb n="10"/>
καὶ τὸν μισθὸν ἀπ’ ἐκείνων λαμβανόντων, οὐ κατὰ χάριν, ἀλλὰ
κατὰ ὀφείλημα. ἡγητέον δὲ αὐτὸ δύνασθαι λέγεσθαι, φέρε εἰπεῖν
ἐπὶ τῶν ὡς Κάϊν ἐργαζομένων τὴν γῆν καὶ ποιούντων ἔργα πονηρά·
τούτοις γὰρ ὡς ὀφειλόμενα νομίζω, καὶ ὡς μισθὸν τῶν ἐργαζομένων
ἀποδίδοσθαι τὰς κολάσεις. διὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος ὀψώνια <lb n="15"/>
μὲν τῆς ἁμαρτίας ἔφησεν εἶναι τὸν θάνατον· οὐκέτι δὲ ὀψώνια καὶ
ὡσπερεὶ ὀφειλόμενα ἀπὸ Θεοῦ τὴν αἰώνιον ζωὴν, ἀλλὰ χάρισμα
αὐτοῦ. φησὶ γὰρ, “ τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ζωὴ αἰώνιος, ἐν
“ Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.” οὐ νομιστέον οὖν ἐπὶ τῶν
κρειττόνων ἔργων λέγεσθαι ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τὸ “ ᾧτ’ μέτρῳ με- <lb n="20"/>
“ τρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν.” ” χάριτι γάρ ἐσμὲν σεσωσμένοι·
“ καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ἡμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, ἵνα μήτις καυχήσηται.’
πρὸς δὲ μέτρον τῶν ἡμαρτημένων ἡμῶν δίδοσθαι τὰς κολάσεις
ὑποληπτέον.</p><lb n="6"/><p>Καθάπερ καὶ Δαβὶδ λέγει τὸν μακαρισμὸν τοῦ <lb n="25"/>
ἀνθρώπου.</p><p>Θεοδώρου. Θαυμασιώτατα δὲ τὰς μαρτυρίας συνέκρουσεν. ἐπὶ
μὲν τῆς πίστεως, “ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.” ἐπὶ δὲ
τῶν ἔργων· “ καὶ οὐ μὴ λογίσεται Κύριος ἁμαρτίαν.” ἐκεῖ γὰρ
ἤρεσεν ἡ πίστις, ὥστε λογισθῆναι αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην. ἐνταῦθα <lb n="30"/>
δὲ τὰ ἔργα καὶ πρὸς τὸ ἐναντίον ῥέποντα οὐ λογίζεται, ὅταν ἡ τοῦ
Θεοῦ φιλανθρωπία τῶν γεγονότων ἀνωτέρα φαίνεται.</p><p>Ωριγένουσ. Μηκέτι πραττομένου τοῦ χείρονος, ἄφεσις εἰκὸς
δύναται γενέσθαι ἀνομιῶν. ἀγαθοῦ δὲ ἐπιτελουμένου ὡς τὰ γενόμενα

<pb n="29"/>
κώλυμα γενέσθαι τῶν προημαρτημένων ἐξαφανίζοντα αὐτῶν τὴν
φύσιν, ἐπικαλύπτονται αἱ ἁμαρτίαι τῶν προαγόντων, οὐδὲ λογίζεται
ἔτι Κύριός τινι τῷ ἡμαρτηκέναι.</p><lb n="9"/><p>Λέγομεν γὰρ ὅτι ἐλογίσθη τῷ Ἁβραὰμ ἡ πίστις
εἰς δικαιοσύνην.</p><lb n="5"/><p>Σευηριανοῦ. Περιτομὴ ἐδόθη διὰ τρεῖς αἰτίας ταύτας. ὥστε
σημεῖον εἶναι πίστεως, καὶ τοῦ Ἁβραμιαίου γένους εἶναι δηλωτικὸν,
καὶ σύμβολον καὶ αἴνιγμα πολιτείας καθαρᾶς καἰ σώφρονος, ὥστε
οὐχ ὡς δικαιοσύνης τοῦ Ἁβραάμ n.</p><p>Θεοδώρου. Εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πατέρα πάντων τὸν πιστευόντων <lb n="10"/>
κατὰ τὸ οἰκεῖον ἰδίωμα κἀνταῦθα εἶπεν ὡς τὸ εἰς τὸ εἶναι
αὐτοὺς ἀναπολογήτους· λέγει γὰρ τὸ ἀναγκαίως τοῖς γεγονόσιν
ἑπόμενον. ἐντεῦθεν φησὶ κοινός ἐστιν ἁπάντων πατὴρ, ἐπειδὰν τὴν
πρὸς αὐτὸν ὁμοιότητα τῆς πίστεως δέξωνται.</p><p>Ὠριγένουσ. Λαμβάνει δὲ μετὰ τὴν ἐκ πίστεως δικαίωσιν <lb n="15"/>
σημεῖον περιτομῆς, ὡσπερεὶ σφραγῖδα τυγχάνουσαν καὶ ἀποκλίνουσαν
δίκην τῶν ἐσφραγισμένων τὸ μυστήριον τῶν ἐκ πίστεως
δικαιουμένων· ἵν οἱ μετὰ τὴν πίστιν, ἐκεῖνοι ἐκ περιτομῆς τοῦ
Ἁβραὰμ ἕτεροι ὄντες τῶν ἐκ πίστεως δικαιωθησομένων τεκνῶν
αὐτοῦ, ἣ εἰς τέκνα αὐτοῦ λογισθησομένων, ἕτεροι ὦσι λαοὶ παρὰ <lb n="20"/>
τῶν ἐν ἀκροβυστίᾳ ἐκ πίστεως δικαιωθησομένων. ἡ δὲ σφραγὶς
ἐτηρεῖτο μὲν μὴ λυομένη, ὅσον οὐδέπω ἐληλύθεισαν οἱ ἐκ πίστεως
καὶ ἐν ἀκροβυστίᾳ· ἡνίκα δὲ ἦλθεν ὁ προειρημένος τεχθήσεσθαι
λαὸς τῶν ἐν ἀκροβυστίᾳ καὶ ἐκ πίστεως δικαιουμένων, τότε ἡ
σφραγὶς καὶ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ἐλύθη, ὥστ’ ἃν λεχθῆναι τῷ βουλομένῳ <lb n="25"/>
τὴν σφραγῖδα ἐκείνην λαβεῖν, ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς
ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Νομίζω δὲ τοὺς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν μὴ
τῇ ἀκριβείᾳ τῆς γραφῆς, ἐκτεθήσασθαι τὸ ἀπὸ τῆς γενέσεως
ῥητὸν, οὐχ ὡς Παῦλος αὐτὸ ἔθηκεν ἐν τῇ ἀρχῇ. οὐκ ἃν γὰρ ὁ <lb n="30"/>
οὕτως ἀκριβὴς ἐξέθετο τὸ “ ἐπίστευσε δὲ Ἁβραὰμ τῷ Θεῷ.” οὕτω
δὲ εἰκὸς καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς γέγραφθαι ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους Ἐπιστολῇ,
“ ὅτι ἐλογίσθη ἡ πίστις τῷ Ἁβραὰμ εἰς δικαιοσύνην.” νυνὶ δὲ ἔχομεν
ἡμεῖς Ἁβραάμ.</p><note type="footnote">n Deest aliquid.</note><pb n="30"/><lb n="13"/><p>Οὐ γὰρ διὰ νόμου ἡ ἐπαγγελία τῷ Ἁβραάμ.</p><p>Ἀπολιναρίου. Οὐ νόμον ὁρίσας τὴν ἐπαγγελίαν ὁ Θεὸς ἔδωκε
τῷ Ἁβραὰμ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ, ἀλλὰ πίστει δικαιώσας αὐτόν.
ἡ δὲ δοθεῖσα τῷ Ἁβραὰμ ἐπαγγελία ἦν, ὡς παρὰ τοῦ Μώσεως
μεμαθήκαμεν, ἡ λέγουσα, “ σοὶ δώσω καὶ τῷ σπέρματι σου πᾶσαν <lb n="5"/>
“ τὴν γῆν ταύτην.” διὸ καὶ κόσμου κληρονομίας εἰναι τὴν ἐπαγγελίαν
ὁ Ἀπόστολος λέγει· γῆς οὖσαν ἐπαγγελίαν. ἐν δὲ τῇ πρὸς
Κορινθίους, εἰς ἡμᾶς τοὺς τοῦ Ἁβραὰμ κατὰ πνεῦμα διαδόχους,
ἀναφέρων πάντα ἡμῶν φησὶν, “ εἴτε κόσμος, εἴτε ἐνεστῶτα, εἴτε
“ μέλλοντα.” καὶ δῆλον τοῖς τὰ Μώσεως ἀναγινώσκουσιν, ὅτι οὐ <lb n="10"/>
νόμου προστάγματα λαβὼν ὁ Ἁβραὰμ, ἐπὶ τούτοις ἔσχε τὴν
τοιαύτην ἐπαγγελίαν. ὁ δέ γε Παῦλος ἐν τοῖς προκειμένοις, καὶ
τὴν αἰτίαν ἀποδίδωσι, δι’ ἣν οὐκ ἐπὶ νόμῳ τὴν ἐπαγγελίαν ἔδωκεν
ὁ Θεὸς, ἀλλ’ ἐπὶ πίστει.</p><p>o Ἔδειξεν ὅτι ἀναγκαία ἡ πίστις, ὅτι πρεσβυτέρα περιτομῆς, <lb n="15"/>
ὅτι νόμου ἰσχυροτέρα, ὅτι συνίστησι νόμον. εἰ γὰρ πάντες ἥμαρτον,
ἀναγκαία. εἰ ἀκρόβυστος ὢν ἐδικαιώθη, πρεσβυτέρα. εἰ μαρτυρεῖται
ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ τὸν νόμον ἵστησιν, οὐκ ἐναντία ἀλλὰ
φίλη καὶ σύμμαχος. δείκνυσι δὲ πάλιν καὶ ἑτέρωθεν, ὅτι οὐδὲ
δυνατὸν ἦν διὰ νόμου τὴν κληρονομίαν λαβεῖν. καὶ παραβαλὼν <lb n="20"/>
αὐτὴν τῇ περιτομῇ, καὶ λαβὼν τὰ νικητήρια, ἀντεπεξάγει πάλιν
αὐτὴν τῷ νόμῳ. ἵνα μή τις λέγῃ, ὅτι καὶ πίστιν δυνατὸν ἔχειν,
καὶ νόμον τηρῆσαι δείκνυσιν ὅτι ἀμήχανον. ὁ γὰρ ἐχόμενος τοῦ
νόμου ὡς σώζοντος ἀτιμάζει τῆς πίστεως τὴν * * * * *
διό φησι, “ κεκένωται ἡ πίστις·” τουτέστιν οὐ χρεία τῆς κατὰ <lb n="25"/>
σάρκα σωτηρίας. οὐδὲ γὰρ δύναται τὴν ἰσχὺν τὴν ἑαυτῆς ἐπιδείξασθαι.
καὶ γὰρ ὁ Ἰουδαῖος ἴσως ἃν P εἴποι, τί μοι γὰρ χρεία
πίστεως; οὐκοῦν εἰ τοῦτο ἀληθὲς, μετὰ τῆς πίστεως καὶ τὰ τῆς
ἐπαγγελίας ἀνήρηται. ποίαν δὲ ἐπαγγελίαν φησί· τὸ κληρονόμον
αὐτὸν εἶναι τοῦ κόσμου, καὶ ἐν αὐτῷ πάντας εὐλογεῖσθαι. καὶ <lb n="30"/>
πῶς κατήργηται ἡ ἐπαγγελία αὕτη φησὶν, “ ὅτι ὁ νόμος,” καὶ τὰ
ἑξῆς.</p><note type="footnote">o Hoc Schol. nullum habet nomen Auct. marg. adpictum. P εἴπῃ
Cod.</note><pb n="31"/><lb n="15"/><p>Ὀ γὰρ νόμος ὀργὴν κατεργάζεται.</p><p>Απολιναρίου. Εἰ δὲ ὀργὴν κατεργάζεται, καὶ παραβάσει
κατευθύνους ποιεῖ, εὔδηλον ὅτι καὶ κατάρᾳ καὶ τιμωρίᾳ καὶ παραβάσει
πάντες ὑπεύθυνοι. οὔτε κληρονόμων ἄξιοι, ἀλλὰ τοῦ δίκην
διδόναι καὶ ἐκβάλλεσθαι. τί οὖν γίνεται; ἔρχεται ἡ πίστις, ἐφελκομένη <lb n="5"/>
τὴν χάριν. ὥστε τὴν ἐπαγγελίαν ἔργον ἐξελθεῖν. ὅπου γὰρ
χάρις, συγχώρησις. ὅπου δὲ συγχώρησις, οὐδεμία κόλασις· κολάσεως
δὲ ἀνῃρημένης, ἐπιγινομένης διὰ τῆς πίστεως, τι τὸ κωλῦον
κληρονόμους ἡμᾶς γενέσθαι τῆς ἐπαγγελίας; διὰ τοῦτο οὖν ἐκ
πίστεως φησὶν, ἵνα κατὰ χάριν εἰς τὸ εἶναι βεβαίαν τὴν ἐπαγγελίαν <lb n="10"/>
τοῦ Θεοῦ παντὶ τῷ σπέρματι. ὁρᾶς ὅτι οὐ τὸν νόμον ἵστησι
μόνον ἡ πίστις, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀφίησι
διαπεσεῖν; ὁ δὲ νόμος τοὐναντίον καὶ τὴν πίστιν καταργεῖ παρὰ
καιρὸν τηρούμενος, καὶ τὴν ἐπαγγελίαν κωλύει. διὰ τοῦτο φησὶ
“ κατὰ χάριν” εἰς τὸ μὴ καταισχυνθῆναι, ἀλλ’ “ εἰς τὸ εἶναι βε- <lb n="15"/>
“ βαίαν τὴν ἐπαγγελίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι.”</p><p>Τοῦ Αυτοῦ. Δυὸ τίθησιν ἐνταῦθα ἀγαθά· ὅτι καὶ βέβαια τὰ
διδόμενα, καὶ παντὶ τῷ σπέρματι, τοὺς ἐξ ἐθνῶν συναγαγὼν, καὶ
δεικνὺς Ἰουδαίους ἐκτὸς ὄντας, ἂν πρὸς τὴν πίστιν φιλονεικήσωσιν.
εἶτα διορίζεται τῷ σπέρματι τοὺς ἐκ πίστεως φησὶ, συναπτων <lb n="20"/>
τὴν πρὸς τὰ ἔθνη συγγένειαν· καὶ δεικνὺς, ὅτι οὐδὲ δύνανται
φρονεῖν ἐπὶ τῷ Ἁβραὰμ οἱ μὴ πιστεύοντες ὁμοίως ἐκείνῳ. τὴν
τοίνυν συγγένειαν τὴν πρὸς τὸν δίκαιον, ἀκριβεστέραν ἡ πίστις
ἐποίησε, καὶ πλειόνων ἐκγόνων ἀπέφηνε πρόγονον. διὸ οὐδὲ ἁπλῶς
εἶπεν Ἁβραὰμ, ἀλλὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν τῶν πιστῶν.</p><lb n="25"/><p>Ωριγένουσ. Ἀσυκοφαντήτως ἀκούειν χρὴ τοῦ Ἀποστόλου ἐν
τούτοις καὶ συνιέναι τοῦ βουλήματος αὐτοῦ. φασὶ γάρ τινες, εἰ
ἔνθα οὐκ ἔστι νόμος, οὐδὲ παράβασις δηλονότι. οὐδεὶς ἐν παραβάσει
γέγονε πρὸ Μώσεως εἰδέναι· εἰ δὲ μὴ γέγονέ τις, οὔτε
ψεκτὸς, οὔτε οὖν Κάϊν, οὔτε πάντες οἱ διὰ τὰς ἑαυτῶν ἁμαρτίας <lb n="30"/>
τὸν κατακλυσμὸν παθόντες, ἣ οἱ ἐν Σοδόμοις ἐν παραβάσει γεγόνασι.
καὶ πρόγε τούτων Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὖα. λεκτέον οὖν πρὸς τούτους
ὅτι ὁ Μώσεως νόμος, οὐ τὴν ἐν κρίσει ὀργὴν κατεργάζεται,
ἀλλὰ τὴν κατ’ αὐτόν· τοὺς μὲν λιθολεύστους ποιῶν· ἑτέρους δὲ

<pb n="32"/>
ἐπὶ πυρὸς κατακαίων, ἣ ἑτέρᾳ ὑποβάλλων τιμωρίᾳ. ἀλλὰ καὶ
εἴπερ οὗ οὐκ ἔστι νόμος, οὐδὲ παράβασις· ὅτε ὅσα ὁ νόμος λαλεῖν
τοῖς ἐν τῷ νόμῳ λαλεῖ. ὅρα δὲ αὐτοὺς καὶ τὸν παρ’ αὐτῷ Παύλῳ
νόμον πίστεως ὀνομαζόμενον Θεοῦ ὀργὴν κατεργάζεσθαι, καὶ παράβασιν
εἶναι ἔνθα ἐστιν ὁ τῆς πίστεως νόμος καὶ ὁ τοῦ Θεοῦ.</p><lb n="5"/><p>Σαφῶς δὲ αὐτὸς ἕτερον μὲν εἶναι νόμον τὸν τοῦ Θεοῦ, ᾧτ’ μόνῳ
καὶ αὐτὸς συνήδεται κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον ἕτερον δὲ νόμον εἶναι
τὸν ἐν τοῖς μέλεσιν ἑαυτοῦ ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός.
καὶ ὅρα μήποτε οὗτος ἐστὶν ὁ ἀληθῶς ὀργὴν κατεργαζόμενος. καὶ
οὗ οὐκ ἔστι νόμος οὗτος, ἐκεῖ οὐδὲ παράβασίς ἐστι· καὶ οἱ ἐκ <lb n="10"/>
τούτου τοῦ νόμου, οὐδαμῶς εἰσὶ κληρονόμοι. εἰ γὰρ οἱ ἐκ νόμου
κληρονόμοι, κεκένωται ἡ πίστις. “ παντὶ δὲ τῷ σπέρματι” φησι
ἤτοι τῷ ἐκ τοῦ νόμου, ἣ τὸ ἐκ τῆς πίστεως αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον τὸ
ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἰ ἔχοι πρὸς τὸ ἐκ τοῦ νόμου τὸ ἐκ τῆς πίστεως.
εἰ γὰρ μὴ οὕτως ἐκλάβοιμεν, ἔσται ἡ ἐπαγγελία τοῖς ἐξ <lb n="15"/>
Ισραὴλ, καὶ τοῖς ἐκ Χετοῦρας, ἅπερ οὐκ ἀρέσκει.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἀναγκαῖον δέ, φησιν, ἐξετάσαι φαίνεται, πῶς
ἀκολουθεῖ τὸ ἐκ πίστεως καὶ τὸ κατὰ χάριν, τὸ βεβαίαν εἶναι τὴν
ἐπαγγελίαν. ἄρα γὰρ εἰ ἦν ἐκ νόμου, οὐχ οἷόν τε ἦν βεβαίαν
τυγχάνειν τὴν ἐπαγγελίαν. πρόσχες οὖν, οἱονεὶ δευσοποιός τις <lb n="20"/>
βαφὴ γίνεται ἐκ πίστεως περὶ τὴν ψυχὴν, καὶ μάλιστα τῆς λελογισμένης
εἰς δικαιοσύνην, ὥστε τὴν δι’ αὐτῆς ἐπαγγελίαν καὶ
χάριν ἴσχειν διὰ τὸ P ἀνέκπλυτον αὐτῆς, ἣ ἀμετάβολόν γε τὴν
βεβαιότητα· ἥτις οὐκ ἐμφαίνεται περὶ τὰ ἐκ νόμου ἔργα. ἀποστρέφειν
γοῦν ποτὲ δίκαιος ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ λέγεται, <lb n="25"/>
καὶ ποιεῖν ἀδικίαν. οὐκ οἶδα δὲ εἰ καὶ περὶ τῆς πίστεως γέγραπται,
ὅτι ἀπέστρεψέ τις ἀπὸ τῆς πίστεως ἅπαξ μαρτυρηθεὶς
πεπιστευκέναι, καὶ δικαιωθεὶς διὰ τὴν πίστιν. εἶτα καὶ τὴν μαρτυρίαν
ἐπισφραγίζει ὁ θεῖος Ἀπόστολος τὸ εἰρημένον αὐτῷ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὃ δὲ λέγει τοῦτό ἐστιν· ὥσπερ ὁ Θεὸς, μερικὸς <lb n="30"/>
οὐκ ἐστι Θεὸς, ἀλλὰ πάντων πατὴρ, οὕτω καὶ αὐτός. καὶ πάλιν
ὥσπερ ὁ Θεὸς πατήρ ἐστιν, οὐ κατὰ τὴν φυσικὴν συγγένειαν, ἀλλὰ
<note type="footnote">P ἀνέκπλητον Cod.</note>

<pb n="33"/>
κατ’ οἰκείωσιν πίστεως, οὐτῶ κα αὐτὸς. η γὰρ ὑπακοὴ ποίει
πατέρα πάντων ἡμῶν. ἐπειδὴ γὰρ οὐδὲν ἐνόμιζον εἶναι ταύτην τὴν
συγγένειαν, τὴν παχυτέραν ἐκείνην κατασχόντες, δείκνυσι ταύτην
κυριωτέραν, ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν λόγον ἀνάγων. καὶ μετὰ τοῦτον
κἀκεῖνο ἐμφαίνει, ὅτι καὶ ἀμοιβὴν τῆς πίστεως ταύτην ἔλαβεν. <lb n="5"/>
ὥστε ἃν μὴ τοῦτο ᾐ, κἂν πάντων ἦ πατὴρ τῶν τὴν γῆν οἰκούντων
τὸ κατέναντι οὐκέτι χώραν· τὸ γὰρ “ κατέναντι,” τὸ ὁμοίως ἐστί.
τὸ γὰρ παράδοξον τοῦτό ἐστιν, οὓς οὐκ εἶχεν ἐκ φύσεως, τούτους
ἀπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ δωρεᾶς λαβεῖν.</p><p>Σευηριανοῦ. “ Κατέναντι οὗ ἐπίστευσεν,” ἀντὶ ἐνώπιον προσώπου <lb n="10"/>
οὗ ἐπίστευσε Θεοῦ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τὸ “ κατέναντι οὗ ἐπίστευσε Θεοῦ,” φησὶν,
τοῦ ὅτε ἐπίστευσε τῷ Θεῷ· ἐπειδὴ γὰρ διαλεγομένῳ παρ’ ὧν ἐπίστευσε
τὸ κατέναντι τέθεικεν. ἀντὶ τοῦ εἰς τρόπον καὶ ὅστε
ἐπίστευσεν.</p><lb n="15"/><p>Ωριγένουσ. Ὁποῖα φησὶ τὰ πολλὰ ἔθνη ἦν, ὧν τέθεικεν αὐτὸν
πατέρα, ὁ τὰς ἐπαγγελίας αὐτῷ διδοὺς Θεός· περὶ γὰρ τῶν
διὰ τὴν ἁμαρτίαν νενεκρωμένων, ὧν ἡ ψυχὴ νεκρὰ γεγένητο ἐν
σώματι ζῶντι, οἴομαι νῦν αὐτὸν λέγειν· ” ψυχὴ γὰρ ἡ ἁμαρτάνουσα
“ αὕτη ἀποθανεῖται.” τίνα δὲ τὰ μὴ ὄντα, ἣ οἱ ἐστερημένοι τοῦ <lb n="20"/>
ὄντος καὶ μὴ μετέχοντες αὐτοῦ, οὕτω καλούμενοι πρὸς ἀντιδιαστολὴν
τῶν μετεχόντων τοῦ εἰπόντος “ ἐγώ εἰμι ὁ ὤν.” καλεῖ δὲ
τὰ μὴ ὄντα, ἵνα ὑπακούσασιν αὐτοῖς χαρίσηται τὸ εἶναι. ἀλλ’
ἴσως τις πρὸς ταῦτα ἐρεῖ, πῶς ὁ Ἀπόστολός φησι μεθ’ ἕτερα,
ἐξελέξατο ὁ Θεὸς τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ; ἀλλ’ <lb n="25"/>
εὔδηλον ὡς ἕτερόν ἐστι τοῦτο σημαινόμενον τοῦ ὄντος καὶ μὴ
ὄντος, ὅσον ἀπὸ πάσης τῆς ἐκεῖσε ἀποφάσεως ὄντες μὲν γὰρ ἐνθάδε
οἱ κατὰ σάρκα σοφοὶ καὶ δυνατοὶ καὶ εὐγενεῖς· μὴ ὄντες δὲ
οἱ ἄλλως παρὰ τούτοις διακείμενοι ὡς πρὸς τὴν ἐκείνων ὑπόληψιν.</p><lb n="18"/><p>Ὃς παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι ἐπίστευσεν.</p><lb n="30"/><p>Σευηριανοῦ. Πάρ’ ἐλπίδα τῆς οἰκείας φύσεως, ἐλπίδι τῆς
τοῦ ἐπαγγειλαμένου δυνάμεως· τὸ δὲ “ οὕτως ἔσται τὸ σπέρμα
σου, οὐ μόνον τῷ πλήθει, ἀλλὰ καὶ τῇ λαμπρότητι.</p><p>Ωριγένουσ. Ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν χαρισμάτων τῶν διδομένων

<pb n="34"/>
κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, κατήλεκται καὶ ἡ πίστις. φησὶ
γὰρ ὁ Παῦλος μεθ’ ἕτερα· “ ἄλλῳ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι.”
ὁ δ’ αὐτός φησι καὶ ἀλλαχοῦ· “ ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ὑμῖν ἐχαρίσθη, οὐ
“ μόνον τὸ εἰς Χριστὸν πιστεύειν, ἀλλὰ τὸ καὶ ὑπὲρ αὐτὸν πάσχειν.
οἶμαι δὲ ὅτι καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἐλλειπῆ πεισθέντες ἐλᾶι τὴν ἐκ <lb n="5"/>
τοῦ ἐφ’ ἡμῖν Ρ πίστιν, εἰ καὶ ἐκ πίστεως οὑν οἱ κληρονόμοι, καὶ
ἡ ἐπαγγελία, ἵνα κατὰ χάριν, οὐ δ᾿ αὐτὴ ἡ πίστις ἡ πρὸ τῆς
χάριτος καθ’ ἣν λέγεται διὰ τοῦτο ἐκ πίστεως, ἵνα κατὰ χάριν
χωρὶς χάριτος ὑφεστάναι οὐ δύναται.</p><lb n="10"/><p>Εἰς δὲ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Θεοῦ.</p><lb n="10"/><p>Ὠριγένουσ. Ὅρα μήποτε ὡς “ Ἁβραὰμ παρ’ ἐλπίδα ἐπ’
“ ἐλπίδι ἐπίστευσεν,” οὕτω καὶ πάντες οἱ τῆς πίστεως Ἁβραὰμ
υἱοὶ, παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι περὶ πάντων πιστεύουσιν. εἴτε περὶ
ἀναστάσεως νεκρῶν, εἴτε περὶ τοῦ κληρονομήσειν βασιλείαν οὐρανῶν
ἣ βασιλείαν Θεοῦ. ταῦτα γὰρ ὅσον ἐπὶ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει <lb n="15"/>
παρ’ ἐλπίδα ἐστιν· ὅσον δὲ ἐπὶ τῷ δυνατῷ τοῦ Θεοῦ καὶ ταῖς
ἀψευδέσιν ἐπαγγελίαις αὐτοῦ, ἐπ’ ἐλπίδι τῶν ἐκ τοῦ πιστεύειν
ἐλπιζόντων τυγχάνει. καὶ ἐπείπερ ὁ πιστεύων ἐπ’ ἐλπίδι πιστεύει,
διὰ τοῦτο “ μένει πίστις, ἐλπὶς,” ἀφ’ ὧν γεννᾶται καὶ τὸ τρίτον
μεῖζον τούτων ἡ ἀγάπη. καὶ νομίζω στοιχειώσεως μὲν ἔχειν <lb n="20"/>
λόγον τὴν πίστιν· προκοπῆς δὲ, τὴν ἐλπίδα, τελειότητος δὲ τὴν
ἀγάπην. ὅτι δὲ οὐ διὰ τὸ γῆρας λέγεται τὸ σῶμα τοῦ Ἁβραὰμ
νενεκρωμένον, δῆλον ἔσται τῷ ἐπιστήσαντι τινὰ τρόπον προσθέμενος
Ἁβραὰμ ἔλαβε γυναῖκα τοὔνομα Χεττοῦραν, καὶ ἔτεκεν αὐτῷ
μετὰ τὴν τελευτὴν Σάρρας, ἥτις ἔζησεν ἔτη ἑκατὸν εἰκοσιεπτά· <lb n="25"/>
πρεσβύτερος δὲ τῆς Σάρρας δεκαέτης εὑρίσκεται σαφῶς ὁ
Αβραάμ. εἰ οὖν διὰ τὴν ἐπαγγελίαν, ὥς φασι τινὲς, ἐπαιδοποίησε
τὸν Ἰσαὰκ, πῶς χωρὶς ἐπαγγελίας μετὰ ἑκατὸν εἰκοσιεπτὰ ἔτη
ἔτεκε τοὺς ἀπὸ Χεττούρας. ὥστε ἐν ἐπαίνῳ λέγεται ἡ τοιαύτη
νέκρωσις τοῦ τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς γῆς νεκρώσαντος· ὅτε γάρ τις <lb n="30"/>
πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῖ, τότε σβέννυσι πᾶσαν
τὴν πεφυκυῖαν ἀνάπτεσθαι ἐν αὐτῷ πύρωσιν. ὥστε τὴν τοῦ Ἰσαὰκ
<note type="footnote">p Aliquid credo excidit, dicturus erat de Apostolis a Domino nostro
incrementum fidei petentibus.</note>

<pb n="35"/>
γένεσιν μὴ εἰναι ἀπὸ πυρώσεως, ἀλλ’ ἐξ ἐπαγγελίας Θεοῦ. ἄξιοι
γὰρ γεγόνασι τὴν τούτου ἐπιγραφῆναι πατριάρχου γονεῖς.</p><lb n="23"/><p>Οὐκ ἐγράφη δὲ δι’ αὐτὸν μόνον, ὅτι ἐλογίσθη αὐτῷ.
Ωριγένουσ. Νῦν τὸ δι’ αὐτοῦ μόνου, ἀλλὰ καὶ τὸ δι’ ἡμᾶς, <lb n="5"/>
ἀντὶ τοῦ περὶ ἡμῶν· οὐ γὰρ ἵνα Ἁβραὰμ ἐντυχὸν ὁ Μωυσέως προγενέστερος
τῷ μεταγενεστέρῳ αὐτοῦ γράμματι ὠφελήθη αὐτῷ εἰς
δικαιοσύνην· ἀλλὰ καὶ περὶ ἡμῶν οἱονεὶ προαναφωνοῦντος τοῦ λόγου
τὴν λογισθησομένην ἐκ πίστεως δικαιοσύνην τοῖς πιστεύουσιν ἐπὶ
τὸν ἐγείραντα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν. πρόσχες <lb n="10"/>
ἐπιμελέστερον μήποτε μόνος καὶ πᾶς πιστεύει “ ἐπὶ τὸν ἐγείραντα
“ Ἰησοῦν τὸν Κύριον ἡμῶν ἐκ νεκρῶν,” ὁ συνεγερθεὶς Χριστῷ· ὥστ’
ἃν εἰπεῖν “ καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἡμᾶς ἐν τοῖς ἐπουρανίοις
“ ἐν Χριστῷ·” συνηγέρθη δὲ Χριστῷ ὁ σύμμορφος γενόμενος τῇ
ἀναστάσει αὐτοῦ· καὶ διὰ τὸ συναποτεθνηκέναι συζῶν αὐτῷ· “ εἰ <lb n="15"/>
“ γὰρ συναποθάνωμεν, καὶ συζήσομεν.” συναπέθανε δὲ Χριστῷ, ἐπεὶ
καὶ Χριστὸς ἀποθανὼν τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφ’ ἅπαξ· καὶ αὐτὸς
ἀποθανὼν τῇ ἁμαρτίᾳ, συζῇ Χριστῷ· ζῇ δὲ Χριστῷ ὁ ἐν καινότητι
ζωῆς περιπατῶν.</p><p>Απολιναρίου. Ἀνίστησι μὲν τὸν ἑαυτοῦ ναὸν ὁ Κύριος· ἐγήγερκεν <lb n="20"/>
δὲ αὐτὸν ὁ Πατὴρ ἐκ νεκρῶν, ὥσπερ τὰ πάντα διὰ τοῦ
παιδὸς, οὕτω καὶ τοῦτο ἐργασάμενος.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><head>ΚΕΦ. ς.</head><lb n="1"/><p>Δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως — εἰδότες ὅτι ἡ θλίψις <lb n="25"/>
ὑπομονὴν κατεργάζεται.</p><p>Απολιναρίου. Ἀχώριστος τοῦ Πατρὸς Υἱὸς, προσαγόμενος
ἡμᾶς πρὸς ἑαυτὸν, καὶ τῇ πίστει τὴν ἁγιάζουσαν χάριν ἐπινεἰμας,
νείμας, αἴτιος γέγονε τοῦ προσαχθῆναι Θεῷ, συναφείας αἴτιος
τοῖς διεστῶσι καταστὰς διὰ τῆς αὐτοῦ μεσιτείας. πρὸς μὲν τὸν <lb n="30"/>
Πατέρα τῇ θεότητι συνημμένος· πρὸς δὲ ἡμᾶς κατὰ τὴν ἀνθρώπότητα
συναφθείς. ὥστε ὅσους κατὰ τὸ ἀνθρώπινον προσάγεται,

<pb n="36"/>
τούτους κατὰ τὸ θεῖον προσάγει Θεῷ. ἑστηκέναι δὲ ἡμᾶς εἰπὼν
ἐπὶ τῆς προσαγούσης Θεῷ χάριτος, ἐπάγει τῇ πίστει τὰ περὶ
τῆς ἐλπίδος· δεικνὺς τὴν πίστιν, ὡς ἐν τῇ πρὸς Ἑβραίους γεγραπται,
ἐλπιζομένων οὖσαν ὑπόστασιν πραγμάτων. καὶ φησὶν, “ ὅτι
“ καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ,” προσδοκῶντες τὴν <lb n="5"/>
θείαν ἐπαμφιέννυσθαι δόξαν, ἧς τύπος μὲν ἐν Μωϋσῇ, ἀληθεία
δὲ ἐν Χριστῷ· ἐξεικονισμὸς δὲ εἰς ἡμᾶς. αἰτία δὲ τῆς τοιαύτης
ἀποδοθησομένης ἡμῖν δόξης, ἡ παροῦσα χάρις. ὥσπερ γάρ τις
τεχνίτης εἰσοικιζόμενος εἰς ἡμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, χαρακτηρίζει
νῦν καὶ μορφοῖ πρὸς ὁμοιότητα Χριστοῦ, δι’ ἀποκρυφῶν ἐνεργειῶν, <lb n="10"/>
μέχρι περ ἂν εἰδοποιηθὲν καὶ ἐπιτελεσθὲν, τὸ ὅταν ἐκλάμψῃ
κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ Σωτῆρος, ἧς Ἰωάννης λέγει, “ ἀδελφοὶ,
“ νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμὲν, καὶ οὕπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν
“ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα.”</p><p>Μεγάλη δὲ ἡ τῆς ἐλπίδος βεβαιότης τῶν ἤδη καυχωμένων ὡς <lb n="15"/>
παροῦσι τοῖς μέλλουσι. καύχησιν γὰρ ἐπ’ ἀγαθῷ βεβαίως ὑπάρχοντι
γίνεται· καὶ αὕτη ἦν ἡ μακαρία καύχησις, ἣν ὁ προφήτης
Ἱερεμίας εἰσηγεῖται· “ μὴ καυχάσθω,” λέγων, “ ὁ πλούσιος ἐν
“ τῶ πλούτῳ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐν τούτῳ καυχάσθω ὁ καυχώμενος,
“ συνιεῖν καὶ γινώσκειν τὸν Κύριον,” καὶ τὰ ἑξῆς. καὶ οὐχ ὅτι <lb n="20"/>
πόνοι φησι καὶ θλίψεις πάρεισι, διὰ τοῦτο τὴν ἐπὶ τοῖς ἥξουσιν
ἀγαθοῖς καύχησιν ἀμβλύνομεν, καὶ ταύτῃ μᾶλλον ἔτι καυχώμεθα
συναίτιον τῆς τῶν ἀγαθῶν ἀπολαύσεως, εἰδότες τὴν τῶν πόνων
ὑπομονήν. διὰ γὰρ θλίψεως ὑπομονὴ συνίσταται· ὁ δὲ ὑπομείνας,
δόκιμος. ὁ δὲ δόκιμος παρὰ Θεῷ γενόμενος, ἐλπίζει ζεῖ ἔχειν τὰ παρὰ <lb n="25"/>
Θεοῦ. ὁ δὲ ἐλπίσας εἰς Θεὸν, οὐκ αἰσχυνθήσεται. εὐδοκεῖ γὰρ ἐν
τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ. συναιτία ἄρα τῶν ἐλπιζομένων
ἀγαθῶν ἡ θλίψις, γίνεται ὁδηγὸς ἐπὶ τὴν ἐλπίδα καθισταμένη·
ἀσφαλῆ δὲ τὴν ἐλπίδα δείκνυσιν οὖσαν ἐπὶ τὸν ἠγαπηκότα
ἡμᾶς Θεὸν γινομένην. τῆς δὲ ἀγάπης τεκμήριον τὴν τοῦ Πνεύματος <lb n="30"/>
δωρεάν· ἐξέχεε γὰρ ἐφ’ ἡμᾶς τὴν ἀγάπην ὁ τὸ αἷμα
ἐκχέας. ἐξέχεε δὲ προηγουμένως τὸ Πνεῦμα q ἐνῴκισεν· ὡς καὶ
αὐτὸς ὁ Σωτῆρ’ λέγει· “ ὅτι παρ’ ὑμῖν μένει· καὶ σὺν ἡμῖν ἔσται.”</p><note type="footnote">q Aliquid deesse videtur,</note><pb n="37"/><p>r Χρυσοστόμου. Τί ἐστιν “ εἰρήνην ἔχωμεν;” τινές φασιν, ὅτι
μὴ δὴ στασιάζωμεν εἰσαγαγεῖν. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ περὶ πολιτείας
ἡμῖν λοιπὸν διαλέγεσθαι. ἐπειδὴ γὰρ πολλὰ περὶ πίστεως διαλεχθεὶς
καὶ τῆς διὰ τῶν ἔργων δικαιοσύνης αὐτὴν προὔθηκεν, ἵνα
μήτις νομίσῃ ῥαθυμίας ὑπόθεσις εἰναι τὰ λεγόμενα φησὶν “ εἰ- <lb n="5"/>
“ρήνην ἔχωμεν” τουτέστιν, μηκέτι ἁμαρτάνωμεν, μὴ δὲ πρὸς τὰ
πρότερα ἐπανερχώμεθα τοῦτο γάρ ἐστι πόλεμον ἔχειν πρὸς τὸν
Θεόν. καὶ πῶς δυνατόν φησι, τὸ μηκέτι ἁμαρτάνειν; πῶς τὸ
πρότερον ἐγένετο δυνατόν; εἰ γὰρ τοσούτων ὄντες ὑπεύθυνοι, πάντων
ἀπηλλάγημεν διὰ τοῦ Χριστοῦ, πολλῷ μᾶλλον ἐν οἱ; ἐσμὲν, <lb n="10"/>
μεῖναι δι’ αὐτοῦ δυνησόμεθα· οὐ γάρ ἐστιν ἰσον μὴ οὖσαν εἰρήνην
λαβεῖν, καὶ δοθεῖσαν κατασχεῖν. ἐπειδήπερ ἡ κτῆσις τῆς φυλακῆς
χαλεπώτερον. ἀλλ’ ὅμως γέγονε τὸ χαλεπώτερον εὔκολον, καὶ
εἰς ἔργον ἐξέβη· οὐκοῦν ἔσται καὶ τὸ εὐκολώτερον ἡμῖν εὐκατόρθωτον,
ἃν ἐχώμεθα καὶ ἐκεῖνα ἡμῖν ἠνυκότες. ἐνταῦθα δὲ οὐ τὸ <lb n="15"/>
εὔκολον αἰνίττεσθαί μοι δοκεῖ μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ εὔλογον. εἰ γὰρ
αὐτὸς ἡμᾶς κατήλλαξε πολεμωμένους, εὔλογον μένειν ἐπὶ τοῖς
καταλλαγεῖσι, καὶ ταύτην ἀποδοῦναι αὐτῷ τὴν ἀμοιβὴν, ἵνα μὴ
δόξῃ σκαιοὺς καὶ ἀγνώμονας κατηλλαχέναι τῷ s Πατρί</p><lb n="5"/><p>Ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις <lb n="20"/>
ἡμῶν.</p><p>Ἀπολιναρίου. Ὃ δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν. εἰ γὰρ ὑπὲρ ἀνδρὸς
ἐναρέτου οὐκ ἄν τις ἕλοιτο ταχέως ἀποθανεῖν, ἐννόησον τοῦ
δεσπότου τὴν ἀγάπην, ὅταν μὴ ὑπὲρ ἐναρέτων αὐτὸς, ἀλλ’ ὑπὲρ
ἁμαρτωλῶν καὶ ὠρῶν φαίνεται σταυρωθείς.</p><lb n="25"/><p>Ὠριγένουσ. Ὅπου μὲν ἀσθενεῖς ἣ ἁμαρτωλοὺς ὀνομάζει, καὶ
ἑαυτὸν τοῖς τοιούτοις ἐμπεριλαμβάνει. ὅπου δὲ λέγει ἀσεβεῖς,
οὐκέτι· καὶ τάχα εἰκότως ὁ ὑπὸ τὸν νόμον ὣν, ὃς ἠσθένει διὰ τῆς
σαρκὸς, ἀσθενὴς μέν ἐστι καὶ ἁμαρτωλὸς, οὐ μὴν καὶ κατὰ τὴν
συνήθειαν τῆς διαστολῆς τῶν γραφῶν, καὶ ἀσεβεῖς λεγόντων τῶν <lb n="30"/>
ὑπὸ νόμον ἁμαρτανόντων τῷ Θεῷ· καὶ γὰρ “ ἐὰν ἁμαρτάνωμεν, σοὶ
“ ἐσμὲν, εἰδότες σου τὸ κράτος·” ἀσεβεῖς δὲ τότε οἱ νομιζόμενοι εἶναι
<note type="footnote">r Desunt plura ut opinor. s In marg. οὕτως Θεοφύλακτος.</note>

<pb n="38"/>
ὑπὸ τὸν νόμον, τυγχάνουσιν· ἐπὰν ἐγκαταλιπόντες τὸν Θεὼ τῶν
πατέρων, ζητοῦσι τοὺς θεοὺς τῶν ἐθνῶν. πρὶν δὲ προσελθεῖν ἡμᾶς
θεοσεβείᾳ, ἀγάπη ἐν ἡμῖν οὐ συνειστήκει· πάντα γὰρ μᾶλλον ἣ
Θεὸν ἀγαπῶμεν. ὅτε δὲ τοιούτων ἡμῶν ὑπαρχόντων, Χριστὸς ὑπὲρ
ἡμῶν ἀπέθανε, τότε συνέστη καὶ ὑπέστη ἐν ἡμῖν ἡ τοῦ Θεοῦ ἀγάπη, <lb n="5"/>
πάντων περιαιρεθέντων τῷ τοῦ Ἰησοῦ θανάτῳ ἀφ’ ἡμῶν τῶν ἐμποδιζόντων
τῆ συστάσει τῆς εἰς ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ ἀγάπης. κατὰ ταύτην
οὖν τὴν διήγησιν τοῦ “ αυνίστησιν” ἀκουστέον, συνιστάντος
καὶ ὑφιστάντος τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην, τὴν οὐδενὸς
ἑτέρου κυρίως, ἢ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσαν.</p><lb n="10"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐ γὰρ μόνον τὴν ἀθάνατον ζωὴν ἀναμένομεν, ἀλλὰ
καὶ κατὰ τὸν παρόντα βίον, ὡς προσοικειωθέντες τῷ Θεῷ σεμνυνόμεθα
τὰ κατὰ τὸν δεσπότην Χριστὸν λογιζόμενοι, ὃς μεσίτης
ἤμων γενόμενος, τὴν εἰρήνην ἐπραγματεύσατο·</p><lb n="11"/><p>Οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ καυχώμενοι ἐν τῷ Θεῷ.</p><lb n="15"/><p>Ἀνώνυνον. Τὸ “ οὐ μόνον,” περὶ τὴν τῶν προειρημένων εἴρηται
ἀπόδειξιν. θαρσεῖν γὰρ πάρεστι, φησὶ, καὶ ταύτῃ περὶ τῶν
εἰρημένων, ἣ καυχώμεθα ἐν τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. εἰσὶ δὲ
δυνάμεις καὶ χαρίσματα τῶν ἰαμάτων, ἃς ἐπιτελοῦντες οἱ Ἀπόστολοι,
πίστιν τῷ κηρύγματι παρείχοντο μεγάλην· καλῶς δὲ τὸ <lb n="20"/>
καύχημα εἶπεν ἔχειν ἐν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ. οἱ μὲν γὰρ ἐξ ἔργων νόμου τι κτώμενοι, ἐφ’ ἑαυτοῦ
ἔχειν εἴρηται τὸ καύχημα· οἱ δὲ ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ
δικαιούμενοι, ἐν τῷ Θεῷ τὸ καύχημα ἔχουσι· τῷ δωρουμένῳ διὰ
Ιησοῦ Χριστοῦ τὰ πλούσια χαρίσματα τῶν ἰαμάτων, ἀρραβὼν <lb n="25"/>
τυγχάνοντα τῆς μελλούσης χαρᾶς. πιστοποιεῖται ἡμᾶς καὶ τῆς
ὀργῆς ῥυθησομένους διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ
σωθησομένους ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ. αὐτὸ δὲ τοῦτο καὶ τῆς πρὸς τὸν
Θεὸν καταλλαγῆς σημεῖον εἶναί τι ὑπὲρ ἁμαρτωλῶν ἀποτεθνηκέναι,
οὐ πάντων, φησὶν, ἀνθρώπων ἀσεβῶν τυγχανόντων. οὐ γὰρ <lb n="30"/>
Αβραὰμ, ἣ οἱ προφῆται ἢ πάντες οἱ κατὰ νόμον πολιτευσάμενοι
ἀσεβεῖς. ἀλλὰ τῶν μὲν ὡς ἁμαρτωλῶν, τῶν δὲ καὶ ὡς ἀσεβῶν·
ἵνα πᾶς μὲν ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ᾖ, οὐ μὴν τοὐναντίον· ἐπὶ πλεῖον
μὲν ἡ ἁμαρτία· ἡ δὲ ἀσέβεια ἐπ’ ἔλαττον· καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ

<pb n="39"/>
Ἀπόστολος ἐν πρώτοις εἰρηκὼς Χριστὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀποτεθνη-
κέναι, ὕστερον ἐπιδιορθούμενος ἑαυτὸν, τὸ καθολικὸν ἐπείπει. ἀσε-
βῶν οὖν φησὶ τῶν ἐθνῶν, οὐ μὴν τὸ καθολικὸν ταύτῃ δηλοῦται·
ἀλλ’ ἐν τῷ εἰπεῖν· “ἔτι γὰρ ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν, Χριστὸς
“ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανc” τὸ ὑπὲρ πάντων αὐτὸν ἀποτεθνηκέναι <lb n="5"/>
λοῦται σαφῶς ἐνταῦθα.</p><p>Ἄλλ εἰ καὶ τοῦτό τις παραδέξαιτό, φησι, πιθανῶς εἰρημένον,
πῶς οὐκ ἃν ἐπιζητήσειεν, τίνα τρόπον ἁμαρτωλὸς ἃν λέγοιτο
ὀρθῶς ὁ Αβὲλ, ὁ καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου δίκαιος κεκλημένος ;
ἣ αὖ ὁ μετατεθεὶς τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον Ἑνώχ; ἣ οἱ λοιποὶ πάν. <lb n="10"/>
τες, οἱ ὑπὸ τῆς θείας γραφῆς χρηματίσαντες “ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ
’* κόσμος ; ’ φαμὲν οὖν, τῶν ἁμαρτημάτων, τὰ μὲν κατὰ διάνοιαν
ε7ναι μόνον· τὰ δὲ καὶ εἰς ἐνέργειαν ἔρχεται· τὸ γὰρ μηδὲ μέχρις
ἐνθυμήσεως λογίσασθαι τὸ πονηρὸν, τὴν ἡμετέραν ἴσως ἐκπέ-
φευγε δύναμιν· τὰ μὲν οὖν εἰς ἐνέργειαν ἥκοντα, τὴν <lb n="15"/>
νομίζομεν ἐπισεσημειῶσθαι γραφήν· τὰ δὲ μέχρις ἐνθυμήσεως, ἣ
καὶ τὴν ἡμετέραν ἐκφεύγοντα διάνοιαν, ἃ δὴ κρύφια ὠνόμασεν ὁ
Δαβὶδ, οὐκ ἠξιῶσθαι ὑπονοοῦμεν ἐν αἰτίας μέρει τεθεῖσθαι, καὶ
ὅλως ἀναγεγράφθαι. καὶ ἴσως οὐ τὰ ἐνθυμήματα ἔκρινεν ὁ νόμος,
ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἃ καὶ ἠλέγχοντο ὁμολογεῖν ἄνθρωποι <lb n="20"/>
κἂν γὰρ ὁ νόμος *’ οὐκ ἐπιθυμήσεις λέγει, οὐ τὴν ἐπιθυμίαν, ἀλλὰ
τὸ ταύτης ἀποτέλεσμα κρίνει. καὶ ἴσως ταύτῃ πάντες ἥμαρτον,
καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ αὐτοῦ
χάριτι διὰ τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· ὡς μὴ μόνον
τοῦ τὰ ἄτοπα μὴ πράσσειν δύναμιν κεκτῆσθαι, ἀλλὰ καὶ τοῦ μὴ <lb n="25"/>
ἐνθυμεῖσθαι τὰ φαῦλα. οὐ γὰρ ἃν ἐπέτασσεν ὁ Ἰησοῦς, α ἐρρέθη,”
λέγων, ** τοῖς ἀρχαίοις· ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, πᾶς ὁ ἐμβλέπων
** γυναικὶ πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ
*’ καρδίᾳ αὐτοῦ.” καὶ περὶ φόνου καὶ πληγῶν ὡσαύτως καὶ τῶν
παραπλησίων.</p><lb n="30"/><p>Τῶν οὖν μοχθηρῶν ἐνθυμήσεων καθαρεύειν βουλόμενος τοὺς ἑαυ-
τοῦ μαθητὰς, δύναμιν αὐτοῖς ἐνέθηκεν ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν τὴν τοῦ
Ἀγίου Πνεύματος χάριν, τοῦ μὴ ἀναβαίνειν ἐπὶ τὰς καρδίας
αὐτῶν ἐνθυμήσεων φαντάσματα· καὶ ταύτῃ καὶ ὑπὲρ τῶν ιἡιαρ-

<pb n="40"/>
τωλῶν ἀπέθανεν, ἵνα καὶ τοὺς τοιούτους καὶ τοὺς ὀλίγῳ πρόσθεν
εἰρημένους ὁ θάνατος αὐτοῦ καθαρεύσῃ, πιστεύοντας εἰς τὸν θάνατον
αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν. τοῦτο φανερώτερον ὁ
Ἀπόστολος ἐδήλωσεν ἐν τῇ πρὸς Ἐφεσίους λέγων, ” οἱ ἄνδρες
“ ἀγαπᾶτε τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε <lb n="5"/>
“ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν
“ ἁγιάσῃ, καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ῥήματι.” εἰτα
βουλόμενος διατάξαι τίς ἁγιασμὸς, ἐπιλέγει γράφων, “ ἵνα παρα-
“ στήσῃ αὐτὸς ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν Ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον,
“ ἢ ῥυτίδα, ἤ τι τῶν τοιούτων· ἀλλ’ ἵνα ᾐ ἁγία καὶ ἄμωμος·” καὶ <lb n="10"/>
διὰ τοῦτο οὐδεὶς λέγεται τετελειῶσθαι, πρὸ τοῦ τὸν Κύριον παθόντα,
καὶ τῶν τοιούτων σπίλων καὶ ῥυτίδων καθάρσιον γενέσθαι τοῦ γένους
ἤμων.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><head>ΚΕΦ. Ζ.</head><p>Περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ πρὸς σωτηρίαν ἡμῶν ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀντὶ τοῦ <lb n="15"/>
πεσόντος ἐξ ἀρχῆς γηγενοῦς Ἀδάμ.</p><p>Κυρίλλου. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν ἀξιάγαστον
ἀληθῶς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἀγάπησιν, ἣν εἰς ἡμᾶς ἐπεδείξατο,
καθιστὰς ἐναργῆ, τῆς μετὰ σαρκὸς οἰκονομίας τὸ πέρας καὶ τὸ
ἐπὶ τῷ σταυρῷ πάθος παρεκόμιζεν εἰς ἀπόδειξιν, ὧδέ πη λέγων· <lb n="20"/>
“ οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ
“ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλλη-
“ τᾶι, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.” ἔδωκε γὰρ ὁ Θεὸς ἀληθῶς ὑπὲρ ἡμῶν
τὸν ἴδιον Υἱόν. ἐκλελυτρώμεθα δὲ ἡμεῖς, ἀπηλλάγμεθα θανάτου
καὶ ἁμαρτίας· οὐ γὰρ ἑκατέρου τινος χάριν γέγονε σὰρξ ὁ Λόγος, <lb n="25"/>
καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν· καὶ ἵνα τὸν τῆς σαρκὸς θάνατον ἀνατλὰς,
θριαμβεύσῃ μὲν ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας· καταργήσῃ δὲ καὶ αὐτὸν
τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν Σατανᾶν, καὶ ἀνέλῃ
μὲν τὴν φθορὰν, ἀποστήσῃ δὲ σὺν αὐτῇ καὶ τὴν καθ’ ἡμῶν τυραννήσασαν
ἁμαρτίαν, ἄπρακτόν τε οὕτως ἀποφήνῃ λοιπὸν τὴν ἀρχαίαν <lb n="30"/>
ἐκείνην ἀρὰν, ἣν ἡ τοῦ ἀνθρώπου φύσις ὑπέμεινεν ἐν Ἀδὰμ,
ὡς ἐν ἀπαρχῇ τοῦ γένους, καὶ ὡς ἐν ῥίζῃ τῇ πρώτῃ.</p><pb n="41"/><p>Παραβὰς γὰρ τὴν ἐντολὴν ὁ Ἀδὰμ, προσκέκρουκε τῷ δημιουργῷ.
ταύτῃ τοι γέγονε καἰ ἐπάρατος καὶ θανάτῳ κάτοχος. ὀλοτρόπως
δὲ ἀπολωλότας κατελέησε πάλιν ὁ τῶν ὅλων δεσπότης.
καθήκετο γὰρ ἐξ οὐρανῶν ὁ Υἱὸς ἀνιεὶς ἐγκλήματα, δικαιῶν ἐν
πίστει τὸν ἀσεβῆ, μεταχαλκεύων ὡς Θεὸς τὴν ἀνθρώπου φύσιν εἰς <lb n="5"/>
ἀφθαρσία,., καὶ ἀνακομίζων εἰς τὸ ἀπαρχῆς· “ καινὴ γὰρ κτίσις
τὰ ἐν Χριστῷ, ὅτι καὶ ῥίζα τέθειται καινή. γέγονε δὲ καὶ
δεύτερος Ἀδάμ· καὶ οὐχ ὥσπερ ἐκεῖνος ὀργῆς παραίτιος καὶ ἀποστροφῆς
τῆς ἄνωθεν τοῖς ἐξ αὐτοῦ γεγονόσι· πρόξενος δὲ μᾶλλον
καὶ δοτῆρ’ τῆς πρὸς ἓν οἰκειότητος δι’ ἁγιασμοῦ τε καὶ ἀφθαρσίας, <lb n="10"/>
καὶ τῆς ἐν πίστει δικαιοσύνης. ταῦτα ἡμῖν ὁ σοφὸς ἐξηγεῖται
Παῦλος διὰ τῆς προκειμένης ῥήσεως. οὐκοῦν “ ὡς δι’ ἑνὸς ἀνθρώ-
“ που,” φησιν, “ ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε, καὶ διὰ τῆς
“ ἁμαρτίας ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ’ ᾧ πάντες ἥμαρτον.” εἰσέδυ μὲν
γὰρ, ὡς ἔφην, διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐν τῷ πρωτοπλάστῳ καὶ <lb n="15"/>
ἐν τῇ τοῦ γένους ἀρχῇ· εἶτα ὅλον ἐφεξῆς κατενεμήθη τὸ γένος.
ἀλλὰ καὶ ὁ τῆς ἁμαρτίας εὑρετὴς δράκων ἰσχύσας ἐν Ἀδὰμ τοῖς
τῆς φαυλότητος τρόποις βατὴν s ἤργασται τὴν ἀνθρώπου διάνοιαν·
πάντες γὰρ ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν. ἐκ προσώπου δὴ οὖν
γεγονότες τοῦ Παναγίου Θεοῦ, διάτοι τὸ ἐπιμελῶς ἐγκεῖσθαι τὴν <lb n="20"/>
ἀνθρώπου διάνοιαν ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος, ἀλογώτερον διεζῶμεν
βίον. καὶ κατέπιεν μὲν ὁ θάνατος ἰσχύσας, ὡς ὁ προφήτης φησίν·
“ ἐπλάτυνε δὲ καὶ ὁ Ἅιδης τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ διήνοιξε τὸ
“ στόμα αὐτοῦ τοῦ μὴ διαλιπεῖν.” ἐπειδὴ γὰρ τῆς ἐν Ἀδὰμ παραβάσεως
γεγόναμεν μιμηταὶ, καθὸ πάντες ἥμαρτον, ταῖς ἴσαις <lb n="25"/>
ἐκείνῳ δίκαις ὑπενενήγμεθα· ἀλλ’ οὐ μεμένηκεν ἀνεπικούρητος
ἡ ὑπουρανόν· καθήρηται γὰρ ἡ ἁμαρτία· πέπτωκεν ὁ Σατανᾶς·
κατήργηται δὲ καὶ ὁ θάνατος.</p><lb n="13"/><p>Ἄχρι γὰρ νόμου, ἁμαρτία ἦν ἐν κόσμῳ.</p><p>Κυρίλλου. Ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως, ἔλεγχος ἦν, ὡς ἔφην, τῆς <lb n="30"/>
τῶν πταιόντων ἀσθενείας, οὐ λυτικὸς ἁμαρτίας, κατεργάζετο δὲ
μᾶλλον ὀργήν. ἦν γὰρ ἀνάγκη τοὺς παραβαίνοντας ταῖς ἐν νόμῳ
διωρισμέναις ὑποφέρεσθαι δίκαις. οὗ δὲ δὴ ὅλως παραβάσεως τρό-
<note type="footnote">s Sic.</note>

<pb n="42"/>
πος, ἔκει που πάντως καὶ ἁμάρτια· καὶ εἴπερ ἐστιν ἁμάρτια
θανάτου πρόξενος, πᾶσα πῶς ἀνάγκη συνερρῶσθαι λέγειν αὐτῇ καὶ
τὸν ἐξ αὐτῆς ἀναφέντα t θάνατον· καθῃρημένη τε πάντως συγκατασείεσθαι·
καὶ οἷά περ ἰδίᾳ συνδιόλλυσθαι μητρί. ἦν οὖν ἄχρι νόμου
ἁμαρτία, φησιν, ἐν κόσμῳ κειμένου γὰρ ἔτι τοῦ νόμου, καὶ τὰ <lb n="5"/>
τῆς παραβάσεως ἐγκλήματα κατὰ τῶν πταιόντων ἐκρατύνετο·
ἀργοῦντος δὲ ἤδη, πέπαυται σὺν αὐτῷ τοῦ παραβαίνειν ἡ γραφή.
πεπαυμένης δὲ τῆς ἁμαρτίας, ὡς ἔφην, συμπεπαύσεται καὶ ὁ
θάνατος.</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἰ τοῦτο τίνα τρόπον φαίη τις ἃν, κατεκράτησε <lb n="10"/>
τῶν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πρὸ νόμου θάνατος.</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Εἰ γὰρ καὶ τινες οὐ γεγόνασι ταῖς τοῦ νόμου
παραβάσεσιν ἔνοχοι, διάτοι τὸ μήπω τεθεῖσθαι τὸν νόμον, ἀλλ’
ὑπέδυσαν καὶ αὐτοὶ τὴν φθορὰν ἐπὶ τῷ ὁμοιώματι τῆς παραβάσεως
Ἀδάμ· ὅμοιον ὡς εἰ λέγοι τυχὸν, ἐπιτρέχοντος τοῦ θανάτου <lb n="15"/>
καθ’ ὁμοιότητα τὴν Ἀδάμ τὸ ἐξ αὐτοῦ πᾶν γένος, ὥσπερ φυτοῦ
παθόντος βλάβος εἰς ῥίζαν, πᾶσά πὼς ἀνάγκη τοὺς ἐξ αὐτοῦ
γεγονότας μαραίνεσθαι κλῶνας· τύπον γέ μὴν αὐτὸν τοῦ μέλλοντος
εἶναί φησι, τουτέστι Χριστοῦ· καίτοι παραγεγονότος ἤδη καὶ
τῆς μετὰ σαρκὸς οἰκονομίαν διαπεράναντος τὸ μυστήριον· πῶς <lb n="20"/>
οὐν μέλλοντα καλεῖ; φαίη τίς ἃν ἴσως· παραθεὶς γὰρ ἡμῖν τὸν
πρῶτον ἄνθρωπον, καὶ τῶν τῆς παραβάσεως διαμνημονεύσας καιρῶν,
ὡς μετ’ αὐτοὺς παρεσόμενόν τε καὶ ἔσχατον Ἀδὰμ ὠνόμασε
τὸν Χριστόν· προώριστο μὲν γὰρ ὡς ἐν θελήσει τε καὶ προμηθείᾳ
τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, σωτήρ τε καὶ λυτρωτής. ἐπέφανε δὲ καιροῖς <lb n="25"/>
ἰδίοις καθ’ οὓς ἠθέλησεν ὁ δυνάστης οὗτοι δὲ εἰσὶν οἱ ἐν
ἐσχάτοις καὶ οἷον ἐπὶ δυσμαῖς τοῦ παρόντος αἰῶνος. οὐκοῦν τεθεικὼς
εἰς τύπον τοῦ πρώτου τὸ δεύτερον, μονονουχὶ καὶ διαπυνθάνεται
τὸν ἀκροώμενον, ὡς ἐν ὑποστιγμῇ τε καὶ ἐρωτήσει λέγων τὰ ἑξῆς.</p><p>Γενναδίου. Ταύτης ἡμῖν φησὶ τῆς ἐν τούτῳ τῷ κόσμῳ ζωῆς <lb n="30"/>
τῆς ἁμαρτεῖν τε καὶ ἀποθανεῖν ἐπιδεχομένης, καὶ διὰ τοῦτο καὶ
νομοῦ δεομένης εἰκότως τοῦ τὴν ἁμαρτίαν ὑποδεικνύντος τε καὶ
ἀπαγορεύοντος, ἦρξε πρῶτος ὁ Ἀδὰμ, ἅτε πρῶτος καὶ γενόμενος
καὶ παρανόμησας. τῶν οὖν ἐξ αὐτοῦ κατὰ διαδοχὰς τικτομένων,
<note type="footnote">t Sic fors. leg. ἀναφύντα.</note>

<pb n="43"/>
πάντες ἀπέθνησκον ὡς εἰκὸς τοῦ προπάτορος κληρονομοῦντες τῆς
φύσεως· ἀλλὰ τῶν ἀποθνησκόντων τούτων οἱ μὲν δι’ ὧν καὶ αὐτοὶ
παρηνόμουν, ἠπείγοντο τῷ θανάτῳ· οἱ δὲ διὰ μόνην τοῦ Ἀδὰμ τὴν
κατάκρισιν, οἷον ἡ τῶν νηπίων μερίς· διὰ τοῦτο νῦν μὲν φησὶν εἰς
πάντας ἀνθρώπους εἰσῆλθεν ὁ θάνατος, ἐφ’ ᾧτ’ πάντες ἥμαρτον· ἀντὶ <lb n="5"/>
τῶν πολλῶν λέγων τοὺς πάντας ὥσπερ αὐτοῖς u μετὰ ταῦτα· “ εἰ
“ γὰρ τῷ τοῦ ἑνὸς παραπτώματι οἱ πολλοὶ ἀπέθανον,” τοὺς πολλοὺς
ἀντὶ τῶν πάντων φησι· “ νῦν δὲ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ
“ Ἀδὰμ μέχρι Μώσεως, καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας·” οἱ
γὰρ οὔτε πράξεως, οὔτε διακριτικῆς προαιρέσεως ὄντες ἐντὸς, πῶς <lb n="10"/>
ἂν εἶεν ὑπεύθυνοι πλημμελήματι; τὸ δὲ ἄχρι νόμου ἁμαρτία ἦν ἐν
κόσμῳ, τοιοῦτον ἐστιν·</p><p>Ὁ μακάριος Παῦλος ἀπὸ τῶν κατὰ Χριστὸν πολλάκις ἡμῖν
διαλέγεται· ὡς μετὰ τὴν φανέρωσιν τοῦ Σωτῆρος, οὐκέτι τῆς
παλαῖας κρατούσης ἀλλὰ τῆς καινῆς καταστάσεως. ἐν μὲν οὐν <lb n="15"/>
τῇ παλαίᾳ σαρκικοῖς οὖσιν ἡμῖν καὶ ὑποκειμένοις μαθήμασιν,
ἀναγκαίαν εἶναι τὴν δόσιν τοῦ νόμου συνέβαινε ταῖς τῶν τιμωριῶν
ἀπειλαῖς ἀνακόπτοντος ἡμῶν τῆς φύσεως τὰς πρὸς τὴν
ἁμαρτίαν ὁρμάς· καινοῖς δὲ γενομένοις ἐν Χριστῷ καὶ δικαίοις,
τουτέστι τὴν διὰ τῆς ἁμαρτίας παλαίωσιν ἐπιδεχομένοις οὐκέτι, <lb n="20"/>
περιττὸς παντάπασιν ὁ νόμος ἐστί. διὰ τοῦτο λέγει, “ δικαίῳ
“ νόμος οὐ κεῖται· καὶ ὑμεῖς οὐκ ἐστὲ ὑπὸ νόμον.’ διὰ τοίνυν τοῦ
“ ἄχρι γὰρ νόμου ἁμαρτία ἦν ἐν κόσμῳ” τοῦτο λέγει, ὅτι ἕως οὑ
φύσεως ἦμεν σαρκικῆς τε καὶ παθητικῆς, καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ νόμον
εἶναι χρηζούσης, τῇ ἁμαρτίᾳ κατεκρατούμεθα· πολιτευομένης αὐτῆς <lb n="25"/>
ἐν τῷ κόσμῳ παντί· ἀναιρεθέντος μέντοι τοῦ νόμου, διὰ τὸ
πνευματικοὺς γενομένους πρὸς δικαίωσιν ἡμᾶς ἐν Χριστῷ μετελθεῖν,
συνανῄρηται καὶ ἡ ἁμαρτία. οὐ γὰρ ἐλλογεῖται λοιπὸν, μὴ
ὄντος νόμου·</p><p>Ὁ τοίνυν σύμπας, ὡς ἃν ἐν κεφαλαίῳ τίς εἴποι, τῆς ῥήσεως ταύτης <lb n="30"/>
νοῦς οὗτός ἐστι. παρέχει πᾶσιν ἡμῖν ἡ κατὰ Χριστὸν χάρις,
τὸ βεβαίως αὐτῇ πεπιστευκότας καυχᾶσθαι. καὶ διὰ τοῦτο ὅτι
οὐδὲν ἀπεικὸς, ἀλλὰ καὶ σφόδρα γε εὔλογον ἄρξαι τοῦτον ἡμῖν
τῆς ἀθανάτου καὶ δικαίας ζωῆς· ὃν τρόπον ἦρξεν ἡμῶν τὸ πρότερον
<note type="footnote">u Leg. ἐν τοῖς.</note>

<pb n="44"/>
ὁ Ἀδὰμ τῆς φθαρτῆς τε καὶ παθητικῆς. εἰ γὰρ ἐκείνῳ πταίσαντι
καὶ κατακριθέντι τελευτῇ, οἱ μετ’ αὐτὸν ἐξ αὐτοῦ κεκοινωνήκαμεν
ἅπαντες, οἱ μὲν, καὶ αὐτὸ προσεφαμαρτάνοντες τὸ παρανομεῖν· οἱ
δὲ ἀπὸ μόνης κατὰ τὸ συγγενὲς τῆς ἐκείνου κολάσεως· πῶς οὐκ
ἀντίρρητον τῷ t καὶ τῷ δεσπότῃ Χριστῷ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον πολιτευσαμένῳ <lb n="5"/>
καὶ κατορθώσαντι καὶ κομισαμένῳ μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν
ἀνάστασιν τὴν ἀμείνονα λῆξιν. διὰ τοῦτο γάρ, φησιν, αὐτὸν
ὁ Θεὸς ὑπερύψωσεν τοὺς ἑνουμένους αὐτῷ διὰ πίστεως, καὶ καταξιουμένους
τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνοικήσεως, τοῦ πρῶτον αὐτὸν
ἐκεῖνον ἐγείραντος ἐκ νεκρῶν, κοινωνεῖν αὐτῷ τῆς ἀκηράτου ζωῆς, <lb n="10"/>
ἀντὶ σαρκικῶν γενομένους πνευματικοὺς·</p><p>Ἀλλ’ “ ἐβασίλευσέ,” φησιν, “ ὁ θάνατος ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι
“ Μώσεως, καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐπὶ τῷ ὁμοιώματι τῆς
“ παραβάσεως Ἀδάμ.” ἀντὶ τοῦ, καθ’ ὃν τρόπον παραβεβηκότος
Ἀδὰμ, ὁ θάνατος ἐβασίλευσεν, οὕτω καὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ μετ’ αὐτὸν <lb n="15"/>
γενομένων, ἡμαρτηκότων τε καὶ οὐχ ἡμαρτηκότων ὁμοίως. τὸ δὲ
“ μέχρι Μωσέως” ταὐτόν ἐστι τὸ ἄχρι γὰρ νόμου· Μωσέα γὰρ
νῦν, οὐκ ἰδικῶς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνδρὸς, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμά φησι,
τὸν νόμον ἐκ τοῦ νομοθέτου καλῶν· οὕτω καὶ ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους
“ ἕως ἀναγινώσκηται Μωσῆς,” τουτέστιν ὁ νόμος ὁ διὰ Μώσεως <lb n="20"/>
δοθεὶς, ὅς ἐστι τύπος τοῦ μέλλοντος. ἐτυποῦτο δὲ ἄρα, φησιν, ἐν
τοῖς περὶ τὸν Ἀδὰμ, καὶ προδιεγράφετο τὰ μετέπειτα γενησόμενα·
ταῦτα δὴ τὰ κατὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. ἔδει γὰρ
ἴσως γενέσθαι τὸν μὲν “ πρῶτον ἄνθρωπον Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν,
“ τὸν δὲ ἔσχατον Ἀδὰμ, εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν.” ἐπειδὴ γοῦν, <lb n="25"/>
“ ὁ μὲν πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ ἐκ γῆς χοϊκὸς, ὁ δὲ δεύτερος
“ ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ,” ἀνάγκη “ κατὰ μὲν τὸν χοικὸν
“ εἶναι τοὺς χοικούς· κατὰ δὲ τὸν ἐπουράνιον τοὺς ἐπουρανίους.
“ καὶ ὥσπερ ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοικοῦ, οὕτω δήπου καὶ τὴν
“ εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου φορέσομεν.” ἀκολούθως ἐκ τῶν ὑποδεεστέρων <lb n="30"/>
ἀναβιβαζόμενοι πρὸς τὰ ὑπάρχοντα.</p><p>Διοδώρου. Προειπὼν ὅτι ἐπὶ τῇ ἁμαρτίᾳ τοῦ Ἀδὰμ, ἐπὶ τῇ
ἀποφάσει τοῦ θανάνου καὶ οἱ λοιποὶ πάντες ἥμαρτον, πιστοῦται. ὅτι
ἥμαρτον, ἐκ τοῦ ἐπάγειν· “ ἄχρι γὰρ νόμου ἁμαρτίᾳ ἦν ἐν κόσμῳ.”
<note type="footnote">t Aliquid excidit hic.</note>

<pb n="45"/>
μὴ γὰρ νομίσητέ, φησιν, ὅτι οὐκ ἢν ἁμαρτία ἕως τοῦ νόμου τοῦ
Μωσαϊκοῦ. εἰ δὲ ἐνελογεῖτο ἁμαρτία ἀνθρώποις, ἦν γὰρ καὶ ἐνελογεῖτο,
ἐπεὶ καὶ νόμος ἦν· ποῖον οὖν νόμον ἐμφαίνει; τὸν φυσικὸν,
καθ’ ὃν κινούμεθα διακρίνοντες τὰ βελτίονα καὶ τὰ χείρονα·
περὶ οὗ νόμου ἤδη ἔφησεν, “ ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα <lb n="5"/>
φύσει τὰ του νόμου ποίῃ, οὐτῶ νόμον μὴ ἔς, ἑαυτοῖς εἰσι
“ νόμος,” ἀλλ’ ὡς ὄντων, φησὶν, ἁμαρτημάτων, καὶ ἐμπολιτευομένων,
ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι τῆς θέσεως τοῦ νόμου,
καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας μηδὲ παραβεβηκότας ἐντολὴν
Θεοῦ κατὰ τὸν Ἀδάμ· ἀλλὰ νόμον φύσεως παραχαράξαντας. τὸ <lb n="10"/>
δὲ, “ ὅς ἐστι τύπος τοῦ μέλλοντος,” τουτέστι τύπος τοῦ Χριστοῦ ὁ
Ἀδὰμ, οὐ κατὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἣ τὴν δικαιοσύνην, κατὰ γὰρ ταῦτα
ἐναντίως ἔσχον, ἀλλὰ κατὰ τὸ προῆρχθαι. ὥσπερ γὰρ ἀπὸ τοῦ
Ἀδάμ διεδόθη εἰς πάντας ὁ θάνατος, οὕτως ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ διεδόθη
εἰς πάντας ἡ ζωή. ἔστι δὲ τύπος καὶ καθ’ ἕτερον λόγον. <lb n="15"/>
ὥσπερ γὰρ ὁ Ἀδὰμ κεφαλὴ ἦν τῆς Εὔας, καθὸ ἀνὴρ, οὕτω καὶ ὁ
Χριστὸς κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καθὸ νυμφίος αὐτῆς ἀνηγόρευται·
ὡς καὶ ὁ Ἀπόστολός φησιν, “ ἀντὶ τούτου καταλείψει
“ ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα, καὶ προσκολληθή-
“ σεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· τὸ μυστήριον τοῦτο, μέγα ἐστιν· <lb n="20"/>
“ ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν.”</p><p>Θεοδώρου. Οὐδὲ γὰρ ὁ νόμος ἐπεισελθών, φησι, τὴν ἁμαρτίαν
ἔλυσεν· ἀλλ’ ἄχρις ἢν τε ὁ νόμος καὶ ἐπολιτεύετο καὶ ἐκράτει
παρὰ τοῖς ἀνθρώποις, ἐλάμβανε καὶ τὰ τῆς ἁμαρτίας προσθήκην·
οὐδὲν πρὸς τοῦτο τῆς τοῦ νόμου θέσεως συμβαλέσθαι δυνηθείσης <lb n="25"/>
αὐτοῖς· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ προκειμένου ἐπάγει, “ ἁμαρτία δὲ
“ οὐκ ἐλλογεῖται, μὴ ὄντος νόμου.” τοσοῦτον γὰρ ἀπεῖχεν ὁ νόμος,
φησὶ, τοῦ τὴν ἁμαρτίαν ἀνελεῖν, ὥστε οὐδ’ ἃν γένοιτο ἁμαρτία, εἰ
μὴ νόμος εἴη. νόμον δὲ νῦν καλεῖ τὴν ἥντινα δήποτε διάκρισιν·
εἴτε ἀπὸ φύσεως, εἴτε ἀπὸ θέσεως ἐγγινομένην· μὴ γὰρ οὔσης τῆς <lb n="30"/>
διακρίσεως οὐκ ἄν τις λέγοιτο ἁμαρτάνειν ἁμαρτίαν· εἰ δὲ ὁ τὸ φαινόμενον
κακὸν καὶ διακεκριμένον ἀπὸ τοῦ καλοῦ μετιὼν, ἀλλὰ τοῦτο
μὲν, εἰς αὔξησιν τοῦ ἐφ’ ᾧ πάντες ἥμαρτον, τέθεικεν. ἐχόμενος δὲ
τῆς οἰκείας ἀκολουθίας, ἐπήγαγεν, “ ἀλλ’ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος
“ ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι Μώσεως καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐν <lb n="35"/>

<pb n="46"/>
“ τῷ ὁμοιώματι τῆς παραβάσεως Ἀδάμ· ὅς ἐστι τύπος τοῦ μέλ-
“ λοντος.”</p><p>Τὸ μὲν οὖν “καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐν τῷ ὁμοιώματι
“ τῆς παραβάσεως Ἀδὰμ,” τοῦτο λέγει, ὅτι ὁ θάνατος ἐκράτησεν
ἁπάντων τῶν ὁπωσδήποτε ἡμαρτηκότων. οὐ γὰρ ἐπειδὴ οὐχ ὅμοιον <lb n="5"/>
ἦν τὸ τῆς ἁμαρτίας εἶδος τό τε τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων,
θανάτου γεγόνασιν ἐκτὸς οἱ λοιποί· ἀλλ’ ὑπὲρ ὧν ἡμάρτανον
ὁπωσδήποτε, τοῦ θανάτου τὴν ἀπόφασιν ἐδέξαντο πάντες. οὐ γὰρ
τῆς τοιᾶσδε ἁμαρτίας τιμωρία ὁ θάνατος ὥρισται, ἀλλὰ πάσης
ἁμαρτίας· ἔστι δὲ ἐν τῷ πᾶν ἀπὸ τοῦ, “ οὐ μόνον δὲ ἀλλὰ καὶ καυ- <lb n="10"/>
“ χώμενοι ἐν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.”
οὐ λέγει γὰρ τῆς τοιᾶσδε ἁμαρτίας τιμωρία ὁ θάνατος ὥρισται,
ἀλλὰ πάσης ἁμαρτίας. λέγει γὰρ ὅτι οὐκ ἐπὶ τούτῳ μόνον καυχώμεθα,
ὅτι διὰ τοῦ Χριστοῦ κατήλλαξεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἑαυτῷ,
ἀλλ’ ὅτι καὶ πάντα δὴ τὰ παλαιὰ ἔλυσε κακά. ποῖα ταῦτα; ἡμαρτηκότος <lb n="15"/>
γὰρ τοῦ Ἀδὰμ, καὶ μὴν καὶ θνητοῦ διὰ τοῦτο γεγονότος,
ἥτε ἁμαρτία πάροδον ἔλαβεν εἰς τοὺς ἑξῆς, καὶ ὁ θάνατος πάντων
ἐκράτει τῶν ἀνθρώπων ὡς εἰκός· πάντων γὰρ ἡμαρτηκότων, εἰ καὶ
μὴ παραπλησίαν τῷ Ἀδὰμ ἁμαρτίαν, ἀλλ’ οὖν γε ὁπωσδήποτε,
τῶν μὲν οὕτω, τῶν δὲ οὕτω· ἀνάγκη καὶ τὸν θάνατον ἦν κρατεῖν <lb n="20"/>
ἐφ’ ἁπάντων ὁμοίως· ἀλλ’ οὐδὲ ὁ νόμος ἐπεισελθὼν ἀνελεῖν αὐτὴν
ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων ἐδυνήθη· τοὐναντίον μὲν οὖν καὶ ἡ τοῦ ἁμαρτάνειν
ἀφορμὴ ἐντεῦθεν ἡμῖν ἐπεγίγνετο· τῷ μηδὲ οἷόν τε εἶναι
ἁμάρτημα κρίνεσθαι νόμων ἐκτός· ὄντων δὲ τῶν καθ’ ἡμᾶς ἐν τούτοις
ὡς μηδεμίαν τῆς ἐπὶ τὸ κρεῖττον μεταβολῆς ὑποφαίνεσθαι <lb n="25"/>
ἐλπίδα, λύσιν ἁπάντων ὁ Χριστὸς εἰργάσατο τῶν κακῶν. διὸ συντόμως
ἐπήγαγε τὸ “ ὅς ἐστι τύπος τοῦ μέλλοντος·” ἵνα εἴπῃ ὅτι
ἐγένετο δὲ τὰ κατὰ τὸν Ἀδὰμ τύπος τῶν κατὰ Χριστόν. ἐπειδὴ
ὥσπερ δι’ ἐκείνου τῶν χειρόνων ἡ πάροδος ἐγένετο, οὕτω διὰ τούτου
τῆς τῶν κρειττόνων ἀπολαύσεως τὴν ἀφορμὴν ἐδεξάμεθα.</p><lb n="30"/><p>Ακακίου. Οὐχ ἁπλῶς εἴρηκε “ καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας·”
ἄντικρυς γὰρ ἐναντίον ἢν τῷ ἀλλαχοῦ αὐτῷ εἰρημένῳ· τῷ “ πάν-
“ τες γὰρ ἥμαρτον,” ἀλλ’ “ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐπὶ τῷ
“ ὁμοιώματι τῆς παραβάσεως Ἀδάμ·” τουτέστι καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ
διὰ τοῦ φαγεῖν ἀπὸ τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ ξύλου ἁμαρτῶντας. ἐκ <lb n="35"/>

<pb n="47"/>
τούτου δὲ ἴσως ἄν τις κατασκευάσῃ, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς καὶ μόνου
τοῦ Ἀδάμ· εἰ γὰρ περὶ τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου γεγραμμένον ἦν τὸ
περὶ τῆς παραβάσεως γράμμα, οὐκ ἃν ἐνταῦθα ἐλέγετο “ καὶ ἐπὶ
“ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐπὶ τῷ ὁμοιώματι τῆς παραβάσεως
“ Ἀδάμ.”</p><lb n="5"/><p>Φωτίου. “ Ἀλλ’ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ Ἀδὰμ μεχρὶ
“ Μωϋσέως.” τριά ἐστιν ἐν τούτοις τοῖς παραβολικῶς ἀλλήλοις
παρατεθεῖσιν, ὁμοιότης τις, ἐναντιότης, ὑπερβολή. κατὰ τὴν ὁμοιότητα
ἐναντιότης μὲν, ἁμαρτία, ἀναμάρτητον· ἔχθρα πρὸς Θεὸν,
καταλλαγὴ πρὸς Θεόν· κατάκριμα, δικαίωμα· ἀπώλεια καὶ πτῶμα <lb n="10"/>
μὰ καὶ θάνατος, σωτηρία καὶ ζωὴ καὶ ἀνάστασις. ἡ μὲν οὖν
ἐναντιότης ἐν τούτοις· ἡ δὲ ὁμοιότης, ὥσπερ δι’ ἑνὸς τοῖς πᾶσιν
ἐπιγέγονεν· ἡ δὲ ὑπερβολὴ, ὅτι ἐπὶ μὲν τῶν χειρόνων συνέπραξαν,
τῷ ἑνὶ οἱ πολλοὶ ἐπὶ τὸ μετασχεῖν αὐτοῖς τῶν κακῶν, ἐπὶ δὲ τῶν
ἀμεινόνων οὐδεὶς συνέπραξεν, ἀλλὰ μόνον τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ τὸ <lb n="15"/>
χάρισμα γέγονεν. ὥστε οὐχ ὁμοίως καὶ ἐπίσης, ἀλλὰ καθ’ ὑπερβολὴν
καὶ ἐκ περισσείας ἡ ὁμοιότης· πάλιν διὰ τοῦ Ἀδὰμ τῶν
χειρόνων εἰσαχθέντων, οὐκ ἀνῃρέθη μόνον ταῦτα, ὅπερ ὡς ἐναντίοις
ὅμοιον καὶ ἀνάλογον, ἀλλὰ καὶ ἐπεδόθη παρὰ Χριστοῦ τὰ ἀμείνω·
ὅπερ τὴν ὑπερβολὴν καὶ τὴν περισσείαν παρίστησιν.</p><lb n="20"/><lb n="15"/><p>Ἀλλ’ οὐχ ὡς τὸ παράπτωμα, οὕτω καὶ τὸ χάρισμα.</p><p>Κυρίλλου. Τέθεικας u εἰς τύπον τοῦ προτέρου τὸν δεύτερον,
μονονουχὶ πυνθάνεται τὸν ἀκροώμενον, ὡς ὑποστιγμῇ τε καὶ ἐπερωτήσει
λέγων· “ ἀλλ’ οὐχ ὡς τὸ παράπτωμα, οὕτω καὶ τὸ χά-
“ ρισμα.” ὅμοιον γὰρ ὡς λέγοι· κατακεκρίμεθα τῷ θανάτῳ διὰ <lb n="25"/>
τῆς ἐν Ἀδὰμ παραβάσεως, ὅλης τῆς ἀνθρωπείας φύσεως τοῦτο
παθούσης ἐν αὐτῷ· καὶ γὰρ ἦν ἀπάρχη τοῦ γένους· ἀλλ’ ἐν
Χριστῷ πάλιν ἀνεθάλλομεν εἰς ζωήν. τύπος δὲ ἦν ὁ Ἀδὰμ τοῦ
μέλλοντος, τουτέστι Χριστοῦ, τῇ τῶν φθασάντων σκαιότητι τὴν
ἰσομοιροῦσαν ἡμῖν εἰσκομίζοντος χάριν. ἆρα οὖν, φησὶ, τοῦτο <lb n="30"/>
λέγων, διημάρτηκα κατ’ ἀληθοῦς; ἔξω φέρομαι τοῦ εἰκότος; “ οὐχ
“ ὡς τὸ παράπτωμα, οὕτω καὶ τὸ χάρισμα ; ” ἀλλ’ ἴσχυσε μὲν
δι’ ἑνὸς ὁ θάνατος, ἀτονήσει δὲ δι’ ἑνὸς ἡ ζωή; καίτοι πῶς οὐχ
<note type="footnote">u Leg. τεθεικώς.</note>

<pb n="48"/>
ἀληθὲς ἐκεῖνο εἰπεῖν; “ εἰ γὰρ τῷ τοῦ ἑνὸς παραπτώματι οἱ πολ-
“ λοὶ ἀπέθανον, πολλῷ μᾶλλον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δωρεὰ ἐν
“ χάριτι τῇ τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τοὺς πολλοὺς
“ ἐπερίσσευσεν.” ἀνέξεται γὰρ ἤκιστά γε φιλάνθρωπος ὣν ὁ δημιουργὸς,
κατισχύσαι μὲν θάνατον διὰ τοῦ ἑνὸς, ἀπρακτῆσαι δὲ τὴν <lb n="5"/>
δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ζωήν. ὑπερκείσεται δὲ ἡ χάρις τὰ ἐξ ὀργῆς.</p><p>Γενναδίου. Μία μὲν γάρ φησιν ἡ ἁμαρτία τῆς κατακρίσεως
πάντων αἰτία, καὶ τὴν ἐκείνης δίκην οἱ καθεξῆς πάντες ἐξέτισαν.
ἡ δὲ χάρις οὐκ ἐκείνην μόνην, ἀλλὰ καὶ πολλὰς ἄλλας ἐκείνης
βαρυτέρας ἐπιτηδευθείσας ὑπὸ τῶν μεταγενεστέρων ἀνεῖλεν, ἄπταιστον <lb n="10"/>
παντελῶς τοῦ λοιποῦ καὶ δικαίαν ἐργασαμένη τὴν φύσιν
ἡμῶν.</p><p>Διοδώρου. Τοῦτο x δοκεῖ ἐναντίως ἔχειν τῷ προκειμένῳ τὸ
“ εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν·” εἰπὼν γὰρ ἀνωτέρω
περὶ πάντων, νῦν περὶ πολλῶν λέγει. ἀλλὰ χρὴ εἰδέναι ὅτι διῆλθε <lb n="15"/>
μὲν εἰς πάντας ὁ θάνατος, ἐπειδὴ καὶ πάντες ἡμάρτομεν. ἀλλὰ
διῆλθε πάντας μὲν διερευνῶν καὶ πειράζων, κατέχων δὲ οὐ τοὺς
ἁπλῶς ἁμαρτάνοντας, ἀλλὰ τοὺς ἐμπαραμένοντας ταῖς ἑαυτῶν
ἁμαρτίαις. ὅπερ καὶ διὰ τῶν ἑξῆς δηλοῖ λέγων, ὅτι ἁμαρτωλοὶ
κατεστάθησαν οἱ πολλοί. δι’ ὧν ἐμφαίνει τὸ ἀμετάθετον τῆς <lb n="20"/>
κακίας αὐτῶν. ὥστε διῆλθε μὲν εἰς πάντας ὁ θάνατος, διερευνῶν,
ὁρῶν αὐτοὺς ἁμαρτάνοντας· ἐθανάτωσε δὲ οὐ πάντας. ἔνιοι μὲν οὖν
διαφορὰν θανάτου ᾠήθησαν διὰ τούτων δηλοῦσθαι· καὶ διὰ μὲν τοῦ
“ πάντες” σωματικὸν ἐμφαίνεσθαι τὸν θάνατον· διὰ δὲ τοῦ “ πολ-
“ λοὶ” ψυχικὸν, ἀλλ’ οὐδὲν τούτων νῦν ἡ ἀκολουθία τοῦ λόγου δείκνυσιν. <lb n="25"/>
οὐδὲ γὰρ διαστολή τις ἐν αὐτῷ ἐστιν, ἀλλ’ ὡς περὶ ἑνὸς οἰκουμενικοῦ
πράγματος διέξεισι. φιλοτιμεῖται μέντοι δεῖξαι, ὅτι
εἰ καὶ τὸ παράπτωμα τοῦ Ἀδὰμ κατεσκεύασεν ὁ πονηρὸς, ἀρχὴν
ἑαυτῷ τῆς κατ’ ἄνθρωπον βασιλείας πραγματευόμενος, ἀλλὰ μεῖζον
χάρισμα ἐπιδήμησας ὁ Κύριος ἐχαρίσατο.</p><lb n="30"/><p>Θεοδώρου. Καὶ οὐδὲ τοῦ παραπτώματος εἶδός φησι, τοσοῦτον,
ὅσον τὸ του χαρίσματος· εἰ γὰρ καὶ ἡ του ἕνος ἁμάρτια τοῖς
ἀνθρώποις τὸν θάνατον ἐπήγαγεν· ἀλλ’ οὖν γε ἡ διὰ τοῦ Χριστοῦ
<note type="footnote">x Cod. τοῦ.</note>

<pb n="49"/>
δωρεὰ, μείζων τις περὶ τοὺς ἀνθρώπους ἐγένετο. τὸ γὰρ “ οἱ πολ-
“ λοὶ ἀπέθανον ” ἀντὶ τοῦ πάντες λέγει. πάντες γὰρ ἀπέθανον, ὡς
αὐτὸς ἀνωτέρω φησίν· “ εἰ πάντας ἀνθρώπους διῆλθεν ὁ θάνατος.
δῆλον δὲ ὅτι τὸ “ καὶ εἰς τοὺς πολλοὺς ἐπερίσσευεν” ὁμοίως ἀντὶ τοῦ
εἰς πάντας λέγει· κοινὴ γὰρ καὶ ἡ τῆς ἀναστάσεως χάρις, ἀπάντων <lb n="5"/>
ἀνισταμένων ὁμοίως·</p><lb n="16"/><p>Καὶ οὐχ ὡς δι’ ἑνὸς ἁμαρτήσαντος τὸ δώρημα.</p><p>Κυρίλλου. Ἀνατίθησιν ὥσπερ τὴν τοῦ πράγματος φύσιν καὶ
τὴν τοῦ νοήματος δύναμιν ἐπὶ τὸ ὅτι μάλιστα πρέπον τῷ Θεῷ. εἰ
γὰρ δή, φησι, τὸ ἐξ ἑνὸς, ἤτοι δι’ ἑνὸς κατάκριμα τοῦ Ἀδὰμ <lb n="10"/>
ἀπεφοίτησεν εἰς πάντας καθ’ ὁμοιότητα τὴν αὐτοῦ· ῥίζα γὰρ
ἦν, ὡς ἔφην, τοῦ γένους παθοῦσα τὴν φθορὰν, πῶς οὐκ ἃν
γένοιτο καὶ πίστει παραδεκτὸν καὶ ἀγαπητὸν τῷ Θεῷ τὸ δεῖν ἐξ
ἑνὸς δικαιώματος ἐκ πολλῶν παραπτωμάτων δικαιοῦσθαι πολλούς;
ἣ οὐχ αἱρετὸν τὸ σώζειν μᾶλλον ἣ ἀπολλύναι παρὰ Θεῷ; ὥσπερ <lb n="15"/>
τοίνυν καταδεδίκασται μὲν ὁ Ἀδὰμ, κατεκράτησε δὲ Μώσεως ἡ
τῆς ἀρᾶς δύναμις ὑποφέρουσα τῇ φθορᾷ τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς, οὕτως
ἐπειδήπερ δεδικαίωται χριστὸς ὁ δεύτερος Ἀδὰμ ὁδῷ τῇ πρώτῃ,
βαδιεῖταί που πάντως καὶ εἰς ἡμᾶς ἡ δικαίωσις. δεδικαιῶσθαι δὲ
φαμὲν τὸν Χριστὸν, οὐχ ὡς ἄδικον μὲν γεγονότα ποτὲ, προσήκοντά <lb n="20"/>
γε μὴν ἐξ ἐπιδόσεως τῆς εἰς τὰ ἀμείνω εἰς δικαίωσιν· ἀλλ’ ὅτι
πρῶτός τε καὶ μόνος ἄνθρωπος αὐτὸς ἐπὶ γῆς οὐκ ἐποίησεν ἁμαρτίαν,
οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ.</p><p>Γενναδίου. Μιὰ μὲν γάρ, φησιν, ἁμαρτία τῆς κατακρίσεως
πάντων αἰτία, καὶ τὴν ἐκείνης δίκην οἱ καθεξῆς πάντες ἐξέτισαν. <lb n="25"/>
ἡ δὲ χάρις οὐκ ἐκείνην μόνην, ἀλλὰ καὶ πολλὰς ἄλλας ἐκείνης
βαρυτέρας ἐπιτηδευθείσας ὑπὸ τῶν μεταγενεστέρων ἀνεῖλεν, ἄπταιστον
παντελῶς καὶ δικαίαν ἐργασάμενος τὴν φύσιν ἡμῶν.</p><p>Διοδώρου. Ἀντὶ τοῦ πρὸς ἓν ἁμάρτημα τοῦ Ἀδάμ. μεγάλη
γὰρ ἦν καὶ πολλὴ, καὶ τὰ ἁμαρτήματα τῇ φιλανθρωπίᾳ ὐπερβαίνουσα· <lb n="30"/>
ὅπερ διδάσκων ἐπάγει· “ τὸ μὲν γὰρ κρίμα ἐξ ἑνὸς εἰς
“ κατάκριμα· τὸ δὲ χάρισμα ἐκ πολλῶν παραπτωμάτων εἰς δικαίω-
“ μα.” βούλεται γὰρ εἰπεῖν, ὅτι τὸ μὲν τοῦ Ἀδὰμ ἁμάρτημα ἓν
ἦν, ἀλλ’ ὅμως ἓν ὃν ἐξ ἑνὸς ἁμαρτήματ’ ὃς κατέκρινε τοὺς πολλοὺς

<pb n="50"/>
διὰ τὸ μισήσασθαι τὸν Ἀδάμ. τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Κυρίου, οὐ
πρὸς τὸ ἓν ἁμάρτημα ἐμετρήθη, ἀλλὰ πρὸς τὰ πάντων πολλὰ
ὄντα· ὥστε ἐκ πολλῶν παραπτωμάτων ἀπαλλάξαν, ἤγαγεν εἰς
δικαίωμα· ἐν γὰρ τούτῳ ἐστι τῆς χάριτος τὸ περίσσευμα, ὅτι οὐ
μόνον τῶν παραπτωμάτων ἀπήλλαγεν, ἀλλὰ καὶ εἰς δικαιοσύνην <lb n="5"/>
ἐχειραγώγησεν·</p><p>Θεοδώρου. ίαν ταύτην αἰτίαν λέγει τῆς διαφορᾶς. ἐκεῖ
μὲν γάρ φησιν, εἷς ἡμαρτηκὼς, καὶ κατακριθεὶς διὰ τοῦτο, εἰς τοὺς
ἑξῆς τὴν τιμωρίαν ἐνεχθῆναι παρεσκεύασε πάντας, κοινωνοὺς τῆς
ἀποφάσεως ἐσχηκὼς τοῦ θανάτου. ἡ δὲ χάρις οὐχ ὁμοίως. οὐ <lb n="10"/>
γὰρ ἀπ’ ἑνὸς ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Ἀδὰμ εἰς τοὺς ἑξῆς ἐλήλυθεν. ἀλλὰ
πολλῶν ὄντων τῶν ἤδη κατακεκριμένων, σύντομον εἴς τε τοὺς πρό-
τερον καὶ εἰς τοὺς ἑξῆς ἀνθρώπους τῆς δωρεᾶς ἐποιήσατο τὴν ἐξά-
πλωσιν. ἔστιν οὖν μείζων πολλῷ· εἴπερ ἐκεῖνο μὲν ἔκλαμψε τοὺς
ἑξῆς· τοῦτο δὲ οὐ τοὺς ἑξῆς μόνον ὠφέλησεν, ἀλλὰ γὰρ καὶ τοὺς <lb n="15"/>
προσειληφότας ἔλυσε τῶν ἐγκλημάτων.</p><lb n="17"/><p>Εἰ γὰρ τῷ τοῦ ἑνὸς παραπτώματι.</p><p>Κυρίλλου. Ἄθρει δὴ πάλιν ὡς ἀλκιμωτέραν τῆς κατακρινού-
κατακρινούσης ἀρᾶς καταλογίζεται τὴν δικαιοῦσαν χάριν. οὐ γὰρ δή, φησι,
φαίη τις ἃν ὡς ἦν εἰκὸς κατισχύσαι μὲν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς τὸν δι’ <lb n="20"/>
ἑνὸς θάνατον, εὐσθενείας γε μὴν ἀμοιρῆσαι τὴν ζωήν· πολλῷ γὰρ
μᾶλλον οἱ χάριν ἔχοντες τὴν διὰ Χριστοῦ καὶ τὴν τῆς δικαιοσύνης
δωρεὰν ἐκ φιλοτιμίας τῆς ἄνωθεν, ἀποσείσονται μὲν τοῦ θανάτου
τὸ κράτος, συμβασιλεύσουσι δὲ τῷ ζωοποιοῦντι τὰ πάντα Χριστῷ.</p><p>Γενναδίου. Ἀποδείξας αὐταρκῶς τὸ περιττὸν τῆς χάριτος <lb n="25"/>
κατὰ σύγκρισιν, ἐπισυλλογίζεται λοιπὸν καὶ κατασκευάζει τὸ
σπουδαζόμενον, καὶ φησὶν, “εἰ γὰρ τῷ τοῦ ἑνὸς παραπτώματι
“ὁ θάνατος ἐβασίλευσε διὰ τοῦ ἑνὸς” καὶ τὰ ἑξῆς. τῷ γὰρ συν-
συνδέσμῳ, νῦν ἀντὶ τοῦ τοίνυν ἐχρήσατο. εἰ τοίνυν φησι καὶ ἑνὸς ἀν-
θρώπου παραπτώματι καὶ δι’ ἑνὸς παραπτώματος ὁ θάνατος ἐβα- <lb n="30"/>
σίλευσεν, ἄρα οὖν πολλῷ μᾶλλον οἱ τὸ πλέον τῆς εἰς δικαιοσύνην
χάριτος ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ κομιζόμενοι, καθὼς ἀποδέδεικται, βασι-
λεύσουσιν ἐν ἀθανάτῳ ζωὴ.</p><p>Θεοδώρου. Ἔτι μὴν κακεινο φησὶ, πολλὴν δείκνυσι τὴν δια-

<pb n="51"/>
φοράν· ὅτι ἐκεῖ μὲν ὁ θάνατος εἰσαχθεὶς τῇ τοῦ Ἀδὰμ ἁμαρτίᾳ,
καὶ κρατήσας ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων, ἐδέξατο λύσιν. ἡ δέ γε τῆς
δωρεᾶς ἀπόλαυσις διὰ τοῦ Χριστοῦ προσγεγονυῖα ἡμῖν, δι’ ἣν καὶ
τῆς ἀναστάσεως τευξόμεθα, καὶ ἐν δικαιοσύνῃ διατελέσομεν ἁμαρτεῖν
οὐκ ἐπιδεχόμενοι, λύσιν οὐ δέξεται. διαμενοῦμεν γὰρ τῆς <lb n="5"/>
μελλούσης ζωῆς διηνεκῶς ἀπολαύοντες.</p><lb n="18"/><p>Ἄρα οὖν ὡς δι’ ἑνὸς παραπτώματος.</p><p>Κυρίλλου. Προσεπάγει ταῖς προκειμέναις ἐννοίαις ὁ θεσπέσιος
Παῦλος οἱονεὶ τὸ συμπέρασμα, καὶ φησὶν, “ ἄρα οὖν ὡς δι’
“ ἑνὸς παραπτώματος,” καὶ τὰ ἑξῆς. κατακεκρίμεθα γὰρ, ὡς <lb n="10"/>
προεῖπον ἐν Ἀδὰμ, καὶ ὡς ἐκ ῥιζ́ης τῆς πρώτης εἰς ἅπαν διέβη
τὸ ἐξ αὐτῆς γενόμενος ὁ ἐξ ἀρᾶς θάνατος. δεδικαιώμεθα δὲ καὶ
ἀνεβλαστήσαμεν εἰς ζωὴν, δικαιωθέντος ὑπὲρ ἡμῶν τοῦ Χριστοῦ.
ἀφειδήσας μὲν γὰρ τῆς αὐτῷ δοθείσης ἐντολῆς ὁ προπάτωρ, προκέκρουκε
τῷ Θεῷ καὶ ὑπομεμένηκε τὰ ἐκ θείας ὀργῆς. κατώλισθε <lb n="15"/>
γὰρ εἰς φθορὰν τότε, καὶ εἰσήλατο τὴν ἀνθρώπου φύσιν ἡ ἁμαρτία·
οὕτω καὶ ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοὶ, τουτέστιν οἱ ἀνὰ
πᾶσαν τὴν γῆν. ἀλλ’ εἴποι τις ἄν· ναὶ παρώλισθεν ὁ Ἀδὰμ, καὶ
τῆς θείας ἀλογίσας ἐντολῆς, φθορᾷ καὶ θανάτῳ κατεδικάζετο. εἶτα
πῶς ἁμαρτωλοὶ δι’ αὐτὸν κατεστάθησαν οἱ πολλοὶ; τί πρὸς ἡμᾶς <lb n="20"/>
τὰ ἐκείνου πταίσματα; πῶς δὲ ὅλως οἱ μήπω γεγενημένοι καταδεδικάσμεθα
σὺν αὐτῷ, καίτοι Θεοῦ λέγοντος, “ οὐκ ἀποθανοῦνται
“ πατέρες ὑπὲρ τέκνων, οὔτε τέκνα ὑπὲρ πατέρων. ψυχὴ ἡ ἁμαρ-
“ τάνουσα αὕτη ἀποθανεῖται,” τίς οὖν ἃν γένοιτο πρὸς ἡμᾶς τῆς
ἀπολογίας ὁ τρόπος; οὐκοῦν ψυχὴ μὲν ἡ ἁμαρτάνουσα αὕτη ἀποθανεῖται. <lb n="25"/>
ἁμαρτωλοὶ δὲ γεγόναμεν διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδὰμ
διὰ τοιόνδε τρόπον. πεποίητο μὲν γὰρ ἐπὶ ἀφθαρσίᾳ καὶ ζωῇ, ἦν
δὲ αὐτῷ καὶ ὁ βίος ἁγιοπρεπὴς ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς·
ὅλον ἦν καὶ διαπαντὸς ἐν θεοπτίαις ὁ νοῦς, ἐν εὐδίᾳ δὲ καὶ γαλήνῃ
τὸ σῶμα, κατηρεμούσης ἁπάσης αἰσχρᾶς ἡδονῆς· οὐ γὰρ ἦν <lb n="30"/>
ἐκτόπων κινημάτων θόρυβος ἐν αὐτᾷ.</p><p>Επειδὴ δὲ πέπτωκεν ὑφ’ ἁμαρτίαν καὶ κατώλισθεν εἰς φθορὰν,
ἐντεῦθεν εἰσέδραμον τὴν τῆς σαρκὸς φύσιν ἡδοναί τε καὶ ἀκαθαρσίαι.
ἀνέφυ δὲ καὶ ὁ ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν ἀγριαίνων νόμος.

<pb n="52"/>
νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τὴν ἁμαρτίαν διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς,
τουτέστιν Ἀδάμ· οὕτως ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοί· οὐχ
ὡς τῷ Ἀδὰμ συμπαραβεβηκότες, οὐ γὰρ ἦσαν πότε, ἀλλ’ ὡς
τῆς ἐκείνου φύσεως ὄντες τῆς ὑπὸ νόμον πεσούσης τὸν τῆς ἁμαρτίας.
ὥσπερ τοίνυν ἠρρώστησεν ἡ ἀνθρώπου φύσις ἐν Ἀδὰμ διὰ <lb n="5"/>
τῆς παρακοῆς τὴν φθορὰν, εἰσέδυ τε οὕτως αὐτὴν τὰ πάθη, οὕτως
ἀπήλλακται πάλιν ἐν Χριστῷ. γέγονε γὰρ ὑπήκοος τῷ Θεῷ καὶ
Πατρὶ, καὶ οὐκ ἐποίησεν ἁμαρτίαν.</p><p>Διοδώρου. Ἐξετάσας καὶ διαγυμνάσας τήν τε διὰ τοῦ Ἀδὰμ
προστριβεῖσαν ἀνθρώποις ζημίαν, καὶ τὴν παρὰ τοῦ Κυρίου δωρηθεῖσαν <lb n="10"/>
εὐεργεσίαν, ἐπάγει λοιπὸν ἀποφατικώτερον διδάσκων, ὣ;
τοῦ μὲν Ἀδὰμ κατέκρινε, καὶ ἐθανάτωσεν ἀνθρώπους τὸ παράπτωμα,
τοῦ δὲ Κυρίου ἐζωοποίησε τὸ δικαίωμα. τί δὲ τοῦ Ἀδὰμ
τὸ παράπτωμα; ἡ παρακοή· τί τοῦ Κυρίου τὸ δικαίωμα; ἡ ὑπακοὴ,
ἣν ὑπήκουσεν τῷ Πατρὶ κατὰ τὸ ἐνανθρωπῆσαι καὶ παθεῖν <lb n="15"/>
ὑπὲρ ἀνθρώπων, καθώς ἐν ἑτέροις ὁ Ἀπόστολός φησι, “ σχήματι
“ εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος, ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν, γενόμενος ὑπήκοος
“ μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.” ὥστε ἡ ὑπακοὴ καθεῖλε
τὴν παρακοὴν, καὶ τῷ βελτίστῳ τὸ χείριστον κατηγωνίσατο.</p><p>Θεοδώρου. Ἀρκούντως ἐν τοῖς προκειμένοις τὴν διαφορὰν δείξας <lb n="20"/>
τῶν πραγμάτων, συλλογίζεται ἐνταῦθα τὸ πᾶν πρὸς τὸ διὰ
“ τοῦτο ὥσπερ δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε·”
ταῦτα ἀποδιδοὺς καὶ λέγων, ὅτι δέδεικται διὰ τούτων ἡμῖν, ὅπως
τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἁμαρτήσαντος καὶ θανάτου αἰτίου γεγονότος, ὁ
Χριστὸς καὶ τὴν λύσιν τῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν ἐχαρίσατο, καὶ <lb n="25"/>
τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ θανάτου τῇ τῆς ἀναστάσεως ἐλπίδι, καθ’ ἣν
ἔξω πάσης ἁμαρτίας πολιτευσόμεθα. τοῦτο γὰρ λέγει τὸ ἁμαρτωλοί.
οὕτως ὁ Χριστὸς τὴν ἀνάστασιν ἡμῖν ἐδωρήσατο, ὥστε ἐν
ἀθανάτῳ τῆ φύσει καταστάντας, πάσης ἁμαρτίας διάγειν ἐλευθέρους,
ἐν ἀκριβεῖ τῇ δικαιοσύνῃ πολιτευομένους. ἔδειξε δὲ κανταῦθα <lb n="30"/>
ὅτι τὸ οἱ πολλοὶ ἀντὶ τοῦ πάντες λέγει· εἰν γὰρ τὸ “ εἰς
“ πάντας ἀνθρώπους, εἰς δικαίωσιν ζωῆς, ἐπήγαγεν “ ἁμαρτωλοὶ
“ κατεστάθησαν οἱ πολλοί.” ὥστε δῆλον ὅτι οἱ πολλοὶ ἀντὶ τοῦ οἱ
πάντες λέγει, καὶ ἀνωτέροις, κἀνταῦθα.</p><pb n="53"/><p>Ἀκακίου. “Ὥσπερ γάρ,” φησι, “ διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ
“ ἑνὸς ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοὶ,” οὐ τοῦτο λέγει ὅτι
ἑνὸς ἁμαρτῶντος καὶ οἱ πολλοὶ ἁμαρτῶντες, τὴν αὐτὴν δόξαν ἀπηνέγκαντο
μετὰ τῶν τιμωριῶν· ἄδικον γὰρ, x ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ ἀρχὴν
ἔσχεν ἡ ἀνθρωπότης, καὶ ὑπάρχειν καὶ ἁμαρτάνειν.</p><lb n="5"/><p>Σευηριανοῦ. Εἶδες πῶς διορίζει κᾳνταῦθα ἐπὶ μὲν τῆς ἁμαρτίας
καὶ τῆς δικαιοσύνης, τὸ “ πολλοὶ” τιθείς· οὐ γὰρ πάντες
ἥμαρτον οἱ πρὸ νόμου, οὐδὲ ἐδικαιοπράγησαν πάντες ἐν τῇ χάριτι·
“πολλοὶ γὰρ κλητοὶ, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.” ἐπὶ δὲ τοῦ σωματικοῦ
θανάτου καὶ τῆς σωματικῆς ἀναστάσεως πάντες καὶ πάντες.</p><lb n="10"/><p>Ἀνεπιγράφου. Τοῦτο ἐναντιοῦται τῇ ἀποστολικῇ ῥήσει τῇ
λεγούσῃ “ εἰ γὰρ τῷ τοῦ ἑνὸς παραπτώματι οἱ πολλοὶ ἀπέθανον,
καὶ τὰ ἑξῆς. τοὺς πολλοὺς οὖν τοὺς πάντας λέγει. ἡ γὰρ χάρις
καὶ ἡ δωρεὰ ἡ διὰ τοῦ ἑνὸς Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐκ ἔστι μερική· ὥστε
“ οἱ πολλοὶ” ἀντὶ πάντων εἴληπται· εἰ δέ τις βούλοιτο τοὺς πολλοὺς <lb n="15"/>
νοεῖν τεθνηκέναι, ὑπεξαιρουμένων τοῦ Ἐνὼχ, καὶ τοῦ
εἰς οὓς διῆλθε μὲν ὁ θάνατος, καθὸ γεγόνασι θνητοὶ, οὐ μὴν καὶ
κατέσχεν αὐτῶν· ὅτι ὁ μὲν μετετέθη τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον, ὁ δὲ
ἀνελήφθη ἐν ἅρματι πυρίνῳ, πόσῳ μᾶλλον ἡ εἰς τὰ ἄπειρα πλήθη
ἀποσταλεῖσα χάρις τοῦ παναγάθου Θεοῦ ἡμῶν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ; <lb n="20"/>
εἰ δὲ καὶ τινες ἐν τῇ παρουσίᾳ καταληφθέντες τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ
Χριστοῦ, μὴ γεύσαιντο θανάτου, καὶ πρὸς τοὺς τοιούτους ἃν εἴη
ἀντιδιαστελλόμενον τὸ “ οἱ πολλοὶ ἀπέθανον·” τι γὰρ τὸ ἀναγκαῖον
τοὺς περιλειπομένους ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου θανάτου γεύσασθαι,
εἶτα αὖθις ἀνίστασθαι· ἀλλὰ μὴ ἐντεῦθεν εἰς ἀθανασίαν <lb n="25"/>
χωρεῖν. οὐ γὰρ ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπέθανε, ταύτῃ καὶ πάντας ἀποθανεῖν
ἀνάγκη. ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐναντίου, εἰ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, οὐδεὶς
ὤφειλεν ἀποθνήσκειν οὐκέτι. εἰ δὲ διὰ τὴν φύσιν τοῦ πράγματος
οὕτω γίνεται, οἱ καταλαμβανόμενοι ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ οὐ
τεθνήξονται.</p><lb n="30"/><lb n="20"/><p>Νόμος δὲ παρεισῆλθεν, ἵνα πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα.</p><p>Κυρίλλου. Διαλογιεῖται τις, φησὶ, κατὰ τὸ εἰκὸς ἐκεῖνο που,
καὶ λέγει· τύπος ἦν τοῦ μέλλοντος ὁ Ἀδάμ· καὶ ὥσπερ ἐν ἐκείνῳ
<note type="footnote">x Leg. ἀλλ’ ὅτι.</note>

<pb n="54"/>
κατεστάθημεν ἁμαρτωλοὶ διὰ τὴν παράβασιν, οὕτως ἐν Χριστῷ
δεδικαιώμεθα δι’ ὑπακοῆς. ἔδει τοίνυν μεσολαβοῦντος, φησὶν, οὐδενὸς,
τὴν ἐν Χριστῷ δικαίωσιν τοῖς ἐπὶ γῆς ἀναφαίνεσθαι. εἰταποία
γέγονε τῶν διὰ Μώσεως νόμων ὡς ἐξ ἀνάγκης ἡ χρεία. πρὸς
δὴ τὰ τοιαῦτα πάλιν ὁ θεσπέσιος Παῦλος μονονουχὶ καὶ ἀνίσταται <lb n="5"/>
λέγων “ νόμος δὲ παρεισῆλθεν, ἵνα πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα·” τὸ
δὲ “ παρεισῆλθεν,” ἀντὶ τοῦ πάρεισ’ βέβληκε μεταξὺ τῆς τε ἐν
Ἀδὰμ κατακρίσεως, καὶ τῆς ἐν Χριστῷ δικαιοσύνης.</p><p>Καὶ τίς ἂν νοοῖτο πάλιν τῆς τοῦ νόμου παρεισδρομῆς ἡ χρεία,
σαφῶς ἀκούσει λέγοντος, “ ἵνα πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα.’ τί φῆς <lb n="10"/>
ᾦ Παῦλε; ἆρα καὶ ἁμαρτίας ὁ νόμος ἦν πρόξενος; καὶ πεπλήθυνται
δι’ αὐτοῦ τὰ παραπτώματα; μὴ γένοιτο. χρὴ τοίνυν κατευρύναι
τῆς μυσταγωγίας τὸν τρόπον. ἔφη τοιγαροῦν ὁ Δαβὶδ
“ ὅτι πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἦν ὁ ποιῶν χρη-
“ στότητα, οὐκ ἦν ἕως ἑνός.” διεφθάρκασι γὰρ πάντες οἱ ἐπὶ τῆς <lb n="15"/>
γῆς τὴν ὁδὸν αὐτῶν, μετὰ τὴν ἐν Ἀδὰμ παράβασιν· ταύτῃ τοι καὶ
ἐκολάζοντο· κοινὴν μὲν ἅπαντες ὑπομείναντες δίκην τὸν κατακλυσμόν·
ἰδικῶς δὲ καὶ κατὰ καιροὺς καὶ κατὰ χώρας τε καὶ πόλεις·
εἰ γὰρ καὶ νόμος οὐκ ἦν, ἀλλ’ οὖν καὶ ἐξ ἐμφύτων κινημάτων
ἐπαιδαγωγεῖτο παρὰ Θεοῦ πρὸς εἴδησιν τῶν ἀγαθῶν ἡ ἀνθρώπου <lb n="20"/>
φύσις.</p><p>Πεπραχότας οὖν ἀθλίως τοὺς ἐπὶ γῆς κατηλέει Θεὸς, καὶ
τῆς τυραννούσης αὐτοὺς ἁμαρτίας ἀπαλλάττειν ἐν Χριστῷ φιλαγάθως
ἐσκέπετο· ἀλλὰ δεῖ x ᾠήθη καὶ μαλὰ ὀρθῶς πολὺ, νοσοῦντας
προαναφαίνεσθαι τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς· ἵνα χρειωδεστάτην ἔχουσα <lb n="25"/>
τὴν εἰς τὸν κόσμον εἰσβολὴν, ἡ ἐν Χριστῷ δικαίωσις ὁρῷτο λοιπόν·
δικαιοῦσθαι γὰρ φαμὲν, οὐ τὸν ἤδη δίκαιον, ἀλλ’ εἴ τις ἐστιν ἁμαρτίαις
ἔνοχος. πῶς οὖν ἔδει προαναδείκνυσθαι τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς τῆς
ἐν Χριστῷ χάριτος δεδεημένους; παρεισῆλθε νόμος, ἵνα πλεονάσῃ τὸ
παράπτωμα· τουτέστιν, ἴνα ἐν τοῖς ὑπὸ νόμον πολὺ φαίνοιτο το <lb n="30"/>
παράπτωμα· μηδενὸς δηλονότι δικαιοῦσθαι δυναμένου διὰ τὸ τῆς
φύσεως ἀσθενές· ὑποπιπτόντων δὲ ὥσπερ ἁπάντων ταῖς ἐκ παραβάσεως
αἰτίαις. τέθειται τοίνυν ὁ νόμος ἔλεγχος οἷά τις τῆς
<note type="footnote">x Leg. vid. δεῖν.</note>

<pb n="55"/>
ἁπάντων ἀσθενείας, ἵνα φαίνοιτο τὰ ἀνθρώπινα μόνης τῆς διὰ
Χριστοῦ θεραπείας δεδεημένα. ταύτῃ τοι φησὶν, “ οὗ δὲ ἐπλε-
“ όνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις.” ἔδει γὰρ εἶναι
τοσαύτην, ὡς ἀμείνω φαίνεσθαι τοῦ κατακρίνοντος νόμου.</p><p>Διοδώρου. Εἰπὼν ἵνα πλεονάσῃ, ἔδειξεν ὅτι καὶ πρὸς νόμον <lb n="5"/>
ἦν παράπτωμα, καὶ ᾔδεσαν πταίοντες ἄνθρωποι. οὐ μὴν πάντα
ἃ ἔπταιον ἐπεγίνωσκον ὡς πταίσματα· ἀλλ’ ὁ νόμος δοθεὶς, ἀπεγύμνωσε
καὶ ἔδειξε πλείονα ὄντα ἣ ἃ ἐνόμιζον· ἀκριβῶς δὲ εἶπε
τὸ “ παρεισῆλθε,” μεταξὺ γὰρ τῆς τοῦ Ἀδὰμ παρακοῆς, καὶ τῆς
τοῦ Σωτῆρος ἐπιδημίας πάροδον εἰς τὸν βίον ἔλαβεν ὁ νόμος. “ οὗ <lb n="10"/>
“ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις.” ποῦ οὖν
ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία; ὅπου ὁ νόμος. εἰ δὲ παρὰ Ἰουδαίοις ὁ
νόμος, ἐκεῖ καὶ ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις. ἐκεῖθεν γὰρ εὐαγγελισταὶ
καὶ Ἀπόστολοι, καὶ τὸ τῆς σωτηρίας κεφάλαιον ὁ
Χριστός.</p><lb n="15"/><p>Φωτίου. Εἰπὼν ὅτι τύπος ἦν ὁ Ἀδὰμ τοῦ Χριστοῦ· τύπος δὲ
δηλονότι ἐκ τοῦ ἐναντίου· ὡς γὰρ ἐκεῖνος αἴτιος ἀνθρώποις y θανάτου,
οὕτως ὁ χριστὸς αἴτιος ἀνθρώποις ἀναστάσεως. εἰπὼν οὖν, ὡς
ἔφημεν, ὅτι τύπος ἦν ὁ Ἀδὰμ τοῦ Χριστοῦ· ἐπειδὴ μέλλων αὐτὸ
κατασκευάζειν, οὐ μόνον τὴν ὁμοιότητα κατασκευάζει καὶ τύπον, <lb n="20"/>
ἄλλα καὶ τὴν ἐν τῳ τύπῳ καὶ ὁμοιότητι ὑπεροχὴν καὶ περισσείαν·
τοῦτο γὰρ ἐνδείκνυται διὰ τοῦ λέγειν, ἀλλ’ οὐχ ὡς τὸ παράπτωμα·
καὶ πάλιν, καὶ οὐχ ὡς ἑνὸς ἁμαρτήσαντος. ἐπεὶ οὖν σύνθετον αὐτῷ
πὼς γέγονε τὸ ἐπιχείρημα, ἀνομοιώτητά πὼς ἐν ὁμοιότητι διαπλέκοντι·
νῦν ἐπαναλαμβάνεται μὲν τὸ αὐτὸ, καθαρῶς δὲ τὴν <lb n="25"/>
ὁμοιότητα δείκνυσι· καὶ οὐκέτι πλέκων ὅσον ἀπὸ τῆς λέξεως τινὰ
ἀνομοιώτητος μάχην· εἶτα σαφῶς τοῦτο καὶ καθαρῶς ἐνδειξάμενος,
ὅτι ὥσπερ δι’ ἑνὸς ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος, πολλῷ μᾶλλον ἐν ζωῇ
βασιλεύσει δι’ ἑνὸς Χριστοῦ, ἐπάγει ὥσπερ συμπαραινούμενος,
καὶ εἰς τὸ ἔτι σαφέστερον καὶ συνεσταλμένον ἀνάγων τὸν λόγον, <lb n="30"/>
καὶ φησιν· “ ἄρα οὖν ὡς δι’ ἑνὸς παραπτώματος εἰς πάντας ἀν-
“ θρώπους τὸ κατάκριμα,” καὶ τὰ ἑξῆς· εἶτα καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐν
τῷ πρώτῳ καὶ συνθέτῳ ἐπιχειρήματι, καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ καὶ δια-
<note type="footnote">y Cod. ἄνθρωπος sed marg. γρ ἀνθρώποις</note>

<pb n="56"/>
κεκαθαρμένῳ καὶ ἐπαναληπτικῷ· καὶ ἐν τῷ “ ὥσπερ” συμπεράσματι
ἐπενεχθέντι. παραπτώματος μὲν καὶ χαρίσματος καὶ κατακριματος
καὶ δωρήματος καὶ δικαιώματος καὶ τοιούτων μνημονεύει·
ὅθεν καὶ τὴν ἄρχην εἴληφεν ἐκατέρα τῶν ἐναντίων η συστοιχία
αὕτη οὐδέπω ἐπεσημήνατο. νῦν αὐτὸ τοῦτο διασαφεῖ καὶ ἀποκαλύπτει, <lb n="5"/>
καί φησιν, ὅτι τὰ μὲν ἐκ παρακοῆς ἐρρύη, τὰ δὲ ἐξ ὑπακοῆς
ηνθησεν· ὥστε κατασκευαστικὸν ἃν εἴη τοῦτο του ἐπιχειρήματος
τοῦ κατασκευάζοντος τὸν τύπον καὶ τὴν ὁμοιότητα, οἷον τοῦ “ εἰ
“ γὰρ τῷ τοῦ ἑνὸς παραπτώματι ὁ θάνατος,” καὶ ἑξῆς.</p><p>Οὐ ταυτολογεῖ τοίνυν, ὡς ἄν τις οἰηθείη, ὁ θεῖος Ἀπόστολος ἐν <lb n="10"/>
τούτοις, ἀλλὰ σαφῶς λίαν καὶ διηκριβωμένως ἀλληλουχεῖ καὶ
ἐντάττει τῶν κεφαλαίων τὴν δύναμιν· ἔστι μὲν οὖν τὸ μὲν “ ἀλλ’
“ οὐχ ὡς τὸ παράπτωμα,’ καὶ ἑξῆς, ἕως τοῦ “ ἐκ πολλῶν παραπτω-
“ μάτων εἰς δικαίωμα.” ἐπιχείρημα μὲν, ὡς ἔφημεν, δεικτικὸν τοῦ
τύπου καὶ τῆς ὁμοιότητος· ἐδεῖτο οὖν σαφηνείας καὶ διακαθάρσεως. <lb n="15"/>
τοῦτο ποιεῖ τὸ ἐφεξῆς ἐπιχείρημα, ἐπαναλαμβάνον τὸ προειρημένον
καὶ διακαθαῖρον καὶ εἰς τὸ σαφὲς ἀπαγγέλον· ἀλλ’ ἔδει
καὶ τοῦτο λαβεῖν ἀξίωμα, καὶ μὴ ἐξ ὑποθέσεως προτείνεσθαι μόνον.
οὐδὲ τοῦτο παρορᾷ, ἀλλ’ ὡσπερ συμπεραινόμενος, καὶ τῇ του λόγου
θαρρῶν ἀληθείᾳ, μετὰ βεβαιώσεως ἀποφαίνεται· “ ἄρα οὖν ὡς δι’ <lb n="20"/>
“ ἑνὸς παραπτώματος,” καὶ τὰ ἑξῆς. εἶτα, ἐπεὶ οὖν ἦν εἰπὼν ἐν
τοσούτοις ἐπιχειρήμασιν οὐδαμοῦ πόθεν ἔσχεν ἀρχὴν τὸ δικαίωμα
καὶ τὸ κατάκριμα, οὐδὲ τοῦτο παρορᾷ, ἀλλὰ τίθησι λέγων, “ ὥσπερ
“ γὰρ διὰ τῆς παρακοῆς,” καὶ ἑξῆς.</p><lb n="21"/><p>Ἵνα ὥσπερ ἐβασίλευσεν ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θανάτῳ.</p><lb n="25"/><p>Γενναδίου. Ὥστε φησὶν ἀναντίρρητον ὅτι καθάπερ ἡ ἁμαρτία
τὴν ἑαυτῆς ἐν τῷ θανάτῳ καὶ διὰ τοῦ θανάτου δυναστείαν ἐκράτυνεν,
οὐτῶ καὶ η χάρις τὴν ἐν χριστῷ τοῖς πάσι παρεχομένη
δικαίωσιν, ἐν ἀτελευτήτῳ ζωῇ τὴν βασιλείαν ἀδιάδοχον ἥξει.</p><p>Θεοδώρου. τῷ βασιλεῦσαι ἐν τῷ θανάτῳ τὴν ἁμαρτίαν, οὕτως <lb n="30"/>
λέγει· μείζονα περὶ τὸ ἁμαρτάνειν ῥοπὴν θνητοὶ γεγονότες ἐσχήκαμεν.
πολλὰ μὲν γὰρ ἀπὸ ἡδονῆς, τῆς πέρι τε βρῶσιν καὶ πόσιν,
καὶ τὸν ἔξωθεν κόσμον, καὶ μὴν καὶ τὰς τῶν γυναικῶν ἐπιμιξίας
ἐγγίνεται ἡμῖν πταίσματα, ἐφ’ ἑκάστου τούτων, οὐκ ἐπὶ τοῦ

<pb n="57"/>
πρέποντος τῶν πολλῶν ἱσταμένων, ἀλλ’ εἰς ἀμετρίαν ἐκφερομένων·
ταῦτα δὲ ἀθανάτῳ μὲν οὐκ ἄν ποτε ἐγγένοιτο φύσει· ποία γὰρ
ἡδονή; τίς δὲ φιλαργυρία ἐπὶ τῆς ἀθανάτου χώραν ἕξει φύσεως;
ἐπειδὴ δὲ θνητοὶ γεγόναμέν τε καὶ ἐσμὲν τὴν φύσιν, ἄφατον
μέν τινα ἀπὸ τῶν προειρημένων παθῶν τὴν ἐνόχλησιν ὑπομέμένομεν, <lb n="5"/>
πολλὴν δὲ τὴν περὶ τὸ ἁμαρτάνειν ῥοπὴν ἐντεῦθεν δεχόμεθα.
καλῶς οὖν ἔφη βασιλεῦσαι ἐν τῷ θανάτῳ τὴν ἁμαρτίαν,
μονονουχὶ κρατοῦσαν ἡμῶν διὰ τῆς ἐνούσης ἡμῖν ἐντεῦθεν περὶ τὸ
ἁμαρτάνειν ῥοπῆς. ὥσπερ οὖν τότε φησὶν, ἡ ἁμαρτία ἡμῶν ἐκράτει
συνωθουμένων ἐπ’ αὐτὴν, καὶ παρὰ γνῶ μὴν πολλάκις, οὕτω δὴ <lb n="10"/>
ἡ τοῦ Θεοῦ καθέξει δ ρ α φιλοτιμία, ἀσάλευτον τὴν βασιλείαν
ἔχουσα ἐν ἡμῖν, ἐπειδὰν τῆς αἰωνίου ζωῆς καταξιωθέντες διὰ τῆς
ἀναστάσεως ἐν ἀληθινῇ καὶ βεβαίᾳ τῇ δικαιοσύνῃ διάγειν μέλλομεν,
ἁμαρτεῖν οὐκ ἐπιδεχόμενοι.</p><lb n="1"/><p>Τί οὖν ἐροῦμεν; ἐπιμενοῦμεν τῆ ἁμαρτίᾳ.</p><lb n="15"/><p>Γενναδίου. Τὰ προλαβόντα εἰρηκὼς ἐπὶ συστάσει τοῦ
περὶ τῆς κατὰ Χριστὸν χάριτος λόγου, συνεῖδεν ἐκ τούτων αὐτῷ
τικτομένην ἀντίθεσιν· καὶ ταύτην ἀντιθεὶς, ὡς ἀπὸ τοῦ ἐναντίου
τὴν λύσιν αὐτῆς ἰσχυροτάτην ἐργάζεται, καὶ φησὶν, “ τι
“ οὖν ἐροῦμεν; ἐπιμενοῦμεν τῇ ἁμαρτίᾳ ἵνα ἡ χάρις πλεονάσῃ; <lb n="20"/>
“ μὴ γένοιτο.” ἄρα οὖν φησὶν, ἔκ γε ὧν ἔφην, ὡς ἐπεξαμαρτητέον
ἡμῖν, καὶ ταύτῃ τὴν χάριν ποιητέον πλείονα τε καὶ μείζονα. εἴπερ
οὑν πρὸς τὸ τῶν ἡμετέρων πλῆθος ἁμαρτημάτων καὶ ἡ ταύτης
αὔξεται φύσις. ἔοικε δὲ μάλιστα τοῦτο, τῷ “ φασί τινες ἡμᾶς λέ-
“ γειν, ποιήσωμεν τὰ κακὰ, ἵνα ἔλθῃ τὰ ἀγαθά.” μὴ γένοιτό φησι· <lb n="25"/>
τέως ὡς ἀνόσιον παντὸς λογισμοῦ τὸν λόγον ἀπηύξατο. μετὰ τοῦτο
δὲ ἤδη καὶ λογισμοῖς ἀναμφιλέκτοις z τὴν ἀτοπίαν αὐτοῦ διελέγχει,
καὶ φησὶν, “ οἵτινες ἀπεθάνομεν τῇ ἁμαρτίᾳ, πῶς ἔτι
“ ζήσομεν ἐν αὐτῇ ” τοῦτο λέγειν ἄν φησιν ἔχοιεν οἱ σαρκικοί
τε καὶ ἄπιστοι. ἡμᾶς μέντοι τῶν παντάπασιν ἀδυνάτων ἐστὶν αὖθις <lb n="30"/>
ἀναβιῶναι τῇ ἁμαρτίᾳ τοὺς ἅπαξ ἀποθανόντας αὐτῇ.</p><p>Διοδώρου. “ Τί οὖν ἐροῦμεν,” φησὶν, “ ἐπιμενοῦμεν τῇ ἁμαρ-
“ τίᾳ, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσῃ; μὴ γένοιτο.” ἀσφαλῶς ἐπήγαγε
<note type="footnote">z Cod. ἀνεμφιλέκτοις,</note>

<pb n="58"/>
τὸ “ μὴ γένοιτο·” οὐ γὰρ οἱ κακοτέχνως ἁμαρτάνοντες ἀφέσεως
ἄξιοι, ἀλλ’ οἱ διὰ ῥαθυμίαν καὶ ἀπροσεξίαν τὰς παρὰ τοῦ διαβόλου
μεθοδείας δεχόμενοι, οὗτοι ἐλεεῖσθαι δίκαοι παρὰ τοῦ Θεοῦ.
“ οἱ τινες ἀπεθάνομεν τῇ ἁμαρτίᾳ, πῶς ἔτι ζήσωμεν ἐν αὐτῇ;
ἐπειδὴ βαπτιζόμενοι ὁμολογοῦμεν ἀποτεθνηκέναι τῷ κόσμῳ, καὶ <lb n="5"/>
ἀποτάττεσθαι τῇ ἁμαρτίᾳ καὶ τῷ διαβόλῳ.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><head>ΚΕΦ. Η.</head><p>Περὶ τῆς ὀφειλομένης ἐπὶ τῇ πίστει πράξεως ἀγαθῆς.</p><lb n="3"/><p>Ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς
Ἰησοῦν.</p><lb n="10"/><p>Κυρίλλου. Βεβαπτίσμεθα μὲν ὁμολογουμένως “ εἰς τὸ ὄνομα
“ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος·” εἰ δὲ δὴ
λέγοι ὡς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν βεβαπτίσμεθα, οὐκ ἔξω τοῦ εἰκότος
ἐμ μάλιστα μὲν γὰρ ὀνόμασι τε καὶ ὑποστάσεσι καὶ προσώπων
διαφοραῖς εἰς ἰδικὴν ἑτερότητα διεστήξει πῶς Πατὴρ πρὸς <lb n="15"/>
Υἱὸν, καὶ πρὸς ἄμφω τὸ Πνεῦμα. Πατὴρ γάρ ἐστιν ὁ Πατὴρ,
καὶ οὐχ Υἱός Υἰὸς δ αὖ πάλιν κατὰ φύσιν ὁ ἐξ αὐτοῦ, καὶ οὐ
Πατήρ. Πνεῦμα δὲ ἰδικῶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. ἐπειδὴ δὲ ἐν
Πατρὶ μέν ἐστιν ὁ Υἱὸς, ἐν Υἱῷ δὲ Πατὴρ, ὄντος ἐν ἀμφοῖν τοῦ
Ἀγίου Πνεύματος διὰ τὸ τῆς οὐσίας ταὐτὸν, κἂν εἰ ἕν τις ἀνομάσῃ <lb n="20"/>
δυνάμει θεωρημάτων τὴν τοῦ παντὸς δήλωσιν ἐποιήσατο.
οὐκοῦν ὁ Χριστὸν ὀνομάσας, οὐκ ἀμνημονεύσει τοῦ Πατρὸς ἣ τοῦ
Πνεύματος.</p><p>Ἐπειδὴ δὲ γενόμενος ἄνθρωπος, τὸν ὑπὲρ τῆς ἁπάντων ζωῆς
ἀνέτλη θάνατον ὁ Ἰησοῦς· κεχώρηκεν ἀναγκαίως ὁ μακάριος <lb n="25"/>
Παῦλος ἐπὶ τὸ ὅτι μάλιστα τῇ προκειμένῃ μυσταγωγίᾳ χρειωδέστατον·
ἔδει γὰρ ὀνομασταὶ a τὸν πεπονθότα. ταύτῃ τοι φησὶν,
“ ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον
“ αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν.” προκαταθέμενοι γὰρ ὥσπερ τὸ ἐκ συνειδήσεως
ὀρθῆς ἀγαθὸν ἐπερώτημα εἰς Χριστὸν, καὶ πίστει παραδεξάμενοι, <lb n="30"/>
ὅτι καὶ ἀπέθανεν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἐτάφη καὶ ἀνεβίω, τὴν
<note type="footnote">a Sic.</note>

<pb n="59"/>
ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἐσχήκαμεν διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος,
καὶ τὴν τῆς ἁμαρτίας ὑπομένοντες νέκρωσιν· καὶ οἷον τῷ δι’ ἡμᾶς
τεθνεώτῃ b συναποθνήσκοντες, διὰ τὸ νεκροῦν τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς
γῆς. “ ὁ μὲν γὰρ Χριστὸς τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ. ὁ δὲ
“ ζῇ τῷ Θεῷ.” ἡμεῖς δὲ τὸν ἴσον αὐτῷ θάνατον ὑπομένομεν, καὶ <lb n="5"/>
μονονουχὶ συντεθάμμεθα, τὴν αὐτοῦ νέκρωσιν περιφέροντες ἐν ἰδίοις
σώμασι· συνετάφημεν δὲ τῷ Χριστῷ. τι δὴ ἄρ ἐντεῦθεν ἀποκερδαίνοντες,
σαφηνιεῖ λέγων αὐτὸς, “ ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ
“ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρὸς, οὕτως καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι
“ ζωῆς περιπατήσω0μεν.”</p><lb n="10"/><p>Δεῖ γὰρ ἡμᾶς ὡς συντεθαμμένους καὶ συνανίστασθαι νοητῶς.
καὶ εἴπερ ἐστι τεθνάναι τῇ ἁμαρτίᾳ τὸ συνθάπτεσθαι τῷ
Χριστῷ, δῆλον ἂν εἴη δήπουθεν ὡς οὐχ ἕτερόν τι τὸ συνανίστασθαι
νοοῖτ’ ἃν εἰκότως πλὴν ὅτι τὸ ζῆν ἐν δικαιοσύνῃ. ἐγηγέρθαι μὴν
διαβεβαιοῦνται Χριστὸν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρὸς, οὐχ ὡς <lb n="15"/>
ἰσχύος ἐπιδεᾶ· καὶ γάρ ἐστιν αὐτὸς ὁ τῶν δυνάμεων Κύριος· ἀλλ’
ὅτι τὰ ὑπὲρ ἀνθρώπου φύσιν τῇ τῆς ἀνωτάτω φύσεως δόξῃ προσάπτειν
ἔθος, αὐτῷ τε Χριστῷ καὶ τοῖς αὐτοῦ. οὐκοῦν κἂν εἴτι
λέγοιτο κατορθοῦν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ, οὐκ ἐξεκενοῦμεν τῆς ἐφ’
ἅπασιν ἐνεργείας αὐτοῦ τὸν Υἱόν. εἰ γὰρ πάντα γέγονεν δι’ αὐτοῦ, <lb n="20"/>
πῶς ἂν ἐνδοιάσειέν τις ὡς ἐνήργηκε διὰ Υἱοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου
σώματος τὴν ἀνάστασιν. καὶ γοῦν ὁ Υἱὸς ἐνεργὸν εἰς τοῦτο δεικνὺς
ἑαυτὸν τοῖς Ἰουδαίοις, ἔφασκε “ λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν
“ τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν.” ἄθρει δὴ οὖν ὅπως αὐτὸς ἐγείρειν
ἐπαγγέλλεται τὸν ἴδιον ναὸν, καίτοι τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἀναστῆσαι <lb n="25"/>
λεγομένου. ἐπειδὴ γάρ ἐστιν αὐτὸς ἡ ζωοποιὸς δύναμις
τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, τὸν ἴδιον ἐζωοποίει ναόν.</p><p>Γενναδίου. Ἴστε τοῦτο πάντως, φησὶν, ὡς τὸ Χριστοῦ βάπτσμα
τύπον ἔχειν αὐτοῦ, τοῦτε θανάτου φαμὲν καὶ τῆς ἀναστάσεως.
οἱ τοίνυν τοῦτο πίστει δεξάμενοι, πρόδηλον ὡς ἐπὶ ταῖς ἐλπίσιν <lb n="30"/>
αὐτὸ ταύταις εἰλήφαμεν· ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν εἰς
υἱοθεσίαν ἐπίδοξον, τοῦτο γὰρ λέγει “ διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρὸς,”
οὕτω καὶ ἡμεῖς τοῦ θανάτου κεκοινωνηκότες αὐτῶ διὰ τοῦ βαπτί-
<note type="footnote">b In marg. γρ. τεθνεῶτι.</note>

<pb n="60"/>
σματος, κοινωνοὶ ἦμεν τῆς ἀκηράτου καὶ ἀπαλαιώτου καὶ παμμακαρίας
ἐκείνης ζωῆς.</p><p>Θεοδώρου. Ἢ οὐκ ἴστε, φησὶν, ἐκεῖνο, ὅτι τὸ βάπτισμα
κοινωνοὺς ποιεῖ τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ; καὶ γὰρ ὥσπερ συνθάπτεσθαι
δοκοῦμεν αὐτῷ βαπτιζόμενοι κατά γε τὸν τύπον· ὥστε <lb n="5"/>
προσήκειν ἡμᾶς, καθάπερ Κύριος ἐκ νεκρῶν ἀναστὰς εἰς ἑτέραν
καινήν τινα κατέστη ζωὴν, οὕτως καὶ αὐτοὺς ἐν Καινῆ τινὶ ζωὴ
καθεστάναι μετὰ τὸ βάπτισμα, λογιζομένους ἄξιον ἐπιδείκνυσθαι
τὸν βίον τῆς ζωῆς ἐκείνης, εἰς ἣν διὰ τοῦ βαπτίσματος γεγενῆσθαι
πιστεύομεν.</p><lb n="10"/><p>Σευηριανοῦ. Τὸ ἐν καινότητι ζωῆς ἐστι, τὸ καινῆς τινὸς καὶ
νέας ἐνάρξασθαι ζωῆς, τὴν παλαιὰν τὴν ἐν ἁμαρτίαις ἀποθεμένους·
καὶ γὰρ ἡ ἀναγέννησις καινοῦ τινος βίου καὶ νέου πολιτείαν
ἐπαγγέλλεται.</p><lb n="5"/><p>Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανατου <lb n="15"/>
αὐτοῦ.</p><p>Κυρίλλου. Χρῆναι, φησὶν ὁ θεσπέσιος Παῦλος τοὺς συντεθαμμένους
Χριστῷ καὶ συναναστήσεσθαι προσδοκᾷν· καὶ τὸ μὲν
“ σύμφυτοι” τὸ οἱονεὶ σύμμορφοι τε καὶ ταὐτοειδεῖς νοητῶς
ὑπεμφήνειεν ἄν· πλὴν ἐκεῖνο περιαθρεῖν ἀναγκαῖον. τέθεικεν ὑπὲρ <lb n="20"/>
ἡμῶν τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὁ Ἐμμανουήλ, καὶ ἀπέθανε κατὰ σάρκα.
συντεθάμμεθα δὲ αὐτῷ, τίνα δὴ τρόπον ἡμεῖς οἱ c βεβαπτισμένοι;
ἄρα ὡς ἀνατλάντες σὺν αὐτῷ τὸν τῆς σαρκὸς θάνατον; οὔ μενοῦν.
πῶς οὖν ἄρα σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου
αὐτοῦ; φέρε δὴ φέρε, λέγωμεν· ἀπέθανε μὲν γὰρ κατὰ σάρκα <lb n="25"/>
Χριστὸς, ἵνα λύσῃ τοῦ κόσμου τὴν ἁμαρτίαν. ἀποθνήσκομεν δὲ
ἡμεῖς οὐ κάταγε τὴν σάρκα ποθὲν, ἀλλὰ τῇ ἁμαρτίᾳ καθὰ γέγραπται·
τουτέστιν ἀεργῆ τε καὶ ἄπρακτον ἐν ἑαυτοῖς ἀποφαίνοντες
τὴν ἁμαρτίαν, διὰ τοῦ κατανεκροῦν τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς
γῆς· πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακὴν καὶ τὴν <lb n="30"/>
πλεονεξίαν.</p><p>Σύμφυτοι δὴ οὖν γεγόναμεν, οὐχὶ δὴ μόνον τῷ κατὰ σάρκα
θανάτῳ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ.
τοῦτο δ’ ἃν εἶναι νοοῖτο τὸ ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας ἀποθανεῖν, καὶ οὐχ
<note type="footnote">c Cod. βεβαπτισμένον.</note>

<pb n="61"/>
ὑπέρ τε τῆς ἰδίας· πονοῦ γε καὶ δεῖ. καὶ γὰρ ἔστιν ἄμωμος ὁ
Θεὸς, καὶ τοῦ δύνασθαι πλημμελεῖν ἀπωτάτω· ἀλλ’ ἵνα ὡς ἔφην,
ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ἁμαρτίας. “ὃ γὰρ ἀπέθανε τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀπέ-
“ θάνεν ἐφάπαξ.” οὐκοῦν σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ
θανάτου αὐτοῦ. ἐσόμεθα δὲ πάντως σύμφυτοί τε καὶ ταὐτοειδεῖς <lb n="5"/>
καὶ τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ. ζησόμεθα γὰρ ἐν Χριστῷ· καὶ ἀναβιώσεται
μὲν ἡ σὰρξ, ζησόμεθα δὲ καὶ καθ’ ἕτερον τρόπον αὐτῷ,
τὴν οἰκείαν ἀναθέντες ψυχὴν, μεταστοιχειούμενοί τε πρὸς ἁγιασμὸν,
καὶ εἰς εὐκλεᾶ πολιτείαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.</p><p>Θεοδύρου. Δῆλον δὲ ἄρα κἀκεῖνο φησὶν, ὡς οὐκ ἔνεστι τυπικῶς <lb n="10"/>
κοινωνήσαντες τῷ θανάτῳ, μὴ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐπ’ αὐτῶ
τυχεῖν τῶν πραγμάτων. καλῶς δὲ εἶπε τὸ “ σύμφυτοι,” περί
νεκρώσεως καὶ ζωοποιήσεως διαλεγόμενος· ἐπειδὴ καὶ τῶν φυτῶν
ἴδιόν ἐστι τὸ νεκροῦσθαι μὲν ἐν τῇ φυτείᾳ, μεθίστασθαι δὲ ἐπὶ
τὸ κρεῖττον καὶ ἐνδοξέτερον πολλῷ. καὶ εἰκότως ἀπὸ τῶν παρόντων <lb n="15"/>
τὰ μέλλοντα ἐπιστώσατο· ἐπειδὴ γὰρ δῆλον ἢν ὡς Πνεύματος
μετεῖχον ἐν τῷ βαπτίσματι· τοῦτο δὲ ὑπ’ αὐτῶν σαφῶς ἐδείκνυτο
τῶν πραγμάτων· καλῶς ἀπὸ τοῦ φαινομένου τότε τὸ μηδέπω δῆλον
αὐτοὺς ἐπιστώσατο.</p><p>Διοδώρου. Ἀκριβῶς τὸ σύμφυτον τέθεικε· τῶν γὰρ συμπεφυτευμένων <lb n="20"/>
πρέμνων εἰς ταὐτὸ ἑνοῦται πολλάκις ἡ φύσις διὰ τῆς
κολλήσεως· οὕτως οὖν καὶ οἱ γνησίως βαπτισθέντες εἰς τὸν θάνατον
τοῦ Χριστοῦ, ἑνοῦνται αὐτῷ διὰ τῆς πίστεως.</p><p>Ωριγένουσ. Πλάσας τὸ ὄνομα τέθεικε φυτόν τι, ἐπιστάμενος
τὸν Ἰησοῦν θάνατον φέρον καρποὺς ἀναιρετικοὺς τῆς ἁμαρτίας· ᾧ <lb n="25"/>
φυτῷ ὁ λόγος γεωργεῖ ἐν τοῖς παραδεξαμένοις τὴν διδασκαλίαν
τὴν διὰ Χριστοῦ, ποιῶν αὐτοὺς συμφύτους τῷ ὁμοιώματι τοῦ
θανάτου ἐκείνου d, δύναται ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἀναλαβεῖν, τὸν δὲ
ἐκείνου θάνατον τοῦ ἁμαρτίαν μὴ ποιήσαντος, μηδὲ γνόντος ἁμαρτίαν,
ἀλλ’ ἀποθανόντος ἐπὶ τῇ καθαιρέσει, οὐχὶ τῆς ἐν αὐτῷ ἁμαρτίας, <lb n="30"/>
ἀλλὰ τῆς ἐν ἡμῖν, οὐχ οἷόν τε ἐστὶν ἀποθανεῖν τινὰ τῶν
ἡμαρτηκότων· “ πάντες δὴ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ
“ Θεοῦ, δικαιούμενοι δωρεὰν,” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><note type="footnote">d Quae sequuntur non satis cohærent.</note><pb n="62"/><p>Ανώνυμον. Ἐν ἄλλοις δὲ λέγει, “ συνήγειρε καὶ συνεκά-
“ θισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ· καὶ εἰ συνηγέρθητε τῷ
“ Χριστῷ, τὰ ἄνω ζητεῖτε.” πῶς οὖν ἐνταῦθα λέγει, “ καὶ τῆς
“ ἀναστάσεως ἐσόμεθα ; ” πρὸς τοῦτο λεκτέον ὅτι διττῶς ὀναμάζει
τὴν ἀνάστασιν ὁ Ἀπόστολος· μίαν μὲν τὴν ἤδη, καθ’ ἣν ὁ ἅγιος <lb n="5"/>
συνανέστη Χριστῷ, καὶ συνεγερθεὶς αὐτῷ, τὰ ἄνω ζητεῖ· ἑτέραν
δὲ τὴν ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλειον, περὶ ἧς καὶ Δανιὴλ προφητεύων
φησὶ, “ πολλοὶ τῶν καθευδόντων ἐν γῆς χώματι ἀναστήσονται,
“ οὗτοι εἰς ζωὴν αἰώνιον, καὶ οὗτοι εἰς ὀνειδισμὸν καὶ εἰς αἰσ-
“ χύνην αἰώνιον.” τὴν ἑτέραν μὲν οὖν τῶν ἀναστάσεων οἱ ἅγιοι <lb n="10"/>
ἐροῦσι συνεγηγέρθαι τῷ Χριστῷ· κατὰ δὲ τὴν ἑτέραν καὶ
ἀναστήσεσθαι.</p><lb n="6"/><p>Τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος.</p><p>Κυρίλλου. τίς “ ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος,” ποῖον δὲ “ τὸ
“ σῶμα τῆς ἁμαρτίας τὸ καταργούμενον,” καὶ τίνα δὴ τρόπον <lb n="15"/>
συνεσταυρώθη Χριστῷ, πολυπραγμονεῖν ἀναγκαῖον. ἴσως μὲν οὖν
οἰήσονται τινες ἁμαρτίας εἰρῆσθαι σῶμα τὴν ἀπὸ γῆς σάρκα,
καθάπερ ἐν τάξει δίκης τῇ τοῦ ἀνθρώπου δοθεῖσαν ψυχῇ, διὰ τὸ
καὶ πρὸ σωμάτων ἡμαρτηκέναι. δοκεῖ γὰρ ὧδέ τισι καὶ φρονεῖν
καὶ λέγειν. Ἑλλήνων δὲ οὖσαν τὴν δόξαν ὡς οὐκ ἀληθῆ διωσώμεθα. <lb n="20"/>
σῶμα τοίνυν ἁμαρτίας καὶ παλαιὸν ἡμῶν ἄνθρωπον τὸ σῶμα
λέγει τὸ ἀπὸ γῆς ἔχον ὥσπερ ἐκ παλαιότητος τῆς ἐν Ἀδὰμ τὸ καταφθείρεσθαι
δεῖν· καὶ καταδεδικάσμεθα γὰρ ἐν ἐκείνῳ καὶ πρώτῳ·
ἠρρωστηκὸς δὲ πρὸς τούτῳ καὶ τὸ φιλήδονον. ἔχοι γὰρ οὕτω κατὰ
φύσιν ἡ σὰρξ ἐξ ἐμφύτων κινημάτων.</p><lb n="25"/><p>Πῶς οὖν ἄρα συνεσταύρωται ἀπὸ γῆς τῷ Χριστῷ; γέγονεν
ἄνθρωπος ὁ μονογενὴς, καὶ σάρκα τὴν ἀπὸ γῆς ἠμπέσχετο καταρρωστοῦσαν,
ὡς ἔφην, ὡς ἐκ παλαιότητος τῆς ἐν Ἀδὰμ τὸν θάνατον·
ὠδίνουσαν δὲ ὥσπερ ἐν ἑαυτῇ, καὶ τὸ ἐξ ἐμφύτων κινημάτων
ἀκονᾶσθαι πρὸς ἁμαρτίαν· κατηρεμεῖ μὲν τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος <lb n="30"/>
ἐν τῇ ἁγίᾳ καὶ πανάγνῳ σαρκὶ τοῦ Χριστοῦ, καὶ οὔτι που κεκινῆσθαι
φαμὲν ἐν αὐτῷ τὰ τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν ἐκτοπώτερα· πλὴν
ὅσα τὴν κίνησιν ἀδιάβλητον ἔχει· τὸ πεινῆν δὲ λέγω καὶ τὸ διψῆν
καὶ τὸ κοπιᾶν καὶ ὅσα καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ τῆς φύσεως νόμος ἔξω

<pb n="63"/>
τετήρηκεν αἰτίας· ὅμως εἰ καὶ μὴ κεκίνηται τυχὸν ἐν Χριστῷ
τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος, διάτοι τὸ κατηυνᾶσθαι τῇ τοῦ οἰκονομοῦντος
λόγου δυνάμει τε καὶ ἐνεργείᾳ· ἀλλ’ οὖν ὅταν αὕτη καθ’
ἑαυτὴν ἡ τῆς σαρκὸς δοκιμάζεται φύσις, κἂν εἰ ἐν Χριστῷ νοοῖτο
τυχὸν, οὐχ ἑτέραν οὖσαν παρὰ τὴν ἡμῶν εὑρήσομεν. συνεσταυρώμεθα <lb n="5"/>
τοίνυν αὐτῷ σταυρωθείσης αὐτοῦ τῆς σαρκὸς, καὶ οἱον ὅλην
ἐχούσης ἐν ἑαυτῇ τὴν φύσιν· καθάπερ ἀμέλει καὶ ἐν Ἀδὰμ, ὅτε
γέγονεν ἐπάρατος, ὅλη νενόσηκε τὴν ἀρὰν ἡ φύσις· οὕτω γὰρ καὶ
συνεγηγέρθαι λεγόμεθα τῷ Χριστῷ· συγκαθῆσθαι δὲ καὶ ἐν τοῖς
ἐπουρανίοις· εἰ γὰρ ἐστὶν ὑπὲρ ἡμᾶς ὡς Θεὸς ὁ Ἐμμανουὴλ, ἀλλ’
οὖν ἐπείτοι γέγονε κἀς ἡμᾶς ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, ἐγήγερται τε καὶ
συνεδρεύει τῷ Θεῷ καὶ Πατρί.</p><p>Συνεσταυρώθη τοίνυν ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος· λέλυται γὰρ διὰ τῆς
ἀναστάσεως τῆς ἀρχαίας ἐκείνης ἀρᾶς ἡ δύναμις· κατήργηται δὲ
καὶ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, καὶ οὐχὶ δὴ πάντως ἡ σὰρξ, ἀλλὰ <lb n="15"/>
τῶν ἐν αὐτῇ κινημάτων ἡ ἔμφυτος ἀγριότης, κατασείσουσα μὲν
ἀεὶ πρὸς τὰ αἰσχίω τὸν νοῦν· ἐνιεῖσα δὲ ὥσπερ πηλῷ καὶ τέλμασι
ταῖς γεωδεστέραις ἡδοναῖς. ὅτι γὰρ ἐν Χριστῷ καὶ τοῦτο κατώρωται
τῇ ἀνθρωπείᾳ φύσει· πῶς ἃν ἐνδοιάσειέ τις Παύλου λέγοντος
ἐναργῶς, “ τὸ γὰρ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς <lb n="20"/>
“ σαρκὸς, ὁ Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ Υἱὸν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς
“ ἁμαρτίας, κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί. ὁρᾶς οὖν ὅπως
τὸ τῆς ἁμαρτίας κατήργηται σῶμα. κατακέκριται γὰρ ἐν τῇ
σαρκὶ τῆς ἁμαρτίας τὸ κέντρον, καὶ νενέκρωται μὲν ἐν πρώτῳ
Χριστῷ· διαβέβηκε δὲ παρ’ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς ἡμᾶς ἡ <lb n="25"/>
χάρις.</p><p>Γενναδίου. Παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθαρτὸν λέγει καὶ πάθητον·
ὡς τῆς παλαιότητος φθειρούσης τὸν ὥσπερ ἃν ἐπιγίνοιτο·
ἁμαρτίας δὲ σῶμα φησὶ, τὸ μηκέτι μένον τὸ ἀναμάρτητον, ἀλλ’
ἐπιδεχόμενον ἁμαρτίαν. τοῦτο τοίνυν καταργεῖται φησὶ, τουτέστι <lb n="30"/>
ἀνενέργητον πρὸς τὴν ἁμαρτίαν καθίσταται. διὸ καὶ οὐχ ἁπλῶς
ἔφη καταργεῖσθαι τὸ σῶμα, ἀλλὰ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας. τοῦτο
γὰρ φθαρτὸν ὃν νῦν, ἐνδύεται ἀφθαρσίαν· καὶ θνητὸν ὃν νῦν, ἐνδύσεται
ἀθανασίαν, μετασχηματίζοντος ἡμῶν τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως
τοῦ δεσπότου Χριστοῦ, πρὸς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον <lb n="35"/>

<pb n="64"/>
τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ. ὁ γὰρ ἀποθανὼν φησὶν, δεδικαίωται
ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. τί τοῦτό ἐστιν ὃ λέγει; τῶν ζώντων ταυτηνὶ
τὴν ζωὴν τὸ πταίειν ἐστίν. ἐπειδὴ καὶ τὸν νόμον ἔχειν τούτων
ἐστί· τοῖς τετελευτηκόσι δὲ προσήκει τούτων οὐδέτερον. οὔτε γὰρ
νόμος τῷ τεθνηκότι προσδιαλέγεται· πῶς γὰρ τῷ γε μηδὲ ἀκούοντι; <lb n="5"/>
καὶ ἁμαρτία τὸν τοιοῦτον οὐ διοχλεῖ. τῷ τοίνυν ἀποθανόντι φησὶν,
οὐδὲν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν κοινόν· οὐδὲ αὐτὴ πρὸς ἐκεῖνον ἔχει τὸ
δίκαιον. οὐδὲ γὰρ τῷ πλημμελεῖν ὑπόκειται τοῦ λοιποῦ.</p><p>Θεοδώρου. Λέγει καὶ τὸ πάθος τοῦ Κυρίου ἐπί τισιν ἐγένετο,
εἰς μείζονα πίστιν τῶν εἰρημένων. ἐπειδὴ γὰρ ὑπὸ τὴν ἀπόφασιν <lb n="10"/>
γενόμενοι τοῦ θανάτου, πλεῖστον ὅσον ἐπιρρεπέστερον πρὸς τὸ
ἁμαρτάνειν ὑπὸ τῆς θνητότητος ἐγινόμεθα, τῷ Χριστῷ φησὶν
ἐσταυρωμένῳ, ὥσπερ ἅπασα ἡμῶν ἡ ὑπὸ τὴν θνητότητα κειμένη
φύσις συνεσταυρώθη, ἐπειδὴ καὶ πᾶσα αὐτῷ συνανέστη. πάντων
ἀνθρώπων αὐτῷ συμμετασχεῖν ἐλπιζόντων τῆς ἀναστάσεως. ὡς <lb n="15"/>
ἐντεῦθεν συναφανισθῆναι μὲν τὴν περὶ τὸ ἁμαρτάνειν ἡμῶν εὐκολίαν,
διὰ τῆς ἐπὶ τὴν ἀθανασίαν τοῦ σώματος μεταστάσεως·
γενηθῆναι δὲ καὶ ἡμᾶς ἔξω καταστῆναι τῆς τοῦ ἁμαρτάνειν
ἀνάγκης.</p><p>Σευηριανοῦ. Οἱ κατὰ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ζῶντες, σῶμα <lb n="20"/>
ἔχουσιν ἁμαρτίας προκείμενον τῷ διαβόλῳ εἰς ἐπιβουλάς· οἱ δὲ
κατὰ τὸν νέον τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, σῶμα δικαιοσύνης·
ἐπειδὴ καὶ μέλη τοῦ Κυρίου εἰσὶν, οὐκοῦν τοῦ διαβόλου
τοὺς ἀνθρώπους ἐξερεθίζοντος ἁμαρτεῖν, ἡττηθέντος διὰ Χριστοῦ,
καὶ τῷ σταυρῷ προσηλωθείσης τῆς σαρκὸς τοῦ Λόγου, ὁ πονηρὸς <lb n="25"/>
ἐκβέβληται· καὶ ἐλευθεριάζουσι νῦν οἱ βουλόμενοι. ὁ γὰρ ἀποθανὼν
κατὰ τὸν τοῦ βαπτίσματος λόγον, τῷ κόσμῳ ἀπέθανε, καὶ
δεδικαίωται καὶ ἀπήλλακται τιμωρίας, τῆς ἁμαρτίας
ἀπαλλαγείς.</p><p>Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ.</p><lb n="30"/><p>Γενναδίου. Οὐκοῦν, φησι, καθάπερ ὁ Χριστὸς, καὶ ἡμεῖς
ἀποθνήσκομεν, καθάπερ ὁ Χριστὸς ζησόμεθα καὶ ἡμεῖς. προσήκει
οὖν εἰς ἐκεῖνον ὑμῖν ἀφορᾶν· καὶ ἅπερ ἐκεῖνον ἅπαξ ἀποθανόντα
τῇ ἁμαρτίᾳ, εἰτα ἀναστάντα τῷ Θεῶ, τῶν ἀδυνάτων ἐστὶν αὖθις
ἀποθανεῖν, οὕτω δέοι ἂν καὶ ὑμᾶς λογισμῷ χρωμένους δικαιοτάτῳ <lb n="35"/>

<pb n="65"/>
τὸν ἑαυτῶν τοῦ λοιποῦ βίον ἐν τῇ κατὰ Χριστὸν ῥαθυμίζειν d ζωῇ
ὡς ἐλπίδι πρὸς ταύτην μεταβεβηκότας ἐκ τῆς προτέρας.</p><p>Διοδώρου. Εἰ μὲν ἦν δυνατόν φησι τὸν Χριστὸν καὶ δὶς καὶ τρὶς
ἀποθανεῖν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτανόντων, ἴσως ἀκίνδυνον ἦν ἐπὶ τὴν παλαιὸν
τῶν ἁμαρτημάτων παλινδρομῆσαι συνήθειαν, ὁμοίαν ἔχουσιν <lb n="5"/>
ἀεὶ καὶ τῆς φιλανθρωπίας ἐλπίδα. εἰ δὲ ἅπαξ ἀποθανὼν οὐκ ἔτι
ἀποθνήσκει, οὕτω καὶ ἡμεῖς συνταφέντες αὐτῷ καὶ συνεγερθέντες,
οὐκέτι ταῖς ἁμαρτίαις ἀποθνήσκομεν. οὐ γάρ ἐστι δεύτερον βάπτισμα
οὔτε δεύτερος Χριστοῦ θάνατος. διὸ ἀσφαλέστερον δεῖ
βιοῦν. “ ὃ γὰρ ἀπέθανε τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀπέθανεν ἐφάπαξ.” τουτέστιν <lb n="10"/>
ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων· “ ὃ δὲ ζῇ, τῶ Θεῷ ζῇ.” τουτέστιν
εἰσαεὶ ζῆ, ἅτε δὴ Θεὸς ὤν· οὕτως οὖν καὶ ὑμεῖς ταῖς ἁμαρτίαις
νεκρώθητε· τῷ δὲ Θεῷ ζώσατε, δι’ ὃν ζῆτε.</p><p>Καὶ οὕτω νοήσεις, ὥσπερ λέγομεν, ἐπὶ τοῦ καθ’ ἡμᾶς ἀνθρώπου,
ἀπέθανε τῇ σαρκὶ, ζῆ δὲ τῇ ψυχῇ, κατὰ δοτικὴν ἀποδιδόντες <lb n="15"/>
τὸν λόγον, οὕτω μοι νόει “ τῷ Θεῷ ζῇ·” τουτέστι τὸ εἶναι Θεὸς,
οὐκ ἐπειδὴ καὶ τὸ εἶναι ψυχῇ οὐκ ἔζη, ἀλλὰ τὸ ἀμαχώτερον ἔθηκε
τὸ εἶναι αὐτὸν Θεόν.</p><p>Ὠριγένουσ. Ἀποτετολμημένως ἐπιφέρει τὸ “ θάνατος αὐτοῦ
“ οὐκέτι κυριεύει·” ὅπερ ἐστι δυσφημοειδές. οἱ γὰρ πλεῖστοι <lb n="20"/>
φασιν ἀποθανεῖν αὐτόν· οὕτω e κυριεύεσθαι ἀπὸ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ
τῷ ἑκόντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τεθεικέναι ὑπὲρ τῶν προβάτων ἑαυτοῦ,
ἣ ὑπὲρ τῶν φίλων ἑαυτοῦ· φησὶν γὰρ καὶ αὐτὸς ὁ Σωτῆρ’, “ οὐδεὶς
“ αἴρει τὴν ψυχήν μου ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’
“ ἐμαυτοῦ.” ὁ μὲν οὖν τις πρὸς ταῦτα φησὶν, ὅτι θάνατος λέγεται <lb n="25"/>
νῦν ὁ μέσος καὶ ἀδιάφορος, ὃν κατὰ τὸ κοινότερον ἀπέθανεν, ὅτε ὥς
φησιν ὁ Παῦλος, “ ἀπέθανε κατὰ τὰς γραφάς.” ἀλλὰ πῶς ταύτῃ
δυνήσεται συναγορεῦσαι τῇ διηγήσει τὸ “ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ,
καὶ τὸ, “ ὃ γὰρ ἀπέθανε τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀπέθανεν ἐφάπαξ ; ” ἀλλ’ ἴσως
ὁ τοιοῦτος ἐρεῖ, ὡς τὰ αὐτὰ ὀνόματα τίθησι διττῶς ἡ γραφή· ποτὲ <lb n="30"/>
μὲν ἐπὶ τῶν σωματικῶν, ὅτε δὲ ἐπὶ τοῦ πνευματικοῦ, ὡς καὶ περὶ τῆς
Σαμαρείτιδος γεγραμμένον, ἐν ᾦ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ πιεῖν κατὰ τὸν αὐτον
τόπον, ὅτε μὲν ἔπι του σωματικοῦ· ὅτε ’δε ἔπι του πνευματικοῦ
τετάχθαι δοκεῖ· καὶ τὸ περὶ τοῦ θερισμοῦ ὡσαύτως φησί.</p><note type="footnote">d Leg. ῥυθμίζειν, e Leg. οὐ τῷ.</note><pb n="66"/><p>Φησὶ τοίνυν οὐδὲν θαυμαστὸν κατὰ τοῦτον τὸν χαρακτῆρα καὶ
τὸν Ἀπόστολον εἰρηκέναι, τὸ μὲν “ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ,”
τάσσοντα, οὐκ ἐπὶ τοῦ κοινοτέρου θανάτου· τὸ δὲ “ θάνατος αὐτοῦ
“ οὐκ ἔτι κυριεύει, ὡς θανάτου νῦν τοῦ μέσου ὀνομαζομένου. ἕτερος
δὲ παρὰ τοῦτον ἐρεῖ ὅτι θάνατος ἐνταῦθα λέγεται ὁ κυριεύων <lb n="5"/>
Χριστοῦ, οὐκ ἄλλος ἣ ὁ ἐχθρὸς αὐτοῦ, οὗ τόπος d ἦν τὸ κατὰ τὸν
Ιωνᾶν κῆτος προφητευόμενον, καὶ ὑπὸ τοῦ Ἰὼβ φάσκοντος, “ ἀλλὰ
“ κατεράσαιτο αὐτὴν ὁ μέλλων τὸ μέγα κῆτος χειρώσασθαι·”
πρὸς ὃν θάνατον ὁδεύων, κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ μέσου θανάτου ἔλεγεν,
γεν, οὐ διὰ τὸν μέσον θάνατον, ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον· “ νῦν ἡ ψυχή μου <lb n="10"/>
“ τετάρακται, καὶ περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου.” Οἰνεῖ
(sic) γὰρ ἀπῄει εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ διὰ τοὺς κρατουμένους ὑπ’
αὐτοῦ, ὡς τάχα διὰ τοῦτο ἐρεῖσθαι τὸ “ εἰς χοῦν θανάτου κατή-
“ γαγές με.” καὶ ἑαυτὸν πεποίηκεν αὐτῷ “ ὑπήκοος γενόμενος μέχρι
“ θανάτου.” διὰ γὰρ τὸ γεγονέναι ἐν αὐτῷ κατακριθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ, <lb n="15"/>
κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν, οὖσαν ἐν ἐκείνῳ τῷ θανάτῳ. ὡς ἄν τις
παραδείγματος ἕνεκεν, ἐλεύθερος ὣν, δοῦλον ἑαυτὸν παραδίδωσι τῷ
στρατηγῷ τῶν πολεμίων, ἵνα παρ’ αὐτῷ γενόμενος, ἐλευθερώσῃ
τῇ ἑαυτοῦ οἰκονομικῇ δουλίᾳ τοὺς πολίτας ἀπὸ τοῦ ὑπ’ ἐκείνω
κινδύνου διὰ τοῦ ἐνέδρᾳ τινι ἀποκτεῖναι τὸν στρατηγὸν, καὶ τοὺς <lb n="20"/>
ὑπ’ αὐτῷ πολεμίους. ἐκυριεύθη γὰρ ὁ τοῦτο δράσας, ὡς οὐκ
αἰχμάλωτος ἁλοὺς, ἀλλὰ φρονήματι χρησάμενος ἀριστέως· οὕτως
οὖν καὶ ὁ Χριστὸς ἑαυτὸν παρέδωκε τῇ δουλείᾳ, ἵνα μηδεὶς θανάτου
γένηται τῶν μαθητευομένων αὐτοῦ τῷ λόγῳ δοῦλος· οὕτως
γὰρ φησὶν ἡ γραφὴ, “ κατήργησε τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ <lb n="25"/>
“ θανάτου, τουτέστι τὸν διαβόλον,” καὶ τὰ ἑξῆς. τάχα δὲ καὶ
παρέδωκεν ἑαυτὸν τῷ θανάτῳ κυριευθησόμενον, ῥυόμενος τοὺς ὑπ’
αὐτοῦ κεκρατημένους, καὶ ἀντ’ ἐκείνων ἑαυτὸν παραδιδούς· ἵνα μετὰ
τοῦτο καταστρατηγήσῃ καὶ καταργήσῃ τὸν θάνατον.
<lb n="12"/> Μῆ οὖν βασιλευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ ἡμῶν <lb n="30"/>
σώματι.</p><p>Διοδώρου καὶ Θεοδωρίτου. “ Μὴ παριστάνετέ,” φησι, “ τὰ
“ μέλη ὑμῶν ὅπλα ἀδικίας τῇ ἁμαρτίᾳ,” ἀντὶ τοῦ, μὴ ὑμεῖς καθ’
ἑαυτῶν δίδοτε ὅπλα τῷ πονηρῷ καὶ ἰσχὺν, ἁμαρτάνοντες· “ ἁμαρτία
<note type="footnote">d Leg. τύπος.</note>

<pb n="67"/>
“ γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει, οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ χάριν. ”
ποία ἁμαρτία οὐ κυριεύσει; ἡ πρὸ τοῦ βαπτίσματος, ἥνπερ ἀφίησιν
ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ. τοῦτο δὲ ὁ νόμος ποιεῖν οὐκ ἠδύνατο.
οὐκ ἐστὲ ὑπὸ νόμον, τὸν μὴ δυνάμενον ῥύσασθαι, ἀλλὰ μᾶλλον
τιμωρούμενον.</p><lb n="5"/><p>Θεοδύρου. Λέγει μὲν, ὅτι τούτων οὕτως ἐχόντων, δίκαιον
ἡμᾶς μὴ ἁμαρτάνειν κατὰ τὸν παρόντα βίον· κἂν ἔτι θνητοὶ
τὴν φύσιν ὄντες, πλείονα ἔχητε τὴν ἐπὶ τοῦτο ῥοπήν· ἐπειδὴ δὲ
τὸ βασιλεύειν ἐπὶ τῆς ἁμαρτίας τέθεικε, καλῶς εἶπε, τὸ “ μὴ
“ παριστάνετε τὰ μέλη ὑμῶν.” παρεστάναι γὰρ τοῖς βασιλεῦσιν <lb n="10"/>
ἔθος τοὺς δορυφόρους. μὴ τούνυν φησὶν ὡς βασιλίδι τῇ
ἁμαρτίᾳ σπεύδοντες ὑπηρετεῖσθαι, διαπράττεσθε ἃ μὴ δεῖ. σπουδάσατε
δὲ μᾶλλον ἑαυτοὺς ἀφορίσαι τῷ Θεῷ, κατὰ τοὺς ἐκ νεκρῶν
ἀναβιώσοντας· ὅλοι δι’ ὅλων τὰ διακαιοσύνης ἔργα ποιεῖν
ἐσπουδακότες.</p><lb n="15"/><p>Θαυμασιώτατον δὲ αὐτοῦ τὸ ὡσεὶ ἐκ νεκρῶν ζῶντας δεικνύντος
ὅτι οὐ τὸ πρᾶγμα παρ’ αὐτῶν ἀπαιτεῖ, ἀλλὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν
μίμησιν· ζῶντες μὲν γὰρ ἐκ νεκρῶν τότε ἔσονται, νυνὶ δὲ ὡς ἐκ
νεκρῶν ζῶντές φησιν, ἀντὶ τοῦ κατὰ τὸ δυνατὸν ἐκεῖνο μιμούμενοι·
καὶ καλῶς πείθων αὐτοὺς μὴ δεδοικέναι τὴν περὶ τὸ ἁμαρτάνειν <lb n="20"/>
ῥοπὴν καὶ τὰς ἐντεῦθεν κινήσεις, εἰ τὰ τῆς γνώμης ἀκέραια σώζοιτο,
ἐπάγει, “ ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει.” ἐπειδὴ γὰρ
ἀπὸ τῶν μελλόντων μὴ δεῖν αὐτοὺς ἁμαρτάνειν ἔδειξεν, ἀκολούθως
ἐπήγαγεν, ὅτι κρατῆσαι ὑμῶν καθόλου τὴν ἁμαρτίαν τῶν ἀδυνάτων·
ἔσται γὰρ καιρὸς ὁ μέλλων, ἐν ᾧ πάσης ἁμαρτίας ἀπηλλαγμένοι <lb n="25"/>
πολιτεύσεσθε· ὥστε εἰ νῦν τὰ τῆς γνώμης ὑμῶν ὐγιαίνοι e,
ἅπαν εἶδος ἁμαρτίας ἀποστρεφομένων, καὶ σπουδῇ τὰ καλὰ ποιεῖν
ἐθελόντων, οὐ δεῖ δεδοικέναι τὴν ἐπὶ τὸ χεῖρον ῥοπήν. λήψεται
γὰρ ἴασιν τοῦτο πάντως ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι, καὶ οὐ χρεία τῶν
ἡμετέρων πρὸς τοῦτο πόνων. καὶ τὸ μεῖζον, “ οὐ γὰρ ἐστὲ ὑπὸ νόμον, <lb n="30"/>
“ ἀλλ’ ὑπὸ χάριν.” τοσοῦτον γὰρ ἀφέξετε τότε καί τι τοιοῦτον διδοικέναι,
ὥστε οὐδὲ νόμων ὑμῖν δεήσει τῶν ὑποδεικνύντων ἃ πράττειν
<note type="footnote">e Cod. ὑγιαίνει.</note>

<pb n="68"/>
προσήκει. χάριτί τε καὶ φιλοτιμίᾳ τοῦ δεδωκότος τῆς τοῦ Πνεύματος
ἀπολαύσεται e δωρεᾶς.</p><p>Γενναδίου. Ἀνατρίψας ἐκ τῶν κατὰ χριστῶν τὴν ἀντίθεσιν,
καὶ δείξας οὐκέτι τοῦ ἁμαρτάνειν αὐτοῖς οὐδαμῶς, ὡς οὐκ οὖσιν ἔτι
μετὰ τὸ βάπτισμα σαρκικοῖς· ταῦτα δὲ μόνῃ πίστει τέως οὐ <lb n="5"/>
πείρᾳ κεκτήμεθα· οὔτε γὰρ ἀπαθεῖς, οὔτε ἀθάνατοι πὼς γεγόναμεν,
τοῦ πράγματος αὐτοῦ κατά τινα λόγον ἀπόρρητον τῷ τῆς κοινῆς
ἀναστάσεως φυλαττομένου καιρῷ, συμβουλὴν μετρίαν τε αὐτοῖς
καὶ τὴν ἐνδεχομένην προσάγει· οὐ γὰρ ἔφη, μὴ οὖν ἁμαρτάνετε.
τοῦτο γὰρ φύσεως ἀπαθοῦς τε καὶ ἀθανάτου, ἀλλὰ “ μὴ βασι- <lb n="10"/>
“ λευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ ὑμῶν,” κράτος ἐχέτω· μὴ δὲ
δίκην οἰκετῶν τὸ προσταττόμενον ὑπ’ αὐτῆς ἐν ταῖς τοῦ σώματος
ἡμῶν ἐπιθυμίαις ἔτι ποιεῖν καταδέχεσθε f, δορυφόρους ὥσπερ αὐτὴν
πρὸς συνεργείαν τῆς ἀδικίας τὰ ἑαυτῶν παρεχόμενοι μέλη. ἀλλ’
ἀποφυγόντες ἐκείνην, καὶ πολεμίαν ὑμῖν εἶναι καὶ ἐχθρὰν ἡγησάμενοι, <lb n="15"/>
καταφύγετε πρὸς Θεὸν, καὶ ὡς ἀθανάτους αὐτῷ πρὸς
δικαιοσύνης κατὰ δικαιοσύνης κατόρθωσιν ἑαυτοὺς εὐτρεπίσατε·
“ ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει, οὐ γὰρ ἐστὲ ὑπὸ νόμον ἀλλ’
“ ὑπὸ χάριν.” ἔγνω τούτου τὸν σαρκικὸν ἑτοίμως ἑξόμενον· καὶ
τῇ χάριτι πρὸς ἁμάρτημα ἀποχρησάμενον ἄδειαν τοῦτο τοίνυν <lb n="20"/>
προυπειδόνος (sic) ἑαυτῷ, τὸν παρ’ ἐκείνου λόγον ἀνθυποφέρει καὶ
φησίν.</p><p>Ωριγένουσ. Ἀνωτέρω μὲν εἶπεν, “ ἵνα ὥσπερ ἐβασίλευσεν
“ ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θανάτῳ.” νυνὶ δὲ οὐκ εἶπε τοῦτο, ἀλλὰ, “ μὴ
“ βασιλευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ g ὑμῶν σώματι.” διδάσκων <lb n="25"/>
ὅτι ὥσπερ θρόνος καὶ βασίλειόν ἐστι τῆς ἁμαρτίας τὸ θνητὸν ἡμῶν
σῶμα· τὸ γὰρ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἔχθρα εἰς Θεὸν, καὶ πάλιν
τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος. ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἁμαρτήματα
ἔργα σαρκός ἐστιν, ἅπερ ὁ Ἀπόστολος “ φανερὰ” ὠνόμασεν. ἐν
αὐτοῖς δὲ τάξας καὶ τὰς αἱρέσεις, ἐδίδαξεν ὅτι καὶ αὗται σαρκὸς <lb n="30"/>
εἰσὶν ἔργον ἀπολύον ἡμᾶς περισπασμοῦ· ἵνα μὴ νομίζωμεν τινὰ
μὲν εἶναι ἔργα σαρκὸς, τινὰ δὲ ἁμαρτήματα οὐ σαρκὸς, ἤτοι δὲ
<note type="footnote">e Leg. ἀπολαύσετε. f Cod. καταδέχεσθαι. g Cod θανάτῳ
sed in marg. γρ. θνήτῳ.</note>

<pb n="69"/>
ψυχῆς ἣ νοῦ. ἀλλ’ ἐπάν τις ζητῇ πῶς καὶ αἱρέσεις τῆς σαρκός
εἰσι κατειλεγμέναι, λεκτέον πρὸς αὐτὸν, ὅτι αἱρέσεις γίνονται ἀπὸ
τοῦ νοῦ τῆς σαρκὸς, περὶ οὗ φησί που ὁ Παῦλος “ εἰκῆ ἐμβα-
“ τεύεων καὶ φυσιούμενος ὑπὸ τοῦ νοὸς τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, καὶ οὐ
“ κρατῶν τὴν κεφαλήν·” τάχα δὲ καὶ ὅτε ἁμαρτάνομεν βασιλευούσης <lb n="5"/>
τῆς ἁμαρτίας ἐν τῷ θνητῷ ἡμῶν σώματι, οὐδὲν ἄλλο ἐσμὲν,
ἤπερ τὸ θνητὸν σῶμα καὶ σάρκες· “ οὐ μὴ,” γάρ φησι, “ κατα-
“ μείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ
“ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας.” καὶ αὐτὴ δὲ ἡ ψυχὴ ἔοικε μὴ μένειν,
ἀλλ’ ἤτοι διὰ κακίαν γίνεσθαι σὰρξ, ἢ δ’ ἀρετὴν πνεῦμα· ὅτε γὰρ <lb n="10"/>
κολλᾶται τῇ πόρνῃ, γίνεται εἰς σάρκα μίαν πρὸς αὐτήν· ὁ δὲ κολλώμενος
τῷ Κυρίῳ, ἓν Πνεῦμα ἐστίν.</p><p>Τοῦ αύτοῦ. Καὶ ἤδη τοῦτο εἴρηκεν, “ οὕτω καὶ ὑμεῖς λογί-
“ ζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ,”
οὐ μὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. τινὲς δὲ τοῦτο πρὸς ἀντιδιαστολὴν <lb n="15"/>
λήψονται λέγεσθαι ἑτέρων, οἱ ἔζησαν μὲν τῷ Θεῷ, οὐ μὲν ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ. ἡμεῖς δὲ φαμὲν, μήποτε ἀδύνατόν ἐστι ζῆν μὲν
Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ * * * * ἐπείπερ
“ εἶδε τὴν Χριστοῦ ἡμέραν καὶ ἐχάρη·” εἴτε Μώσης ἔζησε τῷ
Θεῷ, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἔζησεν· “ ὅστις γε καὶ μείζονα πλοῦτον <lb n="20"/>
“ ἡγήσατο τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ·”
ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπιθυμήσαντες πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι ἰδεῖν ἃ
εἶδον οἱ Ἀπόστολοι, καὶ ἀκοῦσαι ὧν ἤκουσαν, οὐκ ἂν ἦλθον εἰς
τὴν τῶν τοιούτων ἐπιθυμίαν καὶ ὄρεξιν, ἔξω τυγχάνοντες τοῦ ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ ζῆν τῷ Θεῷ.</p><lb n="25"/><p>Ζητήσεις δὲ εἰ χρὴ φάσκειν πάντα τὸν ζῶντα τῷ Θεῷ ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ νεκρὸν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ. πρὸς τοῦτο λέγοιτ’ ἃν, εἰ
μὲν ὡς νεκρὸς τῇ ἁμαρτίᾳ ἔζη πότε τῇ ἁμαρτίᾳ, ἐὰν δέ τις ὑπὸ τοῦ
πάντα ἐρευνῶντος Πνεύματος καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ, φωτισθεὶς εὕρῃ
τινας χωρὶς τοῦ ἐζηκέναι τῇ ἁμαρτίᾳ ποτὲ ζῶντας τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ <lb n="30"/>
Ἰησοῦ, ἀποφαίνεται, ὅτι οὐκ εἴ τις ζῇ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
οὗτος ἤδη πάντως νεκρός ἐστι τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ ὕστερον νεκρὸς
γενόμενος αὐτῇ ἔζησε τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. ἕτερος δὲ εἴποι
ἃν, ὅτι ἐνδέχεται καὶ διδομένου τοῦ ζῆν τινας τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ

<pb n="70"/>
Ἰησοῦ μηδέποτε γενομένους ἐν ἁμαρτίᾳ, οὐδὲν ἧττον κἀκείνους
νέκρους εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ· ὡσπερ χωρὶς νόμου ἁμαρτία ἢν νεκρὰ,
οὐκ ἐκ τοῦ ποτὲ ζῆν ἐλθοῦσα ἐπὶ τὸ γενέσθαι νεκρά.</p><p>Δείκνυσι δὲ ὁ θεῖος Ἀπόστολος καὶ ἑτέρωθεν τῆς νίκης τὴν
εὐκολίαν· “ ἁμαρτία γὰρ ἡμῶν,” φησιν, “ οὐκ ἔτι κυριεύσει,” <lb n="5"/>
“ οὐ γάρ ἐστε,” φησὶ, “ ὑπὸ νόμον ἀλλ’ ὑπὸ χάριν.” πρόσχες
ἐνταῦθα τῇ ἀποστολικῇ ἀκριβείᾳ· τίνα τρόπον τὸ κυριεύειν τάσσων
ἐπὶ τοῦ Σωτῆρος καὶ ἐφ’ ἡμῶν. ἐπὶ μὲν τοῦ Σωτῆρος, “ θάνατος,”
εἶπεν, “ αὐτοῦ οὐκ ἔτι κυριεύσει.” ἐπὶ δὲ ἡμῶν, “ ἁμαρτία γὰρ
“ ὑμῶν οὐ κυριεύσει.” οὔτε γὰρ ἐπὶ τοῦ Σωτῆρος ἔπρεπε λέγεσθαι <lb n="10"/>
τὸ ἁμαρτία αὐτοῦ οὐ κυριεύσει, οὔτε ἐφ’ ὑμῶν κυριώτερον ἦν
τὸ θάνατος ὑμῶν οὐ κυριεύσει. καὶ ἵνα μὴ ταὐτὸν περὶ τοῦ Σωτῆρος
καὶ ἡμῶν λέγεται g ὡς παραπλησίων, μετὰ ταῦτα ὥσπερ αἰτίαν
παριστὰς τοῦ ἁμαρτίαν ἡμῶν μὴ κυριεύειν, φησὶ τὸ “ οὐ γὰρ ἐστὲ
“ ὑπὸ νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ χάριν.’ κατὰ γὰρ αὐτὸν τὸν Παῦλον, “ ἡ <lb n="15"/>
“ δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος ἐστί.” καὶ “ νόμος παρεισῆλθεν, ἵνα
“ πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα. ἀλλ’ ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ
“ ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις h. διότι οὐκέτι ἐσμεν ὑπὸ νόμον ἀλλ’
“ ὑπὸ χάριν.” δικαίῳ γὰρ νόμος οὐ κεῖται. οὐ γὰρ δέεται τῆς ἀπὸ
γράμματος νομικῆς διδασκαλίας εἰς τὸ τηρεῖν τὰς ἐντολὰς τοῦ <lb n="20"/>
Θεοῦ, θεοδίδακτος ὣν, ὡς Παῦλος διδάσκει λέγων, “ περὶ δὲ τῆς
“ ἀγάπης οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι, ὑμεῖς γὰρ θεοδίδακτοι
“ ἐστὲ εἰς τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους.” εἰ τινι οὖν συμπέφυκεν ὁ τοῦ
Θεοῦ νόμος, ὡς μὴ ἕτερον μὲν βούλεσθαι τὸν νόμον· ἕτερον δὲ
εἰναι τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ τοιοῦτος οὐκ ἔστιν ὑπὸ νόμον <lb n="25"/>
ἀλλ’ ὑπὸ χάριν. οὕτω νοητέον “ ἀλλ’ ἣ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέ-
“ λῆμα αὐτοῦ.”</p><lb n="15"/><p>Τί οὖν; ἁμαρτήσομεν, ὅτι οὐκ ἐσμὲν ὑπὸ νόμον,
ἀλλ’ ὑπὸ χάριν;</p><p>Γενναδίου. Οὐ γὰρ ὑμᾶς τοῦτο, φησὶ, λέληθεν, ὅτι προσῆκον <lb n="30"/>
ὑμῖν ταῖς ὑμῶν αὐτῶν ὁμολογίαις ἐμμένειν· καὶ τοῦτον ὅτι
δεσπότην ἑαυτοῦ τοῖς ἔργοις τίς ἐπιδέδεικται τὸν οὗ τοῖς (sic)
<note type="footnote">g Leg. λέγηται. h Cod. ὑπερεπερίσσευσαν χάριν.</note>

<pb n="71"/>
κελεύσμασιν ἔγνωκεν ὑπακούειν· κἂν ἁμαρτία τοῦτο, κἂν δικαιοσύνη.
τὸ γὰρ ἤτοι ἁμαρτίας, ἣ ὑπακοῆς εἰς δικαιοσύνην ἀσαφῶς
εἰρημένον τοιοῦτόν ἐστιν, ἤτοι ἁμαρτίας εἰς ὑπακοὴν, ἣ
δικαιοσυνης.</p><p>Θεοδώρου. Τοῦτο Ἰουδαίοις μάλιστα λέγειν ἐνῆν, ὅτι νόμου <lb n="5"/>
φύσις διορίζει τι μὲν πράττειν προσήκει, τί δὲ μή. εἰ μὲν οὖν
ἔξω νόμου τυγχάνομεν, οὐδὲν ἃν κωλύοι τὸ προστυχὸν ἅπαντας
πράττειν. εἰ δὲ ἔστι τις πρακτέων καὶ μὴ τοιούτων διάκρισις, ὑπὸ
νόμον πάλιν ἐσμέν· καὶ σχῆμα ψιλὸν ἔχει τὰ λεγόμενα παρ’
ὑμῶν. ταύτην τοίνυν ἀντιθεὶς αὐτῷ τὴν ἀντίρρησιν, λέγει μὲν πῶς <lb n="10"/>
ἁμαρτίας ἐκτὸς εἰναι προσῆκεν ἡμᾶς, οὐχ ὑπὸ νόμον ὄντας· ὅπως
δὲ ἡ τῆς χάριτος ἀπόλαυσις οὐκ ἄδειαν ἡμῖν τοῦ ἁμαρτάνειν
παρέχεται· καὶ εὐθὺς μὲν ἐπάγει κατὰ τὸ σύνηθες αὐτῷ, μὴ
γένοιτο τοῦ ἁμαρτάνειν· καὶ τὴν προσηγορίαν φευκτὴν εἶναι ἡγούμενος,
τὴν δέ γε λύσιν τῆς ἀντιθέσεως οὕτω ποιεῖται· πᾶς ἄνθρωπος <lb n="15"/>
ὅτῳ περ ἃν ὑπακούειν ἕληταί, φησι, δοῦλον ἑαυτὸν ἐκείνου
κατέστησεν εἰς τὸ πείθεσθαι τε αὐτῶ καὶ τὰ ἐκείνω δοκοῦντα
πράττειν ἅπαντα. ἣ τοίνυν τῇ ἁμαρτίᾳ πείθεσθαι ἑλόμενοι, τὰ
ἐκείνῃ δοκοῦντα ποιεῖν ἀνάγκην ἔχετε, τὸν ἐπιγινόμενον ἐντεῦθεν
θάνατον ἐκδεχόμενοι, ἣ τῇ δικαιοσύνῃ προσνείμαντας ἑαυτοὺς, δεήσει <lb n="20"/>
πάντως τὸ ταύτης βούλημα πληροῦν, τὰ ἐκεῖθεν ἀγαθὰ
περιμενοντας.</p><lb n="17"/><p>Χάρις δὲ τῷ Θεῷ, ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας.</p><p>Γενναδίου. “ Χάρις,” φησὶ, “ τῷ Θεῷ, ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς
“ ἁμαρτίας,” λάχετε, τῆς ἁμαρτίας ἀνθελόμενοι τὴν δικαιοσύνην· <lb n="25"/>
καὶ ταύτην ἀντ’ ἐκείνης δεσπότην ἔχειν καταδεξάμενοι. ἧς καὶ τὸν
τύπον τῆς διδαχῆς παρειληφότες προσήκασθε, πρὸς ὃν τοῦ λοιποῦ
βιωτέον ὑμῖν ἀκριβῶς.</p><p>Θεοδώρου. Ἀναγκαιότατον μὲν οὖν καὶ τὸ “ χάρις δὲ τῷ
“ Θεῷ·” ἔδει γὰρ ἀπὸ εὐχαριστίας ἄρξασθαι, τόν γε τοσούτων <lb n="30"/>
ἀγαθῶν δόσιν παρὰ Θεοῦ ὑπάρξασαν ἡμῖν ἐξηγεῖσθαι μέλλοντα.
καιριώτατα δὲ τὸ “ εἰς ὃν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς.” οἱ γὰρ
Ἀπόστολοι διετέλουν ἁπανταχοῦ λέγοντες, ὅτι λέλυται τὰ παλαιὰ,
πέπαυται θάνατος, ἔσβεσται ἁμαρτία· ἔργῳ μὲν ὕστερον,

<pb n="72"/>
ἐπαγγελίᾳ δὲ ἤδη. τύπον δέ τινα καὶ σύμβολα πληροῦμεν ἐκείνων
ἐπὶ τοῦ βαπτίσματος, διὰ τῆς δεδομένης ἡμῖν ἐν αὐτῷ τοῦ Πνεύματος
δωρεᾶς· ὥσπερ ἀναγεννώμενοι κατὰ μίμησιν τῶν ἐσομένων
τότε. τοῦτο οὖν λέγει· ὅτι γνώμῃ τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν
εἵλεσθαι h, δι’ ἧς προσηγάγομεν ὑμᾶς, καὶ μονονουχὶ παρεδώκαμεν <lb n="5"/>
τῷ τύπῳ τῶν μελλόντων διὰ τοῦ βαπτίσματος. τούτοις δὴ πεισθέντας,
ἀνάγκη σύμφωνα διαπράττεσθαι, μιμουμένους ἐκεῖνα τῷ
βίω, εἰς ἃ τῶ τύπω κατέστητε.</p><p>Γενναδίου. Εἰς τοιούτους κατενένεγμαι λόγους, καὶ παραδείγμασιν
ἀνθρωπίνων ἐχρησάμην ἐθῶν τοῦ πρὸς ἀρετὴν ἀτόνου τῆς <lb n="10"/>
σαρκὸς ὑμῶν με καταναγκάσαντα·</p><p>Διοδώρου. Ἡδυνάμην, φησὶ, τελειότερόν τι καὶ μεῖζον εἰπεῖν,
καὶ εὐεργεσίας ὑπερβαλλούσης ἄξιον. λέγω δὲ ὑμῖν τοσοῦτον, ὅσον
χωρεῖτε, ἀσθενεῖς τε ὄντες τῇ σαρκί.</p><lb n="19"/><p>Ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῆ <lb n="15"/>
ἀκαθαρσίᾳ.</p><p>Γενναδίου. “ Ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε,” φησὶ, “ τὰ μέλη
“ ὑμῶν,” καὶ τὰ ἑξῆς. τὸν γὰρ κἀνταῦθα σύνδεσμον, ἀντὶ τοῦ
τοίνυν παρείληφε. δεῖ τοίνυν ὑμᾶς, φησὶν, ὥσπερ ἐν τῷ πρόσθεν
ὅλους ἑαυτοὺς τῇ ἀνομίᾳ πρὸς ἐργασίαν ἀκαθαρσίας ἐκδεδώκειτε <lb n="20"/>
πάσης, οὕτω νῦν, ἣ καὶ μᾶλλον ἀποσχομένους ἐκείνων παντάπασι,
τὴν δικαιοσύνης σπουδαίως ἁγιότητα μετελθεῖν.</p><p>Διοδώρου 1. Δῆλον μὲν οὖν φησιν, ὅτι τοσούτῳ μείζονα περὶ
ταῦτα ἔχειν προσῆκε τὴν σπουδὴν, ὅσῳ κακίας κρείττων τρήσας
πλείονα περὶ τὸ χεῖρον ἐχούσῃ τὴν ῥοπὴν, μὴ μέγα τι φθέγξομαι <lb n="25"/>
μὴ ὑπὲρ ἄνθρωπον. τοσοῦτο γοῦν ὑμᾶς περὶ τὴν ἀρετὴν ἔχειν βούλομαι,
ὅσον τῇ ἁμαρτίᾳ προσεσχήκατε.</p><p>Γενναδίου. Ἴστε γάρ που τὸν χρόνον ἐκεῖνον, φησὶν, ἐν ᾧ τῆς
ἁμαρτίας ἐπιτάγμασιν ὑπετάττεσθε. πῶς ἦν ὑμῖν πρᾶγμα κοινὸν
πρὸς τὴν δικαιοσύνην οὐδέν.</p><lb n="30"/><p>Ωριγένουσ. Ἐπειδὴ ὡς πολλαχοῦ φησὶν, ἐτηρήσαμεν τὸ τῆς
δικαιοσύνης ὄνομα, ἀντὶ τῆς ἀρετῆς ἔσθ’ ὅτε παραλαμβάνεται,
<note type="footnote">h Leg. εἵλεσθε. i Cod. δεοδώ. k Sic. leg. fors. ἀρέτη.</note>

<pb n="73"/>
λεκτέον ὅτι καὶ νῦν τοιοῦτόν ἐστι τὸ λεγόμενον. ὅτε δοῦλοι ἤτε
τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ ἀρετῇ. καὶ παρακολουθεῖ τῷ
γενικῷ τῆς ἁμαρτίας ὀνόματι, τὸ γενικὸν τῆς ἀρετῆς δικαιοσύνην
ἐν τούτοις ὀνομάζεσθαι. δόξει δὲ ἰδικῶς τὸ εἰς ἁγιασμὸν λέγειν
προτρεπόμενος εἰς ἁγνείαν καὶ καθαρότητα βίου τὸν δυνάμενον <lb n="5"/>
χωρῆσαι·.</p><lb n="21"/><p>Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε, ἐν οἷς νῦν
ἐπαισχύνεσθε.</p><p>Γενναδίου. Καίτοι ἡδέως ἃν ἔγωγε νῦν πυθοίμην ὑμῶν ὑπὲρ
ὅτου κατεσπευσμένως οὕτως τῇ ἁμαρτίᾳ τὴν καλὴν ἐκείνην <lb n="10"/>
δουλείαν ἐξεπληροῦτε, καὶ τίς τῆς πολλῆς ταύτης εὐνοίας ὑμῶν ὁ
καρπός. οὐ φθορὰ καὶ ἀκαθαρσία καὶ θάνατος, καὶ τὰ πάσης
αἰσχύνης ἀνάμεστα;</p><p>Θεοδώρου. Κατ’ ἐρώτησιν ἀναγνωστέον τὸ, “ τίνα οὖν καρπὸν
“ εἴχετε τότε·” εἶτα κατὰ ἀπόκρισιν “ ἐφ’ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε.” <lb n="15"/>
εἴδομεν γὰρ τὸ κέρδος, φησὶ, τῆς περὶ ἐκεῖνα σπουδῆς, ἃ καὶ
λεγόντων ἑτέρων αἰσχύνεσθε.</p><p>Ὠριγένουσ. Ἐξευτελίζων τὸν καρπὸν τῶν δούλων τῆς ἁμαρτίας
ὡς οὐδενὸς ἄξιον λόγου φησίν. ἐφ’ οἷς γάρ τις πρότερον
ἁμαρτίᾳ καὶ ἀγνοίᾳ πεπραγμένοις ὕστερον εἰς συναίσθησιν ἐλθόντων <lb n="20"/>
ἡμαρτημένων αἰσχύνεται, ταῦτα καρπὸς ἃν εἴη ἄχριστος 1
ἄωρος εἰς βρῶσιν καὶ εἰς οὐθὲν ἐπιτήδειος. καὶ γὰρ τέλος τῶν
τοιούτων ἔργων οὐκ ἄλλο ἣ θάνατος ἐστὶν, ὁ ἐχθρὸς Χριστῷ τῷ
εἰπόντι, “ ἐγώ εἰμι ἡ ζωή.” κυριευόντων τοιούτους καρποὺς ἐνηνοχότων·
ἐν ᾧ θανάτῳ οὐκ ἔστιν ὁ μνημονεύων Θεοῦ. καὶ γὰρ πᾶς <lb n="25"/>
ὁ ἐν αὐτῷ τέθνηκε τῷ Θεῷ, καὶ ζῇ τῷ θανάτῳ, ὅπερ ταὐτόν ἐστι,
τὸ ζῆν τῇ ἀναμαρτίᾳ m.</p><p>Γενναδίου. Ἄρα οὖν, φησὶ, τοιαῦτα καὶ τὰ νῦν, ἢ μικρῷ τῷ
καὶ τῷ τυχόντι διεστηκότα, ἀλλ’ οὐχὶ τῷ ὅλῳ καὶ τῷ παντί.
ἀλλαξάμενοι γὰρ τῆς ἁμαρτίας Θεὸν, καὶ τὰ δοκοῦντα τούτῳ <lb n="30"/>
διαπράττεσθαι γνόντες, καρποῦσθε μὲν τὸν ἁγιασμὸν τὸ ἀναμάρτηον·
τουτέστιν, ἐκ δὲ τούτου τὸ ἀθανάτοις ὑμῖν διαμένειν
περίεσται.</p><note type="footnote">1 Leg. ἄχρηστος. m Sic.</note><pb n="74"/><p>Ὠριγένουσ. Ἡμέτερος καρπὸς εἰς ἁγιασμόν. οὐχ ἡμέτερος
δὲ, οὐδὲ κατὰ τὴν ἡμετέραν φύσιν ὁ φέρων τῷ ἤδη συνησθημένῳ
αὐτοῦ αἰσχύνην. ὅτι δὲ ἡμέτερον μὲν τὸ κρεῖττον, οὐ τοιοῦτον δὲ
τὸ χεῖρον, δηλοῖ δὲ ὁ Σωτῆρ’ λέγων, “ εἰ τὸ ἀλλότριον ἐπιστεύ-
“ θῆτε, καὶ οὐκ ἐγένεσθε ἄξιοι, τὸ ὑμέτερον τίς ὑμῖν δώσει ;” κἂν <lb n="5"/>
γὰρ μὴ γενώμεθα ἄξιοι τοῦ κρείττονος, ὡς ἡμέτερον αὐτὸ τῆ φύσει
οὐ λαμβάνομεν διὰ τὴν ἁμαρτίαν. ἐρεῖ δέ τις ἐνταῦθα τὸν εἰς
ἁγιασμὸν καρπὸν εἶναι τῶν δεδουλωμένων τῷ Θεῷ τὴν παντελῆ
ἀπὸ τῶν ἀφροδισίων καθάρευσιν. καί φησιν ὁ τοιοῦτος, τοῖς μὲν
ἐν γάμῳ ἁρμόζειν τὸ “ ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας, <lb n="10"/>
“ ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ.” τοῖς δὲ ἐν ἁγνείᾳ ὡς μεῖζον, τὸ
“ νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας,” καὶ τὰ ἑξῆς. ὥστε
τὸν μὲν ἔσχατον καρπὸν αὐτοῦ εἰς ἁγιασμὸν διὰ τὸ δεδουλῶσθαι
τῷ Θεῷ. δεδουλῶσθαι πολὺ πρότερον τῇ δικαιοσύνῃ μὴ πάντως
ἔχειν τὸν καρπὸν αὐτοῦ ἔχει εἰς ἁγιασμὸν διὰ τοῦ κατὰ συγγνώμην <lb n="15"/>
λόγον n.</p><lb n="23"/><p>Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος.</p><p>Διοδύρου. Ὀψωνοῦνται οἱ ἁμαρτάνοντες ὑπὸ τοῦ διαβόλου,
τοῦτον τὸν τρόπον πιπράσκοντες σωφροσύνην καὶ ὠνούμενοι ἀκολασίαν,
πωλοῦντες χρηστότητα, καὶ ἀντιλαμβάνοντες ὠμότητα. οἱ <lb n="20"/>
οὖν τοιοῦτοι ἴδιον κτῆμα ὥσπερ τῆς ἁμαρτίας γενόμενοι, θανάτῳ
ἑαυτοὺς ὑπάγουσι. τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας, θάνατος. ἣ
τάχα τοῦτο λέγει, ὅτι τὰ παρὰ τοῦ ἐχθροῦ ὀψωνούμενα θανάτου
παρεκτικά.</p><p>Ὠριγένουσ. Καλὴ ἡ διαφορά· ὀψωνίου μὲν ἐπὶ τῆς ἁμαρτίας <lb n="25"/>
τεταγμένου· χάρις μάτος δὲ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ. οὔτε γὰρ ὀψώνια
ὡς ὀφειλόμενα δίδωσιν ὁ Θεὸς, ἀλλὰ χάρισμα· οὐδὲ χάρισμα ἡ
ἁμαρτία ἀλλ’ ὀφειλόμενα ὀψώνια. τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ οὐκ
ἔταξεν ἁπλῶς ζωὴ αἰώνιος· ἀτελὴς γὰρ αὕτη νοεῖται, ὅτε μὴ ἐν
Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν ἐστι. δηλοῦται δὲ ὅτι ἡ ἁμαρτία <lb n="30"/>
τῷ βασιλευομένῳ ὑπ’ αὐτῆς δίδωσι τὸν θάνατον· καὶ οὐχ ὁ Θεὸς
ἐπιφέρει τὸν ἐχθρὸν τοῦ Χριστοῦ θάνατον “ ὁ γὰρ Θεὸς θάνατον
“ οὐκ εποίησεν,” καὶ τὰ ἑξῆς. ἐὰν δέ τις πρὸς τοῦτο ἀνθυποίσῃ καὶ
<note type="footnote">n Leg. vid. λόγου. sed plura ut vid. corrupta sunt.</note>

<pb n="75"/>
τὸ “ ἐγὼ ἀποκτενῶ καὶ ζωοποιήσω,” καὶ “ Κύριος θανατοῖ καὶ
“ ζωογονεῖ,” ἐροῦμεν ὅτι ἀποκτενεῖ ὁ Θεὸς τῇ ἁμαρτίᾳ, ἵνα μετὰ
τοῦτο ζωοποιήσῃ τὸν ἀποθανόντα τῇ ἁμαρτίᾳ.</p></div></div></body></text></TEI>