<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg008.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><head>ΚΕΦ. Κς.</head><p>Περὶ τῆς ἐν Ἀθηναῖς ἐπιβωμίου γραφῆς, φιλοσόφου τὲ κηρύγματος, καὶ
εὐσεβείας τοῦ Παύλου.</p><p>Ανδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους
ὑμᾶς θεωρῶ.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὥσπερ ἐγκωμιάζειν αὐτοὺς δοκεῖ, οὐδὲν
βαρὺ λέγων· “ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ.”</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ ἐκ τοῦ κατὰ Ἰουδαίων λόγου. Ἐπεὶ καὶ Παῦλος
εἰσελθὼν εἰς τὰς Ἀθήνας οὐκ ἀπὸ προφητῶν οὐδὲ ἐξ εὐαγγε-
λίων αὐτοῖς διελέγετο, ἀλλ’ ἀπὸ βωμοῦ τὴν παραίνεσιν ἐποιεῖτο· <lb n="10"/>
οὐκ ἐπειδὴ τὸν βωμὸν ἀξιοπιστότερον εἶναι τῶν εὐαγγελίων ἐνόμιζεν,
οὐδὲ ἐπειδὴ τὰ γράμματα τὰ ἐκεῖ κείμενα τῶν προφητῶν
εἶναι τιμιώτερα· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρὸς τοὺς Ἕλληνας διελέγετο, τοὺς
οὐδενὶ τῶν ἡμετέρων πιστεύοντας, ἄπο τῶν οἰκείων αὐτοὺς ἐχειρώ-
σατο δογμάτων· διὰ τοῦτό φησιν, “ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς <lb n="15"/>
“Ἰουδαῖος,” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Τοῦτό ἐστι τὸ εἰρημένον τῷ Ἀποστόλῳ, “ἐγενόμην τοῖς ἀνό-
“μοις ὡς ἄνομος, ἵνα κερδήσω ἀνόμους. Ἀθηναίοις γὰρ δημηγορῶν,
οὐκ ἀπὸ προφητῶν οὐδὲ ἀπὸ τοῦ νόμου διελέχθη, ἀλλ’ ἀπὸ
βωμοῦ τὴν παραίνεσιν ἐποιήσατο· ἀπὸ τῶν οἰκείων αὐτοὺς ἐχειρώσατο <lb n="20"/>
δογμάτων· διὸ οὐκ εἶπεν ἄνομος, ἀλλ’ ὡς ἄνομος.</p><lb n="23"/><p>Διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν,
εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπέγραπτο, ἀγνώστῳ θεῷ.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐκ εἶπε τοὺς δαίμονας ἁπλῶς, ἀλλὰ
προοδοποιεῖ τῷ λόγῳ· διὰ τοῦτο φησὶ, “δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς <lb n="25"/>
“θεωρῶ,” διὰ τὸν βωμόν· ἐφθέγξατο φωνὴν μίαν, δι’ ἧς πάντα κατέστρεψε
τὰ τῶν φιλοσόφων. οἱ μὲν γὰρ Ἐπικούρειοι αὐτόματα
φησὶ καὶ ἀπὸ ἀτόμων· οἱ δὲ Στοικοὶ σῶμα καὶ ἐκπύρωσιν· ἀλλ’
ἔργον αὐτοῦ φησὶ τὸν κόσμον, καὶ τὰ ἐν αὐτῷ πάντα· ὅρα συντομίαν
καὶ ἐν συντομίᾳ σαφήνειαν· ὅρα τίνα ἦν ξενίζοντα αὐτούς· <lb n="30"/>
ὅτι ὁ Θεὸς τὸν κόσμον ἐποίησεν· ἃ καὶ τῶν τυχόντων ἴσασι τινὲς
νυνὶ, ταῦτα οὐκ ᾔδεσαν Ἀθηναῖοι, καὶ Ἀθηναίων οἱ φιλόσοφοι· εἰ
γὰρ ἐποίησε, δηλονότι καὶ Κύριος. ὅρα τί φησι, θεότητος εἶναι
γνώρισμα τὸ δημιουργικὸν, ὅπερ ἔχει καὶ ὁ Χριστός· καὶ γὰρ οἱ

<pb n="287"/>
προφῆται πανταχοῦ τοῦτο φασὶ, Θεοῦ τὸ δημιουργεῖν· οὐχ ὥσπερ
ἐκεῖνοι· ἄλλον μὲν γὰρ τὸν ποιητήν φασιν, οὐ κύριον δὲ, ὕλην
ἀγέννητον ὑποθέντες.</p><p>Δεισιδαίμων λέγεται ὁ δεδιὼς τὰ δαιμόνια, ὁ πάντα θειάζων
καὶ λίθον καὶ ξύλον καὶ πνεῦμα.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου πρὸσ τοῦσ μὴ ἀπαντήσαντασ εἰσ τὴν
ΣΥΝΑΞΙΝ, ΚΑῚ ΕΙΣ ΤΟ MH ΠΑΡΑΤΡΕΚΕΙΝ ΤΑΣ ΕΠΙΓΡΑΦΑΣ ΥΩΝ
βιβλίων· καὶ εἰσ τὸ ἐπίγραμμα τοῦ βωμοῦ. βούλεσθε
ὅση τῆς ἐπιγραφῆς ἡ ἰσχὺς, ὅση ἡ δύναμις, ὅσος ἀπόκειται θησαυρὸς
ἐν ταῖς ἐπιγραφαῖς τῶν γραφῶν; ἀκούσατε ἵνα μὴ καταφρονῆτε <lb n="10"/>
τῆς ἐπιγραφῆς τῶν θείων βιβλίων. εἰσῆλθεν εἰς Ἀθήνας
ὁ Παῦλος ποτὲ, ἐν αὐτῷ τῷ βιβλίῳ τούτῳ ἐπιγέγραπται ἡ ἱστορία
αὕτη· εὗρεν ἐν τῇ πόλει οὐχὶ βιβλίον θεῖον, ἀλλὰ βωμὸν
ἑστηκότα, βωμὸν εἰδώλου· εὗρεν ἐπιγραφὴν οὕτως ἔχουσαν, ἀγνώστῳ
θεῷ· καὶ οὐ παρέδραμεν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπιγραφῆς τοῦ βωμοῦ τὸν <lb n="15"/>
βωμὸν καθεῖλε Παῦλος ὁ ἅγιος, ὁ Πνεύματος χάριν ἔχων· οὐ παρέδραμε
βωμοῦ ἐπίγραμμα, καὶ σὺ ἐπιγραφὴν γραφῶν παρατρέχεις·
ἐκεῖνος οὐκ ἀφῆκεν ἅπερ ἔγραψαν Ἀθηναῖοι οἱ εἰδωλολάτραι,
καὶ σὺ ἃ ἐπέγραψε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον οὐ νομίζεις εἶναι ἀναγ-
καῖα· καὶ ποίαν ἔχεις συγγνώμην; ἀλλὰ γὰρ ἴδωμεν πόσον τὸ <lb n="20"/>
κέρδος ἀπὸ τοῦ ἐπιγράμματός ἐστιν· ἵνα ὅταν ἴδῃς ἐπίγραμμα
βωμῷ ἐγκεκολαμμένον, ὅτι τοσαύτην παρέσχε τὴν ἰσχὺν, μάθῃς
ὅτι πολλῷ μᾶλλον τὰ ἐπιγράμματα τῶν θείων γραφῶν τοῦτο ποι-
ῆσαι δυνήσεται. εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν· εὗρε βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπται
ἀγνώστῳ θεῷ· τι ἔδει ποιῆσαι; Ἕλληνες πάντως ἦσαν <lb n="25"/>
ἀσεβεῖς πάντες· τι οὖν ἐχρῆν ποιῆσαι; ἀπὸ εὐαγγελίων δια-
λεχθῆναι; ἀλλὰ καταγέλων· ἀλλ’ ἀπὸ προφητῶν; ἀλλ’ οὐκ
ἐπίστευον· τι οὖν ἐποίησεν; ἐπὶ τὸν βωμὸν ἔδραμε, καὶ ἀπὸ τῶν
ὅπλων τῶν πολεμίων αὐτοὺς ἐχειρώσατο· καὶ τοῦτό ἐστιν ὃ λέγει·
“ἐγενόμην τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, τοῖς <lb n="30"/>
“ἀνόμοις ὡς ἄνομος.” εἶδε τὸν βωμόν· εἶδε τὸ ἐπίγραμμα· ἀνέστη
τῷ Πνεύματι· τοιαύτη γὰρ ἡ Πνεύματος χάρις· πάντοθεν
ποιεῖ κερδαίνειν τοὺς ὑποδεχομένους αὐτήν· τοιαῦτα ἡμῶν τὰ ὅπλα
τὰ πνευματικά· “αἰχμαλωτίζοντα” γάρ, φησι, “πᾶν νοῆμα εἰς τὴν
“ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ·” εἶδε τοίνυν τὸν βωμόν· οὐκ ἐδειλίασεν, <lb n="35"/>

<pb n="288"/>
ἀλλὰ μετέστησε τὰ γράμματα πρὸς αὐτόν μᾶλλον δὲ τὰ
γράμματα ἀφ’ οὗ μετέθηκεν αὐτῶν τὸ νόημα· καὶ καθάπερ ἐν πολέμῳ
στρατηγὸς ἰδὼν στρατιώτην ἐν τῇ παρατάξει τῶν πολεμίων
γενναῖον καὶ μέγαν εἶτα λαβόμενος ἀπὸ τῆς κόμης τοῦ στρατιωτου
πρὸς τὴν ἑαυτοῦ τάξιν αὐτὸν μεταστήσειεν, καὶ παρασκευάσει <lb n="5"/>
ὑπὲρ αὐτοῦ πολεμεῖν· οὕτω καὶ Παῦλος ἐποίησε· καθάπερ ἐν
παρατάξει πολεμίων, τὸ ἐπίγραμμα εὑρὼν ἐν τῷ βωμῷ γεγραμμένον,
πρὸς τὴν ἑαυτοῦ τάξιν μετέστησεν· ἵνα μετὰ Παύλου τοῖς
Ἀθηναίοις πολεμεῖ, ἀλλὰ μὴ μετὰ Ἀθηναίων τὸν Παῦλον βάλλῃ·
ξίφος ἦν τῶν Ἀθηναίων· μάχαιρα ἦν τῶν πολεμίων τὸ ἐπίγραμμα <lb n="10"/>
ἐκεῖνο· ἀλλ’ αὕτη ἡ μάχαιρα τῶν πολεμίων τὴν κεφαλὴν ἐξέτεμεν·
οὐκ ἦν οὕτω θαυμαστὸν, εἰ ἐν τοῖς οἰκείοις ὅπλοις αὐτοὺς ἐχειρώσατο·
τοῦτο γὰρ κατὰ λόγον σημαίνει· τὸ γὰρ καινὸν καὶ παράδοξον·
ὅταν τὰ τῶν πολεμίων ὅπλα, ταῦτα μηχανήματα τοῖς πολεμίοις
ταῦτα προσάγηται· ὅταν τὸ ξίφος, ὃ καθ’ ἡμῶν βαστάζουσι, <lb n="15"/>
τοῦτο αὐτοῖς τὴν καιρίαν ἐπάγῃ πληγήν· τοιαύτη γὰρ ἡ τοῦ
Πνεύματος δύναμις· οὕτω καὶ ὁ Δαβὶδ ἐποίησε ποτέ· ἐξῆλθε
γυμνὸς τῶν ὅπλων, ἵνα φανῇ ἡ τοῦ Θεοῦ χάρις γυμνή· μηδὲν γὰρ
ἀνθρώπινον ἔστω φησὶν, ὅταν ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν πολεμῇ· ἐξῆλθε
τοίνυν γυμνὸς τῶν ὅπλων, καὶ κατήνεγκε ’τον πύργον ἐκεῖνον· εἶτα <lb n="20"/>
ἐπειδὴ ὅπλα οὐκ εἶχε, δραμὼν ἥρπασε τὴν μάχαιραν τοῦ Γολιὰδ,
καὶ οὕτω τὴν κεφαλὴν ἐξέτεμε τοῦ βαρβάρου· οὕτω καὶ ὁ Παῦλος
ἐποίησεν ἔπι τοῦ ἐπιγράμματος τούτου· καὶ ἵνα σαφέστερος γένηται
ὁ τῆς νίκης τρόπος, καὶ τὴν δύναμιν ὑμῖν τοῦ ἐπιγράμματος
ἐρῶ· εὗρε βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο ἀγνώστῳ θεῷ· τίς δὲ ἦν ἄλλος <lb n="25"/>
ἀγνοούμενος θεὸς ἀλλ’ ἢ ὁ Χριστός; εἶδες πῶς συνετῶς μετέστησε
πρὸς ἑαυτὸν τὸ ὄνομα· εἶδες πῶς ᾐχμαλώτισε τὸ ἐπίγραμμα,
οὐκ ἐπὶ κακῷ τῶν γραψάντων, ἀλλ’ ἐπὶ σωτηρίᾳ αὐτῶν
καὶ προνοίᾳ· τι οὖν; οἱ Ἀθηναῖοι διὰ τὸν Χριστὸν ἔγραψαν τοῦτο
φησιν; εἰ διὰ τὸν Χριστὸν ἔγραψαν οἱ Ἀθηναῖοι, οὐκ ἦν οὕτω θαυμαστὸν <lb n="30"/>
τὸ κατόρθωμα τοῦ Παύλου· ἀλλὰ τὸ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι
ἐκεῖνοι μὲν ἄλλως ἔγραψαν, οὗτος δὲ ἴσχυσεν ἄλλως αὐτὸ μεταβαλεῖν·
πρότερον δὲ ἀναγκαῖον εἰπεῖν τίνος ἕνεκενp ἔγραψαν οἱ
<note type="footnote">P ἕνεκεν suppl. rec. m. in marg.</note>
<pb n="289"/>
Ἀθηναῖοι ἀγνώστῳ θεῷ· τίνος ἕνεκεν ἔγραψαν; πολλοὺς εἶχον θεοὺς
ἐκεῖνοι, μᾶλλον δὲ πολλοὺς δαίμονας, πάντες γὰρ οἱ θεοὶ τῶν
ἐθνῶν δαιμόνια, καὶ ἐπιχωρίους καὶ ξένους, καθάπερ ἐπ’ ἀνθρώπων·
ὁρᾶτε ὅσος ὁ καταγέλως, εἰ γὰρ θεός ἐστιν, οὐκ ἔστι ξένοι; τῆς
γὰρ οἰκουμένης ἁπάσης δεσπότης ἐστί· τούτους τοίνυν τοὺς μὲν <lb n="5"/>
παρὰ πατέρων εἶχον δεξάμενοι, τοὺς δὲ ἀπὸ τῶν πλησίον ἐθνῶν,
οἷον ἀπὸ Σκυθῶν, ἀπὸ Θρᾳκῶν, ἀπὸ Αἰγυπτίων. καὶ εἰ τῆς ἔξωθεν
παιδεύσεως ἦτε ἔμπειροι, καὶ ταύτας ἃν ὑμῖν ἀνέγνων τὰς ἱστορίας
ἁπάσας· ἐπεὶ οὖν οὐκ ἐξ ἀρχῆς πάντας ἐδέξαντο, ἀλλὰ κατὰ
μικρὸν εἰσηνέχθησαν αὐτοῖς· ὁ q μὲν ἐπὶ τῶν πατέρων, οἱ δὲ ἐπὶ <lb n="10"/>
τῶν πάππων, οἱ δὲ ἐπὶ τῆς γενεᾶς τῆς αὐτῶν, συνελθόντες εἶπον,
ὅτι ὥσπερ τούτους ἠγνοοῦμεν φησὶν, εἶτα ὕστερον αὐτοὺς ἐδεξάμεθα
καὶ ἐγνωρίσαμεν· οὕτω συμβαίνει καὶ ἄλλον εἶναι ἀγνοούμενον
καὶ ὄντα θεὸν, οὐ γνωριζόμενον δὲ ὑφ’ ὑμῶν· καὶ διὰ τοῦτο
λανθάνειν ἀμελούμενον, καὶ μὴ θεραπευόμενον· τί οὖν; ἵνα γένηται, <lb n="15"/>
ἔστησαν βωμὸν καὶ ἐπέγραψαν ἀγνώστῳ θεῷ· τοῦτο λέγοντες διὰ
τοῦ ἐπιγράμματος, ὅτι καὶ εἴτις ἐστὶ θεὸς ἕτερος οὐδέπω γνωσθεὶς
ἡμῖν, κἀκεῖνον θεραπεύσωμεν· ὅρα ὑπερβολὴν δεισιδαιμονίας· διὰ
τοῦτο ὁ Παῦλος ἀρχόμενος ἔφη “κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέ-
“ρους ὑμᾶς θεωρῶ·” οὐ γὰρ τοὺς γνωρίμους ὑμῖν δαίμονας θεραπεύετε <lb n="20"/>
μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς οὔπω γνωρισθέντας ὑμῖν. ἐκεῖνοι μὲν διὰ
τοῦτο ἐπέγραψαν ἀγνώστῳ θεῷ· ὁ δὲ Παῦλος ἑτέρως ἡρμήνευσεν·
οἱ μὲν τοῦτο περὶ ἄλλων ἔλεγον, αὐτὸς δὲ αὐτὸν μετέστησε πρὸς
τὸν Χριστὸν, αἰχμαλωτίσας τὸ νόημα, καὶ μεθ’ ἑαυτοῦ στήσας
ἐν τῇ παρατάξει τῇ ἑαυτοῦ· “ὃν γὰρ ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε ὑμεῖς, <lb n="25"/>
“τοῦτον ἐγὼ καταηέλλω,” φησίν· ἄγνωστος γὰρ θεὸς οὐκ ἄλλος
ἐστιν, ἀλλ’ ἣ ὁ Χριστός· καὶ ὅρα σύνεσιν πνευματικήν· ἤμελλον
αὐτῷ ἐγκαλεῖν μετὰ ταῦτα, ὅτι ξενίζοντα δόγματα εἰσφέρεις εἰς
τὰς ἀκοὰς ἡμῶν· ὅτι καινοτομεῖς· ὅτι θεὸν εἰσφέρεις ὃν οὐκ ἴσμεν·
βουλόμενος τοίνυν ἀπαλλαγῆναι τῆς ὑποψίας τῆς κατὰ τὴν καινοτομίαν, <lb n="30"/>
τομίαν, καὶ διδάξαι ὅτι οὐ ξένον κηρύττει θεὸν, ἀλλ’ ὃν προσλαβόντες
αὐτοὶ διὰ τῆς θεραπείας ἐτίμησαν, ἐπήγαγε καὶ εἶπεν· ὅτι “ὃν
“ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν·” ὑμεῖς με
<note type="footnote">q Sic.</note>P P

<pb n="290"/>
προελάβετε, φησίν· ἔφθασεν ὑμῶν ἡ θεραπεία τὸ ἐμὸν κήρυγμα·
μὴ τοίνυν ἐγκαλεῖ μοι ὅτι ξένον εἰσφέρω θεὸν, τοῦτον γὰρ καταγ-
γέλλω ὃν ὑμεῖς ἀγνοοῦντες θεραπεύετε, οὐκ ἀξίῳ μὲν ἑαυτοῦ τρό-
πῳ, θεραπεύετε δὲ ὅμως· οὐ γὰρ τοιοῦτος βωμὸς ἵσταται τῷ
Χριστῷ, ἀλλὰ βωμὸς ἔμψυχος καὶ πνευματικός· ἀλλ’ ἀπὸ τούτου <lb n="5"/>
ὑμᾶς, καὶ πρὸς ἐκεῖνον, ἀναγαγεῖν δύναμαι· οὕτω καὶ Ἰουδαῖοι τὸ
παλαιὸν ἐθεράπευον· ἀλλ’ ἀπέστησαν ἀπὸ τῆς σωματικῆς θερα-
πείας, καὶ ἦλθον ἐπὶ τὴν πνευματικὴν, οἱ πιστεύσαντες ἅπαντες·
ελ̓ͅ· πῶς ἐχειρώσατο αὐτοὺς, οὐκ ἀπὸ εὐαγγελίων, οὐκ ἀπὸ προ-
φητῶν, οὐκ ἀπὸ ῥημάτων πνευματικῶν, ἀλλ’ ἀπὸ ἐπιγράμματος· <lb n="10"/>
μὴ παράτρεχε τοίνυν, ἀγαπητὲ, τὴν ἐπιγραφὴν τῶν θείων γραφῶν·
ἂν μὲν γὰρ νήφῃς καὶ ἐγρήγορος ᾖς, καὶ ἐπ’ ἀλλοτρίοις εὑρήσεις
τι χρήσιμον· ἃν δὲ ῥάθυμος καὶ ἀναπεπτωκὼς ᾖς, οὐδὲ ἀπὸ τῶν
γραφῶν ἔσται σοι τι πλέον· ὥσπερ γὰρ ὁ εἰδὼς κερδαίνειν, ἁπαν-
ταχόθεν κερδαίνει, οὕτως ὁ μὴ εἰδὼς, κἂν θησαυρὸν εὕρῃ, κενὸς <lb n="15"/>
ἄπεισι.</p><p>Ὂν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγ-
γέλλω ὑμῖν.</p><p>Κυρίλλου. τουτέστι τὸν Θεὸν τὸν ὕψιστον· οἱ γὰρ δείλαιοι
Ἓλληνες οἴονται εὐσεβεῖν καὶ τὸν ὄντως ὄντα Θεὸν, ἐὰν τοῖς λοι- <lb n="20"/>
ποῖς θεοῖς σχοῖεν τὸ σέβας αὐτοῦ· ἀγνοοῦντες ὅτι μείζονος τιμω-
ρίας ἀξιωθήσονται, τὸ φῶς τῷ σκότει συγκρίνοντες, καὶ τῷ φαύλῳ
τὸ ἀγαθὸν, καὶ τῷ ἀλόγῳ τὸ νοερὸν, καὶ τῷ εὐτελεῖ τὸ θεῖον· ὅθεν
καὶ μωροὺς αὐτοὺς ἐκάλεσε λέγων, “φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμω-
“ράνθησαν.”</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οἱ γὰρ Ἀθηναῖοι ἐπειδὴ κατὰ καιρὸν
πολλοὺς ἐδέξαντο θεοὺς, καὶ ἀπὸ τῆς ὑπερορίας, οἷον τὸ τῆς
Ἀθηνᾶς ἱερὸν, οἷον τὸν Πᾶνα, καὶ ἄλλους πολλαχόθεν, δεδοικότες
μήποτε καὶ ἄλλος τις ᾖ, αὐτοῖς μὲν οὐδέπω γνώριμος, θεραπευό-
θεραπευόμενος δὲ ἀλλαχοῦ, ὑπὲρ πλείονος δῆθεν ἀσφαλείας, καὶ τούτῳ <lb n="30"/>
βωμὸν ἔστησαν· καὶ ἐπειδὴ οὐκ ἦν δῆλος ὁ θεὸς, ἐπεγέγραπτο
ἀγνώστῳ θεῷ· τοῦτον οὖν Χριστὸν Ἰησοῦν εἶναι φησὶ, τὸν πάντων
Θεὸν, “ τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν·” ὁρ́α πῶς δείκνυσι προειλη-

<pb n="291"/>
φότας αὐτούς· καὶ οὐδὲν ξένον φησὶν, οὐδὲν καινὸν προσφέρω· ἄνω,
κάτω τοῦτο ἔλεγον· τίς ἡ καινὴ αὕτη λαλουμένη ὑπὸ σοῦ διδαχή;
ξενίζοντα τινὰ εἰσφέρεις εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν.</p><p>ἘΞ ἀνεπιγράφου. Ὥσπέρ ἐστι ζῆλον Θεοῦ ἔχειν μὴ q
ἐπίγνωσιν, οὕτω καὶ εὐσεβεῖν ἐστι καὶ ἀγνοεῖν τὸν Θεόν· ἑκάτερον <lb n="5"/>
δὲ πρόθεσιν δηλοῖ χρηστὴν, ἐσφαλμένην δὲ ὅμως· ἄξιον τοίνυν
θαυμάσαι τοῦ Παύλου τὴν σύνεσιν, πρῶτον μὲν ἀφ’ ὣν ἔπραττον,
ἀπὸ τούτων αὐτοῖς ἀναπλέξαντα τὴν μυσταγωγίαν· δεύτερον δὲ, τοῦ
ἐπὶ τὸν λόγον τοῦτον εὐθέως αὐτοὺς ἀγαγεῖν τὸν περὶ δημιουργίας·
ἅτε πολλοὺς τῶν Ἐπικουρείων, ὡς καὶ ὁ συγγραφεὺς ἐπ’ ἐπισημαίνεται, <lb n="10"/>
παρεστῶτας ὁρῶντα· οὗτοι δὲ ἀγένητον τὸν κόσμον καὶ ἐξ
αὐτοματισμοῦ φασί· τρίτον, τοῦ τῶν ξοάνων ἀνατροπὴν ποιήσασθαι,
ἅτε καὶ δεομένων τῆς διὰ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπείας·
εἰ μὴ γὰρ ἐπιμελοῖντο, διαφθείρονται· τὸ τέταρτον, τοῦ λέγειν ἐξ
αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἀναπνεῖν ἡμῖν ὑπάρχειν· πέμπτον, τοῦ ἐκ <lb n="15"/>
τοῦ Ἀδὰμ πάντων τῶν ἐθνῶν διδάξαι τὴν γένεσιν· ἕκτον, τοῦ τοὺς
αὐτῶν αὐτοῖς περὶ τῶν λεγομένων προσφέρειν μάρτυρας· πρὸς δὲ
τούτοις ἅπασι τὸν περὶ τῆς οἰκονομίας αὐτοῖς παραθεῖναι λόγον,
ἀρξάμενον ἀπὸ μετανοίας, καὶ τοῦτον ἀμυδρῶς καὶ ἐπικεκαλυμμένως·
οὐ γὰρ ἐκ πρώτης ἀκροάσεως δυνατοὶ ἦσαν περὶ τῆς θεότητος <lb n="20"/>
ἀκούειν τοῦ Ἰησοῦ διὸ ἀπὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως ἄρχεται,
ἀκροβολισάμενος αὐτοῖς καὶ τὸν περὶ ἀναστάσεως λόγον· περὶ ἧς
καὶ ζήτησιν παρέσχε τισὶ, καὶ πίστιν ἐκ τῆς ζητήσεως.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐ γὰρ ἦν δυνατὸν διὰ τῆς ἔξωθεν σοφίας
τὴν ἀκρίβειαν γινώσκειν· αὕτη γὰρ καθάπερ τις θεραπαινὶς <lb n="25"/>
ἠτιμωμένη, οὐκ ἠφείθη ἔνδον εἰσελθεῖν καὶ παρακύψαι εἰς τὰ
δεσμωτικὰ μυστήρια.</p><p>Διδύμου. Ὥσπέρ ἐστι ζῆλον Θεοῦ ἔχειν μὴ κατ’
οὕτω καὶ εὐσεβεῖν καὶ ἀγνοεῖν τὸν Θεόν· ἑκάτερον γὰρ δηλοῖ πρόθεσιν
χρηστὴν, ἐσφαλμένην δέ· τοιοῦτοι εἰσιν οἱ τῇ κτίσει προσκυνοῦντες, <lb n="30"/>
καὶ οἱ διώκοντες τοὺς προφήτας καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ·
καὶ ἀγνοοῦντες τὸν Θεὸν, οἰόμενοι δὲ εὐσεβεῖν ἣ εἰδέναι τὸν Θεὸν,
ἀγνοοῦντες δὲ τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ· ὁ γὰρ τοῦ κόσμου δημιουργὸς
οὐκ αἰσθητὴ οὐσία ἐστί· διὸ καὶ ἀπερίγραφος καὶ τόπῳ ἀπεριό-
<note type="footnote">q μηκέτι Cod. sed corr. rec. m.</note>

<pb n="292"/>
ριστος, οὐκ ἐν ναοῖς ἐξ ἀνθρώπων γεγονόσιν ἐνοικεῖ, κατὰ τὰ ἀγάλματα
πρὸς ἄνθρωπον ἢ ἕτερον κτίσμα μεμορφωμένα, ὡς δεῖσθαι
ἀνθρωπίνης αὐτῷ προσαγομένης θεραπείας, οἷον θυσίων, ἣ τινὸς
τοιούτου· ἐκείνῳ γὰρ ἀρέσκεται, ὃς οὐ χαρακτηρίζει αὐτὸν ἐν
τόπῳ, οὔτε ἀφομοιοῖ αὐτὸν αἰσθητῇ μορφῇ· τῷ μὴ εἶναι αὐτὸν <lb n="5"/>
ὅμοιον μηδεμιᾷ αἰσθητῇ ἐνθυμήσει· εἰ δὲ “ἐν αὐτῷ πάντες ζῶμεν,
“καὶ ἐσμὲν, καὶ κινούμεθα·” οὐκοῦν διὰ πάντων χωρῶν οὐκ ἐν τόπῳ
ἐστι περίγραπτος· οὗτος ἐκ τοῦ Ἀδὰμ ἐποίησε γένος πρὸς τὸ
οἰκεῖν πᾶσαν τὴν γῆν· οὗτος πατὴρ τοῦ παντὸς ἀνθρώπων γένους
ὡμολόγηται· τοῦτον τέχνη οὐ δύναται γνωστὸν ποιῆσαι· ἀλλὰ <lb n="10"/>
“μόνος ὁ Υἱὸς τὸν Πατέρα ἀποκαλύπτει, καὶ ὁ Πατὴρ τὸν Υἱὸν
“οἶς βούλεται·” “οὐ σὰρξ καὶ αἷμα,” τουτέστιν ἀνθρωπίνη
ἐπίνοια.</p><p>Ἰσιδώτου Πηλουσιώτου Ἐπιστολῆσ αφλς΄. Δύο φησὶν
αἰτίας εἶναι τῷ ἐπιγεγράφθαι Ἀθήνῃσι τῷ βωμῷ, ἀγνώστῳ θεῷ· οἱ
μὲν γάρ φασιν ὡς Φιλιππίδην ἔπεμψαν Ἀθηναῖοι ἡμεροδρόμον πρὸς <lb n="15"/>
Λακεδαιμονίους περὶ συμμαχία ἡνίκα Πέρσαι ἐπεστράτευσαν
τῇ Ἑλλάδι· ᾧ κατὰ τὸ Παρθένιον ὄρος Πανὸς φάσμα ἐντυχὸν,
ᾐτιᾶτο μὲν Ἀθηναίους ὡς ἀμελοῦντας αὐτοῦ, ἄλλους θεοὺς θεραπεύοντας,
βοηθεῖν δὲ ἐπηγγέλλετο· νικήσαντες οὖν, βωμὸν ᾠκοδόμησαν,
καὶ ἐπέγραψαν ἀγνώστῳ θεῷ· ἄλλοι δέ φησιν, ὅτι λοιμὸς <lb n="20"/>
κατέσκηψε ποτὲ Ἀθήναζε· καὶ εἰς τοσοῦτον αὐτοὺς ἐξέκαυσεν, ὡς
μηδὲ τῶν λεπτοτάτων σινδόνων ἀνέχεσθαι· τοὺς νομιζομένους οὖν
θεοὺς αὐτῶν θεραπεύοντες, οὐδὲν ἀπώναντο· ἐννοήσαντες οὖν ὅτι ἴσως
τίς ἐστι θεὸς, ὃν αὐτοὶ κατέλιπον ἀγέραστον, ὁ τὸν λοιμὸν καταπέμψας,
νέον δειμάμενοι βωμὸν, καὶ ἐπιγράψαντες ἀγνώστῳ θεῷ, <lb n="25"/>
καὶ θύσαντες, εὐθέως ἐθεραπεύθησαν· ταῦτα λαβὼν ὁ Παῦλος, ἐκ
τῶν οἰκείων δογμάτων τοὺς μέγα ἐπὶ σοφίᾳ φρονοῦντας Ἀθηναίους
ἐχειρώσατο.</p><lb n="24"/><p>Ὁ Θεὸς, ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν
αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς ὑπάρχων Κύριος, <lb n="30"/>
Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἵνα μὴ νομίσωσιν ἕνα τῶν πολλῶν εἶναι
θεὸν, τὸν ὑπ’ αὐτοῦ κηρυττόμενον, διορθοῦται ἐπάγων, “οὐκ ἐν χει-
“ ροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ.”</p><pb n="293"/><lb n="25"/><p>Οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν
ἀνθρωπίνων θεραπεύεται, προσδεόμενος τινὸς,</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁρᾶς πῶς κατὰ μικρὸν εἰσάγει τὴν φιλοσοφίαν·
πῶς καταγελᾷ τῆς Ἑλληνικῆς πλάνης. Καὶ μετ’ ὀλίγα—Ἐνταῦθα
λοιπὸν αἰνιγματωδῶς εἶπε τὸ αὐτοῦ καὶ ἔστησε, καὶ καθαιρεῖ <lb n="5"/>
τὸ ἐκείνων· οἰκεῖ μὲν γὰρ ἐν ναοῖς, ἀλλ’ οὐκ ἐν τοιούτοις· ἀλλ’
ἐν ἀνθρωπίνῃ ψυχῇ τὴν σωματικὴν ἀνεῖλε λατρείαν· τι οὑν; οὐ
κατῴκει ἐν τῷ ναῷ τῶν Ἱεροσολύμων; οὐ δῆτα, ἀλλ’ ἐνήργει·
πῶς οὖν ἐθεραπεύετο ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων παρὰ Ἰουδαίοις; οὐχ
ὑπὸ χειρῶν, ἀλλ’ ὑπὸ διανοίας· ἐπεὶ ἐκεῖνά γε οὐ ζητεῖ οὗτος, ὡς <lb n="10"/>
προσδεόμενος· “μὴ φάγομαι,” φησὶ, “κρέα ταύρων, ἣ αἷμα τρά-
γῶν πίομαι;</p><p>Αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα·</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Δύο τεκμήρια θεότητος, τὸ αὐτόν τε μηδενὸς
δεῖσθαι, καὶ πᾶσι πάντα παρέχειν. πάραγε ἐνταῦθα Πλάτωνα, ὅσα <lb n="15"/>
περὶ Θεοῦ ἐφιλοσόφησεν, ὅσα Ἐπίκουρος, καὶ πάντα λῆρος πρὸς
ταῦτα· “διδούς,” φησι, “ζωὴν καὶ πνοήν.” ἰδοὺ καὶ τῆς ψυχῆς
δημιουργὸν αὐτὸν ποιεῖ, οὐ γεννήτορα.</p><lb n="26"/><p>Ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων,
κατοικεῖν ἐπὶ παντὸς προσώπου τῆς γῆς,</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. ταῦτα βελτίω ἐκείνων· καὶ πόση κατηγορία τῶν
τε ἀτόμων καὶ τῆς ὕλης· ὅτι οὐκ ἔστι μερικὴ, οὐδὲ ψυχὴ τοῦ
οὐρανοῦ· τοῦτο δὲ οὐκ ἔστι δημιουργὸν εἶναι, ὅπερ ἐκεῖνοι φασὶν,
ἀλλὰ καὶ διανοίᾳ θεραπεύεται αὐτὸς, οὐκ οἱ μερικοὶ δαίμονες· καὶ
τὰ πάντα αὐτοῦ ἐστι φησί· πῶς καὶ ἄνθρωπος γέγονε πρότερον <lb n="25"/>
ἔδειξεν· ὅτι οὐ κατοικεῖ, καὶ τότε ἀπεφήνατο· εἰ ὁ Θεὸς, πάντα
ἐποίησε δηλονότι· εἰ δὲ μὴ ἐποίησεν ὁ Θεὸς, θεοὶ οἱ τὸν οὐρανὸν
καὶ τὴν γῆν οὐκ ἐποίησαν, ἀπολέσθωσαν· πολλῷ μείζονα δόγματα
εἰσάγει· καίτοι οὐδέπω τὰ μεγάλα εἶπεν, ἀλλ’ ὡς παισὶ διελέ-
γετο· καὶ πολλῷ μείζω ταῦτα ἐκείνων ἦν, τὴν δημιουργίαν, τὴν <lb n="30"/>
κυριότητα, τὸ ἀνενδέες, τὸ πάντων αἴτιον ἀγαθῶν ἐδήλωσεν· ἀλλὰ
πῶς θεραπεύεται εἶπεν· οὔπω καιρός· τι τούτου τοῦ ὑψηλοῦ ἶσον;
θαυμαστὸν καὶ τοῦτο, ἐξ ἑνὸς ποιῆσαι τοσούτους· ἀλλὰ καὶ ποιήσας
αὐτοὺς σνγκρατει.</p><pb n="294"/><p>Ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας
<lb n="27"/> τῆς κατοικίας αὐτῶν, ζητεῖν τὸν Θεὸν, εἰ ἄρα γε ψηλα.
φήσειεν αὐτὸν ἢ εὕροιεν,</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ὥρισε ζητῆσαι τὸν Θεόν· ἀλλ’ οὐ διὰ παντὸς
τοῦτο ὥρισεν, ἀλλὰ προστεταγμένους καιρούς· δεικνὺς, ὅτι νῦν <lb n="5"/>
οὐχὶ ζητήσαντες εὗρον· ἐπειδὴ γὰρ ζητήσαντες οὐχ εὗρον, δείκνυσιν
ὅτι οὕτως ἢν φανερὸς, ὥσπερ ἃν εἰς μέσον ψηλαφώμενος· οὐ
γὰρ ἐνταῦθα μὲν ἦν οὐρανὸς, ἀλλαχοῦ δὲ οὐ· οὐδὲ ἐν τούτῳ μὲν
τῷ χρόνῳ ἢν, ἄλλῳ δὲ οὐ· ὥστε καὶ κατὰ πάντα καιρὸν καὶ κατὰ
πᾶσαν ὁροθεσίαν δυνατὸν αὐτὸν εὑρεῖν· οὕτως ᾠκονόμησεν, ὥστε <lb n="10"/>
μήτε τόπῳ κωλύεσθαι, μήτε χρόνῳ· αὐτὸ γὰρ δὴ τοῦτο μάλιστα
συνεβάλλετο, τῷ πανταχοῦ εἶναι τὸν οὐρανὸν, τῷ ἐν παντὶ χρόνῳ
ἑστάναι.</p><p>Καίγε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα
<lb n="28"/> ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν·</p><lb n="15"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. βαβαὶ πᾶσιν ἐγγύς ἐστι τοῖς πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης
οὖσι· τι τούτου μεῖζον; ὅρα πῶς καθαιρεῖ τοὺς μερικούς·
τί λέγω μακράν; οὕτως ἐγγύς ἐστιν, ὡς χωρὶς αὐτοῦ μὴ
ζῆν· “ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμὲν,” ὥσπερ ἐν σωματικῷ
ὑποδείγματι, ὥσπερ ἀδύνατον ἀγνοῆσαι τὸν ἀέρα <lb n="20"/>
κεχυμένον· “καὶ οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα,”
μᾶλλον δὲ καὶ ἐν ἡμῖν ὄντα· ὄρα πῶς τὴν πρόνοιαν αὐτοῦ φησι
καὶ τὴν συγκρότησιν· τὸ εἶναι παρ’ αὐτοῦ, τὸ ἐνεργεῖν, τὸ μὴ
ἀπολέσθαι.</p><p>Ὡς καί τινες τῶν καθ’ ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι, τοῦ <lb n="25"/>
γὰρ καὶ γένος ἐσμεν.</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ᾿ οὐδὲν ἶσον εἶπεν ὁ ποιητὴς ἐκεῖνος·
“γὰρ καὶ γένος ἐσμὲν φησὶ, ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν περὶ Δῖός εἶπεν,
οὕτος δὲ περὶ τοῦ δημιουργοῦ αὐτὸ λαμβάνει· οὐ τὸν αὐτὸν ἐκείνῳ
νοῦν λέγων· μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὸ κυρίως ἐπ’ αὐτῷ λέγων· ἐπεὶ <lb n="30"/>
καὶ βωμὸν τούτου εἶπεν, οὐκ ἐκείνου ὃν ἔσεβον· εἴρηται μὲν γὰρ
τινὰ καὶ πράττεται εἰς τοῦτον· ἀλλ’ οὐκ ἴστε, ὅτι εἰς τοῦτον. εἰπὲ
γάρ μοι, περὶ τίνος ἂν λεχθείη κυρίως ἀγνώστῳ θεῷ; περὶ τοῦ

<pb n="295"/>
δημιουργοῦ, ἣ περὶ τοῦ δαίμονος, ὅτι πάντα πεπλήρωται τοῦ θεοῦ;
ἣ τοῦ Δῖός μιαροῦ τινὸς ἀνθρώπου καὶ καταπύστου; ἀλλ’ οὐχ
ὁμοίως ἐκείνῳ Παῦλος εἶπε· μὴ γένοιτο· ἀλλ’ ἑτέρῳ νῷ· γένος γὰρ
Θεοῦ εἶπεν ἡμᾶς εἶναι, τουτέστιν οἰκείους, ἐγγυτάτους· ὥσπερ
παροίκους καὶ γείτονας ὅταν λέγῃ.</p><lb n="5"/><lb n="29"/><p>Γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ, οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν,
χρυσῷ ἢ ἀργυρίῳ ἢ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ
ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου, τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον.</p><p>Ἐπειδὴ ἐκ τοῦ γένους ἡμῶν εὐδόκησεν ὁ Θεὸς τεχθῆναι ἐπὶ τῆς
γῆς.</p><lb n="10"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐκ εἶπεν, οὐκ ὀφείλετε νομίζειν, χρυσῷ ἢ
ἀργύρῳ τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον· καὶ μιαροί ἐστε καὶ παμμίαροι· εἰτα
τὸ ταπεινότερον τοῦτο, “οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν,” φησὶ, ὑπὲρ τοῦτο
Θεός· οὐδὲ τοῦτο· ἀλλ’ οὐδὲ λέγομεν τούτῳ “τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον·”
τίς γὰρ ἃν εἴποι; ὅρα πῶς τὸ ἀσώματον εἰσήγαγεν· ἡ γὰρ διάνοια <lb n="15"/>
ὅταν ὑποπτεύσῃ σῶμα, καὶ διάστημα ὑπονοεῖ. Καὶ μετ’
ὀλίγα—Εἰ γὰρ ἡμεῖς οὐκ ἐσμὲν ὁμοῖοι ἐκείνοις κατὰ ψυχὴν,
πολλῷ μᾶλλον ὁ Θεός· τέως ἀπάγει αὐτοὺς τῆς ὑπονοίας· ἀλλ’
οὐδὲ ἄλλῃ τινὶ ἀνθρωπίνῃ διανοίᾳ ὑποβάλλεται, φησίν· ἢ τέχνη
ἣ διάνοια εὗρεν· ὅπερ οὖν τέχνη r οὐκ εὑρίσκομεν αὐτόν· διπλοῦν <lb n="20"/>
τὸ ἔγκλημα· ὅτι τὲ ἐκεῖνον οὐχ εὗρον, καὶ τοιούτους εὗρον· οὐδα-
μοῦ διάνοια ἀξιόπιστος καθ’ ἑαυτήν.</p><p>Διδύμου. Οὐ μόνον, φησὶν, οἱ κατ’ εὐσέβειαν ζῶντες
γένος Θεοῦ, ἄλλα καὶ πᾶς, διὰ τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἀπολλυμένης
φύσεως· εἰ καὶ τινες φαίνονται τὸ ἀκριβὲς μὴ σώζοντες τῆς θεοσεβείας, <lb n="25"/>
οἷος ὁ Ἄρατος ὁ τοῦτο εἰπών.</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωταὶ ὅτι οὐ δύναται νοῦς ἀνθρώπου καταλαβεῖν
τὸν Θεὸν, ὡς ἔστι φύσει· καὶ τοὺς λέγοντες ἀνθρωπόμορφον
τὸ θεῖον, δεῖ ἐπιστομίζειν ἐκ τῶν προκειμένων ῥητῶν· εἰ γὰρ
δύναται ἄνθρωπος πλάσαι, ἣ γλύψαι, ἢ γράψαι ἄνθρωπον, ἤτοι <lb n="30"/>
ἀνθρώπου ὁμοίωμα, ἣ ἄλλου οἱουδηποτοῦν ἐπὶ γῆς φαινομένου
<note type="footnote">r Deesse videtur aliquid quod suppl. rec. m. in sup. marg. sed ea
abscissa, nihil comparet nisi inferiores literarum ductus et vox ζῶμεν
in fine.</note>
<pb n="296"/>
εἰκόνα ἐκτυπῶσαι· οὐδενὶ δὲ ἔοικε τῶν χειροποιήτων ὁ Θεὸς, κατὰ
τὸ εἰρημένον τῷ Ἀποστόλῳ, ἄρα ἀπερίγραφον, ἀκατάληπτον, ἀνείδεον,
ἀσώματον, ἄδηλον τὸ θεῖον· μήτε ἀνθρώπου μορφῇ ἣ ἄλλο s
τινὶ ἐοικός· εἰκὸς γὰρ τοὺς Ἕλληνας μὴ μόνον τὰ ἀνθρωπόμορφα
ξόανα σέβειν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀλλοίας ὄντας μορφῆς ὡς θεοὺς, <lb n="5"/>
οἷον, ἴβεις, καὶ αἰλούρους, καὶ πιθήκους, καὶ ἄλλα τούτοις
παραπλήσια.</p><lb n="30"/><p>Τοὺς μὲν οὖν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν ὁ Θεὸς,
τανῦν παραγέλλει τοῖς ἀνθρώποις</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τί οὖν οὐδεὶς κολάζεται τούτων; οὐδεὶς <lb n="10"/>
θελόντων μετανοεῖν· περὶ τούτων φησὶν, οὐ περὶ τῶν ἀπελθόντων·
ἀλλ’ οἷς παραγγέλλει· οὐκ ἀπαιτεῖ λόγον ὑμᾶς φησίν· οὐκ εἰπε
παρεῖδεν, οὐκ εἶπεν εἴασεν, ἀλλ’ ἠγνοήσατε· ὑπερεῖδε, τουτέστιν
οὐκ ἀπαιτεῖ κόλασιν, ὥσπερ ἀξίους ὄντας κολάσεως, ἠγνοήσατε·
καὶ οὐ λέγει ἑκόντες ἐκακουργήσατε· ἀλλὰ τοῦτο διὰ τῶν <lb n="15"/>
ἔδειξεν.</p><p>Ὅπερ γὰρ ἐπὶ ἡλίου καὶ σελήνης καὶ γῆς καὶ θαλάττης καὶ
τῶν ἄλλων ἐποίησεν· οὐ τοῖς μὲν πλουτοῦσι καὶ σοφοῖς πλείονος
μεταδιδοὺς τῆς ἀπὸ τούτων χορηγίας, ἐλάττονος δὲ τοῖς πένησιν·
ἀλλ’ ἴσην ἅπασι τὴν ἀπόλαυσιν προτιθεὶς, τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ κηρύγματος <lb n="20"/>
εἰργάσατο· καὶ πολλῷ πλεῖον· ὅσῳ καὶ ἀναγκαιότερον
τοῦτο ἐκείνων.</p><p>Σευήρου ἐκ τοῦ κατὰ Ἀλέξανδρον ευντάγματοσ. Παραστήσας
γὰρ αὐτοῖς διὰ πάσης τῆς δημηγορίας καὶ διαλέξεως·
ὅτι παρ’ ὅλον τὸν βίον αὐτῶν ἠγνόησαν τὸν ὄντα Θεὸν, διὰ τῶν <lb n="25"/>
αὐτῶν τούτων βούλεται τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας ἐνδείξασθαι·
καὶ φησὶ, τῶν χρόνων τούτων τὴν ἄγνοιαν ὑπεριδὼν, τουτέστι ὑπερβὰς,
καὶ δέον κολάσαι, μὴ κολάζων, καλεῖ τανῦν πρὸς μετάνοιαν·
ἐξεπίτηδες πληθυντικῶς ὀνομάσας τοὺς χρόνους, ἵνα μᾶλλον ἐξάρῃ
τὴν δωρέαν.</p><lb n="30"/><p>Ἀμμωνίου. Οὐκοῦν εἰ ὑπερεῖδεν ὁ Θεὸς τὰ ἐξ ἀγνοίας
τοῖς ἀνθρώποις παραπτώματα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, καὶ
παντὶ δίδωσι τῶν παραπτωμάτων ἄφεσιν, εἰκότως ἐπ’ ἐσχάτου τῶν
<note type="footnote">s Sic.</note>
<pb n="297"/>
καιρῶν ἐπεδήμησεν· ἵνα ἐφ’ ὅσον ἀναβάλλεται τὴν ἑαυτοῦ παρουσίαν·
ἐπὶ τοσοῦτον δειχθῇ αὐτοῦ ἡ ἀμέτρητος φιλανθρωπία· ἐξ ὧν πολυπλασιαζόμενα
τὰ κακὰ συγχωρεῖ, καὶ τῶν μελλόντων συσφίγγει
τὸν χρόνον· ἵνα ἐν τῇ ὀλιγότητι τοῦ χρόνου διασωθῇ ἡ πίστις· διὸ
δὴ ἔλεγεν αὐτοῖς· “ἄρα ἐλθὼν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εὑρήσει τὴν <lb n="5"/>
“πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;” καὶ μή μοι λέγε, τι πρὸς τοὺς τετελεντηκότας;
ὅπουγε καὶ αὐτοῖς ἐκηρύχθη τὸ τῆς ἀληθείας εὐσεβὲς
μυστήριον· καὶ πάντες οἱ πιστεύσαντες ἐλύθησαν ἐκ τῶν τοῦ
θανάτου δεσμῶν· καὶ ἀνελθόντες ἐξ ᾅδου μετῴκησαν εἰς τὸν παράδεισον·
καὶ ὅτι τοῦτο ἀληθὲς, δυνατὸν μᾶλλον καὶ ἐξ ἐκείνου στοχάσασθαι· <lb n="10"/>
οἴδαμεν ὅτι ἐν τῇ ὥρᾳ ᾗ ἀπέθανεν Ἰησοῦς, ὁ Θεὸς ἡμῶν,
πολλοὶ νεκροὶ ἀνέστησαν καὶ ὤφθησαν ἐν Ἱεροσολύμοις κατὰ τὸ
προφητευθέν· “ἀναστήσονται οἱ νεκροὶ, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς
“μνημείοις·” ὡς ἐκ τούτου γνῶναι ἡμᾶς, ὅτι κατελθὼν εἰς ᾅδου ὁ
Κύριος, καὶ κηρύξας ἄφεσιν τοῖς εἰς αὐτὸν πιστεύουσιν, ἀπέλυσε <lb n="15"/>
τὰς ψυχὰς τῶν εἰς αὐτὸν πιστευσάντων· ἅπαντες δὲ οὐκs ἐπίστευσαν,
διὸ οὐδὲ πάντα τὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἀνέστη τότε, ἀλλὰ
τινά· οὐκ εἶπε δὲ τὸ Εὐαγγέλιον, ὅτι Ἰουδαίων μόνον ἀνέστησε σώματα,
ἀλλ’ ἀορίστως εἰπὼν “πολλοὶ,” ἐδήλωσεν ὅτι καὶ Ἑλλήνων·
ἦσαν γὰρ ἀπὸ χρόνων αἰωνίων, καὶ σώματα ἐκεῖ ἐθνικῶν, διὰ τὸ <lb n="20"/>
πρῴην ὑπὸ Ἑλλήνων τὴν χώραν οἰκεῖσθαι· καὶ ὕστερον πάλιν
λαβόντων τῶν Ἰουδαίων τὴν πόλιν, μὴ ἐξολοθρευθῆναι τὸν Ἰεβουσαῖον
λαὸν εἰς τέλος, ἀλλὰ κατοικῆσαι ἐν μέσῳ τῆς Ἰούδα· καὶ μή
μοι τις λεγέτω, καὶ πῶς με πείθεις, καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ψυχῶν;
ἀπὸ γὰρ του μέρους τὸ πᾶν καταλαμβάνομεν· εἰ μὲν γὰρ οἷόν τε <lb n="25"/>
ἦν βλέψειν ἡμᾶς τοὺς ὄντας ἐν σώμασι ψυχὰς ἀνθρώπων, εἴχομεν
ἃν ἰδεῖν πάντας τοὺς ἀνελθόντας ἐκ τοῦ ἅδου πιστοὺς, καὶ εἰς
παράδεισον ἣ εἰς οὐρανοὺς ἀποπτάντας· ἐπειδὴ δὲ οὐ δύναται φύσις
ἀνθρώπου ἐν σαρκὶ οὖσα πνεῦμα λεπτομερὲς, ὁ ἐστι ψυχὴ,
ὀφθαλμοῖς θεωρῆσαι, εἰκότως πρὸς πειθὼ τινὰς ἡμῖν παρέστησε <lb n="30"/>
μετὰ τῶν σωμάτων, ἵνα θεωροῦντες αὐτοὺς πεισθῶμεν· ἄτοπον
γὰρ ἦν πάντας ἐγεῖραι τοὺς νεκροὺς τοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου
τετελευτηκότας, πιστεύσαντας δὲ ἐν ᾅδου· πρῶτον μὲν ἵνα μὴ
πρὸ καιροῦ γένηται ἀνάστασις πολλῶν, ἀρκούντων καὶ ὀλίγων πεῖ.
<note type="footnote">s Οὐκ om. a Cod. suppl.</note>

<pb n="298"/>
σαι τοὺς ἀφιλονείκως τῇ ἀληθείᾳ πιστεύοντας, μᾶλλον δὲ πολλῶν
κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ· ἔπειτα δὲ διὰ τὸ ἐγκεκαλυμμένως
ποιεῖν αὐτὸν τὰ σημεῖα, δι’ ὧν ἐπειθόμεθα τῇ ἀληθείᾳ· ὅθεν
καὶ αὐτὸς οὐ μετὰ φαντασίας κατῆλθεν ἐπὶ γῆς, ἀλλὰ λεληθότως
θεσμῷ ἀνθρώπων, γενόμενος ἐκ γυναικὸς, καὶ ποιῶν σημεῖα καὶ <lb n="5"/>
ἰάσεις, δι’ ὧν ἔπειθεν ὅτι Θεὸς ἦν· ἵνα οἱ δόκιμοι φανῶσιν· οὕτως
οὖν καὶ ἐπὶ τούτου ἐποίησεν· ἐν μέρει τινὶ τῆς γῆς ὀφθαλμοφανῶς
παραστήσας τοὺς νεκροὺς τοῖς ζῶσιν, ἵνα διὰ τῶν αὐτόπτως ἑωρακότων
οἱ λοιποὶ πεισθῶμεν· μὴ μόνον περὶ τῆς τῶν νεκρῶν ἀφέσεως,
ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς αὐτοῦ ἐπιδημίας, ἥτις οὐκ ἐν ὅλῃ τῇ γῇ <lb n="10"/>
γέγονεν, ἀλλ’ ἐν μέρει τινὶ τῆς γῆς. διὰ τῶν αὐτὸν ἑωρακότων ἐπιστοποιήθη
πάσῃ τῇ γῇ, ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου καὶ μέχρι δυσμῶν,
ἀπὸ ἄρκτου καὶ μεσημβρίας.</p><p>Πάντας πανταχοῦ μετανοεῖν·</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πάλιν τὴν οἰκουμένην αἰνίττεται· ὅρα <lb n="15"/>
πῶς αὐτοὺς ἀπάγει τῶν μερικῶν· ὁρᾶ πῶς πάλιν τὸ πάθος δηλοῖ·
ὅρα τὸ ἔμπαλιν δι’ ἄνθρωπον· ὅτι γὰρ ἀληθὴς ἡ κρίσις, δῆλον ἐκ
τῆς ἀναστάσεως· συγκατασκευάζεται γὰρ ὅτι πάντα ἀληθῆ ἃ εἶπε·
δῆλον ἐξ ὧν ἀνέστη· πᾶσι γὰρ ταύτην παρέχειν πίστιν τὸ ἀναστῆναι
αὐτὸν ἐκ νεκρῶν· καὶ τοῦτο λοιπὸν δῆλον.</p><lb n="20"/><lb n="31"/><p>Καθὸ ἔστησεν ἡμέραν, ἐν ἧ μέλλει κρίνειν τὴν οὐκουμένην
μένην ἐν δικαιοσύνῃ,</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ἡ γὰρ ἡμέρα ἐκείνη τοῖς ἐν κατορθώμασι ζῶσι
ποθεινὴ, ὥσπερ οὖν τοῖς ἐν ἁμαρτήμασι φοβερὰ, καθάπερ τοῖς
καταδίκοις.</p><lb n="25"/><p>Σευήρου Ἀντιοκείασ ἐκ τῆσ t πρὸσ Ἀναστάσιον
ἐπιστολῆσ. Μία γάρ ἐστιν ἡ πάντων ἀνάστασις· καὶ
ἡμέραν ὥρισεν ὁ Θεὸς, “ἐν ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαι-
“οσύνῃ·” μεθ’ ἣν ἡμερῶν καὶ νυκτῶν οὐκ ἔσται περίοδος καὶ μηνῶν
καὶ ἐνιαυτῶν ἀνακύκλωσις· ἡ γὰρ αὐτὴ τῆς ἀναστάσεως ἐστιν <lb n="30"/>
ἡμέρα, καὶ κρίσεως, καὶ τῆς τῶν ἀγαθῶν ἀπολήψεως.</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Τὰ τῆς ἀναβολῆς φησὶ τῶν εὐθυνῶν μέχρι τῆς
ἡμέρας τῆς κρίσεως· τότε γὰρ ἡ οἰκουμένη πᾶσα, τουτέστιν ἡ φύσις
ἀνθρώπων, κριθήσεται.</p><note type="footnote">t εἶς τ᾿Cod.</note><pb n="299"/><p>Διδύμου. Ὥσπερ τὰ ἄλλα τῆς προνοίας αὐτοῦ ἔργα φανερὰ
πεποίηκεν· ἀναγκαίως κρίσιν κατὰ πασῶν πράξεων καὶ διαλήψεων
ποιήσει, ἐν ἀνδρὶ ᾧτ’ ὥρισεν ἔσεσθαι κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν· οὗτος
δέ ἐστιν ὁ ἐνανθρωπήσας Κύριος.</p><p>Ἐν ἀνδρὶ ᾧ ὥρισε, πίστιν παρασχὼν πᾶσιν, ἀναστήσας <lb n="5"/>
αὐτὸν ἐκ νεκρὼν.</p><p>Τοῦτον γὰρ τὸν ἄνδρα ὁρῶν ὁ Ἀβραὰμ ὡς ἄνδρα, διελέγετο·
“μηδαμῶς ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν;”
Τοῦ Χρυσοστόμου ἘΚ ΤΟΥ ΚΑΤᾺ ἸΩΆΝΝΗΝ ὙΠΟΜΝΉΜΑΤΟΣ.
Τί ποιεῖς ὦ μακάριε Παῦλε; οὐδὲν περὶ τῆς τοῦ Θεοῦ λέγεις <lb n="10"/>
μορφῆς, οὐδ’ ὅτι ἴσος αὐτῷ, οὐδ’ ὅτι ἀπαύγασμα τῆς δόξης
οὐ φησιν οὔπω τούτων καῖρος τῶν ῥημάτων ἀγαπητὸν αὐτοὺς
παραδέξασθαι τέως, ὅτι ἄνθρωπός ἐστιν· οὕτω καὶ αὐτὸς ἐποίησε·
παρ’ ἐκείνου ταῦτα ἔμαθον· οὐ γὰρ εὐθέως ἡμῖν ἑαυτοῦ τὴν θεό-
τητα ἐξεκάλυψεν· ἀλλὰ πρῶτον μὲν ἐνομίζετο εἶναι προφήτης <lb n="15"/>
καὶ Χριστὸς, ἁπλῶς ἄνθρωπος· ὕστερον δὲ ἐφάνη τοῦτο ὅπερ ἦν.
καὶ μετ’ ὀλίγα—Οὐδὲν οὖν περὶ τῆς θεότητος αὐτοῦ μαθεῖν σαφὲς
ἴσχυον·</p><lb n="32"/><p>Ἀκούσαντες δὲ ἀνάστασιν νεκρῶν, οἱ μὲν ἐχλεύαζον·
<lb n="33"/> οἱ δὲ εἶπόν, ἀκουσόμεθά σου περὶ τούτου πάλιν. καὶ οὕτως <lb n="20"/>
ὁ Παῦλος ἐξῆλθεν ἐκ μέσου αὐτῶν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τί δήποτε παίσαντες ἑαυτοὺς καὶ πάλιν
αὐτῶν ἀκούσεσθαι, καὶ κινδύνων οὐκ ὄντων, οὕτως ἐπείγεται τὰς
Ἀθήνας ἀφεῖναι ὁ Παῦλος; ἴσως ᾔδει οὐ μέγα ὀνήσων, καὶ ὑπὸ
τοῦ Πνεύματος εἰς Κόρινθον ἤγετο. Καὶ μετ’ ὀλίγα—Πόσα μεγάλα <lb n="25"/>
καὶ ὑψηλὰ ἀκούσαντες οὐ προσεῖχον, ἀλλὰ τὴν ἀνάστασιν
χλευάζοντες· “ψυχικὸς γάρ,” φησιν, “ἄνθρωπος, οὐ δέχεται τὰ
“τοῦ Πνεύματος·” “καὶ οὕτω,” φησὶν, “ ἐξῆλθεν ὁ Παῦλος·”
πῶς; τοὺς μὲν πείσας, ὑπὸ δὲ τῶν χλευαζόμενος.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οἱ γὰρ πάντα σαρκικοὶ καὶ ἄπιστοι ἄνθρωποι μόνον <lb n="30"/>
τῇ θέᾳ ἐπιτρέπουσι τὸ πᾶν· οὐδὲν τῇ τοῦ Θεοῦ διδασκαλίᾳ
πιστεύοντες· ὅσα γὰρ ἔργῳ τις αὐτοῖς οὐκ ἠδύνατο παραστῆσαι,
τούτοις ἠπίστουν· διὸ καὶ οἱ θέλοντες αὐτοῖς φρεναπατᾶν περὶ τῶν
μετεώρων, δι’ ἑτέρων παραδειγμάτων, ἢ παρὰ τῶν τροχοὺς καὶ μύρ-

<pb n="300"/>
μηκὰς εἰς ἀπόδειξιν ἡλίου καὶ οὐρανοῦ δρόμον παραφέροντες, καὶ
ἐκ τούτων τὰ ἄδηλα καταστοχαζόμενοι, καὶ διὰ τῶν ἀπατηλῶν
γοητεύοντες τὰς τῶν ἠλιθίων ψυχάς.</p><lb n="34"/><p>Τινὲς δὲ ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ, ἐπίστευσαν· ἐν
οἷς καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, καὶ γυνὴ ὀνόματι <lb n="5"/>
Δάμαρις, καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οἱ μὲν γὰρ ἐπιμελώμενοι βίου ταχέως
ἐδέξαντο τὸν λόγον, οἱ δὲ λοιποὶ οὐκέτι.</p><p>Ἔξω τῆς πόλεως ἦν τὸ κατ’ Ἄρειον πάγον δικαστήριον, κατ’
αὐτὴν τὴν ἐξοχὴν τοῦ κατὰ τὴν πόλιν συστάντος δικαστηρίου, <lb n="10"/>
μεταξὺ Ποσειδῶνος καὶ Ἄρεος· ὁ γὰρ Ποσειδῶν πρὸς Ἄρεα κατὰ
τοὺς ἀρχαίους μύθους παρ’ Ἀθηναίοις ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ἐδικάσατο,
φάσκων ἀναιρεθῆναι τὸν ἴδιον υἱὸν Ἁλιρρόθιον ὑπ᾿ Ἄρεος·
κἀκεῖθεν ἐξ Ἄρεος ὁ πάγος ἐκεῖνος ἐκλήθη. ἐδίκαζον οὖν Ἀρεοπαγῖται
περὶ πάντων σχεδὸν τῶν σφαλμάτων καὶ παρανομιῶν· διὰ <lb n="15"/>
δὴ τοῦτο ἅτε καινῶν δαιμονίων καταγγελέα τὸν θειότατον Παῦλον,
οἱ τῆς ὑπὸ Θεοῦ μωρανθείσης φιλοσοφίας ἐρασταὶ, πρὸς τὴν ἐξ
Ἀρείου Πάγου βουλὴν ἕλκουσιν· ἀλλ’ ἐν τοῖς Ἀρεοπαγίταις τότε
βουλεύων, ἅτε δικαστὴς ἀκλινέστατος, ὁ θεῖος Διονύσιος, ἀδέκαστον
ἀπένειμε τῇ κατὰ τὸν πνευματοφόρον Παῦλον ἀληθείᾳ τὴν ψῆφον <lb n="20"/>
ἐρρῶσθαι τὲ πολλὰ φράσας τῇ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἀνοήτῳ σεμνό-
τητι, τὸν ἀληθῆ Χριστὸν καὶ Υἱὸν Θεοῦ ἐννοήσας, ἐκήρυξεν εὐθὺς,
καὶ τοῦ φωτίσματος εἴχετο· κἂν γὰρ Ῥωμαῖοι τότε ἐκράτουν,
ἀλλ’ οὖν αὐτονόμους ἀφῆκαν Ἀθηναίους καὶ Λακεδαίμονας· ὅθεν
ἔτι παρ’ Ἀθηναίοις καὶ κατὰ τοὺς Ἀρεοπαγίτας ἐπολιτεύετο· καὶ <lb n="25"/>
τελεῖται μὲν ἅπαντα τῆς σωτηρίας τὰ δόγματα διὰ Παύλου·
παιδεύεται δὲ διδασκαλικῶς ὑπὸ ἱεροθέῳ τῷ μεγίστῳ, καθά φησιν
αὐτός· εἶτα καθίσταται κατὰ τὸ φερόμενον ἐν ζ βιβλίῳ τῶν Ἀποστολικῶν
διατάξεων ὁ Διονύσιος Ἐπίσκοπος ὑπὸ Παύλου τῶν
Ἀθήνησι πιστευσάντων.</p><note type="footnote">u ἀλλιρόθιον Cod.</note><pb n="301"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><head>ΚΕΦ. ΚΖ.</head><p>Περὶ Ἀκύλα καὶ Πρισκίλλης καὶ τῆς Κορίνθου ἀπειθείας· τῆς τε κατὰ πρόγνωσιν
ἐπ’ αὐτοῖς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ ἀποκαλυφθείσης τῷ Παύλῳ.</p><lb n="1"/><p>Μετὰ δὲ ταῦτα χωρισθεὶς ὁ Παῦλος ἐκ τῶν Ἀθηνῶν,
<lb n="2"/> ἦλθεν εἰς Κόρινθον· καὶ εὑρὼν τινὰ Ἰουδαῖον ὀνόματι <lb n="5"/>
Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ γένει, προσφάτως ἐληλυθότα ἀπὸ
τῆς Ἰταλίας, καὶ Πρατκίλλαν γυναῖκα αὐτοῦ,</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Εἰς Κόρινθον, ὡς ἔφην, ὑπὸ τοῦ Πνεύματος
ἠπείγετο, ἐν ᾗ μένειν ἔδει· οἱ γὰρ Ἀθηναῖοι, καίτοι ξένης ὄντες
ἀκροάσεως ἐρασταὶ, ὅμως οὐ προσεῖχον· οὐ γὰρ τοῦτο ἐσπούδαζον· <lb n="10"/>
ἀλλ’ ὥστε ἀεὶ τι ἔχειν εἰπεῖν, ὅπερ αὐτοὺς καὶ προσχέσθαι ἐποίησεν·
εἰ δὲ τοῦτο ἦν αὐτοῖς ἔθος, πῶς ἐγκαλοῦσιν ὅτι ξένων δαιμονίων
καταγγελεύς ἐστιν; ἱκανῶς οὖν ἔχειν ἔδοξε τῷ Παύλῳ τὸ
καταβαλεῖν τὰ σπέρματα, τὸ γὰρ πλέον αὐτῷ τῆς ζωῆς ἐνταῦθα
προκεχωρήκει.</p><lb n="15"/><p>Διὰ τὸ διατεταχέναι Κλαύδιον, χωρίζεσθαι πάντας
τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τῆς Ῥώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς·
Τοῦ αὐτοῦ. Ἐπὶ μὲν γὰρ Νέρωνος ἐτελειώθη ὁ Παῦλος· ἐπὶ
δὲ Κλαυδίου ἀνεριπίζετο λοιπὸν ὁ πρὸς Ἰουδαίους πόλεμος· μακρόθεν
μὲν, ὥστε κἂν οὕτως σωφρονίσαι· καὶ ἀπὸ Ῥώμης ὡς λυμεῶνες <lb n="20"/>
ἠλαύνοντο· διὰ τοῦτο οἰκονομεῖται τοῦτον ὡς δέσμιον ἀπαχθῆναι
ἐκεῖ, ἵνα μὴ ὡς Ἰουδαῖος ἀπελαύνηται, ἀλλ’ ὡς ὑπὸ τῆ τάξει
πράττων· καὶ φυλάττεται ἐκεῖ.</p><lb n="3"/><p>Καὶ διὰ τὸ ὁμότεχνον εἶναι, ἔμενε παρ’ αὐτοῖς καὶ
<lb n="4"/> εἰργάζετο· ἦσαν γὰρ σκηνοποιοὶ τὴν τέχνην. διελέγετο <lb n="25"/>
δὲ ἐν τῇ συναγωγῇ κατὰ πᾶν σάββατον, ἔπειθέ τε
<lb n="5"/> Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνας. Ὡς δὲ κατῆλθον ἀπὸ τῆς Μακεδονίας
ὅ τε Σίλας καὶ ὁ Τιμόθεος, συνείχετο τῷ Πνεύματι
ὁ Παῦλος, διαμαρτυρόμενος τοῖς Ἰουδαίοις εἶναι
Χριστὸν Ἰησοῦν.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πάρ’ αὐτῷ μένει, καὶ οὐκ αἰσχύνεται
μένων· ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο μένει, ὡς ἐπιτήδειον εὑρὼν καταγώγιον·

<pb n="302"/>
πολλῷ γὰρ αὐτῷ τῶν βασιλείων ἐπιτηδειότερον ἦν· καὶ μὴ γελάσῃς,
ἀγαπητέ· καθάπερ γὰρ ἀθλητῇ ἡ παλαίστρα τῶν ἁπαλῶν
στρωμάτων μᾶλλον χρήσιμον, οὕτω καὶ πολεμιστῇ τὸ ξίφος τὸ
σιδηροῦν, ἀλλ’ οὐ τὸ χρυσοῦν· καὶ εἰργάζετο κηρύττων· αἰσχυνθῶμεν
ἡμεῖς οἱ καὶ χωρὶς τοῦ κηρύττειν ἀργῶς ζῶντες.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ αὐτοῦ. Μηδεὶς τοίνυν αἰσχυνέσθω τῶν τὴν τέχνην ἐχόντων,
ἀλλ’ οἱ εἰκῆ τρεφόμενοι καὶ ἀργοῦντες· οἱ διακόνοις κεχρημένοι
πολλοῖς, καὶ ἀφάτου θεραπείας ἀπολαύοντες. τὸ γὰρ διὰ
παντὸς ἐργαζόμενον τρέφεσθαι, φιλοσοφίας εἶδος ἐστί· τούτων αἱ
διάνοιαι καθαρώτεραι· τούτων αἱ διάνοιαι εὐτονώτεραι· ὁ γὰρ ἀργῶν <lb n="10"/>
πολλὰ εἰκῆ μᾶλλον πράττει x· καὶ ἐργάζεται δι’ ὅλης ἡμέρας
οὐδὲν, πολλῆς νάρκης ἐμπεπλησμένος· ὁ δὲ ἐν ἐργασίᾳ ὣν, οὐδὲν
ταχέως περιττὸν παραδέξεται· οὔτε ἐν ἔργοις, οὔτε ἐν λόγοις, οὔτε
ἐν ἐννοίαις. ὅλη γὰρ δι’ ὅλης συντέταται πρὸς τὸν ἐπίπονον βίον
ἡ ψυχή. μὴ τοίνυν καταφρονῶμεν τῶν ἀπὸ τῶν χειρῶν τρεφομένων, <lb n="15"/>
ἀλλὰ καὶ μᾶλλον αὐτοὺς μακαρίζωμεν διὰ τοῦτο. Καὶ πάλιν
—Παῦλος οὗτος μετὰ μυρίους διαύλους, κατὰ τοσαῦτα θαύματα,
ἐπὶ σκηνορραφείουy ἑστὼς δέρματα ἔρραπτε· καὶ ᾐδοῦντο
αὐτὸν ἄγγελοι, καὶ δαίμονες ἔτρεμον· καὶ οὐκ ᾐσχύνετο λέγων,
“ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ’ ἐμοῦ, ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες <lb n="20"/>
“αὗται.”</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ὁ Κύριος ἐν φάτνῃ ἐτέθη τεχθεὶς, καὶ μητέρα
ἔλαβεν εὐτελῆ· καὶ τῷ πρὸς καπηλείαν βλέποντι ἔλεγεν· “ὁ δὲ
“υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ· ὁμοίως
καὶ οἱ αὐτοῦ μαθηταὶ τὸν αὐτὸν διετήρουν νόμον, εἰς τὰς τῶν <lb n="25"/>
πενήτων οἰκίας καταγόμενοι· καὶ ὁ μὲν πρὸς βυρσέα, ὁ δὲ πρὸς
σκηνορράφον z· κατέλυον καὶ πρὸς πορφυρόπωλιν a· οὐ γὰρ οἰκίας
περιφάνειαν, ἀλλὰ ψυχῶν ἀρετὰς ἐπεζήτουν.</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι εἰργάζετο ὁ Ἀπόστολος, καὶ
σκηνοπηγικὴν εἶχε τέχνην.</p><lb n="30"/><lb n="6"/><p>Ἀνθισταμένων δὲ αὐτῶν καὶ βλασφημούντων, ἐκτιναξάμενος
αὐτοῦ τὰ ἱμάτια, εἶπε πρὸς αὐτούς·</p><note type="footnote">x Add. rec, m. in marg. πολλὰ εἰκῆ μᾶλλον φθέγγεται. y ἐπισκηνοραφείου
Cod. z σκηνοράφον Cod. a πορφυρόπολιν Cod.</note><pb n="303"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὥστε μὴ ῥήματι μόνον, ἀλλὰ καὶ πράγ-
ματι φοβῆσαι· καὶ σφοδρότερον διαλέγεται, ἅτε καὶ πολλοὺς
πεπεικώς. Καὶ πάλιν—Σφοδρῶς αὐτοὺς φοβήσας ὁ Παῦλος
ἀφίσταται ἀυτῶν.</p><p>Τὸ αἷμα ὑμῶν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ὑμῶν· καθαρὸς ἐγώ·</p><lb n="5"/><p>Ἀμμωνίου. “To αἷμα ὑμῶν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ὑμῶν· ἀσαφές
ἐστι τὸ ῥητόν· ο7μαι δὲ αὐτὸ τοῦτο λέγειν· ἕκαστος τῶν ἀπιστούν-
ἀπιστούντων Χριστῷ, ὅς ἐστι ζωὴ, δοκεῖ ἑαυτὸν φονεύειν, ἀπὸ τῆς ζωῆς
μεταβαίνων εἰς θάνατον· τὸ αἷμα ἑαυτοῦ τρόπον τινὰ ἐκχέων διὰ
τῆς σφαγῆς, ἣν ἐπιφέρει ἑαυτῷ· τοῦτο οὖν φησίν· ἀνθ’ ωτν σφά- <lb n="10"/>
δίκην, ἐμοῦ ἀθῴου ὄντος. ἐκ ταύτης δὲ τῆς σημειώσεως δυνατὸν
τάχα εἰπεῖν, ὅτι ὁ σφάζων ἑαυτὸν τιμωρεῖται ὡς φονεὺς παρὰ τῷ
Θεῷ· εἰ δὲ ἄλλος τις γένηται αἴτιος αὐτῷ τούτου, κἀκεῖνος· τι
γὰρ ὅτι διωκόμενός τις ὑπό τινος, καὶ ῥίψας ἑαυτὸν κατὰ κρημνῶν <lb n="15"/>
ἀπέθανεν, ἣ καὶ ὑπὸ πολλῆς περιστάσεως, καὶ πικρᾶς φυλακῆς, καὶ
ποικίλων ἐπιπολὺ βασάνων συνεχόμενος, δηλητηρίῳ ἐχρήσατο;</p><lb n="7"/><p>Ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τὰ ἔθνη πορεύομαι. καὶ μεταβὰς
ἐκεῖθεν, ἦλθεν εἰς οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Τίτου Ἰούστου,
σεβομένου τὸν Θεὸν,</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὄρα πῶς πάλιν εἰπὼν “ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς
τὰ ἔθνη, οὐδὲ οὕτως αὐτῶν ἀμελεῖ. ὥστε τοῦ διεγεῖραι ἕνεκεν
ἔλεγε τοῦτο.</p><p>Οὗ ἡ οἰκία ἦν συνομοροῦσα τῇ συναγωγῇ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὥστε καὶ ἀπὸ τούτου ζῆλον ἔχειν ἀπὸ τῆς γειτ- <lb n="25"/>
νιάσεως.</p><p>* Περὶ Κρίσπου ἀρχισυναγώγου πιστεύσαντος σὺν ἑτέροις τισὶ καὶ
βαπτισθέντος.</p><lb n="8"/><p>Κρίσπος δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος ἐπίστευσε τῷ Κυρίῳ
σὺν ὅλῳ τῷ οἰκῶ αὐτοῦ· καὶ πολλοὶ τῶν Κορινθίων <lb n="30"/>
ἀκούοντες ἐπίστευον καὶ ἐβαπτίζοντο.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὄρα γοῦν εὐθέως τὸν ἀρχισυνάγωγον Κρίσπον
πεισθέντα, καὶ ἑτέρους πολλοὺς, τούτου γενομένου· “καὶ ἐβαπτί-

<pb n="304"/>
“ζοντο·” τοῦτον λέγει Κρίσπον, ὡς καὶ γράφων φησὶν, “οὐδένα
“ἐβάπτισε εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον·” τοῦτον οἰμαι καὶ Σωσθένην
λέγεσθαι, ἄνδρα πιστὸν, ὥστε καὶ τύπτεσθαι καὶ παρεῖναι ἀεὶ τῷ
Παύλῳ· ἔπειθε δὲ τὸν Κρίσπον τὸ πλῆθος, ἡ δὲ οἰκείωσις τοῦ
Χριστοῦ πλέον· μείζων γὰρ ὁ κίνδυνος ἐγίνετο λοιπὸν, καὶ τῶν <lb n="5"/>
πλειόνων πιστευόντων, καὶ του ἀρχισυναγώγου.</p><lb n="9"/><p>Εἶπε δὲ ὁ Κύριος ἐν νυκτὶ δι’ ὁράματος τῷ Παύλῳ,
<lb n="10"/> μὴ φόβου, ἀλλὰ λάλει καὶ μὴ σιωπήσῃς· διότι ἐγώ
εἰμι μετὰ σοῦ, καὶ οὐδεὶς ἐπιθήσεταί σοι τοῦ κακῶσαί
<lb n="11"/> σε· διότι λαός μοι πολύς ἐστιν ἐν τῆ πόλει ταύτῃ. ἐκάθισε <lb n="10"/>
δὲ ἐνιαυτὸν καὶ μῆνας ἓξ, διδάσκων ἐν αὐτοῖς τὸν
λόγον τοῦ Θεοῦ.</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι εἶδε τὸν Κύριον Ἰησοῦν ὁ
δι’ ὀνείρων· διὸ καὶ αὐτὸς ἔλεγεν· “οὐχὶ Ἰησοῦν τὸν Κύριον ἡμῶν
“ἑώρακα;” εἴτε δὲ δι’ ὀνείρων, εἴτε καὶ ἐγρηγορὼς ἐθεώρησε τὸν <lb n="15"/>
Ἰησοῦν, οὐδεμία διαφορά· πλὴν καὶ ἐν ἡμέρᾳ ὤφθη αὐτῷ.</p><p>Διδύμου. Ἐν Κορίνθῳ τυγχάνοντι τῷ Ἀποστόλῳ, ὁ Θεὸς
ὁράματος ὀφθεὶς, προτρέπεται αὐτὸν μὴ φείδεσθαι τοῦ λέγειν τὸν
τῆς διδασκαλίας λόγον· τὴν αἰτίαν τοῦ μὴ δεῖν σιωπᾶν, ἀλλὰ
λαλεῖν αὐτὸν, δηλώσας· ἔστι δὲ αὕτη· πολλοὺς εἶναι ἐν τῇ πόλει <lb n="20"/>
τῇ προκειμένῃ γνωσθέντας αὐτῷ τῷ Θεῷ, ὡς παραδέξονται τὴν
κηρυττομένην διδασκαλίαν· ἐπεὶ γὰρ εἰκὸς ἦν ἄνθρωπον ὄντα δεδιέναι
ἐπιβουλὴν, σχεδὸν γὰρ πάντες εἰσέτι τότε εἰδωλολάτραι
ἐτύγχανον, παραθαρσύνει, καὶ εἰς ἀνδρίαν ἀλείφει τὸν διδάσκαλον,
φήσας, μετὰ σοῦ εἰμι, κωλύων πάντας τοὺς ἐπιτιθεμένους κακῶσαί <lb n="25"/>
σε· ὡς μηδὲ τὰς χεῖρας ἐπιβαλεῖν κατὰ σοῦ. ἐπεὶ οὖν
χρῶνται τῷ ῥητῷ οἱ τὰς φύσεις εἰσάγοντες, φάσκοντες πολλοὺς
εἶναι ἐν Κορίνθῳ τῆς πνευματικῆς φύσεως, οἳ καὶ λαὸς εἰσὶ τοῦ
Θεοῦ, ῥητέον, ὡς οὐ διὰ φύσιν, ἀλλ’ εὐσεβῆ πρόθεσιν, οἰκειοῦται τις
τῷ Θεῷ· οὕτω γὰρ καλεῖ λοιπὸν λαὸν ἑαυτοῦ τὸν οὐκ ὄντα αὐτοῦ <lb n="30"/>
πρότερον· ὅθεν Θεοῦ ὄντος τοῦ εἰρηκότος λαὸν εἶναι ἐκεῖ πλείονα,
λεκτέον, ὡς εἶδεν ἤδη τὴν ἐσομένην συγκατάθεσιν πρὸς τὴν
διδασκαλίαν.</p><pb n="305"/><p>* Στάσεως κινηθείσης ἐν Κορίνθῳ, ὁ Παῦλος ὑπεχώρησεν, ἐλθὼν τὲ εἰς
Ἔφεσον καὶ διαλεχθεὶς ἐξῆλθεν.</p><lb n="12"/><p>Γαλλίωνος δὲ ἀνθυπάτου ὄντος τῆς Ἀχαίας, κατεπέστησαν
<lb n="13"/> ὁμοθυμαδὸν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ Παύλῳ, καὶ ἤγαγον
αὐτὸν ἐπὶ τὸ βῆμα, λέγοντες, ὅτι παρὰ τὸν νόμον οὗτος <lb n="5"/>
ἀναπείθει τοὺς ἀνθρώπους σέβεσθαι τὸν Θεόν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὄρα διὰ πόσων αὐτὸν ὁ Κύριος πείθει·
καὶ ὃ μάλιστα αὐτὸν ᾔδει, τοῦτο ὕστερον αὐτῷ λέγει· “ὅτι λαὸς
“πολύς ἐστί μοι ἐν τῇ πόλει ταύτῃ· πῶς οὖν συνεπέθεντο, εἴποιτό
τις ἄν; καὶ μὴν οὐδὲν ἴσχυσαν· ἀλλ’ ἦγον αὐτὸν πρὸς τὸν ἀνθύπατον· <lb n="10"/>
πάτον· ἱκανὸν δὲ αὐτὸν τοῦτο διαναστῆσαι τὸ μὴ παθεῖν· εἴτε
ἠλέγχθη φοβούμενος, ἢ οὐκ ἠλέγχθη· οὐ γὰρ εἴασεν αὐτοὺς ὁ
Κύριος ἀεὶ πάσχειν κακῶς, ὥστε μὴ ἀσθενεστέρους γενέσθαι· οὐδὲν
δὲ οὕτως ἐλύπει τὸν Παῦλον, ὡς οἱ ἀπειθοῦντες, ὡς οἱ ἀντιταττόμενοι·
τοῦτο καὶ τῶν κινδύνων χαλεπώτερον ἦν· διὰ τοῦτο αὐτῷ <lb n="15"/>
φαίνεται νῦν.</p><lb n="14"/><p>Μέλλοντος δὲ τοῦ Παύλου ἀνοίγειν τὸ στόμα, εἶπεν
ὁ Γαλλίων πρὸς τοὺς Ἰουδαίους,</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐπιεικής τις ἄνθρωπος οὗτος εἶναί μοι
δοκεῖ· ἀπετείχισεν αὐτοῖς τὸ δικαστήριον· λαμπρὰ γέγονεν ἡ νίκη· <lb n="20"/>
δείκνυσι τῶν Ἰουδαίων τέως κατὰ τὸ πρόχειρον τὴν παράνομον
κατὰ τοῦ Παύλου κατηγορίαν ὁ ἀνθύπατος, ἀποβαλλόμενος αὐτούς·
καὶ κατακρίνει τὸν Πιλάτον, τὸν μηδεμίαν εὑρηκότα κατηγορίαν
κατὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου Ἰησοῦ, καὶ μαστιγώσαντα αὐτὸν, καὶ παρα-
δόντα εἰς θάνατον· καίτοι αὐτὸς λέγων, “ὅτι οὐδεμίαν εὑρίσκω <lb n="25"/>
“ἀφορμὴν θανάτου κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου.</p><p>Εἰ μὲν ἦν ἀδίκημά τι ἢ ῥᾳδιούργημα πονηρὸν, ὦ
<lb n="15"/> Ἰουδαῖοι, κατὰ λόγον ἂν ἠνεσχόμην ὑμῶν· εἰ δὲ ζήτημά
ἐστι περὶ λόγου καὶ ὀνομάτων καὶ νόμου τοῦ καθ’ ὑμᾶς,
ὄψεσθε αὐτοί· κριτὴς γὰρ τούτων οὐ βούλομαι εἶναι· <lb n="30"/>
<lb n="16"/> καὶ ἀπήλασεν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος. ἐπιλαβόμενοι
<lb n="17"/> δὲ πάντες οἱ Ἰουδαῖοι Σωσθένην τὸν ἀρχισυνάγωγον,

<pb n="306"/>
ἔτυπτον ἔμπροσθεν τοῦ βήματος· καὶ οὐδὲν τούτων τῷ
Γαλλίωνι ἔμελλεν.</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. τυπτομένου γὰρ αὐτοῦ οὐχ ἡγήσατο ἰδίαν εἰναι
ὕβριν, οὕτως ἦσαν ἰταμοὶ Ἰουδαῖοι· ὣ τῆς αἰσχύνης· ἀναισχύντησαν,
καὶ οὐδὲν τῷ Γαλλίωνι ἔμελλε· καίτοι εἰς τὴν αὐτοῦ <lb n="5"/>
ὕβριν τὸ πρᾶγμα ἦν· ἀλλ’ ὡς δῆθεν ἐξουσίαν λαβόντες ἔτυπτον·
διατὶ μὴ ἐκεῖνος ἐτύπτησε; καίτοι αὐτὸς ἐξουσίαν εἶχεν· ἀλλ’
ἐπαιδεύοντο, ὥστε καὶ τὸν δικαστὴν μαθεῖν, τίς ἦν ὁ ἐπιεικέ-
στερος·</p><p>Ἀμμωνίου. Ἢ διὰ τοῦτο ἔτυπτον τὸν Σωσθένην, ἐπειδὴ καὶ <lb n="10"/>
αὐτὸς ἦν μᾶλλον προστιθέμενος τῷ Παύλῳ, ὡς καὶ Κρίσπος ὁ
ἀρχισυνάγωγος· ἣ εἰς τοσοῦτον ἤσαν ἐληλακότες μανίας, ὅτι ἀπο-
τυχόντες τοῦ σκοποῦ ἑαυτῶν, ἀντὶ τοῦ τύπτειν τὸν Παῦλον, Σωσθένην
τὸν ἀρχισυνάγωγον ἔτυπτον· ἣ διὰ τοῦτο ἔτυπτον αὐτὸν, ἐπειδὴ
ἠβουλήθησαν αὐτὸν φονεῦσαι τὸν Παῦλον, καὶ Σωσθένης διεκώλυσεν <lb n="15"/>
αὐτούς. Καὶ μετ’ ὀλίγα—Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρχοντος ἀκαθοσιώτως
ποιοῦντες, ἔτυπτον Σωσθένην, τοῦτο λέγοντες· εἰ ὁ θέλων
ποιεῖ ὃ θέλει, καὶ οὐκ ἔστι νόμος, ἰδοὺ ἡμεῖς τύπτομεν τοῦτον·
καὶ οὐ προσεποιεῖτο αὐτοὺς ὁ ἀνθύπατος, ἀλλ’ εἴα αὐτοὺς τύπτειν
ἀλλήλους· ἐπεὶ εἰ ἦσαν κατά τινος ἄλλου καὶ μὴ κἀς ἑαυτῶν <lb n="20"/>
ποιήσαντες τὸ ἄτοπον τοῦτο, πάντως εἶχεν αὐτοὺς σωφρονίσαι.</p><lb n="18"/><p>Ὁ δὲ Παῦλος ἔτι προσμείνας ἡμέρας ἱκανὰς, τοῖς
ἀδελφοῖς ἀποταξάμενος, ἐξέπλει εἰς τὴν Συρίαν, καὶ σὺν
αὐτῷ Πρίσκιλλα καὶ Ἀκύλας, κειράμενος ἐν Κεγχρεαῖς
τὴν κεφαλήν· εἶχε γὰρ εὐχήν.</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὄρα πῶς ὁ νόμος κατελύετο. ὅρα πῶς
τῷ συνειδότι κατείχοντο· τοῦτο γὰρ Ἰουδαῖκὸν ἦν τὸ κείρεσθαι τὰς
κεφαλὰς κατ’ εὐχήν ἔδει δὲ καὶ θυσίαν γενέσθαι, ἥτις οὐκ ἐγέ-
νετο ἔτι μετὰ τὸ τυφθῆναι τὸν Σωσθένην· ἔδει γὰρ αὐτὸν ἔτι
μένειν καὶ παρακαλέσαι περὶ τούτων· τί πάλιν ἐπιθυμεῖ τὴν <lb n="30"/>
Συρίαν καταλαβεῖν; ἐνταῦθα ἐχρηματίσθησαν οἱ μαθηταὶ καλεῖσθαι
Χριστιανοί· ἐνταῦθα παρεδόθη τῇ χάριτι τοὐ Θεοῦ· ἐνταῦτθα
τοιαῦτα ἤνυσε πράγματα κατὰ τὸ δόγμα.</p><note type="footnote">b τυπτηθῆναι Cod.</note><pb n="307"/><p>ἘΞ ἀνεπιγράφου. Ἐπειδὴ ἐδόκει τοῖς Ἰουδαίοις
τοῦ νόμου διδάσκειν, καὶ ἐσκανδαλίζοντο πολλοὶ εἰς αὐτὸν, καὶ οὐ
παρεδέχοντο τὸ κήρυγμα, τούτου χάριν καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ
ἱερῷ ἐν Ἱεροσολύμοις, οἰκονομικῶς τοῦτο πράσσει· καὶ τοῦτο ἦν ὃ
αὐτὸς ἔλεγεν, “ἐγενόμην τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς <lb n="5"/>
ὕπο νόμον κερδήσω.</p><p>Ἀμμωνίου. Εὐχὴν ἣν λέγει ὑπόσχεσιν ὑποσχόμενος ἦν
τὴν τρίχα ἵνα μηκέτι ὡς κοσμικὸς τὰ τῶν κοσμικῶν πραττει·
ἀλλ’ ὡς κατὰ Θεὸν ζῶν παραμείνῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ σχολάζων
τὸ ἀκόλουθον τοῖς Ἀποστόλοις καὶ μαθηταῖς· καὶ Ἀκύλας δὲ ἐξ <lb n="10"/>
ὑποσχέσεως ἀπέκοψεν ἑαυτοῦ τὰς τρίχας. σημειωτέον δὲ ὅτι οἱ
θέλοντες δῆθεν θεοσεβῶς ζῆν, ἐποίουν τοῦτο· ὥστε οὖν καλῶς καὶ
οἱ μονάζοντες καὶ αἱ κανονικαὶ ἀποκείρονται τὴν κόμην· οὐχ ἁπλῶς
δὲ τοῦτο ἐποίουν, ἀλλ’ ἔθος ἦν παλαιὸν Ἰουδαίοις τοῦτο, ὡς ἐν τῷ
λβ΄ κεφαλαίῳ εὑρήσεις· κἀκεῖνοι μὲν σκιοτύπως, ἡμεῖς δὲ ἀληθείᾳ <lb n="15"/>
τὸ ἔργον ποιοῦμεν, ἐν τῷ κόσμῳ διὰ τῆς ἀποκοπῆς τῆς κόμης
ἀποταττόμενοι· ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ μέμνηται ὁ συγγραφεὺς
Ἀκύλα καὶ Πρισκίλλης καὶ Κρίσπου καὶ Τίτου· ὃν καὶ αὐτὸς ὁ
Ἀπόστολος ἔν τισι τῶν Ἐπιστολῶν ἑαυτοῦ, ὡς καὶ Λουκᾶς μέμνηται
καὶ Μάρκου καὶ Τιμοθέου οἱ ἦσαν σὺν αὐτῷ περινοστοῦντες.</p><lb n="20"/><p>Διδύμου. τοῦ Σωτῆρος μετὰ τὴν ἀνάστασιν εἰπόντος
μαθηταῖς, “πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη· γνῶσιν εἶχον
οἶς ἐνεχείρησε τὴν πρόσταξιν, ὡς θέλει ὁ Θεὸς πάντας ἀνθρώπους
σωθῆναι, καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν· καὶ ἐπεὶ προδιῄρητο
τῶν ἀνθρώπων τὸ γένος αἱρεσιλατρείας εἰς Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνας, <lb n="25"/>
διαίρεσις γέγονε καὶ τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου· ὡς τοὺς
μὲν ἐγχειρισθῆναι διδάσκειν τοῖς Ἰουδαίοις, τοὺς δὲ Ἀποστόλους
εἶναι τῶν ἐθνῶν· ἀλλ’ ἐπεὶ σκοπὸν ἕνα εἶχον πάντες οἱ διδάσκαλοι,
προσαγαγεῖν τῇ γνώσει τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, καὶ τῇ κατηχήσει τοῦ
Εὐαγγελίου· ἀμέλει Παῦλος ἐθνῶν Ἀπόστολος ὣν, εἰ ποτε παρετύγχανεν <lb n="30"/>
ὠφεληθῆναι δυνάμενος Ἰουδαίοις, Ἰουδαῖοις, Ἰουδαίοις
ἐγένετο, ὅπως μὴ ἀλλοτριωθῶσιν αὐτοῦ ὡς ἀφιστῶντος νόμου, καίτοι
ὑπεραναβὰς ἤδη τὸν τῆς σκιᾶς Ἰουδαϊσμόν· ταύτῃ γοῦν κατὰ
τὰ πάτρια νόμιμα κείρεται τὴν κεφαλὴν ἐν Κεγχρεαῖς, εὐχὴν
ἔχων περὶ τούτου, κατὰ διάταξιν τοῦ παλαιοῦ νόμου· ἀλλὰ καὶ <lb n="35"/>

<pb n="308"/>
ἐν Ἱεροσολύμοις ἐλθὼν τοῖς ἔχουσι τὴν τοιαύτην εὐχὴν τέσσαρσιν
ἀνδράσι συνέδραμε γνώμῃ, τῶν ἐκεῖ πρεσβυτέρων συμβουευσάντων
λῦσαι αὐτὸν τὴν κρατήσασαν περὶ αὐτοῦ διαβολὴν, ὡς ἄρα
ἀποστασίαν τοῦ νόμου διδάσκει· πρὸς τούτοις δι’ ὠφέλειαν ἑτέρων
Ἰουδαίων περιτέμνει Τῖτον καὶ Τιμόθεον· δηλοῖ δὲ τὴν πρόθεσιν <lb n="5"/>
ἑαυτοῦ, καθ’ ἣν ταῦτ’ ἐποίει, γράψας, ὡς ἐπὶ τῷ κερδῆσαι αὐτοὺς,
Ἰουδαῖος ἐγένετο αὐτοῖς· καὶ Πέτρος δὲ τῆς προειρημένης γνώμης
ὢν, Ἀπόστολος τεθεὶς τῆς περιτομῆς, καὶ Ἕλληνας ἐδίδασκεν, ὅτε
λόγος ᾕρει· εἰσῆλθε γοῦν πρὸς Κορνήλιον, καὶ πάντας τοὺς ἅμα
αὐτῷ ἀκροβυστίαν ἔχοντας, πληροφορίαν ἔχων ὑπὸ Θεοῦ, μηδένα <lb n="10"/>
κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον· ἀπολογεῖται γοῦν εἰδέναι, ὡς
οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεὸς, δεχόμενος τὸν ἐν παντὶ ἔθνει c
καὶ τόπῳ φοβούμενον αὐτὸν, καὶ ἐργαζόμενον δικαιοσύνην· εἰ γὰρ
τὸν οὕτως ἔχοντα ἀρετῆς δέχεται ὁ Θεὸς, οὐ συντελεῖ τι μετὰ τὸ
Εὐαγγέλιον ἡ περιτομὴ πρὸς θεοσέβειαν· ὅθεν καὶ ποιῶσι τοιαῦτα <lb n="15"/>
τινὰ οἱ Ἀπόστολοι, διὰ σωτηρίαν τῶν προσερχομένων Ἐλλήνων τε
καὶ Ἰουδαίων, ὡς ἀδιαφόροις αὐτοῖς χρῶνται· δεόντως αὐτὰ πράττοντες,
δυνατοῦ ὄντος καὶ κακῶς αὐτοῖς χρήσασθαι ὑπ’ ἄλλων·
ἔννοια γὰρ ἀδιαφόρου, τὸ οἷον τε εὖ καὶ χειρόνως αὐτοῖς
χρήσασθαι.</p><lb n="20"/><lb n="19"/><p>Κατήντησε δὲ εἰς Ἔφεσον, κἀκείνους κατέλιπεν αὐτοῦ·
αὐτὸς δὲ εἰσελθὼν εἰς τὴν συναγωγὴν, διελέχθη
τοῖς Ἰουδαίοις.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. τούτους ἀφῆκεν εἰς Ἔφεσον, εἰκότως ὡς
διδάσκοντας· τοσοῦτον γὰρ αὐτῷ συγγενόμενοι χρόνον πολλὰ ἐμάνθανον· <lb n="25"/>
καὶ ὅμως τῆς συνηθείας αὐτοὺς οὐκ ἀπήγαγεν οὐδέπω τῆς
Ἰουδαϊκῆς· ὅρα γοῦν ἐνταῦθα καὶ παρακαλούμενον αὐτὸν μεῖναι·
ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἠνέσχετο, ἐπειγόμενος ἐλθεῖν, οὐχ ἁπλῶς αὐτοὺς εἴασεν,
ἀλλὰ μετὰ ὑποσχέσεως· ἐκείνους δὲ τοὺς τόπους κατελάμβανεν,
οἷς ἐπέβη πρὸ τούτου.</p><lb n="30"/><lb n="20"/><p>Ἐρωτώντων δὲ αὐτὸν ἐπὶ πλείονα χρόνον μεῖναι, οὐκ
<lb n="2"/> 1 ἐπένευσεν· ἀλλ’ ἀποταξάμενος αὐτοῖς καὶ εἰπὼν, δεῖ με
πάντως τὴν ἑορτὴν τὴν ἐρχομένην ποιῆσαι εἰς Ἱεροσό-
<note type="footnote">c ἔθνη Cod.</note>
<pb n="309"/>
λύμα· πάλιν ἀνακάμψω πρὸς ὑμᾶς, τοῦ Θεοῦ θέλοντος,
ἀνήχθη ἀπὸ τῆς Ἐφέσου·
Τοῦ Χρυσοστόμου. Ο Παῦλος προφήτης ὣν, καὶ εἰδὼς ὅτι
ἤμελλεν ἀναστρέφειν, ἐπηγγείλατο πάλιν ἀναστρέφειν· πλὴν ἵνα
μή τις ὑπὸ προπετείας τὸ αὐτὸ ποιῇ, ἀτόπως ὑπισχνούμενος τόδε <lb n="5"/>
τι ποιεῖν, ἐδίδασκεν ἡμᾶς μηδὲν περὶ τῶν μελλόντων ὑπισχνεῖσθαι
ποιει-ν,δίχα τοῦ εἰπεῖν “τοῦ Θεοῦ θέλοντος·” οὕτω γὰρ καὶ ὁ Ἰάκωβος
παραινεῖ ἐν τῇ αὐτοῦ Ἐπιστολῇ· ** οὐ γάρ τις ο-ι’δε τί τέξεται ἡ
^’ ἐπιοῦσα ἡμέρα·” ἄφρων οὖν ὁ μὴ προσδιορίζων τῇ ἐπαγγελίᾳ τὸ,
ἐὰν ὁ Κύριος θέλῃ· καὶ ἐὰν ὡς θαρρῶν, ὅτι πάντως ποιήσει, ἔπαγ’ <lb n="10"/>
γέληται, ἀκούσεται πολλάκις, ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν
σου ἀπαίρω· ἃ δὲ ὑπέσχω πότε ἔσται ;
<lb n="22"/> Καὶ κατελθὼν εἰς Καισάρειαν, ἀναβὰς καὶ ἀσπασά-
<lb n="23"/> μένος τὴν ἐκκλησίαν, κατέβη εἰς Ἀντιόχειαν. καὶ ποιψ
σὰς χρόνον τινὰ, ἐξῆλθε, διερχόμενος καθεξῆς τὴν Γα- <lb n="15"/>
λατικὴν χώραν καὶ τὴν Φρυγίαν, ἐπιστηρίζων τοὺς
μαθητάς.
ἈMMΩΜ́ΩΥ. Ἔθος ἀεὶ τοῦτο τῶ Παύλῳ, ἐπισκέπτεσθαι τοὺς
πιστοὺς, καὶ ἐπιστηρίζειν αὐτούς· εἰ γὰρ εὗρεν αὐτοὺς σαθρωθέν-
σαθρωθέντας ἣ ἀτονίσαντας, διὰ τοῦ διδασκαλικοῦ αὐτοῦ λόγου ἀνεκούφιζεν <lb n="20"/>
αὐτοὺς, τὰ βάρη αὐτῶν ἐπιστηρίζων διὰ τοῦ Θεοῦ λόγου, ἵνα ἐλπί-
ζοντας εἰς αὐτὸν ὡς δυνάμενον ἀνωρθῶσαι τοὺς κατερραγμένους,
καὶ ἰσχυροποιῆσαι διὰ τῆς ἁγίας καὶ ἀφθάρτου αὐτοῦ σαρκὸς τὰ
φθαρτὰ ἡμῶν μέλη, θαρσαλεώτεροι πρὸς τοὺς πόνους γένωνται.
* Περὶ ’Λπολλδ ἀνδρὸς λογίου καὶ πιστοῦ. <lb n="25"/>
<lb n="24"/> Ἰουδαῖος δέ τις Ἀπολλῶς ὀνόματι, Ἀλεξανδρεὺς τῷ
γένει, ἀνὴρ λόγιος, κατήντησεν εἰς Ἔφεσον, δυνατὸς ὣν
ἐν ταῖς γραφαῖς.
ToT ΧΡΥΣΩΣTόMΩΥ. Ἴδου καὶ λόγιοι λοιπὸν ἐνήγοντο, καὶ ἀπο-
δημοῦσι λοιπὸν καὶ οἱ μαθηταί· ὁρᾶς ἐπίδοσιν τοῦ κηρύγματος. <lb n="30"/>
Δ1ΔΎMοΥ. Ἐἰσὶ διαβεβαιούμενοι, ὡς Ἀπολλῶς ὁ αὐτός ἐστιν
Ἀπελλῆς τῶν Κορινθίων Ἐπίσκοπος, περὶ οὗ γράφει Παῦλος·
“περὶ δὲ Ἀπολλῶ πολλὰ παρεκάλεσα αὐτόν· καὶ “ὅτι ἐγὼ ἐφύ-

<pb n="310"/>
“τευσα, Ἀπολλῶς ἐπότισε· καὶ εἰ ἀληθὲς τοῦτο, σκόπει εἰ
διώνυμος ὁ ἀνὴρ, εἰ ἄλλως μετεποίθη θάτερον τῶν ὀνομάτων εἰς
τὸ λοιπόν.</p><p>Ἀμμωνίου. Πεπαιδευμένος τὴν θείαν γραφὴν, καὶ λόγον
δυνάμενος τοῖς ἐρωτῶσι, καὶ ἱκανὸς ὣν εἰς τὸ παραστῆσαι <lb n="5"/>
τὰ νέα τῇ παλαιᾷ συνᾴδοντα, καθὼς παρακατιών φησι, “δυνατὸς
“ὣν ἐν ταῖς γραφαῖς.”</p><lb n="25"/><p>Οὗτος ἦν κατηχημένος τὴν ὁδὸν d τοῦ Κυρίου, καὶ
ζέων τῷ Πνεύματι, ἐλάλει καὶ ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ
περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐπιστάμενος μόνον τὸ βάπτισμα <lb n="10"/>
Ἰωάννου·</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Εἰ τὸ βάπτισμα μόνον Ἰωάννου ἠπίστατο
οὗτος, πῶς τῷ Πνεύματι ἔζη; τὸ γὰρ Πνεῦμα οὐχ οὕτως ἐδίδοτο·
καὶ εἰ οἱ μετὰ τοῦτον ἐδεήθησαν τοῦ βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ,
πολλῷ μᾶλλον καὶ οὗτος ἐδεήθη ἄν· τί οὖν ἐστιν εἰπεῖν; οὐδὲ γὰρ <lb n="15"/>
ἁπλῶς ἐφεξῆς ἔθηκεν ἀμφότερα· ἐμοὶ δοκεῖ οὗτος εἶναι τῶν ρκ
τῶν μετὰ τῶν Ἀποστόλων βαπτισθέντων· ἢ εἰ μὴ τοῦτο, ὅπερ ἐπὶ
τοῦ Κορνηλίου γέγονε, γεγένηται καὶ ἐπὶ τούτῳ· ἀλλ’ οὐδὲ βαπτί-
ζεται· τὸ οὖν ἀκριβῶς ἐξετασθὲν τὸ ἐμοὶ δοκεῖ τοῦτο εἶναι· ὅτι
καὶ βαπτισθῆναι αὐτὸν ἔδει, ἐπεὶ οἱ δώδεκα οἱ ἄλλοι οὐδὲν ᾔδεσαν <lb n="20"/>
ἀκριβὲς οὐδὲ τὰ περὶ Ἰησοῦ, εἰκὸς δὲ αὐτὸν καὶ βαπτισθῆναι· εἰ
δὲ οὗτοι οἱ Ἰωάννου μετὰ τὸ βάπτισμα πάλιν ἐβαπτίζοντο, ἔδει
καὶ τοὺς μαθητὰς τοῦτο.</p><p>ΕΞ ἀνεπιγράφου. Ὅτι μὲν ὁ Χριστὸς ἐπεδήμησεν,
καὶ ὅτι θεοσημείας ἐποίησε πολλάς· καὶ τάδε τυχὸν ᾠκονόμησεν· <lb n="25"/>
εἰκὸς δὲ ἀγνοεῖν τῆς ἐπιδημίας τὴν αἰτίαν, ὅτι διὰ τοῦτο πάραγέγονεν,
ἵνα καταλύσῃ τὸν πόλεμον, καὶ ἀνέλῃ τὴν ἔχθραν, καὶ
συνάψῃ τῷ Πατρὶ, καὶ πατήσῃ θάνατον, καὶ ἀνοίξῃ τὸν ᾅδην, καὶ
ἐξαγάγῃ ἐκ σκότους, καὶ ἀναγάγῃ εἰς οὐρανὸν, καὶ συνθρόνους ἐν
ἑαυτῷ ποιήσῃ, καὶ τῆς δόξης μεταδῷ τῆς βασιλικῆς· ταῦτα γὰρ <lb n="30"/>
ἐπλουτήσαμεν δι’ αὐτοῦ, ἐν αὐτῷ μένοντες.</p><p>Ἀμμωνίου. Πῶς οὗτος μόνον εἰς τὸ Ἰωάννου βάπτισμα
εἶχε Πνεῦμα Ἅγιον, οἱ δὲ παρακατιόντες οὐκ εἶχον; πρὸς ὃ
<note type="footnote">d τὸν λόγον Cod.</note>
<pb n="311"/>
δεῖ εἰπεῖν, ὅτι μᾶλλον διὰ τοῦτο ἔζεε τῷ Πνεύματι ὁ Ἀπελλῆς,
ἐπειδὴ τῇ χάριτι Θεοῦ φωταγωγηθεὶς, ἀκριβῶς ἠπίστατο, καὶ
ἐδίδασκεν ἀπὸ τῶν γραφῶν, ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός· καὶ αὐτὴ
ἡ γνῶσις οὐκ εἴα αὐτὸν ἠρεμεῖν, ἀλλ’ ἐδίδασκε καὶ αὐτὸς καὶ οἱ
μαθηταὶ τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἔργον ποιῶν εὐαγγελιστοῦ. σημειωτέον <lb n="5"/>
δὲ ὅτι καὶ γυναῖκας τὸν λόγον τῆς πίστεως παραδιδούσας χρὴ
πείθεσθαι· βλέπε δὲ πῶς ὅλως τοῦ σωθῆναι ἦν ὁ Ἀπελλῆς, ὅτι
καίπερ λόγιος ὣν, καὶ τὰ τῆς γραφῆς διαγινώσκων ἀπόκρυφα, οὐκ
ἀπηξίωσε τὸ ἀκριβὲς τῆς πίστεως παρὰ γυναικὸς μαθεῖν· οὐδὲ
πρὸς τῦφον ἐτράπη, παρὰ γυναικὸς ἀκούων ὡς ἐν ἐλεγμῷ, ὅτι ἁπλούστερον <lb n="10"/>
τὰ περὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ λόγου κατηχήθης· διὸ
ἠκρίβαζεν αὐτῷ τὰ τῆς πίστεως διὰ τῆς διδασκαλίας, καὶ κατεδέχετο
ὁ Ἀπελλῆς ἀκούων· ᾔδει μὲν ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς
ὁ τοῦ Θεοῦ παῖς, καὶ συνίστατο ἀπὸ τῆς γραφῆς· πλὴν ἀτελὴς
ἦν, μὴ εἰδὼς τὰ διὰ τοῦ Πνεύματος τοῖς Ἀποστόλοις λαληθέντα <lb n="15"/>
καὶ θεσπισθέντα· διὸ καὶ ἀκριβέστερον αὐτῷ οἱ περὶ Ἀκύλαν, ὡς
ἀκολουθήσαντες τῷ Παύλῳ, ἐξέθεντο τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ· οἷον, τὴν
ἐν Πνεύματι λατρείαν, καὶ τὴν ἀχειροποίητον περιτομὴν, καὶ ὅσα
ἄλλα πρὸς καταρτισμὸν τῆς Ἐκκλησίας ἐλέγετο.</p><lb n="26"/><p>Οὗτός τε ἤρξατο παρρησιάζεσθαι ἐν τῆ συναγωγῇ. <lb n="20"/>
ἀκούσαντες δὲ αὐτοῦ Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα, προσελάβοντο
αὐτὸν, καὶ ἀκριβέστερον αὐτῷ ἐξέθεντο τὴν ὁδὸν
<lb n="27"/> τοῦ Κυρίου. βουλομένου τὲ αὐτοῦ διελθεῖν εἰς τὴν
Ἀχαίαν, προτρεψάμενοι οἱ ἀδελφοὶ ἔγραψαν τοῖς μαθηταῖς
ἀποδέξασθαι αὐτόν·</p><lb n="25"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πολλὴ ἦν ἡ παρρησία τοῦ ἀνδρός· ἀκριβῶς
ἐλάλει τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλ’ ἐδεῖτο ἀκριβείας, ἑτέρας
διδασκαλίας· ταύτῃ τοι καὶ οὐκ εἰδὼς πάντα, ἀπὸ τῆς προθυμίας
ἐπεσπάσατο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καθάπερ οἱ περὶ Κορνήλιον.</p><p>Ὃς παραγενόμενος συνεβάλετο πολὺ τοῖς πεπιστευκόσι <lb n="30"/>
<lb n="28"/> διὰ τῆς χάριτος· εὐτόνως γὰρ τοῖς Ἰουδαίοις διακατηλέγχετο
δημοσίᾳ, ἐπιδεικνὺς ἀπὸ τῶν γραφῶν, εἶναι
τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. τῷ μὲν οὖν δημοσίᾳ ἐλέγχειν ἡ παρρησία

<pb n="312"/>
ἐδείκνυτο, τῷ δὲ σαφῶς ἡ δύναμις ἐδηλοῦτο· τὸ δὲ ἐκ τῶν γραφῶν
ἐπιδείκνυσιν ἡ ἐμπειρία· οὔτε γὰρ ἡ παρρησία τι συνετέλει καθ’
ἑαυτὸ, οὐκ οὔσης δυνάμεως· οὔτε ἡ δύναμις, οὐκ οὔσης
παρρησιας.</p><p>Ἀμμωνήου. Δεῖ γὰρ εὔτονον εἶναι τὸν πιστὸν καὶ μὴ καταλελυμένον, <lb n="5"/>
κατὰ τῶν ἀνθισταμένων τοῖς τῆς Ἐκκλησίας θεσμοῖς,
καὶ τῆ ἀκαπηλεύτῳ πίστει.</p><p>Διδύμου. Οὐ διαφωνεῖ τὸ ἀκριβέστερον λαλεῖν τὰ περὶ τοῦ
Ἰησοῦ τῷ ἀκριβέστερον ἐνδιαθέσθαι τὰ περὶ τῆς ὁδοῦ τῆς Χριστοῦ
διδασκαλίας· δυνατὸν γὰρ ὁλοσχερῶς γνῶσιν ἔχοντα τῶν <lb n="10"/>
περὶ Ἰησοῦ ἀκριβῆ, δεέσθαι τῆς λεπτομερεστάτης αὐτῶν ἐξηγήσεως·
ὁ προκείμενος γὰρ ἀνὴρ, Ἰουδαῖος ὑπάρχων δυνατὸς ἠπίστατο
τὰς παλαιὰς γραφὰς, τὰς περὶ τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρούσας· εἰτα
λόγιος ὢν τῷ πνεύματι ἐλάλει, καὶ ἐδίδασκεν ἃ ᾔδει περὶ τοῦ
Ἰησοῦ ἐν ταῖς συναγωγαῖς· τοῦτον προσλαμβάνουσιν οὕτω σπουδῆς <lb n="15"/>
ἔχοντα, ἀκουσταὶ γενόμενοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου Ἀκύλας
καὶ Πρίσκιλλα, ἐπὶ τῷ παραδοῦναι αὐτῷ πᾶσαν τὴν εὐαγγελικὴν
ὁδόν· εἰκὸς οὖν τὸν Ἀπελλῆν εἰδέναι, ὅτι Ἰησοῦς ἐπεδήμησε τοῖς
ἀνθρώποις, καὶ τάδε ᾠκονόμησε· μὴ μὴν εἰδέναι τῆς ἐπιδημίας
τὴν αἰτίαν.</p><lb n="20"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><head>ΚΕΦ. ΚΗ.</head><p>Περὶ βαπτίσματος καὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δωρεᾶς δοθείσης διὰ προσευχῆς
Παύλου τοῖς ἐν Ἐφέσω πιστεύσασι, καὶ περὶ ἰάσεως τοῦ λαοῦ.</p><lb n="1"/><p>Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν Ἀπολλῶ εἶναι ἐν Κορίνθῳ,
Παῦλον διελθόντα τὰ ἀνωτερικὰ μέρη ἐλθεῖν εἰς Ἔφεσον· <lb n="25"/>
<lb n="2"/> καὶ εὑρεῖν τινὰς μαθητὰς, εἶπε πρὸς αὐτοὺς, εἰ
Πνεῦμα Ἅγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες; οἱ δὲ πρὸς αὐτὸν,
<lb n="3"/> ἀλλ’ οὐδὲ εἰ Πνεῦμα Ἅγιόν ἐστιν, ἠκούσαμεν. εἶπέ
τε, εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε;</p><p>Πολλῶ οὗτοι ἐκείνων διεστήκασιν· οἱ μηδὲ εἰ Πνεῦμα Ἅγιόν <lb n="30"/>
ἐστιν εἰδότες· ὅτι γὰρ οὐδὲ εἰς Χριστὸν ἐπίστευον, δῆλον ἐκ τοῦ
ειπειν, εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ’ αὐτὸν ἴνα πιστεύσωσι· καὶ οὐκ
εἶπεν ὅτι οὐδέν ἐστι τὸ βάπτισμα Ἰωάννου, ἀλλ’ ὅτι ἀτελές· οὐδὲ
προσέθηκεν, ἀλλ’ ἐδίδασκεν, καὶ πολλοὶ τὸ Πνεῦμα ἐλάμβανον·

<pb n="313"/>
ὥστε εἰκὸς ἢν αὐτοὺς Πνεῦμα ἔχειν, μὴ φαίνεσθαι δὲ, οὐ γὰρ
ἐβούλετο περιάγειν αὐτοὺς, ἀλλ’ εἰς Ἔφεσον καταλιπεῖν· οὗτοι
δὲ μετὰ ταῦτα τὴν Κόρινθον ᾤκησαν· καὶ μεγάλα αὐτοῖς μαρτυρεῖ,
καὶ Ῥωμαίοις ἐπιστέλλων προσαγορεύει αὐτούς· ὅθεν μοι
δοκεῖ πη αὐτὰ εἰς Ῥώμην ἀπελθεῖν, ἅτε ἐμφιλοχωροῦντας τοῖς <lb n="5"/>
τόποις ἐκείνοις ὅθεν ἐξέπεσαν ἐπὶ Νέρωνος.</p><lb n="4"/><p>Οἱ δὲ εἶπον, εἰς τὸ Ἰωάννου βάπτισμα. εἶπε δὲ ὁ
Παῦλος, Ἰωάννης ἐβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, τῷ
λαῷ λέγων, εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ’ αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσι,
τουτέστιν εἰς τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν.</p><lb n="10"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πόθεν ἐκεῖνοι ἐν Ἐφέσῳ ὄντες τὸ βάπτισμα
εἶχον Ἰωάννου; ἴσως ἐπεδήμησαν τοῖς Ἰεροσολύμοις τότε,
καὶ ἀπῆλθον, καὶ οὐδὲ τὸν Ἰησοῦν ἠπίσταντο· καὶ οὐ λέγει αὐτοῖς,
πιστεύετε εἰς τὸν Ἰησοῦν· ἀλλὰ τι; “εἰ Πνεῦμα Ἅγιον ἐλάβετε;”
ᾔδει ὅτι οὐκ εἶχον· ἀλλὰ βούλεται αὐτοῖς εἰπεῖν, ἵνα μαθόντες <lb n="15"/>
ὧν ἀπεστέρηνται, αἰτήσωσιν· ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ βαπτίσματος προφητεύει,
καὶ ἐνάγει αὐτοὺς ὅτι τοῦτο βούλεται τὸ βάπτισμα Ἰωάννου.
διπλοῦν τὸ χάρισμα, γλῶσσαι καὶ προφητεῖαι· ἐντεῦθεν δείκνυται
δόγμα μέγα, ὅτι ἀτελὲς Ἰωάννου τὸ βάπτισμα εἰς μετάνοιαν·
καὶ οὐκ εἶπεν ἀφέσεως, ἀλλὰ μετανοίας βάπτισμα.</p><lb n="20"/><lb n="5"/><p>Ἀκούσαντες δὲ ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου
Ἰησοῦ.</p><p>Τοῦ Χπυσοστόμου. βαπτισθέντες δὲ εὐθέως Πνεῦμα ἐλάμβανον·
τὸ δὲ Πνεῦμα οὐχ ἑώρων, ἀόρατον γάρ ἐστιν· αἰσθητὸν δέ
τινα ἔλεγχον ἐδίδου τῆς ἐνεργείας ἐκείνης ἡ χάρις· καὶ ὁ μὲν τῇ <lb n="25"/>
Περσῶν, ὁ δὲ τῇ Ῥωμαίων, ὁ δὲ τῇ Ἰνδῶν, ὁ δὲ ἑτέρᾳ τινὶ τοιαύτῃ
εὐθέως ἐφθέγγετο γλώσσῃ· καὶ τοῦτο ἐφανέρου τοῖς ἔξωθεν, ὅτι
Πνεῦμά ἐστιν ἐν αὐτῷ τῷ φθεγγομένῳ.</p><p>Ἀμμωνίου. Ὥστε οὖν τὸ Ἰωάννου βάπτισμα προτροπὴν
μετανοίας μόνον, οὐ μὴν καὶ καθαρισμοῦ ἁμαρτίας· ὡς εἶναι ταυτὴν <lb n="30"/>
διαφορὰν τοῦ Ἰωάννου βαπτίσματος καὶ τοῦ τῶν πιστῶν· ὅτι
τὸ τῶν πιστῶν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν χαρίζεται· ὁ μὲν Ἰωάννης
βαπτίζων ἔλεγε, βαπτίζω σε εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ’ ἐμὲ, καὶ
ἀπαιτῶ σε πιστεύειν εἰς αὐτὸν, ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ·

<pb n="314"/>
ὁ δὲ πιστῶς βαπτίζων φησί· βαπτίζω σε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς
καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς τὴν ὁμοούσιον τριάδα
πιστεύειν· καὶ ἀποπλύνων καὶ ἀπεκδύων αὐτὸν ἀπὸ τῆς προυπούσης
αὐτῷ θρησκείας, καὶ μετενδύων αὐτὸν εἰς Χριστὸν, καὶ καθαρῶς
τὴν οὖσαν διαγγέλλων πίστιν. σημειωτέον δὲ πάλιν, ὅτι μετὰ τὸ <lb n="5"/>
εἰς Χριστὸν βάπτισμα, διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ βαπτίζοντος,
ἐπιφοιτᾶ τὸ νεῦμα τὸ Ἅγιον τοῖς βαπτισθεῖσι· καὶ ὅτι
οὐκ εἶχον νεῦμα Ἅγιον οἱ τὸ Ἰωάννου βάπτισμα βαπτισθέντες·
πῶς οὖν Ἀπελλῆς μόνον εἰς τὸ Ἰωάννου βαπτισθεὶς, ἔζεε τῷ Πνεύματι;
ὁ Ἀπελλῆς εἰ καὶ ἔζεε τῷ Πνεύματι, ἀλλ’ οὖν οὐκ εἴρηται <lb n="10"/>
ὅτι καὶ Πνεῦμα Ἅγιον εἶχεν· ἀμέλει γοῦν οὔτε γλωσσαῖς ἐλάλει,
οὔτε ἐπροφήτευεν· ἄλλο οὖν τί ἐστι τὸ ζέειν τῷ Πνεύματι, καὶ
ἄλλο τὸ ἔχειν Πνεῦμα Ἄγ’ ἴον· ὁ ἔχων Πνεῦμα Ἄγ’ ἴον εἶχεν αὐτὸ
ἐνοικοῦν ἐν αὐτῶ, καὶ ἐλάλει αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ἐκ τῶν ἔσωθεν· ὡς
πολλὰ τοιαῦτα κεῖται ὀπίσω, πῶς ἐλάλησε d τῷ Φιλίππῳ, τῷ <lb n="15"/>
Πέτρῳ, τοῖς Ἀποστόλοις, τοῖς περὶ Παῦλον, κωλῦον αὐτοὺς λαλεῖν
τὸν λόγον ἣ μὴ λαλεῖν ἔν τισι τῶν πόλεων· ὁ δὲ ζέων τῷ Πνεύματι
δι’ ἐλλάμψεως e καὶ προτροπῆς τῆς ἔξωθεν ἔπραττέ τι· ὁδηγούμενος
ὑπὸ τοῦ Πνεύματος, ὡς ἃν εἰ δι’ ἀγγέλου τις ὁδηγηθείη
ἣ φυλαχθείη. καὶ μή μοι λέγε, καὶ πῶς οἷόν τε ζέειν τῷ Πνεύματι, <lb n="20"/>
τὸν μὴ μέτοχον ὄντα τοῦ νεύματος; ἀπὸ γὰρ τῶν αἰσθητῶν
τὸ ἀόρατον δεῖ στοχάζεσθαι· εἰ ὁ ἥλιος ἔξωθεν ὣν, καὶ τὸ πῦρ, διὰ
τοῦ πλησιάζειν τοῖς σώμασιν ἢ καὶ ὀλίγον ἀφεστάναι, ὁ ἐστιν
ἐπὶ πυρὸς εἰπεῖν, θερμαίνοι ἡμῶν τὰ σώματα, τι δεῖ εἰπεῖν περὶ
τοῦ θείου Πνεύματος τοῦ ὄντως θερμοτάτου καὶ πυρίζοντος τὸν ἔσω <lb n="25"/>
ἡμῶν ἄνθρωπον, κἂν μὴ ἐνοικῇ, ἀλλ’ ἔξωθεν ᾖ; ἐγχωρεῖ οὖν, ᾗ
πάντα δυνατά ἐστι τῷ Θεῷ, θερμαίνεσθαι τινὰ, κἂν μὴ ἐν ἑαυτῷ
οἰκοῦν τὸ θερμαῖνον.</p><lb n="6"/><p>Καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας, ἦλθε τὸ
Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπ’ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ <lb n="30"/>
<lb n="7"/> ἐπροφήτευον· ἦσαν δὲ οἱ πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δώδεκα.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Διατί; χωρὶς Πνεύματος γὰρ οὐκ ἐνῆν·
ἀλλὰ δεικνὺς ὁ Θεὸς, ὅτι τοῦτο τῆς ἐξουσίας ἐστὶ τῆς ἀνωτάτω,
καὶ τῆς οὐσίας τῆς βασιλικῆς ἐκείνης, καὶ τὴν αὐτὴν ἔχει ἰσχύν.</p><note type="footnote">d ἑλάλεισε Cod. e ἐκλάμψεως Cod.</note><pb n="315"/><p>Σχόλιον. Ἴδου ἐνταῦθα ἰδικῶς πληροῦται τὸ “μικρότερος ἐν
“βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν μείζων αὐτοῦ ἐστιν·” ἰδοὺ γὰρ ὁ τῶν Ἀποστόλων
ἔσχατος περὶ τὴν κλῆσιν, ὅπερ οὐκ ἔδωκεν Ἰωάννης ἐν τῷ βαπτίσματι,
τοῦτο διὰ τῶν χειρῶν Παύλου ἔλαβον οἱ βαπτισθέντες.</p><lb n="8"/><p>Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο, ἐπὶ <lb n="5"/>
μῆνας τρεῖς διαλεγόμενος καὶ πείθων τὰ περὶ τῆς βασιλείας
τοῦ Θεοῦ f.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα πανταχοῦ ἑαυτὸν εἰσωθοῦντα εἰς τὰς
συναγωγὰς, καὶ οὕτως ἐξιόντα πανταχοῦ γὰρ παρ’ αὐτῶν ἐβούλετο
λαβεῖν ἀφορμὴν, ὅπερ ἔφη· τά τε γὰρ ἔθνη παρεζήλου λοιπὸν, καὶ <lb n="10"/>
ῥαδίως αὐτὸν ἀπεδέξατο· οἵτε Ἰουδαῖοι τῶν ἐθνῶν δεχομένων μετενόουν·
ἐβούλετο ἀποστῆσαι τοὺς μαθητὰς ἐκεῖθεν, καὶ παρ’ αὐτῶν
λαβεῖν τὴν ἀρχὴν, ὥστε μὴ συνάγεσθαι· καὶ οὐχ ἁπλῶς τοῦτο
ἐποίει· διὰ τοῦτο ἐνοχλεῖ αὐτοῖς συνεχῶς μεταπείθων· μὴ γὰρ δὴ
ἐπειδὴ παρρησίαν ἡκούσας, τραχύτητα νομίσῃς· περὶ χρηστῶν <lb n="15"/>
πραγμάτων διελέγετο, περὶ βασιλείας· τίς οὐκ ἂν ἤκουσε; τι
δέ ἐστιν ἐπαρρησιάζετο; πρὸς κινδύνους ἦν παρατεταγμένος· ἣ
καὶ φανερώτερον διελέγετο, οὐ συσκιάζων τὰ πράγματα.</p><lb n="9"/><p>Ὡς δέ τινες ἐσκληρύνοντο καὶ ἠπείθουν, κακολογοῦντες
τὴν ὁδὸν ἐνώπιον τοῦ πλήθους,</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὁδὸν εἰκότως ταύτην g ἐκάλουν· ὄντως αὕτη ἦν
ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.</p><p>Ἢ ὁδὸν λέγει τὸν Χριστόν καὶ ὁδὸς καλεῖται ἣ ὁδὸν λέγει
τὴν πίστιν τὴν ἀληθῆ, τὴν διὰ τοῦ Παύλου καταγγελλομένην, δι’
ἥν τις ὁδεύων ἤρχετο ἐπὶ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.</p><lb n="25"/><p>Ἀποστὰς ἀπ’ αὐτῶν, ἀφώρισε τοὺς μαθητὰς, καθ’
<lb n="10"/> ἡμέραν διαλεγόμενος ἐν τῇ σχολῇ Τυράννου τινός. τοῦτο
δὲ ἐγένετο ἐπὶ ἔτη δύο, ὥστε πάντας τοὺς κατοικοῦντας
τὴν Ἀσίαν ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, Ἰουδαίους
τε καὶ Ἕλληνας.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα πόσον ἤνυσεν ἡ ἀποστασία· καὶ
Ἰουδαῖοι καὶ Ἕλληνες ἤκουον.</p><note type="footnote">f κυρίου Cod. g τού ταύτην Cod.</note><pb n="316"/><p>Παιδεύει χωρίζεσθαι ἀπὸ τῶν βλασφημούντων τὸν Υἱὸν τοῦ
Θεοῦ τοὺς εἰς αὐτὸν πιστεύοντας.</p><lb n="11"/><p>Δυνάμεις τε οὐ τὰς τυχούσας ὁ Θεὸς ἐποίει διὰ τῶν
<lb n="12"/> χειρῶν Παύλου, ὥστε καὶ ἐπὶ τοὺς ἀσθενοῦντας ἀποφέ-
ρεσθαι ἀπὸ τοῦ χρωτὸς αὐτοῦ σουδάρια ἣ σιμικίνθια, <lb n="5"/>
καὶ ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ’ αὐτῶν τὰς νόσους, τά τε πνεύ-
πνεύματα τὰ πονηρὰ ἐκπορεύεσθαι.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐχὶ φοροῦντος ἥπτοντο μόνον, ἀλλὰ καὶ
λαμβάνοντες ἐπετίθεσαν. καὶ διὰ τοῦτο οὐκ εἴα ἀπελθεῖν αὐτὸν
εἰς τὴν Ἀσίαν, τηρῶν τοῦτον τὸν καιρὸν ὡς ἔγωγε οτͅμαι· ὅρα <lb n="10"/>
ῥῶσιν Ἰουδαικήν· τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἰδόντες ἐνεργοῦντα, οὐ προσεῖ-
χον· τί τούτου μεῖζον ἃν γένοιτο ; ἀλλὰ καὶ εἰς τοιναντίον περιέ-
περιέστησάν εἰ τις Ἐλλήνων ἀπιστεῖ, τὴν κόνιν ὁρῶν ταῦτα ωργαζο-
μένην πιστευέτω· οἱ κακολογοῦντες ἡττῶνται· θέα πανταχοῦ, οὐχ
οὕτως τοὺς ἀνθρώπους ἐπιστρεφομένους ἀπὸ τῶν χρηστῶν ὡς <lb n="15"/>
τῶν φοβερῶν· ἐπὶ Σαπφείρας φόβος ἐπέπεσεν ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν,
καὶ οὐκ ἐτόλμων κολλᾶσθαι αὐτοῖς· ἐνταῦθα σουδάρια καὶ σιμι-
κίνθια ἐλάμβανον καὶ ἰῶντο.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ ἐκ Τοῦ Ξγ Λόγου Τοῦ Εἰσ Τὸ Κατὰ Ἰωάννην
Εὐαγγέλιον. Τοῦτό ἐστιν ὁ φησιν ὁ Χριστὸς, “ὁ πιστεύων εἰς
“ ἐμὲ, μείζονα σημεῖα ποιήσει ἐμοῦ ἐν τῷ ὀνόματι μομ ταῦτα γὰρ <lb n="20"/>
τὰ μείζονα ἃ ἐποίησαν, αἱ σκιαὶ αὐτῶν νεκροὺς ἤγειραν· οὕτω γὰρ
μάλιστα ἐκηρύττετο ἡ τοῦ Χριστοῦ δύναμις· οὐ γὰρ οὕτως θαυ-
μαστὸν ζῶντα αὐτὸν θαυματουργεῖν, ὡς ἀποθανόντος αὐτοῦ, ἑτ-́
ῥοῦς ἐν τῷ ὀνόματι ἐκείνου, μείζονα αὐτοῦ δυνηθῆναι· ἀναμφισβή-
τητος γὰρ ἦν αὕτη τῆς ἀναστάσεως ἡ ἀπόδειξις· καὶ οὐκ ἃν, οὐδὲ <lb n="25"/>
εἰ ὤφθη, οὕτως ἐπιστεύθη· ἐκεῖνο γὰρ ε7χον εἰπεῖν, ὅτι φάντασμα
ἦν· ὁ δὲ ὁρῶν ἀπὸ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ μόνον ψιλοῦ μείζονα γινό-
μενα σημεῖα, ἣ ὅτε αὐτὸς ἦν ἐν σαρκὶ μετὰ ἀνθρώπων, οὐκ ἃν
ἠπίστησεν, εἰ μὴ σφόδρα ἀναίσχυντος ἦν.</p><p>Ἀμμωνίου. Tὸ τῶν σουδαρίων καὶ τῶν σκιῶν τῶν μαθητῶν, <lb n="30"/>
σημεῖα ἐστὶ μείζονα ὣν ὁ 1ησοῦς ἐποίησε· καὶ πληροῦται καὶ ἐν
τούτοις ὁ λόγος ὃν ε7πεν ὁ Ἰησοῦς, “ὅτι ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ μείζονα
μ σημεῖα ποιήσει ὧν ἐγὼ ποιῶ·” “ σουδάρια καὶ σιμικίνθια·” ἀμφό-

<pb n="317"/>
τέρα νομίζω λινοειδῆ εἶναι· πλὴν τὰ μὲν σουδάρια ἐπὶ τῆς κεφαλῆς
ἐπιβάλλεται, τὰ δὲ σιμικίνθια ἐν ταῖς χερσὶ κατέχουσιν, οἱ μὴ
δυνάμενοι ὀράρια h φορέσαι· οἷον εἰσὶν οἱ φοροῦντες τὰς ὑπατικὰς
στολὰς ἢ γουνία i, πρὸς τὸ ἀπομάττεσθαι τὰς ὑγρότητας τοῦ προσώπου,
οἷον, ἱδρῶτας, πτύελον, δάκρυον, καὶ τὰ ὅμοια.</p><lb n="5"/><lb n="13"/><p>Ἐπεχείρησαν δέ τινες καὶ τῶν περιερχομένων Ἰουδαίων
ἐξορκιστῶν ὀνοματίζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ πνεύματα
τὰ πονηρὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, λέγοντες,
ἐξορκίζομεν ὑμᾶς τὸν Ἰησοῦν, ὃν Παῦλος κηρύσσει.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα οὗτοι πάντα ἐποίουν πραγματείας <lb n="10"/>
ἕνεκεν· ὅρα καὶ πιστεῦσαι μὲν οὐκ ἤθελον, διὰ δὲ τοῦ ὀνόματος
ἤθελον ἐκβάλλειν τοὺς δαίμονας· βαβαὶ τὸ ὄνομα τοῦ Παύλου
πόσον ἦν· οὐδὲν δὲ μέγα ἐνόμιζον εἶναι τὸν Ἰησοῦν. ἀλλὰ τὸν Παῦλον
προσετίθεσαν, ὡς αὐτὸν μέγα τι νομίζοντες.</p><p>Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κωνσταντίνου πόλεως Ἐπίσκοπος λέγει ἐν <lb n="15"/>
Κορίνθῳ γενέσθαι.</p><p>Ἀμμωνίου. “Ἐπεχείρησαν δέ τινες·” αὕτη ἡ λέξις
ὅτι οὐκ ὡς πιστεύοντες τῷ Ἰησοῦ οἱ ἐπορκισταὶ ἐπόρκιζον τὰ
ἀκάθαρτα πνεύματα τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
ἀλλ’ ὡς πειράζοντες, δίψυχοι ὄντες, ἀκατάστατοι· διὸ, ὡς καὶ τὸ <lb n="20"/>
πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον ἐμαρτύρησεν, ὡς μὴ ὄντες πιστοὶ, τῆς προπετείας
δεδώκασι πρὸς ὀλίγον δίκην· τὸ οὖν “ἐπεχείρησαν” τοῦτο
δηλοῖ, ὅτι οὐκ ἐθάρρουν μὲν, πλὴν ἐπέβαλον τὰς χεῖρας, εἴπω
ἐπιτεύξονται τοῦ σκοποῦ· οὕτω καὶ ἡ Αἰγυπτία ἐπεχείρησε τῷ
Ἰωσὴφ, καὶ οὐκ ἐπέτυχε· καὶ οἱ ἐπιχειρήσαντες Ἰουδαῖοι τοῖς <lb n="25"/>
μαθηταῖς.</p><p>Τῷ ὀνόματι Κυρίου καὶ ἄλλοι προεφήτευσαν, Βαλαὰμ καὶ Σαοὺλ
καὶ Καϊάφας.</p><p>Διδύμου. Ὡς ὁμολογῶν τὸν Θεὸν μόνῃ φωνῇ ἀρνεῖται
τοῖς ἔργοις, οὕτως ἐστὶ κατὰ ψιλὴν διαληψιν γινώσκειν τὸν Ἰησοῦν· <lb n="30"/>
διὸ οὐ παράδοξον εἰ λέγει τὸ πνεῦμα τὸ πονηρὸν τοῖς ἐξορκισταῖς
Ἰουδαίοις, “τὸν Ἰησοῦν γινώσκω” καὶ τὰ ἑξῆς· καὶ γὰρ
ἕτεροι δαίμονες αὐτῷ τῷ Ἰησοῦ μετὰ βοῆς ἔλεγον· “οἶδά σε τίς εἶ, ὁ
<note type="footnote">h Sic Cod. ὀράρια Œcum. i γουβία Œcum.</note>
<pb n="318"/>
“Ἅγιος τοῦΘεοῦ,” εἰς ταῦτα λήψῃ τὸ, “καὶ δαιμόνια πιστεύουσι
“καὶ φρίσσουσιν,” οὐδὲ γὰρ μαρτυρεῖται ὡς ἔχει τὰ δαιμόνια πίστιν
λελογισμένην εἰς δικαιοσύνην· ῥητέον δὲ εἰς τὰ προκείμενα καὶ
οὕτως· ὥσπερ οἱ τὰς ἰάσεις δεχόμενοι πρὸς τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τὴν
πίστιν ἑαυτῶν ἐλάμβανον, οὕτως οἱ ὀνομάζοντες τὸν Ἰησοῦν ἐπεκβολῇ <lb n="5"/>
δαίμονος ἣ ἄλλης ἰάσεως, καθ’ ἣν ἔχουσι πίστιν ἀνύουσιν·
ἀκολούθως δὲ τὸ πνεῦμα φησὶ, “τίνες ἐστὲ ὑμεῖς” ὀνομάζοντες
τὸν Ἰησοῦν· οὐ γὰρ αἰσθάνομαι δύναμιν, ἧς πολλάκις πεῖραν ἔσχον,
λεχθείσης αὐτοῦ τῆς προσηγορίας.</p><p>* Περὶ τῶν υἱῶν Σκευᾶ, ὅτιπερ οὐ δεῖ ἐγχειρεῖν ἀπιστοῖς καὶ ἀναξίοις τῆς <lb n="10"/>
πίστεως γενομένοις, καὶ περὶ ἐξομολογήσεως ἕως τῶν πιστευόντων.</p><lb n="14"/><p>Ἦσαν δέ τινος Σκευᾶ Ἰουδαίου ἀρχιερέως ἑπτὰ υἱοὶ
<lb n="15"/> οἱ τοῦτο ποιοῦντες. ἀποκριθὲν δὲ τὸ πνεῦμα τὸ πονηρὸν
εἶπεν αὐτοῖς, τὸν Ἰησοῦν γινώσκω, καὶ τὸν Παῦλον ἐπίσταμαι·
<lb n="16"/> ὑμεῖς δέ τινος ἐστέ; καὶ ἐφαλλόμενος ὁ ἄνθρωπος <lb n="15"/>
ἐπ’ αὐτοὺς, ἐν ᾧ ἦν τὸ πνεῦμα τὸ πονηρὸν, καὶ
κρατήσας ἀμφοτέρων, ἴσχυσε κατ’ αὐτῶν, ὥστε γύμνους
καὶ τετραυματισμένους ἐκφυγεῖν ἐκ τοῦ οἴκου ἐκείνου.
<lb n="17"/> τοῦτο δὲ ἐγένετο γνωστὸν πᾶσιν Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι
τοῖς κατοικοῦσι τὴν Ἔφεσον, καὶ ἐπέπεσε φόβος <lb n="20"/>
ἐπὶ πάντας αὐτοὺς, καὶ ἐμεγαλύνετο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου
Ἰησοῦ.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Λανθανόντως ἐποίουν· εἶτα ἐκπομπεύεται
αὐτῶν ἡ ἀσθενεία. Καὶ μετ’ ὀλίγα—Ἄξιον ἐνταῦθα θαυμάσαι,
πῶς ὁ δαίμων οὐ συνέπραττεν ἐκείνοις τῇ τῶν ἐξορκιστῶν πλάνῃ· <lb n="25"/>
ἀλλὰ διήλεγξεν k αὐτοὺς, καὶ τὴν σκηνὴν αὐτῶν φανερὰν ἐπόησεν·
σεν· ἐμοὶ δοκεῖ σφόδρα θυμωθεὶς, ὥσπερ ἂν εἴτις περὶ τῶν ἐσχάτων
κινδυνεύων ὑπό τινος οἰκτροῦ καὶ ταλαιπώρου διελέγχοιτο, καὶ
πάντα εἰς ἐκεῖνον ἀφεῖναι βούλεται τὸν θυμόν· ἵνα γὰρ μὴ δόξῃ
καταφρονεῖσθαι τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, πρότερον ὁμολογήσας, τότε <lb n="30"/>
ἔλαβεν ἐξουσίαν· ὅτι γὰρ οὐκ ὀνόματος ἦν ἀσθένεια, ἀλλὰ τῆς
ἐκείνων ἀπάτης τὸ πᾶν, ἐπὶ Παύλου διατὶ μὴ γεγένηται ταῦτα;
προσήραξεν l αὐτῶν τὰς κεφαλὰς, ἴσως διέρρηξε τὰ ἱμάτια—Καὶ
<note type="footnote">k διήλεγεν Cod. l προσέραξεν Cod.</note>
<pb n="319"/>
μετ’ ὀλίγα—Δείκνυται δαιμόνων ἡ δύναμις μεγάλη τις οὖσα, ὅταν
πρὸς ἀπίστους ἔχῃ.</p><p>ἘΞ ἀνεπιγράφου. Ὥσπέρ ἐστι φωνῇ μὲν ὁμολογεῖν τὸν
τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνεῖσθαι, οὕτως ἐστὶν εἰδέναι τὸν Ἰησοῦν καὶ τοὺς
Ἀποστόλους αὐτοῦ, οὐκ ἔχοντα δύναμιν ἐπιστημονικὴν καὶ γνωστικήν· <lb n="5"/>
διὸ οὐδὲ παράδοξον, εἰ τοῖς τοιούτοις ἐφάλλεται τὸ πνεῦμα
τὸ πονηρὸν, λέγον· “ὑμεῖς δὲ τίνες ἐστέ;” ὧν τὴν φωνήν, φησι,
τὴν προφέρουσαν τὸν Ἰησοῦν, οὐχ ὡς πυρὸς αἰσθάνομαι· πυρὸς γὰρ
σφοδρότερον ἐνεργοῦσα εἰς τὰ πνεύματα τῇ τῶν Ἀποστόλων φωνῇ,
ἡ τοῦ Ἰησοῦ προσηγορία ἐξήλαυνε τῶν σωμάτων αὐτούς.</p><lb n="10"/><lb n="18"/><p>Πολλοὶ δὲ τῶν πεπιστευκότων ἤρχοντο, ἐξομολογούμένοι
καὶ ἀναγγέλλοντες τὰς πράξεις αὐτῶν.</p><p>Ἀμμωνίου. Δεῖ πάντα πιστὸν λέγειν τὰς ἑαυτοῦ
καὶ ἀποτάττεσθαι διὰ τοῦ ἑαυτὸν ἐλέγχειν τοῦ ἔτι ποιεῖν τὰ αὐτὰ,
ἵνα δίκαιος γένηται κατὰ τὸ εἰρημένον· “λέγε σὺ τὰς ἁμαρτίας <lb n="15"/>
“σου πρῶτον, ἵνα δικαιωθῆς·” καὶ τὸ, “δίκαιος ἑαυτοῦ κατήγο-
“ρος·” τοσοῦτοι δὲ ἦσαν κατείδωλοι οἱ Ἐφέσιοι καὶ γόητες,
ὅτι καὶ πολυτίμως τὰς γοητευτικὰς κατεσκεύαζον βίβλους, ὡς
τῶν ἐν βίῳ ἐχουσῶν τὰ κάλλιστα· ἅπερ εἰς Χριστὸν πιστεύσαντες
οὐκ ἐπώλησαν, καίτοιγε ἄλλων ἐκεῖσε τοιούτων ὄντων τῶν <lb n="20"/>
θελόντων τὰς βίβλους κτήσασθαι, ἀλλ’ ἔκαυσαν· πρῶτον μὲν ἵνα
μήτις μετάσχῃ τῆς ἀπ’ αὐτῶν ψυχοφθόρου λύμης· ἔπειτα δὲ ἵνα
μὴ ἀπὸ τοιαύτης αἰτίας κτήσωνται τι. ὥσπερ γὰρ ἀπηγόρευται τὸ
τοῦ κυνὸς τίμημα, ἣ τὸ ἀπὸ πορνείας κέρδος προσάγειν Θεῷ, οὕτως
οὐδὲ τὸ ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης ἀργύριον τεθῆναι παρὰ τοὺς τῶν <lb n="25"/>
Ἀποστόλων πόδας δίκαιον ἔκριναν.</p><lb n="19"/><p>Ἱκανοὶ δὲ τῶν τὰ περίεργα πραξάντων, εἰσενέγκαντες
τὰς βίβλους, κατέκαιον ἐνώπιον πάντων· καὶ συνεψήφισαν
τὰς τιμὰς αὐτῶν, καὶ εὗρον ἀργυρίου μυριάδας
<lb n="20"/> πέντε. οὕτως κατὰ κράτος ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ηὔξανε <lb n="30"/>
καὶ ἴσχυεν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Εἰδότες ὅτι οὐδὲν αὐτῶν ὄφελος λοιπὸν
ἢν, ὅταν καὶ αὐτοὶ οἱ δαίμονες ταῦτα ποιῶσιν. οὐκ ἄρα τὸ ὄνομα

<pb n="320"/>
τι ποιεῖ, ἐὰν μὴ μετὰ πίστεως λέγηται· “ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ,
φησι, “καὶ μείζονα ποιήσῃ, ὧν ἐγὼ ποιῶ· τοῦτο τὸ τῶν σκιῶν
ἐστὶν ὅπερ ἔλεγε. Καὶ πάλιν—Ὅτε γοῦν τὸν δαίμονα τὸν πονηρὸν
ἐκεῖνον ἐξέβαλε, γοήτων ἀνδρῶν μυριάδες συνελθοῦσαι, πλῆθος
βιβλίων τῶν μαγγανικῶν κατέκαιον, καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν μεθίσταντο· <lb n="5"/>
καὶ καθάπερ ἐν πολέμῳ πύργου πεσόντος, ἣ τυράννου
κατενεχθέντος, οἱ μετ’ ἐκείνου πάντες τὰ ὅπλα ῥίψαντες τῷ στρατηγῷ
προσέχουσιν· οὕτω δὴ καὶ τότε ἐγένετο· τοῦ γὰρ δαίμονος
ἐκβληθέντος, οἱ πολυορκηθέντες ἅπαντες τὰ βιβλία ῥίψαντες, μᾶλλον
δὲ κατακαύσαντες, τοῖς Παύλου ποσὶ προσέτρεχον.</p><lb n="10"/><p>Διδύμου. Οἱ διαβάλλοντες τοὺς Χριστοῦ μαθητὰς ὡς ἐκ
κατασκευῆς ἔχοντας, προκειμένης λέξεως ἐλεγχέσθωσαν, δηλούσης
ὡς δυνάμει τῆς διδασκαλίας αὐτῶν πᾶσα γοητεία καταλύετο.
ἰδοὺ γοῦν οὐχ οἱ εὐκαταφρόνητοι, ἀλλ’ ἱκανότητα πολλὴν πρὸς
τὴν τέχνην ταύτην ἔχοντες, αἴσθησιν λαβόντες τῆς καθαιρέσεως <lb n="15"/>
τῆς περιεργείας ἴσως τῶν δαιμόνων τῶν συνήθων, τὰς βίβλους
πάσας τὰς περὶ τούτων συγκομίσαντες, ἔμπροσθεν πάντων τότε
παρόντων κατέκαυσαν· καίτοι πολλοῦ τιμήματος οὔσας. προλήψει
τοῖς προκειμένοις καὶ τὰ περὶ Σίμωνος.</p><lb n="21"/><p>Ὡς δὲ ἐπληρώθη ταῦτα, ἔθετο ὁ Παῦλος ἐν τῷ Πνεύματι, <lb n="20"/>
διελθὼν τὴν Μακεδονίαν καὶ Ἀχαίαν, πορεύεσθαι
εἰς Ἱερουσαλὴμ, εἰπὼν, ὅτι μετὰ τὸ γενέσθαι με
δεῖ με καὶ Ῥώμην ἰδεῖν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. τήν τε παρουσίαν ἀπαγγεῖλαι, καὶ προθυμοτέρους
ποιοῦντας, μάλιστα πάντων τῇ Ἀσίᾳ ἐνδιατρίβει· εἰκότως· <lb n="25"/>
ἐκεῖ γὰρ ἦν τυραννὶς τῶν φιλοσόφων· καὶ ἐλθὼν πάλιν αὐτοῖς
διελέγετο· καὶ γὰρ πολλὴ ἦν ἡ δεισιδαιμονία.</p><lb n="22"/><p>Ἀποστείλας δὲ εἰς Μακεδονίαν δύο τῶν διακονούντων
αὐτῷ, Τιμόθεον καὶ Ἔραστον, αὐτὸς ἐπέσχε χρόνον εἰς
τὴν Ἀσίαν.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ἴσως ὡς κιβώρια μικρὰ πολλὴ ταύτης ἡ τιμὴ
ἐν Ἐφέσῳ· ὅπου καὶ τὸ ἱερὸν αὐτῶν ἔμπροσθεν οὕτως ἐλύπησεν
αὐτοὺς, ὡς τὸν ἐμπρήσαντα κελεῦσαι μηδὲ ὀνόματι λέγεσθαι· ὅρα

<pb n="321"/>
πανταχοῦ τὴν εἰδωλολατρίαν ἀπὸ χρημάτων· καὶ οὗτος διὰ χρήματα,
οὐ τῆς εὐσεβείας κινδυνευούσης αὐτοῖς, ἀλλ’ ὡς τοῦ πορισμοῦ
τὴν ὑπόθεσιν οὐκ ἔχοντος.</p><p>*Περὶ τῆς ἐν Ἐφέσω κινηθείσης e στάσεως ὑπὸ Δημητρίου τοῦ ἀργυροκόπου
κατὰ τῶν Ἀποστόλων.</p><lb n="5"/><lb n="23"/><p>Ἐγένετο δὲ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον τάραχος οὐκ ὄλιγος
<lb n="24"/> περὶ τῆς ὁδοῦ. Δημήτριος γάρ τις ὀνόματι, ἀργυρόκοπος,
ποιῶν ναοὺς ἀργυροῦς Ἀρτέμιδος, παρείχετο
τοῖς τεχνίταις οὐκ ὀλίγην ἐργασίαν·</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. τὸν κίνδυνον ἐπέστησεν, ὅτι ἀπὸ τῆς τέχνης <lb n="10"/>
ταύτης κινδυνεύομεν εἰς λιμὸν ἐμπεσεῖν· καίτοι τὰ εἰρημένα ἱκανὰ
εἰς εὐσέβειαν αὐτοὺς ἀγαγεῖν· ἀλλὰ ταλαίπωροι τινες ὄντες καὶ
ψυχροὶ ταῦτα ποιοῦσιν· εἰ γὰρ ἄνθρωπος οὗτος τοσαῦτα ἰσχύει
ὡς μεταστῆσαι πάντας, καὶ κινδυνεύει τὰ τῶν θεῶν, δεῖ ἐννοῆσαι
ἡλίκος ὁ τούτου θεός· καὶ ὅτι πολλῷ μᾶλλον ἐκεῖνα ὑμῖν δώσει <lb n="15"/>
ὑπὲρ ὧν φοβεῖσθε· ἤδη προκατέλαβεν αὐτῶν τὰς ψυχὰς, λέγων
“ὅτι οὐκ εἰσὶ θεοὶ οἱ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων γινόμενοι· ὅρα ὑπὲρ
τίνος ἀγανακτοῦσιν Ἕλληνες, ἐπειδὴ ἐπειδὴ ὅτι οἱ ὑπὸ ἀνθρώπων
γινόμενοι οὐκ εἰσὶ θεοί· πανταχοῦ εἰς τὴν τέχνην ὠθεῖ τὸν λόγον·
εἶτα τὸ μάλιστα αὐτοὺς λυπῆσαν ὕστερον τίθησιν.</p><lb n="20"/><lb n="25"/><p>Οὓς συναθροίσας, καὶ τοὺς περὶ τὰ τοιαῦτα ἐργάτας,
εἶπεν, ἄνδρες, ἐπίστασθε ὅτι ἐκ ταύτης τῆς ἐργασίας ἡ
εὐπορία ἡμῶν ἐστι·</p><p>Ἀμμωνίου. Ἤιδει οὖν ὁ Δημήτριος ὅτι ἠπάτα τοὺς
ποιῶν αὐτοῖς ναοὺς καὶ θεοὺς ἀργυροῦς· καὶ ἐδεδείη f μὴ ἐλεγχθῇ <lb n="25"/>
αὐτοῦ ἡ ῥᾳδιουργία καὶ ἡ ἀπάτη, διὰ τῆς ἀληθοῦς τοῦ Παύλου
διδαχῆς. σημειωτέον δὲ ὅτι τοσοῦτον διέλαμπεν ἡ ἀληθὴς πίστις,
καίτοι μήπω ἐπικρατήσασα τότε τῆς οἰκουμένης, ὅτι Δημήτριος
ἐδεδείει, μὴ καὶ εἰς τέλος ἀπόληται τῆς Ἀρτέμιδος ὁ ἐν Ἐφέσω
ναός· καὶ προανεφώνει τὴν ἀπώλειαν τοῦ ναοῦ, ὃ καὶ γέγονεν.</p><lb n="30"/><lb n="26"/><p>Καὶ θεωρεῖτε καὶ ἀκούετε ὅτι οὐ μόνον Ἐφέσου, ἀλλὰ
καὶ σχεδὸν πάσης τῆς Ἀσίας ὁ Παῦλος οὗτος πείσας
<note type="footnote">e νικηθείσης Cod. N.C. f Sic.</note>T t

<pb n="322"/>
μετέστησεν ἱκανὸν ὄχλον, λέγων ὅτι οὐκ εἰσὶ θεοὶ οἱ διὰ
χείρων γινόμενοι.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. “Πείσας” μετέστησεν οὐ βιαίως· οὕτω δεῖ
πείθειν. Καὶ μετ’ ὀλίγα—Πῶς ἔπεισεν ἄνθρωπος εὐτελής ; πῶς
τοσαύτης ἐκράτησε συνουσίας ; τί ποίων, ἣ τι λέγων ; οὐκ ἔστι <lb n="5"/>
Παύλου, οὐκ ἔστιν ἀνδρός· καὶ τοῦτο ἀρκεῖ τὸ εἰπεῖν, “ ὅτι οὐκ εἰσὶ
“θεοί·” εἰ μὲν οὖν οὕτως εὐφώρατον τὸ τῆς ἀσεβείας, πάλαι κατα-
γνωσθῆναι ἔδει· εἰ δὲ ἰσχυρὸν, οὐχ οὕτως ἀναιρεθῆναι ταχέως.</p><lb n="27"/><p>Οὐ μόνον δὲ τοῦτο κινδυνεύει ἡμῖν τὸ μέρος εἰς ἀπε-
λεγμὸν ἐλθεῖν, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς μεγάλης θεᾶς Ἀρτεμί- <lb n="10"/>
δὸς ἱερὸν εἰς οὐδὲν λογισθῆναι μέλλει, καθαιρεῖσθαί
τε τῆς μεγαλειότητος αὐτῆς, ἢν ὅλη ἡ Ἀσία καὶ ἡ οἰκου-
μένη σέβεται.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὄρα πῶς ἔδειξε μείζω τὴν Παύλου δύναμιν, πάν.
τὰς ἀθλίους αὐτοὺς καὶ ταλαιπώρους ἀποφαίνων, εἴγε ἄνθρωπος <lb n="15"/>
ἐλαυνόμενος καὶ σκηνοποιὸς ταῦτα δύναται· ὅρα παρ’ ἐχθρῶν τὰς
μαρτυρίας τοῖς Ἀποστόλοις γινομένας· ὅτε ἐκαθῄρουν αὐτῶν τὰ
σεβάσματα, τότε στέμματα καὶ ταύρους προσέφερον.</p><lb n="28"/><p>Ἀκούσαντες δὲ καὶ γενόμενοι πλήρεις θυμοῦ, ἔκραζον
λέγοντες,</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Πόθεν ὁ θυμὸς γέγονεν ; ὅτε περὶ τῆς Ἀρτεμιδος
ἤκουσαν, ὅτε περὶ τοῦ πορισμοῦ· τοιαῦτα γὰρ τὰ τῶν ἀγοραίων
ἤθη ἀπὸ τοῦ τυχόντος συναρπάσεσθαι καὶ ἐκκαίεσθαι· διὸ ταῦτα
μετὰ ἐξετάσεως δεῖ ποιεῖν.</p><lb n="29"/><p>Μεγάλη ἡ Ἄρτεμίς Ἐφεσίων. καὶ ἐπλήσθη ὅλη ἡ <lb n="25"/>
πόλις τῆς συγχύσεως·</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Κατὰ πόλιν γὰρ αὐτῶν ἦσαν θεοὶ, καὶ οὕτω διέ-
κειντο, ὡς διὰ τῆς φωνῆς ἀνακτώμενοι τὸ σέβας αὐτῆς, καὶ τὰ
γεγενημένα ἀναλύοντες· ὅρα ἄτακτον πλῆθος· παιδικὴ ὄντως ἡ διά-
νοια· καθάπερ φοβούμενοι μὴ σβεσθῇ τὸ σέβασμα αὐτῶν, συνε- ’^o
χὠς ἐβόων.</p><p>Ὥρμησάν τε ὁμοθυμαδὸν εἰς τὸ θέατρον, συναρπά-

<pb n="323"/>
ἕσαντες Γάιον καὶ Ἀρίσταρχον Μακεδόνα, συνεκδήμους
Παύλου.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. τούτων ἔν τινι ἑαυτοῦ Ἐπιστολῇ μέμνηται
ὁ Ἀπόστολος· πλὴν καὶ ἡ γραφὴ αὐτοῖς μαρτυρεῖ, ὅτι διὰ
τὴν πίστιν καὶ ἐκινδύνευσαν.</p><lb n="5"/><lb n="30"/><p>Τοῦ δὲ Παύλου βουλομένου εἰσελθεῖν εἰς τὸν δῆμον,
<lb n="31"/> οὐκ εἴων αὐτὸν οἱ μαθηταί. τινὲς δὲ καὶ τῶν Ἀσιαρχῶν
ὄντες αὐτῷ φίλοι, πέμψαντες πρὸς αὐτὸν, παρεκάλουν
μὴ δοῦναι ἑαυτὸν εἰς τὸ θέατρον.</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. “Παρεκάλουν τὸν Παῦλον μὴ δοῦναι ἑαυτὸν εἰς τὸ <lb n="10"/>
“θέατρον” ἀτάκτῳ δήμῳ καὶ ῥύμῃ· καὶ ὁ Παῦλος πείθεται· οὐ γὰρ
ἢν κενόδοξος οὐδὲ φιλότιμος. Καὶ πάλιν—Εἰδότες αὐτοῦ τὴν
προθυμίαν παρεκάλουν· οὕτως αὐτὸν πάντες ἐφίλουν οἱ πιστοί.</p><p>Μῆ δὴ καταπίπτωμεν ἐν τοῖς πειρασμοῖς· αὐτὸς γὰρ ποιήσει
καὶ τὴν δύναμιν τοῦ δύνασθαι ὑπενεγκεῖν· οὐδὲν οὕτως φίλους <lb n="15"/>
ποιεῖ καὶ συγκροτεῖ ὡς θλίψεις· οὐδὲν οὕτω συνδεῖ καὶ ἐπισφίγγει
τῶν πιστῶν τὰς ψυχάς· οὐδὲν ἡμῖν τοῖς διδασκάλοις ἐπιτήδειον
πρὸς τὸ τὰ παρ’ ἡμῶν λεγόμενα ἀκούεσθαι. ἐν μὲν γὰρ ἀνέσει
τυγχάνων ὁ ἀκροατὴς, χαῦνός τε ἐστι καὶ ῥάθυμος, καὶ ἐνοχλεῖσθαι
δοκεῖ παρὰ τοῦ λέγοντος· ἐν δὲ θλίψει καὶ στενοχωρίᾳ, εἰς <lb n="20"/>
πολλὴν ἐπιθυμίαν ἀκροάσεως ἐμπίπτει· στενοχωρούμενός τε τὴν
ψυχὴν πανταχόθεν ζητεῖ παραμυθίαν τῆς θλίψεως εὑρεῖν· οὐ μικρὰν
δὲ φέρει ὁ λόγος παραμυθίαν. Καὶ μεθ’ ἑτέρα—Μηδὲ κατα-
πίπτωμεν ἐν ταῖς θλίψεσιν· ἀλλ’ ἐν πᾶσιν εὐχαριστῶμεν, ἵνα καὶ
κερδάνωμεν μέγα· ἵνα εὐδοκιμήσωμεν παρὰ τῷ Θεῷ τῷ τὰς θλίψεις <lb n="25"/>
συγχωροῦντι· μήτε οὖν ἐπισπώμεθα αὐτὴν, καὶ παροῦσαν
γενναίως φέρωμεν, ἀεὶ μυρίων οὖσαν ἀγαθῶν αἰτίαν· ἵνα καὶ τῆς
παρὰ Θεοῦ ῥοπῆς ἀπολαύσωμεν.</p><p>Πολλοὺς κινδύνους ὑπέμεινεν ἐν Ἐφέσῳ ὁ Παῦλος, ὥστε μικροῦ
δεῖν καὶ θηρίοις ὁμιλῆσαι· καὶ τοῦτό ἐστιν ὁ φησιν ἐν τῇ <lb n="30"/>
πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῇ· “εἰ κατὰ ἄνθρωπον ἐθηριομάχησα ἐν
“Ἐφέσῳ, τι μοι τὸ ὄφελος;” Ἰωάννης δὲ ὁ ἁγιώτατος Ἐπίσκοπος
Κωνσταντίνου πόλεως ἐξηγούμενος τὸ ῥητὸν τοῦτο, οὕτως εἶπε· τί
ἐστιν “εἰ κατὰ ἄνθρωπον;” ὅσον τὸ εἰς ἀνθρώπους ἧκον “ἐθηριο-

<pb n="324"/>
“μάχησα·” τί γὰρ εἰ ὁ Θεὸς ἐξήρπασέ με τῶν κινδύνων; ὥστε ὁ
μάλιστα ὑπὲρ τούτων ὀφείλων μεριμνῶν· ἐγώ εἰμι ὁ τοσούτους
κινδύνους ὑπομένων, καὶ μηδεμίαν μηδέπω λαβὼν ἀμοιβήν· εἰ γὰρ
μὴ παραγίνεται ὁ τῆς ἀναστάσεως καιρὸς, ἀλλὰ μέχρι τοῦ παρόντος
τὰ ἡμέτερα συγκέκλεισται, ἡμεῖς ἐν μείζονι ζημίᾳ έσμέν. <lb n="5"/>
Καὶ μετ’ ὀλίγα—ταῦτα δὲ ἅπαντα ἔλεγεν· οὐκ ἐπειδὴ οὐκ εἶχεν
ὄφελος, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ πάσχειν, ἀλλὰ διὰ τὴν τῶν πολλῶν ἀσθένειαν,
καὶ ὥστε αὐτοὺς εἰς ’τον πέρι τῆς ἀναστάσεως στηρίξαι
λόγον.</p><lb n="32"/><p>Ἄλλοι μὲν οὖν ἄλλο τι ἔκραζον· ἦν γὰρ ἡ ἐκκλησία <lb n="10"/>
συγκεχυμένη, καὶ οἱ πλείους οὐκ ᾔδεισαν, τίνος ἕνεκα
συνεληλύθεισαν.</p><p>Ἀμμωνίου. Δείκνυσι τὴν ἄκριτον κατὰ τοῦ Παύλου
ὅτι δὴ καὶ ἠγνόουν τινὲς καταβοῶντες, ἐφ’ οἷς συναχθέντες
ἔκραζον.</p><lb n="15"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. τοιοῦτον τὸ πλῆθος· ἁπλῶς ἕπεται, καθάπερ
πῦρ εἰς ὕλην ἐμπεσόν· ὁ μὲν οὖν Παῦλος ἐβούλετο εἰσελθὼν
δημηγορῆσαι, τοὺς γὰρ διωγμοὺς ἐλάμβανεν εἰς διδασκαλίαν·
ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ οὐκ εἴων· σκόπει πόσῃ περὶ αὐτὸν προνοίᾳ κέχρηνται
πανταχοῦ· καὶ ἐξ ἀρχῆς αὐτὸν ἐξήγαγον· ὥστε μὴ περὶ τὰ <lb n="20"/>
καίρια λαβεῖν τὴν πληγήν· καίτοιγε ἤκουσαν ὅτι δεῖ αὐτὸν καὶ
Ῥώμνη ἰδεῖν.</p><lb n="33"/><p>Ἐκ δὲ τοῦ ὄχλου προεβίβασαν Ἀλέξανδρον, προβαλ-
λόντων αὐτὸν τῶν Ἰουδαίων· ὁ δὲ Ἀλέξανδρος κατασείσας
<lb n="34"/> τὴν χεῖρα, ἤθελεν ἀπολογεῖσθαι τῷ δήμῳ· ἐπιγνόντων <lb n="25"/>
δὲ ὅτι Ἰουδαῖος ἐστὶ, φωνὴ ἐγίνετο μία ἐκ
πάντων, ὡς ἐπὶ ὥρας δύο κραζόντων, μεγάλη ἡ Ἄρτεμις
Ἐφεσίων.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Προεβάλοντο οἱ Ἰουδαῖοι τὸν Ἀλέξανδρον·
οἰκονομικῶς δὲ οὗτος οὐκ ἐφθέγξατο· πάλιν δὲ ἔκραζον “μεγάλη ἡ <lb n="30"/>
“Ἄρτεμις·” παιδικὴ ὄντως ἡ διάνοια· καθάπερ γὰρ φοβούμενοι μὴ
σβεσθῇ τὸ σέβας αὐτῶν, συνεχῶς ἐβόων· δύο ἔτη ἐκάθισεν ἐκεῖ ὁ
Παῦλος· καὶ ὅρα πόση ἔτη Ἕλληνες· τίνος δὲ ἕνεκεν Ἀλέξανδρος

<pb n="325"/>
ἐβούλετο ἀπολογήσασθαι; μὴ γὰρ αὐτὸς ἐνεκλήθη, ἀλλ’ ὥστε καιρὸν
εὑρεῖν, καὶ τὸ πᾶν καταστρέψαι, καὶ ἑλκύσαι τοῦ δημοῦ τὸν
θυμόν· εἶδες θυμὸν ἄτακτον.</p><lb n="35"/><p>ΚαταστείΛας δὲ ὁ γραμματεὺς τὸν ὄχλον, φησὶν,
ἄνδρες Ἐφέσιοι, τίς γάρ ἐστιν ἀνθρώπων, ὃς οὐκ ἐπιγινώσκει <lb n="5"/>
τὴν τῶν Ἐφεσίων πόλιν νεωκόρον οὖσαν τῆς
μεγάλης Ἀρτέμιδος καὶ τοῦ διοπετοῦς;</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Καλῶς καὶ ἐπιτιμητικῶς ὁ γραμματεύς· “τίς ἐστι,
φησὶν, “ὃς οὐ γινώσκει τὴν Ἐφεσίων πόλιν;” περὶ οὗ ἐφοβοῦντο,
οὐκοῦν τοῦτό φησιν, ὅτι οὐ θεραπεύετε αὐτήν· καὶ οὐκ εἶπε, τίς <lb n="10"/>
γάρ ἐστιν, ὃς οὐ γινώσκει τὴν Ἄρτεμιν, ἀλλὰ τὴν πόλιν τὴν ὑμετέραν;
ἐθεράπευεν αὐτήν· τι τοίνυν ζητεῖτε ὡς ἀδήλων ὄντων;
πρόσχημα τὴν εὐσέβειαν ἐβούλοντο ποιεῖν τοῦ χρηματισμοῦ.</p><p>Ἀμμωνίου. “Καὶ τοῦ διοπετοῦς,” τοῦ ναοῦ τοῦ Δῖός· ἤτοι
στρογγυλοειδοῦς· ἢ μᾶλλον ὅπερ καὶ ἀληθές ἐστι, διοπετὲς καλεῖ <lb n="15"/>
τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀρτέμιδος, ἤτοι τὸ Παλλάδιον· ὅπερ ἄνωθεν ἐκ
τοῦ Δῖός διαθήλασθαι g ᾤοντο, καὶ οὐκ ἐξ ἀνθρώπων.</p><p>Ἰσιδώρου ἐπιστολῆσ αφλη'. τινὲς μὲν φασὶν
τῆς Ἀρτέμιδος ἀγάλματος εἴρηται, τουτέστι τῆς μεγάλης Ἀρτέμιδος,
καὶ τοῦ διοπετοῦς αὐτῆς ἀγάλματος· τινὲς, ὅτι καὶ τὸ Παλλάδιον, <lb n="20"/>
ἄγαλμα δὲ ἦν τῆς Ἀθηνᾶς· τοῦτο ἐσέβοντο μετὰ τῆς
Ἀρτέμιδος.</p><p>Τὸ ἐξ οὐρανοῦ παρὰ τοῦ Δῖός πεμφθὲν ἤτοι καταπτὰν, καὶ οὐ
γενόμενον ὑπὸ ἀνθρώπου ἄγαλμα, ἢ τῆς Ἀρτέμιδος ἣ τῆς Παλλάδος,
καθὼς ἐμυθεύοντο Ἕλληνες πρὸς κατάπληξιν τῶν <lb n="25"/>
ἀκεραιοτερων.</p><lb n="36"/><p>Ἀναντιρρήτων οὖν ὄντων τούτων, δέον ἔστιν ὑμᾶς
κατεσταλμένους ὑπάρχειν, καὶ μηδὲν προπετὲς πράσσειν.
<lb n="37"/> ἠγάγετε γὰρ τοὺς ἄνδρας τούτους, οὔτε ἱεροσύλους
οὔτε βλασφημοῦντας τὴν θεὸν ὑμῶν.</p><lb n="30"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Εἶτα ἠρέμα καθάπτεται αὐτῶν, δεικνὺς
ὅτι προπετῶς ἔπραξαν, καὶ οὐκ ἔδει ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων ἕνεκεν
<note type="footnote">g ἐκ τ. Δῖός διαθ. suppl. rec. m. in marg.</note>
<pb n="326"/>
κοινὴν ἐκκλησίαν ποιεῖσθαι· σφόδρα γὰρ αὐτοὺς ἠλόγησε καὶ διηπόρησε·
“τίς γάρ ἐστιν ἀνθρώπων,” καὶ τὰ ἑξῆς· τούτῳ πρώτῳ τὸν
θυμὸν αὐτῶν ἔσβεσε. “καὶ τοῦ διοπετοῦς·” ἱερὸν ἕτερον οὕτως ἐκαλεῖτο,
ἤτοι τὸ ὄστρακον αὐτῆς φησιν. “οὔτε βλασφημοῦντα τὴν
“θεὸν ἡμῶν·” τοῦτο ψεῦδος, ταῦτα μὲν πρὸς τὸν δῆμον· ὥστε δὲ <lb n="5"/>
κἀκείνους ἐπιεικεστέρους γενέσθαι, φησίν.</p><lb n="38"/><p>Εἰ μὲν οὖν Δημήτριος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τεχνίται
ἔχουσι πρός τινα λόγον,</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ὅρα πῶς οἱ ἄπιστοι· φρονίμως πῶς καὶ συνετῶς
οὕτως ἔσβεσεν τὸν θυμόν· ὥσπερ γὰρ ῥαδίως ἐξάπτεται, οὕτω καὶ <lb n="10"/>
ῥαδίως σβέννυται.</p><lb n="39"/><p>Ἀγοραῖοι ἄγονται, καὶ ἀνθύπατοι εἰσίν· ἐγκαλείτωσαν
<lb n="40"/> ἀλλήλοις· εἰ δέ τι περαιτέρω ζητεῖτε, ἐν τῇ ἐννόμῳ
ἐκκλησίᾳ ἐπιλυθήσεται· καὶ γὰρ κινδυνεύομεν ἐγκαλεῖσθαι
στάσεως περὶ τῆς σήμερον, μηδενὸς αἰτίου ὑπάρχοντος <lb n="15"/>
περὶ οὗ δυνησόμεθα ἀποδοῦναι λόγον περὶ τῆς
<lb n="41"/> συστροφῆς ταύτης· καὶ ταῦτα εἰπὼν, ἀπέλυσε τὴν
ἐκκλησίαν.</p><p>Ἀμμωνίου· Εἶδος ἦν δικαστῶν ἐν τῇ Ἀσίᾳ εὐτελῶν οἱ
οἵτινες ἐδίκαζον τοῖς πένησι καὶ ἀγοραίοις ἀνθρώποις· διὸ <lb n="20"/>
καὶ ἀγοραῖοι ἐκαλοῦντο μᾶλλον· ὧσπέρ εἰσιν οἱ ἔκδικοι κατὰ πόλεις
τινάς· οἱ δ’ ἀνθύπατοι ταῖς τῶν πλουσίων ἣ τῶν ἐγκλημάτων
δίκαις ὑπήκουον· ἢ ἀγοραῖοι εἰσὶν οἱ δικολόγοι, παρὰ τὸ ἀγορεύειν
λεχθέντες, ὁ ἐστι δημηγορεῖν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><head>ΚΕΦ. ΚΘ.</head><lb n="25"/><p>Περίοδος Παύλου, ἐν ἧ περὶ θανάτου καὶ ἀνακλήσεως Εὐτυχοῦς διὰ προσευχὴσ
ἐν Τρωάδι· παραίνεσις τὲ αὐτοῦ ποιμαντικὴ πρὸς τοὺς ἐν Ἐφέσω
πρεσβυτέρους.</p><lb n="1"/><p>Μετὰ δὲ τὸ παύσασθαι τὸν θόρυβον, μεταπεμψάμενος
ὁ Παῦλος τοὺς μαθητὰς, καὶ παρακαλέσας, ἀσπασάμενός <lb n="30"/>
<lb n="2"/> τε, ἐξῆλθε πορεύεσθαι εἰς Μακεδονίαν· διελθὼν
δὲ τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ παρακαλέσας αὐτοὺς λόγῳ πολλῷ,
ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα.</p><pb n="327"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἔδει δὲ πολλῆς παρακλήσεως ἀπὸ τῆς
ταραχῆς ἐκείνης· τοῦτο δὲ ποιήσας ἦλθεν εἰς Μακεδονίαν, ετͅτα
εἰς τὴν Ἐλλάδα πάλιν δὲ διώκεται ὑπὸ bυδαίων, καὶ ἔρχεται εἰς
Μακεδονίαν· πῶς δὲ τὸν Τιμόθεον Θεσσαλονικέα φησίν; οὐ τοῦτο
λέγει· ἀλλὰ προέλαβον, φησὶν, οὗτοι εἰς τὴν Τρωάδα προοδοποιοῦντες <lb n="5"/>
αὐτῷ· τὰς δὲ ἑορτὰς ἐμοὶ δοκεῖ σπουδάζειν αὐτὸν ποιεῖν
ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι· προελθόντες ἀπὸ Φιλίππων, ἔνθα κατὰ
τὸ δεσμωτήριον ἐγένετο· τρίτον τοῦτο εἰς Μακεδονίαν ἐπανῆλθε,
καὶ πολλὰ μαρτυρεῖ τοῖς Φιλιππησίοις, διὸ καὶ ἐνδιατρίβει ἐκεῖ·
“ καὶ ἀσπασάμενος ,” φησὶν, “ ἐξῆλθε. καὶ τούτῳ πάλιν <lb n="10"/>
ἀνεκτήσατο, ἱκανὴν διδοὺς παραμυθίαν· “ καὶ παρακαλέσας λόγῳ
“πολλῶ.”</p><lb n="3"/><p>Ποιήσας τε μῆνας τρεῖς, γενομένης ἐπιβουλῆς αὐτῷ
ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, μέλλοντι ἀνάγεσθαι εἰς τὴν Συρίαν,
4ἐγένετο γνώμης ὑποστρέφειν διὰ Μακεδονίας. συνεί- <lb n="15"/>
πετο δὲ αὐτῷ ἄχρι τῆς Ἀσίας Σώπατρος Πυρροῦ Be-
ροιαῖος· Θεσσαλονικέων δὲ, Ἀρίσταρχος καὶ Σεκοῦν-
δὸς, καὶ Γάιος Δερβαῖος καὶ Τιμόθεος, Ἀσιανοὶ δὲ,
<lb n="5"/> τυχικὸς καὶ τρόφιμος· οὗτοι προελθόντες ἔμενον ἡμᾶς
<lb n="6"/> ἐν Tρωάδc ἡμεῖς δὲ ἐξεπλεύσαμεν μετὰ τὰς ἡμέρας <lb n="20"/>
τῶν ἀζύμων ἀπὸ Φιλίππων, καὶ ἤλθομεν πρὸς αὐτοὺς
εἰς τὴν Τρωάδα ἄχρι ἡμερῶν πέντε, οὗ διετρίψαμεν
ἡμέρας ἑπτά.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὄρα πανταχοῦ διὰ λόγων τὸ πλέον κατορθοῦντα,
οὐ διὰ σημείων· συνεχῶς ἡμῖν αὐτὸν δείκνυσιν ἐπειγόμενον εἰς τὴν <lb n="25"/>
Συρίαν· τὸ δὲ αἴτιον ἡ ἐκκλησία ἦν καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα· ἀλλ’
ὅμως κατεῖχε τὸν πόθον, καὶ τὰ ἐκεῖ κατώρθου· καίτοι οὐ μεγάλη
ἡ Τρῶάς ἐστι· τι οὖν ἡμερῶν ἑπτὰ ποιοῦσι ; μεγάλη ἴσως ἦν
κατὰ τοὺς πιστούς· καὶ ἡμέρας ἑπτὰ διατρίψας, τῇ ἐπιούσῃ τὴν
νύκτα ἀνήλωσεν εἰς τὴν διδασκαλίαν· οὕτω δυσαποσπάστως αὐτῶν <lb n="30"/>
εἶχε, καὶ αὐτοὶ αὐτοῦ.</p><lb n="7"/><p>Ἐν δὲ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, συνηγμένων ἡμῶν
κλάσαι ἄρτον, ὁ Παῦλος διελέγετο αὐτοῖς, μέλλων ἐξ-

<pb n="328"/>
ιέναι τῆ ἐπαύριον, παρέτεινε δὲ τὸν λόγον μέχρι μεσονυκτίυο·
<lb n="8"/> ἦσαν δὲ λαμπάδες ἱκαναὶ ἐν τῷ ὑπερῴῳ, οὗ
ἦμεν συνηγμένοι.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πεντηκοστὴ τότε ἦν· ὅρα πῶς πάντα
πάρεργα ἢν τοῦ κηρύγματος· καὶ κυριακὴ ἢν· “μέχρι μεσονυκτίου,” <lb n="5"/>
φησίν· οὐδὲ νύκτα ἐσίγα, ἀλλὰ τότε μᾶλλον διελέγετο, ἅτε ἡσυ-
χίας οὔσης· ὅρα πῶς καὶ πολλὰ διελέγετο, καὶ παρ’ αὐτὸν τοῦ
δείπνου τὸν καιρόν· ἀλλὰ συνετάραξε τὴν ἑορτὴν ὁ διάβολος, οὐ
μὴν ἴσχυσε, βαπτίσας τὸν ἀκροατὴν ὕπνῳ καὶ κατενεγκών. Καὶ
μετ’ ὀλίγα—“Συνηγμένων δὲ ἡμῶν,” φησὶ, “κλάσαι ἄρτον πρὸς <lb n="10"/>
αὐτὸν τὸν καιρόν. ἀρχὴν λαβὼν ὁ λόγος παρέτεινεν ὡς ἐνδεικνύμενος
πεινῆν· καὶ οὐκ ἦν ἄκαιρος, οὐ γὰρ προηγουμένως εἰς διδασκαλίαν
καθῆκεν, ἀλλὰ συνῆλθον μὲν “κλάσαι ἄρτον, ἐμπεσόντος δὲ λόγου
παρέτεινε τὴν διδασκαλίαν. ὅρα πῶς καὶ τῇ τραπέζῃ τοῦ Παύλου
πάντες ἐκοινώνουν· ἐμοὶ δοκεῖ καὶ παρὰ τὴν τράπεζαν αὐτὸν καθημένον <lb n="15"/>
διαλέγεσθαι, παιδεύοντα ἡμᾶς πάντα τὰ λοιπὰ πάρεργον
ἡγεῖσθαι.</p><lb n="9"/><p>Καθεζόμενος δέ τις νεανίας ὀνόματι Εὔτυχος ἐπὶ τῆς
θυρίδος, καταφερόμενος ὕπνῳ βαθεῖ, διαλεγομένου τοῦ
Παύλου ἐπὶ πλεῖον, καὶ κατενεχθεὶς ἀπὸ τοῦ ὕπνου, <lb n="20"/>
<lb n="10"/> ἔπεσεν ἀπὸ τοῦ τριστέγου κάτω, καὶ ἤρθη νεκρός. καταβὰς
δὲ ὁ Παῦλος ἐπέπεσεν αὐτῷ, καὶ συμπεριλαβὼν
αὐτὸν εἶπε,</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. Συνετάραξε τὴν ἑορτὴν ὁ διάβολος, βαπτίσας τὸν
ἀκροατὴν ὕπνῳ καὶ κατενεγκών· θέα δέ μοι τὸ θέατρον, ὅπως ἦν <lb n="25"/>
συγκεκροτημένον i, καὶ τὸ σημεῖον, οἷον· ἐπὶ θυρίδος ἐκάθητο ἀωρὶ
τῶν νυκτῶν· τοσοῦτον ἦν ὁ πόθος τῆς ἀκροάσεως· αἰσχυνθῶμεν
ἡμεῖς· ἀλλὰ Παῦλος διελέγετο, φησὶ, τότε· καὶ νῦν δὲ Παῦλος
διαλέγεται· μᾶλλον δὲ οὐδὲ τότε Παῦλος, οὐδὲ νῦν, ἀλλ’ ὁ Χριστὸς,
καὶ οὐδεὶς ἀκούει· οὐχὶ θυρὶς ἔστι νῦν, οὐ πεῖνα, οὐχ ὕπνος <lb n="30"/>
ἐνοχλεῖ, καὶ ὅμως οὐκ ἀκούομεν· οὐ στενοχωρία τόπου, οὐκ ἄλλο
τῶν τοιούτων οὐδέν· καὶ τὸ δὴ θαυμαστὸν, ὅτι δὴ νεανίας ὣν, οὐκ
ἦν ῥάθυμος· καὶ ὕπνῳ καταφερόμενος οὐκ ἀπέστη, οὐδὲ ἔδεισε τὸν
<note type="footnote">i συγκεκρατημένον Cod.</note>
<pb n="329"/>
κίνδυνον, μὴ κατενεχθῇ· οὐκ ἀπὸ ῥαθυμίας ἐνύσταξεν, αὖ ἀπὸ
ἀνάγκης φύσεως· σὺ δέ μοι θέα, ὅτι οὕτως ἔζεον τῇ προθυμίᾳ,
ὅτι καὶ ἐν τριστέγῳ ἦσαν. οὔπω γὰρ ἢν ἡ ἐκκλησία.
Μῆ θορυβεῖσθε· ἡ γὰρ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν αὐτῷ ἐστιν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐκ εἶπεν, ἀναστήσεται, ἐγερῶ γὰρ αὐτόν· <lb n="5"/>
ἀλλ’ ὅρα τὸ ἄτυφον αὐτοῦ καὶ παρακλητικὸν, “ἡ γὰρ ψυχὴ
“αὐτοῦ ἐν αὐτῶ ἐστιν.</p><lb n="11"/><p>Ἀναβὰς δὲ καὶ κλάσας ἄρτον καὶ γευσάμενος, ἐφ’
<lb n="12"/> ἱκανόν τε ὁμιλήσας ἄχρις αὐγῆς, οὕτως ἐξῆλθεν. ἤγαγον
δὲ τὸν παῖδα ζῶντα, καὶ παρεκλήθησαν οὐ μετρίως. <lb n="10"/>
Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι καὶ ὁ Παῦλος νεκρὸν ἤγειρεν
καλούμενον Εὔτυχον.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. τοῦτο διέκοψε τὸν λόγον, οὐ μὴν ἔβλαψε
τὸν λόγον· ὁρᾶς τοῦ δείπνου τὸ ἀπέριττον· τίνος δὲ ἕνεκεν ἐν νυκτὶ
διελέγετο; “ἔμελλεν ἐξιέναι,” φησὶ, καὶ οὐδὲ ὁρᾶν αὐτοὺς λοιπόν.</p><lb n="15"/><p>Τοῦ αὐτοῦ. Ὁρᾶς ὅπως διενυκτέρευον· τοιαῦται τράπεζαι
ἦσαν, ὡς νήφοντας πάλιν ἀπιέναι τοὺς ἀκροατὰς πρὸς ἀκρόασιν
ἐπιτηδείους.</p><p>* Παράπλους Παύλου ἀπὸ Ἐφέσου ἄχρι Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης.</p><lb n="13"/><p>Ἡμεῖς δὲ προελθόντες ἐπὶ τὸ πλοῖον, ἀνήχθημεν εἰς <lb n="20"/>
τὴν Ἄσσον k, ἐκεῖθεν μέλλοντες ἀναλαμβάνειν τὸν Παῦλον·
οὕτως γὰρ ἐντεταλμένος ἦν, ὡς μέλλων αὐτὸς πεζεύειν.
<lb n="14"/> ὡς δὲ συνέβαλεν ἡμῖν εἰς τὴν Ἄσσον, ἀναλαβόντες
<lb n="15"/> αὐτὸν, ἤλθομεν εἰς τὴν Μιτυλήνην· κἀκεῖθεν ἀποπλεύσαντες,
τῇ ἐπιούσῃ κατηντήσαμεν ἄντικρυς Χίου. τῇ δὲ <lb n="25"/>
ἑσπέρᾳ παρεβάλομεν εἰς Σάμον· καὶ μείναντες ἐν Τρωγυλλίῳ,
<lb n="16"/> τῇ ἐχομένῃ ἤλθομεν εἰς Μίλητον· κεκρίκει γὰρ
ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται
αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῆ Ἀσίᾳ·</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. τὸν μὲν κουφότερον ἐκείνοις ἐπιτρέπων, τὸ δὲ <lb n="30"/>
ἐπιπονώτερον αὐτὸς αἱρούμενος, ἐπέζευεν ἅμα, καὶ πολλὰ οἰκονομῶν,
παιδεύων τὲ αὐτοὺς χωρίζεσθαι αὐτοῦ.</p><note type="footnote">k νᾶσον Cod. ut et inf.</note><pb n="330"/><p>Ἔσπευδε γὰρ, εἰ δυνατὸν εἴη αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς
Πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἰεροσόλυμα.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα καὶ ἀνθρωπίνως αὐτὸν κινούμενον l. διὰ
γὰρ τοῦτο ταῦτα γίνεται, ἵνα μὴ νομίσωμεν, ὅτι ὑπὲρ φύσιν τὴν
ἀνθρωπίνην ἦν· καὶ ἐπιθυμοῦντα αὐτὸν ὁρᾶς καὶ σπεύδοντα, καὶ <lb n="5"/>
οὐκ ἐπιτυγχάνοντα πολλάκις· οἱ γὰρ ἅγιοι καὶ μεγάλοι ἄνδρες
ἐκεῖνοι, τῆς μὲν φύσεως ἡμῖν τῆς αὐτῆς ἐκοινώνουν, τῆς δὲ παραινέσεως
οὐκέτι· διὸ καὶ πολλὴν ἐπεσπῶντο τὴν χάριν· ὅρα γοῦν
πόσα καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν οἰκονομοῦσιν.</p><lb n="17"/><p>Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς Ἔφεσον, μετεκαλέσατο <lb n="10"/>
τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅρα αὐτὸν καὶ ἐπειγόμενον παραπλεῦσαι καὶ μὴ
παρορῶντα, ἀλλὰ καὶ τὸ πᾶν οἰκονομοῦντα· τοὺς ἄρχοντας μεταπεμψάμενος·
δι’ ἐκείνων αὐτοῖς διελέγετο· ἄξιον δὲ θαυμάσαι, πῶς
εἰς ἀνάγκην ἐμπεσὼν τοῦ μεγάλα τινὰ περὶ ἑαυτοῦ εἰπεῖν, πειρᾶται <lb n="15"/>
μετριάζειν· καθάπερ Σαμουὴλ ὁ προφήτης, μέλλων παραδιδόναι
τὴν ἀρχὴν τῷ Σαούλ.</p><lb n="18"/><p>Ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτὸν, εἶπεν, ὑμεῖς ἐπίστασθε,
ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, πῶς
<lb n="19"/> μεθ’ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην, δουλεύων <lb n="20"/>
Κυρίῳ μεθ’ ὑμῶν μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης,</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὅρα τι μάλιστα ἄρχουσι προσήκει· μισοῦντας,
φησὶν, ὑπερηφανίαν, ὃ μάλιστα ἄρχουσιν ἁρμόζει· διὰ τὸ ἀνάγκην
εἶναι ἀπονοίας αὐτοῖς τοῦτο ἧ υποθεσις τῶν ἀγάθων ὡσπερ
οὖν ὁ Χριστὸς ἔλεγε, “μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι· οὐχ <lb n="25"/>
ἁπλῶς δὲ τὸ ταπεινοφροσύνης, ἀλλὰ “μετὰ πάσης· πολλὰ γὰρ
εἴδη τῆς ταπεινοφροσύνης· ἐν λόγῳ· ἐν ἔργῳ· πρὸς ἄρχοντας· πρὸς
ἀρχομένους· εἶτα τὸ ἥμερον πανταχοῦ· κοινωνίᾳ πολλῇ “μεθ᾿ ὑμῶν,
φησιν, “ἐγενόμην δουλεύων τῷ Κυρίῳ·” κοινοποιεῖται τὰ κατορθώματα·
οὐδὲν αὐτοῦ ἐξαίρετον.</p><lb n="30"/><p>Ἀμμωνίου. Οὐχ ὡς ἐπαινῶν ἑαυτὸν ὁ Παῦλος καταλέγει τὰς
προσούσας αὐτῷ ἀρετάς· ἄτοπον γὰρ καὶ μάλιστα πρὸς εἰδότας
<note type="footnote">1 κινεῖ Cod., sed corr. rec. m.</note>
<pb n="331"/>
λέγειν, ἀλλ’ ἵνα μιμηταὶ αὐτοῦ γένωνται ἐν πᾶσι· καθὼς ἐν τέλει
τῆς αὐτοῦ δημηγορίας φησὶ, πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν· ὅτι οὕτω
κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων.</p><p>Διδύμου. Ἐπεὶ οὐ πᾶσι συμφέρει τὰ ὑπερφυῶς καὶ
τῶν ἀληθῶν, τὰ βελτιοῦντα οἷς συμφέρει εἶπεν· αὐτοὺς δὲ <lb n="5"/>
μάρτυρας φέρει τοῦ οὕτω πεποιηκέναι· εἰ δὲ πρεσβύτεροι τῆς
Ἐκκλησίας εἰσὶν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπισκοπεῖν τὸ ποίμνιον
τεθειμένοι, μήτις δὲ παράδοξον ἡγείσθω ἀκούων, μὴ ἑκάστῳ πάντα
τὰ ἀληθῆ συμφέρειν· καὶ γὰρ αὕτη ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος
δίδοται τοῖς λαμβάνουσι πρὸς τὸ συμφέρον· τοῦ γὰρ λαμβάνοντος <lb n="10"/>
ἐλάττωσιν δηλοῖ, ἀλλ’ οὐ τοῦ διδομένου, μὴ δυναμένου δέξασθαι
τὸ ὑπὲρ αὐτῶν ἐπὶ τῷ λυσιτελεῖ.</p><p>Καὶ πολλῶν δακρύων καὶ πειρασμῶν, τῶν συμβάντων
μοι ἐν ταῖς ἐπιβουλαῖς τῶν Ἰουδαίων·</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁρᾶς ὅτι ἀλγεῖ τοῖς γινομένοις· ἐνταῦθα <lb n="15"/>
δὲ αὐτοῦ καὶ τὸ συμπαθὲς δοκεῖ δηλοῦν· ἔπασχε γὰρ ὑπὲρ τῶν
ἀπολλυμένων, ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ποιούντων· ἐπεὶ ὑπὲρ τῶν εἰς αὐτὸν
καὶ ἔχαιρεν· ἐκείνου γὰρ ἦν τοῦ χοροῦ τοῦ χαίροντος ὅτι κατηξιώθησαν
ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος ἀτιμασθῆναι· καὶ πάλιν λέγει νῦν, χαίρω
ἐν τοῖς παθήμασι μου ὑπὲρ ὑμῶν.</p><lb n="20"/><p>Τοῦ αὐτοῦ εκ τοῦ πρὸς Κολοσσαεῖσ. Εἰκότως ἐκείνοις
ταῦτα εἶπεν, ἡνίκα ἀπὸ τῆς Ἐφέσου αὐτοὺς εἰς τὴν Μίλητον·
διδασκάλοις γὰρ ἔλεγεν, ὥστε ἐκείνους μὲν καὶ τὸ συναλγεῖν
ἀπαιτεῖ· τούτους δὲ τὸ κινδυνεύειν μόνον· ποίαν βούλει παραβαλεῖν
πηγὴν τοῖς δάκρυσι τούτοις; τὴν ποτίζουσαν τὴν γῆν ἅπασαν; <lb n="25"/>
ἀλλ’ οὐδὲν ἶσαν ἐρεῖς· αὕτη γὰρ ἡ τῶν δακρύων πηγὴ, ψυχὰς
ἐπότιζεν, οὐ γῆν· ἥτις ἡμῖν δεδρακυμένον ἔδειξε Παῦλον καὶ στενάζοντα·
οὐ πολλῷ βέλτιον ἦν ἰδεῖν ἢ μυρίους χοροὺς φαιδρῶς
ἐστεφανωμένους; Καὶ μετ’ ὀλίγα—τούτοις ἄρδεται ἡ Ἐκκλησία,
τούτοις ψυχαὶ φωτίζονται τοῖς δάκρυσι· κἂν πῦρ ᾖ, ταῦτα τὰ <lb n="30"/>
δάκρυα σβέσαι δύναται καὶ αἰσθητὸν καὶ σωματικόν· ταῦτα τὰ
δάκρυα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέννυσι. μνημο-
νεύωμεν τοίνυν αὐτοῦ τῶν δακρύων, καὶ πάντων καταγελασόμεθα
τῶν παρόντων· ταῦτα ἐμακάριζεν ὁ Χριστὸς τὰ δάκρυα, λέγων,

<pb n="332"/>
“μακάριοι οἱ πεινῶντες· καὶ μακάριοι οἱ κλαίοντες, ὅτι αὐτοὶ
“γελάσονται.</p><lb n="30"/><p>Ὡς οὐδὲν τῶν συμμφερόντων ὑπεστειλάμην, τοῦ μὴ
ἀναγγεῖλαι ὑμῖν καὶ διδάξαι ὑμᾶς</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἐνταῦθα χαρακτῆρα διδασκαλίας δείκνυσι <lb n="5"/>
τὸ ἄφθονον, τὸ ἄοκνον· καὶ “τῶν συμφερόντων· ἦν γὰρ ἃ οὐκ
ἔδει μαθεῖν· ὥσπερ γὰρ τὸ τινὰ κρύπτεσθαι φθόνος, οὕτως τὸ πᾶν
λέγειν ἀνοίας· διὰ τοῦτο προσέθηκε “τῶν συμφερόντων· οὐκ εἶπε
μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐδίδαξεν.</p><p>ἘΞ ἀνεπιγράφου. Αὕτη διδασκάλῳ πρέπουσα ἡ παρρησία· <lb n="10"/>
οὗτος ὁ νόμος τοῖς ἐκκλησιῶν προισταμένοις συγγέγραπται· τοῦτο
μὴ πράττοντας εὐθύνει παρὰ τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο Χριστός.</p><lb n="21"/><p>Δημοσίᾳ καὶ κατ’ οἴκους, διαμαρτυράμενος Ἰουδαίοις
τε καὶ Ἕλλησι τὴν εἰς τὸν Θεὸν μετάνοιαν, καὶ πίστιν
εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.</p><lb n="15"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐχὶ πρὸς ὑμᾶς μόνον· ἐνταῦθα ἡ παρρησία·
καὶ ὅτι κἂν μηδὲν ὀφελῶμεν λέγειν δεῖ· τὸ γὰρ διαμαρτύρασθαι
τοῦτό ἐστιν, ὅταν πρὸς τοὺς μὴ προσέχοντας λέγωμεν· τὸ
γὰρ διαμαρτύρασθαι ὡς ἐπὶ πολὺ τοῦτο ἐστιν.</p><lb n="22"/><p>Καὶ νῦν ἰδοὺ, δεδεμένος ἐγὼ τῷ Πνεύματι πορεύομαι <lb n="20"/>
εἰς Ἰερουσαλὴμ, τὰ ἐν αὐτῇ συμβησόμενά μοι μὴ
εἰδὼς,</p><p>Τοῦ αὐτοῦ. τοῦτο διατί φησι; παρασκευάζων αὐτοὺς ἀεὶ
ἑτοίμους εἶναι πρὸς κινδύνους, καὶ τοὺς δήλους καὶ τοὺς ἀδήλους,
καὶ πάντα τῷ Πνεύματι πείθεσθαι.</p><lb n="25"/><p>ἘΞ ἀνεπιγράφου. Εἰς τὸ δεδεμένος ὑποστίξαι δεῖ· ἵνα ᾖ
διάνοια αὕτη· πορεύομαι εἰς Ἰερουσαλὴμ, προγνοὺς διὰ τοῦ Πνεύματος
τὰ ἐσόμενα, πορεύομαι δέσμιος ὤν.</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι οὐ πάντα ἴσασιν οἱ
ἀλλ’ ὅσα ὑποβάλλει αὐτοῖς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα· ἰδοὺ γὰρ προειπὼν <lb n="30"/>
ὡς προφήτης ὁ Παῦλος “ὅτι δεσμὰ καὶ θλίψεις με μένουσι,” καὶ
ὅτι οὐκέτι ἤμελλον οἱ ἐν Ἐφέσῳ βλέπειν αὐτὸν, καὶ περὶ τῶν
γενησομένων ἐν αὐτοῖς κακοπιστων καὶ αἱρετικῶν, τὸ ἐν εἶπεν
ἀγνοεῖν· τὸ τί ἄρα ἔσται τούτων τὸ τέλος. πάντα γὰρ φανερώσας

<pb n="333"/>
αὐτῷ ὁ Κύριος, ἐκεῖνο μόνον ἔκρυψεν ἀπ’ αὐτῷ, τὸ τί ἄρα ἔσται
αὐτῷ μετὰ τὰ δεσμὰ καὶ τὰς θλίψεις· ἵνα μὴ ἐπαρθεὶς καὶ εἰδὼς
ὅτι πάντα τεύξεται τούτου, διὰ ὑπεροψίας ἐκπέσῃ· ἀλλ’ εἴασεν
αὐτὸ ἀμφίβολον αὐτῷ τὸ Πνεῦμα· ἵνα δεδιὼς τὸ τῆς σαρκὸς
ἀσθενὲς, δεηθῇ τοῦ Θεοῦ ῥυσθῆναι ἐκ πειρασμῶν.</p><lb n="5"/><p>Διδύμου. Ὁ ἑνωθεὶς τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ δέδεται ἐν
ὥστε μηδὲ κατὰ πόσον ἀποχωρίζεσθαι αὐτοῦ. ὁ οὕτω διαθέσεως
ἔχων δέσμιός ἐστι Χριστοῦ, ἔχων τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ· εἰ γάρ τις
Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ, τοῦ ἔχοντος
αὐτὸ, δηλονότι τὸν Χριστὸν ἔχοντος ἐν αὐτῷ· τούτοις τοῖς δεσμίοις <lb n="10"/>
συσφιγγόμενος καὶ ἐγκαλλωπιζόμενος τις γεννᾷ τοὺς παιδευομένους
ὑπ’ αὐτοῦ, ἑαυτοῦ τὲ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου δεσμοῖς· καὶ ἴε
ἐκ τῆς γραφῆς ἐπιμαρτύρασθαι· ὡς αἱ μετουσίαι τῶν θείων τούτων
δηλοῦνται τῷ ὀνόματι· φησὶ γὰρ ὁ Θεὸς πέρι τινων, “ ἐξέτεινα
“ αὐτοὺς ἐν δεσμοῖς ἀγάπης ἕως ἐμοῦ·” καὶ ἔν τισιν ἀντιγράφοις <lb n="15"/>
τῶν Ψαλμῶν φέρεται· “ τοὺς πεπεδημένους τῇ καρδίᾳ ἐν σοφίᾳ.
λεκτέον οὖν εἰς τὰ προκείμενα, ὅτι ἕτοιμος ὣν ὁ Ἀπόστολος περὶ
τὸ δεσμοῖς ὑποβάλλεσθαι ὑπὲρ εὐσεβείας· ἀκούσας μὴ δεῖν εἰς
Ιερουσαλὴμ ἀναβῆναι, διὰ τὸ πάντως ἐκεῖ γενόμενον θλίψεσι καὶ
δεσμοῖς ὑποβληθήσεσθαι, φησὶ, δεδεμένον τῷ Πνεύματι νῦν ἐπείγεσθαι <lb n="20"/>
ἐπὶ τὴν ‘Ιερουσαλὴμ, οὐκ ἀγνοοῦντα τὰ ἐν αὐτῇ ἀπαντησομενα·
ταύτης τῆς προαιρέσεως αὐτοῦ παραστατικὸν καὶ τὸ
“ καθημέραν ἀποθνήσκω· καὶ τὸ “ ἀεὶ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνα-
“ τον παραδιδόμεθα διὰ Χριστὸν ᾿Ιησοῦν·” εἰς τοῦτο λήψῃ τὸ ὑπὸ
τοῦ ‘Υμνῳδοῦ m λεχθὲν, τὸ “ ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, ἐπεὶ δυνατὸν <lb n="25"/>
ὑποστίξαντας εἰς τὸ “ δεδεμένος,” ἀφ’ ἑτέρας ἀρχῆς ἀναγνῶναι
τὸ “ τῷ Πνεύματι πορεύομαι εἰς ‘Ιερουσαλήμ.</p><lb n="23"/><p>Πλὴν ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον κατὰ πόλιν διαμαρτύρεταί
μοι λέγων,</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἴνα δείξῃ ὅτι ἑκὼν ἀπέρχεται· ἵνα
δεσμὸν ἢ ἀνάγκην νομίσῃς, φησὶν, ὅτι “ κατὰ πόλιν.” Καὶ μετ’
ὀλίγα — “ Δεσμὰ καὶ θλίψεις με μένουσιν ὅτι μὲν πειρασμοὶ
οἷδα· ὁποῖοι δὲ οὐκ οἶδα· ὅπερ ἦν χαλεπώτερον.</p><note type="footnote">m τὸ ὑπὸ in marg. suppl. rec. m.</note><pb n="334"/><p>Πόλλας θλίψεις διαφόρως ὑπέμεινεν ὁ Παῦλος· καὶ τοῦτο
δείκνυσι, λέγων ἐν τῇ πρὸς Κορινθίους δευτέρᾳ Ἐπιστολῇ· “ εὐλό-
“γητος ὁ Θεὸς ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ θλίψει·” ἐξηγούμενος
δὲ τὸ ῥητὸν τοῦτο ὁ τῆς Κωνσταντίνου πόλεως Ἐπίσκοπος, ὁ ἁγιώτατος
Ἰωάννης, οὕτως φησὶν, “ οὐκ εἶπεν ὁ μὴ ἐῶν ἡμᾶς θλίβεσθαι, <lb n="5"/>
“ ἀλλ’ ἐν τῷ θλίβεσθαι παρακαλῶν· τοῦτο γὰρ καὶ τοῦ Θεοῦ τὴν
“ δύναμιν δείκνυσι, καὶ τῶν θλιβομένων αὔξει τὴν ὑπομονήν· ἡ γὰρ
“ θλίψις, φησὶ, “ τὴν ὑπομονὴν κατεργάζεται·” τοῦτο καἰ ὁ προ-
“φήτης ἔλεγεν· “ ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι· οὐκ εἶπεν ὅτι οὐκ εἴα-
“ σάς με ἐμπεσεῖν εἰς θλῖψιν· οὐδ’ ὅτι παρήγαγε ταχέως τὴν <lb n="10"/>
“ θλῖψιν, ἀλλ’ ὅτι μενούσης αὐτῆς ἐπλάτυνάς με· τουτέστι πο-
“ λὺν τὴν εὐρυχωρίαν καὶ τὴν ἄνεσιν πάρεσχες.”</p><lb n="24"/><p>Ὅτι δεσμὰ καὶ θλίψεις με μένουσιν. ἀλλ’ οὐδενὸς
λόγου ποιοῦμαι, οὐδὲ ἔχω τὴν ψυχὴν τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς
τελειῶσαι τὸν δρόμον μου μετὰ χαρᾶς, καὶ τὴν διακονίαν <lb n="15"/>
ἢν ἔλαβον παρὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι
τὸ εὐαγγέλιον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἕως οὗ, φησι, τελέσω “ τὸν
“ χαρᾶς·” ὅτι οὐκ ἀποδυρομένου ἦν τὰ ῥήματα, ἀλλὰ μετριάζοντος
καὶ παιδεύοντος ἐκείνους, καὶ συμπάσχοντος τοῖς γενομένοις οὐκ <lb n="20"/>
εἶπεν ὅτι ἀλγῶμεν, ἀνάγκη δὲ φέρειν, ἀλλ’ οὐδὲ ἡγοῦμαί τι·
τοῦτο πάλιν οὐκ ἐπαίρων ἑαυτὸν, ἀλλ’ ἐκείνους διδάσκων διὰ τῶν
προτέρων τὴν ταπεινοφροσύνην, διὰ δὲ τούτων, τὴν διδασκαλίαν,
τὴν παρρησίαν. Καὶ μετ’ ὀλίγα — “ Οὐ γὰρ ἔχω τιμίαν τὴν
“ ἐμαυτοῦ ψυχὴν, ἵνα ἀναστήσῃ αὐτῶν τὴν διανοίαν ταῦτά φησι, <lb n="25"/>
καὶ πείσῃ, μὴ μόνον μὴ φεύγειν, ἀλλὰ καὶ γενναίως φέρειν· διὰ
τοῦτο “ δρόμον καὶ διακονίαν” καλεῖ· τὸ μὲν δεικνὺς λαμπρὸν ἀπὸ
τοῦ δρόμου, τὸ δὲ ὀφειλόμενον ἀπὸ τῆς διακονίας.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τί οὖν ἀπέρχῃ, εἰ δεσμὰ καὶ θλίψεις σε
μένει ; διὰ τοῦτο αὐτὸ, ἵνα δεσμευθῶ διὰ Χριστόν· ἵνα ἀποθάνω δι’ <lb n="30"/>
αὐτόν· “ οὐ γὰρ μόνον δεθῆναι, ἀλλὰ καὶ ἀποθανεῖν ἑτοίμως ἔχω
“ ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.”</p><p>Ἀμμωνίου. Ἵνα κατὰ κοινοῦ λάβη τις τὸ “ ποιοῦμαι·” ἀντὶ
οὐ προτιμῶ τὴν ζωήν μου· ἀλλ’ οὐδὲ ἄλλου τινὸς ἀντιποιοῦμαι ἐν

<pb n="335"/>
τῷ νῦν βίῳ, ἣ τοῦ ἐκτελέσαι τὴν διακονίαν μου, καὶ πειθαρχῆσαι
τῇ τοῦ Κυρίου βουλῇ· οὐ γίνομαι κατὰ τὸν ‘Ιωνᾶν τὸν ἀπολιπόντα
τὴν διακονίαν τοῦ κηρύγματος, ἴνα μὴ φανῶ, φησι, ψεύστης, ἐν ᾧ
μὴ ἀποβαίνει τὰ παρ’ αὐτοῦ κηρυττόμενα. οὐ προτιμῶ δόξαν
ἀνθρώπων τῆς διακονίας, οὐ χρήματα, οὐκ ἄλλο τι· τοῦτο γὰρ <lb n="5"/>
οἶμαι σημαίνειν τὸ “ οὐδενὸς λόγου ποιοῦμαι.”</p><lb n="25"/><p>Καὶ νῦν ἰδοὺ, ἐγὼ οἶδα, ὅτι οὐκέτι ὄψεσθε τὸ πρόσωπόν
μου ὑμεῖς πάντες, ἐν οἷς διῆλθον κηρύσσων τὴν
βασιλείαν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὥστε εἰκότως διαμαρτύρομαι
μηκέτι παραγινόμενος, “ ὅτι καθαρός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος πάντων,
καὶ τὰ ἑξῆς.</p><lb n="26"/><p>Διὸ μαρτύρομαι ὑμῖν ἐν τῆ σήμερον ἡμέρᾳ, ὅτι καθαρός
εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος πάντων·</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὀρᾶς πῶς φοβεῖ πεπονημένας αὐτῶν τὰς
καὶ τεθλιμμένας ἐπιτρίβει· ἀλλ’ ἀναγκαῖον ἦν.</p><p>Ἐξ Ἀνεπιγράφου. “ Καθαρός εἰμι ἀπὸ τοῦ
εἰ νυστάξαντες ἀποθανεῖτε ἀπὸ τοῦ φονευτοῦ τῶν ψυχῶν· τὸ γὰρ
τοῦ διδασκάλου, φησὶ, πεποίηκα, τὸ ἀπαγγεῖλαι ὑμῖν τὴν βουλὴν
τοῦ Θεοῦ· αὕτη δέ ἐστιν ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ, <lb n="20"/>
ὡς ὁ Κύριος εἶπεν· “ ἵνα πιστεύσωσιν εἰς τὸν μονογενῆ αὐτοῦ,” τὸν
ἀποσταλέντα ἐξ οὐρανοῦ ἐπὶ σωτηρίᾳ τοῦ γένους ἡμῶν.</p><p>Ἀμμωνίου. “ Ὅτι καθαρός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος
καὶ ὀπίσω τοιοῦτόν τι ἐσημειωσάμην, ὅτι ὁ ψευδοδιδάσκαλος δίκην
ὑπέχει ὑπὲρ τῶν ψυχῶν τῶν δεχομένων τὸν λόγον αὐτοῦ· ὡς τὸ <lb n="25"/>
αἷμα αὐτῶν, ὁ ἐστιν ἡ ζωὴ ἡμῖν, ἐκχέων· τὸ οὖν “ καθαρός εἰμι”
μᾶλλον τοῦτο σημαίνει· μαρτύρομαι, ὅτι ἡ διδασκαλία μου οὐδένα
τῆς αἰωνίου ζωῆς ἀποστερεῖ, ἀλλὰ προτίθησι καὶ οὐρανῶν βασιλείαν·
ὁ οὖν μὴ πειθαρχῶν μοι, ἑαυτὸν αἰτιάσθω ὡς φονέα· ἀθῷος
γάρ εἰμι ἐγὼ ἀπὸ τοῦ αἵματος πάντων τῶν ἀκουόντων τῶν λόγων <lb n="30"/>
κα μὴ πιστευόντων.</p><p>Διδύμου. Ὁ ἐν τῷ διδάσκειν τοὺς ὠφελεῖσθαι δυναμένους
βλάπτων τινὰ αὐτῶν, καὶ ἐν τούτῳ μιμητὴς Παύλου γενόμενος,

<pb n="336"/>
ἐρεῖ καθαρὸς εἶναι ἀπὸ τοῦ αἵματος πάντων τῶν ἀκροατῶν, σφάττοντος
δηλονότι τὸν μανθάνοντα δι’ ἀπάτης τοῦ διδάσκοντος· ὡς
ἐκχεῖσθαι αὐτοῦ τὴν ζωτικὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς, αἷμα ἀλληγορικωτερον
ὠνομασμένην. πρὸς τῇ προκειμένῃ φωνῇ παρρησιάζεται, ὡς
διεστείλατο αὐτοῖς πᾶσαν τὴν τοῦ Θεοῦ βουλὴν, ἀπαγγείλας αὐτὴν <lb n="5"/>
αὐτοῖς· εἶτα ἐπεὶ καθάπαξ λεγομένη, πᾶσα ἡ τοῦ Θεοῦ βουλὴ
ἀκατάληπτος τοῖς γενητοῖς ἐστι· “ τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου ;
ἐπιστατέον ποίαν ἔχει διάνοιαν τὸ προκείμενον· μή ποτ’ οὖν ἐπεὶ
πρόσκειται τὸ ἀπήγγειλα ὑμῖν, σημαίνεται, ὡς “ πᾶσαν ἐκείνην
“ τὴν βουλὴν” λέγει, ἣν δυνατὸν εἰπεῖν καὶ ἀκοῦσαι ἀνθρώποις· <lb n="10"/>
συμφωνήσει γὰρ ταύτῃ τῇ νοήσει καὶ τὸ “ ἐκ μέρους γινώσκομεν·
καὶ γὰρ αὕτη ἡ γνῶσις, ὡς πρὸς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, μερική
ἐστιν αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, ὡς τοιαύτη οὔσῃ καὶ πληρεστάτη οὖσα·
δυνατὸν δὲ “ πᾶσαν βουλὴν Θεοῦ λέγεσθαι, τὴν περὶ τῆς δόσεως
τοῦ νόμου καὶ προφητῶν καὶ τοῦ Εὐαγγελίου οἴονται γὰρ πᾶσαν <lb n="15"/>
αὐτὴν ἀπαγγέλλεσθαι διδασκαλικῶς.</p><lb n="27"/><p>Οὐ γὰρ ὑπεστειλάμην τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι πᾶσαν τὴν
βουλὴν τοῦ Θεοῦ ὑμῖν.</p><p>Ἄρα ὁ μὴ λέγων ὑπεύθυνός ἐστι τοῦ αἵματος, τουτέστι τῆς
σφαγῆς· οὐδὲν τούτου φοβερώτερον. δείκνυσιν ὅτι κἀκεῖνοι ἃν μὴ <lb n="20"/>
ποιῶσιν, ὑπεύθυνοι εἰσι τοῦ αἵματος· καὶ δοκεῖ μὲν ἀπολογεῖσθαι,
ἐκείνους δὲ φοβεῖ.</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον, ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ ὁ διδάσκαλος
τοὺς πιστοὺς τῶν ὅσα πρὸς θεοσέβειαν ἄγει.
<lb n="28"/> Προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς <lb n="25"/>
τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους,</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ὀρᾶς δύο προσέταξεν· οὔτε γὰρ τὸ
μόνον ἔχει κέρδος· “φοβοῦμαι γάρ, φησι, “ μήπως ἄλλοις κη-
“ρύξας, αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι· οὔτε τὸ ἑαυτοῦ ἐπιμελεῖσθαι ἔχει·
ὁ γὰρ τοιοῦτος φίλαυτος, καὶ τὸ ἑαυτοῦ ζητεῖ· καὶ τοῦ τὸ τάλαντον <lb n="30"/>
καταχώσαντος ἶσος ἐστίν· οὐκ ἐπειδὴ προτιμοτέρα ἡ ἡμετέρα
σωτηρία τοῦ ποιμνίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὅταν ἑαυτοῖς προσέχωμεν, τότε
καὶ τὸ ποίμνιον κερδαίνομεν. “ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἄγ’ ἴον ἔθετο

<pb n="337"/>
ἐπισκόπους ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου· ἰδοὺ καὶ ἄλλη
ἀνάγκη τοῦ Κυρίου ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία.</p><p>Ὁρᾶς παρὰ τοῦ Πνεύματος τὴν χειροτονίαν ἔχετε ποιμαίνειν
τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου.</p><p>Ἀμμωνίου. “Ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκό- <lb n="5"/>
“ πους·” σημειωτέον ὅτι οὓς ὀπίσω ἐκάλεσε πρεσβυτέρους, ὧδε
ἐπισκόπους καλεῖ· ἤτοι καὶ διὰ τὸ τοὺς πρεσβυτέρους ἀνάγκην
ἔχειν ἐποπτεύειν τὰ τῆς Ἐκκλησίας λογικὰ ποίμνια· μήτις ἀσθενεῖ
τῇ πίστει, μήτις πεινᾶ ἣ δίψᾳ, ἣ ἐλέγχου καὶ ἐπιστροφῆς
δεῖται, κατὰ τὸ ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον· ἣ καὶ ἐπισκόπους <lb n="10"/>
ὧδε τοὺς Ἐπισκόπους λέγει.</p><p>Διδύμου. “ Προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ,
τὰ ἑξῆς· ἐπεὶ μὴ ἐκ φύσεως, ἀλλ’ ἐξ οἰκείας τῆς ἐκ τοῦ ἐφ’ ἡμῖν
ἀρετῆς χειροτονεῖταί τις εἰς ἐπισκοπὴν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
ἐκπεσεῖν δυνατὸν τοιαύτην τάξιν ἔχοντα τινὰ, εἰ μὴ προσέχοι. εἰ <lb n="15"/>
γὰρ διὰ κατασκευὴν οὐσίας ὡρίζετό τις ποιμὴν εἶναι τῆς Ἐκκλησίας,
ἀμεταπτώτως εἶχεν, ἣν ἔσχεν ἀρχήν· λέγειν δὲ μὴ μόνον
προσέχειν δεῖν ἑαυτοῖς τοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ καὶ τῷ ποιμνίῳ ὃ
περιεποιήσατο ο ὁ Σωτῆρ’ τῷ ἰδίῳ αἵματι· καὶ ὥσπερ ὁ ἑαυτῷ
προσέχων, καὶ τὴν προσοῦσαν ἀρετὴν καὶ εὐσέβειαν τηρῶν, οὐκ <lb n="20"/>
ἐκπεσεῖται, ὡς ὁρμῆσαι ἐπὶ τὸ λέγειν διεστραμμένα κατὰ ψευδοδοξίαν
ἤτοι ἐριθείαν, πρὸς τὸ ἀποσπᾶν τοὺς Χριστοῦ μαθητὰς ἐπὶ
τῷ ἑαυτὸν μιμεῖσθαι καὶ ἕπεσθαι αὐτῶ, οὕτω καὶ τῷ ποιμνίῳ δεῖ
προσέχειν, ἀποστρέφοντα ἀπ’ αὐτῶν τοὺς ψευδαποστόλους λύκους,
βαρεῖς ὄντας, ζῶντας ἐπὶ λύμῃ τῶν προβάτων· ἀποστρέφει δέ τις <lb n="25"/>
τούτους, δυνατὸς ὣν τοὺς λέοντας ἐπιστομίζειν, τῷ διαλύειν τὰς
ἀπατηλὰς αὐτῶν διδασκαλίας· εἰς τοῦτο ληπτέον τὰ περὶ αὐτῶν
εἰρημένα, “ ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες” ἀποστρέφει δὲ τοὺς
οὕτω λύκους, καλὸς ὣν ποιμὴν, ὁ τεθειμένος ὑπὸ τοῦ Πνεύματος
ἐπισκοπεῖν τὴν Ἐκκλησίαν· τοῦ μισθωτοῦ, καὶ οὐ ποιμένος ὄντος, <lb n="30"/>
φεύγοντος, ἐρχομένου τοῦ λύκου ἐπὶ τῷ σκορπίσαι καὶ ἀπολέσαι
τὰ πρόβατα· μισθωτὸς δὲ καὶ οὐ ποιμήν ἐστιν, ὅτι κέρδει καὶ
μισθῷ προιστάμενος τοῦ κοινοῦ, ἀλλ’ οὐ διὰ τὸ συμφέρον. ἐπιστα-
<note type="footnote">ο περὶ ἐποιήσατο Cod.</note>Χ Χ

<pb n="338"/>
τέον δὲ ὡς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ποιμένας καὶ ἐπισκόπους τίθησι τῇ
Ἐκκλησίᾳ, ὡς καὶ ὁ Θεὸς τίθησιν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ “πρῶτον Ἀπο-
“στόλους,” καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου,</p><p>ἘΞ ἀνεπιγράφου. Πολλοὶ τῶν ἀνοήτων, μᾶλλον δὲ τῶν σφόδρα <lb n="5"/>
πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἀπεχθῶς διακειμένων, διαβάλλουσι τοὺς
λέγοντας, σῶμα καὶ αἷμα Θεοῦ τὸ σωτήριον· οἷς ἀναγκαῖον αὐτὰ
παραθεῖναι τοῦ Κυρίου τὰ ῥήματα· τίνα δέ ἐστιν, ἄκουε αὐτοῦ
λέγοντος, “ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἔχει
“ζωὴν αἰώνιον· ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς.” “οἱ πατέρες ὑμῶν,” <lb n="10"/>
πρὸς Ἰουδαίους λέγων, “ἔφαγον τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἀπέ-
“θάνον· οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς, ἵνα τις
“ἐξ αὐτοῦ φάγῃ, καὶ μὴ ἀποθάνῃ· ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ
“τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τοῦ ἐμοῦ ἄρτου, ζήσεται
εἰς τὸν αἰῶνα ὁ δὲ ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω αὐτῷ, ἡ σάρξ μου ἐστὶν <lb n="15"/>
“ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς.” Καὶ πάλιν μεθ’ ἕτερα—“Ἀμὴν,
“ἀμὴν, λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώ-
“που, καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς· ὁ
“τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώ-
“νιον· κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ· ἡ γὰρ σάρξ <lb n="20"/>
“μου ἀληθής ἐστι βρῶσις· καὶ τὸ αἱμα μου ἀληθής ἐστι πόσις·
ο τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει,
“κἀγὼ ἐν αὐτῷ. καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν Πατὴρ, κἀγὼ ζῶ διὰ
“τὸν Πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι’ ἐμέ.” Καὶ
πάλιν—“Ὁ τρώγων τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. ὁρᾶς πανταχοῦ <lb n="25"/>
αὐτὸν ἐσθίεσθαι λέγει, καὶ οὐχ ἕτερα ἐν ἑτέρῳ· τούτοις
οὖν τοῖς δεσποτικοῖς ῥήμασι πειθόμενος ὁ μαθητὴς, τὴν Ἐκκλησίαν
αὐτοῦ λέγει λελυτρῶσθαι τῷ ἰδίῳ αἵματι· “ἣν” γάρ φησι
“περιεποιήσατο ὁ Θεὸς διὰ τοῦ αἵματος τοῦ ἰδίου· θάρρει, οὖν ὦτ’
ἄνθρωπε, τούτοις πειθόμενος τοῖς λόγοις· καὶ μηδὲν ἐνδοιάσεις <lb n="30"/>
ἀκούειν ὥσπερ Ἰουδαῖοι, αἷμα καὶ σῶμα Θεοῦ τὸ σωτήριον, δι’ οὗ
λυτρωθεὶς υἱὸς Θεοῦ γέγονας, καὶ κληρονόμος, ἐὰν θέλῃς, τῆς αἰωνίου
ζωῆς.</p><p>Ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ αἵματος τοῦ ἰδίου.</p><pb n="339"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Δείκνυσι τίμιον τὸ πρᾶγμα, ὅτι οὐχ ὑπὲρ
μικρῶν ὁ κίνδυνος· εἴγε οὐδὲ τοῦ ἰδίου αἵματος ἐφείσατο· ἐκεῖνος
μὲν ἵνα ἐχθροὺς καταλλάξῃ, καὶ τὸ αἷμα ἐξέχεε· σὺ δὲ οὐδὲ
φίλους γινομένους ἰσχύεις κατασχεῖν.</p><lb n="29"/><p>Ἐγὼ οἶδα ὅτι μετὰ τὴν ἄφιξίν μου, εἰσελεύσονται <lb n="5"/>
<lb n="30"/> λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς, μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ
ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα,
τοῦ ἀποσπᾷν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. πάλιν ἄλλοθεν αὐτοὺς ἐπιστρέφει ἀπὸ τῶν ἐσομένων·
ὥσπερ ὅταν λέγῃ· “οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα <lb n="10"/>
“καὶ σάρκα·” “ὅτι εἰσελεύσονταί,” φησι,” μετὰ τὴν ἄφιξίν
“μου λύκοι βαρεῖς· διπλοῦν τὸ κακὸν, ὅτι τὲ αὐτὸς οὐ πάρεστιν,
ὅτι τὲ ἕτεροι ἐπιθήσονται· τι οὖν ἀπέρχῃ εἰ p τοῦτο προοῖδας; τὸ
Πνεῦμά με ἕλκει· καὶ “λύκοι βαρεῖς οὐ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου·
καὶ τὸ χαλεπώτερον, ἐξ ὑμῶν αὐτῶν τὸ βαρύ· ὅταν καὶ ἐμφύλιος <lb n="15"/>
ὁ πόλεμος ᾖ, περισπούδαστον σφόδρα τὸ πρᾶγμα· Ἐκκλησία γάρ
ἐστι· μέγας ὁ κίνδυνος· αἵματι γὰρ αὐτὴν ἐλυτρώσατο· πολὺς ὁ
πόλεμος καὶ διπλοῦς.</p><p>Κυρίλλου Ἀλεξανδρείασ. Ἵνα μὴ ξενιζώμεθα τῶν αἱρετικῶν
τὰ ἐκβράσματα, Πνεύματι Ἁγίῳ ἀσφαλιζόμενος ἡμᾶς ταῦτά <lb n="20"/>
φησι.</p><p>Ἀμμωνίου. Τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν· ὁ γὰρ
τῶν αἱρετικῶν σκοπὸς σπουδάζει περιποιῆσαι ἑαυτοῖς λαὸν, οὐ τῷ
Κυρίῳ· ἵνα ἑαυτοῖς καυχῶνται, ἐμφερομένου αὐτοῖς τοῦ ὀνόματος
τῶν αἱρετικῶν, ἵνα ἐξ αὐτοῦ χρηματίζωσιν· οἷον ἐκ Μάνη, <lb n="25"/>
Μανιχαῖοι· ἐξ Ἀρείου, Ἀρειανοί· ἐκ Νεστορίου, Νεστοριανοί·
καὶ ἄλλα αἱρέσεων εἴδη· τοῦτο προαναστέλλων αὐτὸς ὁ Παῦλος
ἐπιστομίζει, καὶ μέμφεται τοὺς λέγοντας· “ἐγὼ μὲν εἰμὶ
“Παύλου· ἐγὼ δὲ Ἀπολλῶ· ἐγὼ δὲ Κηφᾶ·” μὴ θέλων ἐξ ὀνομασίας
ἀνθρώπου δηλοῦσθαι αὐτῶν τὸ σύστημα, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Χριστοῦ, <lb n="30"/>
Χριστιανοὺς πάντας ὀνομάζεσθαι θέλων· κἂν παρὰ διαφόρων
διδασκάλων κατηχήθησαν. ὅταν οὖν οἱ πάντες ἕνα σκοπὸν
ἔχωσιν οἱ διδάσκαλοι, τὸ τὴν ἀληθῆ καταγγεῖλαι πίστιν, σβεννυ-
<note type="footnote">p εἰς Cod.</note>
<pb n="340"/>
μένου τοῦ ἐξ ἰδικοῦ διδασκάλου χρηματίζειν τοὺς μαθητὰς, τῷ
κοινῷ ὀνόματι καλοῦνται Χριστιανοί· εἰ δέ τι παρατρώσουσι τῶν
τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων οἱ καθηγηταὶ, σβεννυμένης τῆς καθολικῆς
προσηγορίας, ἐπὶ τὸ ἰδικὸν τοῦ διδάξαντος ἀνάγονται ὄνομα.</p><lb n="31"/><p>Διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ <lb n="5"/>
ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα
ἕκαστον.</p><p>Δεῖ τὸν διδάσκαλον συμπαθῆ εἶναι, καὶ ἀνενδότως διδάσκοντα
νυκτὸς καὶ ἡμέρας.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα πάσαι ὑπερβολαί· μετὰ δακρύων <lb n="10"/>
καὶ νύκτα καὶ ἡμέραν· καὶ ἕνα ἕκαστον· οὐ γὰρ εἰ πολλοὺς εἶδε
τότε ἐφίστατο, ἀλλ’ ᾔδει καὶ ὑπὲρ μιᾶς ψυχῆς πάντα ποιεῖν·
οὕτως γοῦν αὐτοὺς συνεκρότησεν· ἀρκεῖ τὰ παρ’ ἐμοῦ· τριετίαν
ἔμεινα· ἱκανῶς ἐστερεώθησαν, φησὶν, ἱκανῶς ἐριζώθησαν.</p><lb n="32"/><p>Καὶ τανῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοὶ, τῷ Θεῷ καὶ <lb n="15"/>
τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ, τῷ δυναμένῳ οἰκοδομῆσαι
καὶ δοῦναι ὑμῖν τὴν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις
πᾶσιν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅπερ ἐπιστέλλων ποιεῖ, τοῦτο καὶ συμβουλεύων·
ἀπὸ παραινέσεως εἰς εὐχὴν τελευτᾷ· ἐπειδὴ γὰρ αὐτοὺς <lb n="20"/>
σφόδρα ἐφόβησε λέγων· “ὅτι λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς ἐλεύσονται,”
ἵνα μὴ καταπλήξῃ τῇ διανοίᾳ καὶ ἀπολέσῃ, ὅρα τὴν παραμυθίαν·
“καὶ τὰ νῦν,” φησι, “παρατίθεμαι ὑμᾶς τῷ Θεῷ, ἀδελφοὶ, καὶ
“τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ· τουτέστι τῇ χάριτι αὐτοῦ· ἡ
χάρις σώζει· συνεχῶς αὐτοὺς ἀναμιμνήσκει τῆς χάριτος, σπουδαιοτέρους <lb n="25"/>
ποιῶν ὡς ὀφειλέτας, καὶ πειθῶν θαρρεῖν.</p><p>Ἀμμωνίου. Δείκνυσιν ἀφανῶς καὶ λεληθότως, ὅτι ὁ Πατὴρ
καὶ Θεὸς, καὶ ὁ τούτου Υἱὸς Ἰησοῦς, ὁ Θεὸς Λόγος ἔνεισιν· οὐ
γὰρ εἶπε τοῖς δυναμένοις πληθυντικῶς, ἀλλ’ ἑνικῷ ὀνόματι τὴν
μοναδικὴν οὐσίαν ἀμφοτέρων ἐσήμανεν εἰπὼν “τῷ δυναμένῳ·’ ὥστε <lb n="30"/>
οὖν καὶ τὴν μίαν οἴδαμεν Πατρὸς καὶ Υἱοῦ οὐσίαν, καὶ ὅτι δύο
εἰσὶ καὶ ὑφίστανται, οὐκ ὀνόμασι ψιλοῖς δηλούμενοι, ἀλλ’ ἀληθείᾳ
ὑφιστάμενοι, ἐκ τῶν νῦν τῷ Παύλῳ λεγομένων εἰς καταρτισμὸν
τῶν τῆς Ἀσίας ἐκκλησίων.</p><pb n="341"/><lb n="33"/><p>Ἀργυρίου ἣ χρυσίου ἣ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα·</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. τὴν ῥίζαν ἀναιρεῖ τῶν κακῶν, τὴν φιλαργυρίαν·
“ἀργυρίου,” φησιν, “ἢ χρυσίου· οὐκ εἶπεν, οὐκ
ἀλλ’ οὐδὲ ἐπεθύμησα· οὐδὲ μέγα τοῦτο· τὸ δὲ ἑπόμενον μέγα·
“ὑμεῖς ἐπίστασθε· ὅτι ταῖς χρείαις μου, καὶ τὰ ἑξῆς.</p><lb n="5"/><p>Εξ Ἀνεπιγράφου. Νόμον τίθησι τοῖς διδασκάλοις,
οἰκονομεῖν τὰ καθ’ ἑαυτούς· μεγίστης γὰρ ὡς ἀληθῶς παρρησίας
τοῖς κηρύττουσι τὸ Εὐαγγέλιον, τὸ μηδενὸς τῶν ἐπιγείων
ἡττᾶσθαι.</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι δεῖ ἀποστρέφεσθαι τὴν φιλαργυρίαν, <lb n="10"/>
καὶ μηδενὸς τὸ σύνολον τῶν ἐπὶ γῆς ἐπιθυμεῖν.</p><p>Διδύμου. Μεγίστη παρρησία παιδεύοντος κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον,
τὸ μηδὲν τῶν συμπληρούντων πλοῦτον ἡττᾶσθαι· λέγονται
δὲ αἱ προκείμεναι λέξεις οὐ τοῖς τυχοῦσιν, ἀλλὰ τοῖς τεθεῖσιν
ἐπισκοπεῖν τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ μέγιστός γε ἔπαινος τὸ μὴ ἐπιθυμεῖν <lb n="15"/>
ἀλλοτρίου πλούτου· πόρρω γὰρ πάσης ἀδικίας ἡ τοιαύτη
πρόθεσις.</p><lb n="34"/><p>Αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου, καὶ τοῖς οὖσι
μετ’ ἐμοῦ, ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ὅρα αὐτὸν τῷ ἔργῳ κεχρημένον οὐχ <lb n="20"/>
ἁπλῶς ἀλλὰ κοπιῶντα· ὅρα πῶς ἐργάζετο μετὰ σπουδῆς ἄνθρωπος,
νύκτα καὶ ἡμέραν διαλεγόμενος.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καὶ ἐν τῇ πρὸς Θεσσαλονικεῖς Ἐπιστολῇ φησὶν,
“ἐργάζεσθαι ἐν ταῖς χερσὶν ὑμῶν·” ποῦ εἰσὶν οἱ ἔργον ζητοῦντες
τὸ πνευματικόν; ὁρᾶς πῶς αὐτοῖς πᾶσαν πρόφασιν ἀνεῖλεν εἰπὼν, <lb n="25"/>
“ταῖς χερσὶν ὑμῶν·” ἆρα νηστείαν τις ἐργάζεται ταῖς χερσί; ἆρα
παννυχίδας; ἀλλὰ χαμευνίαν οὐδεὶς τοῦτο ἃν εἴποι· ἀλλὰ περὶ
εργου q φησὶ του πνευματικοῦ· πνευματικὸν γὰρ οὕτως ἐστι, τὸ
τὸν ἐργαζόμενον ἑτέροις παρέχειν· καὶ οὐδὲν ἶσον τούτου.</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι ἡ ἀληθὴς ἐλεημοσύνη τὸ ἐκ τῶν <lb n="30"/>
ἰδίων κόπων διδόναι τοῖς ἐνδεέσι.</p><p>Διδύμου. Τοῖς προισταμένοις τῆς Ἐκκλησίας λέγεται ταῦτα,
ἵνα πρὸς τοῖς ἄλλοις μιμηταὶ τοῦ λέγοντος κρίναντες εἰναι, λή
<note type="footnote">q περιέργου Cod.</note>
<pb n="342"/>
ψεως χρημάτων ἀπέχονται· ἐμφαίνει γὰρ τοῦτο τὸ ἐπιφερόμενον
ἑξῆς· τὸ “πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν, ὅτι δεῖ κοπιῶντας ἀντιλαμβά-
“νεσθαι τῶν ἀσθενούντων,” ἐπικουροῦντας αὐτοῖς· ὑπάρξεται δὲ
τοῦτο, εἰ διὰ μνήμης οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου μένοιεν εἰρηκότος,
“μακάριον εἶναι μᾶλλον τοῦ λαμβάνειν τὸ διδόναι.” ὅθεν προκρινέσθω <lb n="5"/>
τοῖς ἐπισκόποις τὸ διδόναι.</p><lb n="35"/><p>Καὶ πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν, ὅτι οὕτως κοπιῶντας δεῖ
ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Οὐκ ἔχετε εἰς ἄγνοιαν καταφυγεῖν· “ὑπέδειξα”
διὰ τῶν ἔργων, ὅτι οὕτως κοπιῶντας δεῖ ἐργάζεσθαι· <lb n="10"/>
καὶ οὐκ εἶπεν ὅτι κακὸν τὸ λαβεῖν, ἀλλὰ βέλτιον τὸ μὴ λαβεῖν.
Καὶ μετ’ ὀλίγα—Τοῦτο συμπαθείας τῆς πρὸς τοὺς ἀσθενεῖς· ἐπεὶ
ἐκ τῶν ἀλλοτρίων διδόναι οὐ καλόν.</p><p>Μνημονεύετε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς
εἶπε, μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἣ λαμβάνειν.</p><lb n="15"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Καὶ ποῦ εἶπεν; ἴσως ἀγράφως παρέδωκαν οἱ
Ἀπόστολοι· ἢ ἐξ ὧν ἄν τις συλλογίσαιτο δῆλον· καὶ γὰρ ἔδειξε
τὴν παρρησίαν τὴν πρὸς τοὺς κινδύνους, τὴν συμπάθειαν τὴν πρὸς
τοὺς ἀρχομένους, τὴν διδασκαλίαν τὴν μετὰ παρρησίας, τὴν ταπεινοφροσύνην,
τὴν ἀκτημοσύνην· τοῦτο δὲ τῆς ἀκτημοσύνης μεῖζον· <lb n="20"/>
εἰ γὰρ ἐκεῖ “πώλησόν σου,” φησι, “τὰ ὑπάρχοντα, εἰ θέλεις
“τέλειος εἶναι,” ὅταν πρὸς τῷ μηδὲν λαμβάνειν, καὶ ἑτέρους τρέφῃ·
τί τούτου ἶσον; εἷς βαθμὸς, ῥίψαι τὰ αὐτοῦ· δεύτερος, ἑαυτῷ
ἐπαρκεῖν· τρίτος, καὶ ἑτέροις· τέταρτος, τὸ καὶ κηρύττοντα ἐξουσίαν
ἔχοντα λαμβάνειν, μὴ λαμβάνειν· ὥστε πολὺ τῶν ἀκτημόνων <lb n="25"/>
οὗτος βελτίων ἦν.</p><lb n="36"/><p>Καὶ ταῦτα εἰπὼν, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ, σὺν πᾶσι r
προσηύξατο.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς τῆς κατανύξεως
πολλὴ ἡ παράκλησις τὸ εἰπεῖν “παρατίθεμαι ὑμᾶς τῷ Κυρίῳ.”</p><lb n="30"/><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι δεῖ τὸν συνταττόμενον εὐχὴν καὶ
γονυκλισίαν ποιεῖσθαι σὺν πᾶσι τοῖς παροῦσι, καὶ οὕτως
αποχωρεῖν.</p><note type="footnote">r σύμπασι Cod.</note><pb n="343"/><lb n="37"/><p>Ἱκανὸς δὲ κλαυθμὸς ἐγένετο πάντων· καὶ ἐπιπεσόντες
ἐπὶ τὸν τράχηλον τοῦ Παύλου, κατεφίλουν αὐτόν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. τὴν διάθεσιν δείκνυσιν ἐκ τοῦ εἰπεῖν “ἐπὶ
“τὸν τράχηλον,” ἅτε ὑστέρας περιπλοκὰς περιπλεκόμενοι, καὶ
πολλὴν ἀπὸ τῆς δημηγορίας λαβόντες τὴν ἀγάπην καὶ τὸ <lb n="5"/>
φίλτρον.</p><lb n="38"/><p>Ὀδυνώμενοι μάλιστα ἐπὶ τῷ λόγῳ ᾧ εἰρήκει, ὅτι
οὐκέτι μέλλουσι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ θεωρεῖν. προέπεμπον
<lb n="1"/> δὲ αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον· ὡς δὲ ἐγένετο ἀναχθῆναι
ἡμᾶς ἀποσπασθέντας ἀπ’ αὐτῶν,</p><lb n="10"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Δείκνυσι τὴν βίαν τῶ εἰπεῖν “ἀποσπα-
“σθέντες ἀπ’ αὐτῶν καὶ εἰκότως· εἰς γὰρ τὴν θάλασσαν αὐτοὺς
λοιπὸν ἐμβῆναι οὐκ ἐνῆν.</p><p>Εὐθυδρομήσαντες ἤλθομεν εἰς τὴν Κῶ· τῆ δὲ ἑξῆς εἰς
<lb n="2"/> τὴν Ῥόδον, κἀκεῖθεν εἰς Πάταρα. καὶ εὑρόντες πλοῖον <lb n="15"/>
<lb n="3"/> διαπερῶν εἰς Φοινίκην, ἐπιβάντες ἀνήχθημεν. ἀναφανέντες
δὲ τὴν Κύπρον, καὶ καταλιπόντες αὐτὴν εὐώνυμον,
ἐπλέομεν εἰς Συρίαν, καὶ κατήχθημεν εἰς Τύρον· ἐκεῖσε
γὰρ ἦν τὸ πλοῖον ἀποφορτιζόμενον τὸν γόμον.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τί ἐστιν “εὐθυδρομήσαντες ἤλθομεν εἰς τὴν Κῶ;” <lb n="20"/>
ἀντὶ τοῦ προήλθομεν· οὐδὲν ἐνδιετρίψαμεν ἐν ἑτέροις τόποις· εἶτα
εἰς Ῥόδον· ὅρα αὐτὸν ἐπειγόμενον· “καὶ εὑρόντες πλοῖον διαπε-
“ρῶν εἰς Φοινίκην· ἴσως ἐκεῖνο αὐτόθι διέτριβε, διὸ μετετίθουν
ἀλλαχοῦ· καὶ οὐχ εὑρίσκοντες εἰς Καισαρείαν ἀπερχόμενον ἀλλ’
εἰς Φοινίκην, ἀνῆλθον· καὶ Κύπρον δὲ εἴασαν καὶ Συρίαν· τὸ γὰρ <lb n="25"/>
“καταλιπόντες αὐτὴν εὐώνυμον οὐχ ἁπλῶς εἴρηται, ἀλλ’ ὅτι
οὐδὲ ἐγγὺς γενέσθαι τῆς Συρίας ἔσπευδον· ἦλθεν οὖν εἰς Λυκίαν·
καὶ τὴν Κύπρον ἀφεὶς, εἰς Τύρον κατέπλευσεν· ἐκεῖσε γὰρ τὸ
πλοῖον ἀπεφόρτιζε τὸν γόμον.</p><lb n="4"/><p>Ἀνευρόντες δὲ τοὺς μαθητὰς, ἐπεμείναμεν αὐτοῦ ἡμέρας <lb n="30"/>
ἑπτά· οἵτινες τῷ Παύλῳ ἔλεγον διὰ τοῦ Πνεύματος,
μὴ ἐπιβαίνειν εἰς Ἱεροσόλυμα.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Εἰ τοίνυν τὸ Πνεῦμα ἐκέλευε, διατί ἀντεῖπε;

<pb n="344"/>
τουτέστι διὰ τοῦ Πνεύματος εἰδότες· οὐ γὰρ δὴ τὴν παραίνεσιν
διὰ τοῦ Πνεύματος ἐποιοῦντο· οὐ γὰρ ἁπλῶς αὐτῷ τὰ δεινὰ προὔλεγον,
ἀλλ’ ὅτι ἀναβῆναι οὐ χρὴ, φειδόμενοι αὐτοῦ.</p><lb n="5"/><p>Ὅτε δὲ ἐγένετο ἡμᾶς ἐξαρτίσαι τὰς ἡμέρας, ἐξελθόντες
ἐπορευόμεθα· προπεμπόντων δὲ ἡμᾶς πάντων σὺν <lb n="5"/>
γυναιξὶ καὶ τέκνοις ἕως ἔξω τῆς πόλεως, καὶ θέντες τὰ
<lb n="6"/> γόνατα ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν, προσευξάμενοι ἠσπασάμεθα
ἀλλήλους, καὶ ἀνέβημεν εἰς τὸ πλοῖον, ἐκεῖνοι τὲ ὑπέστρεψαν
εἰς τὰ ἴδια.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Πάλιν ἐκεῖ προσευχόμενοι διαλύονται ἀπ’ ἀλλήλων· <lb n="10"/>
“ἐξαρτίσαι,” τουτέστι πληρῶσαι τὰς τεταγμένας· “προπεμ-
“πόντων ἡμᾶς πάντων σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις·” ὅρα πόση ἡ παράκλησις
ἢν.</p><lb n="7"/><p>Ἡμεῖς δὲ τὸν πλοῦν διανύσαντες, ἀπὸ Τύρου κατηντήσαμεν
εἰς Πτολεμαίδα, καὶ ἀσπασάμενοι τοὺς ἀδελφοὺς <lb n="15"/>
<lb n="8"/> ἐμείναμεν ἡμέραν μίαν παρ’ αὐτοῖς. τῆ δὲ ἐπαύριον
ἐξελθόντες ἤλθομεν εἰς Καισάρειαν· καὶ εἰσελθόντες εἰς
τὸν οἶκον Φιλίππου τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὄντος ἐκ τῶν
<lb n="9"/> ἑπτὰ, ἐμείναμεν παρ’ αὐτῷ. τούτῳ δὲ ἦσαν παρθένοι
θυγατέρες τέσσαρες προφητεύουσαι.</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Θέα μοι πάσας τὰς ἡμέρας· μετὰ τὰ
ἄζυμα εἰς Τρωάδα ἦλθον δι’ ἡμερῶν πέντε· εἶτα ἐκεῖ ἐποίησαν
ἑπτὰ ἡμέρας· τὰς πάσας δώδεκα· εἶτα εἰς Ἄσσον, Μιτυλήνην,
Τρώγιλιον· εἶτα εἰς Κῶ, Ῥόδον, Πάταρα· εἴκοσί μίαν· εἶτα βουληθῆναι
πέντε εἰς Τύρον, κς΄· ἐκεῖ ἑπτὰ, λγ΄· Πτολεμαεῖς, τριάκοντα <lb n="25"/>
τέσσαρες· εἶτα εἰς Καισάρειαν, πλείους ἡμέρας· τότε λοιπὸν
αὐτοὺς ἐκεῖθεν ἀνάγει ὁ προφήτης· οὕτως ἡ πεντηκοστὴ πληροῦται·
καὶ ἐκεῖ αὐτὴν ποιεῖ· εἰς Καισάρειαν δὲ εἰσελθόντες παρὰ
Φιλίππῳ, φησιν, ἐμείναμεν· “τούτῳ δὲ ἦσαν θυγατέρες τέσσαρες
“παρθένοι προφητεύουσαι·” ἀλλ᾿ οὐκ αὐταὶ προλέγουσι τῷ Παύλῳ, <lb n="30"/>
καίτοι προφητεύουσαι, ἀλλ’ Ἄγαβος.</p><p>Ἀμμωνίου. Ὅτι τοῦ διακόνου Φιλίππου ἦσαν αἱ θυγατέρες·

<pb n="345"/>
ὥστε οὖν ἐξῆν τῷ κοινωνήσαντι γάμῳ s διακονεῖν· σημειῶσαι δὲ
ὅτι αἱ προφητίδες αἱ θυγατέρες αὐτοῦ παρθένοι ἦσαν, καὶ ὅτι
ἤσκουν μᾶλλον δι’ εὐλάβειαν τοῦτο, ὥστε καὶ προφητείας ἠξιῶσθαι·
εἰ μὴ δὲ ἦν περισπούδαστον, οὐκ ἃν προσέθηκεν ὁ συγγραφεὺς,
ὅτι καὶ παρθένοι ἦσαν.</p><lb n="5"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><head>ΚΕΦ. Λ.</head><p>Ἀγάβου προφητεία περὶ τῶν συμβησομένων τῷ Παύλῳ ἐν Ἱερουσαλήμ.</p><lb n="10"/><p>Ἐπιμένοντες δὲ ἡμέρας πλείους, κατῆλθέ τις ἀπὸ τῆς
<lb n="11"/> Ἰουδαίας προφήτης ὀνόματι Ἄγαβος· καὶ ἐλθὼν πρὸς
ἡμᾶς, καὶ ἄρας τὴν ζώνην τοῦ Παύλου, δήσας ἑαυτοῦ <lb n="10"/>
τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας, εἶπε· τάδε λέγει τὸ Πνεῦμα
τὸ Ἅγιον, τὸν ἄνδρα, οὑ ἐστὶν ἡ ζώνη αὕτη, οὕτως δήσουσιν
αὐτὸν ἐν Ἱερουσαλὴμ οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ παραδώσουσιν
αὐτὸν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Ἄγαβος, ὁ πάλαι τὸν λιμὸν μηνύσας <lb n="15"/>
οὗτος, “ τὸν ἄνδρα τοῦτον οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη οὕτω δήσουσιν ἐν
“ Ἱερουσαλὴμ,” ὅπερ οἱ προφῆται ἐποίουν, καὶ ὄψει τὲ γινόμενα
ὑπογράφοντες, ὅταν περὶ αἰχμαλωσίας ἔλεγον, ὡς ὁ Ἰεζηκιὴλ
τοῦτο καὶ οὗτος ἐποίησε· καὶ τὸ δὴ χαλεπὸν, ὅτι εἰς χεῖρας ἐθνῶν
παραδώσουσιν· ὅρα δὲ αὐτὸν, ὅτε τὸ Πνεῦμα οὐκ ἐκώλυεν, οὐ πειθόμενον. <lb n="20"/>
ἐν Πτολεμαίδι μίαν μένουσιν ἡμέραν· ἐν δὲ Καισαρείᾳ
πλείους· ὅτε ἤκουσεν ὅτι μυρία δεινὰ ἔχει παθεῖν, τότε ἐπείγεται·
οὐκ εἶπε δὲ Ἄγαβος ὅτι Παῦλον δήσουσιν, ἵνα μὴ δόξῃ ἐκ συνθήκης
λέγειν, ἀλλὰ “ τὸν ἄνδρα οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη.” Ὅρα· καὶ
ζώνην εἰχεν.</p><lb n="25"/><lb n="12"/><p>Ὡς δὲ ἠκούσαμεν ταῦτα, παρεκαλοῦμεν ἡμεῖς τὲ καὶ
οἱ ἐντόπιοι, τοῦ μὴ ἀναβαίνειν αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλήμ.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Πολλοὶ, φησὶ, παρεκάλουν μὴ ἀνελθεῖν,
καὶ οὐδὲ οὐτῶ ὑπήκουσεν, ὁρᾶς ἴνα γὰρ μὴ ἀκούσας νομίσῃς
ἀνάγκης εἶναι τὸ “ δεδεμένος τῷ Πνεύματι πορεύομαι·” μηδὲ <lb n="30"/>
ἀγνοοῦντα αὐτὸν ἐμπεσεῖν, διὰ τοῦτο ταῦτα προλέγεται.</p><note type="footnote">s Sic Cod.</note><pb n="346"/><lb n="13"/><p>Τότε ἀπεκρίθη ὁ Παῦλος, τί ποιεῖτε κλαίοντες καὶ
συνθρύπτοντές μου τὴν καρδίαν; ἐγὼ γὰρ οὐ μόνον
δεθῆναι, ἀλλὰ καὶ ἀποθανεῖν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἑτοίμως
<lb n="14"/> ἔχω ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. μὴ πειθομένου
δὲ αὐτοῦ, ἡσυχάσαμεν εἰπόντες, τοῦ Κυρίου τὸ <lb n="5"/>
θέλημα γινέσθω.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Ἄλλοι ἔκλαιον, αὐτὸς δὲ παρεκάλει, ἀλγῶν ἐπὶ
τοῖς δάκρυσι τοῖς ἐκείνων· “ Τί ποιεῖτε γάρ’ φησι, “ κλαίοντες
“ καὶ συνθρύπτοντές μου τὴν καρδίαν;” οὐδὲν αὐτοῦ φιλοστοργότερον·
ὅτι ἑώρα δακρύοντες ἤλγει, ὁ μὴ πάσχων ἐπὶ τοῖς οἰκείοις <lb n="10"/>
πειρασμοῖς· “ τὸ θέλημα,” φησὶ, “ τοῦ Κυρίου γενέσθω·” ἐμὲ ἀδικεῖτε
τοῦτο ποιοῦντες, μὴ γὰρ ἀλγῶ ἐγώ· τότε ἐπαύσαντο, ὅτε εἶπε,
“ συντρίβοντές μου τὴν καρδίαν·” ἐφ’ ὑμῖν κλαίω, φησὶν, οὐκ ἐπὶ
τοῖς παθήμασιν· ὑπὲρ γὰρ ἐκείνων καὶ ἀποθανεῖν βούλομαι· εἶπαν,
μὴ δῷς ἑαυτὸν εἰς τὸ θέατρον, καὶ οὐκ ἔδωκε· πολλάκις αὐτὸν <lb n="15"/>
ἐξήγαγον καὶ ἐπείσθη· διὰ θυρίδος πάλιν ἔφυγε, καὶ νῦν ὡς εἰπεῖν
μυρίων παρακαλούντων, καὶ τῶν ἐν Τύρῳ, καὶ τῶν ἐν Καισαρείᾳ
κλαιόντων, καὶ μυρία προλεγόντων δεινὰ, οὐκ ἀνέχεται· καὶ μὴν
αὐτὰ τὰ δεινὰ προέλεγον· ἀλλὰ διὰ τοῦ Πνεύματος προέλεγον·
οὐ τὴν παραίνεσιν διὰ τοῦ Πνεύματος ἐποιοῦντο· οὐ γὰρ ἁπλῶς <lb n="20"/>
αὐτῷ τὰ δεινὰ προὔλεγον· ἀλλ’ ὅτι ἀναβῆναι οὐ χρὴ, φειδόμενοι
αὐτοῦ· ἐπειδὴ οὐκ ἴσχυσαν πεῖσαι, διὰ τοῦτο ἔκλαιον· εἶτα ἡσύχασαν·
ὁρᾶς φιλοσοφίαν· ὁρᾶς φιλοστοργίαν· κύριος, φησὶ, τὸ
ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ ποιήσει· συνεῖδον ὅτι θέλημα ἦν Θεοῦ· οὐ
γὰρ ἂν Παῦλος οὕτω προεθυμήθη, ὁ ἀεὶ κινδύνων προεξαρπάζων <lb n="25"/>
ἑαυτὸν.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Τί λέγεις, εἰπέ μοι, ἐκείνην τὴν ἀδαμαντίνην ψυχήν;
συντρίψαι δάκρυον ἴσχυσε; ναί, φησι, πρὸς πάντα γὰρ
ἀντέχω, πλὴν τῆς ἀγάπης· αὕτη γάρ μου περιγίνεται καὶ κρατεῖ·
τοῦτο τῷ Θεῷ δοκεῖ· ἄβυσσος αὐτὸν οὐ συνέτριψεν ὑδάτων, καὶ <lb n="30"/>
μικρὰ δάκρυα συνέτριψεν.</p><p>Ἀμμωνίου. Σημειωτέον ὅτι δεῖ ἀποτρέπεσθαι τοὺς κωλύοντας
τινὰ ποιεῖν τί γενναῖον, κἂν δακρύωσι· καὶ ὅτι τὸ τοιοῦτον δάκρυον

<pb n="347"/>
καὶ αὐτὸν τὸν Παῦλον συνέκλα, καὶ τὸ ἐρρωμένον αὐτοῦ διέλυε·
διὸ ἀποσείεται αὐτούς· τί οὖν δεῖ εἰπεῖν περὶ τῶν λοιπῶν τοῦ
Παύλου τοῦτο εἰπόντος; ἁρμόζει κατὰ μητέρων ἤτοι γονέων κωλυόντων
τοὺς ἑαυτῶν παῖδας μονάζειν.</p><p>Διδύμου. Ῥητέον καὶ εἰς ταύτην τὴν διαστολὴν τοιαῦτα· τί <lb n="5"/>
με κωλύετε κλαίοντες ᾗ προστίθεμαι ὁδοῦ, ἀκούσαντες ὡς δεσμὰ
καὶ θλίψεις με μένουσι γενόμενον εἰς Ἱερουσαλήμ; ἰστέον οὖν ὅτι
τῷ Πνεύματι, τῷ φανεροῦντί μοι τὰ ἀπαντησόμενά μοι, ἕπομαι,
καὶ τῆς ἐπὶ τὴν πόλιν πορείας ἄρχομαι· οὐκ ἀγνοῶν τὰ ἐκεῖ ἀπαντησόμενα,
προεῖδον γὰρ αὐτὰ, καὶ οὐ κωλύομαι τῆς πορείας· διὸ <lb n="10"/>
μὴ συνθρύπτετέ μου τὴν καρδίαν ὑμετέροις δάκρυσιν· ὁ οὖν εἰς
ἀνδρείαν γνησίως παρεσκευασμένος, ὡς καὶ θανάτου αὐτοῦ καταφρονεῖν,
οὐ πίπτει εἰς δειλίαν, κἂν ᾖ ὁ εἰς τοῦτο ἐρεθίζων· ὅσον
γὰρ ἐπ’ ἐκείνοις, ταραχὴ ἐγγίνεται τῷ λογισμῷ. λέγων οὑν ὁ Ἀπόστολος
συνθρύπτεσθαι ἑαυτοῦ τὴν καρδίαν, οὐκ ἀσθένειαν τοῦτο <lb n="15"/>
εἶπεν, ἀλλ’ ὅσον ἧκεν εἰς ἐκείνους πικρῶς κλαίοντας· εἰ μὴ ἄρα
εἴποι τις, ὅτι ὥσπερ τὰ μικρὰ τῶν ἁμαρτημάτων δοκεῖ μεγάλα
εἶναι ἁγίῳ ἀνδρὶ προσόντα, οὕτω τὴν προσπάθειαν τῶνδε, ὡς μεγάλην
σύνθρυψιν καρδίας τῆς ἑαυτοῦ εἶπεν.</p><lb n="15"/><p>Μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν <lb n="20"/>
εἰς Ἱεροσόλυμα.</p><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. “ Ἐπισκευασάμενοι·” τουτέστι τὰ πρὸς
τὴν ὁδοιπορίαν λαβόντες· ὅτε δὲ ἤκουσεν ὅτι μυρία δεινὰ ἔχει παθεῖν,
τότε ἐπαίρεται· οὐκ ἐπὶ τοὺς κινδύνους ῥίπτων ἑαυτὸν, ἀλλ’
ἡγούμενος τοῦ Πνεύματος εἶναι τὸ πρόσταγμα.</p><lb n="25"/><lb n="16"/><p>Συνῆλθον δὲ καὶ τῶν μαθητῶν ἀπὸ Καισαρείας σὺν
ἡμῖν, ἄγοντες παρ’ ᾧ ξενισθῶμεν, Μνάσωνι τινὶ Κυπρίῳ,
ἀρχαίῳ μαθητῇ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Δείκνυσι πολὺν τοῦ κηρύγματος τὸν χρόνον λοιπὸν,
ὅθεν μοι δοκεῖ πολλὰ ἔτη ἐπιτέμνειν ἐν ταῖς πράξεσιν οὗτος· <lb n="30"/>
τὰ κατεπείγοντα λέγων· κύριος, φησὶ, τὸ ἀρεστὸν αὐτὸς ἐνώπιον
αὐτοῦ ποιήσει· συνεῖδον γὰρ ὅτι θέλημα Θεοῦ ἦν· οὐ γὰρ ἃν
<note type="footnote">t ἐρρωμενὲς Cod.</note>
<pb n="348"/>
Παῦλος οὕτω προεθυμήθη, ὁ ἀεὶ κινδύνων ἐξαρπάσας ἑαυτόν. οὐκ
ἐβούλοντο βαρῆσαι τὴν Ἐκκλησίαν, ὄντος ἑτέρου τοῦ ξενίζοντος
αὐτούς· οὐδὲ ἀξίωμα ἀπῄτουν.</p><lb n="17"/><p>Γενομένων δὲ ἡμῶν εἰς Ἱεροσόλυμα, ἀσμένως ἀπεδέξαντο
ἡμᾶς οἱ ἀδελφοί.</p><lb n="5"/><p>Τοῦ Χρυσοστόμου. Τὸ λοιπὸν εἰρήνης ἦν μετὰ τὰ πράγματα
ἐν Ἰουδαίοις· οὐχ οὕτως πόλεμος ἦν.</p><lb n="18"/><p>Τῇ δὲ ἐπιούσῃ εἰσῄει ὁ Παῦλος σὺν ἡμῖν πρὸς Ἰάκωβον,
<lb n="19"/> πάντες τὲ παρεγένοντο οἱ πρεσβύτεροι. καὶ ἀσπασάμενος
αὐτοὺς, ἐξηγεῖτο καθ’ ἔνι ἕκαστον ὧν ἐποίησεν <lb n="10"/>
ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἔθνεσι διὰ τῆς διακονίας αὐτοῦ.</p><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὗτος Ἐπίσκοπος ἦν τῶν Ἱεροσολύμων· καὶ πρὸ
τούτου πρὸς τοῦτον πέμπεται· οὗτος ἦν ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου· ἀνὴρ
μέγας καὶ θαυμαστός· “ εἰσῄει ὁ Παῦλος,” φησὶ, “ σὺν ἡμῖν.”
ὅρα τὸ ἄτυφον σχῆμα· καὶ οἱ πρεσβύτεροι· πάλιν αὐτοῖς τὰ τῶν <lb n="15"/>
ἐθνῶν διηγεῖται· οὐ κενοδοξῶν, μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ θέλων
τὴν φιλανθρωπίαν ἐνδείξασθαι, καὶ πολλῆς αὐτοὺς ἐμπλῆσαι
χαρὰς.</p><p>Ἀμμωνίου. Διὰ τῆς διακονίας αὐτοῦ· ἀντὶ τοῦ τῆς κηρύξεως
τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου.</p><lb n="20"/><p>Τοῦ Αὐτοῦ. Οὐκ ἐκεῖνον ἐπῄνουν, οὐδὲ ἐθαύμαζον· οὕτω γὰρ
διηγήσατο ὡς ἀνατιθέμενος τῷ Θεῷ.</p></div></div></body></text></TEI>