<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg010.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><head>ΚΕΦ. ΙΔ.</head><p>Περὶ τῆς ὀφειλομένης ἀγάπης Χριστῷ.</p><lb n="35"/><p>Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.</p><p>Γενναδίου. Αὐξήσας τὸ περὶ ἡμᾶς φίλτρον τοῦ Θεοῦ, καὶ
τὴν ἡμετέραν λοιπὸν εὐγνωμοσύνην, ἣν περὶ τὸν τοσοῦτον ἡμᾶς <lb n="30"/>
εὐεργέτην ἔχειν χρεὼν, διεξέρχεται λέγων, ὡς οὐδὲν τῶν ἐν ἀν-

<pb n="154"/>
θρώποις ὄντων δεινῶν τῆς εἰς Χριστὸν ἀγάπης προσῆκεν ἡμᾶς
ἐπιστὰν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ταῦτα προείρηται τῷ προφήτῃ Δαβὶδ περὶ τῆς
ὑπὲρ τοῦ νόμου τῶν Μακκαβαίων ἐνστάσεως. τί γὰρ τὸ θαυμαστὸν,
φησὶν, ἐργασόμεθα, τὴν ἴσην τοῖς πρεσβυτέροις εὔνοιαν ἐπιδεικνύμενοι <lb n="5"/>
περὶ τὸν Θεόν; οἷς οὐκ ἴσην ἀλλὰ καὶ πολλῷ μείζοσα
κεκοσμήμεθα χάριν· καὶ ἐπειδὴ τῆς οἰκείας γνώμης ἐξεῖπε τὴν
πρόθεσιν, ἵνα μὴ δόξῃ κατ’ ἀλαζονείας ἕψεσθαι, ταχέως ἐπήγαγε
τὸ ἑξῆς.</p><lb n="37"/><p>Ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος <lb n="10"/>
ἡμᾶς.</p><p>Γενναδίου. Ἔχομεν μέντοι, φησὶ, τὸ τούτων κατὰ περιουσίαν
κρατεῖν, οὐκ ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.</p><p>Θεοδώρου. Δεικνὺς ὅτι μηδὲ τὴν βαρύτητα δεδιέναι προσήκει
τῶν ἐπαγομένων κακῶν, εἰκότως ἐπήγαγεν, “ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶ- <lb n="15"/>
“σιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.” παρ’ αὐτοῦ γὰρ
ἡμῖν καὶ τὸ δοκοῦν εἶναι βαρὺ τῶν θλίψεων ἐπικουφίζεται. ἀνεπαίσθητον
τῇ παρ’ αὐτοῦ συνεργείᾳ τῶν λυπηρῶν ἐργαζομένου τὴν
πείραν·</p><p>Ὠριγένουσ. Νίκᾳ μὲν ὁ μετὰ ἀμφηρίστου ἀγῶνος τοὺς ἐν <lb n="20"/>
τοῖς ἀγωνιζομένοις περὶ νίκης περιγινόμενος τοῦ ἀνταγωνιστοῦ.
ὑπερνικᾷ δὲ ὁ μηδὲ τὴν ἀρχὴν ἐπιτρέψας στῆναι πρὸς αὐτὸν τῷ
ἐναντιουμένῳ. τοιοῦτος ὁ Παῦλος καὶ οἱ τὴν ὁμοίαν αὐτῷ παρασκευὴν
πρὸς τοὺς πειρασμοὺς ἀνειληφότες, τὸ θλῖβον καταπατοῦντες
καὶ ἐντρυφῶντες τῷ στενοχωροῦντι, καὶ τὸ διῶκον τῇ <lb n="25"/>
ὑπομονῇ διώκοντες· καὶ τὸν λιμὸν διὰ τὴν οὐράνιον τροφὴν γελῶντες·
καὶ τὴν γυμνότητα ἐν οὐδενὶ τιθέμενοι, δι’ ἣν ἐνδέδυνται
Χριστὸν, καὶ τὸν κίνδυνον ὡς οὐ κινδυνεύοντες καταπατοῦντες, καὶ
τὴν μάχαιραν, διὰ τὸν ζῶντα τοῦ Θεοῦ λόγον, οὐδὲν χαλεπὸν
ἐργάσασθαι αὐτοὺς πειθόμενοι.</p><lb n="30"/><p>Σευηριανοῦ. Λαμπρῶς δείξας τὴν τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμᾶς διάθεσιν,
καὶ τὴν τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἀγάπην, ἀκολούθως διδάσκει, οἵους
λοιπὸν εἶναι δεῖ περὶ τὸν εὐεργέτην τοὺς εὐγνώμονας. ὥστε μηδὲ
τῶν πάνυ φοβερῶν δύνασθαι διαστῆσαι ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ.</p><pb n="155"/><lb n="38"/><p>Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος, οὔτε ζωή.</p><p>Γενναδίου. Θάνατον μὲν οὖν πάντα λέγει τὰ χαλεπά· ἐπειδὴ
τῶν τοιούτων πάντων τέλος ὁ θάνατος. ζωὴν δὲ πάντα τὰ τρυφηλά
τε καὶ ἀγαθά· ἐπειδὴ τῶν τοιούτων πάντων τέλος πάλιν ἐστιν ἡ
ζωή. Ἀγγέλους δὲ καὶ ἀρχὰς καὶ δυνάμεις, τὰς ἀοράτους οὐσίας <lb n="5"/>
αἳ τοῖς διαφόροις τούτοις ὀνόμασι καταλλήλως αἷς ὑπηρετοῦνται
χρείαις προσαγορεύονται. Ἄγγελοι μὲν παρὰ τὸ ἐξαγγέλλειν
τοῖς ἀνθρώποις τὰ ἐκ Θεοῦ. ἀρχαὶ δὲ, παρὰ τὸ ἄρχειν,
ἣ πόλεων, ἢ ἐθνῶν ὅλως οἷς ἐφεστᾶσι. δυνάμεις δὲ, παρὰ τὸ
δυνατὰς δεδημιουργεῖσθαι πρὸς ὑπηρεσίαν Θεοῦ. “εὐλογεῖτε,” <lb n="10"/>
γὰρ φησὶ, “τὸν Κύριον, πάντες οἱ Ἄγγελοι αὐτοῦ, δυνατοὶ ἰσχύι,
“ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ.” ἐνεστῶτα δὲ, σύμπαντα περιληπτικῶς
τὰ παρόντα· μέλλοντα δὲ, ὁμοίως πάντα τὸν προσδοκώμενα·
ὕψωμά τε καὶ βάθος, ὑπερουράνιά τε καὶ ὑποχθόνια· προσέθηκε
δὲ καὶ τοῦτο, οὔτε τις κτίσις ἑτέρα, δεικνὺς τῆς περὶ Θεὸν <lb n="15"/>
ἀγάπης αὐτοῦ τὴν ὑπερβολήν· καὶ ὅτι ταύτης χάριν ἕτοιμός
ἐστιν τοῖς τε οὖσι καὶ τοῖς οὐκ οὖσι διαμάχεσθαι. διὰ μέντοι τοῦ
“οὔτε μέλλοντα,” δῆλον πεποίηκεν ἀκριβῶς, ὅτι οὐ διά τι φιλεῖ
τὸν Θεὸν, οὐδὲ ἀμοιβῶν ἐλπίδι τινῶν, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο στέργων
τὸ φιλεῖν τὸν Θεὸν, καὶ καθ’ αὐτὸ κρίνων αὐτὸ περισπούδαστον. <lb n="20"/>
οὐδὲν οὖν τῶν προαπηριθμημένων, φησὶν, ἀποστήσει τῆς εἰς Θεὸν
ἀγάπης ἡμᾶς, ἕνεκε τῆς ἀφάτου περὶ ἡμᾶς αὐτοῦ σχέσεως, ἣν
διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ποιησάμενος ἐνεδείξατο.</p><p>Ὡριγένουσ. Ὅρα εἰ μὴ εὐλόγως τὸ μὲν “πέπεισμαι,” ὅτι
οὐ δύναται ἡμᾶς χωρίσαι. τὰ δέ τινα ἔταξεν ἐπὶ τῶν μειζόνων ἣ <lb n="25"/>
κατὰ ἄνθρωπον πειρασμῶν. τὸ δὲ “τίς ἡμᾶς χωρίσει” ἐξευτελίζων
τοὺς ἀνθρωπίνους ἐπὶ τῶν ἐλαττόνων γυμνασίων τῆς ἀνθρωπίνης
ψυχῆς· καὶ ἐὰν ὑπερνικῶμεν δὲ τὰ πρότερα καὶ ἀνθρώπινα, οὐ
χωρὶς συμπνοίας καὶ ἐνεργείας κρείττονος αὐτὸν περιεσόμεθα. διὸ
καλῶς ὁ Παῦλος προσέθηκε τὸ “διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.” <lb n="30"/>
πρόσχες δὲ εἰ θάνατος μὲν παλαίει βουλόμενος χωρίσαι ἀπὸ τῆς
ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, οὐχ ὁ κοινὸς περὶ οὗ
ἀνωτέρω εἴρηται, τὸ “ἔνεκεν σοῦ θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν,”
ἀλλ’ ὁ ἐχθρὸς Χριστοῦ καὶ ἔσχατος καταργηθησόμενος. βουλή-

<pb n="156"/>
σεται μὲν γὰρ οὗτος χωρίσαι, φέρε εἰπεῖν Παῦλον· οὐ δυνήσεται
δὲ καὶ καταργούμενος ὑπὸ τοῦ ἐν αὐτῷ Χριστοῦ. ζωὴ δὲ, οὐχὶ
τῷ θανάτῳ τούτῳ ἐναντία. τὰ γὰρ ἀλλήλοις ἐναντία οὐ πέφυκεν
ἓν καὶ ταὐτὸ βούλεσθαι, ἀλλὰ ἡ καθ’ ἣν ζῇ τις τῇ ἁμαρτίᾳ καὶ
τοῖς εἴ δέσιν αὐτῆς καὶ τῶ ψεύδει. εἰ δὲ καὶ καθ’ ἕκαστον εἶδος <lb n="5"/>
ἁμαρτία ἔστι τις, φαύλῃ ζωῇ ἐπιστήσεις διὰ τὸ κρεῖττον “τὸ
“ἔλεος σου ὑπὲρ ζωάς·” αὕτη γὰρ βουλήσεται μὲν χωρίσαι τὸν
ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. οὐ δύναται δὲ, καταργουμένη,
πῆ μὲν ὑπὸ τοῦ θανάτου καθ’ ὃν ἀποθνήσκει τις τῇ ἁμαρτίᾳ·
πῆ δὲ ὑπὸ τῆς ζωῆς ἣ μέν τις κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ <lb n="10"/>
Θεῷ. καὶ Ἄγγελοι δὲ βούλονται ἡμᾶς χωρίσαι τῆς ἀγάπης τοῦ
Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, περὶ ὧν λέλεκται τοῖς ἐξ εὐωνύμων,
“ὑπάγετε εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ
καὶ τοῖς Ἀγγέλοις. τὸ δὲ οὔτε ἀρχαὶ ἐπὶ τὸ, οὐκ ἔστιν ἡμῖν
“ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχὰς” καὶ τὰ <lb n="15"/>
ἑξῆς ἀναφέρεται· καὶ εἰς τὸ “ὅταν καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ
“πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν.” ἐξῆς τοῦτο ἐστὶ “τὰ ἐνεστῶτα·”
ταῦτα δὲ ἐπίσκεψαι εἰ δύναται ἀναφέρεσθαι ἐπὶ τοὺς κοσμοκράτορας
τοῦ σκότους τούτου, καὶ οὐχὶ ἔπι τινα ἐνεστῶτα ἀνθρώπινα.</p><p>Αλλος δ᾿ ἃν λέγοι τὰ ἐνεστῶτα ἀναφέρεσθαι ἐπὶ τὰ βλεπόμενα <lb n="20"/>
καὶ πρόσκαιρα. μετὰ τοῦτο εἰδῶμεν τίνα “τὰ μέλλοντα”
καὶ εἴτι πρὸς τὸν μέλλοντα χρόνον παλαίσοντα τῷ Ἀποστόλῳ τῆς
ἐν τῷ βίῳ τούτω παρεπιδημίας ὡς πρὸς ταῖς ἐνεστηκυίαις αὐτῷ
τῆς γραφῆς τῆς Ἐπιστολῆς ἡμέραις, ἣ τὰ μετὰ τὸν ἐνεστηκότα
αἰῶνα καὶ μετὰ τὴν ἔξοδον εὐθέως ἀπαιτησόμενα, ὅτε ὁ ἄρχων τοῦ <lb n="25"/>
κόσμου τούτου, καί τινες ὑπ᾿ αὐτῷ δυνάμεις βουλήσονται μὲν
κρατεῖν τοῦ ἐκδημήσαντος, οὐ δυνήσονται δὲ ἐπὶ τῶν προανειληφότων
τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. ἑξῆς δὲ αὐτῷ ἐστὶ
τὸ οὔτε δυνάμεις, ὅπερ ἔοικεν εἶναι εἴδους τινος τῶν ἔξω θνητοῦ
σώματος λογικῶν. μήποτε δὲ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ψυχὴ ἐπιβουλεύεται, <lb n="30"/>
ὑπὸ μὲν ὑψώματος, κατὰ “ἐν τοῖς ἐπουρανίοις πνευματικὰ τῆς
“πονηρίας.” ὑπὸ δὲ βάθους, κατὰ τὰ καταχθόνια, ὧν οὐδέτερον
τὸν ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ Θεοῦ ὁπλισάμενον χωρισθῆναι αὐτῆς ἐάσει.</p><p>Εἰ δὲ καὶ παρὰ τὴν βλεπομένην ὅλην ταύτην κτίσιν ἐστὶν

<pb n="157"/>
ἑτέρα κτίσις, τῇ φύσει μὲν βλεπομένη, νῦν δὲ οὐδέπω ὁρωμένη,
ζητήσεις εἰ δύναται ἐπ’ ἐκείνην ἀναφέρεσθαι τὸ “οὔτε κτίσις
“ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.”</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><head>ΚΕΦ. ΙΕ.</head><p>Περὶ ἐκπτώσεως Ἰσραὴλ τοῦ ἀποβληθέντος, καὶ κλήσεως τοῦ ἀληθοῦς τοῦ <lb n="5"/>
εἰσαχθέντος μετὰ ἐθνῶν.</p><p>Ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι· συμμαρτυρούσης
μοι τῆς συνειδήσεως μου.</p><p>Κυρίλλου. Ἀπόλεκτον μὲν ἐποιεῖτο Θεὸς ἐν ἀρχαῖς τὸν
Ισραήλ· καὶ δὴ καὶ πρωτότοκον αὐτὸν ἀπεκάλει. ἀλλὰ γεγόνασιν <lb n="10"/>
’ς καὶ ὑβρισταὶ, καὶ τὸ ἔτι τούτων ἐπέκεινα κυριοκτόνοι·
ταύτητοι διωλώλασι. γεγόνασι γὰρ ἀπόπεμπτοι καὶ ἐξερριμμένοι,
καὶ τῆς πρὸς Θεὸν οἰκειότητος εἰς ἅπαν ὠλισθηκότες, τέθεινται
κατόπιν ἐθνῶν· πεφήνασι δὲ καὶ τῆς τῶν πατέρων ἐλπίδος
ἀλλότριοι. ἐπειδὴ δὲ ὁ μακάριος Παῦλος, τῶν θείων εὐαγγελίων <lb n="15"/>
τέθειται λειτουργὸς, καὶ διεκήρυττε τοῖς ἔθνεσι τὸν Ἰησοῦν, ἄνωτε
καὶ κάτω τοὺς ἐξ αἵματος Ἰσραὴλ ἀποπεπτωκέναι λέγων· καὶ
τοὺς ἐν σκότῳ ποτὲ καὶ τῶν δαιμονίων θεραπευτὰς κλητοὺς γενέσθαι
κατὰ πρόθεσιν καὶ πρόγνωσιν Θεοῦ διισχυριζόμενος, ἵνα μή
τινες οἴωνται q τῶν ἀμαθεστέρων μονονουχὶ κειμένοις καὶ ἐνάλλεσθαι <lb n="20"/>
τοῖς ἐκ γένους αὐτὸν καὶ πεσοῦσιν ἐπιμειδιᾶν, ἀναγκαίαν
ποιεῖται τὴν ἀπολογίαν, καὶ φησὶν, “ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ,
“οὐ ψεύδομαι,” καὶ τὰ ἑξῆς· ἀλλὰ τοῖς μὲν εἰς τοῦτο σκαιότητος
τρόπον ἐκπεφοιτηκόσιν ὡς τῆς εἰς Θεὸν ἀγάπης ἀπολισθεῖν,
σκληράς τε τὰς ἐπὶ τοῦτο λοιπὸν ἀνατλῆναι δίκας, ἐπιστυγνάσειεν <lb n="25"/>
ἄν τις, καὶ τὸ ἐκ φιλαλληλίας αὐτοῖς ἐπιστάξαι δάκρυον,
εἴη ἃν οὐ πέρα λόγου, μᾶλλον δὲ τῆς ἀγάπης τὴν πλήρωσιν ἔχει.
τό γε δὴ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἀνάθεμα θέλειν εἶναι Χριστοῦ, μέτρων
ἐπέκεινα τῶν ἀγάπης λοιπόν. οὐ γὰρ ἃν ἕλοιτό τις, εἴπερ ἐστὶν ἐν
καλῷ φρενὸς, τῆς ἑτέρων ἕνεκα σωτηρίας προσκρούειν Θεῷ· καὶ <lb n="30"/>
ποιεῖσθαι μὲν παρουδὲν τὴν ἑαυτοῦ ζωήν· ἑτέροις γε μὴν τὸ χρῆμα
<note type="footnote">q Cod. οἴονται.</note>

<pb n="158"/>
ἐνεῖναι ἑλεῖν. τί οὖν ἄρα, φησὶ, τῆς Ἰουδαίων σωτηρίας ἀντάλλαγμα
τὴν ἑαυτοῦ προτιθείς; οὐκοῦν ὑπερβολικὸς r ὁ λόγος· καὶ
ἀγάπης ἀπόδειξιν ἔχει τῆς τελεωτάτης. “εὐχόμην γὰρ,” φησιν,
“ἀνάθεμα εἶναι αὐτὸς ἐγὼ ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν
“μου, τῶν συγγενῶν μου.” ὅμοιον γὰρ ὡς εἴπερ λέγοι. εἰ προσκεκρουκότος <lb n="5"/>
ἐμοῦ τῷ Χριστῷ, ὁ Ἰσραὴλ ἀνασώζεται, εἱλόμην ἃν
αὐτὸς ἐγὼ, ὁ καὶ τοῖς ἐν πίστει δεδικαιωμένοις εἰπὼν, “οὐ γὰρ
“ἔκρινά τι εἰδέναι ἐν ὑμῖν, εἰ μὴ Ἰησοῦν Χριστὸν, καὶ τοῦτον
“ἐσταυρωμένον·” ὁ πᾶσι διακηρύττων, “τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ
“τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, θλίψις ἣ στενοχωρία, ἣ διωγμὸς, ἢ <lb n="10"/>
“λιμὸς, ἢ γυμνότης, ἣ κίνδυνος, ἣ μάχαιρα;” τὸ οὕτω δεινὸν ὑποστῆναι
κακὸν, καὶ εἷς ὑπὲρ πάντων χωρίσαι πρὸς ὄλεθρον. τοῦτο δὲ
ἦν σαγηνεύοντος μὲν τοὺς Ἰουδαίους εἰς εὐπειθίαν, ἀποκρουομένου δὲ
τὰς τῶν ἀσυνέτων συκοφαντίας. ᾤοντο γὰρ τῶν Ἰουδαίων τινὲς, οἷον
ἀπόπληκτον γεγονότα τὸν θεσπέσιον Παῦλον, τοῖς διὰ Μώσεως <lb n="15"/>
ἀντιφέρεσθαι νόμοις. ταύτητοι τοῖς πιστεύσασιν ἐπιστέλλει λέγων·
“εἴτε γὰρ ἐξέστημεν Θεῷ, εἴτε σωφρονοῦμεν ὑμῖν·” οὐκοῦν
ἑλοίμην ἃν ἔγωγε, καὶ μάλα προθύμως φησὶν, ἵνα τοὺς ἐξ αἵματος
ἀνασώσαιμι, ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ Χριστοῦ. προσεπάγει δὲ
ὥσπερ τῆς ἐπ’ αὐτοῖς λύπης τὴν αἰτίαν, οὐκ ἀνικάνως ἔχουσαν <lb n="20"/>
ἀποφαίνων εἴς γε τὸ δύνασθαι τοιαύτην αὐτῷ τὴν διάθεσιν ἐνεργάζεσθαι.
ἵνα μήτι δοκοίη σκληρόν τε καὶ ἀπηχὲς εἰπεῖν τῆς
ἑτέρων ζωῆς ἀντάλλαγμα τὴν ἑαυτοῦ δωρούμενος. πρῶτον μὲν γάρ
φησιν “Ἰσραηλῖται, αὐτῶν ἡ υἱοθεσία καὶ ἡ δόξα· καὶ αἱ διαθῆκαι
καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ λατρεία καὶ αἱ ἐπαγγελίαι. ἐξ αὐτῶν <lb n="25"/>
δὲ τὸ κατὰ σάρκα, καὶ αὐτὸς ὁ Χριστός. ἀλλ’ εἰ μέν τινες
ἦσαν τούτων οὐ πάλαι διεγνωκότων τὸν φυσεῖτε καὶ ἀληθῶς ὄντα
Θεὸν, εἰ μὴ νόμος αὐτοῖς ὁ διὰ Μωύσεως γέγονε βραβευτὴς, τῆς
εἰς αὐτὸν οἰκειότητος, εἰ μὴ τῆς τῶν ἁγίων πατέρων ἐξέφυσαν
ῥίζης, καὶ τῆς ἐκείνων εὐκλείας τέθεινται κληρονόμοι. εἰ μὴ πρῶτοι <lb n="30"/>
τοὺς τῆς εἰς Θεὸν λατρείας μεμελητήκασιν ἐλπίδας, μετριωτέραν
ἄν τις τὴν ἐπ’ αὐτοῖς ἐποιήσαντο λύπην. ἐπειδὴ δὲ αὐτῶν
οἱ πατέρες καὶ τὰ ἄλλα, μόνον δὲ οὐχὶ καὶ ἐξ οὐρίας s αὐτοῖς τῶν
<note type="footnote">r Cod. ὑπερβολικῶς. s Cod. ἐξουρίας.</note>

<pb n="159"/>
πραγμάτων ἰόντων εἰς ἀδόκητον ἐκπεπτώκασι τέλος, καὶ διημαρτήκασι
τῆς ἐλπίδος· πῶς οὐ πάνδεινον ἀληθῶς τὸ τοῖς ἀθλίοις
συμβεβηκός;</p><p>Γενναδίου. τονώσας οὕτω διὰ πάντων αὐτοὺς εἰς τὸ πιστεύοντας
τῷ Εὐαγγελίῳ βεβαίως, πάντας ἀόκνως τοὺς ὑπὲρ τούτου <lb n="5"/>
πειρασμοὺς καταδέχεσθαι, βούλεται πρὸς ἔνστασιν ἀνθυποφερομένην
αὐτῷ καὶ μάλα νεανικὴν ἀποκρίνεσθαι. ἐπειδὴ γὰρ ἐν τοῖς
προλαβοῦσι τὸν νόμον ἐκβαλὼν, τὴν χάριν πολυτρόπως καὶ μάλιστά
γε ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου συνέστησε· καὶ ἀληθῶς υἱοὺς Θεοῦ
τοὺς ταύτης ἔφησεν εἶναι, οὓς καὶ πάλαι προειδότα κεκληκέναι <lb n="10"/>
νῦν τὸν Θεόν· ἔγνω τὸν Ἰουδαῖον εὐθὺς τοῦτον ἀντιστησόμενον, καὶ
τὴν πολυθρύλλητον αὐτοῖς ἐκείνην ἀντίθεσιν αὐτῷ προκαλούμενον.
ἔφασκον γὰρ Ἰουδαίων οἱ τοῖς Ἀποστόλοις καὶ τῷ κηρύγματι
πολεμοῦντες, δυοῖν ἐξ ἀνάγκης ὑπάρχειν τὸ ἕτερον· ἣ ψευδὲς τὸ
εὐαγγέλιον, ἣ τὸν Θεὸν ψεύστην. εἰ μὲν γὰρ ἃ κηρύττετε, φησὶν, <lb n="15"/>
εἰσὶν ἀληθῆ, ψευδὴς ὁ Θεὸς, τὰς οἰκείας πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν
περὶ ἡμῶν ὑποσχέσεις τοῖς ἔργοις ἐξαρνησάμενος. ἐπηγγείλατο
μὲν γὰρ τῷ Ἁβραὰμ, εἰς τὸ σπέρμα τὸ αὐτοῦ παραπέμψειν τὰς
εὐλογίας. νυνὶ δὲ ἀνθ’ ἡμῶν, ἀκαθάρτους καὶ ἀλλοφύλους ἀνθρώπους
τὰ ἔθνη προσδέδεκται. εἰ τοίνυν ἡ τῶν ἐπαγγελιῶν ἐκείνων <lb n="20"/>
ἔκβασίς ἐστιν ὡς φατὲ τὸ ὑμέτερον κήρυγμα, πρόδηλον ὡς ἔψευσται
τοὺς πατέρας ἡμῶν ὁ Θεός. εἰ δὲ οὐχ ὅσιον περὶ Θεοῦ τοῦτο
εἰπεῖν, ὑμεῖς ἄρα καὶ ὁ παρ’ ὑμῶν λόγος ψευδής. τοῦτον πρὸς
τοὺς Ἄποστόλους τὸν λόγον συνεχῶς παραβαλλόμενοι, πραγμάτων
οὐ μικρῶν αὐτοῖς αἴτιοι καὶ θορύβων καθίσταντο. διὰ γὰρ τῆς <lb n="25"/>
τοιαύτης πιθανολογίας αὐτῶν ἐξαπατῶντες τὰς καρδίας τῶν ἀκάκων,
τούτους τε ἀφῃροῦντο τῆς σωτηρίας, καὶ διωγμοὺς τοῖς Ἀποστόλοις
ἀφορήτους ἐπήγειρον.</p><p>Ταύτην τοίνυν αὐτῶν καὶ νῦν ὁ ἅγιος Παῦλος τὴν ἀντίρρησιν
βούλεται διαλύσαι, καὶ δεῖξαι τόν τε τοῦ Εὐαγγελίου λόγον ἀληθῆ, <lb n="30"/>
καὶ τὸν Θεὸν οὐ ψευσάμενον. μέλλων δὲ τοῦτο κατασκευάζειν, εἰς
αὐτοὺς ἐκείνους προτρέψαι βούλεται τὴν κατηγορίαν, καὶ τὴν ἀποβολὴν
αὐτῶν, οὔτε τὸν Θεὸν ψεύστην, οὔτε τὸ Εὐαγγέλιον διελέγχειν,
ἀλλὰ τὴν ἐκείνων αὐτῶν πονηρίαν τε καὶ πρὸς τὸν Θεὸν

<pb n="160"/>
ἀπιστίαν. ἵνα οὖν τοῦτο ποιῶν μὴ δοκοίη ποιεῖν αὐτὸ φιλονεικία
τινὶ καὶ μίσει τῷ πρὸς αὐτοὺς, ἀλλὰ τὸ οὕτως ἀληθείας ἔχειν τὸ
πρᾶγμα, προδιορθοῦται τὸν λόγον καὶ τὸ μέλλον ἀνθυφορμεῖν ἐξ
αὐτοῦ καὶ προίστασθαι τῳ ἀκροατῇ προιομενος ἄρχεται οὕτως.
“ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι,” καὶ τὰ ἑξῆς. ἀνάθεμα <lb n="5"/>
τὸ ἀφωρισμένον ἐστὶν, εἴτε δὲ ἐπ’ ἀγαθῷ οἷον Θεῷ, εἴτε ἐπὶ
κακῷ, οἷον ἀπὸ Θεοῦ. τοῦτο δὲ ἐκ τοῦ ὑποκειμένου γνωρίζεται.
“ εὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν
“ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου” καὶ τὰ ἑξῆς. Διελθὼν ἐν τοῖς
πρὸ τούτων τῆς ἐν Χριστῷ τοῦ Θεοῦ χάριτος τὴν ὑπερβολὴν, καὶ <lb n="10"/>
τὴν ὑπὲρ αὐτῆς ἑαυτοῦ προθυμίαν καὶ ἔνστασιν, νῦν μέμνηται τῶν
προτέρων, ὅτε καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ
ἐπόρθησεν αὐτήν· περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν
αὐτοῦ παραδόσεων· καί φησιν, ὅτι αὐτὸς οὗτος ἐγὼ, ὁ νῦν ἕτοιμος
ὢν ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ πᾶν ὁτιοῦν ὑπομεῖναι, οὕτως ἐκ τῆς <lb n="15"/>
ἐναντίας γνώμης αὐτοῦ τὸ πρόσθεν πολέμιος ἦν, ὥστε αὐχεῖν τὸ
ἀπηλλοτριῶσθαι Θεοῦ, καὶ κοινωνίαν εἶναί μηδετιναοῦν πρὸς αὐτόν.
οὕτω δὲ, φησὶ, διεκείμην, πρὸς τὴν κατὰ σάρκα μου τῶν Ἰουδαίων
συγγένειαν ἀφορῶν, καὶ νομίζων ἐπείπερ Ἰσραηλῖται τυγχάνουσιν
οὗτοι, ψευδὲς εἶναι τὸ κήρυγμα ταῖς θείαις περὶ αὐτῶν ἐναντιούμενον <lb n="20"/>
ὑποσχέσεσι. κατὰ γοῦν μὲν τὸν νόμον καὶ προσιέμενον δίχα
τούτου τοὺς ἐθνικοὺς, ἀπωθούμενον δὲ τούτους ὧν ἡ υἱοθεσία, τουτέστιν
οἵπερ ἦσαν οἱ ἐκλεκτοί· καὶ οὓς ἐνδόξους διὰ τῶν περὶ
αὐτοὺς ἀεὶ θαυμάτων ἐποίησεν ὁ Θεός· καὶ οἵτινες ὑπῆρχον τῶν
διαθηκῶν οἱ διάδοχοι· καὶ οἷς νομοθετῆσαι Θεὸς κατηξίωσε· καὶ <lb n="25"/>
οἷς ἐκ πάντων τὴν αὐτῷ προσήκουσαν λατρείαν ποιεῖν ἐφανέρωσεν.
οὓς περιεῖχον αἱ ὑποσχέσεις, καὶ ὧν οἱ πατέρες, οἱ πάνυ φίλοι
Θεοῦ. καὶ τὸ μέγιστον πάντων, “ἐξ ὧν Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα,
“ὁ ὢν ἐπὶ πάντων Θεὸς, εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας. ἀμήν.”</p><p>Πρότερον μὲν οὖν, οὕτω διεκείμην· νυνὶ δέ τι κληθῆναι διὰ τῆς <lb n="30"/>
χάριτος καταξιωθεὶς, καὶ γνοὺς ἀληθῶς εἶναι τοῦτο ἐκεῖνο τὸ παρὰ
Θεοῦ πρὸς τοὺς πατέρας ἐπάγγελμα, κατέγνωκα μὲν ἐπὶ τοῖς
<note type="footnote">t Cod. φονεικίᾳ sed in marg. γρ. φιλονεικίᾳ.</note>

<pb n="161"/>
πρόσθεν ἐμαυτοῦ, λύπῃ δὲ ἀφορήτῳ καὶ ὀδύνῃ συνέχομαι, διαρκῆ
λογιζόμενος ὑπὲρ τινῶν τίνι διεμαχόμην. καὶ πῶς Χριστοῦ μὲν
χωρίζειν καὶ ἀλλοτριοῦν ἐσπούδαζον ἐμαυτόν· προετίμων δὲ τὴν
κατὰ σάρκα πρὸς τοὺς Ἰουδαίους ἠπατημένος οἰκείωσιν. ὅθεν
ἐπειδὴ τὸ λεγόμενον οὐκ εὐπαράδεκτον ὃν, ἠπίστατο τῷ ἀκροατῇ, <lb n="5"/>
διά τε τὸ τῆς μεταβολῆς ὑπερβάλλον, καὶ ὅτι γνώμης ἦν καὶ
προαιρέσεως ἀοράτου, προδιατείνεται μὴ λέγειν ψευδῆ, καὶ ἐπιμαρτύρεται
τὸν Χριστὸν, ὡς πη ἑαυτοῦ καὶ τῆς αὐτοῦ συνεργείας
τῶν λόγων αὐτοῦ τὸ ἀληθεύειν ἐχόντων. συμμαρτυρεῖ δέ μου,
φησι, καὶ ἡ συνείδησις, διὰ τῆς πνευματικῆς χάριτος, εἰς τοῦτο <lb n="10"/>
φθάσαντος γνώμης. φήσας μέντοι τὸ “εὐχόμην αὐτὸς ἐγὼ ἀνά-
“θεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ, ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγ-
“γενῶν μου,” προσέθηκε τὸ “κατὰ σάρκα·” διὰ τοῦτο δύο γεννήσεις
ἡμῶν οἶδεν ἡ θεία γραφή· μίαν μὲν τὴν θνητὴν, ἣν καὶ
σαρκικὴν ὀνομάζει. δευτέραν δὲ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, τὴν <lb n="15"/>
ἀθάνατον, ἣν καὶ πνευματικὴν εἶναι φησίν· “οἱ οὐκ ἐξ αἱμάτων,”
“γὰρ,” φησὶν, “οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀν-
“δρὸς, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν.” Θεὸς μὲν οὖν ἡμῶν ἐν ἑκατέρᾳ
γεννήσει δημιουργός. “σὺ ἔπλασάς με,” φησὶ, “καὶ ἔθηκας ἐπ’
“ἐμὲ τὴν χεῖρά σου.” ὁμώς ἀνθρώπων μὲν υἱοὺς καλεῖ τοὺς τῆς <lb n="20"/>
προτέρας γεννήσεως· Θεοῦ δὲ τοὺς τῆς δευτέρας. θελήσας τοίνυν
ὁ Ἀπόστολος τοῦτο ἐμφῆναι, ὅτι μὴ κοινωνοῦσιν αὐτῷ κατὰ τὴν
θείαν συγγένειαν ἠπιστηκότες Χριστῷ, καὶ τῇ κατ’ αὐτὸν νῦν
ἀναφανείσῃ γεννήσει, προσέθηκε τὸ “κατὰ σάρκα·” αὕτη μὲν οὖν
ἡ τῆς προεκτεθείσης πίστεως ἀκριβὴς ἑρμηνεία· κωλύει δὲ οὐδὲν <lb n="25"/>
καὶ τὴν δοξάσαν ἑτέροις εἰπεῖν. ἔφασαν τοίνυν τὸ, “λύπη μοί ἐστι
“μεγάλη καὶ ἀδιάλειπτος ὀδύνη τῇ καρδίᾳ” τὸν Παῦλον εἰπεῖν,
οὐ διότι ἐδίωξε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, καί ἠύχετο ἀνάθεμα
εἶναι ἀπὸ Χριστοῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἀποβολῆς τῶν Ἰουδαίων τῶν
συγγενῶν αὐτοῦ κατὰ σάρκα. ὑπὲρ ὧν καὶ αὐτὸ τοῦτο εὔχεσθαι <lb n="30"/>
τὸ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ. ἐγὼ δὲ πρὸς τοῦτο, τοῦτο μὲν,
οὔ φημι, ὅτι οὐ περὶ ἐνεστώσης, ἀλλὰ περὶ παρεληλυθυίας γνώμης
ὁ λόγος αὐτῷ. εὐχόμην γοῦν εἶπεν, οὐκ εὔχομαι. πολὺ γὰρ τῆς
τῶν χρόνων ἐναλλαγῆς τὸ ἀδιάφορον παρὰ τῇ γραφῇ. ἐκεῖνο δὲ
λέγω, ὅτι οὐκ ἦν εἰκὸς Παῦλον τὸν ὑπὲρ τῆς εἰς Χριστὸν ἀγάπης <lb n="35"/>

<pb n="162"/>
παθεῖν πάντα προθύμως καταδεχόμενον ὡς εὐτελοῦς πράγματος
διὰ τοὺς Ἰουδαίους καταφρονεῖν τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς ἰδίας πρὸς
τὸν Χριστὸν οἰκειώσεως, οὕτως ἔμπροσθεν τὴν Ἰουδαίων σωτηρίαν
ποιεῖσθαι, ὡς καὶ εὔχεσθαι τὸ ἀπεσχίσθαι Χριστοῦ. ἀλλ’ αὐτὸ
τοῦτο φησὶ, τὴν τῶν Ἰουδαίων σωτηρίαν ᾔδη καταθυμίαν οὖσαν <lb n="5"/>
Χριστῷ, καὶ διὰ τοῦτο τοῦ οἰκείου καλοῦ τὸ φίλον Χριστῷ προετίμα.
καλῶς οὐκοῦν καὶ τὴν ἰδίαν σωτηρίαν οὖσαν Χριστῷ φίλην
ἠπίστατο δήπουθεν· οὐ γάρ ἐστιν ἄλλως εἰπεῖν. εἰ τοίνυν ἐθεράπευε
ταύτῃ παρώξυνε, καὶ χαριζόμενος μᾶλλον ἐλύπη. τὸ σώζεσθαι
γὰρ, ἄλλων ἀπολλυμένων, ἥκιστα Χριστῷ προσφιλές <lb n="10"/>
ἀλλ’ ἐπέπειστο, φησὶ, Χριστὸν αὐτὸν ἀποδεχόμενον τῆς τοιαύτης
προθέσεως μὴ ἀναπολεῖν· καὶ διὰ τοῦτο ηὔχετο ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ
τοῦ Χριστοῦ. ἀλλὰ τοῦτο τοῦ προτέρου βαρύτερον, εἴπερ ἀσμενίζειν
διὰ τὴν εἰς Χριστὸν εὔνοιαν ὑπεκρίνετο τιμωρίαν, ἣν οὐδαμῶς
συμβησομένην προῄδει. θαρρῶν γὰρ τὸ μὴ παθεῖν, εἰρωνείᾳ τὴν <lb n="15"/>
εὔνοιαν διὰ τοῦ τοιούτου πάθους ἐπλάττετο.</p><p>Διοδώρου. Ἀναγκαίως τῷ παρέποντι u ὅρκῳ πιστοῦται τὸν
λόγον. προειπὼν γὰρ ὅτι οὐκ ἔστι τι ὃ δυνήσεται αὐτὸν χωρίσαι
τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ἐπάγει ὅτι μόνος τῆς συγγενείας αὐτοῦ
ἡττᾶται. φησὶν οὖν ὅτι ὑπὲρ τῶν Ἰουδαίων ἡδέως ἃν καὶ σῶμα <lb n="20"/>
καὶ ψύχην προήκατο. ἴνα ὢν ἐκπεπτώκασι, τὰ ἀυτὰ πάλιν ανακαλέσωνται
πιστεύσαντες εἰς Χριστόν. τί γὰρ τῶν καλῶν οὐκ
Ἰουδαίων ἦν, ἐφ’ οἷς νῦν τὰ ἔθνη σεμνύνεται; ἡ υἱοθεσία, ἡ δόξα,
αἱ διαθῆκαι, αἱ ἐπαγγελίαι, ἡ λατρεία, οἱ θεοφιλεῖς πατέρες· καὶ
τὸ μέγιστον, ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς, τὸ κατὰ σάρκα. ἐξ αὐτῶν, φησὶν, <lb n="25"/>
ὁ Χριστός. Θεὸς δὲ οὐ μόνων αὐτῶν, ἀλλὰ κοινῇ ἐπὶ πάντων ἐστὶ
Θεός. τούτων οὖν πάντων ἐκπεπτώκασιν Ἰουδαῖοι· ἀλλ’ ἵνα ταῦτα
ἀνακτήσωνται, φησὶν, ἡδέως ἃν ἀνάθεμα ὑπὲρ αὐτῶν ἐγενόμην ἀπὸ
τοῦ Χριστοῦ. τὸ δὲ ἀνάθεμα τὸν ἀλλότριον δηλοῖ. ἐπεὶ τὸ ἀνατεθὲν
τοῦ ἀνατεθέντος ἀλλότριον. ἀναγκαίως δὲ ὅσην ἔχει περὶ <lb n="30"/>
αὐτοὺς διάθεσιν δείκνυσιν. ἵνα μήτις τοὺς κατ’ αὐτῶν ἐλέγχους
πρὸς ἀπέχθειαν λέγεσθαι ὑποβάλλοι x.</p><p>λείπει</p><note type="footnote">u Leg. πρέποντι X Hic desinit Codex Bodl.</note></div></div></body></text></TEI>