<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg010.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><head>ΚΕΦ. ΙΔ.</head><p>Περὶ τῆς ὀφειλομένης ἀγάπης Χριστῷ.</p><lb n="35"/><p>Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.</p><p>Γενναδίου. Αὐξήσας τὸ περὶ ἡμᾶς φίλτρον τοῦ Θεοῦ, καὶ
τὴν ἡμετέραν λοιπὸν εὐγνωμοσύνην, ἣν περὶ τὸν τοσοῦτον ἡμᾶς <lb n="30"/>
εὐεργέτην ἔχειν χρεὼν, διεξέρχεται λέγων, ὡς οὐδὲν τῶν ἐν ἀν-

<pb n="154"/>
θρώποις ὄντων δεινῶν τῆς εἰς Χριστὸν ἀγάπης προσῆκεν ἡμᾶς
ἐπιστὰν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ταῦτα προείρηται τῷ προφήτῃ Δαβὶδ περὶ τῆς
ὑπὲρ τοῦ νόμου τῶν Μακκαβαίων ἐνστάσεως. τί γὰρ τὸ θαυμαστὸν,
φησὶν, ἐργασόμεθα, τὴν ἴσην τοῖς πρεσβυτέροις εὔνοιαν ἐπιδεικνύμενοι <lb n="5"/>
περὶ τὸν Θεόν; οἷς οὐκ ἴσην ἀλλὰ καὶ πολλῷ μείζοσα
κεκοσμήμεθα χάριν· καὶ ἐπειδὴ τῆς οἰκείας γνώμης ἐξεῖπε τὴν
πρόθεσιν, ἵνα μὴ δόξῃ κατ’ ἀλαζονείας ἕψεσθαι, ταχέως ἐπήγαγε
τὸ ἑξῆς.</p><lb n="37"/><p>Ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος <lb n="10"/>
ἡμᾶς.</p><p>Γενναδίου. Ἔχομεν μέντοι, φησὶ, τὸ τούτων κατὰ περιουσίαν
κρατεῖν, οὐκ ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.</p><p>Θεοδώρου. Δεικνὺς ὅτι μηδὲ τὴν βαρύτητα δεδιέναι προσήκει
τῶν ἐπαγομένων κακῶν, εἰκότως ἐπήγαγεν, “ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶ- <lb n="15"/>
“σιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.” παρ’ αὐτοῦ γὰρ
ἡμῖν καὶ τὸ δοκοῦν εἶναι βαρὺ τῶν θλίψεων ἐπικουφίζεται. ἀνεπαίσθητον
τῇ παρ’ αὐτοῦ συνεργείᾳ τῶν λυπηρῶν ἐργαζομένου τὴν
πείραν·</p><p>Ὠριγένουσ. Νίκᾳ μὲν ὁ μετὰ ἀμφηρίστου ἀγῶνος τοὺς ἐν <lb n="20"/>
τοῖς ἀγωνιζομένοις περὶ νίκης περιγινόμενος τοῦ ἀνταγωνιστοῦ.
ὑπερνικᾷ δὲ ὁ μηδὲ τὴν ἀρχὴν ἐπιτρέψας στῆναι πρὸς αὐτὸν τῷ
ἐναντιουμένῳ. τοιοῦτος ὁ Παῦλος καὶ οἱ τὴν ὁμοίαν αὐτῷ παρασκευὴν
πρὸς τοὺς πειρασμοὺς ἀνειληφότες, τὸ θλῖβον καταπατοῦντες
καὶ ἐντρυφῶντες τῷ στενοχωροῦντι, καὶ τὸ διῶκον τῇ <lb n="25"/>
ὑπομονῇ διώκοντες· καὶ τὸν λιμὸν διὰ τὴν οὐράνιον τροφὴν γελῶντες·
καὶ τὴν γυμνότητα ἐν οὐδενὶ τιθέμενοι, δι’ ἣν ἐνδέδυνται
Χριστὸν, καὶ τὸν κίνδυνον ὡς οὐ κινδυνεύοντες καταπατοῦντες, καὶ
τὴν μάχαιραν, διὰ τὸν ζῶντα τοῦ Θεοῦ λόγον, οὐδὲν χαλεπὸν
ἐργάσασθαι αὐτοὺς πειθόμενοι.</p><lb n="30"/><p>Σευηριανοῦ. Λαμπρῶς δείξας τὴν τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμᾶς διάθεσιν,
καὶ τὴν τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἀγάπην, ἀκολούθως διδάσκει, οἵους
λοιπὸν εἶναι δεῖ περὶ τὸν εὐεργέτην τοὺς εὐγνώμονας. ὥστε μηδὲ
τῶν πάνυ φοβερῶν δύνασθαι διαστῆσαι ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ.</p><pb n="155"/><lb n="38"/><p>Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος, οὔτε ζωή.</p><p>Γενναδίου. Θάνατον μὲν οὖν πάντα λέγει τὰ χαλεπά· ἐπειδὴ
τῶν τοιούτων πάντων τέλος ὁ θάνατος. ζωὴν δὲ πάντα τὰ τρυφηλά
τε καὶ ἀγαθά· ἐπειδὴ τῶν τοιούτων πάντων τέλος πάλιν ἐστιν ἡ
ζωή. Ἀγγέλους δὲ καὶ ἀρχὰς καὶ δυνάμεις, τὰς ἀοράτους οὐσίας <lb n="5"/>
αἳ τοῖς διαφόροις τούτοις ὀνόμασι καταλλήλως αἷς ὑπηρετοῦνται
χρείαις προσαγορεύονται. Ἄγγελοι μὲν παρὰ τὸ ἐξαγγέλλειν
τοῖς ἀνθρώποις τὰ ἐκ Θεοῦ. ἀρχαὶ δὲ, παρὰ τὸ ἄρχειν,
ἣ πόλεων, ἢ ἐθνῶν ὅλως οἷς ἐφεστᾶσι. δυνάμεις δὲ, παρὰ τὸ
δυνατὰς δεδημιουργεῖσθαι πρὸς ὑπηρεσίαν Θεοῦ. “εὐλογεῖτε,” <lb n="10"/>
γὰρ φησὶ, “τὸν Κύριον, πάντες οἱ Ἄγγελοι αὐτοῦ, δυνατοὶ ἰσχύι,
“ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ.” ἐνεστῶτα δὲ, σύμπαντα περιληπτικῶς
τὰ παρόντα· μέλλοντα δὲ, ὁμοίως πάντα τὸν προσδοκώμενα·
ὕψωμά τε καὶ βάθος, ὑπερουράνιά τε καὶ ὑποχθόνια· προσέθηκε
δὲ καὶ τοῦτο, οὔτε τις κτίσις ἑτέρα, δεικνὺς τῆς περὶ Θεὸν <lb n="15"/>
ἀγάπης αὐτοῦ τὴν ὑπερβολήν· καὶ ὅτι ταύτης χάριν ἕτοιμός
ἐστιν τοῖς τε οὖσι καὶ τοῖς οὐκ οὖσι διαμάχεσθαι. διὰ μέντοι τοῦ
“οὔτε μέλλοντα,” δῆλον πεποίηκεν ἀκριβῶς, ὅτι οὐ διά τι φιλεῖ
τὸν Θεὸν, οὐδὲ ἀμοιβῶν ἐλπίδι τινῶν, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο στέργων
τὸ φιλεῖν τὸν Θεὸν, καὶ καθ’ αὐτὸ κρίνων αὐτὸ περισπούδαστον. <lb n="20"/>
οὐδὲν οὖν τῶν προαπηριθμημένων, φησὶν, ἀποστήσει τῆς εἰς Θεὸν
ἀγάπης ἡμᾶς, ἕνεκε τῆς ἀφάτου περὶ ἡμᾶς αὐτοῦ σχέσεως, ἣν
διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ποιησάμενος ἐνεδείξατο.</p><p>Ὡριγένουσ. Ὅρα εἰ μὴ εὐλόγως τὸ μὲν “πέπεισμαι,” ὅτι
οὐ δύναται ἡμᾶς χωρίσαι. τὰ δέ τινα ἔταξεν ἐπὶ τῶν μειζόνων ἣ <lb n="25"/>
κατὰ ἄνθρωπον πειρασμῶν. τὸ δὲ “τίς ἡμᾶς χωρίσει” ἐξευτελίζων
τοὺς ἀνθρωπίνους ἐπὶ τῶν ἐλαττόνων γυμνασίων τῆς ἀνθρωπίνης
ψυχῆς· καὶ ἐὰν ὑπερνικῶμεν δὲ τὰ πρότερα καὶ ἀνθρώπινα, οὐ
χωρὶς συμπνοίας καὶ ἐνεργείας κρείττονος αὐτὸν περιεσόμεθα. διὸ
καλῶς ὁ Παῦλος προσέθηκε τὸ “διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.” <lb n="30"/>
πρόσχες δὲ εἰ θάνατος μὲν παλαίει βουλόμενος χωρίσαι ἀπὸ τῆς
ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, οὐχ ὁ κοινὸς περὶ οὗ
ἀνωτέρω εἴρηται, τὸ “ἔνεκεν σοῦ θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν,”
ἀλλ’ ὁ ἐχθρὸς Χριστοῦ καὶ ἔσχατος καταργηθησόμενος. βουλή-

<pb n="156"/>
σεται μὲν γὰρ οὗτος χωρίσαι, φέρε εἰπεῖν Παῦλον· οὐ δυνήσεται
δὲ καὶ καταργούμενος ὑπὸ τοῦ ἐν αὐτῷ Χριστοῦ. ζωὴ δὲ, οὐχὶ
τῷ θανάτῳ τούτῳ ἐναντία. τὰ γὰρ ἀλλήλοις ἐναντία οὐ πέφυκεν
ἓν καὶ ταὐτὸ βούλεσθαι, ἀλλὰ ἡ καθ’ ἣν ζῇ τις τῇ ἁμαρτίᾳ καὶ
τοῖς εἴ δέσιν αὐτῆς καὶ τῶ ψεύδει. εἰ δὲ καὶ καθ’ ἕκαστον εἶδος <lb n="5"/>
ἁμαρτία ἔστι τις, φαύλῃ ζωῇ ἐπιστήσεις διὰ τὸ κρεῖττον “τὸ
“ἔλεος σου ὑπὲρ ζωάς·” αὕτη γὰρ βουλήσεται μὲν χωρίσαι τὸν
ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. οὐ δύναται δὲ, καταργουμένη,
πῆ μὲν ὑπὸ τοῦ θανάτου καθ’ ὃν ἀποθνήσκει τις τῇ ἁμαρτίᾳ·
πῆ δὲ ὑπὸ τῆς ζωῆς ἣ μέν τις κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ <lb n="10"/>
Θεῷ. καὶ Ἄγγελοι δὲ βούλονται ἡμᾶς χωρίσαι τῆς ἀγάπης τοῦ
Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, περὶ ὧν λέλεκται τοῖς ἐξ εὐωνύμων,
“ὑπάγετε εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ
καὶ τοῖς Ἀγγέλοις. τὸ δὲ οὔτε ἀρχαὶ ἐπὶ τὸ, οὐκ ἔστιν ἡμῖν
“ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχὰς” καὶ τὰ <lb n="15"/>
ἑξῆς ἀναφέρεται· καὶ εἰς τὸ “ὅταν καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ
“πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν.” ἐξῆς τοῦτο ἐστὶ “τὰ ἐνεστῶτα·”
ταῦτα δὲ ἐπίσκεψαι εἰ δύναται ἀναφέρεσθαι ἐπὶ τοὺς κοσμοκράτορας
τοῦ σκότους τούτου, καὶ οὐχὶ ἔπι τινα ἐνεστῶτα ἀνθρώπινα.</p><p>Αλλος δ᾿ ἃν λέγοι τὰ ἐνεστῶτα ἀναφέρεσθαι ἐπὶ τὰ βλεπόμενα <lb n="20"/>
καὶ πρόσκαιρα. μετὰ τοῦτο εἰδῶμεν τίνα “τὰ μέλλοντα”
καὶ εἴτι πρὸς τὸν μέλλοντα χρόνον παλαίσοντα τῷ Ἀποστόλῳ τῆς
ἐν τῷ βίῳ τούτω παρεπιδημίας ὡς πρὸς ταῖς ἐνεστηκυίαις αὐτῷ
τῆς γραφῆς τῆς Ἐπιστολῆς ἡμέραις, ἣ τὰ μετὰ τὸν ἐνεστηκότα
αἰῶνα καὶ μετὰ τὴν ἔξοδον εὐθέως ἀπαιτησόμενα, ὅτε ὁ ἄρχων τοῦ <lb n="25"/>
κόσμου τούτου, καί τινες ὑπ᾿ αὐτῷ δυνάμεις βουλήσονται μὲν
κρατεῖν τοῦ ἐκδημήσαντος, οὐ δυνήσονται δὲ ἐπὶ τῶν προανειληφότων
τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. ἑξῆς δὲ αὐτῷ ἐστὶ
τὸ οὔτε δυνάμεις, ὅπερ ἔοικεν εἶναι εἴδους τινος τῶν ἔξω θνητοῦ
σώματος λογικῶν. μήποτε δὲ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ψυχὴ ἐπιβουλεύεται, <lb n="30"/>
ὑπὸ μὲν ὑψώματος, κατὰ “ἐν τοῖς ἐπουρανίοις πνευματικὰ τῆς
“πονηρίας.” ὑπὸ δὲ βάθους, κατὰ τὰ καταχθόνια, ὧν οὐδέτερον
τὸν ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ Θεοῦ ὁπλισάμενον χωρισθῆναι αὐτῆς ἐάσει.</p><p>Εἰ δὲ καὶ παρὰ τὴν βλεπομένην ὅλην ταύτην κτίσιν ἐστὶν

<pb n="157"/>
ἑτέρα κτίσις, τῇ φύσει μὲν βλεπομένη, νῦν δὲ οὐδέπω ὁρωμένη,
ζητήσεις εἰ δύναται ἐπ’ ἐκείνην ἀναφέρεσθαι τὸ “οὔτε κτίσις
“ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.”</p></div></div></body></text></TEI>