<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg008.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><head>ΚΕΦ. ΛΑ.</head><p>Παραίνεσις Ἰακώβου πρὸς Παῦλον, περὶ τοῦ μὴ δοκεῖν κωλύειν Ἑβραίους
περιτέμνεσθαι.</p><lb n="25"/><lb n="30"/><p>Οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν Θεόν·</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα καὶ αὐτοὶ μεθ’ ὅσης ὑποστολῆς· οὐχ
ὡς Ἐπίσκοπος αὐθεντικῶς διαλέγεται· ἀλλ’ αὐτὸν παραλαμβάνουσι
κοινωνὸν τῆς γνώμης, ὡσανεὶ εὐθέως ἀπὸ προοιμίων ἀπολογούμενοι
ἀεὶ, ὅτι οὐκ ἐβουλόμεθα· ὁρᾶς τοῦ πράγματος τὴν ἀνάγκην.</p><lb n="30"/><p>Εἶπόν τε αὐτῷ, θεωρεῖς, ἀδελφὲ, πόσαι μυριάδες εἰσὶν
ἐν τοῖς Ἰουδαίοις τῶν πεπιστευκότων·</p><note type="footnote">t Cod. ἕνα.</note><pb n="349"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Αὗται οἱ μυρίαδες, ἐκ τῶν βοησάντων “ τὸ αἷμα
“ αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν, ὑπῆρχον· ἀλλ’ ὅμως ὁ
φιλάνθρωπος τοσαύτῃ μανίᾳ χρησαμένων, καὶ καθ’ ἑαυτῶν καὶ
κατὰ τῶν παίδων, οὐδ’ ἐπ’ αὐτῶν τὴν ψῆφον ἐκύρωσεν· ἀλλὰ καὶ
ἐξ αὐτῶν καὶ ἐξ ἐκείνων ἐδέξατο τοὺς μετανοήσαντας καὶ πιστεύσαντας, <lb n="5"/>
καὶ μυρίων ἠξίωσεν ἀγαθῶν· καὶ γὰρ καὶ Παῦλος ἐξ αὐτων
ἢν.</p><lb n="21"/><p>Καὶ πάντες ζηλωταὶ τοῦ νόμου ὑπάρχουσι. κατηχήθησαν
δὲ περὶ σοῦ, ὅτι ἀποστασίαν διδάσκεις ἀπὸ Μωϋσέως
τοὺς κατὰ τὰ ἔθνη πάντας Ἰουδαίους, λέγων μὴ <lb n="10"/>
περιτέμνειν αὐτοὺς τὰ τέκνα, μηδὲ τοῖς ἔθεσι περιπατεῖν.
<lb n="22"/> τί οὖν ἐστί; πάντως δεῖ πλῆθος συνελθεῖν· ἀκούσονται
γὰρ ὅτι ἐλήλυθας.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Δύο αἰτίαι, καὶ τὸ πλῆθος καὶ ἡ γνώμη· οὔτε γὰρ
εἰ ὀλίγοι ἤσαν καταφρονῆσαι ἔχει, οὔτε εἰ πολλοὶ, καὶ μὴ πάντῃ <lb n="15"/>
τοῦ νόμου ἀντεῖχον τὸ περὶ πολλοῦ ποιεῖσθαι· εἶτα καὶ τρίτη
αἰτία· “ καὶ οὗτοι πάντες κατηχήθησαν,” φησὶ, “ περὶ σοῦ, ὅτι
“ ἀποστασίαν διδάσκεις ἀπὸ Μωϋσέως·” καὶ τὰ ἑξῆς· οὐκ εἶπεν
ἤκουσαν, ἀλλ’ οὕτως ἐπίστευσαν καὶ ἐδιδάχθησαν.</p><p>Σευήρου Ἐκ Τῆσ Πρὸσ u Μισαὴλ Κουβικουλάριον έπιστολῆσ. <lb n="20"/>
Οὕτως καὶ οἱ Ἀπόστολοι καὶ τοῦ Σωτῆρος ἱεροὶ μαθηταὶ,
τοὺς ἐκ περιτομῆς μεθιστάντας ἐπὶ τὴν εὐαγγελικὴν πολιτείαν, ἐξ
ἀρχῆς αὐτοῖς κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως περιτέμνεσθαι συνεχώρησαν·
ἵνα μόνον τὸ πιστεύειν εἰς Χριστὸν παραδέξωνται· καὶ λοιπὸν
αὐτοὶ δι’ ἑαυτῶν ἐμφορηθέντες τῆς ἐν Πνεύματι λατρείας καὶ <lb n="25"/>
εὐαγγελικῆς τελειότητος, τὰ μικρὰ καὶ σκιώδη καὶ νομικὰ παρατηρήματα
διαπτύσωσι· καὶ τὴν σαρκικὴν περιτομὴν ἀτιμάσωσι,
τὸ τὰς ψυχὰς περιτέμνεσθαι τῆς κακίας ἀνταλλαξάμενοι.</p><lb n="23"/><p>Τοῦτο οὖν ποιῆσον, ὅ σοι λέγομεν·</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὡς συμβουλεύοντες φασὶν, οὐχ ὡς ἐπιτάττοντες· <lb n="30"/>
ὅθεν πείθουσιν αὐτὸν, ὅτι οἰκονομία καὶ συγκατάβασις
ἦν· οὐκ ἄρα ἐγκοπὴ τοῦ κηρύγματος τοῦτο ἦν· ὅπου γε καὶ αὐτοὶ
ἐνομοθέτουν ἐκείνοις τὰ τοιαῦτα· οὐκ ἆρα ἐγκαλεῖ Πέτρῳ ἁπλῶς·
<note type="footnote">u πρὸς om. Cod.</note>
<pb n="350"/>
ὅπερ γὰρ ἐνταῦθα ἐποίησεν αὐτὸς, τοῦτο Πέτρος ἐκεῖ σιγῶν καὶ
ἱστῶν x αὐτοῦ τὸ δόγμα· καὶ οὐκ εἶπε τι γὰρ οὐ χρὴ τοὺς κατὰ
τὰ ἔθνη διδάσκειν οὐκ ἀρκεῖ τὸ μὴ κηρύξαι ἐκεῖ, ἀλλ’ ἔδει καὶ
πλέον τι, ποιῆσαι νόμον.</p><p>Εἰσὶν ἡμῖν ἄνδρες τέσσαρες εὐχὴν ἔχοντες ἐφ’ ἑαυτῶν· <lb n="5"/>
<lb n="24"/> τούτους παραλαβὼν ἁγνίσθητι σὺν αὑτοῖς,</p><p>Ἀμμωνίου. Οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις πιστεύσαντες ἀπὸ Ἰουδαίων
τὰ ἔθη τὰ νομικὰ ἤθελον y φυλάττειν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἔργῳ τὴν ἀπολογίαν ποιῆσαι μὴ
“ ἵνα ξυρίσωνται,” φησὶ, “ καὶ γνῶσι πάντες, ὅτι ὧν κατήχηνται <lb n="10"/>
“ περὶ σοῦ, οὐδέν ἐστιν·” οὐκ εἶπον ὅτι διδάσκεις, ἀλλ᾿ ἐκ περιουσίας,
ὅτι καὶ αὐτὸς φυλάττεις· οὐ γὰρ μόνον τοῦτο ἦν τὸ σπουδαζόμενον,
εἰ μὴ ἑτέρους διδάσκει, ἀλλὰ τί; καὶ αὐτὸς τηρεῖ· τί οὖν ἂν τὰ
ἔθνη μάθωσι; βλάψω αὐτούς φησι, πῶς, ὅπου καὶ ἡμεῖς οἱ τῶν
Ἰουδαίων διδάσκαλοι ἐπέμψαμεν πρὸς αὐτούς· “ περὶ δὲ τῶν πεπι- <lb n="15"/>
“ στευκότων,” φησὶν, “ ἐθνῶν, ἡμεῖς ἐπεστείλαμεν, κρίναντες μηδὲν
“ τοιοῦτον τηρεῖν αὐτοὺς, εἰ μὴ φυλάσσεσθαι αὐτοὺς, τὸ εἰδωλόθυ-
“ τον καὶ τὸ αἷμα, καὶ τὸ πνικτὸν καὶ πορνείαν·” ἐνταῦθα ἐντρεπτικῶς·
ὥσπερ ἐκείνοις ἡμεῖς ἐπετάξαμεν, καίτοι Ἰουδαίους κηρύττοντες·
οὕτω καί σὺ τοῖς ἔθνεσι κηρύττων σύμπραξον ἡμῖν· ὅρα <lb n="20"/>
τὸν Παῦλον οὐ λέγει· καὶ μὴν δύναμαι Τιμόθεον παραγαγεῖν, ὃν
περιέτεμον· καὶ μὴν δύναμαι πεῖσαι τῷ λόγῳ· ἀλλ’ ἐπείσθη αὐτοῖς·
καὶ πάντα ἐποίησεν, καὶ γὰρ οὕτως συνέφερεν· οὐ γὰρ ἦν
ἶσον εἰς ἀπολογίαν καταστῆσαι, καὶ οὐδενὸς εἰδότος ποιῆσαι ταῦτα·
ἀνύποπτος ἦν τῶ καὶ δαπανᾶσθαι ταῦτα.</p><lb n="25"/><p>Καὶ δαπάνησον ἐπ’ αὐτοῖς, ἵνα ξυρήσωνται τὴν
κεφαλὴν,</p><p>Θεοδωρήτου Κύρου. Τουτέστι τὰς ὑπὲρ αὐτῶν προσφερομένας
κατὰ τὸν νόμον θυσίας· σὺ παράσχε ἵνα λύσῃς τὴν
ὑποψίαν.</p><lb n="30"/><p>Καὶ γνώσωνται πάντες, ὅτι περὶ ὧν κατήχηνται περὶ
σοῦ, οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ καὶ στοιχεῖς καὶ αὐτὸς, φυλάσκαὶ
<note type="footnote">x ἱστῶν suppl. rec. m. in marg. y ἤθελλον Cod.</note>
<pb n="351"/>
<lb n="25"/> σῶν τὸν νόμον. περὶ δὲ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν ἡμεῖς
ἐπεστείλαμεν, κρίναντες μηδὲν τοιοῦτον τηρεῖν αὐτοὺς,
εἰ μὴ φυλάσσεσθαι αὐτοὺς τό τε εἰδωλόθυτον καὶ αἷμα
καὶ z πνικτὸν καὶ πορνείαν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Πόλλα τῆς ἐπαγγελίας τὰ εἴδη· οἱ μὲν γὰρ <lb n="5"/>
θυσίας ἐπηγγέλλοντο, οἱ δὲ χρήματα, οἱ δὲ ἑαυτούς· οἱ δὲ ῥητὸν
ἀριθμὸν ἡμερῶν μὴ πιεῖν οἶνον, μὴ κείρασθαι τὴν κεφαλήν· τοιοῦτοι
ἦσαν καὶ οὗτοι οἱ ἄνδρες· εὐχὴν δὲ καλεῖ τὴν ὑπόσχεσιν· αἱ
γὰρ τρίχες νεκρώσεως σύμβολον· νεκραὶ γὰρ αὗται, καὶ ὀδύνης
αἴσθησιν οὐ δεχόμεναι· τοῦτό φησι καὶ ὁ Ἀπόστολος· “ ζῶ δὲ <lb n="10"/>
οὐκέτι ἐγὼ.”</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Συγκατάβασις τὸ πρᾶγμα ἐστί· μὴ φοβηθεὶς
οὐ πρότερον παραινοῦσιν αὐτῷ, ἕως τοῦ εἰπεῖν τὴν οἰκονομίαν
πρῶτον καὶ τὸ κέρδος· καὶ τὸ ἐν Ἱεροσολύμοις δὲ τοῦτο
ποιεῖν φορητόν· ποιῆσον τοῦτο ἐνταῦθα· ἵνα ἐξῇ σοι ἔξω ποιεῖν <lb n="15"/>
ἐκεῖνο· εἰκὸς γὰρ ἦν αὐτοὺς ἡμέρας τινὰς ἐκεῖ διατρίβειν ἐν τῷ
ἱερῷ.</p><lb n="26"/><p>Τότε ὁ Παῦλος παραλαβὼν τοὺς ἄνδρας, τῆ ἐχομένη
ἡμέρᾳ σὺν αὐτοῖς ἁγνισθεὶς, εἰσῄει εἰς τὸ ἱερόν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐγένετο δὲ ταῦτα, οὐ τῆς γνῶ μὴς αὐτοῦ μεταβαλλομένης, <lb n="20"/>
ἐπεὶ κακία τὸ πρᾶγμα ἦν· ἀλλὰ τῆς ἀγάπης συγκαταβαινούσης·
ἵνα γὰρ τοὺς ὄντας ἀληθῶς ταῦτα μεταστήσῃ·
ἐγίνετο δὲ ταῦτα οὐκ ἀληθῶς· ἐπιδεικνύμενος μόνον οὐκ ἐκ διανοίας
αὐτὰ πράττων οὕτως ἐχούσης· πῶς γὰρ ὁ καὶ ἑτέρους μεταθεῖναι
σπεύδων, καὶ διὰ τοῦτο ταῦτα ποιῶν, ἵνα ἄλλους ποιοῦντας <lb n="25"/>
ἐλευθερώσῃ τῆς ταπεινότητος ἐκείνης; Καὶ πάλιν—Καὶ ἐξύρατο,
καὶ πάντα τὰ Ἰουδαϊκὰ ἐπετέλεσεν· ἔνθα μὲν γὰρ οὐκ ἐβλάπτετο
τὸ Εὐαγγέλιον, πάντων ἢν ταπεινότερος· ἔνθα δὲ ἐκ τῆς ταπεινοφροσύνης
ἑώρα τινὰς ἀδικουμένους, οὐκέτι κέχρηται τῷ αὐτῷ πλεονεκτήματι·
τοῦτο γὰρ λοιπὸν οὐκ ἦν ταπεινοφρονεῖν, ἀλλὰ λυμαίνεσθαι <lb n="30"/>
καὶ διαφθείρειν τοὺς μαθητευομένους.</p><p>Ἀμμωνίου. Ἔθος μᾶλλον ἦν τοὺς ἔχοντας εὐχὴν κείρασθαι
τὴν κεφαλὴν μετὰ τὸ ἁγνισθῆναι, καὶ οὕτως ἐπὶ ζ΄ ἡμέρας ποιεῖν
<note type="footnote">z καὶ om. Cod.</note>
<pb n="352"/>
προσφορὰν ὑπὲρ ἑαυτῶν· τοιοῦτόν τι ἐποίησεν Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα·
ὡς δῆλον εἶναι, ὅτι ὡς θεοσεβοῦντες ἀπεκείροντο τὴν
κόμην· καλῶς οὖν καὶ νῦν οἱ εὐλαβεῖς κείρονται· δεῖ δὲ καὶ
ἁγνισμοῦ· ἐν τοῖς Ἀριθμοῖς δὲ κεῖται ὁ νόμος οὗτος· Ἰουδαικὸν
οὑν τὸ ἔθος.</p><lb n="5"/><p>Τοῦτό ἐστι τὸ ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῇ εἰρημένον·
“ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίους ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω·
“ τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· τοῖς
“ ἀνόμοις ὡς ἄνομος, ἵνα κερδήσω ἀνόμους· ταῦτα τὰ ῥητὰ διαλαμβάνων
Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης ἐν τῇ χλζ΄ Ἐπιστολῇ· λέγει <lb n="10"/>
οὕτως· “ ἐγένετο τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ὅτε ἐν τῷ ἱερῷ ἡγνί-
“ σατο καὶ ἔθυσε· καὶ περιτεμὼν Τιμόθεον Ἰουδαίοις πέπομφε δι-
“ δάσκαλον, διὰ περιτομῆς τὴν περιτομὴν ἀναιρῶν· διὸ οὐκ εἶπεν
“ Ἰουδαῖος, ἀλλ’ ὡς Ἰουδαῖος· τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, ὅτε Ἀθηναίοις
“ δημηγορῶν, οὐκ ἀπὸ προφητῶν οὐδὲ ἀπὸ τοῦ νόμου διελέχθη, ἀλλὰ <lb n="15"/>
“ ἀπὸ βώμου τὴν παραίνεσιν ἐποιήσατο· ἀπὸ τῶν οἰκείων αὐτοὺς
“ χειρούμενος δογμάτων· διὸ οὐκ εἶπεν ἄνομος, ἀλλ’ ὡς ἄνομος.”</p><p>Διαγγέλλων τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγνισμοῦ,
ἕως οὗ προσηνέχθη ὑπὲρ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν ἡ
προσφορά.</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. “ Διαγγέλλων·” τουτέστι καταγγέλλων·
αὐτὸς ἦν ὁ δῆλον ἑαυτὸν ποιῶν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><head>ΚΕΦ. ΛΒ.</head><p>Περὶ τῆς ἐν Ἱερουσαλὴμ κατὰ τοῦ Παῦλου κινηθείσης ἀταξίας· ὅπως τε αὐτὸν
ὁ χιλίαρχος τοῦ πλήθους ἐξαιρεῖται.</p><lb n="25"/><lb n="27"/><p>Ὡς δὲ ἔμελλον αἱ ἑπτὰ ἡμέραι συμπληροῦσθαι, θεασάμενοι
αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ, οἱ ἀπὸ τῆς Ἀσίας Ἰουδαῖοι
συνέχεαν πάντα τὸν ὄχλον, καὶ ἐπέβαλον ἐπ’ αὐτὸν τὰς
<lb n="28"/> χεῖρας, κράζοντες,</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “ Οἱ ἀπὸ τῆς Ἀσίας Ἰουδαῖοι·” μάλιστα γὰρ ἐκείνοις <lb n="30"/>
συγχρονίζει, “ θεασάμενοι αὐτὸν συνέχεον πάντα τὸν ὄχλον·”
ὅρα οἰκονομίαν γενομένην, μετὰ τὸ πεισθῆναι τοὺς Ἰουδαίους, τότε
ἐπιτίθενται ἐκεῖνοι, ἵνα κἀκεῖνοι συνεπιτιθῶνται.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα τὸ ἦθος αὐτῶν πανταχοῦ ταραχῶδες·

<pb n="353"/>
καὶ ἁπλῶς βοώντων ἐν τῷ μέσῳ, ὥστινος δυσθηράτου καὶ δυσχειρώτου
ταῖς ἐκείνων ἐμπεσόντος χερσίν.</p><p>Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε. οὗτός ἐστιν ὁ ἄνθρωπος
ὁ κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ νόμου καὶ τοῦ τόπου τούτου
πάντας πανταχῆ διδάσκων·</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Μάλιστα αὐτοὺς ἐθορύβει ὁ ναὸς καὶ ὁ νόμος·
καὶ οὐδὲν ἐνεκάλεσε τοῖς Ἀποστόλοις ὁ Παῦλος, ὅτι αὐτοὶ αἴτιοι
γεγόνασιν αὐτῷ.</p><p>Ἔτι τὲ καὶ Ἕλληνας εἰσήγαγεν εἰς τὸ ἱερὸν, καὶ κεκοινωνηκε
<lb n="29"/> τον ἄγιον τόπον τοῦτον. ἦσαν γὰρ προεωρακότες <lb n="10"/>
Τρόφιμον τὸν Ἐφέσιον ἐν τῆ πόλει σὺν αὐτῷ,
ὃν ἐνόμιζον ὅτι εἰς τὸ ἱερὸν εἰσήγαγεν ὁ Παῦλος.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἰτα καὶ ἡ κατηγορία μείζων ἀπὸ τῶν παρόντων·
“ ἔτι δὲ,” φησὶ, “ καὶ Ἕλληνας εἰσήγαγεν εἰς τὸ ἱερὸν, καὶ
“ κεκοινώνηκε a.” καὶ μὴν καὶ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ ἀνέβησαν προσκυνήσοντες· <lb n="15"/>
ἀλλὰ τοὺς οὐκ ἀνελομένους προσκυνῆσαι φασίν.</p><lb n="30"/><p>Ἐκινήθη τὲ ἡ πόλις ὅλη, καὶ ἐγένετο συνδρομὴ τοῦ
λαοῦ· καὶ ἐπιλαβόμενοι τοῦ Παύλου, εἷλκον αὐτὸν ἔξω
τοῦ ἱεροῦ· καὶ εὐθέως ἐκλείσθησαν αἱ θύραι.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐβούλοντο γὰρ αὐτὸν ἀνελεῖν, καὶ διὰ τοῦτο ἔξω <lb n="20"/>
εἶλκον· ὥστε μετὰ πλείονος ἀδείας τοῦτο ποιῆσαι.</p><lb n="31"/><p>Ζητούντων δὲ αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ἀνέβη φάσις τῷ χιλιάρχῳ
<lb n="32"/> τῆς σπείρης, ὅτι ὅλη συγκέχυται Ἱερουσαλήμ· ὃς
ἐξ αὐτῆς παραλαβὼν τοὺς στρατιώτας καὶ ἑκατοντάρχους,
κατέδραμεν ἐπ’ αὐτούς. οἱ δὲ, ἰδόντες τὸν χιλίαρχον καὶ <lb n="25"/>
τοὺς στρατιώτας, ἐπαύσαντο τύπτοντες τὸν Παῦλον.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐκέτι νόμων ἐδέοντο οὐδὲ δικαστηρίων· ἀλλ’
ἔτυπτον αὐτὸν δι’ ὅλου.</p><p>Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ στάσις κατειλήφει τις τὴν πόλιν· καὶ ὁ δῆμος
ἦν θορύβῳ πολλῷ, Ἰουδαίων ταραττόντων τὸ κοινόν· δεινὸν γὰρ <lb n="30"/>
καὶ βαρὺ ἡγήσαντο κατήγορον ἔχειν τὸν πάλαι προστάτην καὶ
κοινωνὸν τῆς μανίας αὐτῶν καὶ κτείνειν αὐτὸν ἔσπευδον.</p><note type="footnote">a Scriptum erat κεκοινώνηκε, sed rec. m. corr. et dedit κεκοίνωκε.</note><pb n="354"/><lb n="33"/><p>Τότε ἐγγίσας ὁ χιλίαρχος ἐπελάβετο αὐτοῦ, καὶ ἐκέ-
λευσε δεθῆναι ἁλύσεσι δυσίν· καὶ ἐπυνθάνετο τίς εἴη,
<lb n="34"/> καὶ τί ἐστι πεποιηκώς. ἄλλοι δὲ ἄλλο τι ἐπεφώνουν ἐν
τῷ ὄχλῳ· μὴ δυνάμενος δὲ γνῶναι τὸ ἀσφαλὲς διὰ τὸν
θόρυβον, ἐκέλευσεν ἄγεσθαι αὐτὸν εἰς τὴν παρεμβολήν. <lb n="5"/>
<lb n="35"/> ὅτε δὲ ἐγένετο ἐπὶ τοὺς ἀναβαθμοὺς, συνέβη βαστά-
ζεσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν διὰ τὴν βίαν τοῦ
ὄχλου.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Παραμυθούμενος τὸν θύμον τοῦ δήμου.</p><lb n="36"/><p>Ἠκολούθει γὰρ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, κράζοντες, αἶρε lo
αὐτὸν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Tί ἐστιν “αἶρε αὐτόν;” τουτέστιν ὃ
παρ’ ἡμῖν λέγουσι κατὰ τὴν Ῥωμαϊκὴν συνήθειαν, ἐν τοῖς σίγνοις
αὐτὸν ἔμβαλε, αἶρε αὐτόν· ἐφοβοῦντο γὰρ αὐτὸν μὴ διαφύγῃ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἵππός ἐστιν ἀναβάτην φέρων, ἡ κραυγὴ δὲ <lb n="15"/>
ὀργήν· συμπόδισον τὸν ἵππον, καὶ κατέστρεψας τὸν ἀναβάτην.</p><p>Ἀμμωνίου. Ἔθος τοῖς Ἰουδαίοις ταύτην λέγειν τὴν φωνὴν
κατὰ τῶν δικαίων· ὡς καὶ κατὰ τοῦ Κυρίου· “αἷρε αὐτόν· ἀντὶ
τοῦ, ἔπαρον αὐτὸν ἐκ τῶν ζώντων.</p><lb n="37"/><p>Μέλλων δὲ εἰσάγεσθαι εἰς τὴν παρεμβολὴν ὁ Παῦ- <lb n="20"/>
λος, εἶπε τῷ χιλιάρχῳ, εἰ ἔξεστι μοι εἰπεῖν τι πρός σε ;
<lb n="38"/> ὁ δὲ ἔφη, Ἑλληνιστὶ γινώσκεις ; οὐκ ἄρα σὺ εἶ ὁ Αἰ-
γύπτιος, ὁ πρὸ τούτων τῶν ἡμερῶν ἀναστατώσας καὶ
ἐξαγαγὼν εἰς τὴν ἔρημον τοὺς τετρακισχιλίους τῶν σι-
καρίων;</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. ’ Ὄρα μεθ’ ὅσης συστολῆς διαλέγεται ὁ
Παῦλος τῷ χιλιάρχῳ· ” εἰ ἔξεστί μοι εἰπεῖν τι πρός σε ; ὁ δὲ
“ἔφη, Ἑλληνιστὶ γινώσκεις ; οὐκ ἄρα σὺ εἶ ὁ Αἰγύπτιος ; ἄν-
θρωπος γάρ τις νεωτεροποιὸς γέγονε καὶ στασιαστὴς καὶ ἀπατεὼν
καὶ γόης· καὶ προσεδόκησε ὁ διάβολος συσκιάζειν διὰ τούτου, <lb n="30"/>
καὶ κοινωνοὺς ποιεῖν τῶν ἐκείνους προσηκόντων καὶ τὸν Χριστὸν
καὶ τοὺς Ἀποστόλους· ἀλλ’ οὐδὲν ἴσχυσεν· ἀλλὰ τί ; λαμπροτέρα
γέγονεν ἡ ἀληθεία· οὐδὲν παραβλαβεῖσα τοῖς τοῦ διαβόλου μη-

<pb n="355"/>
χανήμασιν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον λάμψασα· εἰ μὲν γὰρ μὴ ἦσαν
γόητες, εἶτα καὶ οὗτοι ἐκράτουν, τάχα ἄν τις ἐπελάβετο· ὅτε δὲ
καὶ αὐτοὶ ἐφάνησαν, τοῦτό ἐστι τὸ θαυμαστὸν, ἵνα καὶ οἱ δόκιμοι
φανεροί, φησι, γένωνται· μὴ τοίνυν ἀλγῶμεν ὅταν αἵρεσίς ἐστιν,
ὅπου καὶ ψευδόχριστοι z. καὶ τῷ χριστῷ ἐπιθέσθαι ἠθέλησαν, καὶ <lb n="5"/>
πρὸ τούτου καὶ μετὰ τοῦτο, ὥστε συσκιάσαι· ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια
λάμπει, καὶ δήλη ἐστὶ πανταχοῦ.</p><p>Ὠριγένουσ. Παρὰ Ἰουδαίοις τρεῖς αἱρέσεις γενικαί· Φαρισαῖοι·
Σαδδουκαῖοι· Ἐσσηνοί· οὗτοι τὸν βίον σεμνότερον ἀσκοῦσι,
φιλάλληλοι ὄντες, καὶ ἐγκρατεῖς· διὸ καὶ Ἐσσηνοὶ προσαγορεύονται, <lb n="10"/>
ἤγουν ὅσιοι· ἄλλοι δὲ αὐτοὺς σικαρίους ἐκάλεσαν, ἤγουν
ζηλωτάς.</p><p>Ιωσήπου. Σικάριοι λέγονται λῃσταὶ, ξίφεσι a διαχρώμενοι,
παραπλησίοις μὲν τὸ μέγεθος τοῖς τῶν Περσῶν ἀκινάκαις, ἐπικαμπέσι
δὲ καὶ ὁμοίαις ταῖς ὑπὸ Ῥωμαίων σίκαις καλουμέναις· <lb n="15"/>
ἀφ’ ὧν καὶ τὴν προσηγορίαν οἱ λῃστεύοντες ἔλαβον.</p><lb n="39"/><p>Εἶπε δὲ ὁ Παῦλος, ἐγὼ ἄνθρωπος μὲν εἰμὶ Ἰουδαῖος,
Ταρσεὺς, τῆς Κιλικίας οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης·</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα αὐτὸν ὅταν πρὸς τοὺς ἔξω διαλέγηται,
παραιτούμενον καὶ τοῖς ἀπὸ τῶν νόμων κεχρῆσθαι βοηθήμασιν· ἐνταῦθα <lb n="20"/>
αὐτὸν ἀπὸ τῆς πόλεως ἐντρέπει, καὶ ἀλλαχοῦ πάλιν οὕτως
φησί· “ δημοσίᾳ ἀκατακρίτους ἀνθρώπους Ῥωμαίου ὑπάρχοντας
“ ἔβαλον εἰς φυλακήν·” ἐπειδὴ γὰρ εἶπε, “ σὺ εἶ ὁ Αἰγύπτιος;”
εὐθέως αὐτὸν ταύτης ἀπήγαγε τῆς ὑποψίας· εἶτα ἵνα μὴ νομισθῇ
τὸ ἔθνος Ἰουδαῖος, λέγει τὴν θρησκείαν· καὶ γὰρ καὶ ἀλλαχοῦ, <lb n="25"/>
ἔννομον ἑαυτὸν Χριστοῦ καλεῖ· τί δὴ τοῦτό ἐστι; τι οὖν οὐκ ἠρνήσατο;
μὴ γένοιτο· Ἰουδαῖος γὰρ ἦν καὶ Χριστιανὸς, ὅσα ἔδει
φυλάττων· ἐπεὶ καὶ τῷ θείῳ νόμῳ μάλιστα πάντων αὐτὸς ἐπείθετο
ὁ τῷ Χριστῷ πιστεύων· καὶ πρὸς Πέτρον διαλεγόμενος φησὶν,
“ ἡμεῖς φύσει Ἰουδαῖοι.</p><lb n="30"/><p>Ἀμμωνίου. “Ἄνθρωπος μέν εἰμι Ἰουδαῖος· φύσει γὰρ Ἰουδαῖοι
ἐσμὲν οἱ Χριστιανοὶ, ὡς ἐξομολογούμενοι τὴν ἀληθῆ πίστιν· ὅπερ
σημαίνει τὸ Ἰούδας ὄνομα.</p><note type="footnote">z ψευδόχρηστοι Cod. a ξίφει Cod.</note><pb n="356"/><p>Δέομαι δέ σου, ἐπίτρεψόν μοι λαλῆσαι πρὸς τὸν
<lb n="40"/> λαόν. ἐπιτρέψαντος δὲ αὐτοῦ, ὁ Παῦλος ἑστὼς ἐπὶ τῶν
ἀναβαθμῶν, κατέσεισε τῇ χειρὶ τῷ λαῷ· πολλῆς δὲ σιγῆς
γενομένης, προσεφώνησε τῆ Ἑβραίδι διαλέκτῳ, λέγων,</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Καὶ τοῦτο τεκμήριον ὅτι οὐ ψεύδεται· <lb n="5"/>
εἴγε πάντας ἐπήγετο μάρτυρας· ὅρα δὲ αὐτὸν πάλιν μετὰ ἐπιεικείας
διαλεγόμενον· τοῦτο τεκμήριον πάλιν τοῦ μηδενὸς εἶναι
ὑπεύθυνον, τὸ οὕτως ἕτοιμον εἶναι πρὸς ἀπολογίαν, καὶ βούλεσθαι
εἰς λόγον καταστῆναι τῷ δήμῳ τῶν Ἰουδαίων. ὅρα τεταγμένον ἄνδρα·
ὅρα οἰκονομίαν· εἰ μὴ ὁ χιλίαρχος ἦλθεν, εἰ μὴ ἔδησεν, οὐκ <lb n="10"/>
ἂν ἐδεήθη λόγου πρὸς ἀπολογίαν· οὐκ ἂν τοιαύτης ἀπήλαυσε
σιγῆς· “ ἑστὼς,” φησὶν, “ ἐπὶ τῶν ἀναβαθμῶν· καὶ ἀπὸ τοῦ
τόπου πολλὴ ἡ εὐκολία, τὸ καὶ ὑψηλὸν ὄντα δημηγορεῖν καὶ δεδεμένον·
τί τούτου ἶσον τοῦ θεάματος, δυσὶν ἀλύσεσι δεδεμένον ἰδεῖν
Παῦλον δημηγοροῦντα; πῶς οὐκ ἐταράχθη; πῶς οὐ συνεχύθη; <lb n="15"/>
πῶς τοσοῦτον δῆμον ἐκπεπολεμωμένον ὁρῶν, τοῦ ἄρχοντος ἐφεστῶτος;
πρότερον ἀπέστησεν αὐτοὺς τοῦ θυμοῦ· εἶτα ὅρα πῶς φρονίμως,
ὅπερ ἐν τῇ πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῇ ἐποίησε, τοῦτο καὶ
ἐνταῦθα· πρῶτον τῇ συγγενείᾳ τῆς φωνῆς αὐτοὺς ἐπισπᾶται· εἶτα
αὐτῷ τῷ ἡμέρῳ· “ προσεφώνησε” γάρ, φησι, “ τῇ Ἑβραίδι <lb n="20"/>
“ διαλέκτω.”</p><p>* Παύλου κατάστασις περὶ ἑαυτοῦ καὶ τῆς εἰς Ἀπόστολον b αὐτοῦ κλήσεως.</p><lb n="1"/><p>Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες,</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα καὶ κολακείας ἀπηλλαγμένον τὸν
λόγον, καὶ τὸ ἐπιεικὲς ἔχοντα· οὐ γὰρ εἶπε, δεσπόται, οὐδὲ κύριοι, <lb n="25"/>
ἀλλ’ “ ἀδελφοὶ,” ὃ μάλιστα ἐπόθουν· ὅτι οὐκ ἀλλότριος ὑμῶν ἐγώ
φησιν, οὐδὲ καθ’ ὑμῶν, “ ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες·” τοῦτο
τίμης, ἐκεῖνο γνησιότητος.</p><lb n="2"/><p>Ἀκούσατέ μου τῆς πρὸς ὑμᾶς νυνὶ ἀπολογίας. ἀκούσαντες
δὲ ὅτι τῆ Ἑβραΐδι διαλέκτῳ προσεφώνησεν αὐτοῖς, <lb n="30"/>
μᾶλλον παρέσχον ἡσυχίαν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁρᾶς πῶς αὐτοὺς εἶλε τὸ ὁμοιόφωνον· εἶχον γάρ
τινα αἰδῶ πρὸς τὴν γλῶτταν ἐκείνην.</p><note type="footnote">b Sic Codd. N.C. et Coisl. ἀποστολὴν Œcum.</note><pb n="357"/><lb n="3"/><p>Καί φησιν, ἐγώ εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος, γεγενημένος ἐν
Ταρσῷ τῆς Κιλικίας, ἀνατεθραμμένος δὲ ἐν τῇ πόλει
ταύτῃ,</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅρα πὼς προοδοποιεῖ τῷ λόγῳ οὕτως ἀρχόμενος·
“ ἐγὼ μέν εἰμι,” φησὶν, “ ἀνὴρ Ἰουδαῖος,’ ὃ μάλιστα πάντων <lb n="5"/>
ἀκοῦσαι ἠβούλοντο.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἵνα μὴ c πάλιν νομίσωσι τὸ ἔθνος ἀλλὸ d, τὴν θρησκείαν
ἐπήγαγεν, “ ἀνατεθραμμένον δὲ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ·” τὴν
πολλὴν αὐτοῦ δείκνυσι σπουδὴν τὴν περὶ τὴν λατρείαν· ὅπουγε καὶ
πατρίδα τηλικαύτην ἀφεὶς τοσοῦτον ἀφεστῶσαν, ἐνταῦθα εἵλετο <lb n="10"/>
τραφῆναι διὰ τὸν νόμον· ὅρα πῶς ἄνωθεν προσεῖχε τῷ νόμῳ· ταῦτα
δὲ οὐ πρὸς ἐκείνους ἀπολογούμενος λέγει μόνον, ἀλλὰ δεικνὺς ὅτι
οὐκ ἀνθρωπίνῳ σκοπῷ πρὸς τὸ κήρυγμα ἤχθη, ἀλλὰ θείᾳ δυνάμει·
οὐ γὰρ ἃν οὕτω πεπαιδευμένος ἀθρόον μετέστη· εἰ μὲν ἦν τις τῶν
πολλῶν, εἰκὸς ἦν τοῦτο ὑποπτεῦσαι· εἰ δὲ τῶν μάλιστα πάντων <lb n="15"/>
κατεχομένων ὑπὸ τοῦ νόμου, οὐκ ἦν ἁπλῶς εἰκὸς, καὶ οὐδεμιᾶς
ἀνάγκης ἰσχυρᾶς οὔσης, μεταθέσθαι αὐτόν.</p><p>Παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλου, πεπαιδευμένος κατὰ
ἀκρίβειαν τοῦ πατρῴου νόμου, ζηλωτὴς ὑπάρχων τοῦ
Θεοῦ, καθὼς πάντες ὑμεῖς ἐστὲ σήμερον·</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐχ ἁπλῶς εἶπε παρὰ Γαμαλιῆλον, ἀλλὰ “ παρὰ
“ τοὺς πόδας·” τὴν καρτερίαν, τὴν προσεδρείαν, τὴν σπουδὴν τὴν
περὶ τὴν ἀκρόασιν, τὴν πολλὴν πρὸς τὸν ἄνδρα αἰδῶ δεικνύς.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐχ ἁπλῶς “νόμου,” ἀλλὰ “τοῦ πατρῴου·
δείκνυσιν ὅτι ἄνωθεν τοιοῦτος ἦν, καὶ οὐχ ἁπλῶς εἰδὼς τὸν νόμον· <lb n="25"/>
ταῦτα δὲ δοκεῖ μὲν ὑπὲρ ἐκείνων λέγεσθαι, κατ’ ἐκείνων δὲ ἦν·
εἴγε καὶ εἰδὼς αὐτὸν εἴασε· τι οὖν εἰ ᾔδεις μὲν ἀκριβῶς τὸν νόμον,
οὐκ ἐκδικεῖς δέ; οὐ φιλεῖς δέ; “ ζηλωτής” φησιν οὐχ ἁπλῶς.</p><p>Ἐπειδὴ μεγάλα περὶ ἑαυτοῦ ἐγκώμια εἶπε, κοινοποιεῖ τὸν λόγον
ἐπάγων, “ καθὼς πάντες ὑμεῖς σήμερον, καὶ δείκνυσιν αὐτοὺς οὐχ <lb n="30"/>
ἁπλῶς ἀνθρωπίνῳ σκοπῷ ποιοῦντας, ἀλλὰ ζήλῳ θείῳ, χαρισάμενος
αὐτοῖς καὶ προκαταλαμβάνων τὴν διάνοιαν· καὶ κατάρχων ἐν οἷς
βλάβος οὐδὲν ἦν.</p><note type="footnote">c μὴ om. Cod. d ἀλλὰ Cod.</note><pb n="358"/><lb n="4"/><p>Ὃς ταύτην τὴν ὁδὸν ἐδίωξα ἄχρι θανάτου, δεσμεύων
<lb n="5"/> καὶ παραδιδοὺς εἰς φυλακὴν ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, ὡς
καὶ ὁ ἀρχιερεὺς μαρτυρεῖ μοι, καὶ πᾶν τὸ πρεσβυτέριον·
παρ᾿ ὧν καὶ ἐπιστολὰς δεξάμενος πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς,
εἰς Δαμασκὸν ἐπορευόμην, ἄξων καὶ τοὺς ἐκεῖσε ὄντας <lb n="5"/>
δεδεμένους εἰς Ἱερουσαλὴμ, ἵνα τιμωρηθῶσιν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πόθεν τοῦτο; μάρτυρας παράγει αὐτὸν τὸν
ἀρχιερέα καὶ τοὺς πρεσβυτέρους· λέγει μὲν, “ζηλωτὴς ὑπάρχων
“καθὼς ὑμεῖς,” δείκνυσι δὲ διὰ τῶν ἔργων, ὅτι ὑπὲρ αὐτοὺς ἧν·
οὐ γὰρ δὴ περιέμενον, φησὶν, ὥστε συλλαβεῖν, ἀλλὰ καὶ τοὺς <lb n="10"/>
ἱερέας διήγειρον, καὶ κἀποδημίας ἐστελλόμην· οὐδὲ μέχρτι ἀνδρῶν
ἐχώρουν καθάπερ ὑμεῖς, ἀλλὰ καὶ γυναικῶν, δεσμεύων καὶ εἰς
δεσμωτήρια ἐμβάλλων· ἀναμφισβήτητος ἡ μαρτυρία· ἀναπολόγητα
τὰ τῶν Ἰουδαίων· ὅρα πόσους ἐπάγει μάρτυρας· τὸ πρεσβυτέριον,
τὸν ἀρχιερέα, τοὺς ἐν τῇ πόλει· ὅρα αὐτοῦ τὴν ἀπολογίαν,
οὐ δειλίας οὖσαν, ἀλλὰ διδασκαλίας μᾶλλον καὶ κατηχήσεως·
εἰ γὰρ μὴ λίθοι ἦσαν οἱ ἀκούοντες, προσεῖχον ἂν τοῖς λεγομένοις.
μέχρι γὰρ τούτου μάρτυρας εἶχε· τὰ δὲ λοιπὰ ἁμάρτυρα.
Καὶ πάλιν—Περὶ τῆς πορτέρας αὐτοῦ σπουδῆς διηγήσασθαι βουλόμενος,
μάρτυρας αὐτοὺς καλεῖ τῶν γενομένων· ὅτι μὲν γὰρ κατηξίωσεν <lb n="20"/>
ὁ τοῦ Θεοῦ μονογενὴς Υἱὸς καλέσαι με ἐκ τῶν οὐρανῶν,
ὑμεῖς οὐκ ἴστε· καὶ γὰρ μέχρις ὑμῶν ἡ σφοδρότης ἡ ἐμὴ διεδόθη.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Μάλιστα μὲν οὖν καὶ ταῦτα ἀξιόπιστα ἔδει εἶναι
ἀπὸ τῶν προλαβόντων· οὐ γὰρ ἂν μετεστράφη· τί οὖν εἰ κομπάζει
φησί; διατί τοσοῦτον ἐξαίφνης ἔρριψε ζῆλον; εἰπέ μοι,
τιμὴν προσδοκῶν; καὶ μὴν τἀναντία ὑπέμεινεν· ἀλλ᾿ ἄνεσιν;
οὐδὲ τοῦτο· ἀλλά τι ἔτερον; ἀλλ᾿ οὐδὲν ἀπὸ λογισμῶν εὑρεῖν
δυνατόν· ταῦτα τοίνυν ἀφεὶς αὐτοῖς συλλέγειν, τὰ πράγματα διηγεῖται.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἵνα γὰρ μὴ νομίσῃς ὅτι θυμοῦ ἧν τὸ
πρᾶγμα, δείκνυσιν ὄτι ζήλῳ τὸ πᾶν ἐποίει, εἰ καὶ μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν·
οὐκ ἀπὸ κενοδοξίας οὐδὲ ὑπὸ ἔχθρας ἐκδιώκων, ἀλλὰ “ζη-
“λωτὴς ὑπάρχων” τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων φησίν.</p><pb n="359"/><lb n="6"/><p>Ἐγένετο δέ μοι πορευομένῳ καὶ ἐγγίζων τῇ Δαμασκῷ,
περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ περιαστράψαι
<lb n="7"/>φῶς ἱκανὸν περὶ ἐμέ· ἔπεσά τε εἰς τὸ ἔδαφος, καὶ ἤκουσα
φωνῆς λεγούσης μοι, Σαοὺλ, Σαοὺλ, τί με διώκεις;</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ὅρα πόση ὑπερβολὴ τοῦ φωτός· τί οὖν εἰ κομπάζει;
φησὶν, οἱ συνόντες μαρτυροῦσιν, οἱ χειραγωγοῦντες, οἱ τὸ
φῶς θεασάμενοι· ἑτέρωθε δὲ φησὶ,“ τὴν μὲν φωνὴν ἀκούοντες, μη-
“δένα δὲ θεωροῦντες.” οὐκ εἶπεν, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔβλεπον, ἀλλὰ
μηδένα· τουτέστι λαλοῦντα· εἰκότως δὲ τοῦτο ἐγένετο· αὐτὸν γὰρ
ἔδει τῆς φωνῆς καταξιωθῆναι ἐκείνης· εἰ μὲν γὰρ ἤκουσαν κἀκεῖνοι, <lb n="10"/>
οὐκ ἂν τοσοῦτον ἐγένετο· ἐπειδὴ γὰρ οἱ παχύτεροι ὄψει πείθονται
μᾶλλον, τὸ φῶς εἶδον ἐκεῖνοι, καὶ ἔμφοβοι γίνονται· ἐπεὶ
ὸὐδὲ περὶ αὐτοὺς τὸ φῶς τοσοῦτον εἰργάσατο ὄσον περὶ τοῦτον·
καὶ γὰρ ἐπήρωσεν αὐτοῦ τὰς ὄψεις· διὰ τῶν εἰς τοῦτον συμβαινόντων
κἀκείνοις ἔδωκεν ἀναβλέψαι, εἴγε ἤθελον· ἐμοὶ δὲ δοκεῖ <lb n="15"/>
ἐκείνους μὴ πιστεῦσαι· καὶ οἱκονομικῶς, ὥστε εἶναι μάρτυρας
ἀξιοπίστους.</p><p>Ἀμμωνίου. “Φῶς ἱκανὸν,” πολὺ φῶς· οὗ μὴ ἐνεγκὼν τὴν
αἰγλὴν ὁ Παῦλος, ἀπελιθώὁη τοὺς ὀφθαλμούς· οὐ μόνον τοὺς αἰσθητοὺς,
ἀλλὰ τάχα καὶ τοὺς νοητούς· ἀμέλει φησὶν, “ὡς δὲ οὐκ <lb n="20"/>
“ἐνέβλεπου ἀπὸ τῆς δόξης τοῦ φωτὸς ἐκείνου.”</p><lb n="8"/><p>Ἐγὼ δὲ ἀπεκρίθην, τίς εἶ, Κύριε; εἶπε τὲ πρός με,
<lb n="9"/> ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὂν σὺ διώκεις. οἱ δὲ σὺν
ἐμοὶ ὄντες τὸ μὲν φῶς ἐθεάσαντο, καὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο·
<lb n="10"/> τὴν δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν τοῦ λαλοῦντός μοι. εἶπον <lb n="25"/>
δὲ, τί ποιήσω, Κύριε; ὁ δὲ Κύριος εἶπε πρός με· ἀναστὰς
πορεύου εἰς Δαμασκόν· κἀκεῖ σοι λαληθήσεται
<lb n="11"/> περὶ πάντων ὧν τέτακταί σε ποιῆσαι. ὡς δὲ οὐκ ἐνέβλεπον
ἀπὸ τῆς δόξης τοῦ φωτὸς ἐκείνου, χειραγωγούμενος
ὑπὸ τῶν συνόντων μοι, ἦλθον εἰς Δαμασκόν.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Καλῶς ἡ πόλις πρόσκειται· ὥστε ἐπιγνῶναι
αὐτούς· καὶ οἱ Ἀπόστολοῖ οὕτως ἔλεγον, καὶ αὐτὸς ἐμαρτύρησεν
ὅτι ἐδιώκετο.</p><pb n="360"/><p>Φωνῆς λέγει, τῆς τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Παῦλον γεγενημένης·
μόνον δὲ τὸ φῶς τεθεᾶσθαι.</p><p>* Περὶ ὧν ὁ Ἀνανίας c πρὸς τὸν Παῦλον ἐν Δαμασκῷ, ὀπτασίας τὲ καὶ φωνῆς
Θεοῦ γενομένης ποτὲ πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ.</p><lb n="12"/><p>Ἀνανίας δέ τις, ἀνὴρ εὐλαβὴς κατὰ τὸν νόμον μαρτυρούμενος <lb n="5"/>
ὑπὸ πάντων τῶν κατοικούντων Ἰουδαίων ἐν
<lb n="13"/> Δαμασκῷ, ἐλθὼν πρός με καὶ ἐπιστὰς εἶπέ μοι, Σαοὺλ
ἀδελφὲ, ἀνάβλεψον· κἀγὼ αὐτῇ τῆ ὥρᾳ ἀνέβλεψα εἰς
αὐτὸν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Εἶτα ἡ διὰ τῶν πραγμάτων μαρτυρία· <lb n="10"/>
ὅρα διὰ προσώπων καὶ πραγμάτων αὐτὴν πλεκομένην· προσώπων
οἰκείων τὲ καὶ ἀλλοτρίων· οἱ ἱερεῖς, οἱ πρεσβύτεροι, οἱ συνοδεύοντες·
τὰ πράγματα, ἃ ἐποίει, ἃ ἔπαθε· καὶ πράγματα πράγμασι
μαρτυρεῖ, οὐχὶ πρόσωπα μόνον· εἶτα ἀλλότριος ὁ Ἁνανίας· εἶτα τὸ
πρᾶγμα αὐτὸ ἡ ἀνάβλεψις· εἶτα προφητεία μεγάλη.</p><lb n="15"/><lb n="14"/><p>Ὁ δὲ εἶπεν, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν προεχειρίσατό
σε γνῶναι τὸ θέλημα αὐτοῦ,</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καλῶς εἶπε “ τῶν πατέρων·” ἵνα δείξῃ αὐτοὺς οὐκ
ὄντας Ἰουδαίους, ἀλλὰ ἀλλοτρίους τοῦ νόμου· καὶ οὐχὶ ζήλῳ
ποιοῦντας· “ γνῶναι” φησὶ τὸ “ θέλημα αὐτοῦ·” οὐκοῦν αὐτοῦ <lb n="20"/>
θέλημα τοῦτο. ὅρα πῶς ἐν τάξει διηγήσεως διδασκαλία ἐστίν.</p><p>Καὶ ἰδεῖν τὸν δίκαιον, καὶ ἀκοῦσαι φωνὴν ἐκ στόμα-
τος αὐτοῦ·</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τέως τοσοῦτον λέγει· εἰ δίκαιος, οὗτοι ὑπεύθυνοι·
“ καὶ ἀκοῦσαι φωνὴν ἐκ στόματος αὐτοῦ. ὅρα πῶς τὸ πρᾶγμα <lb n="25"/>
ἐπαίρει.</p><lb n="15"/><p>Ὅτι ἔση μάρτυς αὐτῷ πρὸς πάντας ἀνθρώπους, ὧν
τε ἑώρακας καὶ ἤκουσας.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Διὰ τοῦτο, ὅτι οὐ προδώσει τὴν ὄψιν καὶ
τὴν ἀκρόασιν, ὧν τὲ εἶδες, φησὶν, ὧν τὲ ἤκουσας· δι’ ἑκατέρων τῶν <lb n="30"/>
αἰσθήσεων αὐτὸν πιστοῦται. Καὶ μετ’ ὀλίγα—“ Μάρτυς ἔσῃ,
φησὶ, “ πρὸς πάντας ἀνθρώπους·” οὐχὶ πρὸς τοὺς οἰκείους μόνον,
<note type="footnote">c Ἀνανίας εἶπε Œcum. verb. om. Codd. Coisl. et N.C.</note>
<pb n="361"/>
ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἀλλοτρίους· οἱ γὰρ μάρτυρες τοιοῦτοί εἰσιν,
οὐχὶ τοὺς εἰδότας πείθουσιν, ἀλλὰ τοὺς οὐκ εἰδότας.</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι καὶ εἶδε τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤκουσεν
αὐτοῦ ὁ Παῦλος· οἱ δὲ συνόντες τὴν λαμπηδόνα μόνον τοῦ φωτὸς
αὐτοῦ εἶδον, οὐ μὴν αὐτόν· καὶ τὸν ἦχον ἤκουον τῆς φωνῆς, οὐ <lb n="5"/>
μὴν συνῆκαν τὰ λαλούμενα, ὡς ὀπίσω ἐλέχθη.</p><lb n="16"/><p>Καὶ νῦν τί μέλλεις; ἀναστὰς βάπτισαι καὶ ἀπόλουσαι
τὰς ἁμαρτίας σου, ἐπικαλεσάμενος τὸ ὄνομα αὐτοῦ.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐνταῦθα μέγα ἐφθέγξατο· οὐ γὰρ εἶπεν,
εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ βαπτίσαι, ἀλλ’ “ ἐπικαλεσάμενος τὸ ὄνομα <lb n="10"/>
“ αὐτοῦ” τοῦ Χριστοῦ· δείκνυσιν αὐτὸν Θεὸν ὄντα. οὐ γὰρ ἔνι
ἕτερον ἐπικαλέσασθαι τινὰ, εἰ μὴ τὸν Θεόν· εἶτα δείκνυσιν ἑαυτὸν
οὐκ ἀναγκασθέντα· ἐγὼ γὰρ εἶπον, φησὶ, τι με δεῖ ποιεῖν; ὅρα
οὐδὲν ἀμάρτυρον, ἀλλὰ πόλεως ὁλοκλήρου αὐτοῦ μαρτυρίαν παράγει,
εἴγε εἶδον αὐτὸν χειραγωγούμενον· καὶ ὅρα προφητείαν ἐξελθοῦσαν· <lb n="15"/>
“ πρὸς πάντας,” φησὶν, “ ἀνθρώπους” μάρτυς αὐτοῦ γέγονε·
μάρτυς, ὡς χρὴ, δι’ ὧν ἔπαθε, καὶ δι’ ὧν εἶπεν.</p><p>Ἀμμωνίου. Οὐ πᾶν οὖν βάπτισμα ἀλλὰ μόνον τὸ εἰς Κύριον
Ιησοῦν ποιεῖ ἁμαρτιῶν καθαρισμόν.</p><lb n="17"/><p>Ἐγένετο δέ μοι ὑποστρέψαντι εἰς Ἱερουσαλὴμ, καὶ <lb n="20"/>
προσευχομένου μου ἐν τῷ ἱερῷ, γενέσθαι με ἐν ἐκστάσει,
<lb n="18"/> καὶ εἶδον αὐτὸν λέγοντά μοι, σπεῦσον καὶ ἔξελθε
ἐν τάχει ἐξ Ἱερουσαλήμ· διότι οὐ παραδέξονταί σου
τὴν μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ.</p><p>Ὅρα πῶς αὐτὸν εἰσωθεῖ· ἦλθόν, φησι, μετὰ τὴν ὄψιν ἐκείνην <lb n="25"/>
εἰς Ἱερουσαλήμ· πάλιν τοῦτο ἁμάρτυρον· ἀλλ’ ὅρα ἐκ τῆς ἐκβάσεως
ἡ μαρτυρία· εἶπεν, ὅτι οὐ δέξονται σου τὴν μαρτυρίαν·
οὐκ ἐδέξαντο· καὶ μὴν φησὶν, εἴγε ἀπὸ λογισμῶν ἔδει τοῦτο ὑποπτεῦσαι,
ὅτι πάντως δέξονται· ἐγὼ ἤμην ὁ πολεμῶν Χριστιανοῖς,
ὥστε διὰ τοῦτο ἔδει αὐτοὺς δέξασθαι· ἐνταῦθα δύο κατασκευάζει, <lb n="30"/>
ὅτι τὲ ἀναπολόγητα αὐτοῖς ἐστιν· οὐ γὰρ κατὰ τὸ εἰκὸς αὐτὸν
ἐδίωκον οὐδὲ κατὰ λογισμόν· καὶ ὅτι Θεὸς ἦν ὁ Χριστὸς, τὰ παρὰ
προσδοκίαν προφητεύων, καὶ οὐχ ὁρῶν εἰς τὰ γενόμενα, ἀλλὰ τὰ
μέλλοντα προειδώς. Καὶ μετ’ ὀλίγα—“ Προσευχομένῳ,” φησὶν,

<pb n="362"/>
“ ἐν τῷ ἱερῷ·” ὅτι οὐχ ἁπλῶς φαντασία ἦν· διὰ τοῦτο προσευχομένῳ
ἐπέστη· καὶ δείκνυσιν ὅτι οὐχὶ φοβούμενος αὐτὸν τοὺς κινδύνους
ἔφυγεν, ἀλλ’ ὅτι οὐκ ἐδέχοντο τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ.</p><lb n="19"/><p>Καὶ ἐγὼ εἶπον, Κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται, ὅτι ἐγὼ
ἤμην φυλακίζων καὶ δέρων κατὰ τὰς συναγωγὰς τοὺς <lb n="5"/>
πιστεύοντας ἐπί σε·</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Διατί εἶπεν, ὅτι “ αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ἐγὼ ἤμην
“ δεσμεύων;” οὐχὶ ἀντιλέγων τῷ Χριστῷ, ἀλλὰ βουλόμενος μαθεῖν
τὸ οὕτω παράδοξον· ἀλλ’ οὐκ ἐδίδασκεν αὐτὸν ὁ Χριστὸς, ἀλλ’
εἶπε μόνον ἀπελθεῖν.</p><lb n="10"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “ Αὐτοὶ ἐπίστανται, ὅτι ἐγὼ ἤμην φυλακίζων·
τοῦτό φησιν ὁ Παῦλος, ὅτι εἰ καὶ μὴ πιστεύωσι σοι οἱ Ἰουδαῖοι,
ἀλλ’ οὖν ὤφειλον τὸν ἐμὸν καταδέξασθαι λόγον· ἐπείπερ σὺν αὐτοῖς
ἤμην ὁ διώκων τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἔδει αὐτοὺς πληροφορηθῆναι,
ὅτι οὐκ ἄλλως ἀπέστην τῆς πρώτης δόξης, εἰ μὴ ἀκριβῶς ἐπληροφορήθην· <lb n="15"/>
ὅτι οὐκ ἔστιν ἄλλως σωθῆναι ἄνθρωπον εἰ μὴ διὰ τῆς
εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν πίστεως· τὸ οὖν παράδοξον τῆς ἐμῆς μεταβολῆς
ἐχρῆν κἀκείνους μεταπεῖσαι.</p><lb n="20"/><p>Καὶ ὅτε ἐξεχεῖτο a τὸ αἷμα Στεφάνου τοῦ μάρτυρός
σου, καὶ αὐτὸς ἤμην ἐφεστὼς καὶ συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει <lb n="20"/>
αὐτοῦ, καὶ φυλάσσων τὰ ἱμάτια τῶν ἀναιρούντων
αὐτὸν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τὸν Στέφανον· ὑπέμνησεν αὐτοὺς μιαιφονίας
χαλεπῆς· τότε δὴ μάλιστα οὐκ ἤνεγκαν, ἐπειδὴ τοῦτο οὐκ
ἤλεγχεν αὐτούς· καὶ ἤδη ἡ προφητεία ἐπληροῦτο· ὁ ζῆλος πολὺς <lb n="25"/>
καὶ ἡ κατηγορία σφοδρὰ, καὶ οἱ μάρτυρες τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ·
οὐκ ἠνέσχοντο λοιπὸν οἱ Ἰουδαῖοι πάσης ἀκοῦσαι τῆς δημηγορίας
ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ θυμοῦ σφόδρα ἐμπλησθέντες, ἐβόων.</p><p>Ἀμμωνίου. Οἶδεν ὅτι τὸ ὁμολογεῖν ἐπὶ τοῦ Θεοῦ τὰ ἴδια
πλημμελήματα, καὶ κατακρίνειν ἑαυτὸν, ποιεῖ καθαρισμὸν ἁμαρτιῶν· <lb n="30"/>
καὶ ὡμολόγει καὶ αὐτὸς τὰ πραχθέντα αὐτῷ ἄτοπα, ἵνα
δικαιωθῇ, καὶ τοῦ μεγάλου κριτηρίου ἀφεθῇ· ἐξ ὧν αὐτὸς ἑαυτὸν
ἐνταῦθα κατακρίνων ἐφαίνετο.</p><note type="footnote">a ἐξεχύνετο Cod.</note><pb n="363"/><lb n="21"/><p>Καὶ εἶπε πρός με, πορεύου, ὅτι ἐγὼ εἰς ἔθνη μακρὰν
<lb n="22"/> ἐξαποστελῶ σε. ἤκουον δὲ αὐτοῦ ἄχρι τούτου τοῦ
λόγου.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα πῶς ἄνωθεν καὶ κάτω
ὅτι τοῦ Χριστοῦ γέγονε μαθητής· οὐκ ἀνθρώπου μεσιτεύσαντος, <lb n="5"/>
ἀλλ’ αὐτοῦ δι’ ἑαυτοῦ καταξιώσαντος ἀποκαλύψαι αὐτῷ τὴν γνῶ-
σιν πάσαν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὥστε καὶ τῷ διαστήματι παραμυθήσασθαι τὸ
μῖσος.</p><p>Καὶ ἐπῆραν αὐτῶν τὴν φωνὴν, λέγοντες, αἶρε τὸν <lb n="10"/>
τοιοῦτον ἀπὸ τῆς γῆς· οὐ γὰρ καθῆκεν αὐτὸν ζῆν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καὶ μὴν ὑμᾶς οὐ καθήκει ζῆν, οὐχὶ τοῦτον τὸν
πάντα πειθόμενον τῷ Θεῷ, ὦ μιαροὶ καὶ ἀνδροφόνοι.</p><lb n="23"/><p>Κραυγαζόντων δὲ αὐτῶν, καὶ ῥιπτούντων τὰ ἱμάτια,
καὶ κονιορτὸν βαλλόντων εἰς τὸν ἀέρα,</p><lb n="15"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὥστε χαλεπωτέραν γενέσθαι τὴν στάσιν, φοβῆσαι
βουλόμενοι τὸν ἄρχοντα· καὶ ὅρα οὐ λέγουσι τὴν αἰτίαν·
ἐπειδὴ μηδὲν εἶχον εἰπεῖν, ἀλλὰ τῇ βοῇ καταπλήξειν οἴονται.</p><lb n="24"/><p>Ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ χιλίαρχος εἰσάγεσθαι εἰς τὴν
παρεμβολὴν, εἰπὼν μάστιξιν ἀνετάζεσθαι αὐτὸν, ἵνα <lb n="20"/>
γνῷ δι’ ἢν αἰτίαν οὕτως ἐπεφώνουν αὐτῷ.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Καὶ μὴν παρ’ ἐκείνων ἔδει μαθεῖν τῶν
καταβοώντων, καὶ ἐρωτῆσαι εἴ τινος τῶν εἰρημένων ἐπελαμβάνοντο·
ἀλλ’ ἁπλῶς τῇ ἐξουσίᾳ χαρίζεται· καὶ ἐκείνοις πρὸς χάριν
ποιεῖ· οὐ γὰρ τοῦτο ἐζήτει, ὅπως δικαίως τι πράξειεν, ἀλλ’ ὅπως <lb n="25"/>
παύσειεν τὸν ἐκείνων θυμὸν ἄδικον ὄντα.</p><p>* Ὅτι μέλλων ἐπὶ τούτοις ὁ Παῦλος τύπτεσθαι, εἰπὼν ὅτι Ῥωμαῖος ἐστὶν b,
ἀνέθη c.</p><lb n="25"/><p>Ὡς δὲ προέτειναν τοῖς ἱμᾶσιν, εἶπε πρὸς τὸν ἑστῶτα
ἑκατόνταρχον ὁ Παῦλος, εἰ ἄνθρωπον Ῥωμαῖον καὶ <lb n="30"/>
<lb n="26"/> ἀκατάκριτον ἔξεστιν ὑμῖν μαστίζειν; ἀκούσας δὲ ὁ
ἑκατόνταρχος, προσελθὼν τῷ χιλιάρχῳ, ἀπήγγειλε λέεἰμὶ
<note type="footnote">b Œcum. c ἀνέθη Œcum. ἀνείθη Codd. Ν. C. ἁ Coisl.</note>
<pb n="364"/>
γων, τί μέλλεις ποιεῖν; ὁ γὰρ ἄνθρωπος οὗτος Ῥωμαῖός
ἐστι.</p><p>Οὐκ ἂν ἐψεύσατο Παῦλος, μὴ γένοιτο· Ῥωμαῖος γὰρ ἦν· εἰ
καὶ μηδὲν ἕτερον, ἔδεισεν ἃν μὴ ἁλῷ, καὶ μείζονα δίκην δῷ· καὶ
ὅρα οὐχ ἁπλῶς φησιν· ἀλλ’ ἔξεστιν ὑμῖν δύο τὰ ἐγκλήματα, καὶ <lb n="5"/>
ἄνευ λόγου, καὶ τὸ Ῥωμαῖον ὄντα· μεγάλην εἴχοντό τε ταύτην
τὴν προνομίαν· ἀπὸ γὰρ Ἀδριανοῦ φασι πάντας εἶναι Ῥωμαίους·
καὶ γὰρ Ῥωμαίων βασιλεὺς σχεδὸν κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ ἐκράτει
πάσης τῆς γῆς, καὶ αὐτῆς τῆς Ἰουδαίας· τὸ δὲ παλαιὸν οὐχ οὕτως
ἦν. εὐκαταφρόνητος ἂν ἐγένετο μαστιχθεὶς, νῦν δὲ εἰς πλείονα <lb n="10"/>
αὐτοὺς ἐμβάλλει φόβον, εἰ μάστιξαν καὶ παρέτρεψαν ἃν τὸ
πρᾶγμα, ἢ καὶ ἀπέκτειναν αὐτόν· νῦν δὲ οὐχ οὕτως γίνεται· ὅρα
πῶς ὁ Θεὸς συγχωρεῖ ἀνθρωπίνως πολλὰ γίνεσθαι, καὶ ἐπ’ αὐτῶν
καὶ τῶν λοιπῶν. ὅρα πῶς ὑπόπτευσαν πρόφασιν εἰναι τὸ
καὶ τὸ εἰπεῖν ἑαυτὸν Ῥωμαῖον· τοῦτο ὑπολαμβάνοντες ἀπὸ τῆς <lb n="15"/>
πενίας.</p><lb n="27"/><p>Προσελθὼν δὲ ὁ χιλίαρχος εἶπεν αὐτῷ, λέγε μοι, σὺ
<lb n="28"/> Ῥωμαῖος εἶ; ὁ δὲ ἔφη, ναί. ἀπεκρίθη δὲ ὁ χιλίαρχος,
ἐγὼ πολλοῦ κεφαλαίου τὴν πολιτείαν ταύτην
ἐκτησάμην.</p><lb n="20"/><p>Ἀμμωνίου. “ Λέγε μοι σύ· Ῥωμαῖος εἶ; ὁ δὲ ἔφη ναί·” εἰδὼς
ὅτι δεῖ ἀρχαῖς καὶ ἐξουσίαις ὑποτάττεσθαι· καὶ ὅτι ὁ Ῥωμαίων
βασιλεὺς κατ’ ἐκεῖνο καιροῦ ἐκράτει σχεδὸν εἰπεῖν πάσης
γῆς b, ἔτι μὴν καὶ αὐτῆς τῆς Ἰουδαίας· οἵτινες καὶ φόρον ἐτέλουν
Καίσαρι· ὡμολόγησεν εἶναι ἑαυτὸν Ῥωμαῖον, μὴ ἀποσειόμενος <lb n="25"/>
τὴν ἀρχὴν καὶ δεσποτείαν τὴν Ῥωμαϊκήν· ὅπερ οἱ λοιποὶ Ἰουδαῖοι
φρεναπατῶντες, τὸν μὲν Θεὸν ἑαυτῶν μόνον ἔλεγον ἴδιον βασιλέα,
οὐ μὴν ἄνθρωπον· ἔργοις δὲ αὐτοῖς ὡς ὑποτελεῖς οἰκέται φόρον
ἐτέλουν, τὸ μὲν ὄνομα ἀρνούμενοι, ἔργοις δὲ ὑποκείμενοι· οὓς καὶ
ἐπόρθησεν Οὐεσπασιανὸς, ὡς μὴ ὑποτασσόμενος· ὃς μετὰ τέσσαρας <lb n="30"/>
βασιλεῖς Ῥωμαίων ἐβασίλευσεν.</p><lb n="29"/><p>Ὁ δὲ Παῦλος ἔφη, ἐγὼ καὶ γεγέννημαι. εὐθέως οὖν
ἀπέστησαν ἀπ’ αὐτοῦ οἱ μέλλοντες αὐτὸν ἀνετάζειν· καὶ
<note type="footnote">b σχεδ. πάσ. γ. εἰπ. Cod., corr. rec. m.</note>
<pb n="365"/>
ὁ χιλίαρχος δὲ ἐφοβήθη, ἐπιγνοὺς, ὅτι Ῥωμαῖός ἐστι,
καὶ ὅτι αὐτὸν ἦν δεδεκώς.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα καὶ πατρὸς ἦν Ῥωμαίου· τι οὖν ἀπὸ
τούτου γίνεται; λύσας κατήγαγεν αὐτὸν πρὸς τοὺς Ἰουδαίους·
οὐκ ἄρα ψεῦδος ἦν, ὅτι Ῥωμαῖός ἐστιν· “ ἐφοβήθη” γάρ, φησιν, <lb n="5"/>
“ ὁ χιλίαρχος, ἐπιγνοὺς ὅτι Ῥωμαῖός ἐστιν.”</p><p>Ἀμμωνίου. Πρὸ γὰρ τοῦ γεννηθῆναι τὸν Παῦλον γεγενημένης
τῆς Κιλικίας ὑπὸ Ῥωμαίους, ἀνάγκη καὶ αὐτὸν ὡς ὄντα ὑπ’ αὐτοῦς,
Ῥωμαῖον εἶναι· τέως δὲ κατὰ τὴν προφητείαν ἐδεσμεύθη ἐν
Ιερουσαλὴμ ὁ Παῦλος, καὶ ἐξέβη ὁ λόγος.</p><lb n="10"/><p>Μαξέμου. Τί δήποτε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος Ῥωμαῖον ἑαυτὸν
ἀποκαλεῖ· καὶ πρὸς χιλίαρχον διαλεγόμενος ἔφη· “ ὅτι ἐγὼ δὲ
“ καὶ γεγέννημαι;” οἱ κατὰ πᾶσαν χώραν, ὡς δή τι μέγα τὸ
Ῥωμαῖοι καλεῖσθαι νομίζοντες, παρέχοντες δόσεις ἀπεγράφοντο
Ῥωμαῖοι, καὶ ἔτρεχεν εἰς τὸ γένος τὸ ὄνομα· ἐπεὶ οὖν οἱ γονεῖς <lb n="15"/>
τοῦ Ἀποστόλου ὄντες ἐν Ταρσῷ ἀπεγράφησαν εἰς τὸ καλεῖσθαι
Ῥωμαῖοι, εἰκότως ὁ Ἀπόστολος ὡς ἐξ αὐτῶν γεννηθεὶς λέγει·
ὅτι ἐγὼ ’δε καὶ γεγέννημαι.”</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><head>ΚΕΦ. ΛΓ.</head><p>Ὄσα Παῦλος καταβὰς εἰς τὸ συνέδριον ἔπαθέ τε καὶ εἶπε, καὶ εὐθυβόλως <lb n="20"/>
ἔπραξεν.</p><lb n="30"/><p>Τῇ δὲ ἐπαύριον βουλόμενος γνῶναι τὸ ἀσφαλὲς, τὸ
τί κατηγορεῖται ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, ἔλυσεν αὐτὸν ἀπὸ
τῶν δεσμῶν, καὶ ἐκέλευσε συνελθεῖν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ
πᾶν τὸ συνέδριον· καὶ καταγαγὼν τὸν Παῦλον, ἔστησεν <lb n="25"/>
εἰς αὐτοὺς.</p><p>Οὐκέτι πρὸς τὸ πλῆθος οὐδὲ πρὸς τὸν δῆμον διαλέγεται.</p><lb n="1"/><p>Ἀτενίσας δὲ Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν, ἄνδρες ἀδελφοὶ,
ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ Θεῷ
<lb n="2"/> ἄχρι ταύτης τῆς ἡμέρας. ὁ δὲ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας ἐκέλευσε <lb n="30"/>
τοῖς παρεστῶσιν αὐτῷ τύπτειν αὐτοῦ τὸ στόμα.</p><p>Τουτέστιν οὐ σύνοιδα ἐμαυτῷ τι ἠδικηκὼς ὑμᾶς, οὐδὲ ἄξιον
τῶν, δεσμῶν τούτων πράττων.</p><pb n="366"/><p>Τινὲς φασὶν ὅτι οὐκ ᾔδει ὅτι ἐστὶν ἀρχιερεύς τί οὐν ἀπολογεῖται
ὡς κακηγορίας οὔσης, καὶ ἐπάγει, “ ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου
“ οὐκ ἐρεῖς κακῶς;” εἰ γὰρ μὴ ἄρχων ἦν, ἄλλον ἁπλῶς ὑβρίζειν
ἔδει· αὐτός φησὶ, “ λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν· διωκόμενοι ἀνεχό-
“ μεθα·” ἐνταῦθα τοὐναντίον· καὶ οὐ λοιδορεῖται μόνον ἀλλὰ <lb n="5"/>
καὶ ἐπαρᾶται· παρρησίας μᾶλλόν ἐστι τὰ ῥήματα ἣ θυμοῦ· οὐκ
ἐβούλετο εὐκαταφρόνητος φανῆναι τῷ χιλιάρχῳ· εἰ γὰρ αὐτὸς
μὲν ἐφείσατο μαστίξαι, ὡς δὴ τοῖς Ἰουδαίοις ἐκδίδοσθαι μέλλοντα,
τὸ ὑπὸ τῶν οἰκετῶν τύπτεσθαι, μᾶλλον ἂν ἐκεῖνο θρασύτερον εἰργάσατο·
διὰ τοῦτο οὐ πρὸς τὸν παῖδα ἀποτείνεται, ἀλλὰ πρὸς <lb n="10"/>
αὐτὸν τὸν ἐπιτάξαντα· τὸ δὲ “ τοῖχε κεκονιαμένε, καὶ σὺ κάθῃ
“ κρίνων με κατὰ τὸν νόμον;” ἀντὶ τοῦ ὑπεύθυνος ὤν· ὡσανεὶ
ἔλεγε, καὶ μυρίων πληγῶν ἄξιος ὤν. Καὶ μετ’ ὀλίγα—Σφόδρα
πείθομαι μὴ εἰδέναι αὐτὸν ὅτι ἀρχιερεύς ἐστι· διὰ μακροῦ μὲν
ἐπανελθόντα χρόνου, μὴ συγγενόμενον δὲ Ἰουδαίοις, ὁρῶντα δὲ αὐτὸν <lb n="15"/>
ἐν τῷ μέσῳ μετὰ πολλῶν καὶ ἑτέρων· οὐκέτι γὰρ δῆλος ἦν ὁ
ἀρχιερεὺς, πολλῶν ὄντων καὶ διαφόρων. Καὶ μετ’ ὀλίγα—Οὐδὲ
ὕβρις ἦν τὸ παρ’ αὐτοῦ εἰρημένον, εἰ μὴ καὶ τὰ τοῦ Χριστοῦ ὕβριν
εἴποι τις, ὅταν λέγῃ· “ οὐαὶ ὑμῖν γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ὅτι
“ παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις.”</p><lb n="20"/><lb n="3"/><p>Τότε ὁ Παῦλος πρὸς αὐτὸν εἶπε, τύπτειν σε μέλλει
ὁ Θεὸς, τοῖχε κεκονιαμένε· καὶ σὺ κάθῃ κρίνων με κατὰ
<lb n="4"/> τὸν νόμον, καὶ παρανομῶν κελεύεις με τύπτεσθαι; οἱ
δὲ παρεστῶτες εἶπον, τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ λοιδορεῖς;
<lb n="5"/> ἔφη τε ὁ Παῦλος· οὐκ ᾔδειν, ἀδελφοὶ, ὅτι ἐστὶν ἀρχιερεύς· <lb n="25"/>
γέγραπται γὰρ, ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς
κάκως.</p><p>Εξ Ἀνεπιγράφου. Εἴ τις ἀμφιβάλλει εἰ καλῶς ἐλέχθη
προκείμενα, ἀκουέτω, ὡς εἰ μὲν λοιδορῆσαι σπεύδων τοῦτο ἐποίησεν,
οὐ δεόντως· εἰ δὲ χάριν ἐλέγξαι ὑπόκρισιν, καὶ τοῦ κολάσεως <lb n="30"/>
ὀφειλέτην εἶναι τὸν ὄντα μὲν κακὸν, πλαττόμενον δὲ τὸ καλὸν ἐπὶ
ἀπάτῃ πολλῶν, προσηκόντως εἴρηται· διὸ οὐδὲ ἀρχιερέα εἰδέναι
λέγει, εἴγε ἀρχιερέως μὲν ἔργον τὸ καὶ σώζειν τὸ ὑποτεταγμένον

<pb n="367"/>
ποίμνιον· οὗτος δὲ καὶ ἐπέτριβε καὶ ἐλυμαίνετο, ἀφιστῶν τῆς
δεδομένης σωτηρίας παρὰ Θεοῦ.</p><p>Σευήρου. Διατὶ τοῖχον κεκονιαμένον καλεῖ; ἐπειδὴ λαμπρὰν
μὲν εἰχε τὴν ὄψιν, ὡς νόμου ἔκδικος, καὶ νόμῳ δικάζων, ἡ δὲ διάνοια
ἀνομίας πεπλήρωτο· ἐλέγχει αὐτοῦ τὸ σχῆμα ἐκ τῆς ἔξωθεν <lb n="5"/>
διαθέσεως· οἱ δὲ παρεστῶτες ἔλεγον· “ τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ
“ λοιδορεῖς;” ὁ δὲ ἅγιος Παῦλος βουληθεὶς δεῖξαι, ὅτι δεῖ καὶ
θυμὸν δίκαιον περιστέλλειν, καὶ ἀγανάκτησιν δικαίαν καλύπτειν·
ὥσπερ μεταμεληθεὶς λέγει· “ οὐκ ᾔδειν,” καὶ τὰ ἑξῆς· οὐκ ᾔδεις
ὅτι ἱερεύς ἐστι; πῶς οὖν ἔλεγες, “ καὶ σὺ κάθῃ κρίνων με κατὰ <lb n="10"/>
“ τὸν νόμον;” ἀλλὰ προσποιεῖται ἄγνοιαν, οὐ βλάπτουσαν ἀλλ’
οἰκονομοῦσαν· ἔστι γὰρ καὶ μεταχειρισμῷ χρήσασθαι ἰσχυροτέρῳ
παρρησίας· πολλάκις μὲν παρρησία ἄκαιρος ἔβλαψε τὴν ἀλήθειαν·
μεταχειρισμὸς δὲ εὔκαιρος κατόρθωσε τὸ προκείμενον.</p><p>Διδύμου. Ὁ τῆς ἔξω ἐπιφανείας ἐπιμελόμενος, κακὸς ὣν τῇ <lb n="15"/>
γνώμῃ, τοῖχος κεκονιαμένος εἴη, ᾧ κόλασις ἕπεται, διὰ τὸ δολερῶς
ὑποκρίνεσθαι τὴν ἁγίου κατάστασιν· ἐπειδὴ δὲ ταῦτα προσδοκοῦντα
ἀρχιερέα λέγεται ὑπὸ Παύλου, ἀμφιβάλλεταί τις εἰ
μετὰ τοῦ καθήκοντος ἐλέγχθη· πρὸς ὃν λεκτέον· εἰ μὲν γὰρ διὰ
τοῦ c λοιδορήσασθαι προέκειτο, οὐ δεόντως· εἰ δὲ τοῦ ἐλέγξαι, καὶ <lb n="20"/>
τὸ d κολαστέον εἶναι τὸν ἐπιμορφαζόμενον τὸ καλὸν, καθηκόντως
εἴρηται ἡ φωνή· διὸ καὶ μάλιστα ἐπεὶ ἀρχιερεὺς ὣν, ἐδόκει τοῖχος
εἶναι, τοῖχον κεκονιαμένον εἶπεν αὐτόν. οὐ παντὸς ὑποκριτοῦ·
ὡς ὅτε ὑποτεταγμένος ἐστι ὄντος τοίχου.</p><p>Ἀμμωνίου. “ Καὶ παρανομῶν κελεύεις με τύπτεσθαι;” ἤλεγχε <lb n="25"/>
τὸν ἀρχιερέα τῶν Ἰουδαίων παραβάτην ὄντα τοῦ νόμου, καὶ μὴ
ὀφείλοντα ἄλλον ἐπὶ παρανομίᾳ κρίνειν.</p><lb n="6"/><p>Γνοῦς δὲ ὁ Παῦλος, ὅτι τὸ ἓν μέρος ἐστὶ Σαδδουκαίων,
τὸ δὲ ἕτερον Φαρισαίων, ἔκραζεν ἐν τῷ συνεδρίῳ,</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πάλιν ἀνθρωπίνως διαλέγεται· καὶ οὐ <lb n="30"/>
πανταχοῦ τῆς χάριτος ἀπολαύει· καὶ ἐν τούτῳ μετὰ ταῦτα ἐβουλήθη
σχίσαι τὸ πλῆθος, τὸ κακῶς ὁμονοοῦν κατ’ αὐτοῦ· καὶ οὐ
ψεύδεται οὐδὲ ἐνταῦθα· Φαρισαῖος γὰρ ἦν ἐκ προγόνων.</p><note type="footnote">c τοῦ om. Cod. d τὸ Cod. corr. r. m. τῷ.</note><pb n="368"/><p>Ἄνδρες ἀδελφοὶ, ἐγὼ Φαρισαῖός εἰμι, υἱὸς
περὶ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐπειδὴ γὰρ ἐκεῖνοι οὐκ ἠβούλοντο εἰπεῖν διατὶ
κρίνουσιν αὐτὸν, ἀναγκάζεται λοιπὸν αὐτὸς ἐξειπεῖν. Καὶ πάλιν—
Ἀπὸ τῆς κατηγορίας αὐτῶν καὶ διαβολῆς, συνίστησιν ἑαυτόν· οὐκ <lb n="5"/>
ἴσασι Σαδδουκαῖοι τάχα, οὐδὲ τὸν Θεὸν, παχεῖς τινὲς ὄντες· ὅθεν
οὐδὲ ἀνάστασιν βούλονται πιστεύειν εἶναι.</p><lb n="7"/><p>Τοῦτο δὲ αὐτοῦ λαλήσαντος, ἐγένετο στάσις τῶν
Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων, καὶ ἐσχίσθη τὸ πλῆθος.
<lb n="8"/> Σαδδουκαῖοι μὲν γὰρ λέγουσι μὴ εἶναι ἀνάστασιν, <lb n="10"/>
μήτε ἄγγελον μήτε πνεῦμα· Φαρισαῖοι δὲ ὁμολογοῦσι
τὰ ἀμφότερα.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Καὶ μὴν τρία ἐστί· πῶς λέγει ἀμφότερα;
πνεῦμα καὶ ἄγγελος ἕν φησι· ὅτε μετ’ αὐτῶν ἔστη, τότε
ἀπολογοῦνται ὑπὲρ αὐτοῦ.</p><lb n="15"/><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ἐν ῥητῷ τὴν τῶν Σαδδουκαίων αἵρεσιν·
καὶ ὅτι ἡ λέξις ἡ λέγουσα “ ἀμφότερα,” οὐ μόνον περὶ δύο λέγει,
ὅπερ κυρίως δηλοῖ τὰ ἀμφότερα, ἀλλὰ καὶ περὶ τριῶν· ὥς τε οὖν
οὐ δεῖ ἐκ τῆς ἔξωθεν ἀκριβολέκτου κυριότητος κρίνειν τὰς τῶν ἁπλῶν
καὶ ἀγραμμάτων ἁλιέων συγγραφάς· ἐκ τούτων γὰρ πᾶσα ὡς <lb n="20"/>
εἰπεῖν αἵρεσις γεννᾶται, κατὰ κυριολεξίαν ἐπί τινων λόγων τὰς γραφὰς
πολυπραγμονεῖν ζητούντων.</p><lb n="9"/><p>Ἐγένετο δὲ κραυγὴ μεγάλη· καὶ ἀναστάντες τινὲς
τῶν γραμματέων τοῦ μέρους τῶν Φαρισαίων, διεμάχοντο,
λέγοντες, οὐδὲν κακὸν εὑρίσκομεν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ. <lb n="25"/>
εἰ δὲ πνεῦμα ἐλάλησεν αὐτῷ ἢ ἄγγελος, μὴ
θεομαχῶμεν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Διατί μὴ πρὸ τούτου ὑπὲρ αὐτοῦ ἀπελογήσαντο;
ὁρᾶς ὅταν τὰ πάθη ὑποχωρήσῃ, πῶς ἡ ἀλήθεια εὑρίσκεται·
ποῖον ἔγκλημα; φησίν· “ εἰ ἄγγελος αὐτῷ ἐλάλησεν ἣ <lb n="30"/>
“ πνεῦμα.” ὅρα συνετῶς τὸν Παῦλον, οὐδεμίαν αὐτοῖς δόντα
λαβήν.</p><p>Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου Ἐπιστολῆσ Αωξη. “ Εἰ δὲ

<pb n="369"/>
ἐλάλησεν αὐτῷ ἣ ἄγγελος τὸ γὰρ “ εἰ” ἤ ἐστι· τουτέστιν,
ἣ πνεῦμα ἐλάλησεν αὐτῷ ἣ ἄγγελος.</p><p>Ἀμμωνίου. “ Εἰ δὲ πνεῦμα ἐλάλησεν αὐτῷ ἢ ἄγγελος.
ἀσαφὲς τὸ ῥητὸν, ἣ γὰρ λείπει τι αὐτῷ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ
νοήματος, ἵνα ἦ οὕτως· εἰ δὲ πνεῦμα ἣ ἄγγελος ἐλάλησεν αὐτῷ <lb n="5"/>
τὴν μηχανὴν τοῦ λόγου, ἵνα ἐκφύγῃ τὴν ἐπιβουλὴν, ἄδηλόν φησιν·
ἣ ὡς ἀπὸ τῶν Φαρισαίων τὸ ῥῆμα λεκτέον· “ εἰ δὲ πνεῦμα ἐλά-
“ λησεν αὐτῷ ἢ ἄγγελος, ἀντὶ τοῦ, ἰδοὺ τὰ περὶ ἀναστάσεως
λαλῶν δῆλός ἐστιν, ἢ διὰ νεύματος Ἁγίου ἢ δι’ ἀγγέλου κατηχηθεὶς
τὸν τῆς ἀναστάσεως λόγον.</p><lb n="10"/><lb n="10"/><p>Πόλλης δὲ γενομένης στάσεως, φοβηθεὶς ὁ χιλίαρχος
μὴ διασπασθῇ ὁ Παῦλος ὑπ’ αὐτῶν, ἐκέλευσε τὸ
στράτευμα καταβὰν ἁρπάσαι αὐτὸν ἐκ μέσου αὐτῶν,
ἄγειν τὲ εἰς τὴν παρεμβολήν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Φοβεῖται λοιπὸν ὁ χιλίαρχος μὴ διασπασθῇ, <lb n="15"/>
ἐπειδὴ εἶπεν, ὅτι Ῥωμαῖός ἐστι· καὶ οὐκ ἀκίνδυνον ἦν τὸ πρᾶγμα·
ὁρᾶς ὅτι δικαίως ὡμολόγησεν ἑαυτὸν Ῥωμαῖον εἶναι· ἦ γὰρ ἃν
οὐδὲ νῦν ἐφοβήθη· καὶ τὸ στράτευμα λοιπὸν ἁρπάζει αὐτὸν ὡς
ἴδιον, οἶμαι.</p><lb n="11"/><p>Τῇ δὲ ἐπιούσῃ νυκτὶ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ Κύριος εἶπε, <lb n="20"/>
θάρσει· ὡς γὰρ διεμαρτύρω τὰ περὶ ἐμοῦ εἰς Ἱερουσαλὴμ,
οὕτως δεῖ καὶ εἰς Ῥωμὴν μαρτυρῆσαι.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα πόση ἡ παράκλησις· πρῶτον αὐτὸν
ἐπαινεῖ, “ ὡς διεμαρτύρω τὰ περὶ ἐμοῦ,” φησιν, “ ἐν Ἱεροσολύμοις·”
εἶτα οὐκ ἀφίησιν οὐδὲ τὸ ἄδηλον τῆς ἀποδημίας φοβηθῆναι τῆς ἐπὶ <lb n="25"/>
Ρώμην· καὶ γὰρ καὶ ἐκεῖ, φησιν, οὐκ ἀπελεύσῃ μόνος, ἀλλὰ
τοσαύτῃ χρήσῃ παρρησίᾳ· ὅτι σωθήσεται ἐδηλοῦτο, ἀλλ’ ὅτι καὶ
ἐπὶ μεγάλοις στεφάνοις.</p><p>Διατί δὲ οὐ πρὶν ἣ ἐμπεσεῖν εἰς τὸν κίνδυνον ἐφάνη αὐτῷ; ὅτι
ἀεὶ ἐν ταῖς θλίψεσι παρακαλεῖ ὁ Θεός· τότε γὰρ ποθεινότερον <lb n="30"/>
φαίνεται, καὶ ἐν τοῖς κινδύνοις ἐγγυμνάζων ἡμᾶς· καὶ μετὰ τὸ
φανῆναι πάλιν ἀφίησιν αὐτὸν ἀνθρωπίνως σωθῆναι· τί δὴ τοῦτο
οὐκ ἐθορυβήθη; οὐδὲ εἶπεν, ἆρα ἠπάτημαι παρὰ Χριστοῦ, ἀλλ’

<pb n="370"/>
ἐπίστευσεν; οὐ μὴν ἐπειδὴ ἐπίστευσεν, ὕπνωσεν· ἀλλὰ τὰ ἐνόντα
ἐξ ἀνθρωπίνης σοφίας οὐ προέδωκεν. ἀνάγκην τινὰ ἑαυτοῖς ἐκεῖνοι
περιέθηκαν διὰ τοῦ ἀνεθαματισμοῦ· ἰδοὺ νηστεία ἀνδροφονίας
μήτηρ· καθάπερ ὁ Ἡρώδης ἀνάγκην τὴν ἀπὸ τοῦ ὅρκου ἑαυτῷ
ἐπέθηκεν, οὕτω δὴ καὶ οὗτοι· τοιαῦτα γὰρ τὰ διαβολικά· προσχήματι <lb n="5"/>
δῆθεν εὐλαβείας τὰς παγίδας τίθησι· καὶ μὴν ἐχρῆν
προσελθεῖν, ἐχρῆν αἰτιάσασθαι, δικαστήριον συγκροτῆσαι· ταῦτα
γὰρ οὐχ ἱερέων ἀλλὰ λῃσταρχῶν· ταῦτα οὐκ ἀρχόντων ἀλλὰ λυμαινομένων·
καὶ τὸν ἄρχοντα διαφθεῖραι ἐπιχειροῦσιν· ἀλλ’ ᾠκονομήθη,
ὥστε καὶ ἐκεῖνον καταμαθεῖν αὐτῶν τὴν ἐπιβουλήν.</p><lb n="10"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἀεὶ μὲν γὰρ οἱ ἅγιοι θαυμαστοὶ, καὶ πολλῆς
γέμουσι χάριτος· μάλιστα δὲ ὅταν διὰ Χριστὸν κινδυνεύωσιν,
ὅταν δεσμοὶ γίνωνται· καθάπερ γὰρ στρατιώτης γενναῖος, ἀεὶ μὲν
καὶ ἁπλῶς ἐγγυμναζόμενος τοῖς ὅπλοις, ἡδὺ θέαμα τοῖς ὁρῶσι
γίνεται, μάλιστα δὲ ὅταν εἰστήκῃ καὶ παρατάττηται παρ’ αὐτὸν <lb n="15"/>
τὸν βασιλέα, οὕτω δὴ καὶ Παῦλον ἐννόησον, ὅσον ἦν ἰδεῖν μετὰ
τῶν δεσμῶν αὐτὸν διδάσκοντα.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><head>ΚΕΦ. ΛΔ.</head><p>Περὶ ἐπιβουλῆς μελετωμένης ὑπὸ Ἰουδαίων κατὰ Παῦλον, καὶ μηνύσεως αὐτῆς
πρὸς Λυσίαν.</p><lb n="20"/><lb n="12"/><p>Γενομένης δὲ ἡμέρας, ποιήσαντες συστροφὴν οἱ Ἰουδαῖοι,
ἀναθεμάτισαν ἑαυτοὺς, λέγοντες μήτε φαγεῖν μήτε
<lb n="13"/> πιεῖν, ἕως οὗ ἀποκτείνωσι τὸν Παῦλον· ἦσαν δὲ πλείους
τεσσαράκοντα οἱ ταύτην τὴν συνωμοσίαν ποιησάμενοι·
<lb n="14"/> οἵτινες προσελθόντες τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς πρεσβυτέροις <lb n="25"/>
εἶπον, ἀναθέματι ἀναθεματίσαμεν ἑαυτοὺς, μηδενὸς
<lb n="15"/> γεύσασθαι ἕως οὗ ἀποκτείνωμεν τὸν Παῦλον. νῦν οὖν
ὑμεῖς ἐμφανίσατε τῷ χιλιάρχῳ σὺν τῷ συνεδρίῳ, ὅπως
καταγάγῃ αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς, ὡς μέλλοντας ἀκριβέστερον
διαγινώσκειν τὰ περὶ αὐτοῦ· ἡμεῖς δὲ, πρὸ τοῦ ἐγγίσαι <lb n="30"/>
αὐτὸν, ἕτοιμοί ἐσμεν τοῦ ἀνελεῖν αὐτόν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅρα πῶς σφοδροὶ καὶ ἀμυντικοὶ περὶ τὴν κακίαν,
καὶ τεσσαράκοντα ὁμοῦ· τοιοῦτον γὰρ τὸ ἔθος· ὅταν μὲν ἐπὶ ἀγαθῷ

<pb n="371"/>
δεῖ συμφωνῆσαι, οὐδὲ δύο συνέρχονται· ὅταν δὲ ἐπὶ κακῷ, δῆμος
ὁλόκληρος· καὶ λαμβάνουσι κοινωνοὺς τοὺς ἄρχοντας.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα πῶς πρόεισι τὸ κακόν· ἡ πικρία τὸν
θυμὸν ἔτεκεν, ὁ θυμὸς τὴν ὀργήν· ἡ ὀργὴ τὴν κραυγήν, ἡ κραυγὴ
τὴν βλασφημίαν· ἡ βλασφημία τὰς πληγὰς, αἱ πληγαὶ τὰ <lb n="5"/>
τραύματα, τὰ τραύματα θάνατον.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “ Ἀναθεμάτισαν ἑαυτούς·” τίς ἡ τοσαύτη σπουδὴ,
“ ὅπως καταγάγῃ αὐτὸν πρὸς ἡμᾶς;” οὐχὶ δεύτερον πρὸς ὑμᾶς ἐδημηγόρησεν;
οὐχὶ Φαρισαῖον ἑαυτὸν εἶπε; τί τὸ περιττόν; ὄντως
οὐδὲν ἐφοβοῦντο οὔτε δικαστήρια οὔτε νόμους· οὕτως οὐδὲν αὐτοῖς <lb n="10"/>
ἀτόλμητον ἦν· καὶ τὴν γνώμην εἰσηγοῦνται καὶ τὴν πρᾶξιν ἐπαγγέλλονται·
ἀνάγκην αὐτοῖς τινὰ ἐκεῖνοι περιέθηκαν διὰ τοῦ
ἀναθεματισμου.</p><p>Ἀμμωνίου. “ Ἀναθεμάτισαν ἑαυτοὺς,” ἀντὶ τοῦ ἔξω εἶναι τῆς
κατὰ Θεὸν πίστεως εἶπον ἑαυτοὺς, εἰ μὴ ποιήσαιεν τὰ δόξαντα· <lb n="15"/>
εἴτε οὖν ἐψεύσαντο τὴν ὑπόσχεσιν, ὡς καὶ ἐψεύσαντο, ἀνάθεμά
εἰσιν· εἴτε καὶ τὸν Παῦλον δίκαιον ἄνδρα καὶ ἀκατάκριτον ἐξεγεγόνει
αὐτοῖς φονεῦσαι, πάλιν ὡς φονεῖς ἀνάθεμα ἑαυτοὺς ἐποίουν·
ἤτοι ὁ Θεὸς ἐποίει αὐτοὺς, εἰ καὶ παρεσιώπων οἱ ἀρχιερεῖς.</p><lb n="16"/><p>Ἀκούσας δὲ ὁ υἱὸς τῆς ἀδελφῆς Παύλου τὴν ἐνέδραν, <lb n="20"/>
παραγενόμενος καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν παρεμβολὴν, ἀπήγγειλε
τῷ Παύλῳ.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τοῦτο τῆς τοῦ Θεοῦ οἰκονομίας ἦν, τὸ μὴ
συνιδεῖν αὐτοὺς, ὅτι ἀκούσεται· τί οὖν ὁ Παῦλος; οὐκ ἐθορυβήθη
ἀλλὰ συνεῖδεν, ὅτι Θεοῦ ἔργον ἐστὶ τοῦτο· καὶ τὸ πᾶν ἐπ’ αὐτὸν <lb n="25"/>
ῥίψας, οὕτως ἑαυτὸν ἀφίησιν.</p><p>Ἀμμωνίου. Μαλλὸν ὡς Ἰουδαῖος ὣν καὶ συνὼν αὐτοῖς ἤκουσε·
σημειωτέον δὲ ὅτι οὐ συγγένεια ποιεῖ ὁμοπίστους, ἀλλ’ ὁ τρόπος·
ἢ καὶ οὐκ ἦν Ἰουδαῖος, καὶ ἀκούσας ἦλθε, καὶ προδιωρθώσατο τὸν
Παῦλον.</p><lb n="30"/><p>* Ὅτι παρεπέμφθη ὁ Παῦλος τῷ ἡγεμόνι εἰς Καισάρειαν μετὰ στρατιωτῶν
καὶ γραμματέων.</p><lb n="17"/><p>Προσκαλεσάμενος δὲ ὁ Παῦλος ἕνα τῶν ἑκατοντάρχων,
εἶπε, τὸν νεανίαν τοῦτον ἀπάγαγε πρὸς τὸν χιλί-

<pb n="372"/>
<lb n="18"/> αρχον· ἔχει γάρ τι ἀπαγγεῖλαι αὐτῷ. ὁ μὶν οὖν παραλαβὼν
αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τὸν χιλίαρχον, καὶ φησὶν, ὁ
δέσμιος Παῦλος προσκαλεσάμενός με, ἠρώτησε τοῦτον
τὸν νεανίαν ἀγαγεῖν πρός σε, ἔχοντα τι λαλῆσαί σοι.
<lb n="19"/> ἐπιλαβόμενος δὲ τῆς χειρὸς αὐτοῦ ὁ χιλίαρχος, καὶ ἀναχώρησας <lb n="5"/>
κατ’ ἰδίαν ἐπυνθάνετο, τί ἐστιν, ὃ ἔχεις ἀπαγγεῖλαί
<lb n="20"/> μοι; εἶπε δὲ, ὅτι καὶ οἱ Ἰουδαῖοι συνέθεντο τοῦ
ἐρωτῆσαί σε, ὅπως αὔριον τὸν Παῦλον καταγάγῃς εἰς
τὸ συνέδριον, ὡς μελλόντων τί ἀκριβέστερον πυνθάνεσθαι
<lb n="21"/> περὶ αὐτοῦ. σὺ οὖν μὴ πεισθῇς αὐτοῖς· ἐνεδρεύουσι <lb n="10"/>
γὰρ αὐτὸν ἐξ αὐτῶν ἄνδρες πλείους τεσσαράκοντα,
οἵτινες ἀναθεμάτισαν ἑαυτοὺς μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν,
ἕως οὗ ἀνέλωσιν αὐτόν· καὶ νῦν ἕτοιμοί εἰσι, προσδεχόμενοι
τὴν ἀπὸ σοῦ ἐπαγγελίαν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πάλιν ἀνθρωπίνη σώζεται προμηθεία· καὶ <lb n="15"/>
ὅρα ὁ Παῦλος οὐδένα ἀφίησι μαθεῖν, οὐδὲ τὸν ἑκατόνταρχον, ὥστε
μὴ τὸ πρᾶγμα γενέσθαι διάδηλον· ἀλλὰ λαβὼν ὁ ἑκατόνταρχος
ἀπήγαγε τῷ χιλιάρχῳ· καὶ καλῶς ὁ χιλίαρχος κελεύει κρύψαι,
ὥστε μὴ γενέσθαι δῆλον· καὶ τότε λέγει τοῖς ἑκατοντάρχοις τὸ τί
δεῖ γενέσθαι.</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ Ἐκ Τῆσ Πρὸσ Κορινθίουσ Ἐπιστολῆσ.
Τί λέγεις; καὶ Παῦλος κινδύνους ἐφοβεῖτο; καὶ σφόδρα
ἐδεδοίκει· εἰ γὰρ καὶ Παῦλος ἦν, ἀλλ’ ἄνθρωπος ἦν· τοῦτο
δὲ οὐκ ἔγκλημα τοῦ Παύλου, ἀλλ’ ἀσθένεια μὲν τῆς φύσεως,
ἐγκώμιον δὲ τῆς προαιρέσεως, ὅτι καὶ δεδοικὼς θάνατον καὶ πληγὰς, <lb n="25"/>
οὐδὲν ἀνάξιον διὰ τὸν φόβον τοῦτον ἐποίησεν· ὡς οἱ λέγοντες
ὅτι οὐκ ἐφοβεῖτο πληγὰς, οὐ μόνον αὐτὸν οὐ σεμνύνουσιν, ἀλλὰ καὶ
ὑποτέμνονται πολὺ τῶν ἐπαίνων· εἰ γὰρ οὐκ ἐφοβεῖτο, ποία καρτερία,
ἢ ποία φιλοσοφία τὸ τοὺς κινδύνους φέρειν; ἐγὼ γὰρ διὰ
τοῦτο αὐτὸν θαυμάζω, ὅτι φοβούμενος, καὶ οὐχ ἁπλῶς φοβούμενος, <lb n="30"/>
ἀλλὰ καὶ τρέμων τοὺς κινδύνους, διὰ παντὸς ἔδραμε στεφανούμενος·
καὶ οὐδενὶ τῶν δικαίων ἐνέδωκεν ἐκκαθαίρων τὴν οἰκουμένην,
καὶ πανταχοῦ γῆς καὶ θαλάττης τὸ κήρυγμα σπείρων.</p><pb n="373"/><lb n="22"/><p>Ὁ μὲν οὖν χιλίαρχος ἀπέλυσε τὸν νεανίαν, παραγγείλας
μηδενὶ ἐκλαλῆσαι, ὅτι ταῦτα ἐνεφάνισας πρός
με.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὠικονομήθη ὥστε κἀκεῖνον μαθεῖν αὐτῶν
τὴν ἐπιβουλήν· οὐ γὰρ ἐκ τοῦ μηδὲν ἔχειν εἰπεῖν, ἀλλὰ ἐκ τοῦ <lb n="5"/>
λάθρα ἐπιχειρεῖν ἤλεγξαν ἑαυτοὺς μηδὲν ὄντας· εἰκὸς δὲ καὶ μετὰ
τὸ ἀποσταλῆναι αὐτὸν προσελθεῖν τοὺς ἀρχιερεῖς αἰτοῦντας, καὶ
καταισχυνθῆναι· οὐ γὰρ δὴ ἐβούλετο οὔτε ἀρνήσασθαι οὔτε ἐπινεῦσαι·
τότε δὲ ἐπίστευσεν ἐκ τῶν ἤδη γενομένων.</p><lb n="23"/><p>Καὶ προσκαλεσάμενος δύο τινὰς τῶν ἑκατοντάρχων <lb n="10"/>
εἶπεν, ἑτοιμάσατε στρατιώτας διακοσίους, ὅπως πορευθῶσι,
μεχρὶ Καισαρείας, καὶ ἱππεῖς ἑβδομήκοντα, καὶ
δεξιολάβους διακοσίους, ἀπὸ τρίτης ὥρας τῆς νυκτός·
<lb n="24"/> κτήνη τε παραστῆσαι, ὅπως ἐπιβάσαντες τὸν Παῦλον
<lb n="25"/> διασώσωσι πρὸς Φήλικα τὸν ἡγεμόνα· γράψας ἐπιστολὴν <lb n="15"/>
<lb n="26"/> περιέχουσαν τὸν τύπον τοῦτον· Κλαύδιος Λυσίας
<lb n="27"/> τῷ κρατίστῳ ἡγεμόνι Φήλικι χαίρειν. τὸν ἄνδρα τοῦτον
συλληφθέντα ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, καὶ μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι
ὑπ’ αὐτῶν, ἐπιστὰς σὺν τῷ στρατεύματι ἐξειλόμην,
μαθὼν ὅτι Ῥωμαῖός ἐστι.</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Πέμπεται λοιπὸν ἐν Καισαρείᾳ, ἵνα καὶ ἐκεῖ
διαλεχθῇ ἐπὶ μείζονος θεάτρου καὶ λαμπροτέρου τοῦ ἀκροατηρίου·
ἵνα μὴ ἔχωσι λέγειν οἱ Ἰουδαῖοι, ὅτι εἰ εἴδομεν Παῦλον, ἐπιστεύσαμεν
ἃν, εἰ ἠκούσαμεν αὐτοῦ διδάσκοντος· καὶ αὐτὴ οὖν αὐτοῖς
ἡ ἀπολογία ἐκκόπτεται.</p><lb n="25"/><lb n="28"/><p>Βουλόμενός τε ἐπιγνῶναι τὴν αἰτίαν δι’ ἢν ἐνεκάλουν
<lb n="29"/> αὐτῷ, κατήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον αὐτῶν· ὃν
εὗρον ἐγκαλούμενον περὶ ζητημάτων τοῦ νόμου αὐτῶν,
μηδὲν δὲ ἄξιον θανάτου ἢ δεσμῶν ἔχοντα ἔγκλημα.
<lb n="30"/> μηνυθείσης δέ μοι ἐπιβουλῆς ἔσεσθαι, ἐξαυτῆς ἔπεμψα <lb n="30"/>
πρός σε, παραγγείλας καὶ τοῖς κατηγόροις λέγειν τὰ
πρὸς αὐτὸν ἔπι σου. ἔρρωσο.</p><pb n="374"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα πῶς διὰ τῆς ψήφου τῶν ἔξω ἀθωοῦται
ὁ Παῦλος, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς παρὰ Πιλάτου· ὅρα τὴν κακίαν
ἀναίρου μένην· παρέδωκαν γὰρ αὐτὸν, ὥστε καὶ ἀνελεῖν καὶ καταδικάσαι·
γίνεται δὲ τοὐναντίον· καὶ σώζεται καὶ ἀθῷος εὑρίσκεται·
εἰ γὰρ μὴ οὗτος, κἂν διεσπάσθη· εἰ μὴ οὗτος, ἀπώλετο, κἂν κατεδικάσθη. <lb n="5"/>
οὐ μόνον ἐκείνης αὐτὸν τῆς ὁρμῆς ἐξαιρεῖται, ἀλλὰ καὶ
ἄλλης πολλῆς· ὅρα πῶς αὐτῷ ὑπηρέτης γίνεται, ὥστε ἀκινδύνως
διασωθῆναι μετὰ τοσαύτης παρατάξεως.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><head>ΚΕΦ. ΛΕ.</head><p>Τερτύλλου περὶ Παύλου κατηγορία, καὶ αὐτοῦ ἀπολογία ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος.</p><lb n="10"/><lb n="31"/><p>Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται, κατὰ τὸ διατεταγμένον αὐτοῖς,
ἀναλαβόντες τὸν Παῦλον, ἤγαγον διὰ νυκτὸς εἰς
<lb n="32"/> τὴν Ἀντιπατρίδα. τῇ δὲ ἐπαύριον ἐάσαντες τοὺς ἱππεῖς
πορεύεσθαι σὺν αὐτῷ, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν παρεμβολήν·
<lb n="33"/> οἵτινες ἐλθόντες εἰς τὴν Καισάρειαν, καὶ ἀναδόντες τῷ <lb n="15"/>
ἡγεμόνι τὴν ἐπιστολὴν, παρέστησαν καὶ τὸν Παῦλον
<lb n="34"/> αὐτῷ. ἀναγνοὺς δὲ, καὶ ἐπερωτήσας ἐκ ποίας ἐπαρχίας
<lb n="35"/> ἐστὶ, καὶ πυθόμενος ὅτι ἀπὸ Κιλικίας, διακούσομαί σου,
ἔφη, ὅταν οἱ κατήγοροί σου παραγένωνται.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καθάπερ εἰ βασιλέα τινὰ δορυφόροι παρέπεμπον <lb n="20"/>
μετὰ τοσούτου πλήθους, καὶ ἐν νυκτὶ, φοβούμενοι τοῦ δήμου τὴν
ὁρμήν· ἐπεὶ οὖν τῆς πόλεως αὐτὸν ἐξέβαλον, τότε ἀφίστανται·
οὐκ ἃν μετὰ τοσαύτης ἀσφαλείας ἐξέπεμψεν, εἰ μὴ καὶ αὐτῆς
ἔτυχεν, οὐδὲν αὐτοῦ κατεγνωκώς· καὶ ἐκείνων ᾔδει τὸ φονικόν.</p><p>Εκέλευσέ τε αὐτὸν ἐν τῷ πραιτωρίῳ Ἡρώδου φυλάσσεσθαι. <lb n="25"/>
<lb n="1"/> μετὰ δὲ πέντε ἡμέρας κατέβη ὁ ἀρχιερεὺς
Ἀνανίας μετὰ πρεσβυτέρων τινῶν καὶ ῥήτορος Τερτύλλου
τινός,</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι ἐν Καισαρείᾳ ἐστὶ τὸ πραιτώριον
Ἡρώδου· “ ἐνεφάνισαν τῷ ἡγεμόνι·” λείπει πάλιν τῷ ῥητῷ πρὸς <lb n="30"/>
τὸ νόημα λέξις, ἵνα ᾖ οὕτως· οἵτινες ἐνεφάνισαν διδασκαλικὸν χάρτὴν
κατὰ τοῦ Παύλου.</p><pb n="375"/><p>Οἵτινες ἐνεφάνησαν τῷ ἡγεμόνι κατὰ τοῦ Παύλου.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα πῶς οὐδὲ οὕτως ἀπέστησαν, μυρίοις
κωλύμασι κωλυόμενοι, ἀλλ’ ἔρχονται ὥστε καὶ ἐκεῖ
καταισχυνθῆναι.</p><lb n="2"/><p>Κληθέντος δὲ αὐτοῦ, ἤρξατο κατηγορεῖν ὁ Τέρτυλλος, <lb n="5"/>
<lb n="3"/> λέγων· πολλῆς εἰρήνης τυγχάνοντες διὰ σοῦ, καὶ
διορθωμάτων πολλῶν γινομένων τῷ ἔθνει τούτῳ διὰ τῆς
σῆς προνοίας, πάντη τε καὶ πανταχοῦ ἀποδεχόμεθα, κράτιστε
Φῆλιξ, μετὰ πάσης εὐχαριστίας.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅρα πῶς τοῖς ἐπαίνοις προκαταλαμβάνεται τὸν <lb n="10"/>
δικαστὴν ἐκ προοιμίων, καὶ ὡς νεωτεροποιὸν καὶ στασιαστὴν βούλεται
παραδοῦναι τὸν Παῦλον· εἶτα πῶς πολλὰ ἔχων εἰπεῖν
παρέτρεχεν.</p><lb n="4"/><p>Ἵνα δὲ μὴ ἐπὶ πλεῖόν σε ἐγκόπτω, παρακαλῶ συντόμως
ἀκοῦσαι ἡμῶν τῇ σῆ ἐπιεικείᾳ.</p><lb n="15"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅρα πῶς εἰς ἐπιθυμίαν ἐμβάλλει κολάσεως τὸν
δικαστὴν, εἴγε ἔμελλεν τὸν τὴν οἰκουμένην ἀνατρέποντα καθέξειν.</p><lb n="5"/><p>Εὑρόντες γὰρ τὸν ἄνδρα τοῦτον λοιμὸν, καὶ κινοῦντα
στάσεις πᾶσι τοῖς Ἰουδαίοις τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην,</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. “ Τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην,” φησιν, “ Ἰουδαίοις <lb n="20"/>
“ στάσεις κινῶντα,” ὡς εὐεργέτην λοιπὸν καὶ κοινὸν σωτῆρα τοῦ
ἔθνους ἔμελλον ἀνακηρύττειν.</p><p>Πρωτοστάτην τὲ τῆς τὸν Ναζωραίων αἱρέσεως·</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἐδόκει τοῦτο ἐπονείδιστον εἶναι, τὸ τῶν Ναζωραίων·
καὶ ἀπὸ τούτου πάλιν διέβαλλον αὐτόν· ἡ γὰρ Ναζαρὲτ <lb n="25"/>
εὐτελὴς ἢν.</p><p>Ἀμμωνίου. Αἱρετικοὺς λέγει τοὺς Ναζωραίους ὁ Τέρτυλλος,
ὡς εἶναι καὶ ταύτην ἐν Ἰουδαίοις αἵρεσιν· μᾶλλον δὲ ὁ Τέρτυλλος
Ἕλλην ἦν· διὸ καὶ ἐρητόρευεν, ἤτοι ἐδικολόγει.</p><lb n="6"/><p>Ὃς καὶ τὸ ἱερὸν ἐπείρασε βεβηλῶσαι· ὃν καὶ ἐκρατήσαμεν, <lb n="30"/>
καὶ κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον ἠθελήσαμεν
κρῖναι.</p><pb n="376"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὄρα πῶς καὶ τὸν νόμον ὑβρίζουσιν, εἴγε
τοῦτο νόμου ἦν, τὸ τύπτειν, τὸ ἀναίρειν, τὸ ἔνεδρα ποιεῖν.</p><lb n="7"/><p>Παρελθὼν δὲ Λυσίας ὁ χιλίαρχος μετὰ πολλῆς βίας
δέκ’ τῶν χειρῶν ἡμῶν ἀπήγαγε, κελεύσας τοὺς κατηγό-
κατηγόρους αὐτοῦ ἔρχεσθαι ἐπὶ σέ· παρ’ ᾧ δυνήσῃ αὐτὸς <lb n="5"/>
κρίνας περὶ πάντων τούτων ἐπιγνῶναι, ὧν ἡμεῖς κατη-
<lb n="9"/> γοροῦμεν αὐτοῦ· συνεπέθοντο δὲ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι, φά-
σκοντες ταύτα οὕτως ἔχειν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἶτα καὶ τοῦ Λυσίου κατηγορία· οὐ προσῆκον
αὐτῷ, φησὶ, μετὰ πολλῆς βίας ἀπέσπασε. Καὶ μετ’ ὀλίγα— <lb n="10"/>
“ Επείρασέ,” φησι, “βεβηλῶσαι τὸ ἱερὸν,” τὸ δὲ πῶς οὐ λέγει·
καὶ τὸ μὲν ἐκείνου οὕτως ἐπῇρεν· ὁρ́α δὲ τὰ αὐτῶν πῶς ἐλαττοῖ·
“ἐκρατήσαμέν,” φησι, “ καὶ ἠθελήσαμεν κρῖναι κατὰ τὸν ἡμέτερον
“νόμον·” δείκνυσιν ὅτι ἐπηρεάζονται εἰς δικαστήρια ξένα ἐρχόμενοι,
καὶ ὅτι οὐκ ἂν ἐνώχλησαν αὐτῷ, εἰ μὴ ἐκεῖνος ἠνάγκασε, καὶ ὅτι οὐ <lb n="15"/>
προσῆκον αὐτῷ ἥρπασε τὸν ἄνδρα· καὶ γὰρ τὰ ἀδικήματα πρὸς
ἡμᾶς, ἡνίκα τὸ δικαστήριον παρ’ ἡμῖν ἔδει γενέσθαι· ὅτι γὰρ
τοῦτό ἐστιν ὁρ́α τὸ ἑξῆς μετὰ πολλῆς, φησι, βίας βία γὰρ
τοῦτό ἐστι· “παρ’ οὗ δύνασαι,” φησὶ, “ γνῶναι·” εἰ δὲ κατηγορῆ-
σαι τολμᾷ, μέγας συγγνωμονικὸς ὁ ἀνήρ· οὐδὲν ἁπλῶς μετέρχε- <lb n="20"/>
τᾶι· εἶτα πάλιν ἵνα μὴ δόξη ψεύδεσθαι, αὐτὸν ἐφίστησιν ἑαυτοῦ
κατήγορον τὸν Παῦλον· “παρ’ οὗ, φησι, “ δύνασαι ἀνακρίνας
“γνῶναι·” εἶτα καὶ μάρτυρες τῶν εἰρημένων κατήγοροι· αὐτοὶ
μάρτυρες καὶ κατήγοροι.</p><lb n="10"/><p>Ἀπεκρίθη δὲ Παῦλος, νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ἡγεμόνος <lb n="25"/>
λέγειν, ἐκ πολλῶν ἐτῶν ὄντα σε κριτὴν δίκαιον τῷ ἔθνει
τούτῳ ἐπιστάμενος, εὔθυμος τὰ ἐμαυτοῦ ἀπολογοῦμαι·
<lb n="11"/> δυναμένου σου ἐπιγνῶναι, ὅτι οὐ πλείους εἰσί μοι ἡμέ-
ραι δεκαδύο, ἀφ’ ἧς ἀνέβην προσκυνήσων εἰς Ἱερου-
σαλήμ·</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐκ ἔστι ταῦτα τὰ κολακείας ῥήματα ἀλλὰ
μαρτυρίας, μαρτυρῆσαι τῷ δικαστῇ δικαιοσύνην· ἐκεῖνα δὲ μᾶλλον·
“εἰρήνης” γὰρ, φησι, “τυγχάνοντες διὰ σοῦ·” τί οὖν στασιά-

<pb n="377"/>
ζεσθε ἀδίκως· οὗτος δὲ τὸ δίκαιον ζητεῖ· ὅτι “ ἐκ πολλῶν ἐτῶν,
καὶ τι τοῦτο; ὅτι οὐκ ἃν εὐθέως ἐπιστὰς στάσιν ἐκίνησα· ἐπειδὴ
ὁ κατήγορος οὐδὲν εἶχε δεῖξαι ἐν Ἱεροσολύμοις, ὅρα τί φησι·
“ τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην πᾶσαν Ἰουδαίοις. διὰ τοῦτο ὁ Παῦλος
ἐνταῦθα αὐτὸν ἕλκει· “ προσκυνῆσαί,” φησιν, “ ἀνέβην,” τοσοῦτον <lb n="5"/>
ἀπέχω τοῦ στάσεις κινεῖν· καὶ τούτῳ ἐνδιατρίβει τῷ λόγῳ, ὅπερ
ἢν ἰσχυρὸν.</p><lb n="12"/><p>Καὶ οὔτε ἐν τῷ ἱερῷ εὗρόν με πρός τινα διαλεγόμενον
ἢ ἐπισύστασιν ποιοῦντα ὄχλου, οὔτε ἐν ταῖς συναγωγαῖς,
<lb n="13"/> οὔτε κατὰ τὴν πόλιν· οὔτε παραστῆσαι δύνανται <lb n="10"/>
περὶ ὧν νῦν κατηγοροῦσί μου.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τί οὖν ἀνέβης; τί ἦλθες προσκυνῆσαι;
ἐλεημοσύνας, φησι, ποιῆσαι· τοῦτο οὐκ ἦν στασιώδους· κἀκεῖνος
μὲν πρωτοστάτην φησὶ, καθάπερ ἐπὶ μάχης καὶ συστάσεως· οὗτος
δὲ ὅρα ἐπιεικῶς ἀποκρίνεται· “ ἐκ πολλῶν ἐτῶν ὄντα κριτὴν <lb n="15"/>
“ δίκαιόν,” φησι· οὐκ ἄρα ξένος ἐστὶν οὐδὲ ἀλλότριος, οὐδὲ νεωτεροποιός·
εἴγε ἐκ πολλῶν ἐτῶν οἶδε τὸν δικαστήν· καὶ καλῶς
ἐπήγαγε τὸ δίκαιον· ἵνα μὴ πρὸς τὸν ἀρχιερέα ἴδῃ, μηδὲ πρὸς
τὸν δῆμον, μηδὲ πρὸς τὸν κατήγορον· ὅρα πῶς οὐ προήχθη εἰς
ὕβριν, καίτοιγε ἀνάγκης οὔσης.</p><lb n="20"/><lb n="14"/><p>Ὁμολογῶ δὲ τοῦτό σοι, ὅτι κατὰ τὴν ὁδὸν ἣν λέγουσιν
αἵρεσιν, οὕτως λατρεύω τῷ πατρῴῳ Θεῷ,</p><p>Εξ Ἀνεπιγράφου. Μετὰ τὴν κλῆσιν τοῦ εἷναι Ἀπόστολος
Χριστοῦ, λατρεύων τῷ πατρῴῳ Θεῷ λέγων, δείκνυσιν ἕνα ὄντα Θεὸν
παλαιᾶς τε καὶ νέας.</p><lb n="25"/><p>Ἀμμωνίου. Ὁδὸν λέγει τὴν πίστιν ἤτοι τὴν παράδοσιν· καὶ
σημειωτέον ὅτι Ναζωραῖοι πιστεύουσι τῷ Θεῷ τῷ πατρῴῳ, καὶ
τοῖς κατὰ τὸν νόμον, καὶ τοῖς προφήταις, καὶ εἰς ἀνάστασιν νεκρῶν·
δείκνυσιν ὁ Παῦλος, ἐξ ὧν φησι, “ τῷ πατρῴῳ Θεῷ λατρεύω,”
ὅτι εἰς τὸν Ἰησοῦν πιστεύει· ἀλλ’ οὐκ ἄλλον σέβει Θεὸν, ἀλλὰ <lb n="30"/>
τὸν αὐτὸν ὄντα τῷ Πατρὶ τῷ ἐκ νόμου καὶ προφήτων κηρυχθέντι·
καὶ ὅτι οἱ εἰς τὸν Χριστὸν πιστεύοντες, ὡς καὶ ὁ Παῦλος, δέχονται
Μώσεως τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας· καὶ βλέπε μὴ ἐκ τῆς
τοῦ ῥητοῦ ἀκριβείας μόναις δεῖ ἐγκύπτειν ταύταις ταῖς βίβλοις,

<pb n="378"/>
εἰ μή τι γε καταχρηστικῶς, ὡς πάσης οὔσης παλαιᾶς γραφῆς θεοπνεύστου
καὶ ὠφελίμου, δέξοιτό τις καὶ τὴν Ἐσθὴρ καὶ Ἰουδὴθ, καὶ
τὴν Τωβὶ βίβλον.</p><p>Διδύμου. Ἐπειδὴ μετὰ τὸ γενέσθαι Ἀπόστολον Ἰησοῦ ὁ
Παῦλος ἑαυτὸν λέγει πιστεύειν τῷ πατρῴῳ Θεῷ καὶ τῷ νόμῳ καὶ <lb n="5"/>
τοῖς προφήταις, φανεροῖ ὡς ὅτι ἕνα οἶδε Θεὸν παλαιᾶς καὶ καινῆς
διαθήκης· διὸ καὶ συμφωνεῖ Φαρισαίοις καὶ αὐτοῖς ἐλπίζουσι
πάντων ἀνθρώπων ἀνάστασιν, δικαίων καὶ ἀδίκων· καὶ ἐπειδὴ τινὲς
αἱρετικοὶ ἀνάστασιν λέγουσιν οὐ σώματος ἀλλὰ ψυχῆς ἐκκαθαιρομένης,
πευστέον τι ἐροῦσι περὶ τῶν ἀνισταμένων ἀδίκων· τῶν <lb n="10"/>
ὄντων κατ’ αὐτοὺς χοικῶν, τῶν μὴ πεφυκότων καθαίρεσθαι· ὁ γὰρ
Παῦλος εἶπεν ὅτι ἄδικοι ἀνίστανται· οὔκουν σωμάτων ἐστὶν ἡ
δηλουμένη ἀνάστασις; εἶτα λέγουσι περὶ τῆς μεσότητος, ἣν καὶ
ψυχικὴν φύσιν καλοῦσιν, ὅτι αὕτη ἡ μεσότης ὧδε ἔχει μετάπτωσιν,
ὅπερ καλεῖται ἔγερσις, ὡς σημαίνει τὸ εἰρημένον ὀπίσω· “ καὶ <lb n="15"/>
“ ἀναστάντες τινὲς τῶν γραμματέων διεμάχοντο λέγοντες, οὐδὲν
“ κακὸν εὑρίσκομεν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ·” καὶ πάλιν λέγουσι τοὺς
ἐγειρομένους πρεσβυτέρους ἐπὶ τῷ διεστραμμένα λαλεῖν· πρὸς οὓς
ἐροῦμεν, ὅτι συνᾴδοντα ἡμῖν λαλεῖτε· καὶ γὰρ καὶ ἡμεῖς οὕτω
δοξάζομεν, ὅτι ἑκάστη ψυχὴ ἐν μεσότητι ἐστι, καὶ ὅπου θέλει <lb n="20"/>
ῥέπει, ἢ εἰς ἀρετὴν ἢ εἰς κακίαν· καὶ τοῦτο ἐπὶ πάσης ἀνθρώπων
ψυχῆς λέγομεν, ὅπερ αὐτοὶ ἐπὶ μόνης λέγουσιν εἶναι τῆς μεσότητος·
κἂν τοίνυν ἀνίστασθαι τοὺς ἀδίκους λέγωσι τῷ ἀφίστασθαι
ἀπὸ κακίας, καὶ εἰς ἀρετὴν ῥέπειν, ματαία εὑρίσκεται ἡ ἐλπὶς ἡ
περὶ τῆς τοιαύτης ἀναστάσεως, ἣν λέγουσιν οὗτοι· ἑκάστοτε τῆς <lb n="25"/>
τοιαύτης ἀναστάσεως γινομένης· καθ’ ἡμέραν γάρ εἰσιν οἱ μετανοοῦντες·
ἀλλ’ οὔτε μάχεται ὑμῖν, λέγουσι, πᾶσαν μετάπτωσιν
προαιρετικῇ ῥοπῇ γίνεσθαι, οὐ μὴν φύσεως γίνεσθαι μεταβολὴν,
τὸ τοὺς πρεσβυτέρους εἰς ἑτέραν μετατραπῆναι βούλησιν.</p><p>Πιστεύων πᾶσι τοῖς κατὰ τὸν νόμον καὶ τοῖς ἐν τοῖς <lb n="30"/>
προφήταις γεγραμμένοις,</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐχώριζον αὐτὸν ἐκεῖνοι· οὗτος συνεισάγει
καὶ οἰκεῖοι ἑαυτὸν τῳ νόμῳ.</p><lb n="15"/><p>Ἐλπίδα ἔχων εἰς Θεὸν,</p><pb n="379"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐκ εἶπε πιστεύουσι πᾶσι τοῖς ἐν τοῖς προφήταις
γεγραμμένοις· οὗτος γὰρ πᾶσιν ἐπίστευσεν, οὐκ ἐκεῖνοι· πῶς δὲ
πᾶσι μακροῦ ἃν εἴη λόγου· καὶ οὐδαμοῦ τοῦ Χριστοῦ μέμνηται
ἐνταῦθα· τὸ πιστεύειν εἰπὼν, καὶ τὰ κατὰ τὸν Χριστὸν εἰσήγαγεν·
ἀλλὰ τέως τῷ τῆς ἀναστάσεως ἐνδιατρίβει λόγῳ.</p><lb n="5"/><p>Ἣν καὶ αὐτοὶ οὗτοι προσδέχονται, ἀνάστασιν μέλλειν
ἔσεσθαι νεκρῶν, δικαίων τε καὶ ἀδίκων·</p><p>Σευήρου Ἀρχιεπισκόπου Ἐκ Τοῦ Κατὰ Τῆν Κωδικέλλων
Ἀλεξανδρείασ. Μαρτυρεῖ ὁ Παῦλος, ὅτι πρὸς Ἰουδαίους οὐδαμῶς
περὶ τοῦ κατὰ τὴν ἀνάστασιν τῶν σωμάτων διαφερόμεθα λόγου.</p><lb n="10"/><lb n="16"/><p>Ἐν τούτῳ καὶ αὐτὸς ἀσκῶ, ἀπρόσκοπον συνείδησιν
ἔχων πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους διὰ παντός.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἡ τελεία αὕτη ἀρετὴ, ὅταν μηδὲ ἀνθρώποις
διδῶμεν λαβὰς, καὶ παρὰ Θεῷ σπουδάζωμεν εἶναι
ἀπρόσκοποι.</p><lb n="15"/><lb n="17"/><p>Δἰ ἐτῶν δὲ πλειόνων ἐλεημοσύνας ποιήσων εἰς τὸ
ἔθνος μου παρεγενόμην καὶ προσφοράς·</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Πῶς οὖν ἃν ἐτάραξα, ὃς ὥστε ἐλεημοσύνην ποιῆσαι,
τοσαύτην ἦλθον ὁδόν.</p><lb n="18"/><p>Ἐν αἷς εὗρόν με ἡγνισμένον ἐν τῷ ἱερῷ, οὐ μετὰ <lb n="20"/>
ὄχλου οὐδὲ μετὰ θορύβου,</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πανταχοῦ τὴν στάσιν ἀναιρεῖ.</p><p>Τινές δὲ τῶν ἀπὸ τῆς Ἀσίας Ἰουδαίων, οὓς ἔδει ἐπὶ
<lb n="20"/> σοῦ παρεῖναι καὶ κατηγορεῖν, εἴ τι ἔχοιεν πρός με· ἢ
αὐτοὶ οὗτοι εἰπάτωσαν, τί εὗρον ἐν ἐμοὶ ἀδίκημα, στάντος <lb n="25"/>
μου ἐπὶ τοῦ συνεδρίου,</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τοῦτο γὰρ περιουσία δικαιωμάτων, μὴ φεύγειν
τοὺς κατηγόρους, ἀλλ’ ἕτοιμον εἶναι πᾶσι διδόναι λόγον.</p><lb n="21"/><p>Ἢ περὶ μιᾶς ταύτης φωνῆς, ἧς ἔκραξα ἐν αὐτοῖς
ἑστὼς, ὅτι περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ σήμερον κρίνομαι <lb n="30"/>
ὑφ’ ὑμῶν d.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καὶ γὰρ διὰ τοῦτο ἐξ ἀρχῆς διεπονοῦντο, ὅτι τὴν
<note type="footnote">d ὑμᾶς Cod.</note>
<pb n="380"/>
ἀνάστασιν ἐκήρυττον· τούτου γὰρ δειχθέντος, εὐκόλως καὶ τὰ τοῦ
Χριστοῦ ἐπεισήγετο ὅτι ἀνέστη. Καὶ μετ’ ὀλίγα—Ἐν τῷ συνεδρίῳ,
οὐχὶ κατ’ ἰδίαν, ἀλλ’ ἐξετάσεως γενομένης· ὅτι γὰρ ταῦτα
ἀληθῆ λέγω, μαρτυροῦσιν οἱ περὶ τούτου ἐγκαλοῦντες.</p><lb n="22"/><p>Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Φῆλιξ ἀνεβάλετο αὐτοὺς, ἀκριβέστερον <lb n="5"/>
εἰδὼς τὰ περὶ τῆς ὁδοῦ, εἰπὼν, ὅταν Λυσίας ὁ
χιλίαρχος καταβῇ, διαγνώσομαι τὰ καθ’ ὑμᾶς·</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τουτέστιν ἐπιτηδὲς ὑπερέθετο, οὐ δεόμενος μαθεῖν,
ἀλλὰ διακρούσασθαι τοὺς Ἰουδαίους· ἀφεῖναι οὐκ ἤθελε δι’ ἐκείνους·
κολάσαι οὐκ ἦν δυνατὸν, ἀναίσχυντον γὰρ ἦν.</p><lb n="10"/><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι ᾔδει ὁ Φῆλιξ τὴν πίστιν ἀκριβῶς,
κατηχηθεὶς ἐκ τῆς παλαιᾶς τὰ περὶ Χριστοῦ, καὶ κατὰ ἀνθρωπαρέσκειαν e
οὐκ ἀπέλυε τὸν Παῦλον, ὡς παρακατιὼν ὁ λόγος
φησί· “ θέλων δὲ χάριτας καταθέσθαι τοῖς Ἰουδαίοις ὁ Φῆλιξ·”
ἔτι γε μὴν καὶ χρήματα ἐλπίζων λαμβάνειν διὰ τοῦτο παρ’ αὐτοῦ· <lb n="15"/>
ᾔδει δὲ, ὡς ἔχων γυναῖκα Ἰουδαίαν, παρ’ ἧς συνεχῶς ἤκουε ταῦτα.</p><lb n="23"/><p>Διαταξάμενος τῷ ἑκατοντάρχῃ τηρεῖσθαι αὐτὸν, ἔχειν
τε ἄνεσιν, καὶ μηδένα κωλύειν τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὐπηρετεῖν
ἢ προσέρχεσθαι αὐτῷ.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Καὶ οὗτος αὐτὸν ἀφῆκεν ἐγκλημάτων· <lb n="20"/>
ἀλλ’ ἐκείνοις χαριζόμενος ἔτι κατεῖχεν· ἔτι δὲ καὶ προσδοκῶν
χρήματα λήψεσθαι, μετεκαλεῖτο τὸν Παῦλον.</p><lb n="24"/><p>Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς παραγενόμενος ὁ Φῆλιξ σὺν
Δρουσίλλῃ τῆ ἰδίᾳ γυναικὶ οὔσῃ Ἰουδαίᾳ,</p><p>Ἀμμωνίου. “ Σὺν Δρουσίλλῃ τῇ ἰδίᾳ γυναικί·” παρὰ τὸν <lb n="25"/>
νόμον αὐτῷ συνήφθη Ἰουδαῖα οὖσα Ἕλληνι· ἢ τάχα ἦν μὲν Ἰουδαῖα,
γαμηθεῖσα δὲ αὐτῷ ἐγένετο Ἑλληνίς· διὸ καὶ ἐξέλεγεν
αὐτῷ τὴν ἑαυτῆς πίστιν· ἣ οὖν Ἰουδαῖα ἦν καὶ ἔλεγεν, ἵνα καὶ
μεταπείσῃ καὶ τὸν ἄνδρα· ἢ ὡς παραβᾶσα τὸν νόμον, καὶ εἰς
τοῦτο παρέβη.</p><lb n="30"/><p>Μετεπέμψατο τὸν Παῦλον, καὶ ἤκουσεν αὐτοῦ περὶ
τῆς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν πίστεως.</p><note type="footnote">e ἀνθρωποπαρέσκειαν Cod.</note><pb n="381"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Σκόπει πῶς οὐ κρύπτει ἐνταῦθα τοῦ δικάστου
τὴν γνώμην· καίτοι εἰ κατεγνώκει, οὐκ ἂν τοῦτο ἐποίησεν,
οὐδ’ ἃν ἀκοῦσαι ἠθέλησε παρὰ καταδίκου καὶ πονηροῦ. Καὶ ὅρα
τὸν Παῦλον, καίτοι πρὸς ἄρχοντα διαλεγόμενον, μηδὲν τούτων λέγοντα
ὧν εἰκὸς ἀνεῖναι αὐτοῦ τὴν ψυχὴν, ἀλλὰ “ περὶ δικαιοσύνης,” <lb n="5"/>
φησὶ, “ καὶ τοῦ μέλλοντος κρίματος” καὶ ἀναστάσεως· καὶ τοσαύτη
ἡ ἰσχὺς τῶν ῥημάτων ἦν, ὥστε καὶ φοβῆσαι τὸν ἄρχοντα.</p><lb n="25"/><p>Διαλεγομένου δὲ αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ ἐγκρατείας
καὶ τοῦ μέλλοντος κρίματος, ἔμφοβος γενόμενος
ὁ Φῆλιξ ἀπεκρίθη, τὸ νῦν ἔχον πορεύου· καιρὸν δὲ <lb n="10"/>
<lb n="26"/> μεταλαβὼν μετακαλέσομαί σε· ἅμα καὶ ἐλπίζων, ὅτι
χρήματα δοθήσεται αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Παύλου, ὅπως λύση
αὐτόν· διὸ καὶ πυκνότερον αὐτὸν μεταπεμπόμενος διελέγετο
αὐτῷ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁρᾶς πῶς τῆς ἀληθείας ἔχεται τὰ γραφόμενα· <lb n="15"/>
μετεπέμπετο αὐτὸν συνεχῶς· οὐχὶ θαυμάζων αὐτὸν, οὐδὲ ἐπαινῶν
τὰ λεγόμενα, οὐδὲ πιστεῦσαι βουλόμενος· ἀλλὰ τί; προσδοκῶν
χρήματα δοθήσεσθαι, φησὶν, αὐτῷ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅρα τὴν πώρωσιν· τοιαῦτα ἀκούων, χρήματα
προσεδόκει λήψεσθαι παρ’ αὐτοῦ· καὶ οὐδὲ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ <lb n="20"/>
καὶ διαλεχθεὶς, πρὸς γὰρ τῷ τέλει τῆς ἀρχῆς ἦν, κατέλιπεν αὐτὸν
δεδεμένον, ἵνα χαρίσηται τοῖς Ἰουδαίοις· ὥστε οὐ χρημάτων ἐρᾷ
μόνον, ἀλλὰ καὶ δόξης· πῶς χρήματα, ὦ μιαρὲ, παρὰ ἀνθρώπου τὸ
ἐναντίον κηρύττοντος ἐπιζητεῖς; ὅτι δὲ οὐκ ἔλαβε, δῆλον ἐξ ὧν
εἴασε δεδεμένον· λύσας ἂν εἴπερ ἔλαβεν.</p><lb n="25"/></div></div></body></text></TEI>