<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg010.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><head>ΚΕΦ. ΙΒ.</head><p>Περ ἀποδόσεως τῶν φυσικῶν παθημάτων, διὰ τῆς πρὸς τὸ Πνεῦμα συμ- <lb n="5"/>
φωνίας.</p><lb n="3"/><p>Τὸ γὰρ ἀδύνατον τοῦ νόμου ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς
σαρκὸς.</p><p>Κυρίλλου. Ἀξιάγαστος μὲν ὁ μυσταγωγὸς καὶ ἰσχνὸς ἄγαν
εἰς θεωρίας. ἰδιώτης δὲ εἶναι φησὶ τῷ λόγῳ· ταύτητοι φαμὲν <lb n="10"/>
ἐρυθριῶντες οὐδὲν, ὅτι τῇ συνθήκῃ τῶν προκειμένων λέξεων, λείπει
τι βραχὺ πρὸς ἐντελῆ διασάφησιν. ἔδει γὰρ εἰπεῖν, τὸ γὰρ ἀδύνατον
τοῦ νόμου ἐν ᾧτ’ ἠσθένει διὰ τῆς σαρκὸς, λέλυται τυχὸν, ἣ
πέπαυται. εἶτα προσυπενεγκεῖν τοῦ πράγματος τὴν άπόδοσιν, καὶ
τοῦ λελύσθαι συνάψαι τὸν τρόπον, προστιθέντα πάλιν, “ ὁ γὰρ <lb n="15"/>
“Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ Υἱὸν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας,
“καὶ περὶ ἁμαρτίας, κατήργηκε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί.” καὶ
τὰ τούτοις ἐφεξῆς δέδωκε τῆς τῶν λέξεων συνθήκης, κάταγε τὸν
ἐνόντα σκοπὸν αὐτῷ. φέρε καταθρήσωμεν τῆς διὰ Χριστοῦ θερα-
πειας ’τον τρόπον.</p><lb n="20"/><p>Πέπαυται δὲ ὅπως τὸ ἀδύνατον τοῦ νόμου ; καὶ ποῖον ἃν ὅλως
τὸ ἀδύνατον νοοῖτο τοῦ νόμου ; λεπτομυθεῖ γὰρ λίαν ὁ θεηγόρος ἐν
τούτοις. ἀποδέχεται τοίνυν ὡς ὠφελεῖν εἰδότας τόν τε τοῦ Θεοῦ
νόμον, φημὶ δὴ τὸν ἐν γράμμασι, καὶ τόν γε τοῦ Πνεύματος, καθ’
ὃν ἐσχήκαμεν τὸ θέλειν τὸ ἀγαθόν· εἰ μὴ παρακέοιτο τυχὸν τὸ <lb n="25"/>
δύνασθαι δρᾶν αὐτό. ἔφη γὰρ, ὅτι “τὸ γὰρ θέλειν παράκειται
“μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὔ.” πλεονεκτούσης δῆλον
ὅτι τῆς ἁμαρτίας, καὶ του τῆς σαρκὸς νόμου καταστρέφοντος εἰς
τὰ οἰκεῖα καὶ οὐκ ἑκόντα τὸν νοῦν. κατὰ τὸν αὐτὸν οἶμαι τουτονὶ
τρόπον νοοῖτ᾿ ἃν εἰκότως τὸ ἀδύνατον τοῦ νόμου, τοῦτε ἐν γράμμασι <lb n="30"/>
μασι καὶ διὰ Μώσεως, καθάπερ ἔφην ἀρτίως. καὶ μέντοι τοῦ
ἐμφύτου καὶ ἐν ἡμῖν, καθ’ ὃν “ καὶ τὰ ἔθνη καὶ τοι τὸν γραπτὸν
“οὐκ ἔχοντα νόμον, φύσει ποιοῦντα τὸν νόμον φαίνεται, καὶ νόμος

<pb n="122"/>
“εἰσὶν ἑαυτοῖς, ἐνδείκνυνται γὰρ τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς
“καρδίαις αὐτῶν, καθὰ γέγραπται.” ποῖον δὲ τὸ ἐν ἀμφοῖν ἀδύνατον,
βασανίσαι καιρός.</p><p>Ὁ μὲν γὰρ ἐν γράμμασι νόμος διδάσκαλος ἦν εὐκοσμίας καὶ
τῶν ἀρίστων εἰσηγητής· δεδικαίωκε δὲ παντελῶς οὐδένα. ὅγε μὴν <lb n="5"/>
ἔμφυτός τε καὶ ἐν ἡμῖν, ὃν καὶ ὀνομάζει τοῦ Πνεύματος, ἀπονένευκε
μὲν εἰς τὸ ἀγαθὸν, ἡττᾶται δὲ λίαν τοῦ πρὸς τὰ αἰσχίω
καλοῦντος νόμου. οὐκοῦν τὸ ἀδύνατον, τουτέστι τὸ ἀσθενοῦν, εἴτε u
τοῦ ἐν γραμμὰς ἱν, εἴτε τοῦ ἐμφύτου νόμου, πέπαυται διὰ Χριστοῦ.
νενεκρωμένης γὰρ τρόπον τινὰ τῆς σαρκὸς, καὶ οἷον ἀνηρημένης <lb n="10"/>
τῆς ἐν ἡμῖν ἡδονῆς, κατ’ οὐδένα τρόπον ὁ τοῦ Πνεύματος,
ἤτοι τοῦ νόος ἀσθενήσει νόμος· νενέκρωται δὲ τίνα τρόπον ἡ ἐν
ἡμῖν ἁμαρτία, φέρε λέγωμεν ὡς ἔνι.</p><p>Ο γὰρ τοῦ Θεοῦ Λόγος, ἐν εὐδοκίᾳ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἐν
ὁμοιώματι γέγονε σαρκὸς ἁμαρτίας, ἵνα κατακρίνῃ τὴν ἁμαρτίαν <lb n="15"/>
ἐν σαρκί. γέγονε γὰρ ἄνθρωπος καθεὶς ἑαυτὸν εἰς κένωσιν. καὶ
ὁμοειδὲς μὲν ὅτι καὶ ὁμοφυὲς τοῖς ἡμετέροις σώμασι τὸ αὐτοῦ,
πῶς ἃν ἐνδοιάσειέ τις; πλὴν τὰ μὲν τῶν ἄλλων ἁπάντων σώματα
σάρκες ἃν λέγοιντο τῆς ἁμαρτίας· διά τε τὸ πεφυκέναι σεῖν
τῶν ἐκτόπων ἡδονῶν τὴν γένεσιν. τὸ δέ γε σῶμα Χριστοῦ φαίη <lb n="20"/>
τίς [γὰρ] οὐχ ἁμαρτίας εἶναι σάρκα; μὴ γένοιτο. ὁμοίωμα δὲ
μᾶλλον σαρκὸς ἁμαρτίας· τουτέστι προσεοικὸς μὲν τοῖς ἡμετέροισ
σώμασιν, οὐ μὴν ἔτι καὶ νοσεῖν εἰδὸς σαρκικὴν ἀκαθαρσίαν.
ἅγιος γὰρ ἐκ μήτρας ὁ θεῖος ἐκεῖνος νεὼς, καὶ ὅσον μὲν ἧκεν εἰς
ἐννοίας τε καὶ λόγους τοὺς ἐν τῇ φύσει, κατοκνήσειεν ἃν οὐδεὶς <lb n="25"/>
ἐκεῖνο εἰπεῖν, ὡς ἐπείπερ ἦν σὰρξ, ἔσχεν ἃν ἐν ἑαυτῇ τὸ ἴδιόν τε
καὶ ἔμφυτον κίνημα. ἐπειδὴ δὲ ὁ πᾶσαν τὴν κτίσιν ἁγιάζων
Λόγος κατῴκησεν ἐν αὐτῇ, κατακέκριται τῆς ἁμαρτίας ἡ δύναμις,
ἵνα καὶ εἰς ἡμᾶς διαβαίνῃ τὸ κατορθώμενον. μετεσχήκαμεν γὰρ
αὐτοῦ πνευματικῶς τε καὶ σωματικῶς· ὅταν γὰρ καὶ ἥμιν εναυλίζεται <lb n="30"/>
Χριστὸς, διὰ τοῦ Ἄγ’ ἴου Πνεύματος, καὶ διὰ τῆς μυστικῆς
εὐλογίας, τότε δὴ πάντως καὶ ἐν ἡμῖν ὁ τῆς ἁμαρτίας κατακρίνεται
νόμος.</p><note type="footnote">u Cod. hic et infra εἰς, τε.</note><pb n="123"/><p>Αληθὲς οὖν ὅτι τὸ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς
σαρκὸς, πέπαυται διὰ Χριστοῦ, κατακρίναντός τε καὶ κατηγορηκοτος
τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκὶ, ἴνα τὸ δικαίωμα του νόμου
πληρωθῇ ἐν ἡμῖν. πεπλήρωται γὰρ τὸ δικαίωμα τοῦ νόμου,
τουτέστιν ἡ δύναμις τῶν τεθεσπισμένων διὰ τοῦ νόμου· ἤγουν τὸ <lb n="5"/>
θέλημα τὸ βλέπον εἰς ἀρετήν· τοῦ ἐν ἡμῶν ὄντος νόμου κατ᾿ οὐδένα
τρόπον, ὡς ἔφην, ἀσθενοῦντος ἐστὶ διὰ τοῦ τυραννεῖσθαι ταῖς
ἐμφύτοις ἡδοναῖς. πεπλήρωται τοίνυν ἐν ἡμῖν τὸ δικαίωμα τοῦ
νόμου τοῖς μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσι· ζῆν δὲ μᾶλλον ἐθέλουσι
πνευματικῶς.</p><lb n="10"/><p>Γενναδίου. Ἣν ὁ νόμος, φησὶ, δικαίωσιν ὑπαγορεύων ἠτόνει
διὰ τῆς ἡμετέρας σαρκὸς ἐν ἡμῖν κατορθῶσαι, ταύτης ἐν Χριστῷ
παρέσχεν ἡμῖν ὁ Θεός. τὸν γὰρ Υἱὸν πέμψας τὸν ἑαυτοῦ, σάρκα
τὴν αὐτὴν ἡμῖν ἔχοντα, παθητήν τε καὶ ἁμαρτεῖν ἐπιδεχομένην·
ὁμοίωμα γὰρ σαρκὸς ἁμαρτίας, τὴν ἐνδεχομένην ἁμαρτῆσαι σάρκα <lb n="15"/>
φησίν· ὡς καὶ τὸ “ ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπου γενόμενος ἀντὶ τοῦ γενόμενος
ἄνθρωπος. ταύτην οὖν ἔχοντα τὴν σάρκα φησὶν, ὁ Θεὸς τὸν
ἑαυτοῦ Υἱὸν πέμψας περὶ ἁμαρτίας, τουτέστιν ἐφ’ ὅτε τὴν ἁμαρτίαν
καταγωνίσασθαι, κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκὶ, κατεδίκασεν
αὐτὴν ἐν αὐτὴ. ἀνέπαφον αὐτὴν καὶ ἀνάλωτον παντελῶς <lb n="20"/>
διαφυλάξας αὐτήν. ἣ καὶ ἄλλως. ὅτι περὶ ἁμαρτίας κατέκρινε
ἦν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκὶ· ἀντὶ του, ἀναμαρτήτου τῆς σαρκὸς
οὔσης αὐτῷ, καὶ οὐχ ὑποκειμένης διὰ τοῦτο θανάτῳ· κατέκρινε
μὲν περὶ ἁμαρτίας τὴν ἁμαρτίαν ὁ Θεὸς ἐν αὐτῇ, ὡς οὐκ ἐν δίκῃ
τῷ θανάτῳ τὴν τοῦ Κυρίου σάρκα περιβαλοῦσαν. διὰ δὲ τῆς ἐκ <lb n="25"/>
νεκρῶν ἀναστάσεως, ἐκείνην μετέβαλε πρὸς ἀπάθειαν. καὶ οὕτω
λοιπὸν ἡ τοῦ νόμου δικαίωσις ἐν ἡμῖν κατορθοῦται, διὰ πίστεως
ἤμων ἑνουμένων αὐτῷ, καὶ πνευματικῶν ἀντὶ σαρκικῶν γινομένων·
τοιοῦτόν ἐστι καὶ τὸ ἐν Ἀντιοχείᾳ τῆς Πισιδίας εἰρημένον αὐτῷ,
ὅτι “ ἀπὸ πάντων ὧν οὐκ ἠδυνήθητε ἐν τῷ νόμῳ Μώσεως δικαιωθηναι, <lb n="30"/>
ἐν τούτω καὶ ὁ πιστεύων δικαιοῦται.</p><p>Διοδώρου. “ Τὸ γὰρ ἀδύνατον τοῦ νόμου ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς
“ σαρκός.” οὐχ ὁ νόμος φησὶν, ἀδύνατα προσέτασσεν, ἀλλ’ ἡ
<note type="footnote">x Leg. credo ἔτι.</note>

<pb n="124"/>
σὰρξ οὐκ ἠδύνατο πληροῦν τὴν τοῦ νόμου πολιτείαν, διὰ τὸν ἐμποδίζοντα
πονηρὸν, ὃν διὰ τῆς ἑαυτοῦ σαρκὸς κατέκρινε Χριστός.
“ὁ Θεός, φησι, τὸν ἑαυτοῦ Υἱὸν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς
“ἁμαρτίας.” ὅταν μὲν ἀποβλέψῃ πρὸς τὴν τοῦ Κυρίου σάρκα ὁ
Απόστοος, ἀληθῶς οὖσαν σάρκα, ἐξ ὧν καὶ ἐγεννήθη καὶ ἀνετράφη <lb n="5"/>
καὶ ἐπολιτεύσατο τῷ βίῳ, φανερῶς τὴν σάρκα προσαγορεύει, ὡς
καὶ ἐνταῦθα ἐπάγει “κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί·” καὶ
πρὸς Τιμόθεον γράφων, “Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί·” ὅταν δὲ ἀποβλέψῃ
πρὸς τὸ τῆς σαρκὸς ἀναμάρτητον καὶ καθαρὸν καὶ ὅσιον,
ὁμοίωμα αὐτὸ σαρκὸς ὀνομάζει. οὐχ ὅτι κατὰ τὴν φύσιν διήλλαττεν, <lb n="10"/>
ἀλλ’ ὅτι ὅμοιον ἦν τῇ σαρκικῇ ἁμαρτίᾳ. ἔπεμψεν οὖν,
φησὶν, ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ, οὐκ ἐν ὁμοιώματι ἀγγέλου ἣ τινὸς
τοιαύτης δυνάμεως, ἀλλ’ ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς, ἵνα σαρκὸς ἡττηθείσης
ἐπὶ τοῦ Ἀδὰμ, σὰρξ καταγωνίσηται τὸν πονηρὸν ἐπὶ τοῦ
Κυρίου. ἀπεστάλη δέ, φησιν, ὁ Κύριος διὰ τὴν ἐπικρατήσασαν <lb n="15"/>
τῶν ἀνθρώπων ἁμαρτίαν. τοῦτο γὰρ τὸ “περὶ ἁμαρτίας,” ἀντὶ
τοῦ διὰ τὴν ἁμαρτίαν.</p><p>Παρέλκει δὲ τὸ “καὶ” ἵνα τὸ δικαίωμα τοῦ νόμου πληρωθῇ,
φησὶν ἐν ἡμῖν. οἷον ἐβούλετο μὲν πληρῶσαι δικαίωμα ὁ νόμος,
ἠσθένει δὲ διὰ τὸ συγχωρῆσαι αὐτὸν αὐτοῖς τρυφᾶν. τι οὖν συνεχώρει. <lb n="20"/>
ὅτι οὐκ ἂν παρεδέχθη, εἰ μὴ συγκατέβαινεν αὐτῶν τῇ
ἀσθενείᾳ. τι οὖν ὠφέλησε συγκαταβὰς, εἰ μὴ ἐδικαίωσεν; ὅτι
τὸν νοῦν εἰς ἀναισθησίαν ίαν ἀγνοίας ἐκπεσόντα ἀνεκαλέσατο. “τοῖς
“μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσι,” φησὶν, ἀντὶ τοῦ κατὰ τὸν νόμον.
εἶχε γὰρ ὁ νόμος παρατηρήσεις σαρκικάς· σαρκικὸν δὲ ἦν καὶ τὸ <lb n="25"/>
συγχωρῆσαι τρυφᾶν.</p><p>Θεοδώρου. Ὁ μὲν οὖν νόμος, εἰ καὶ τὴν ψυχὴν ὠφελεῖ, φησὶν,
ἀλλὰ τῇ κατορθώσει τῆς ἀρετῆς ἀτονῶν ἐφαίνετο· ἀντιπραττούσης
αὐτῷ τῆς θνητότητος; καὶ πολλὴν τῆς ἁμαρτίας τὴν
ἐνόχλησιν ἡμῖν ἐργαζομένης. ὁ δέ γε Υἱὸς τοῦ Θεοῦ1 ἐν ταύτῃ <lb n="30"/>
γεγονὼς τῇ φύσει τῇ θνητῇ, καὶ ἁμαρτίαις ὑποκειμένῃ, οὐχ ἑτέρου
ἕνεκεν, ἀλλ’ ἢ ὥστε ἀφελεῖν αὐτῆς τὴν ἁμαρτίαν, ἀνεῖλε τὸ ἐνεῖναι
δοκοῦν αὐτῇ κῦρος τῆς ἁμαρτίας. ἀφελὼν μὲν αὐτῆς τὴν θνητό-
<note type="footnote">1 Cod. om. Θεοῦ.</note>

<pb n="125"/>
τητᾷ, συνανελὼν δὲ αὐτῇ καὶ τῆς ἁμαρτίας τὴν ἐνόχλησιν. ὡς
λοιπὸν τοῦ νόμου τὸν σκοπὸν καὶ τὸ βούλημα ἐν ἡμῖν πληροῦσθαι,
τοῖς ἀπηλλαγμένοις μὲν τῆς θνητότητος, ἐν ἀθανασία δὲ καθεστῶσιν.
ὃ γὰρ οὐκ ἴσχυσε ποιεῖν ἐν ἡμῖν ὁ νόμος, ὅτε ἔτι θνητοὶ
τὴν φύσιν ὠμεν, καίτοιγε πλεῖστα περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἁμαρτάνειν <lb n="5"/>
διαλεγόμενος, τοῦτο ἡμῖν ἐν τῇ τῆς θνητότητος ἀφαιρέσει προσεγενετο.
οὐδὲ μίαν m ἐνόχλησιν ἁμαρτίας δυναμένοις ὑπομένειν,
ἐπεῖδ’ ἃν ἅπαξ τὴν φύσιν ἀθάνατοι γενόμεθα.</p><p>Ωριγένουσ. Μαλλὸν τὸ ἀδύνατον τοῦ νόμου τοῦ τῆς ἁμαρτίας
καὶ τοῦ θανάτου ὧδε λέγει. ὥσπερ γὰρ ἡ ἀρετὴ ἰδίᾳ φύσει <lb n="10"/>
ἰσχυρὰ, οὕτω καὶ ἡ κακία καὶ τὰ ἀπ’ αὐτῆς ἀσθενῆ καὶ ἀδύνατα.
κρατεῖ γὰρ οὐ τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλὰ τῶν ἐκλύτων· οὐ διὰ τὴν ἰδίαν
ἰσχὺν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐκείνων ἀδράνειαν. τοῦ τοιούτου νόμου ἡ φύσις
ἀδύνατός ἐστι. διὸ καὶ ἐνήργει ἐν τῇ ἀσθενεῖ σαρκί. ὃν τρόπον
κατέκρινεν ὁ Θεὸς, πέμψας τὸν ἑαυτοῦ Υἱὸν, οὐκ ἐν σαρκὶ ἁμαρτίας <lb n="15"/>
τοιαύτης, ᾗ ὁ δουλεύων κατὰ νόμον ἁμαρτίας δουλεύει, ἀλλ’
ἐν ὁμοιώματι τοιαύτης σαρκός. διὰ δὲ τοῦτο οὐκ ἦν ἁμαρτία
ἡ σὰρξ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὁμοίωμα. ἐπείπερ οὐκ ἦν ἐκ
σπέρματος ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ὕπνῳ συνελθούσης. οὐκοῦν ὁ Θεὸς
κατεδίκασε τὴν ἁμαρτίαν γενομένην καθ’ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλόν· <lb n="20"/>
καὶ διὰ τῆς σαρκὸς ἐπληρώθη τὸ τοῦ θείου νόμου δικαίωμα ἐν ἡμῖν,
ὅτε μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦμεν. ἐν ᾗ σαρκὶ ἐνεργεῖ τὸ ἀδύνατον
τοῦ νόμου καὶ ἀσθενὲς, ὁ ἐστιν ἡ κακία. ἀλλ’ ἑπόμενοι Θεῷ κατὰ
τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ, πράττομεν πάντα, εἰς ἑαυτοὺς παραδεχόμενοι
τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.</p><lb n="25"/><lb n="5"/><p>Οἱ δὲ κατὰ σάρκα ὄντες τὰ τῆς σαρκὸς φρονοῦσιν.</p><p>Κυρίλλου. Θάνατον μὲν εἶναι φησὶ τὸ τῆς σαρκὸς φρόνημα,
καὶ μάλα ὀρθῶς. τὸ δέ γε τοῦ Πνεύματος ζωὴν καὶ εἰρήνην.
θανάτου μὲν γὰρ ἀληθῶς ἡ φιλοσαρκία πρόξενος· ζωῆς δὲ τῆς
εἰς αἰῶνα καὶ τῶν ἄνωθεν ἀγαθῶν τὸ διαβιοῦν ἑλέσθαι πνευμα <lb n="30"/>
τικως.</p><p>Γενναδίου. Ὥσπερ, φησὶ, τοὺς ὄντας φθαρτοὺς, καὶ τὸ
φρόνημα φθαρτὸν ἔχειν ἀνάγκη, οὕτω καὶ τοὺς ὄντας ἀφθάρτους
<note type="footnote">m Cod. μία.</note>

<pb n="126"/>
ἄφθαρτον εἰκός ἐστιν ἔχειν καὶ τὸ φρόνημα. ἑκατέρων ἀνάλογον
τῆς οἰκείας φύσεως τῶν λογισμὸν κεκτημένων. “τὸ γὰρ φρόνημά,”
φησι, “τῆς σαρκὸς, θάνατος.” θάνατον τουτέστι προξενοῦν, καὶ
πρὸς κόλασιν παροξῦνον Θεόν. “τὸ δὲ φρόνημα τοῦ Πνεύματος ζωὴ
“καὶ εἰρήνη·” τουτέστιν ἀθανασίαν δωρούμενον καὶ φιλίαν τὴν <lb n="5"/>
πρὸς Θεόν.</p><p>Θεοφώρου. Ἀπεντεῦθεν λοιπὸν διὰ πλειόνων λέγει, ὅτι τοῖς
μὲν θνητοῖς τὸ ἁμαρτάνειν ἕπεται πάντως. ἀθάνατοι δὲ γεγονότες,
ἀπηλλάγμεθα τούτου. ὥστε κατὰ παράθεσιν φανῆναι τὰ κατὰ
Χριστὸν πλεῖστον ὑπερέχοντα τοῦ νόμου, εἴπερ ἐκεῖνος μὲν ἀφελεῖν <lb n="10"/>
τὸν θάνατον οὐκ ἠδύνατο, καὶ ἀνάγκη πᾶσα ἦν κρατεῖν ἐν
ἡμῖν τὴν ἁμαρτίαν· καὶ μυριάκις ἐπαιδεύετο ἡ ψυχὴ τὸ δέον. ὁ
δέ γε Χριστὸς τόν τε θάνατον ἀφεῖλε, καὶ τὴν ἐνοῦσαν ἡμῖν τῆς
ἁμαρτίας ἐνόχλησιν συνανεῖλε τῷ θανάτῳ. ἤρξατο μὲν οὖν ἀπὸ
τοῦ “δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως, εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν <lb n="15"/>
“διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,” τῶν διὰ τοῦ Χριστοῦ
παρασχεθέντων ἡμῖν ἐξηγεῖσθαι τὸ μέγεθος σὺν πολλοῖς ἑτέροις,
παραθέσει τῆς πρὸς τὸν νόμον δεῖξας αὐτῶν τὴν ὑπεροχήν.</p><p>Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν τῶν ἀνακυπτόντων ζητημάτων ἐτράπη λύσιν,
ἀπολογησάμενος ὑπὲρ αὐτῶν ὡς τοῖς προκειμένοις δέδεικται ἡμῖν <lb n="20"/>
σαφέστερον, καὶ δὴ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἁμαρτίας ποιητικὸν λέγειν τὸν
νόμον· ἔδειξε μὲν αὐτοῦ τὸ χρήσιμον ἀναγκαίως. καὶ τοῦτο δὲ ἐν
τοῖς ἀρτίως ἑρμηνευθεῖσι σαφέστερον δεδηλώκαμεν. πάλιν δὲ
κατὰ παράθεσιν τοῦ νόμου λέγων τῶν διὰ τοῦ Χριστοῦ τὸ μέγεθος,
ἐπὶ τὸν τῶν πρώτων ζητημάτων ἀνατρέχει λόγον· καὶ τὸ δεικνύναι <lb n="25"/>
ὡς μεγίστων ἡμῖν ἀγαθῶν ὁ Χριστὸς ἐγένετο πρόξενος. οὗπερ
ἕνεκεν κἀνταῦθα βούλεται διὰ πολλῶν δεικνύναι, ὅτι τῆ μὲν θνητότητι
τὸ ἁμαρτάνειν ἕπεται. ἀθάνατοι δὲ γεγονότες, ἀπηλλάγμεθα
τούτου. διό φησιν, “οἱ γὰρ κατὰ σάρκα ὄντες, τὰ τῆς σαρκὸς
“ φρονοῦσι” καὶ τὰ ἑξῆς. τοῦτο λέγει, ὅτι οἱ μὲν θνητοὶ τὴν φύσιν, <lb n="30"/>
ἀναγκαίως πλείστην τοῦ ἁμαρτάνειν τὴν ἐνόχλησιν ὐπομένουσι.
τί γὰρ ἃν καὶ βουλεύσαιτο ἀθάνατον φύσις θνητή; εἰ δὲ
καί τις ἐστὶν ἐν ἡμῖν ἀρετὴ, οὐ τῆς σαρκός ἐστιν αὕτη, ἁλλὰ τοῦ
φρονήματος τῆς ψυχῆς, ἐπειδὰν ἀνωτέρα γένηται τῶν παρόντων.
οἱ μέντοι τοῦ Πνεύματος ἤδη μετεσχηκότες, κρείττονα τούτων <lb n="35"/>

<pb n="127"/>
ἔχουσι τὸν λογισμὸν, ἀθάνατοι γεγονότες τὴν φύσιν, καὶ πάσης
τῆς ἀπὸ τῶν χειρόνων ἐνοχλήσεως ἀπηλλαγμένοι. τοῦτο γὰρ λέγει
τὸ εἰρήνην. ἐπειδὴ ἐν τοῖς ἀνωτέροις παρὰ τοῖς τὴν φύσιν θνητοῖς
πόλεμον ε7ναι ἔφη, τῆς ἁμαρτίας ἀντιπραττούσης τῷ βουλήματι
τῆς ψυχῆς. εἰρήνην ἐνταῦθα λέγων τὸ ἀφαιρεῖσθαι τῆςn ἁμαρτίας <lb n="5"/>
τὴν ἐνόχλησιν.</p><lb n="7"/><p>Διότι τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἔχθρα εἰς Θεόν.</p><p>Γενναδίου. Ἀμήχανον γάρ, φησι, τοῖς τοῦ Θεοῦ θελήμασ ι,
τοῖς διὰ τοῦ νόμου γνωριζομένοις ἡμῖν, τὸ θέλημα τῆς σαρκός
ποτὲ συνελθεῖν καὶ φιλίαν ἀσπάσασθαι. ὁ μὲν γὰρ ἀπάθειαν <lb n="10"/>
ἐπαγγέλλεται, ἡ δὲ ἐστὶ παθητή. οὐ τοίνυν οὐδὲ τοὺς ἀνεχομένους
τῷ φρονήματι τῆς σαρκὸς, καὶ μετέχοντας τῆς φύσεως ταύτης,
οἷόν τε ἀρέσαι Θεόν. ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ αὐτοῦ διεστήκασιν, ἐφ’
ὅσον εἰσι ταύτης ἐγγὺς· καὶ εἰσιν ἀρέτης πόρρω τοσοῦτον, ὅσον
θνητότητος ο ἀθανασίας.</p><lb n="15"/><p>Ὠρίγενουσ. Ἀφ’ ὧν διδάσκει ὁ Παῦλος, μανθάνομεν τίνες
εἰσὶ κατὰ σάρκα· οἱ τὰ τῆς σαρκὸς φρονοῦντες. καὶ τίνες οἱ
κατὰ Πνεῦμα· οἱ τὰ τοῦ Πνεύματος φρονοῦντες. τὰ δὲ φρονή-
φρονήματα τῆς σαρκός εἰσι, πορνεία, ἀσέλγεια, εδωλολατρεία καὶ τὰ
ὅμοια· ὅπερ αὐτὸ τοῦτο θάνατός ἐστι. τὰ δὲ τοῦ Πνεύματος, <lb n="20"/>
ἀγάπη, χαρὰ, εἰρήνη, μακροθυμία, καὶ τὰ τούτοις ἀκόλουθα·
ἅπερ ἐστὶ ζωή. καὶ ἤδη ἐν τῇ ζωῇ εἰσὶν οἱ τοιοῦτοι, καὶ ἐν εἰρήνῃ
εὐφραίνονται. ἀκόλουθον οὖν τοὺς μὲν εἰς τὴν σάρκα σπείροντας,
θερίζειν φθοράν. τοὺς δὲ Πνεύματι ζῶνταb σπείρειν εἰς τὸ Πνεῦμα,
ἀφ’ οὗ ἐστι θερίσαι ζωὴν αἰώνιον. πρὸς δὲ τούτοις καὶ ἐχθροί εἰσι <lb n="25"/>
τοῦ Θεοῦ οἱ τοῦ φρονήματος τῆς σαρκός. φρονοῦσι δὲ τὰ τῆς
σηκὸς καὶ ὅσοι βούλονται πλουτεῖν, ἣ ἐπιθυμοῦσι δόξης· καὶ οἱ
κατὰ τὸ γράμμα ζῶντες 1ουδαῖοι· καὶ τὴν ἐν φανερῷ περιτομὴν
ἐν σαρκὶ ἀσκοῦντες οὗτοι τὰ τῆς σαρκὸς του νόμου φρονοῦσιν.
οἱ δὲ κατὰ Πνεῦμα, οἱ ἐν κρυπτῷ Ἰουδαῖοι, οἱ τὴν ἐν καρδίᾳ καὶ <lb n="30"/>
πνεύματι περιτομὴν ποιοῦντες, ἤτοι φρονοῦσι τὰ τοῦ Πνεύματος.</p><p>Καὶ ἐν μὲν τῷ φρονήματι τῆς σαρκὸς τοῦ νόμου, θάνατόν τις
εὑρήσει καὶ ἔχθραν τὴν εἰς Θεόν. ἐν δὲ τῷ φρονήματι τοῦ νόμου
<note type="footnote">u Cod. τὴν. ο Leg. vid θνητότης.</note>

<pb n="128"/>
τοῦ Πνεύματος, ζωὴν καὶ εἰρήνην. οἱ δὲ ἐν τῆ σαρκὶ τοῦ νόμου
ὄντες, Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται· ἀλλ’ οἱ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ νόμου
ὄντες. ἀμφότεροι γὰρ ἐπαγγελλόμεθα τὸν Μώσεως νόμον. ἀλλ’
ἐκεῖνοι μὲν, κατὰ σάρκα, ἡμεῖς δὲ κατὰ Πνεῦμα. διὸ ἐκεῖνοι σαρκικὰς
ἡγοῦνται τὰς ἐπαγγελίας, ἀκολούθως τῷ σαρκικῷ νόμῳ· <lb n="5"/>
ἡμεῖς δὲ πνευματικὰς, ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ πνευματικῇ ἐν τοῖς ἐπου-
ρανιοις.</p><lb n="9"/><p>Ὑμεῖς δ’ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκὶ, ἀλλ’ ἐν Πνεύματι. εἴπερ
νεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν.</p><p>Γενναδίου τοῦτο καὶ Θεοδωρήτου. Ἀλλ᾿ ὑμεῖς γάρ, φησιν, <lb n="10"/>
ἐκ θνητότητος εἰς ἀθανασίαν μεταβεβήκατε· ἀντὶ σαρκικῶν
γεγενημένοι πνευματικοί. καὶ ἀναντίρρητον τοῦ λόγου τούτου τὴν
ἀπόδειξιν ἔχων. εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ, φησιν, οἰκεῖ ἐν ὑμῖν.
τότε γὰρ πρὸς τῷ τῆς υἱοθεσίας χαρίσματι καὶ ἑτέρων ἐπὶ θαυματουργίᾳ
χαρισμάτων ἀπέλαβον, τοῦ Πνεύματος αὐτοὺς διὰ <lb n="15"/>
τούτων καὶ περὶ τῶν τέως ἀφανῶν πιστουμένου. ὅτι τοίνυν, φησι,
πρὸς πνευματικὴν μετέστησε ζωὴν ἐκ τῆς σαρκικῆς, ἡ τοῦ Πνεύματος
κατοικοῦσα χάρις ὑμᾶς ἀποχρώντως δηλοῖ.</p><p>Διοδώρου. “Ὑμεῖς δέ,” φησιν,” οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκὶ, ἀλλ’ ἐν
“ Πνεύματι·” ἀντὶ τοῦ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις, ἀλλ’ ἐν <lb n="20"/>
πνεύματι ζῆτε, “εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν.” διεγείρων
αὐτοὺς εἰς τὸ ἐγρηγορέναι τὸν νοῦν, καὶ μὴ ὑπτιοῦσθαι ὡς κατωρθωκότας,
κατὰ δισταγμὸν ἐξήνεγκε τὸν λόγον εἰπὼν, “εἴπερ νεῦμα
“Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν.” τὸ γὰρ ὀφρυῶσαι αὐτοὺς καὶ φυσιῶσαι,
ὡς ἤδη ἔχοντας Πνεῦμα Θεοῦ, ἐπιβλαβὲς o ἦν, καὶ τὴν σπουδὴν <lb n="25"/>
διακόψαι ἱκανόν.</p><p>Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἴν
αὐτοῦ.</p><p>Γενναδίου. “Εἰ δέ τις,” φησι, “Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει,
οὕτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ. ὥσπερ οἱ ἐξ Ἄδὰμ τοῦ Αδὰμ είναι <lb n="30"/>
λεγόμεθα, τῆς φύσεως αὐτῷ κοινωνήσαντες, ἑνώσεως εἶναι λέγοντες
τοῦ Χριστοῦ, διὰ τῆς τοῦ ἑνὸς πνεύματος κοινωνίας μετουσίας εἰ
<note type="footnote">o Cod. ἐπιβλαβής.</note>

<pb n="129"/>
δὲ Χριστὸς ἐν ὑμῖν, τὸ μὲν σῶμα νεκρὸν διὰ ἁμαρτίαν, τὸ δὲ
πνεῦμα ζωὴ διὰ δικαιοσύνην. εἰ τοίνυν γνωρίζεται Χριστὸς φησὶν,
ἐν ὑμῖν, τὸ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ μετέχειν ὑμᾶς, ὃν τρόπον ἐστὶ
τὸ σῶμα διὰ τὴν ἁμαρτίαν ἀθανασίας ἀμέτοχον, οὕτως αὖ θανάτου
πόρρω διὰ τὴν δικαιοσύνην τὸ πνεῦμα. Πνεῦμα δὲ τὸ πνευματικὸν <lb n="5"/>
σῶμα προσεῖπεν· ἐκ τοῦ μεθεκτικοῦ τὸ μέτοχον καλέσας, ὡς καὶ
ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, “τὸ γεγενημένον,” φησὶν, “ἐκ τοῦ Πνεύμα-
“τος, Πνεῦμα.”</p><lb n="11"/><p>Εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Χριστὸν Ἰησοῦν
οἰκεῖ ἐν ὑμῖν.</p><lb n="10"/><p>Γενναδίου. Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ δεῖ περὶ τούτου, φησὶ, διαμφισβητεῖν,
ὅτι τοὺς ἠξιωμένους λαοὺς γενέσθαι τοῦ Πνεύματος,
καὶ ταύτῃ κεκοινωνηκότας Χριστῷ, ἐχόμενόν ἐστι κοινωνῆσαι
αὐτῷ δι’ αὐτὸ τοῦτο καὶ τῆς ἐκ νεκρῶν εἰς ἀθάνατον ζωὴν ἀνα-
στάσεως.</p><lb n="15"/><p>Θεοδώρου. Προειπὼν “Πνεῦμα Χριστοῦ,” πάλιν φησὶ, “τὸ
“Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Χριστὸν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν.” ἐπαναγαγὼν ἀπὸ
τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τὸν Πατέρα· οὐδὲν ἕτερον ἣ σαφῶς διδάσκων ὅτι
ἐκ τοῦ Υἱοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα οὐκ ἀλλότριον τῆς πατρικῆς θεότητός
ἐστι· καὶ οἷς μία ἡ ἐνέργεια, τούτοις πάντως καὶ ἡ οὐσία τῷ <lb n="20"/>
Πατρὶ συναΐδιος. ἀκολούθως μέντοι ἐνοικήσαντος Πνεύματος Ἁγίου
καὶ τῆς ἁμαρτίας νεκρωθείσης, ἕπεσθαι τοῖς ἀγωνιζομένοις τὰ
ἔπαθλα φησίν· ὧν πρῶτον καὶ μέγιστον ἦν ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνά-
στασις.</p><lb n="12"/><p>Ἄρα οὖν, ἀδελφοὶ, ὀφειλέται ἐσμὲν, οὐ τῇ σαρκὶ, <lb n="25"/>
κατὰ σάρκα ζῆν.</p><p>Γενναδίου. Ἀγωνισάμενος διὰ πάντων, καὶ δείξας οὐκ ἔτι
προσήκειν αὐτοὺς τῷ Ἀδὰμ, τουτέστι τῇ παθητῇ καὶ ὑπὸ νόμον
ζωῇ, ἀλλ’ εἶναι Χριστοῦ, τουτέστι πνευματικούς τε καὶ ἀκηράτους,
συγκεφαλαιούμενος τὰ διὰ πλειόνων ἐν τοῖς ἔμπροσθεν <lb n="30"/>
εἰρημένα, νουθεσίαν σαφῆ τε καὶ σύντομον ἐπιφέρει λέγων, μὴ
χρῆναι τοῦ λοιποῦ τοῖς τῆς σαρκὸς ἑαυτοὺς πάθεσιν ἐκδιδόναι.
διατὶ; εἰ γὰρ κατὰ σάρκα ζῆτε, φησὶ, μέλλετε ἀποθνήσκειν. τῆς
γὰρ τοιαύτης ζωῆς, φησὶ, φθορὰ τὸ τέλος ἐστίν. εἰ δὲ πνεύματι

<pb n="130"/>
τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσεσθε. εἰ μέντοι, φησι,
κατὰ τὴν ἐνοῦσαν ὑμῖν τοῦ Πνεύματος χάριν σπουδάζοιτε ζῆν,
ἀνενεργήτους ἑαυτοὺς πρὸς τὰς τοιαύτας τοῦ σώματος πράξεις
διαφυλάττοντες, οἴσεσθε τὴν ἀθανασίαν.</p><lb n="14"/><p>Ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοι εἰσὶν υἱοὶ <lb n="5"/>
Θεοῦ.</p><p>Γενναδίου. Οἱ γὰρ Πνεύματι Θεοῦ κυβερνώμενοι, τουτέστιν
οἱ πνευματικοὶ καὶ οὐ ψυχικοὶ, ἑαυτοῖς ὡς ἀληθῶς τὸ εἶναι υἱοὶ
Θεοῦ βεβαιοῦσιν. ἔφη δὲ τοῦτο πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῶν ὑπὸ τὸν
νόμον χρηματισάντων υἱῶν Θεοῦ, καὶ αὐτῶν διὰ τὴν ὡς πρὸς τοὺς <lb n="10"/>
λοιποὺς ἀνθρώπους ἐξαίρετον τοῦ Θεοῦ κηδεμονίαν περὶ αὐτούς.
“ἐλάλησας γὰρ ἐν ὁράσει τοῖς υἱοῖς σου,” φησι· καὶ “ἐγὼ εἶπα
“Θεοὶ ἐστὲ, καὶ υἱοὶ ὑψίστου πάντες.” ὡς πρὸς τούτους οὖν ἀντιδιαιρῶν
τοὺς κατὰ Χριστὸν, ἔφη, “ οὗτοι εἰσὶν υἱοὶ Θεοῦ.”</p><p>Θεοφώρου. Δῆλον οὖν ὅτι οἱ τοιοῦτοι τὴν μακαρίαν ζωὴν παρὰ <lb n="15"/>
τῷ ἑαυτῶν πατρὶ ζήσονται.</p><lb n="15"/><p>Οὐ γὰρ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον,
ἀλλ’ ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας.</p><p>Διοώρου. Τὸν νόμον “πνεῦμα δουλείας” εἶπε, καὶ δούλους
τοὺς ὑπὸ τὸν νόμον. τὸ γὰρ ἐπιτάττεσθαι ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ τῆς <lb n="20"/>
ἐπιταγῆς ἀμελήσαντας, τιμωρίαν ἀπειληθεῖσαν φοβεῖσθαι, δουλείας p
σημεῖόν ἐστι. τὸ δὲ ἐπιτραπῆναι πατέρα τὸν Θεὸν ἀποκαλεῖν,
διὰ τὴν τοῦ βίου καθαρότητα, υἱοθεσίας ἐλπίδας ἐπαγγέλλεται.
εἴτε δὲ δουλείας ἐδόθη πνεῦμα, ἐπ’ ἀμφοτέρων ἐστὶ κατὰ τὸ
συμφέρον καὶ ἁρμόζον εἰς ἑκάτερον τὸν λαὸν ἐνεργεῖσαν κατὰ τὴν <lb n="25"/>
ἀμφοτέρων ἀξίαν.</p><p>Θεοφώρου. Τὸ “πάλιν,” ὡς πρὸς τὸ “δουλείας” ἀπέδωκεν.
ἀναγνωστέον οὖν οὕτως· “οὐ γὰρ ἐλάβετε πνεῦμα·” εἶτα διαστήσαντα
ἐπαγαγεῖν χρὴ, “δουλείας πάλιν εἰς φόβον.” περὶ γὰρ
τῶν ἐν νόμῳ λέγει· καὶ ἐν τῇ πρὸς Γαλάτας, ὅτι μία μὲν ὄρους <lb n="30"/>
Σινᾶ εἰς δουλείαν γεννῶσα δούλους τοὺς ἐν νόμῳ, παραθέσει τῶν
τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καλῶν. ἐπειδὴ οὗτοι μὲν ὑπὸ προστάγματα
<note type="footnote">P Cod. δουλείαν.</note>

<pb n="131"/>
ὄντες, ἣ παραβαίνοντες ἐτιμωροῦντο, ἣ φυλάττοντες ἐπαινοῦντο.
ὅπερ οὖν τῶν δούλων ἴδιον εἶναι συμβέβηκεν. ἐκεῖνοι δὲ χάριτι
τοῦ δεσπότου τῶν μελλόντων ἀγαθῶν κομιζόμενοι τὴν ἀπόλαυσιν,
οὐδεμίαν ἔτι μεταβολὴν ὑφορῶνται. ὅπερ οὖν ὑπάρχει τοῖς τέκνοις
ἐκ τῶν πατέρων ἔθος. ὥσπερ γὰρ ἐν τῇ πρὸς Τιμόθεον λέγει· “οὐ <lb n="5"/>
“γὰρ ἐλάβετε πνεῦμα δειλείας q·” οὐχ ὡς ὄντος δειλίας πνεῦμα,
ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ταῦτα ἐμποιεῖν τὸ πνεῦμα φύσιν οὐκ ἔχει. οὕτως
ἐνταῦθα, “οὐ γὰρ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον·
ἀντὶ τοῦ Πνεύματος μετεσχήκατε, οὐχ ἵνα πάλιν ὑπὸ δουλείαν
ἦτε καὶ φόβον κατὰ τοὺς ἐν νόμῳ, ταῦτα γὰρ ἐκεῖναι τοῖς παντελῆ <lb n="10"/>
τοῦ Πνεύματος δεξαμένοις τὴν χάριν οὐχ οἷόν τε· λάβετε r
Πνεῦμα υἱοὺς ἐργαζόμενον Θεοῦ. ὅθεν καλεῖν s πατέρα τὸν Θεὸν
προαγόμεθα.</p><p>Δῆλον γὰρ ὅτι κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου παράδοσιν τὴν “Πάτερ
“ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς,” ἐκάλουν Πατέρα τὸν Θεὸν, οἱ τοῦ <lb n="15"/>
βαπτίσματος ἠξιωμένοι. καλῶς δὲ τὸ “ἀββᾶ ὁ πατὴρ,” ἐπειδὴ
τῶν νηπίων ἴδιόν ἐστι τὸ ἀββᾶ καλεῖν τοὺς πατέρας. νήπιοι δὲ
ἔτι κατὰ τὸν παρόντα βίον ἦσαν, οἱ διὰ τοῦ βαπτίσματος ἠξιωμένοι
τῆς υἱότητος, τὴν τελείαν καὶ ἀληθῆ ἐπὶ τοῦ μέλλοντος
προσδοκῶντες αἰῶνος. τὸ οὖν ἀββᾶ ὁ πατὴρ τέθεικε, τὸ μὲν, εἰς <lb n="20"/>
μήνυσιν τῆς προσδοκωμένης τελειότητος· τὸ δὲ, σύμβολον τῆς
παρούσης καταστάσεως, ἐν ᾗ νηπίων δίκην, οὐχ ὁλοτελῶς τῆς
μετουσίας τῶν ἀγαθῶν κομισάμενοι τὴν ἀπόλαυσιν, περιέμενον τὸ
ποτὲ αὐτοῖς προσέσεσθαι κἀκεῖνα ταῖς νῦν ἐπαγγελίαις ἀκολούθως.</p><p>Σευηριανοῦ. Ἔνιοι δὲ “πνεῦμα δουλείας” τοῦ πονηροῦ φασὶν, <lb n="25"/>
ἀλλ’ οὐκ ἔστι. τὸν γὰρ νόμον ὧδε πνεῦμα δουλείας λέγει,
καὶ δούλους τοὺς ὑπὸ νόμον. διὸ ὡς τιμωρούμενοι εἰ ἔπταισαν
ἐφοβοῦντο. ὅπερ δουλείας ἐστὶ σημεῖον. τὸ δὲ ἐπιτραπῆναι πατέρα
τὸν Θεὸν καλεῖν διὰ τὸ τοῦ βίου καθαρὸν, υἱοθεσίας ἐλπίδας
ἐπαγγέλλεται. τὸ δὲ αὐτὸ πνεῦμα ἐστὶν ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν λαῶν <lb n="30"/>
ἐνεργῆσαν τὸ τῆς δουλείας καὶ υἱοθεσίας κατὰ τὸ συμφέρον καὶ
ἁρμόδιον κατὰ τὴν ἀμφοτέραν ἀξίαν.</p><note type="footnote">q Cod. δουλείας. r Leg. ἀλλ’ ἐλάβετε sed plura desunt.
s Cod. καλεῖ. t Cod. κομησάμενοι.</note><pb n="132"/><lb n="16"/><p>Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν.</p><p>Διοφώρου. Ἔδειξε διὰ τούτου, ὅτι καὶ τὴν ψυχὴν πνεῦμα
λέγει, ὅταν ᾖ πνευματική. καὶ τὸ χάρισμα τοῦ Πνεύματος
Πνεῦμα. τοῦτο οὖν ἐστὶν ὁ φησιν ἀλλαχοῦ. “τὸ γὰρ τί προσ-
“εὐξόμεθα οὐκ οἴ δάμεν· αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν <lb n="5"/>
“στεναγμοῖς ἀλαλήτοις·” καὶ τοῦτο δὲ δεῖται ἑρμηνείας. ἔστι δὲ
τοιοῦτον χάρισμα προσευχῆς ἡ ἐπὶ τῶν ποστόν. ἐπειδὴ πολλάκις
κατὰ τὰ μὴ συμφέροντα αἰτοῦμεν. διὰ τοῦτο ἀνιστάμενός
τις ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων, ὁ τὸ χάρισμα τῆς προσευχῆς ἔχων ἐπὶ
τοῦ λαοῦ τὰ συμφέροντα τὸν Θεὸν ᾔτει, στεναγμοῖς ἀλαλήτοις <lb n="10"/>
χρώμενος, ἵνα πρὸς εὐλάβειαν καὶ φόβον πάντας ἑλκύσῃ. καὶ
τοῦτό ἐστιν ὁ φησιν ἀλλαχοῦ, “ἕκαστος ὑμῶν ψαλμὸν ἔχει·
“προσευχὴν ἔχει.” οὐκοῦν καὶ τοῦ ψάλλειν χάρισμα ἦν, καὶ τοῦ
προσεύχεσθαι χάρισμα ἦν. συμμαρτυρεῖ δὲ τῷ πνεύματι ἡμῶν,
ἐπειδὴ ὑπὲρ ὅλου τοῦ λαοῦ πνεύματι προσηύχετο ὁ ἔχων τὸ χάρισμα. <lb n="15"/>
προσευχόμενος δὲ τὸ “Πατέρ’ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς”
ἔλεγε. διὰ τοῦτο φησὶ, συμμαρτυρεῖ τὸ Πνεῦμα τῆς προσευχῆς
τῷ πνεύματι ἡμῶν, ὃ ἔχομεν διὰ τοῦ βαπτίσματος, “ὅτι ἐσμὲν
“τέκνα Θεοῦ.” κράζει γὰρ τὸ πνεῦμα, τουτέστι τὸ χάρισμα τὸ
τῆς προσευχῆς, “ἀββᾶ ὁ πατὴρ.”</p><lb n="20"/><p>Θεοφώρου. Αὐτὸ τὸ νεῦμα τὸ Ἄγ’ ἴον συμμαρτυρεῖ τῷ
πνεύματι ἡμῶν, ὅτι πνευματικῶς διάγομεν· διὸ καὶ ἐσμὲν τέκνα
Θεοῦ. ἐὰν οὖν συμπάσχωμεν τῷ Χριστῷ, τουτέστιν ἐὰν τὰ αὐτὰ
πάσχειν αἱρησώμεθα, ἅπερ ὁ Χριστὸς τὴν ἀλήθειαν πρεσβεύων
ἔπαθεν ἑκών· ἐὰν διωκόμενοι καρτερῶμεν, καὶ ὅσα ὅμοια πάσχωμεν <lb n="25"/>
ὑπὲρ εὐσεβείας, συνδοξασθησόμεθα αὐτῷ, ἐν τῷ γενέσθαι τέκνα
Θεοῦ καὶ συγκληρονόμοι Χριστοῦ. τίς δὲ ἡ κληρονομία προείρηται
ὀπίσω, ἔνθα ὁ λόγος ἦν περὶ τοῦ, “εἰ γὰρ οἱ ἐκ νόμου κληρονόμοι,
κεκένωται η πίστις.</p><pb n="133"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><head>ΚΕΦ. ΙΓ.</head><p>Ἐπανάληψις περὶ τῆς ἀποκειμένης τοῖς ἁγίοις δόξης.</p><lb n="17"/><p>Εἴπερ συμπάσχομεν, ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν.</p><p>Κυρίλλου. κατορθοῦται μὲν οὐ * * * * τὸ ἀγαθόν.
πλὴν ἐπὶ μεγάλοις ἐλπίσι τοῖς ἁγίοις ὁ πόνος καὶ τῶν ὑπὲρ νοῦν <lb n="5"/>
καὶ λόγον ἡ μέθεξις. οἱ γὰρ τῶν ἐπὶ γῆς ὑπερορῶντες, ἄξιοι
καὶ τῶν ἀνωτάτω γερῶν· καὶ οἱ προπονηκοτες ἐν ἀνδρεία καὶ υπομονῇ
μέλλουσι στεφάνων ἀπολαύειν ἐν ἀσυγκρίτοις ὑπεροχαῖς.
μειονεκτεῖται γὰρ ὁ εἰς ἀρετὴν πόνος τῶν μετὰ ταῦτα τιμῶν.
δόξαν δὲ λέγει τῶν ἁγίων, ἐπείπερ ἐκλάμψουσιν οἱ δίκαιοι κατὰ <lb n="10"/>
καιροὺς ὡς ὁ ἥλιος, ἐν τιμῇ καὶ δόξῃ καὶ ἀφθαρσίᾳ γεγονότες, ἐν
τῶ μεταβληθῆναι αὐτῶν τὸ σῶμα, καθὼς μετεμορφώθη ὁ Χριστὸς
ἐν τῷ ὄρει.</p><p>Γενναδίου. Ἐν τοῖς πρὸ ὀλίγου τῆς ἀντεξετάσεως ἁψάμενος
τῆς πρὸς τὰ παλαιὰ, καὶ διὰ τῆς παράλληλα θέσεως αὐτῶν, τὸ <lb n="15"/>
ὑπερέχον γνωρίσας τῆς χάριτος είτα ἴνα μὴ διὰ τὸ μέγεθος τοι;
μαθηταῖς ἀμφιβάλοιτο, πιστωσάμενος αὐτὸ τῇ τοῦ Ἀγίου Πνεύματος
μετουσίᾳ, μέτεισιν ἐπὶ παράκλησιν ἀκολούθως, καὶ προ-
τρέπει μηδὲν ἀκίνδυνον ὑπὲρ τῶν τοιούτων ἀποδιδράσκειν. σφόδρα
χρησίμης καὶ ἀναγκαίας αὐτῷ τῆς περὶ τούτων οὔσης διδασκαλίας· <lb n="20"/>
ἄλλως τε καὶ πολλῶν πολέμων ἐν ταῖς ἀρχαῖς τοῦ κη-
ρύγματος ἐπιφερομένων τοῖς μαθηταῖς. χρὴ τοίνυν, φησὶ, τῆς διὰ
Χριστοῦ δόξης ὀρεγομένους, ὁμοίως αὐτῷ πρὸς τοὺς ὑπὲρ αὐτῆς
ἐνίστασθαι πειρασμούς. ἡ γὰρ τῶν παθημάτων κοινωνία, καὶ τῆς
ἀντιδόσεως κοινωνίαν ἐργάσεται. ἐγὼ γοῦν φησὶν, ἐνθυμούμενος, <lb n="25"/>
καὶ πάσας ἀντιπαρατιθεὶς τὰς ἐπὶ τοῦ παρόντος θλίψεις αἰῶνος,
τοῖς ἐπηγγελμένοις ἡμῖν ἀγαθοῖς ἐν Χριστῷ, μικρὰς καὶ τὸ μηδὲν
οὔσας εὑρίσκω.</p><p>Θεοωτου. Τὸ “λογίζομαι” ἀντὶ τοῦ λογισμῷ τῷ προσήκοντι
πέπεισ ’μαι τοῦτο οὕτως ἔχειν, ὡς τὸ “λογιζόμεθα οὑν πίστει δι- <lb n="30"/>
“καιοῦσθαι ἄνθρωπον χωρὶς ἔργων νόμου.

<pb n="134"/>
<lb n="19"/> Ἡ γὰρ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν
τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται.</p><p>Κυρίλλου. Ἀποκαραδοκία μέν ἐστιν, ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ τῆς τῶν
πραγμάτων ἐκβάσεως προσδοκία τε καὶ ἐπιτήρησις. ἐκδέχεται
γέ μὴν ἡ κτίσις τὴν ἀποκάλυψιν τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, οὐκ αὐτή <lb n="5"/>
που πάντως εἰδυῖα τὸ ἐσόμενον τοῦ Θεοῦ. πῶς γὰρ, ἢ πόθεν; ἀλλ’
ὅτι ταῖς ἀπορρήτοις οἰκονομίαις τοῦ πάντα μεταρυθμίζοντος εἰς τὸ
ἄμεινον Θεοῦ, πρὸς τοῦτο ἥξει τὸ τέλος. μεταπλαττομένων γὰρ
ὥσπερ εἰς δόξαν ἐξ ἀτιμίας, καὶ ἐκ φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν τῶν
τοῦ Θεοῦ τέκνων, τουτέστι τῶν τὴν εὐδόκιμον κατορθωκότων ζωήν· <lb n="10"/>
καὶ αὐτοί που πάντως ἡ κτίσις μεθαρμοσθήσεται πρὸς τὸ ἄμεινον.
καὶ πρόσγε τοῦτο ἡμᾶς ὁ θεσπέσιος Πέτρος ἐνδοιάζειν οὐκ ἐᾷ,
εἰπὼν, ὅτι καινοὺς οὐρανοὺς καὶ καινὴν γῆν· καὶ τᾶι ἐπαγγέλματα
αὐτοῦ προσδοκῶμεν.</p><p>Γενναδίου. τοσοῦτον ἐστὶ, φησὶ, τῆς εἰς ἡμᾶς ἀποκαλυφθησομένης <lb n="15"/>
δόξης τὸ περιὸν, ὡς καὶ τὴν ἀποκαραδοκίαν τῆς
κτίσεως, τουτέστι τὴν ἄπωθεν αὐτῆς προσδοκίαν δήλην ὑπάρχειν,
ὅτι τὴν ἀποκάλυψιν ἐκδέχεται τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ, διὰ τὸ τέως
τὴν ζωὴν ἡμῶν κεκρύφθαι σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ. τὸ μέντοι
σύμπαν νόημα, τοιοῦτον ἐστίν. εἰώθαμεν πολλάκις οἱ ἄνθρωποι <lb n="20"/>
μετὰ τὰς τῶν πραγμάτων ἐκβάσεις, ὡς σαφῆ ταῖς μνήμαις ἀναλαμβάνειν
τὰ πρόσθεν ἡμῖν ἀσαφῆ. οἷόν τι λέγω· πεφώραταί τις
ἀγαθόν τι πεποιηκὼς, ἣ πάλιν κακόν. εὐθὺς παριόντες φαμὲν,
ἀλλὰ καὶ πόρρωθεν οὗτος τοιοῦτος ὣν κατεφαίνετο, καὶ ἐδείκνυ
τῷ σχήματι. καὶ ἐγὼ μὲν αὐτὸν ἐκ τῆσδέ τῆς ῥήσεως ὅστις ἦν, <lb n="25"/>
αὐτίκα μάλα κατέμαθον. καὶ ὅλως τοιαῦτά τινα πρὸς τὴν παροῦσαν
πρᾶξιν τῶν παλαιῶν λαμβάνοντες σύμβολα, βεβαιοῦμεν ἑαυτοῖς
ἐκ τῶν προτέρων τὰ δεύτερα. τοιοῦτόν τι φησὶ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς
περὶ τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου, ὅτι οὐ συνίεσαν μὲν τὰ
περὶ αὐτὸν οἰκονομούμενα πρότερον· ὅτε δὲ ἀνέστη ἐκ τῶν νεκρῶν, <lb n="30"/>
τότε ἔγνωσαν ὅτι ταύτα ἢν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα· καὶ ἐπίστευσαν
τῇ γραφῇ, καὶ τῷ λόγῳ ὧ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς. κἀνταῦθα τοίνυν ὁ
μακάριος Παῦλος πνευματικῇ χάριτι τῆς οἰκονομίας τῆς ἐν
Χριστῷ τὴν γνώμην παρειληφὼς, καὶ γνοὺς ὅτι ἄνωθεν δέδοκτο
<note type="footnote">t Leg. κατὰ τὰ.</note>

<pb n="135"/>
τῷ Θεῷ, καὶ ὅτι ἐξελέξατο ἡμᾶς πρὸ καταβολῆς κόσμου, διδάσκει
τὰ τοῖς πρόσθεν ἀπόρρητα. λέγει γὰρ ὅτι αὐτῆς τῆς κτίσεως ἡ
τοιουτότροπος διασκεύη προκηρύττει τὸ νῦν πεφηνὸς εὐαγγέλιον,
καὶ δήλη καὶ σαφής ἐστι τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ
περιμένουσα. ἐπεὶ μηδὲ ματαίως ὄντως ἔκτισε πάντας τοὺς υἱοὺς <lb n="5"/>
τῶν ἀνθρώπων.</p><p>Διοδώρου. Ἐν τοσαύτῃ φησὶν ἔσεσθαι ἡμᾶς τῶν ἀγαθῶν
δωρεᾷ τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ προσδοκία τῆς κτίσεως ἐκδέ-
χεται τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ τὴν ἀποκάλυψιν· οἷον τὴν κεκρυμμένην
αὐτῶν μακαριότητα, μικρὸν ὕστερον ἀποκαλυφθησομένην. ὑπόνοιαν <lb n="10"/>
δὲ τοῖς πολλοῖς δ̀οίδωσι τὰ γεγραμμένα ὡς ἔμψυχός ἐστιν ἡ ὁρω-
μένη κτίσις, καὶ λογικήν τινα ἔχειν αἴσθησιν ὁ κόσμος. εἰ γὰρ
συστενάζει καὶ συνωδίνει, καὶ τὴν ἀποκάλυψιν ἀπεκδέχεται, δῆλον
ὅτι, φησὶ, καὶ συναισθάνεται, καὶ λογισμῷ κινεῖται. οὐχ οὕτω δὲ
ἔχει· ἀλλὰ τὰς ἐφεστηκυίας αὐταῖς δυνάμεις, τὰς ταγείσας παρὰ <lb n="15"/>
Θεοῦ διέπειν τὴν κτίσιν κατὰ τὴν τοῦ δημιουργοῦ βούλησιν κατὰ
τὸ γεγραμμένον, “ὅτε διεμέριζεν ὁ ὕψιστος ἔθνη, ὡς ἔσπειρεν
“υἱοὺς Ἀδὰμ, ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν ἀγγέλων Θεοῦ.”
οὕτω δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ, *’ εὐλογεῖτε ψῦχος καὶ καῦμα·” καὶ πάλιν
“χάλαζα καὶ χιὼν” καὶ τὰ ὅμοια, ταῖς ἐφεστηκυίαις ἐπὶ τούτων <lb n="20"/>
δυνάμεσι λέγεσθαι νοητέον. οὐ γὰρ ἀναισθήτοις ὕλαις παρακε-
λεύεται αἰνεῖν τὸν Θεόν. ὥσπερ γὰρ, “πᾶσα ἡ γῆ προσκυνησάτω
“σοι, καὶ ψαλάτωσάν σοι” καὶ ὥσπερ “ὁ Κύριος ἐβασίλευσεν·
“ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ· τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς ἀνθρώπους λέγει· καὶ
“πενθήσει οτͅνος, καὶ πενθήσει ἄμπελος,” τοὺς ἐφεστηκότας λέγει <lb n="25"/>
γεωργούς· οὕτω καὶ νῦν τὴν κτίσιν λέγει τὰς δυνάμεις τὰ, ἐφε-
στηκυίας ταῖς ἀψύχοις ὕλαις, καὶ αὐτὰς κτιστὰς οὔσας. ὥσπερ
στολισμὸς ἀνδρὸς, καὶ γέλως ὀδόντων, καὶ βῆμα ποδὸς ἀναγγελεῖ
τὰ πέρι αὐτοῦ.</p><p>Θεοδώρου. Καραδοκεῖν λέγεται τὸ ἐλπίζειν· ἀποκαραδοκεῖν <lb n="30"/>
τὸ ἀπελπίζειν. ὃ τοίνυν λέγει τοιοῦτόν ἐστιν. ἓν σῶμα τὴν σύμ-
σύμπασαν κτίσιν ἐποίησεν ὁ Θεός. ὅθεν καὶ κόσμος λέγεται πάντα,
εἴτε ὁρατὰ, εἴτε ἀόρατα· ὡς ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῇ
φησὶν, “ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ καὶ Ἀγγέλοις καὶ ἀν-

<pb n="136"/>
“θρώποις.” ἐπειδὴ τοίνυν διαφορά τίς ἐστιν ἐν αὐτοῖς, τὸ τὰ μὲν
εἶναι ὁρατὰ, τὰ δὲ ἀόρατα· βουλόμενος εἰς ἓν τὰ πάντα συνῆφθαι,
πεποίηκε τὸν ἄνθρωπον. ἐξ ὁρατοῦ μὲν συγκείμενον τοῦ σώματος,
καὶ συγγενοῦς τῇ φαινομένῃ κτίσει. ἐκ γῆς γὰρ σύγκειται καὶ
ἀέρος καὶ ὕδατος καὶ πυρός· ἀοράτου δὲ τῆς ψυχῆς, καὶ οἰκείας <lb n="5"/>
τοῖς ἀοράτοις. καὶ δὴ πεποίηκεν αὐτὸν, ὧσπέρ τι φιλίας ἐνέχυρον
τοῖς πᾶσι. χρήσιμα μὲν γὰρ αὐτῷ τὰ φαινόμενα, ὡς αὐτῇ τῇ
πείρᾳ μανθάνομεν. ἐφεστᾶσι δὲ αὐτοῖς αἱ νοηταὶ φύσεις, πρὸς τὸ
ἡμῖν ὠφέλιμον αὐτὰ κινοῦσαι. καὶ τούτου μάρτυς ὁ Ἀπόστολος,
περὶ τῆς ἐναντίας λέγων δυνάμεως, “κατὰ τὸν ἄρχοντα τῆς ἐξου- <lb n="10"/>
“σίας τοῦ ἀέρος, τοῦ νῦν ἐνεργοῦντος ἐν τοῖς υἱοῖς τῆς ἀπειθείας.”
ὡς εἶναι δῆλον ἡμῖν, ὅτι πρὸ τῆς παραβάσεως εἰς τοὺς ἐφεστῶτας
τῇ τοῦ ἀέρος κινήσει ὁ διάβολος συνετέλει. καὶ μὴν καὶ τοῖς
πρὸς διδασκαλίαν τῆς εὐσεβείας εἰς ἡμετέραν ὠφέλειαν ὑπῆρε.
τεῖσθαι σύνηθες αὐτοῦ, ὡς καὶ Ἀπόστολός φησιν, “οὐχὶ πάντες <lb n="15"/>
“ εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα, εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ
“τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν”</p><p>Εντεῦθεν τοίνυν ἀόρατοι φύσεις εἰς οἰκεῖα τίθενται τὰ καθ’
ἡμᾶς εὐφραινόμεναι. εἰ δὴ πρὸς τὸ κρεῖττον ῥέπειν ἡμᾶς συμβαίνει.
βαίνει. καὶ τοῦτο ἡμᾶς ὁ Κύριος διδάσκει λέγων, “ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρ- <lb n="20"/>
“τωλῷ μετανοοῦντι καὶ ἀγγέλους χαίρειν ἐν οὐρανοῖς.” δῆλον δὲ
ὅτι καὶ λύπην αὐτοῖς προξενεῖ τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐπὶ τὸ χεῖρον διακείμενα.
οὐδὲ γὰρ ἃν εὐφραίνοιντο ἡμῶν ἀφισταμένων τῆς τῶν ἀτόπων
πράξεως, εἰ μὴ καὶ λύπην αὐταῖς ἐκίνει τὸ μένειν ἡμᾶς ἐπ’
ἐκείνων. οὕτω δὴ γνώμης ἔχουσαι περὶ ἡμᾶς, ὡς ἄτε δὴ οἰκεῖον <lb n="25"/>
ζῶον καὶ συγγενὲς αὐταῖς, ἡνίκα γεγονὼς ὁ Ἀδὰμ, ἐδέξατο τοῦ
Θεοῦ τὸ ἐπίταγμα, ὁμοῦ κἀκεῖνο ἀκούσας, ὡς παραβὰς ἀποθανεῖται,
ἐσκόπουν ἥντινα ἄρα τὰ κατ’ αὐτὸν τὴν ἔκβασιν λήψεται·
καὶ ἐπειδὴ παραβὰς θνητὸς ἐγένετο διὰ τῆς ἀποφάσεως, ἐχωρίζετό
τε ὡς εἰκὸς ἡ ψυχὴ τοῦ σώματος, καὶ ὁ μηχανηθεὶς διὰ τοῦ <lb n="30"/>
ἀνθρώπου σύνδεσμος τῆς κτίσεως διέλυτο.</p><p>Τούτῳ τῷ τρόπῳ ἐσκυθρώπαζον αἱ νοηταὶ φύσεις ἐπὶ τοῖς
γιγνομένοις, περὶ ἡμᾶς τε οὐκ εἶχον οἰκείως, ὡς ἂν τοιούτων γεγονότων
αἰτίους κακῶν. ὡς δὲ τοῦ χρόνου προἰόντος, οἱ καθεξῆς

<pb n="137"/>
ἄνθρωποι μειζόνως ἐπὶ τὸ χεῖρον προβαίνοντες ἐπέσφιγγον ἑαυτοῖς
τοῦ θανάτου τὴν ἀποφράσιν· πάντα μὲν τὰ καθ’ ἡμᾶς ἀπεγίνω-
σκον· μεῖζον δὲ κἀς ἡμῶν ἀνεδέχοντο τὸ μῖσος. ὅθεν οὐδὲ πράττειν
ὑπὲρ ἡμῶν ἐβούλοντό τι λοιπόν. τοῦτο μὲν, ὡς ἀλλοτρίους
ἑαυτῶν ἀποστρεφόμενοι, τοῦτο δὲ ὡς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ μυσαττό- <lb n="5"/>
μένοι.</p><p>Τί οὖν ἐπὶ τούτοις ἐγένετο; ἔφησεν αὐτοῖς ὁ Κύριος, ὡς ποιήσει
σει τὴν καθ’ ἡμᾶς διόρθωσιν, ἀναστήσας τε ἡμᾶς καὶ ἀθανάτους
ἐργασάμενος, ὡς μηκέτι δεδοικέναι μηδεμίαν πάλιν μεταβολὴν
καὶ διάλυσιν τοῦ κοινοῦ συνδέσμου τῆς κτίσεως. ταύτην δεξάμενοι <lb n="10"/>
τὴν ὑπόσχεσιν ηὐθύμουν μαθόντες ὡς ἡ θεία χάρις τῶν ἡμῶν
ἐπταισμένων ποιήσεται τὴν διόρθωσιν, καὶ φιλοτιμίᾳ πάντα ἡμῖν
ἀποδώσει, ὧν ἡμεῖς ἑαυτοὺς διὰ μοχθηρίαν ἀπεστερήσαμεν τρόπου.
καὶ μενεῖ μὲν ὁ καθόλου σύνδεσμος διάλυσιν οὐδεμίαν ἐπιδεχόμενος
τοῦ λοιποῦ. μενεῖ δὲ ἄρρηκτος καὶ τῇ κτίσει πρὸς ἑαυτὴν <lb n="15"/>
ἡ φιλία. ἐντεῦθεν καὶ πράττει ἅπαντα ὑπὲρ ἡμῶν οὐκ ὤκνουν.
καίτοιγε ἐν τοῖς χείροσιν ἐξεταζομένων τῇ τῶν μελλόντων ἐλπίδι,
διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ ἐπαγγελίαν κρατούμενοι. τοῦτο οὖν λέγει, ὅτι
ἡ κτίσις τόγε ἐφ’ ἡμῖν πολλάκις τὰ κἄ ἡμᾶς ἀπελπίσασα,
ταύτην ἀπεκδέχεται τῶν ἁπάντων διόρθωσιν, τὴν προσδοκίαν τῶν <lb n="20"/>
μελλόντων, ὅτι ἀναστησόμεθα πάντες εἰς τὸ εἶναι ἀθάνατοι. τὴν
γὰρ ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ, λέγει τὴν ἀνάστασιν· καθόλου
τὴν υἱοθεσίαν τὴν ἀθανασίαν καλῶν. ἐπειδὴ υἱῶν εἶναι νομίζει
Θεοῦ τὸ ἀθανάτους εἶναι. ὅθεν καὶ ὁ Δαβὶδ λέγει, “ἐγὼ εἶπα
“θεοὶ ἐστὲ, καὶ υἱοὶ ὑψίστου πάντες·” ὑμεῖς δὲ ὡς ἄνθρωποι ἀποθνήσκετε. <lb n="25"/>
ὡς ἃν οὐκ ἔχοντος λόγου τὸ ἀποθνήσκειν τοὺς υἱοὺς τοῦ
Θεοῦ χρηματίσαντας.</p><p>Σευήρου u Ἀντιοκείασ. Προσωποποιεῖται τὴν κτίσιν ὁ κήρυξ
τῆς ἀληθείας, παραστῆσαι βουλόμενος τὸ τοῦ πράγματος μέγεθος,
καὶ φησὶν ἀποκαραδοκεῖν αὐτὴν, τουτέστι σφοδρῶς προσδοκᾶν τὴν <lb n="30"/>
τῆς ἀναστάσεως ἡμέραν, ἥτις ἐστὶν ἡ ἀποκάλυψις τῶν υἱῶν τοῦ
Θεοῦ, καὶ ἡ τῶν δικαίων φανέρωσις. καραδοκία γὰρ ἡ ἐπιτεταμένη
<note type="footnote">t Cod. δεδοκέναι. u Cod. Σευηριανοῦ.</note>

<pb n="138"/>
τῶν ἐλπιζομένων ἐπιτήρησις εἴρηται. ὡς τὸν προσδοκῶντα μονονουχὶ
καὶ ἐπικλίνειν τὴν κεφαλὴν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐντείνειν,
ὡς παραυτίκα ἰδεῖν μέλλων τὸ προσδοκούμενον.</p><p>Ἀπολιναρίου. Πᾶσα, φησὶν, ἡμᾶς ἡ κτίσις ἀναμένει, καὶ τὸν
καιρὸν ὁπότε ἐπὶ τῆς προσηκούσης ἡμῖν δόξης ὀφθησόμεθα ποθεῖ. <lb n="5"/>
ὡς μηδὲν εἶναι λαμπρότερον τῆς πρὸς ἡμᾶς ἐσομένης εὐδοξίας.
ἀκόλουθον δὲ υἱοῖς Θεοῦ τὴν κτίσιν ἕπεσθαι κτῆμα οὖσαν Θεοῦ.
ἐλευθέρῳ γὰρ τὸ δοῦλον ἀκολουθεῖ, καὶ υἱῷ τὸ κτῆμα διὰ τὴν
εὐγένειαν ὑποτέτακται. καὶ η πρὸς ’τον πατέρα οἰκείωσις τοῖς
υἱοῖς ὑποτάττει τὸ δοῦλον. δῆλον δὲ ὅτι κατὰ χάριν ἔχοντες τὸ <lb n="10"/>
υἱοὶ εἶναι Θεοῦ, διὰ τὴν τοῦ Πνεύματος, ὡς προείρηκε, μετουσίαν,
κατὰ χάριν ἔχομεν τὸ ἡγεμονικὸν ἐν τῇ κτίσει τῇ δόξῃ τοῦ ἀληθοῦς
Υἱοῦ δεξάμενοι. ὥστε μὴ εἶναι παρὰ δόξαν τὸ τὴν τοσαύτην
καὶ τοιαύτην κτίσιν ἀνθρώποις ὑποτετάχθαι, μικροῖς ἐν τῇ κτίσει
φαινομένοις.</p><lb n="15"/><lb n="20"/><p>Τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη.</p><p>Κυρίλλου. Ματαιότητα ἐνθάδε φησὶ τοὺς ζῶντας ἐν ματαιότητι,
τουτέστιν ἐν φρονήματι σαρκικῷ· περὶ ὧν ἃν λέγοιτο καὶ
μάλα εἰκότως, “ἄνθρωπος ματαιότητι ὡμοιώθη,” καὶ μὴν καὶ ὅτι
παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσιν τοῖς ἀνοήτοις λαὶ ὡμοιώθη αὑτοῖς. <lb n="20"/>
ματαιότης γὰρ ἀληθῶς τῶν τοιούτων ὁ βίος. τούτοις ἡ κτίσις
ὑποτάσσεται, καὶ οὔτι που πάντως ἑκοῦσα ποτέ. πῶς δὲ δὴ ἄρα
καὶ τοῦτο φαμέν; οἶδε μὲν γὰρ ὅλως τῶν καθ’ ἡμᾶς ἡ αἰσθητή τε
καὶ ὁρωμένη κτίσις. οὐ γάρ ἐστι λογική. ἀλλ’ εἰ καί τις δοίη τὸ
δύνασθαι τι νοεῖν αὐτὴν, οὐκ ἃν ἠνέσχετο, φησὶ, τῆς οὕτως αἰσχρᾶς <lb n="25"/>
δουλείας, οὐδ’ ἃν ἠθέλησεν ὑποτετάχθαι τε καὶ ὑπηρετεῖν τοῖς ἐπ’
οὐδενὶ τῶν ἀναγκαίων ἤγουν ἀγαθῶν διαβιοῦν ἑλομένοις. ἀλλ’ ἐπ’
ἐλπίδι, φησὶ, τῶν σωθησομένων καὶ τῶν κατὰ καιροὺς ἁγίων τε καὶ
ἐκλεκτῶν ὑποτέτακται τε, ὡς ὑποζευγνύντος αὐτὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ
οἷον τηροῦντος εἰς ἐλευθερίαν τὴν ὑπόγε τοῖς ἁγίοις καὶ τοῖς ἀγαπῶσιν <lb n="30"/>
αὐτόν. ἵνα δὴ μόνοις ὑπηρετεῖ x τοῖς αὐτοῦ τέκνοις καὶ ταῖς
τῶν ἐξειλεγμένων παραβαίσετο y χρείαις· ἀλύει μὲν γὰρ μονονουχὶ
καὶ ὠδίνουσα καὶ ἀλγυνομένη· καὶ εἴπερ ἦν αὐτῇ τὸ καὶ εἰδέναι τι
<note type="footnote">x Leg. credo ὑπηρετεῖν. γ Leg. vid. παραβιάσαιτο.</note>

<pb n="139"/>
δύνασθαι τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων, τάχα που καὶ ἀνοιμώζουσα.
πλὴν τοῖς θείοις εἴκουσα νεύμασι, καραδοκεῖ τρόπον τινὰ τὴν ἀποκάλυψιν,
κάλυψιν, ὡς ἔφην, τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ.</p><p>Γενναδίου. Ματαιότητα λέγει τὸν ῥευστὸν τοῦτον καὶ φθαρτὸν
βίον ἡμῶν. ἐπεὶ τίνος χάριν, φησὶν, οὕτω πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν <lb n="5"/>
τῶν φθαρτῶν ἅπασα συνετείνετο· μὴ ἐπ’ ἐλπίδι καὶ προσδοκίαις
τοιαύταις ποιεῖν αὐτῇ, τοῦ Θεοῦ τοῦτο νομοθετήσαντος; τὸ δὲ
“οὐχ ἑκοῦσα” προσωποποιήσας ἔφη. πολὺ δὲ τοῦτο παρὰ τῇ
θεοπνεύστῳ γραφῇ τὸ ἰδίωμα· λέγω τὸ καὶ φωνὰς καὶ ἤθη τοῖς
ἀψύχοις περιτιθέναι. ὥσπερ ἀμέλει κἀν τῇ τετάρτῃ τῶν Βασιλειῶν, <lb n="10"/>
“ ἀπέστειλε γὰρ,” φησὶν, “Ἰωνᾶς βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς
“Ἀμεσίαν βασιλέα Ἰούδα, λέγων, ὁ ἀκὰν ὁ ἐν τῷ Λιβάνῳ ἀπέ-
“στειλε πρὸς τὴν κέδρον τὴν ἐν τῷ Λιβάνῳ λέγων, δὸς τὴν θυγα-
“τέρα σου τῷ υἱῷ μου εἰς γυναῖκα.” ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς Κριταῖς,
Ιωθὰμ ὁ Γεδεῶνος τοῦ καὶ Ἱεροβοὰμ υἱὸς, εἶπε, φησὶ, πρὸς ἄνδρας <lb n="15"/>
Σικίμων, “ἐξεπορεύθη τὰ ξύλα τοῦ χρίσαι ἐφ’ ἑαυτὰ βασιλέα·
“καὶ εἶπον τῆ ἐλαίᾳ, βασίλευσον ἐφ’ ἡμᾶς.” καὶ ὅλως ἀνάπλεως
ὡς ἔφην τῶν τοιούτων ἡ θεῖα γραφή. τὸ οὖν “οὐχ ἑκοῦσα” κατὰ
τοῦτο καὶ ὁ Απόστολος ἔφησε τὸ ἰδίωμα. ἣ καὶ διὰ τοὺς Αγγέλους
τυχὸν, ἵνα ἀπὸ τοῦ κρείττονος ὡς περὶ πάσης αὐτῆς ᾖ τὸ <lb n="20"/>
λεγόμενον.</p><p>Θεοδώρου. Ἀμέλει, φησὶν, οὐδὲν ἔτι ποιεῖν ὑπὲρ ἡμῶν οἱ
Ἄγγελοι ἀνεχόμενοι, διὰ τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην εἵλαντο πάντα
ποιεῖν. καίτοιγε περὶ τὰ μάταια ἡμῶν ἀσχολουμένων, τοῦτο κατὰ
τὴν τοῦ Θεοῦ ἐπαγγελίαν ἀπεκδεχόμενοι, τὸ πάντα ἀπαλλαγῆναι <lb n="25"/>
φθορᾶς, καὶ μεταβολῶν καὶ τροπῆς. ἐπειδὰν καὶ ἡμεῖς ἀξιωθέντες
τῆς ἀναστάσεως, ἀθάνατοι τῇ τοῦ Θεοῦ δυνάμει γινόμεθα.
<lb n="21"/> Ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς
δουλείας τῆς φθορᾶς.</p><p>Γενναδίου. Ἀνέχεται μέντοιγε νῦν φησὶν, ὡς καὶ αὐτὴ τῆς <lb n="30"/>
ἡμετέρας ἐλευθερίας συναπολαύουσα. παύσεται γὰρ τηνικαῦτα
λοιπὸν δουλεύουσα τῇ φθορᾷ. τουτέστιν οὔτε ἡμῖν ἔτι φθαρτοῖς
οὖσιν ἐξυπηρετήσεται. ἴσμεν γὰρ ὅση νῦν ἡ τῶν στοιχείων κτίσις
ἀλλοίωσιν ὑφίσταται καὶ φθοράν. καὶ μὴν καὶ τοὺς Ἀγγέλους

<pb n="140"/>
ὅτι μήπω φύσει τὸ ἄτρεπτον ἔχουσιν ἐπιστάμεθα· οὐκ ἀπὸ τῶν
ἐκπεπτωκότων μόνον, καὶ διὰ τοῦτο πεσόντων ἐξ οὐρανοῦ, ἀλλὰ
καὶ ἀφ’ ὧν Παῦλος ἔφη περὶ αὐτῶν ὡς ἐνδεχομένων τὸ ἁμαρτεῖν·
“κἂν γὰρ ἡμεῖς,” φησὶ, “κἂν Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίξε-
“ται ὑμᾶς παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω.”</p><lb n="5"/><p>Διοφώρου. τῆς ὑλώδους φύσεως δεδουλωμένης τῷ πονηρῷ, καὶ
ἐπιβουλευομένης ὑπ’ αὐτοῦ πολλάκις κατὰ συγχώρησιν Θεοῦ,
ὥστε καὶ λιμοὺς καὶ λοιμοὺς καὶ νόσους καὶ πολέμους καὶ ἄλλας
φθορὰς ὑπ’ αὐτοῦ κατασκευάζεσθαι. καὶ γὰρ οἰκὸς τῶν ἐνοικούντων
ἀσεβῶς διαγόντων, ἔχειν χώραν τὸν πονηρὸν, ὡς ἰδίων κατεπιβαίνειν· <lb n="10"/>
καὶ ἔπι τῆ ἀυτῶν κακώσει τὰ πέρι αὐτοὺς στοιχεῖα κακοῦν·
ὧν γενομένων, αἱ ταγεῖσαι ἐπὶ τῇ εὐταξίᾳ τῆς κτίσεως δυνάμεις
στενάζουσι καὶ ὠδίνουσι, καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου διαμένουσιν.
ᾧ καὶ ἡ κτίσις συνελευθερωθεῖσα, τῆς τοῦ διαβόλου ἐξουσίας
ἀπαλλαγήσεται. τὸ οὖν ταῖς λογικαῖς δυνάμεσι συμβαῖνον, <lb n="15"/>
τοῦτο τῇ ἀψύχῳ περιτέθεικεν ὕλῃ, ὡς καὶ νῦν φαμὲν, ἡ οἰκία
θορυβεῖται, ἡ πόλις ἀγανακτεῖ, ἡ χώρα ὀργίζεται· ἐκ τῶν διοικουμένων
καὶ περιπολουμένων τόπων, τοὺς διοικοῦντας καὶ περιπολοῦντας
πολλάκις σημαίνοντες.</p><p>Καὶ καθ’ ἕτερον δὲ λόγον ἡ κτίσις ἐκδέχεται ἐλευθερωθῆναι <lb n="20"/>
ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς. ἐπεὶ τῇ τοῦ διαβόλου κατασκευῇ
ἄκουσα προσκυνεῖται ὑπὸ τῶν συνδούλων αὐτῆς. ἐσεβάσθησαν γὰρ
καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα, ὥστε τῆς δεσποτικῆς
κῆς ἀκουσίως ἀπολαύουσα τιμῆς, βάρεως φέρει τὸ γινόμενον, καὶ
ὠδίνει καὶ ἄχθεται πρὸς τὴν τῶν ἀνθρώπων ματαίαν προσκύνησιν, <lb n="25"/>
καὶ ἐπιθυμεῖ τῆς τούτων ἀπαλλαγῆς. φησὶ δὲ ὅτι οὐδὲ ἐξ ἀρχῆς
ἑκοῦσα οὐδὲ αὐτομολήσασα πρὸς τὸν διάβολον ὑπετάγη αὐτῷ.
ἀλλ’ ὑπετάγη συγχωρήσαντος τοῦ Θεοῦ· καὶ ὑπετάγη ἐπ’ ἐλπίδι
μελλούσῃ. ποιᾷ; ταύτῃ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται.
πότε δὲ ἐλευθερωθήσεται; εἰς τὸν καιρὸν τῆς ἐλευθερίας τῶν δικαίων· <lb n="30"/>
διὸ εἰκότως “ἡ καραδοκία τῆς κτίσεως, τὴν ἀποκάλυψιν
“τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται.”</p><p>Θεοδώρου. Ἀπαλλάττονται γὰρ, φησὶ, τότε καὶ αὐτοὶ τοῦ
ὑπηρετεῖσθαι φθοριμαίοις πράγμασιν, ἐπειδὰν ἡμεῖς ἀθάνατοι

<pb n="141"/>
γενώμεθα· καὶ τὰ πάντα ἀπαλλαγῇ τοῦ τρέπεσθαι· ἐπεὶ μηδὲ
ἔστι τοῦ λοιποῦ τὸ συναναγκάζον αὐτοὺς πρὸς τὴν τούτων ὺπηρετεῖσθαι
κίνησιν.</p><lb n="22"/><p>Οἴδαμεν γὰρ ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει
ἄχρι τοῦ νῦν.</p><lb n="5"/><p>Γενναδίου. Γνώριμός ἐστιν ἅπασί, φησιν, ἡ φύσις τῆς
κτίσεως συνταλαιπωρουμένη τέως ἡμῖν, καὶ οἷον ἡ x κατεπείγουσα
καὶ προευτρεπιζομένη πρὸς τὴν κοινὴν ἀναγέννησιν.</p><p>Θεοδύρου. Καλῶς οὐκ εἶπε στενάζει καὶ ὠδίνει, ἀλλὰ
“συστενάζει καὶ συνωδίνει.” ἐπειδὴ καὶ τὸ “πᾶσα ἡ κτίσις” ἐνταῦθα <lb n="10"/>
προσέθηκεν. ἄνω “ἡ κτίσις” εἰρηκὼς μόνον. βούλεται δὲ
εἰπεῖν ὅτι συμφώνως ἐπιδείκνυται τοῦτο πᾶσα ἡ κτίσις· ἵνα καὶ
τὸ παρὰ πάσης τὸ αὐτὸ γίνεσθαι ὁμοίως, παιδεύσῃ τούτους τὴν
πρὸς ἅπαντας κοινωνίαν αἱρεῖσθαι τῇ τῶν λυπηρῶν καρτερίᾳ. πῶς
δὲ πᾶσαν ἔφη τοῦτο ὑπομένειν τὴν κτίσιν; τὰς μὲν ἀοράτους ὡς <lb n="15"/>
εἰκὸς, ἅτε δὴ λογικὰς καὶ τῶν γινομένων ἐχούσας τὴν αἴσθησιν·
τὰς δὲ ὁρατὰς, τῇ κοινωνίᾳ τοῦ πράγματος.</p><lb n="23"/><p>Οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ τὴν ἀπαρχὴν τὴν πνεύματος
ἔχοντες, καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς στενάζομεν.</p><p>Κυρίλλου. Δέδεται πρὸς ἀπόδειξιν τῶν εἰρημένων τὸ ἐν ἡμῖν <lb n="20"/>
γίνεσθαι πεφυκός. αὐτοὶ γὰρ ἡμεῖς, φησὶν, οἱ τὴν ἀπαρχὴν τοῦ
Πνεύματος ἔχοντες, στενάζομεν βαρούμενοι, υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμενοι
τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἡμῶν. ἀληθὲς γὰρ ὅτι φθαρτὸν
σῶμα βαρύνει ψυχὴν, καὶ βρίθει τὸ γεῶδες ὁκήνος y νοῦν
πολυφρόντιδα. γεγονότος δὲ ἅπαξ ἐν ἡμῖν τοῦ Πνεύματος, καὶ <lb n="25"/>
μεταστοιχειοῦντος ἡμᾶς εἰς ἔφεσιν ἀρετῆς, ἀντεξάγει ὥσπερ ἡ
φιλοσαρκία ἰξοτοῦς z μέλεσιν ἡμῶν ἐγκατασκήψας νόμος a ἀεὶ καταφεύγων
εἰς ἐκτόπους ἡδονὰς, ἀπηνῶς ἀντανίσταται. ταύτητοι
στενάζομεν τὴν τοῦ σώματος ἡμῶν ἀπολύτρωσιν. ἔσεσθαι δὲ
προσδοκῶ) τὸ σῶμα πνευματικὸν, τουτέστιν ἀποβεβληκὸς εἰς <lb n="30"/>
ἅπαν φρόνημα τὸ σαρκικὸν καὶ c γεῶδες, καὶ τῆς ἁμαρτίας τὸ
<note type="footnote">x Leg. οἱονεὶ. y Leg. σκῆνος. z Fors. καὶ τοῖς. a Leg. νόσος
b Leg. προσδοκῶμεν. c Cod. νὺξ.</note>

<pb n="142"/>
κέντρον. τοῦτο εἶναι φαμὲν τὸ σῶμα τὸ πνευματικόν. εἰ δὲ τῆς
υἱοθεσίας ἡ χάρις τὴν τοῦ σώματος ἡμῶν ἀπολύτρωσιν ἔχει, μηδέ
τινες ὅλως συκοφαντείτωσαν τὴν ἀνάστασιν· μήτε μὴν εἰς τοῦτο
ἡκόντων ἀσεβείας, ὡς ἀπόβλητον μὲν ποιεῖσθαι τὴν σάρκα καὶ
ἀφαντισθήσεται λέγειν εἰς ἅπαν αὐτὴν πεσοῦσαν εἰς γῆν. ἀντανίστασθαι <lb n="5"/>
δὲ ὥσπερ ἕτερόν τι πνευματικὸν, ἴσχυόν φημι καὶ
ἀερῶδες z. νοοῦσι γὰρ ὧδε τὸ πνευματικὸν αὐτοί.</p><p>Γενναδίου. Τί περὶ τῆς κτίσεως ταῦτα λέγω; φησίν· ἀλλ’
ἡμεῖς αὐτοὶ τὸ κεφάλαιον τῆς δημιουργίας· καὶ δι’ οὓς καὶ μεθ’
ὧν τὰ πάντα ἀνακαινίζεται, δεδεγμένοι τὴν τοῦ Πνεύματος ἀπαρχὴν, <lb n="10"/>
τοσοῦτον τῶν μελλόντων εἰλήφαμεν πόθον, ὥστε ἀσχάλλομεν πρὸς
τὴν μέλλησιν, καὶ ῥαδίως οὐχ ὑποφέρομεν τὴν ἀναβολήν· ἀλλὰ
κομίσασθαι τὸ πᾶν ἤδη γλιχόμεθα. καὶ τὴν υἱοθεσίαν δηλῶν, τὴν
ἀπολύτρωσίν, φησι, τοῦ σώματος ἡμῶν ἐπιθυμοῦμεν, τουτέστιν ἀπολυθῆναι
τὸ ἡμέτερον σῶμα φθορᾶς καὶ ἁμαρτίας καὶ θανάτου ποτέ. <lb n="15"/>
ἐπειδήπερ ἐν τοῖς ἀνωτέροις μὲν ὡς ἤδη τῆς θνητότητος τὴν εὐχαριστίαν
ἀνέκραγεν, ἐνταῦθα πάλιν ὡς οὔπω τούτου τετυχηκὼς, ἀλλ’
ἔτι τυχεῖν ἐφιέμενος προστίθησι· “τῇ γὰρ ἐλπίδι ἐσώθημεν· ”ἐν
ἐλπίσιν ἔτι, φησὶ, τὰ τῆς σωτηρίας ἡμῶν.</p><p>Διοδώρου. Οὐ μόνον, φησὶν, ἡ κτίσις στενάζει καὶ ὠδίνει <lb n="20"/>
τὴν ἐλευθερίαν διὰ τοῦ Πνεύματος ἀπεκδεχομένην, ἀλλὰ καὶ
ἡμεῖς, καίτοι ἤδη τὰς ἀπαρχὰς τοῦ Πνεύματος εἰληφότες, καὶ
πειρασθέντες αὐτοῦ τῆς εὐεργεσίας. εἰ καὶ μηδέπω τὸ τέλειον τῆς
ὑποσχέσεως εἰλήφαμεν. ὁ ἐστιν ἡ υἱοθεσία διὰ τῆς τοῦ σώματος
ἀπολυτρώσεως.</p><lb n="25"/><p>Διοδώρου. Οὐδέπω γάρ, φησι, τῆς ἀναστάσεως τετυχήκαμεν·
ἀλλὰ δεξάμενοι τὴν ὑπόσχεσιν ταῖς ἐλπίσι ψυχαγωγούμεθα.</p><p>Γενναδίου. “Ἐν ἐλπίδι,” φησὶν, “ἐστὶ τὰ τῆς σωτηρίας
ἤμων·</p><p>Θεοδώρου. Σωτήριαν καλεῖ τὴν παντελῆ τῶν κακῶν ἀπαλλαγήν· <lb n="30"/>
ἥτις αὐτοῖς ἐπὶ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος προσγίνεσθαι ἔμελλε.
ταῦτα τοίνυν, φησὶ, βεβαίως ἐλπίζειν ὅτι πρόσεσται ἡμῖν, ἐπὶ τοῦ
παρόντος εἰλήφαμεν βίου.</p><note type="footnote">z Cod. ὁ ἐρῶδες in marg. ἴσως γρ. ἀερῶδες.</note><pb n="143"/><lb n="24"/><p>Ἐλπὶς δὲ βλεπομένη οὐκ ἔστιν ἐλπίς.</p><p>Θεοδώρου. Εἰ μὲν γὰρ ἀπελαύομεν ἤδη τῶν προσδοκωμένων,
φησὶν, ὑπ’ ὄψιν ἔκειτο πάντως τὴν ἡμετέραν. περὶ δὲ τῶν φαινομένων
ἐλπίζειν οὐδαμῶς ἐδεόμεθα. ἐπειδὴ δὲ ἐλπίζομεν περὶ αὐτῶν
ὡς οὐ φαινομένων, εἰκότως, ἀνάγκη ἅπασαν τὴν ἔκβασιν αὐτῶν <lb n="5"/>
περιμένοντας, ὑπομένειν ἅπαν ὅτι ἃν καὶ παθεῖν ὑπὲρ ἐκείνων
δέοι.</p><p>Ωριγένουσ. Ἀνθ’ οὗ ἐν ἄλλοις εὕρομεν· ἀντὶ τοῦ “ὃ γὰρ βλέ-
“πει” μέγα δὲ ποιεῖ ὁ ἐλπίζων εἰς μὴ βλεπόμενον· καὶ δι’ ἐκεῖνο
τὸ τετάσθαι τὸν νοῦν αὐτοῦ πρὸς αὐτὸ, πᾶν ὁτιποτοῦν ὑπομένων.</p><lb n="10"/><lb n="26"/><p>Ὡσαύτως καὶ τὸ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται.</p><p>Κυρίλλου. “Στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν,” τὸ
ἡμῶν δηλονότι πνεῦμα· στενάζομεν γὰρ ἐσθ’ ὅτε, τὰς πρὸς τὸν
Θεὸν ἱκετείας ποιεῖσθαι σπουδάζοντες· οὐκοῦν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι
καὶ τοῦτο μανθάνομεν. σοφὸν γάρ ἐστι καθάπερ καὶ ὁ εἷς. ἐπειδὴ <lb n="15"/>
δὲ φησὶ, τὸ “τί προσευξόμεθα καθὸ δεῖ οὐκ οἴδαμεν,” ἐκεῖνο
ζητήσωμεν. καίτοι τὸ τίνα δεῖ a τρόπον προσεύξεσθαι δεῖ, προπεπαιδεύμεθα
παρὰ Χριστοῦ λέγοντος ἐναργῶς· “οὕτως οὖν ὑμεῖς
“προσεύχεσθε, Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ
“ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου, <lb n="20"/>
“ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς,” καὶ ὅσα τούτοις ἐστὶν ἐφεξῆς.
ὅτε τοίνυν ἐγνώκαμεν κἄ ὃν ἃν πρέποι τρόπον ποιεῖσθαι τὰς ἱκετείας,
τίς ἃν γένοιτο λόγος τῶν ἀποστολικῶν γραμμάτων, ἣ ὅποιπερ
ἃν βλέποιτο διὰ τῆς τοῦ Παύλου φωνῆς; φαμὲν οὖν ὅτι
προσευξόμεθα μὲν τὴν τῶν ἀγαθῶν ζητοῦντες αἴτησιν, καὶ πρόγε <lb n="25"/>
τῶν ἄλλων τὰ εἰς δόξαν Θεοῦ, καὶ τὰ δι’ ὧν ἃν γένοιτο βιῶναι τε
ὀρθῶς, καὶ τὴν εὐδόκιμον ἀληθῶς κατορθῶσαι ζωήν. “τὴν δὲ ἀπαρ-
“χὴν τοῦ Πνεύματος ἔχοντες καὶ αὐτοὶ στενάζομεν ἐν ἑαυτοῖς,
“υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμενοι, τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος.” καὶ
ὡς ἔν γε τούτῳ τῷ μέρει τὸ “τί προσευξόμεθα, καθ’ ὃ δεῖ οὐκ <lb n="30"/>
οἴδαμεν. εἰ γὰρ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὑς οὐκ ἤκουσε, καὶ
“ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγα-
“πῶσι αὐτὸν,” τι προσιόντες αἰτήσομεν; ἣ πῶς ἃν ἐδειημα b καὶ
<note type="footnote">a Leg. δὴ. b Sic Cod. fors. εἰδείημεν ἃ καὶ οὐ τεθ.</note>

<pb n="144"/>
τεθεάμεθα· μᾶλλον δὲ καὶ τὰ ἐπέκεινα νοῦ, καὶ ταῖς ἀνθρώπων
καρδίαις οὐκ ἐγνωσμένα; ποία δ᾿ ἃν γένοιτο καὶ ἡ τοῦ σώματος
ἀπολύτρωσις; ἢ τίς ὁ μεταπλασμὸς; ἀναστοιχειοῦται δὲ ὅπως
εἰς ἀφθαρσίαν καὶ δόξαν, αὐτὸς ἂν εἰδείη καὶ μόνος ὁ τούτων
τεχνητῆς.</p><lb n="5"/><p>Ἔφη δέ που πρός τινας τοῦ Σωτῆρος ὁ μαθητὴς, καθ’ ὃ δεῖ
προσεύχεσθαι μὴ εἰδότας, αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς
αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε. οὐκοῦν πρέπει ἃν
καὶ μάλα εἰκότως τοῖς ὧδε διακειμένοις εἰπεῖν τὸ “τί προσευξό-
“μεθα καθ’ ὃ δεῖ οὐκ οἴδαμεν.” ἀλαλήτοις δὴ οὖν στεναγμοῖς <lb n="10"/>
αἰτοῦμεν ἐν πνεύματι, ἃ καὶ ὅτι μὲν ἔσται πεπιστεύκαμεν· τινα
δὲ τρόπον, ἀγνοοῦμεν παντελῶς. ἡ μὲν φύσις ἡμῶν, φησιν, ἐστὶν
ἀσθενὴς, καὶ τὸ καθ’ αὐτὴν ἀρνουμένη τὸ αὖθις ἀναμώσεσθαι· τὰ
δὲ ἐπηγγελμένα μεγάλα τε καὶ θεῖα καὶ οἷον μηδενὶ b χωρηθῆναι
δυνάμενα, μηδ’ ὅλως ἐπὶ ἀνθρώπου καρδίαν ἀνέβη ποτέ. ἀλλ’ ὅμως <lb n="15"/>
πρὸς πίστιν τούτων τῶν τηλικούτων οὐ μικρὰν ἐπικουρίαν ἀπὸ τοῦ
Πνεύματος ἔχομεν. ταῦτα γὰρ καὶ αἰτήσεως κρείττονα, καὶ περὶ
ὧν οὐκ ἴσμεν οὐδὲ ὅπως εὔξασθαι χρή. ἵνα εἴπῃ τὰ καὶ ὑπὲρ νοῦν
ἀνθρώπινον καὶ ὑπὲρ εὐχὴν ταῦτα ἡμῖν ἡ δεδομένη τοῦ Πνεύματος
χάρις ἀπορρήτως εἰσπράττεται· καὶ δίδωσιν ἡ ἀπαρχὴ θαρρεῖν <lb n="20"/>
περὶ τοῦ παντός. ὥσπερ γὰρ οἱ ἐπὶ τῶν γάμων ἀρραβῶνες, οἷς
ἀλλήλοις οἱ γαμοῦντες δίδωσιν, ἐγγυῶνται τὰ μετὰ ταῦτα, καὶ
προφερόμενοι τὰς ἐφ’ οἷς δέδονται συνθήκας ἐπὶ πέρας ἀχθῆναι
καταναγκάζουσιν· οὕτως οἶμαι καὶ ἡ ἀπαρχὴ τοῦ Πνεύματος,
τουτέστι τὸ μερικὸν τοῦ Πνεύματος χάρισμα, ὁ ἐστιν ἀρραβὼν <lb n="25"/>
τῆς κληρονομίας ἡμῶν, τὴν ἐπὶ καιροῦ δοθησομένην καθόλου χάριν
ἡμῖν βεβαιοῖ. δέον οὖν ἄρα, τοὺς ὑπὲρ αὐτῆς πόνους μὴ ἀποφεύγειν.
γειν. τὸ δὲ ἐντυγχάνειν μεταφορικῶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ καὶ ἡμῶν τὰς
χεῖρας ταῖς πρὸς ἀλλήλους ἐντυχίαις ἀνύεσθαι.</p><p>Θεοδώρου. Σχηματισμός ἐστι κατὰ τὸ σύνηθες τῇ θείᾳ <lb n="30"/>
γραφῇ τὸ εἰρημένον, ὡς ἑτέρου φαίνεσθαι τῷ προχείρῳ, μᾶλλον ἣ
ὃ βούλεται λέγειν. λέγει μὲν γὰρ ὅτι ἡμεῖς οὐδὲ προσδοκᾶν ἐκεῖνα
κάταγε τὴν τῆς φύσεως ἀκολουθίαν δυνάμεθα, ἀλλ’ ἡ τοῦ Πνεύ-
<note type="footnote">b Cod. ὦ μηδενὃς.</note>

<pb n="145"/>
μάτος χάρις, ἧς τὴν ἀπαρχὴν ἐνταῦθα εἰλήφαμεν, ἀναμφιβόλως
ἡμῖν ἐγγυᾶται τὴν μετουσίαν ἐκείνων· ἐσχημάτισε δὲ οὕτως. ἃ
προσδοκῶμεν, ταῦτα καὶ αἰτοῦμεν παρὰ Θεοῦ. ἃ δὲ μὴ δυνατὸν
ἐλπίσαι λαβεῖν, ταῦτα οὐδ’ ἃν αἰτῆσαι ποτὲ ἀνασχοίμεθα. τὸ οὖν
μὴ δύνασθαι προσδοκᾶν ἐκεῖνα, τὸ μὴ εἰδέναι καθ’ ὃ δεῖ προσεύξασθαι <lb n="5"/>
περὶ αὐτῶν ἐκάλεσεν. ἐπειδὴ, ὡς ἔφην, ταῦτα οὐδ’ ἂν
αἰτήσειέν τε ἃ μηδενὶ λόγῳ δύναται προσδοκᾶν. τὸ δὲ τῇ τοῦ
Πνεύματος δυνάμει πάντως αὐτοῖς αὐτὰ περιέσεσθαι ἐλπίζειν, τὸ
Πνεῦμα ἐντυγχάνειν ἔφη. ἐπειδὴ γὰρ ἀρχὴ (sic) πολλάκις
λαμβάνομεν ἐκεῖνα ἃ μηδαμῶς ἑαυτοῖς περιποιῆσαι δυνάμεθα, <lb n="10"/>
ἐνετίθη δὲ αὐτοῖς καὶ τὸ πιστεύειν περὶ μελλόντων ἡ ἐπὶ τοῦ
παρόντος βίου τοῦ Πνεύματος δόσις· αὐτό φησι τὸ Πνεῦμα ἐντυγχάνει
ὑπὲρ ἡμῶν. ἵνα εἴπῃ ὅτι τοῦτο ἡμῖν ἐκείνων αἴτιον, ὃ
ὥσπερ ἐν ἀρραβῶνος τάξει κατὰ τὸν παρόντα βίον ἡμῖν δοθὲν,
ἀναγκαίως καὶ περὶ τοῦ τελείου πιστεύειν ποιεῖ. ὅθεν ἵνα μὴ <lb n="15"/>
νομίσῃς περὶ εὐχῆς λέγειν αὐτὸν ἀληθῶς, ἐπήγαγε, “στεναγμοῖς
“ἀλαλήτοις, ἵνα εἴπῃ ὅτι ἀπορρήτῳ τρόπῳ ἐκεῖνα ἐφέλκεται. τὸ
γὰρ ἐπὶ ταῖς μελλούσαις ἐπαγγελίαις κατά γε τὸν παρόντα βίον
δεδομένον ἡμῖν παρέχεται πάντως ἡμῖν ἐκεῖνα. καὶ τὸ “στεναγ-
“μοῖς” δὲ ἀκολούθως τῷ σχηματισμῷ ὡς ἐπὶ εὐχῆς ἔφη. ἐπειδή <lb n="20"/>
πὼς μετὰ στεναγμῶν εὐχόμενοι, ἀκούεσθαι νομίζονται μᾶλλον.
ὡς ἃν συντονώτερον ποιούμενοι τὰς δεήσεις. οὕτω καὶ ἀνωτέρω
περὶ τῆς κτίσεως ἔφη τὸ στενάζειν καὶ περὶ ἡμῶν, ὅτι στενάζομεν·
στεναγμὸν ἁπανταχοῦ τὴν προσδοκίαν ἐκείνων καλέσῃς· ὥσπερ
οὖν κἀνταῦθα ἔφη τὸ Πνεῦμα μετὰ στεναγμῶν ἐντυγχάνειν. ὡς <lb n="25"/>
ἃν παρέχον ἡμῖν ἐκεῖνα καὶ προσδοκᾶν ἃ τῶν παρασκευαζόντων
τὴν ἔκβασιν οἴκου c (sic). ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα φροντίσει
που. εἰ δὲ ἀμελεῖς, ἀμεληθήσῃ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τοῦτο οὖν ὁ Διάκονος πληροῖ, ταῦτα λιτανεύων.</p><p>Ωριγένουσ. Τουτέστιν ἃν πληροῖ τὰ τῆς ἡμετέρας ἀσθενείας <lb n="30"/>
ἀντιλαμβανόμενον αὐτῆς. ἅμα δὲ μανθάνομεν ὅτι πᾶσιν ἀνθρωπίνη
φύσις διὰ τούτων δεδήλωται.</p><p>Τοῦ Αὺτοῦ. Ἐν δεισεξαριθμήτους (??)d τὸ Πνεῦμα ἀντιλαμβάνεται
<note type="footnote">c Œcumenii ut vid est notula. d Fort. leg. ἐν δεήσεσι δυσεξαριθμήτοις.</note>

<pb n="146"/>
τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῶν. οὐκ ἔλαττον δὲ καὶ ἐν τῷ προσεύχεσθαι ἡμᾶς,
ἐπὰν διαβαίνωμεν ὥστε προσεύχεσθαι. τότε γὰρ τι προσευξώμεθα
καθ’ ὃ δεῖ οὐκ εἰδότες, ἀντιλαμβανομένου τοῦ Πνεύματος τῆς ἐν
ἡμῖν ἀσθενείας, διὰ τὴν ἀπὸ τούτου βοήθειαν, προσευχόμεθα πνεύ-
ματι· εἴτ’ ἐφεπομένου αὐτῷ βοηθοῦντι τοῦ νοῦ, προσευχόμεθα καὶ <lb n="5"/>
τῷ νοί. ἐλλείπῃς δὲ ἡ εὐχὴ τοῦ μὴ προσευχομένου ἀμφοτέροις·
ὡς δῆλον ἐκ τοῦ, “ἐὰν γλώσσαις λαλῶ, τὸ πνεῦμά μου προσεύ-
χεται· ὁ δὲ νοῦς μου ἄκαρπός ἐστιν.” ἵνα οὖν μὴ ἄκαρπος ῃτ
ὁ νοῦς, “προσεύξομαί,” φησι, “τῷ πνεύματι, προσεύξομαι καὶ
τὼ νοΐ.</p><lb n="10"/><lb n="27"/><p>Ὁ δὲ ἐρευνῶν τὰς καρδίας, οἶδε τί τὸ φρόνημα τοῦ
πνεύματος, ὅτι κατὰ Θεὸν ἐντυγχάνει ὑπὲρ Ἁγίων.</p><p>Γενναδίου. Οὐκ ἄγνοιαν ἀλλὰ τὴν ἀκριβῆ τοῦ Θεοῦ γνῶσιν
τῶν καθ’ ἡμᾶς διὰ τῆς “ἐρευνῶν” ἐσήμανε λέξεως. ἐπειδὴ καὶ
ἡμεῖς ἐρευνῆς ταῦτα καὶ πλείονος ἀξιοῦμεν ζητήσεως, ἅπερ ἃν <lb n="15"/>
ἀκριβῶς μαθεῖν βουληθείημεν. τούτῳ προσέοικε κἀκεῖνο “τὸ
“Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ·” καὶ τὸ παρὰ
τῷ προφήτῃ Σοφονίᾳ, “ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ λέγει ᾗ ἐξερευνήσω
“τὴν Ἰερουσαλὴμ μετὰ λύχνου. ’ Θεὸς οὖν φησὶν, ὁ σαφῶς τὰ
πάντα τῶν ἀνθρώπων εἰδὼς, οὐ δὲ τὸν σκοπὸν τοῦ πνεύματος ἡμῶν <lb n="20"/>
ἀγνοεῖ, ἀλλ’ οὐδὲν ὅτι κατὰ τοῦ αὐτοῦ βούλημα ἐφ’ ᾧ δέδωκεν
αὐτό· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ “κατὰ Θεὸν, πρὸς αὐτὸν ποιεῖται τὴν
ἔντευξιν. ὥστε τυχεῖν τοὺς οἷς πρὸς σὲ τὴν ὁλόκληρον τῆς ἁγιό-
τητος. τουτέστιν ὅτε αὐτοῖς διὰ τῆς ἀναστάσεως εἰς ἀθάνατον καὶ
ἀπαθῆ καὶ παντελῶς ἀνόλεθρον μεταστῆναι ζωήν. εἰδὼς δὲ τοῦτο, <lb n="25"/>
μὴ πληρώσῃ τὴν δωρεάν.</p><p>Θεοδώρου. Ἐνταῦθα βούλεται εἰπεῖν, ὅτι ταῦτα ἡμῖν παρα-
σχεθήσεται ὑπὸ τοῦ Πνεύματος, γνώμῃ Θεοῦ· ὃς ἐπειδὴ ἠβουλήθη
τὴν ἀπαρχὴν ἡμᾶς τοῦ Πνεύματος ἐπὶ τοῦ παρόντος κομίσασθαι
βίου, ἀναγκαίως παρέξει κἀκεῖνα, ὧν ἐπ’ ἐλπίδι ταύτην ἐκομι- <lb n="30"/>
σάμεθα. ἐπεὶ δὲ ἐσχημάτισεν ὡς ἐπὶ εὐχῆς τὸ διὰ τῆς ἐνταῦθα
ἀπαρχῆς τοῦ Πνεύματος, ἀναγκαίως ἡμᾶς προσδοκᾶν καὶ τὰ
μέλλοντα, ἀναγκαίως ἐπήγαγεν, ὅτι καὶ ὁ Θεὸς εἰδὼς τὸ βούλημα
τοῦ Πνεύματος, καὶ ὅτι κατὰ γνώμην αὐτοῦ τὰς αἰτήσεις ποιεῖ

<pb n="147"/>
τᾶι, ἐπινεύει τῇ προσεύχῃ. κάλως ’δε καὶ τὸ ὕπερ ἀγίων, ἴνα εἴπῃ
τῶν πρὸς τοῦτο ἀφωρισμένων, καὶ μετεσχηκότων ἤδη τοῦ Πνεύματος.
ἐντυγχάνειν δὲ τὸ Πνεῦμα τὸ χάρισμα λέγει τὸ ἐπὶ
τοῦ παρόντος ἡμῖν δεδομένον βίου. καὶ ἀπαρχὴν τοῦ Πνεύματος
οὐ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ καλεῖ, ἀλλὰ τῆς τότε ἡμῖν εἰς παντελῆ <lb n="5"/>
μετουσίαν τῶν ἀγαθῶν προσδοκωμένης δοθήσεσθαι χάριτος. ὅτι e
μέντοι σύνηθες τῇ θείᾳ γραφῇ σχηματίζειν τὰς τὰ δὲ ἀπὸ τῶν
παρὰ τῷ μακαρίῳ Δαβὶδ συνεχῶς τὰ τοιαῦτα λέγειν εἴωθε
“γνόφον ἔχοντα ὑπὸ τοὺς πόδας,” καὶ ὅσα κατ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος
φησιν. οὐδὲ γὰρ του παρόντος ἀπάντα λέγειν ἔπι καιροῦ. ἐν ’δε <lb n="10"/>
τῷ κγ΄, πρός τε τὰς πύλας φωνὴν σχηματίζειν ὡς ἃν ἀνοιχθῆναι
ὀφειλούσας, καὶ παρ’ αὐτῶν ἀπόκρισιν. τούτων γὰρ οὐδὲν μὲν, ὡς
εἴρηται, νοεῖσθαι δύναται. ἕτερα δέ τινά ἐστι τὰ ἀπ’ αὐτῶν ἐμφαινόμενα.
νόμενα. ἐγὼ μέντοι τέθεικα καὶ τοῦτο, ὥστε μηδένα καινόν τι
νομίζειν λέγεσθαι παρ’ ἡμῶν τὸ κατὰ σχηματισμὸν εἰρῆσθαι τῷ <lb n="15"/>
Ἀποστόλῳ τὰ προκείμενα.</p><lb n="28"/><p>Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ
εἰς ἀγαθὸν τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν.</p><p>Κυρίλλου. “Συνεργεῖ μὲν ἅπαντα πρὸς τὸ ἀγαθὸν τοῖς ἀγα-
“πῶσι Θεὸν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσι.” “κατὰ πρόθεσιν” <lb n="20"/>
δὲ ἄρα τὴν τινῶν; τί δ’ ἃν νοοῖτο τὸ “κατὰ πρόθεσιν;” οὐκοῦν
τὸ “κατὰ πρόθεσιν” εἴη ἃν τὸ κατὰ βούλησιν; κέκληνται δὴ οὖν
οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος, κατὰ βούλησίν τινων, πότερον δὴ τοῦ κεκληκότος,
ἢ καὶ αὐτῶν τῶν κεκλημένων; οὐκοῦν ἅπασα μὲν ἔφεσις
πρὸς δικαιοσύνην ἡμᾶς ἀποφέρουσα, γένοιτ’ ἃν ἡμῖν παρὰ τοῦ <lb n="25"/>
Θεοῦ καὶ Πατρός; ἔφη γάρ που, ὁ Χριστὸς, “οὐδεὶς δύναται
“ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ Πατὴρ ὁ πέμψας με, ἑλκύσῃ αὐτόν.”
πλὴν ἔν γε τούτοις οὐκ ἄν τις ἁμάρτοι τοῦ πρέποντος λέγω 1, ὡς
κλητοὶ γεγόνασί τινες κατὰ πρόθεσιν, τήν τε τοῦ κεκληκότος καὶ
τὴν ἑαυτῶν.</p><lb n="30"/><p>Γενναδίου. Ἀλλὰ μὴν καὶ τοῦτο ἡμῖν φησί που, πάντως
ἀνομολόγηται ὅτι Θεὸς οὐκ ἔγνω καταλείπειν τοὺς ἀγαπῶντας
αὐτὸν, ἀλλὰ πάντα αὐτοῖς τὰ περὶ αὐτοῖς συμβαίνοντα γίνεται g
<note type="footnote">e Quae seq. pessime depravata sunt, f Leg. λέγων. B Leg. γίνεσθαι.</note>

<pb n="148"/>
παρασκευάζει πρὸς ἀγαθὸν, ἅτε καὶ κατὰ τὴν ἀγαθὴν αὐτῶν πρόθεσιν
προσκεκλημένους f αὐτούς· ἐντεῦθεν μέντοι καὶ τὴν ἀπολογίαν
τῆς ὑπὲρ τῆς Ἰουδαίων ἀποβολῆς ἤρξατο προκατασκευ-
άζειν.</p><p>Θεοδώρου. Οὐ δεῖ θαυμάζειν, φησὶν, εἰ τοιαῦτα μὲν τότε <lb n="5"/>
προσδοκῶμεν ἡμῖν ἀγαθὰ περιέσεσθαι, ἐν ἀνηκέστοις δὲ ἄγαν
κακοῖς κατὰ τὸ παρὸν εὑρισκόμεθα. πανυγε εἰδότας ὡς δία πάντων
εὐεργετεῖν g ἔθος τῷ Θεῷ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτόν. ἄφθονον αὐτοῖς
τῶν ἀγαθῶν τὴν χορηγίαν παρεχόμενος. ὥστε καὶ ἀπὸ τῶν δοκούντων
εἶναι λυπηρῶν, μείζονας αὐτοῖς τοὺς αἰωνίους προξενεῖσθαι <lb n="10"/>
μισθούς. καλῶς δὲ τοῦτο οἴδαμεν, ἐπειδὴ σφόδρα ὡμολογημένον
ἔφη πρᾶγμα, παντὸς οὔτινος οὖν πάνυγε συνθησομένου, ὅτι τοῖς
ἀγαπῶσιν αὐτὸν ἀγαθῶν πρόξενος γίνεται Θεός· ὅπουγε καὶ πλημμελούντων
ἀνέχεται, ἡλίουτε ἀνατολὴν καὶ ὑετῶν χορηγίαν αὐτοῖς
χαριζόμενος. εἶτα καὶ ἀποδείξεων ὅπερ ἔφην πιστούμενος, “τοῖς <lb n="15"/>
“κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσι·” τούτων γὰρ ᾔδη καὶ πάλαι ὁ Θεὸς
τὴν περὶ αὐτῶν πρόθεσιν, οἷά τις ἔσται. ὅθεν αὐτοὺς καὶ ἐκάλεσεν
ἐπὶ τῷ τῆς οἰκείας ἀξίως τιμῆσαι προαιρέσεως.</p><p>Φωτίου. “Τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσι·” τουτέστι τοῖς
κατὰ γνώμην, κατὰ πρόθεσιν ἀξιωθεῖσι τῆς κλήσεως.</p><lb n="20"/><lb n="29"/><p>Ὅτι οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς
εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον
ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς.</p><p>Γενναδίου. Προώρισε δὲ τοῦτο, φησὶ, καὶ μετέδωκε τῆς υἱοθεσίας
καὶ ἄλλοις. οὐ τὸν Υἱὸν ταυτήτοι ζημιώσας· ἔχει γὰρ <lb n="25"/>
οὕτως ἐκεῖνος τὴν κατὰ πάντων ὑπεροχὴν, καὶ πλεονεκτεῖ τοῖς
πρωτοτόκοις τῶν ἀδελφῶν.</p><lb n="30"/><p>Οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε. καὶ οὓς ἐκάλεσε,
τούτους καὶ ἐδικαίωσεν· οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους
καὶ ἐδόξασεν.</p><lb n="30"/><p>Κυρίλλου. Εὐάφορμον τῆς ἀπιστίας τὸ χρῆμα ποιεῖσθαι τινὰς
τὸ ἀπεικὸς οὐδὲν, ἐξ ἀμαθίας συνηρπασμένους, καὶ λέγοντας, εἰ οὓς
<note type="footnote">f Cod. προσκεκλημένος g Cod. εὐεργετεῖ.</note>

<pb n="149"/>
αὐτὸς προέγνω κατὰ πρόθεσιν καὶ προαίρεσιν, οὗτοι κέκληνται,
πρὸς ἡμᾶς οὐδὲν τοὺς οὔπω πεπιστευκότας· οὐ γάρ τοι κεκλήμεθα·
οὔτε μὴν προωρίσμεθα. πρὸς οὓς ἐροῦμεν, ὅτι ὁ ποιῶν τοὺς
γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ, τοὺς μὲν οἰκέτας ἀπέστειλε συναγεῖραι
τοὺς κεκλημένους· οἱ δὲ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. εἰσῆλθον δὲ μετ’ ἐκείνους <lb n="5"/>
οἱ κλητοὶ κατ’ ἰδίαν πρόθεσιν· πέπλησται δὲ οὕτως ὁ νυμφὼν
τῶν ἀνακειμένων. οὐδ’ οὖν ἀφ’ αὐτοῖς ἐθέλουσιν ἐλθεῖν ἐμποδῶν
ὁρᾶται κειμένων. ἀδικεῖ δὲ οὐδένα τὸ σύμπαν ἡ πρόγνωσις. οὔτε
μὴν ὀνίνησι τινὰς ἐπιδιδασκόντων, εἰ μὴ καὶ αὐτοὶ προεγνώσθησαν,
οἱ ταῖς ἀπειθίαις ἐξυβρικότες τὸν κεκληκότα Θεόν. ἀλλὰ <lb n="10"/>
καὶ κέκληνται μὲν, καὶ εἰσπεπηδήκασι τινες εἰς τὸν γάμον. πλὴν
οὐ γεγόνασιν ἐκλεκτοὶ, οὐδὲ δεδικαίωνται, οὐδὲ ἐδοξάσθησαν. διὰ
ποίαν αἰτίαν; ὅτι μὴ πρέπουσαν h τοῖς γάμοις ἠμφιέννυντο
στολήν· ἄλλωστε καὶ αὐτὸν εὑρίσκομεν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν
Χριστὸν ἀναφανδὸν εἰρηκότα, “δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες <lb n="15"/>
“καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.” ἰδοὺ ἤδη σύμπαντας
ἐκάλει πρὸς ἑαυτόν. ἀμοιρήσειεν δ’ ἃν οὐδεὶς τῆς ἐπὶ τῷ
κεκλῆσθαι χάριτος· ἐν γὰρ τῷ πάντας εἰπεῖν, ἀπόπεμπτον ποιεῖται
παντελῶς οὐδένα· οὓς εἰδὼς πόρρωθεν, φησὶν, ὁποῖοί τινες
ἔσονται, ἀφώρισεν εἰς τὸ τῶν μελλόντων μετασχεῖν ἀγαθῶν, τούτους <lb n="20"/>
καὶ ἐκάλεσεν, ὥστε διὰ τῆς ἐπ’ αὐτὸν πίστεως ἀπολαῦσαι
δικαίωσιν i, ἁμαρτεῖν οὐκ ἐπιδεχομένοις τότε· ἡ δέ γε δόξα ἐν
ἀφθαρσίᾳ τε καὶ ἀθανασίᾳ γεγονόσι καθάπαξ. ἅπαντα μέντοι
ταῦτα ἀπέδωκε πρὸς τὸ, “οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν
“πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθὸν,” διδάξαι βουλόμενος, ὡς οὐ περιορῶν k <lb n="25"/>
αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐν ταῖς παρούσαις ἐξετάζεσθαι ποιεῖ συμφοραῖς.
πῶς γὰρ, ὅγε ἐπὶ τοσούτων ἀγαθῶν ἀπόλαυσιν καλέσας αὐτούς.
καὶ τούτου 1 νῦν, ἀλλὰ πάλαι καὶ προπάλαι, ἐξότεπερ αὐτοὺς
κάτα τὴν ἀπόρρητον ἑαυτοῦ πρόγνωσιν ἠπίστατο ὁποῖοι τινες
ἔσονται, καὶ πρὸ τοῦ γενέσθαι. εἰδὼς γὰρ ἄνωθεν τοιούτους ἐσομένους m <lb n="30"/>
αὐτοὺς, ἀνάλογα τῇ περὶ αὐτῶν διαθέσει πόρρωθεν αὐτοῖς
ηὐτρέπιζεν ἀγαθά. πῶς οὖν αὐτοὺς περιιδεῖν οἷόν τε, καὶ πρὸ τοῦ
<note type="footnote">h Cod. πρέπου. i Cod. δικαίωσις. k Cod. ὡς σοῦ περιορῶ.
1 Leg. τοῦτο οὐ νῦν. m Cod. ἐπομένους sed in marg. ἐσομένους.</note>

<pb n="150"/>
γενέσθαι τῆς προαιρέσεως αὐτῶν τὰς ἀμοιβὰς εὐτρεπίσαντα, καὶ
ἐπὶ τούτους αὐτοὺς καλέσαντα, ὥστε διὰ τῆς ἐπ’ αὐτὸν πίστεως
τῶν προσδοκωμένων ἀγαθῶν.</p><lb n="31"/><p>Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν,
τίς καθ’ ἡμῶν; ὅς γε τοῦ ἰδίου Υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο. <lb n="5"/>
Γενναδίου. Θεοῦ τοίνυν, φησὶν, ὄντος ὑπὲρ ἡμῶν, ἡμεῖς ἄλλον
τινὰ τῶν πάντων φοβηθησόμεθα; καὶ τὸν ἴδιον Υἱὸν οὕτως ὑπὲρ
ἡμῶν διδοὺς ἀφειδῶς, οὗτος εἰς ἡμᾶς περὶ τῶν ὑπολοίπων σμικρολογήσεται;
οὐκ ἔστι πάντα δεύτερα Θεῷ τῆς ἀγάπης αὐτοῦ
τῆς περὶ ἡμᾶς; εὔκαιρον τούτῳ νῦν ἐπισχεῖν· ὅτι ἐνταῦθα τοῦ <lb n="10"/>
Υἱοῦ παρὰ τοῦ Πνεύματος ὑπὲρ ἡμῶν παραδεδόσθαι n λέγων ὁ
Παῦλος, ἐν τῇ πρὸς Ἐφεσίους, αὐτὸν παρ’ ἑαυτοῦ λέγει τὸν Υἱὸν
τοῦτο πεποιηκέναι. “ὁ Χριστὸς, γάρ’ φησὶν, “ἠγάπησεν ἡμᾶς,
“καὶ παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν.” τί διδάσκων ἡμᾶς ἕτερον
ἣ ἓν εἶναι Πνεύματι καὶ Υἱῷ τῆς ἀνθρώπου σωτηρίας τὸ βού- <lb n="15"/>
λημα;</p><p>Διοδώρου. Δείξας διὰ τῶν πράξεων ὅτι συνεργεῖ πάντα ἡμῖν
εἰς ἀγαθὸν διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμᾶς ἀγάπην, οὓς εὗρε κατὰ
πρόθεσιν κλητοὺς, τὸ μέγα τεκμήριον τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ,
ἐπάγει, ὃ ἐπεδείξατο ἐν τῷ τοῦ μονογενοῦς μὴ φείσασθαι· εἰ καὶ <lb n="20"/>
μὴ θάνατος κατεκυρίευσε τοῦ Σωτῆρος, ἐπεὶ καὶ ἐπ’ αὐτῷ Κυρίῳ
τῷ θεῖναι ο τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ πάλιν λαβεῖν αὐτὴν, ἀλλ’ ὅμως
σκοπητέον ὅτι Χριστὸς ἑαυτὸν τοῖς ἀνθρωπίνοις ὑπέβαλε πάθεσι·
τήν τε ἰδίαν τοῦ Πατρὸς ἐκπληρῶν βούλησιν. πάντα οὖν ὑπὲρ
ἡμῶν Θεοῦ οἰκονομοῦντος, τίς ἐμποδίσει; τίς οὗτος ἰσχυρὸς, <lb n="25"/>
ὥστε τὰς εἰς ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ δωρεὰς διακωλύσαι. εἰκότως γὰρ
ὁ τοῦ Υἱοῦ δι’ ἡμᾶς μὴ φεισάμενος, καὶ τὰ ἄλλα πάντα ὑπὲρ ἡμῶν
οἰκονομήσει, καὶ τῶν ἄλλων προθήσει τὴν χάριν.</p><p>Κυρίλλου. τοῖς ἀγαθοεργεῖν ᾑρημένους, πάντα συνεργεῖ, Θεοῦ
ὑπερασπίζοντος. ὁ γὰρ τοῦ κατὰ φύσιν ἠφειδηκὼς Υἱοῦ, ἵνα σώσῃ <lb n="30"/>
κινδυνεύοντας, καὶ ἀπαλλάξῃ κινδύνων, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ
πάντα ἡμῖν χαριεῖται;
<note type="footnote">n Cod. παραδέδωσθαι. ο Cod. θῆναι.</note>

<pb n="151"/>
<lb n="33"/> τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεὸς ὁ δικαιῶν.
τίς ὁ κατακρίνων;</p><p>Γενναδίου. Ἐγκαλούντων τοιγαροῦν οἱ βουλόμενοι καὶ κατηγορούντων
ἡμᾶς· οὐ γὰρ ἰσχύουσιν ἡμῖν ἀμύνεσθαι τὸ παράπαν
τῆς Θεοῦ ψήφου, μεθ’ ἡμῶν τε καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τεταγμένης· βούλεται <lb n="5"/>
εἰπεῖν ὅτι μηδενὶ δυνατὸν ταῦτα ἡμῶν ἀφελέσθαι, ἃ προλαβὼν
ἡμῖν ὁ Θεὸς ἐχαρίσατο. οὔτε οὖν ἐκλεξαμένου ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ
ἐπὶ τῇ τῶν μελλόντων ἀπολαύσει ἀνατραπῆναι ὑπό τινος τὴν ἐκλογὴν
ἡμῶν δυνατόν. οὔτε παρέχοντος ἡμῖν τὰ προσδοκώμενα· καὶ
πρόγε πάντων τὴν ἀληθινὴν ἐκείνην δικαίωσιν ἐν ἧ καταστησόμεθα, <lb n="10"/>
ἁμαρτεῖν οὐκ ἐπιδεχόμενοι, τότε ἔσται τις ὁ μεταβολὴν
τῶν καθ’ ἡμᾶς ποιῆσαι δννάμενος; ὥστε οὐ προσῆκε δεδιέναι τοὺς
διώκοντας. ἀφελέσθαι γὰρ τὰ ἀγαθὰ παρ’ ἡμῶν δύνανται οὐδαμῶς,
ἅπερ ἐπὶ τοῦ μέλλοντος ἡμῖν αἰῶνος προσέσεσθαι ἐλπίζομεν.
διὸ εἶπε “τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν δικαίωσιν.” διὰ μὲν τῆς ἐκλογῆς <lb n="15"/>
τὸ πρὸς τοῦτο ἐντεῦθεν ἤδη ἀφωρίσθαι. σημαίνων δὲ διὰ τῆς
δικαιώσεως τὸ εἶναι αὐτῶν ἐν ἀπολαύσει. τό τε δικαίωσιν τὸ
ἁμαρτίαν μὴ ἐπιδέχεσθαι καλῶν. αὕτη γὰρ ἀληθὴς δικαίωσις.
ἀπὸ δὲ τούτου τὸ βέβαιον τῶν διδομένων ἡμῖν σημαίνων. οἱ p γὰρ
ἁμαρτάνοντες ἐν τοῖς διδομένοις μενοῦμεν ἀεί. ὅθεν οὐδὲ ἀνατραπῆναι <lb n="20"/>
ὑπό τινος αὐτὸ δυνατὸν εἶναι ἔφη.</p><p>Ὠριγένουσ. Δοκεῖ μοι τοῦτο ἀναφέρεσθαι ἐπὶ τὸν διάβολον,
ὄντα κατήγορον καὶ τῶν ἐκλεκτῶν οἷς ἐγκαλέσει. οὐδεὶς γάρ
ἐστιν, οὗ ἐκεῖνος μὴ κατηγορήσῃ, καὶ ᾧ οὐκ ἐγκαλέσῃ, εἰ μὴ
μόνον Ἰησοῦ, “ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν· οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ <lb n="25"/>
“στόματι αὐτοῦ·” καὶ διὰ τοῦτο λέγων, “νῦν ἔρχεται ὁ ἀρχῶν τοῦ
“κόσμου τούτου, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν.” διὰ τοῦτο οὖν ἐκεῖνος
ἐξευτελίζεται, ἐγκαλῶν καὶ κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ. τοῦ γὰρ
Θεοῦ δικαιοῦντος, τίς κατακρίναι δύναται; κἂν ὁ κατήγορος φέρῃ
εἰς μέσον τὰ ἀπηλιμμένα ἐφ’ οἷς κατεκρίθησαν, εἰ μὴ ἀπείλιπτο. <lb n="30"/>
ἐδικαίωσε δὲ αὐτοὺς, ὡς νεφέλην ἀπαλείψας τὰς ἀνομίας αὐτῶν,
καὶ λευκάνας τοὺς πρότερον ἡμαρτηκότας ὡς χιόνα.</p><p>Χριστὸς ὁ ἀποθανὼν, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς.</p><p>Γενναδίου. Πρὸς τὴν ἀπόδειξιν αὖθις τῶν προειρημένων χω-
<note type="footnote">P Leg. vid. οὐ.</note>

<pb n="152"/>
ῥεῖ, καὶ φησὶ, “Χριστὸς ὁ ἀποθανὼν, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθεὶς,”
καὶ τὰ ἑξῆς. οὐ γὰρ ὥς τινες ᾠήθησαν μέλλουσαν ἀντίρρησιν
αὐτῷ παρά τινῶν ταύτην ἀνθυποφέρεσθαι διαλύων τοῦτο ἐπήγαγεν,
ἐπεὶ μηδὲ ὑπεφύετο μηδαμόθεν ἐκ τῶν προειρημένων αὐτῷ
τοιαύτη τις ἔνστασις· ὁ περ ἐπὶ τῶν ἄλλων εὕρομεν ἀντιθέσεων. <lb n="5"/>
τίς γὰρ ἃν τοῦτο ὑπέλαβε πρὸς τὸν Παῦλον, τὸ ὅτι τοῦ Θεοῦ καὶ
Πατρὸς δικαιοῦντος ἡμᾶς, ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς οὐκ ἐάσει; οὐδὲ εἷς
δήπου· οὐ τοίνυν οὐδὲ ὁ Ἀπόστολος πρὸς οὐκ ἀνθιστάμενον αὐτῷ
λόγον ἔμελλεν εἰκῆ διαγωνίζεσθαι καὶ σκιομαχεῖν. πιστοῦσθαι
μέντοι καὶ βεβαιοῦν πλέον τοῦ Θεοῦ τὴν φιλανθρωπίαν, ὡς προέφαμεν, <lb n="10"/>
ἢν αὐτῷ καὶ σφόδρα γε ἀναγκαῖον. διὰ τοῦτο τοῖς προειρημένοις
ἐπήγαγε, “Χριστὸς ὁ ἀποθανὼν, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθεὶς,
ὃς καὶ ἐστὶν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ. ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν.
μὴ γὰρ ἐνί; τί δεῖ σε, φησὶ, τοῦ λοιποῦ; μὴ γὰρ ὑπείδεσθαι
μεταβολήν. ἔχει τέλος· τὸ πρᾶγμα πρὸς πέρας ἐκβέβηκεν. οὐδὲν <lb n="15"/>
ἐνδεῖ πρὸς τὴν σωτηρίαν ἡμῶν. τέθνηκε Χριστὸς, μᾶλλον δὲ καὶ
ἐγήγερται, καὶ τετίμηται τὰ πρῶτα παρὰ Θεῷ· καὶ τὴν χάριν
αὐτὸς ἐκβιβάζει τὴν εἰς ἡμᾶς. τουτέστιν αὐτῷ τῷ πράγματι
δῆλος ἐστὶν ὡς ἑαυτὸν ἡμᾶς προσκαλούμενος, καὶ ἡ ἀπαρχὴ τὸ
πᾶν ἀπολήψεται· καὶ τῇ κεφαλῇ τὸ λοιπὸν ἀποδοθήσεται σῶμα. <lb n="20"/>
τὴν γὰρ ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καὶ ὑψωθεὶς, ἕλξει καὶ
ἡμᾶς ὡς ἑαυτὸν κατὰ τὴν οἰκείαν ὑπόσχεσιν. “ὅταν γάρ’ φησὶν,
“ὑψωθῶ, τότε πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν.” ἐσχημάτισε δὲ
κἀνταῦθα τὸ πρᾶγμα διὰ τῆς “ἐντυγχάνει” λέξεως, πρὸς πληροφορίαν
ἡμῶν. καθὰ καὶ πρὸ βραχέως ἐν τοῖς περὶ τοῦ Πνεύματος <lb n="25"/>
ἔφαμεν.</p><p>Ἀπολιναρίου. Λέλυκε, φησὶν, ἡ ἐκλογὴ τὰ ἐγκλήματα, καὶ
τὴν κατάκρισιν προανῄρηκεν ἡ δικαίωσις. ὥστε οὔτε νόμος καταδικάζων,
οὔτε ἄρχοντες τοῦ αἰῶνος τούτου κατέχοντες ὑφ’ ἁμαρτίαν
τὸν ἄνθρωπον, καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ἐπὶ δουλείαν θανάτου <lb n="30"/>
καθέλκοντες, ἰσχυροὶ καθ’ ἡμῶν ἔτι γενήσονται· ἀλλὰ παύσεται
μὲν τὸ τοῦ νόμου φοβερὸν, χάριτι Χριστοῦ νικώμενον. ἐξασθενεῖ
δὲ ἡ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου πονηρία, τῇ ἀγαθότητι τοῦ δι’
ἡμᾶς σφαγιασθέντος, καὶ ἑκουσίως ἑαυτὸν ἐκδεδωκότος εὐδοκίᾳ
τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, εἰ καὶ ἐπῆλθεν ἀνάστασις τὸν θάνατον <lb n="35"/>

<pb n="153"/>
ἀποκρύπτουσα· καὶ οὐκέτι τεθνεῶτα ὁρῶμεν Χριστὸν, ἀλλὰ ζῶντα
καὶ συνεδρεύοντα τῷ Πατρὶ, καὶ ὑπὲρ ἀνθρώπων πρεσβεύοντα
κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, καθὸ καὶ πρὸς ἀνθρώπους συνήφθη, τὰ διε-
στῶτα συνάπτων.</p><p>Σευηριανοῦ. Διὰ τούτων τὴν ἄμετρον τοῦ Χριστοῦ δείκνυσιν <lb n="5"/>
ἀγάπην, ἣν ἔχει περὶ ἡμᾶς. οὐκ ἠρκέσθη γὰρ τῷ ἀποθανεῖν ὑπὲρ ἡμῶν.
καὶ δῆλον ὅτι ταύτα ἐντυγχάνει, ἅπερ καὶ ἡνίκα συνῆν ἀνθρώποις
κατὰ σάρκα· ᾔτει γὰρ τὸν Πατέρα λέγων, “ἵνα ὅπου ἐγώ εἰμι,
“καὶ αὐτοὶ ὦσιν.” περὶ τούτου ἐντυγχάνει ὁ Σωτῆρ’, οὔτε δὲ ὡς
ἀγνοοῦντα τὸν Πατέρα τὰ καθ’ ἡμᾶς διδάσκει ἐντυγχάνων, οὔτε <lb n="10"/>
ὡς μὴ βουλόμενον· ἃ γὰρ βούλεται ὁ Πατὴρ, βούλεται καὶ ὁ
υἱός. τὸ οὖν βούλεται ἡ πρεσβεία καὶ ἡ ἐντυχία, τὴν μέλλουσαν
ἀσέβειαν Σαβελλίου προεκκόπτει ὁ λόγος· διδάσκων, ὡς εἰ καὶ
μία ἐστὶ τῆς τριάδος ἡ οὐσία, ἀλλ’ οὐχὶ μία ὑπόστασις. διὰ
γὰρ τῆς ἐντεύξεως ἕτερος ὁ αἰτῶν, καὶ ἕτερος ὁ αἰτούμενος δείκνυται. <lb n="15"/>
οὐκ ἄτοπον γὰρ τὸν μὲν Υἱὸν αἰτεῖν, τὸν δὲ Πατέρα χαρίζεσθαι.
ὅπως ἃν ἁρμόζουσα τάξις ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν προσώπων
φυλάττηται. ἣ οὐκ ἄτοπον ἦν εἰδότα τοῦ Πατρὸς τὴν γνώμην
φθάνειν τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρὸς τὴν δωρεὰν, καὶ ὑφαρπάζοντα διδόναι
τὴν χάριν. οὕτω γοῦν καὶ πάντα μὲν διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐδημιουργήθη, <lb n="20"/>
βουλήσει δὲ τοῦ Πατρὸς, ἵνα διόλου τὸ ἀκόλουθον καὶ πρέπον ἐπ’
ἀμφοτέρων τῶν προσώπων φυλάττηται. διδάσκει οὖν ἡμᾶς ὁ λόγος
τὴν περὶ τοῦ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ ἀσύγχυτον τάξιν. ἐὰν δὲ καὶ τὸν ἐν
σαρκὶ χριστὸν λογίσῃ αἰτοῦντα, πολλῷ σοι μᾶλλον φανεῖται ὁ
λόγος εὐσυνοπτότερος,</p><lb n="25"/></div></div></body></text></TEI>