<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg002.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><head>ΚΕΦ. ΛΓ.</head><lb n="30"/><p>Περὶ τῆς ξηρανθείσης συκῆς.</p><lb n="12"/><p>Καὶ τῆ ἐπαύριον ἐξελθόντων αὐτῶν ἀπὸ Βηθανίας,
<lb n="13"/> ἐπείνασε. καὶ ἰδὼν συκῆν μακρόθεν ἔχουσαν φύλλα,

<pb n="391"/>
ἦλθεν εἰ ἄρα εὑρήσει τι ἐν αὐτῷ. καὶ ἐλθὼν ἐπ’ αὐτὴν
οὐδὲν εὗρεν εἰ μὴ φύλλα· οὐ γὰρ ἦν καιρὸς σύκων.
Καὶ τῇ ἐπαύριόν φησιν, ἐξελθόντων αὐτῶν Βηθανίας, ἐπείνασεν.
ὁ Ματθαῖος τὸ πρωὶ προστίθησι. πῶς δὲ πρωίας πεινᾶ ; συνεχώρησε
τῇ σαρκὶ τοῦτο. ἄλλος δὲ ἔφη, ἦλθεν t εἰ ἄρα εὑρήσει u ἐν <lb n="5"/>
αὐτῇ καρπόν. ὅθεν δῆλον ὅτι τῆς ὑπονοίας αὐτῶν ἦν. καὶ γὰρ τὰς
ὑπονοίας τῶν μαθητῶν γράφουσιν. οὕτω δὲ καὶ τὸ νομίζειν διὰ
τοῦτο αὐτὴν κατηρᾶσθαι. τίνος οὑν ἕνεκεν κατηράθη ; τῶν μαθητῶν
ἕνεκεν, ἵνα θαρρῶσιν. ἐπειδὴ γὰρ πανταχοῦ μὲν εὐεργετεῖ x,
οὐδένα ἐκόλασεν y· ἔδει δὲ καὶ τῆς τιμωρητικῆς αὐτοῦ δυνάμεως <lb n="10"/>
ἀπόδειξιν παρασχεῖν, ἵνα μάθωσιν ὅτι δυνάμενος ξηράναι Ἰουδαίους,
ἑκὼν συγχωρεῖ, καὶ οὐ ξηραίνει. οὐκ ἐβούλετο δὲ τοῦτο εἰς ἀνθρώπους
ἐνδείξασθαι, καὶ z εἰς τὸ φυτὸν τῆς ἐνεργείας αὑτοῦ τὴν
ἀπόδειξιν ταύτην παρέσχετο. ὅταν δὲ εἰς τόπους γένηται τι, μὴ
ἀκριβολογώμεθα, δικαίως ἢ ἀδίκως, λέγοντες, ἀλλὰ τὸ θαῦμα <lb n="15"/>
ἴδωμεν. ἐπεὶ καὶ περὶ τῶν χοίρων πολλοὶ τοῦτο εἰρήκασι τῶν
καταποντισθέντων, τὸν τοῦ δικαίου γυμνάζοντες λόγον. ἀλλ’ οὐδὲ
ἐνταῦθα προσεκτέον αὐτοῖς. καὶ γὰρ καὶ ταῦτα ἄλογα, ὥσπερ
ἐκεῖνο τὸ a φυτὸν ἄψυχον.</p><p>Τίνος οὖν ἕνεκεν περίκειται τοιοῦτον b σχῆμα τῷ πράγματι ; καὶ
τῆς κατάρας ἂν c ἡ πρόφασις, ὅπερ ἔφην, τῆς τῶν μαθητῶν ὑπονοίας
τὸ πρᾶγμα ἦν, εἰ καὶ τούτων οὐδὲν αἰνίττεται. εἰ δὲ λέγοι
ὅτι d οὐκ ἦν καιρὸς, καὶ ἐντεῦθεν δείκνυσιν ὅτι προηγουμένως εἰς
τοῦτο ἦλθε, οὐ διὰ πείναν, ἀλλὰ διὰ τοὺς μαθητάς. τίς γὰρ οὕτως
εὐήθης ὥστε ὑπολαβεῖν ὅτι e ἐν πρωινῷ τῷ καιρῷ τοσοῦτον ἥττητο <lb n="25"/>
πείνης ; ἣ εἴπερ ἐπείνη καὶ τὸ ἐσθίειν τότε ἐνόμιζεν ἀδεὲς, τι τὸ
κωλῦον ἦν αὐτὸν φαγόντα τῆς οἰκίας ἐξελθεῖν ; οὐδὲ γὰρ ἔνεστιν
εἰπεῖν ὡς ἡ τοῦ καρποῦ θέα πρὸς πείναν αὐτὸν ἐξεκαλέσατο. οὐ
γὰρ ἦν καιρὸς συκῶν· πεινῶν δὲ πῶς οὐχ ἑτέρωθεν ἐζήτει τροφὴν,
ἀλλ’ ἀπὸ τῆς συκῆς, ἣν οὐ δυνατὸν ἦν ἔχειν πρὸ τοῦ καιροῦ τὸν <lb n="30"/>
καρπὸν, δήλου πᾶσιν ὄντος σαφῶς ; ποίας δὲ ἀγανακτήσεως ἦν ἄξιον
τὸ μὴ ἔχειν αὐτὴν καρπόν ; ὥστε ὅγε μὴ πάντως εὐήθης ἱκανῶς
<note type="footnote">t ἦλθεν om. L. u εὗροι L. x Sic L. εὐεργετῶν Poss. et P.
y ἐκώλυσεν L. z ἀλλὰ Ρ. a τὸ om. Ρ. b Sic P.L. τοῦτο Poss.
c αὕτη Ρ. d Sic P.L. λέγοιτο Poss. e Sic P.L. ὑπολάβητο Poss.</note>

<pb n="392"/>
ἂν ἐκ τούτων συλλογίσαιτο ὅτι πείνα μὲν οὐκ ἦν, πρόσχημα δὲ
ἦν πείνης τὴν οἰκείαν ἐνδεικνύμενος δύναμιν, εἰς τὸ μὴ οἴεσθαι
αὐτοὺς ἀτονίᾳ τὸ πάθος αὐτὸν ἀναδέχεσθαι. διὰ τοῦτο φυτὸν ἐπιλεξάμενος,
ὃ κἀν εἰ τέμοι τις, οὐ ῥᾳδίως τὴν ἔμφυτον ὑγρασίαν
ἀποτίθεσθαι πέφυκε· τοῦτο διὰ μόνης ἐξήρανε τῆς ἐπιτιμήσεως.</p><lb n="5"/><p>Ἄλλως δέ φησι τὴν μέλλουσαν κατὰ τὴν Ἰερουσαλὴμ κρίσιν ἐπὶ
τῆς συκῆς ἔδειξεν, ὥσπερ καὶ ἡ παραβολὴ δηλοῖ· ἣν καὶ ὁ Λουκᾶς
ἀπεμνημόνευσε λέγων, “ συκῆν εἶχέν τις πεφυτευμένην ἐν τῷ ἀμπε-
“ λῶνι αὐτοῦ, καὶ ἦλθεν ζητῶν καρπὸν ἐν αὐτῇ καὶ οὐχ εὗρεν. εἶπεν
“ δὲ πρὸς τὸν ἀμπελουργόν. ἰδοὺ τρία ἔτη ἀφ’ οὗ ἔρχομαι ζητῶν καρ- <lb n="10"/>
“ πὸν ἐν τῇ συκῇ ταύτῃ καὶ οὐχ εὑρίσκω. ἔκκοψον αὐτήν· ἵνα τι καὶ
“ τὴν γῆν καταργῇ; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει. Κύριε, ἄφες αὐτὴν
“ καὶ τοῦτο τὸ ἔτος, ἕως οὗ σκάψω περὶ αὐτὴν καὶ βάλλω κόπρια·
“ κἂν μὲν ποιήσῃ καρπὸν, εἰ δὲ μήγε εἰς τὸ μέλλον ἐκκόψεις αὐτήν.”
ὅπερ οὖν λόγῳ διεξῆλθεν, τοῦτο καὶ ἔργῳ δέδειχεν· ὥσπερ καὶ ἄλλα <lb n="15"/>
ἐποίησε συμβολικὰ, καθὼς ἐν τῇ παρουσίᾳ καὶ διὰ τῶν προφητῶν·
ὅτι μᾶλλον ἀκοῆς ὅρασις ψυχῆς καθάπτεται, καὶ ἐν μνήμῃ σώζεται.
ἡ μὲν παραβολὴ τὴν ἀκαρπίαν ἐλέγχει τῆς Ἰερουσαλήμ.</p><p>Ἔρχεται οὖν ὁ Κύριος ἐπὶ τὴν συκῆν ζητῶν καρπὸν ἐν αὐτῇ,
καθὰ ἔλεγεν ἡ παραβολὴ, φύλλα δὲ εἶχε μόνον, ἅτε δὴ καὶ ἔαρος <lb n="20"/>
ὄντος· καὶ δοκεῖ μὲν κατὰ χρείαν τροφῆς ἐπ’ αὐτὴν ἐληλυθέναι.
σύμβολον δὲ ποιεῖ τὸ εἰρημένον, καὶ συνέτρεχεν ἡ πεῖνα τῷ συμβόλῳ,
ἡρμοσμένης τοῦ σώματος τοῦ ἁγίου φύσεως τε καὶ κινήσεως
πρὸς τὰς τῶν πραγμάτων οἰκονομίας τε καὶ ἐνδείξεις. οὐ γὰρ
ἀγνοεῖν δήπουθεν οἷόν τε ἦν, ὅτι καρπὸν εἰς βρῶσιν οὐκ ἂν ἔχοι <lb n="25"/>
κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἡ συκῆ. ἀλλ’ ἐμφαίνεται τῷ πράγματι
ὥσπερ βρῶσιν εἶναι τοῦ Κυρίου τὴν τῶν ἀνθρώπων σωτηρίαν, καὶ
ποθεῖν αὐτὸν ταύτην, καθὸ καὶ ἐπὶ τῶν μελλόντων πιστεύειν
Σαμαρειτῶν εἶπεν τὸ “ ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ
“ οἴδατε.” τὸ μὲν οὖν εὐθαλὲς τῆς συκῆς, τὴν δόξαν ἐδείκνυ τῆς <lb n="30"/>
Ἰερουσαλὴμ τὴν παρὰ Θεοῦ δεδομένην αὐτῇ· τὸ δὲ ἄκαρπον τὴν
κακίαν καὶ ἀπιστίαν. ἡ δὲ ἀκαιρία τοῦ καρποῦ τὴν ἀκαιρίαν τῆς
τότε σωτηρίας τῆς Ἰερουσαλὴμ ἤλεγχεν· τὴν δὲ ἀκαιρίαν ταύτην
ἐπήγαγεν ἑαυτῇ. διὸ καὶ μέμψιν καὶ κατάραν ὑφίσταται· οὐ
δήπου πρὸς τὴν συκῆν ὀργιζομένου τοῦ Κυρίου, ὅτι μὴ καρποφοροίη <lb n="35"/>

<pb n="393"/>
καὶ ταῦτα παρὰ καιρὸν, ἀλλ’ ἐν τῷ δένδρῳ τὸ τῆς πόλεως
ἐπιδεικνύντος. ἡ δὲ κατάρα τοῖς ἔργοις ἐμφαίνεται πεπληρωμένη
περὶ τὴν πόλιν. τὸ δὲ μηκέτι καρπὸν ἄγειν τὴν Ἰερουσαλὴμ οὐκ
ἀποκλείει τῆς καινουργηθείσης καρποφορίας, ἣν ἡ δοθησομένη
αὐτοῖς Χριστοῦ γνῶσις παρέξει· οἱονεὶ κατά τινα ἐγκεντρισμὸν <lb n="5"/>
δοθησομένης τῆς Ἱερουσαλὴμ τῆς ἀποστολικῆς δυνάμεως εἰς τὸ
καρποφορῆσαι· οὐ γὰρ ἐξ αὐτῆς ὁ καρπὸς ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἐκ τῆς
νέας καὶ προσγινομένης γνώσεως, ἣν ὥσπερ ἔξωθεν καὶ ἀπὸ τῆς
ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίας προστιθεμένην λήψεται.</p><lb n="15"/><p>Καὶ ἔρχονται εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ εἰσελθὼν ὁ Ἰησοῦς <lb n="10"/>
εἰς τὸ ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας
καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ· καὶ τὰς τραπέζας τῶν
κολλυβιστῶν, καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς
περιστερὰς κατέστρεψε.</p><p>Τοῦτο καὶ ὁ Ἰωάννης φησίν· ἀλλ’ ἐκεῖνος μὲν ἐν ἀρχῇ τοῦ <lb n="15"/>
Εὐαγγελίου· οὗτος δὲ πρὸς τῷ τέλει, ὥσπερ καὶ ὁ Ματθαῖος.
ὅθεν εἰκὸς δεύτερον γεγενῆσθαι τοῦτο, καὶ κατὰ διαφόρους καιροὺς,
καὶ δῆλον καὶ ἀπὸ τῶν χρόνων καὶ ἀπὸ τῆς ἀποκρίσεως. ἐκεῖ μὲν
γὰρ ἐν τῷ Πάσχα παρεγένετο, ἐνταῦθα δὲ πρὸ πολλοῦ. τοῦτο δὲ
κατηγορία μείζων τῶν Ἰουδαίων f. ὅτι καὶ ἅπαξ καὶ δὶς τὸ αὐτὸ <lb n="20"/>
αὐτοῦ ποιήσαντος, ἐνέμενον ἐπὶ τῆ καπηλείᾳ· καὶ ἀντίθεον αὐτὸν
εἶναι ἔλεγον, δέον κἀντεῦθεν μαθεῖν αὐτοῦ τὴν πρὸς τὸν Πατέρα
τιμὴν καὶ τὴν οἰκείαν ἰσχύν. ἑώρων γὰρ τοὺς λόγους τοῖς πράγμασι
συμφωνοῦντας· ἀλλ’ οὐδὲ οὕτως ἐπείθοντο, ἀλλ’ ἠγανάκτουν.
διὸ καὶ αὐτὸς τὸν Ἡσαΐαν αὐτοῖς ἐπιτειχίζει κατήγορον, τὸν θυμὸν <lb n="25"/>
αὐτῶν κατασβεννὺς, καὶ δεικνὺς g ὅτι παρὰ Θεοῦ ἥκει. λῃστὰς δὲ
τοὺς ἐμπόρους ἐκάλεσε, διὰ τὸ λῃστρικὸν τῆς φιλοκερδίας, οἱ τὴν
τῶν θυσιῶν χρείαν πρόφασιν αἰσχροκερδίας λαμβάνοντες, βόας,
καὶ τρυγόνας, καὶ περιστερὰς ἐπίπρασκον· ἕτεροι δὲ ἀργύρια
προυτίθεσαν λεπτὰ πρὸς τὴν τῶν μειζόνων ἀλλαγήν. σφοδρότερον <lb n="30"/>
δὲ τὸ ἔργον οὐκ ἐν ἠπιότητι h λόγου γενόμενον i, ὅποτε καὶ τοὺς
πιπράσκοντας ἐξέβαλε καὶ τὰς τραπέζας κατέστρεψεν. ἄλλος k
<note type="footnote">f ’Iουδ. μείζων L. S καὶ δεικνὺς om. L. h νηπιότητι L. i γινόμενον
Ρ. k ἄλλως L.</note>

<pb n="394"/>
δέ φησιν ὅτι περὶ τὸν χρόνον οὐ πάνυ τοῖς τρισὶν Εὐαγγελισταῖς
ἐμέλησεν ἐν τῇ διηγήσει τῆς ἀνόδου τῆς Ἱερουσαλήμ. ὁ γὰρ
Ἰωάννης ἀκριβέστερον τὸ τοιοῦτον προιστορήσας, ἐν τῇ πρώτῃ
ἀνόδῳ ταῦτα πεπρᾶχθαί φησι· καίτοι ἐν τῷ Πάσχα τὸ πάθος
ἱστορεῖ γεγονός l. τὸ οὖν ἱστορῆσαι τὸ πρᾶγμα μόνον ἐμέλησεν <lb n="5"/>
αὐτοῖς, καὶ τὰς διαφόρους ἀνόδους μίαν πεποιήκασι. οὕτω καὶ ἐν
τῷ ό ψαλμῷ τὰ ἐν διαφόροις γεγενημένα χρόνοις ὑφ’ ἕνα εἰσῆκται
καιρὸν ἐν τῇ διηγήσει· ἔνθα φησιν, τὸ “ κατελάλησαν τοῦ Θεοῦ
“ καὶ εἶπον, μὴ δυνήσεται ὁ Θεὸς ἑτοιμάζειν τράπεζαν ἐν ἐρήμῳ ;
“ ἐπεὶ ἐπάταξε πέτραν καὶ ἐρύησαν ὕδατα, καὶ χείμαρροι κατε- <lb n="10"/>
“ κλύσθησαν. μὴ καὶ ἄρτον δύναται δοῦναι, ἢ ἑτοιμᾶσαι τράπεζαν
“ τῷ λαῷ αὐτοῦ ; ” μετὰ γὰρ τὴν τοῦ ὕδατος δόσιν, οὐχὶ περὶ
τοῦ μάννα ἦν ἀντιλογία, ἀλλ’ ἡ περὶ τῶν κρεῶν· εἰσήγαγεν δὲ
ἑκάτερον κατ’ αὐτὸν ὁ ψαλμῳδός.</p><lb n="18"/><p>Οἱ δὲ γραμματεῖς καὶ ἀρχιερεῖς ἤκουσαν καὶ ἐζήτουν <lb n="15"/>
πῶς αὐτὸν ἀπολέσουσιν.</p><p>Ἠσθάνοντο λοιπὸν m γὰρ ὅτι αὐτῶν καθάπτεται τὰ γινόμενα
παρ’ αὐτοῦ. ποτὲ μὲν οὖν κατεχόμενος διὰ μέσου αὐτῶν ἀναχωρεῖ,
καὶ οὐχ ὁρᾶται· ποτὲ δὲ φαινόμενος ὠδίνουσαν αὐτῶν τὴν ἐπιθυμίαν
ἐπέχει. ἐνταῦθα δὲ τῷ φόβῳ n τοῦ πλήθους αὐτοὺς κατεῖχεν. <lb n="20"/>
οὐ γὰρ ἐβούλετο πάντα ὑπὲρ ἄνθρωπον ποιεῖν, ὥστε πιστευθῆναι
τὴν οἰκονομίαν. οἱ δὲ οὐδὲ ἀπὸ τοῦ πλήθους ἐσωφρονίζοντο, οὔτε
τὴν τῶν προφητῶν μαρτυρίαν ᾐδοῦντο. οὕτω καθάπαξ αὐτοὺς ἡ
φιλαρχία ἐπλήρωσεν ο, καὶ εἰς μιαιφονίαν ἐξώπλιζεν.</p><lb n="19"/><p>Καὶ ὅτε ὀψὲ ἐγένετο, ἐξεπορεύετο ἔξω τῆς πόλεως. <lb n="25"/>
<lb n="20"/> καὶ πρωῒ παραπορευόμενοι, εἶδον τὴν συκῆν ἐξηραμμένην
ἐκ ῥιζῶν.</p><p>Ἀκριβέστερον ὁ παρὼν Εὐαγγελίστης ἀπομνημονεύει τῆς ἱστορίας,
ἐν τῇ ἐφεξῆς ἡμέρᾳ λέγων τεθεωρεῖσθαι ὑπὸ τῶν μαθητῶν
ἐξηραμμένην τὴν συκῆν· ἐπανιόντων πάλιν ἐπὶ τὴν πόλιν ἀπὸ τῶν <lb n="30"/>
προαστείων. ὁ δὲ Ματθαῖος παρέδραμε τὸ ἀκριβὲς τοῦ καιροῦ
εἰπὼν παραχρῆμα τὴν συκῆν ἐξηράνθαι καὶ τεθαυμακέναι τοὺς
<note type="footnote">1 Sic L. καὶ οὗτοι ἐν τῷ πάθει ἱστοροῦσι γεγονὸς P. Ct Poss. m Sic L.
ἤσθοντο Ρ. et Poss. n Sic L. ὁ φόβος Ρ. et Poss. ο ἐπήρωσεν Ρ.</note>

<pb n="395"/>
μαθητάς. παραχρῆμα δὲ λέγοιτ’ ἃν καὶ εἰς αὔριον τὸ πρᾶγμα
γνωσθέν· ὀξεῖα δὲ καὶ ἡ δύναμις καὶ ἐν τῷ ζωογονεῖν τὰ νεκρὰ,
καὶ καθάπερ ἐπὶ τῶν ἀναβιωσθέντων ὑπὸ Κυρίου καὶ ἀποξηραίνουσα
τὰ ζῶντα, καθάπερ ἐπὶ τῆς συκῆς. ταῦτα δὲ καὶ ὑπὸ τῆς
γραφῆς ὑπὸ Θεοῦ λέγεται, τὸ “ ἐγὼ ἀποκτενῶ καὶ ζῆν ποιήσω” <lb n="5"/>
καὶ τὸ “ ἐγὼ ξηραίνω ξύλον χλωρὸν, καὶ ἀνεθάλλω ξύλον ξηρὸν”
καὶ οὐδεμία διατριβὴ περὶ τὴν θείαν ἐνέργειαν, εἰ μὴ ὅτε περὶ
ἀνθρώπων προαιρέσεως γίνεται τῶν μὴ ταχὺ δεχομένων, μηδὲ
οὕτως ὀξέως ἀποτελουμένων εἰς τόδε, ὡς ἡ θεῖα ἐνέργεια δύναται·
ὅθεν καὶ περὶ τὴν ἐν πίστει δύναμιν ὀλίγοι οἱ συνακολουθοῦντες <lb n="10"/>
τοῦ κυρίου τὴν ὁμόνοιαν πρᾶξιν ἐνδιδόντες πίστεως, ἣν διὰ δυνάμεως
αὐτοῖς παρέχεται. ὥστε μὴ μόνον ξύλον ἀποξηρᾶναι τεθηλὸς,
ἀλλὰ καὶ ὄρος μετακινῆσαι προστάγματι, καὶ πάντα πληροῦν ὅσα
ἀν’ τις αἰτήσαιτο.</p><p>Δῆλον δὲ ὡς οὐκ ἀχρεῖον τούτων ἕκαστον ἐπαγγέλλεται Χριστὸς, <lb n="15"/>
οὐδὲ οἷον ἐπὶ θαυματουργίᾳ κενῇ, καθάπερ ἀξιοῦσιν οἱ τὰ
τοιαῦτα ἀπαιτοῦντες, καὶ κελεύοντες μετακινεῖν τῶν τυχόντων τι
καὶ βραχυτάτων, ὡς ἐπ’ ἐλέγχῳ τῆς ἐπαγγελίας τῆς περὶ τῶν
ὄρων· οὔτε γὰρ ὄρος οὔτε δὲ κάρφος ἀχρείως μετακινηθείη ἃν
κατὰ δύναμιν Θεοῦ, ἐπεὶ μὴ δὲ αὐτὸς ἀχρείως τὴν συκῆν ἐξήρανεν, <lb n="20"/>
ἀλλ’ ἐπὶ σημείῳ τῆς τοῦ Ἰσραὴλ μελλούσης ἀκαρπίας, καὶ πρὸς
ἔνδειξιν τῆς ἑαυτοῦ δυνάμεως. ἕπεται δὲ τῆ πίστει τῆ τελεία καὶ
τὰ τῆς ἀρετῆς, ἤτοιγε ἀπ’ ἀρχῆς κατορθούμενα, ἣ καὶ ἐκ μετανοίας
διορθούμενα. καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐξ ἀρχῆς κατορθοῦν ἀπταίστως
ἀδύνατον, τὸ διὰ μετανοίας προσέθηκεν ὁ Κύριος. P</p><lb n="25"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><head>ΚΕΦ. ΛΔ.</head><p>Περὶ ἀμνησικακίας.</p><lb n="25"/><p>Καὶ ὅταν στήκητε προσευχόμενοι, ἀφίετε εἴ τι ἔχετε
κατά τινος, ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς,
ἀφῇ ὑμῖν τὰ παραπτώματα ὑμῶν.</p><lb n="30"/><p>Οὐ μόνον εἶπεν “ πάντα ὅσα ἃν προσευχόμενοι αἰτῆσθε πι-
<note type="footnote">P Hujus Scholii partem, quod ex Cod. L. dedi sub Cyrilli nomine
in Catena sua vulgavit Possinus.</note>

<pb n="396"/>
“ στεύετε ὅτι λαμβάνετε, καὶ ἔσται ὑμῖν,” ἀλλὰ κἀκεῖνο
τοῦτο· “ καὶ ὅταν στήκητε προσευχόμενοι, ἀφίετε εἴ τι ἔχετε
“ κατά τινος. ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἀφῇ ὑμῖν
“ τὰ παραπτώματα ὑμῶν·” οὕτω γὰρ φησὶν ἡ πίστις ἐν ὑμῖν
ἀληθής ἐστιν ἡ πάντα δυναμένη.</p><lb n="5"/><lb n="26"/><p>Εἰ δὲ ὑμεῖς οὐκ ἀφίετε, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν
τοῖς οὐρανοῖς ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν.</p><p>Εἰ τὸ γοῦν ἐκ μετανοίας καθαρὸν q ὑμῖν παρείη, καὶ τῆς ἀφέσεως
τῶν ἁμαρτιῶν ἐπιτυχάνοιτε, διδόντος τὸ ἐνδόσιμον τῇ παρὰ Θεοῦ
ἀφέσει, διὰ τῆς πρὸς ἀνθρώπους ἀφέσεως. παρασκευάζει τοίνυν <lb n="10"/>
τοὺς μαθητὰς αὑτοῦ r διὰ τούτων θαρρεῖν πίστει τε καὶ εὐχῇ,
καὶ μὴ δεδοικέναι. τὸ γὰρ θαυμάσαι οὐκ ἦν ἀπὸ πίστεως. οὐδὲ
γὰρ τῷ Θεῷ μέγα τοῦτο. ἐπεὶ οὖν οὐκ ᾔδεσαν αὐτοῦ σαφῶς τὴν
δύναμιν, λανθανόντως ἀπάγει τῆς ἀπιστίας αὐτοὺς, καὶ δείκνυσιν
ἡλίκον ἐστὶ τὸ τῆς πίστεως.</p><lb n="15"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><head>ΚΕΦ. ΛΕ.</head><p>Περὶ τῶν ἐπερωτησάντων τὸν Κύριον Ἀρχιερέων καὶ Γραμματέων.
ἤ Καὶ ἔρχονται πάλιν εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἐν τῷ ἱερῷ
περιπατοῦντος αὐτοῦ, ἔρχονται πρὸς αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς
<lb n="28"/> καὶ οἱ γραμματεῖς, καὶ λέγουσιν αὐτῷ, Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ <lb n="20"/>
ταῦτα ποιεῖς ; καὶ τίς σοι τὴν ἐξουσίαν ταύτην
ἔδωκεν, ἵνα ταῦτα ποιῆς ;</p><p>Ἐπειδὴ τοῖς σημείοις ἐπισκῆψαι οὐκ εἶχον, τὴν τῶν καπηλευόντων
ἐν τῷ ἱερῷ προφέρουσι διόρθωσιν. ὃ δὲ λέγουσι τοιοῦτον
ἐστι. τὸν διδασκαλικὸν ἐδέξω θρόνον ; ἱερεὺς ἐχειροτονήθη,, ὅτι <lb n="25"/>
τοσαύτην ἐξουσίαν ἐπεδείξω ; καὶ μὴν οὐδὲν ἐποίησεν αὐθαδείας
ἐχόμενον, ἢ τῆς εὐταξίας προενόησε τοῦ ἱεροῦ. ἀλλ’ ὅμως οὐδὲν
ἔχοντες εἰπεῖν, τοῦτο ἐπισκήπτουσι. καὶ ὅτε μὲν ἐξέβαλεν οὐκ
ἐτόλμησαν εἰπεῖν οὐδὲν, διὰ τὰ θαύματα ἃ ἔφη ὁ Ματθαῖος αὐτὸν
πεποιηκέναι ἐν τῷ ἱερῷ. ἐπειδὴ δὲ ὤφθη, τότε ἐπιτιμῶσι. μονονουχὶ <lb n="30"/>
λέγοντες, τί δήποτε κωλύεις ἅπερ ἡμεῖς οὐκ ἀπεκωλύσαμεν
<note type="footnote">q Sic P.L. καιρὸν Poss. r αὐτοὺς L.</note>

<pb n="397"/>
ἐν τῷ παντὶ χρόνῳ ; διελέγχων τὴν ἐπιστασίαν τὴν ἡμετέραν, καὶ
καταισχύνων ὡς ἀμελῶς ἔχοντας περὶ τὸ τῷ ἱερῷ πρέπον. ταῦτα
γὰρ ἦν τὰ ἐννοήματα τῶν αἰτιωμένων τὸν Κύριον ἐπὶ τῇ διορθώσει
τῶν κατὰ τὸ ἱερὸν πραγμάτων. ἔδει δὲ οὐκ ἐρωτᾶν ἀλλ’ εἰδέναι
μάλιστα ἐκ τῶν πάλαι προφητῶν. ἐπειδὴ δὲ τούτου μὴ ἐφικνοῦντο <lb n="5"/>
διὰ τὸ μὴ βούλεσθαι, τὴν γοῦν Ἰωάννου μαρτυρίαν ἐχρῆν ἐν
μνήμῃ φέροντας εἰδέναι, ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ προσδοκώμενος πάλαι
Σωτῆρ’ τοῦ κόσμου, καὶ γινώσκειν τὴν ἐξουσίαν καὶ μὴ ζητεῖν
περὶ αὐτοῦ. ἐπειδὴ δὲ οὐ συνίασιν, ἄντικρυς μὲν ἑαυτῷ μαρτυρεῖν
ὁ Κύριος ἐκκλίνει, διὰ τὸ κατὰ ἄνθρωπον μὴ ἀξιόπιστον εἶναι τὴν <lb n="10"/>
αὐτοῦ περὶ αὐτοῦ μαρτυρίαν· Ἰωάννην δὲ μάρτυρα παρέχεσθαι
βούλεται, καὶ ἐπείπερ οὐκ ἀποδεξάμενοι οὐδὲ τὸν Ἰωάννην διαλέγεται,
διὰ τοῦτο πρότερον ἐρωτᾷ περὶ Ἰωάννου, ἥντινα τιμὴν
ἔχουσιν. “ εἶπεν γὰρ αὐτοῖς,” φησιν, “ ἐπερωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ ἕνα
“ λόγον, καὶ ἀποκρίθητέ μοι, καὶ ἐρῶ ὑμῖν ἐν ποιᾷ ἐξουσίᾳ ταῦτα <lb n="15"/>
“ ποιῶ, τὸ βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἣ ἐξ ἀνθρώπων ;” καὶ
τὰ ἑξῆς. εἰ γὰρ ἐκεῖνον ἦσαν ἀποδεδεγμένοι, καὶ τὴν μαρτυρίαν
πάντως ἀκόλουθον ἦν ἀποδέξασθαι, καὶ οὕτως ἃν ἠπίσταντο τὴν
ἐξουσίαν.</p><p>Ἐρωτᾷ διὰ ταῦτα λέγων, ὅτι κἀγὼ ἕνα λόγον ἐρωτῆσαι βούλομαι, <lb n="20"/>
ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, μαθήσεσθε ἐν ποίᾳ δυνάμει ταῦτα ποιῶ,
ἐὰν τοῦτον αὐτὸν περὶ ἐμοῦ μαρτυροῦντα δέχεσθε, καὶ τίς εἰμι
γνώσεσθε. ἐρωτᾷ τὲ περὶ τῆς χάριτος τῆς ἐν Ἰωάννῃ. αὕτη γὰρ
αὐτὸν ἔντιμόν τε καὶ ἀξιόπιστον καθίστη s μάρτυρα. καὶ εἴπατέ
μοί, φησι, πότερον ἐκ Θεοῦ ἦν τὸ βάπτισμα Ἰωάννου ἣ ἐξ ἀνθρώπων t; <lb n="25"/>
τὸ γὰρ ἐξ οὐρανοῦ λέγων, τὸ ἐκ Θεοῦ δεδήλωκεν u. στενοχωροῦνται
δὲ περὶ τὴν ἀπόκρισιν ἐκεῖνοι. εἰ μὲν ὁμολογοῖεν v τὴν
ἀλήθειαν περὶ Ἰωάννου, τὴν ἀπιστίαν αἰδούμενοι τὴν πρὸς αὐτὸν
ἣν ἠπίστησαν, ἀκόλουθον φανησομένην τῇ ἀληθεῖ περὶ αὐτοῦ μαρτυρίᾳ·
εἰ δὲ ἀρνοῖντο ὅτι παρὰ Θεοῦ ὁ βαπτιστὴς, φοβούμενοι <lb n="30"/>
τὸν ὄχλον. διὸ ἐκκλεισθέντες ἀποκρίσεως, λέγουσιν, “ οὐκ οἴδαμεν.”
καὶ πρὸς τοῦτο ὁ Σωτῆρ’ ἀκολούθως, “ οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν,” φησιν,
“ ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.” ὡς γὰρ δήλου x τούτου τυγχάνοντος
<note type="footnote">s καθίστησι Ρ. t ἀνθρώπινον L. u δεδήλωκεν αὐτὸς ὁ Ἰωάννης Poss.
v ὁμολογεῖεν Ρ. ὁμολόγειαν Poss. x δήλον Poss.</note>

<pb n="398"/>
ὅτι ἔφυγον τὴν ἀπόκρισιν, οὐχὶ δὲ ἀγνοοῦντες ἀληθῶς οὐκ ἀπεκρίναντο·
οὐδὲ ἐγώ φησιν ὑμῖν λέγω. οὐκ εἶπεν, οὐκ οἶδα, ἀλλ’ οὐ
λέγω, ἀντὶ τοῦ, οὐκ ἠβουλήθητε τὸ ἀληθὲς εἰπεῖν· οὐδὲ τῆς παρ’
ἐμοῦ τεύξεσθε ἀποκρίσεως. ἢ καὶ οὕτως· οὐ δύνασθε οὐδὲ ὑμεῖς
περὶ ἐμοῦ ἀκούειν ὅστις εἰμὶ, ἐπεὶ τὸν μάρτυρα οὐ δέχεσθε ὃς <lb n="5"/>
ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. εἰ γὰρ
ἐπίστασθε ὅτι τὸ φῶς εἰμὶ τὸ ἀληθινὸν, ἔγνωτε τοῦτο ἂν ὅτι
εἰκότως ἀφαιρῶ ’τον σκότον ἄπο του ἱέρου τόπου. σκότος γὰρ η
φιλοκερδία καὶ αἰσχροκερδία τὸ καλὸν ἰδεῖν οὐκ ἐῶσα.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><head>ΚΕΦ. Λς.</head><lb n="10"/><p>Περὶ τοῦ ἀμπελῶνος.</p><lb n="1"/><p>Καὶ ἤρξατο αὐτοῖς ἐν παραβολαῖς λέγειν, Ἀμπελῶνα
ἐφύτευσεν ἄνθρωπος, καὶ περιέθηκε φραγμὸν, καὶ ὤρυξεν
ὑπολήνιον, καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν
γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησε.</p><lb n="15"/><p>Ἢ παραβολὴ δηλοῖ ὅτι μὴ μόνον περὶ τὸν Ἰωάννην
ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτὸν τὸν Κύριον, ἀρξάμενοι ἀπὸ τοῦ
οἰκέτου, προελθόντες δὲ ἐπὶ τὸν δεσπότην. διὸ καὶ τὴν ἀποβολὴν
εἰκότως πεισομένους αὐτοὺς προδείκνυσι, τὸν ἀμπελῶνα λέγων τὸν y
Ἰσραὴλ τοῦ οἰκοδεσπότου, τοῦτ’ ἐστι τοῦ Θεοῦ, καὶ φραγμὸν <lb n="20"/>
περιβληθέντα ἀσφαλείᾳ τῇ παρὰ Θεοῦ· διὸ καὶ καθαίρεσιν τοῦ
φραγμοῦ ἀπειλῶν ὁ Θεὸς ἐν τῷ προφήτῃ Ἡσαΐᾳ, τὴν ἀσφάλειαν
ἐδήλωσεν περιαιρεθησομένην αὐτῶν. “ καὶ ὤρυξεν ὑπολήνιον·” ληνὸν
μὲν, ὡς ἕτερός φησιν Εὐαγγελιστὴς, τὸ θυσιαστήριον λέγων,
ὑπολήνιον δὲ τὸ ὑποκάτω, ἔνθεν τῶν θυσιῶν τὸ αἷμα ἐδέχοντο. <lb n="25"/>
πύργον δὲ τὸν ναὸν ἐπιφανέστατον ἐν ἀνθρώποις καὶ ὑψηλότατον.
ἐκδεδωκέναι τε ἔφη τὸν ἀμπελῶνα γεωργοῖς, τοῦτ’ ἔστι τοῖς
ἀρχιερεῦσι καὶ διδασκάλοις· καὶ ἀποδεδημηκέναι, τοῦτ’ ἔστι
δεδωκέναι χρόνους εἰς καρποφορίαν, ἣν ὥσπερ ἐπιστὰς πάλιν
ἤμελλεν ἀπαιτῆσαι z. ταῦτα δὲ εἰς τὸν Πατέρα μὲν λέγεται κατὰ <lb n="20"/>
τὴν ὑπόθεσιν τῆς παραβολῆς, καθ’ ἣν ἴδιον a τὸν Υἱὸν εἰσάγει ἡ
<note type="footnote">y τοῦ L. z ἀπαιτήσειν Ρ. a ἰδίως P.L.</note>

<pb n="399"/>
παραβολὴ, ὅτι καὶ ἰδία τοῦ Λόγου ἡ σάρκωσις· οὐ μὴν χωρίζει
γε τὸν Υἱὸν ἀπὸ τοῦ Πατρὸς ὁ περὶ τοῦ οἰκοδεσπότου λόγος, εἴπερ
πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο. αὐτίκα καὶ ὁ Ἡσαΐας “ τοῦ ἀγαπητοῦ”
λέγει τὸν ἀμπελῶνα· μετὰ δὲ ταῦτα τὴν ἀπαίτησιν τῆς καρποφορίας
τοῦτ’ ἔστιν τοῦ νομικοῦ βίου, παρόντος τοῦ καιροῦ, φησι <lb n="5"/>
γεγενῆσθαι διὰ δούλου πρῶτον· οὗ τυπτηθέντος καὶ ἀναιρεθέντος,
δι’ ἑτέρου δούλου πάλιν τὴν ἀπαίτησιν ἔδει γεγενῆσθαι. εἶτα καὶ
τρίτον πάλιν ἀπεσταλκέναι αὐτοῖς, καὶ οὕτω τὸ τελευταῖον διὰ
τοῦ υἱοῦ τὴν ὑπερβάλλουσαν δόξαν ἐπιδεικνύντος εἰς τὸ καταίδεσαι
μειζόνως· οὐχ ὡς ἀγνοοῦντος τὸ ἀποβησόμενον τοῦ πέμποντος, <lb n="10"/>
ἀλλ’ ὡς τοῦ πράγματος ἔχοντος τὸ ἄξιον ἐντροπῆς. δοῦλον τε
πρότερον μὲν λέγουσι τοὺς ἐν καιρῷ Ἠλιοῦ καὶ αὐτὸν Ἠλίαν
προφήτας, δεύτερον δὲ τὸν Ἡσαΐαν, καὶ Ὠσηὲ καὶ Ἀμῶς, τρίτον
δὲ τοὺς περὶ τὸν Ἐζεχιὴλ καὶ Δανιήλ· καὶ κατὰ ταύτην γε
διαίρεσιν τὸ, “ τὰ τρία ἔτη ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν τῇ συκῇ <lb n="15"/>
“ ταύτῃ, καὶ οὐχ εὑρίσκω,” εἰς τοὺς προφήτας ἃν λέγοιτο, ἵνα
τέταρτον ἔτος ᾐ τὸ τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου, καὶ μὴ τρίτον.
ἐπάγει γοῦν ἡ παραβολὴ τὸ κατὰ τοῦ Κυρίου τόλμημα, ὅτι
συνιέντες αὐτὸν ὄντα κληρονόμον, μείζονα τὴν τόλμαν ἐνεδείξαντο,
ὡς ἀποκτεῖναι c αὐτὸν, καθέξοντες d τὴν κληρονομίαν. ἐξέβαλον οὖν <lb n="20"/>
αὐτὸν, φησὶν ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος, τοῦτ’ ἔστιν τῆς πόλεως, καὶ
τοῦ ναοῦ, καὶ ἀπέκτειναν. ἐπειδὴ εἶπεν ὅτι ἀπέκτειναν, οὐχ ὡς ἡ
ἀκολουθία τῆς παραβολῆς ἔχειν δύναται αὐτὸν εἶναι τὸν παρεσόμενον
ἐπὶ τιμωρίᾳ τῶν δούλων· ὅτι δὲ αὐτός ἐστι, δῆλον. ἤδη οὖν
κριτικὴ πῶς αὐτοῦ παρουσία τοῦ παραδοθῆναι Ῥωμαίοις τὸν λαόν. <lb n="25"/>
καὶ αὐτοῦ τὸ ἔργον καὶ οὐ Ῥωμαίων. καὶ τότε ἡ ἔκδοσις τοῦ
ἀμπελῶνος ἡ εἰς ἑτέρους γεωργοὺς, τουτέστιν εἰς τοὺς Ἀποστόλους
καὶ τοὺς ἐξ ἐθνῶν διδασκάλους. “ Οὐδὲ ταύτην τὴν γραφὴν
“ ἀνέγνωτέ, φησι, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες,” καὶ
τὰ ἑξῆς. Διὰ πάντων δείκνυσιν ὅτι οἱ μὲν ἐκβάλλεσθαι ἤμελλον, <lb n="30"/>
τὰ δὲ ἔθνη εἰσάγεσθαι. καὶ καλῶς εἶπε, “ παρὰ Κυρίου ἐγένετο·”
ἵνα μάθωσιν ὅτι οὐδὲν τῷ Θεῷ ἐναντίον τῶν γινομένων ἦν. “ καὶ
“ ἔστι θαυμαστόν.” καὶ μάλα εἰκότως. λίθον δὲ ἑαυτὸν καλεῖ e
<note type="footnote">b νομίμου P. c ἀποκτείνειν L. d καθελόντες Poss. e καλεῖ Ρ.
λαλεῖ Poss.</note>

<pb n="400"/>
καὶ οἰκοδόμους, ὡσπερ καὶ γεωργοὺς πρώην ἐκάλεσε τοὺς διδασκάλους
τῶν Ἰουδαίων· ἑαυτὸν δὲ μετὰ τὸ παρ’ ἐκείνοις ἀποδοκιμασθῆναι
κεφαλὴν γωνίας καθιστάμενον f, τουτέστιν ἐθνῶν καὶ
Ἰουδαίων· παρὰ Κυρίου δὲ τοῦτο εἶναι g θαῦμα ἀνθρώποις τοῖς
συνιεῖσιν h, ὅτε δὴ i μετὰ θάνατον ζῶν φαίνεται Χριστὸς βασιλεὺς <lb n="5"/>
ὢν J οὐρανίων τε καὶ ἐπιγείων· καὶ τὰ ἔθνη ποιῶν ἅγια καὶ οἰκεῖα
Θεῷ. οὐκ ἐξαρκεῖ δὲ αὐτοῖς τὸ μὴ πείθεσθαι αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ
κατασχεῖν ἐπὶ τιμωρίᾳ τὸν ἐλέγχοντα σπεύδουσι· καίτοι κεκαλυμμένου
τοῦ ἐλέγχου καὶ μὴ προφανοῦς γεγονότος. κρείσσους
δὲ καὶ οἱ ἀποκεκαλυμμένοι ἔλεγχοι κρυπτομένης φιλίας, τουτέστιν <lb n="10"/>
δολερᾶς καὶ κολακευτικῆς, ὡς Σολωμῶντι δοκεῖ. ὡρμηκότες δὲ
ἐπὶ φόνον ἐπέχονται φόβῳ ἀνθρώπων, οὐ φόβῳ Θεοῦ.
Sch. ad V. έκεφαλαίωσαν]. Κεφαλικὴν ζημίαν ἐπέθεντο ἤτοι
θάνατον ἐπράξαντο ἢ ὅτι κατὰ κεφαλῆς θανατηφόρον πληγὴν
ἤνεγκαν. ἐκεφαλαίωσαν, ἀντὶ τοῦ πάσαις πρὸς τῶν προλαβόντων <lb n="15"/>
ὑπέβαλον ποιναῖς· ἀνακεφαλαιούμενοι ἐν τούτῳ τὰ τῶν
προλαβόντων JJ.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><head>ΚΕΦ. ΛΖ.</head><p>
Περὶ τῶν ἐγκαθέτων διὰ τὸν κῆνσον.
<lb n="13"/> Καὶ ἀποστέλλουσι πρὸς αὐτόν τινας τῶν Φαρισαίων <lb n="20"/>
καὶ τῶν Ἡρωδιανῶν, ἵνα αὐτὸν ἀγρεύσωσι λόγῳ.
Ἡρωδιανοὶ κατ’ ἐκείνους τοὺς χρόνους ἦσαν οἱ τὸν Ἡρώδην
Χριστὸν εἶναι λέγοντες, ὡς ἱστορεῖται k. ἄλλοι δὲ Ἡρωδιανούς
φασι τοὺς Ἡρώδου στρατιώτας. τούτους ’δει καὶ ὡς ἐναντιοῦντας m
τῷ Χριστῷ τῷ ἀληθινῷ, καὶ ὡς περὶ τὸν ἄρχοντα ὄντας, τῆς <lb n="25"/>
κατηγορίας αὐτῶν μάρτυρας παρεῖναι βούλονται τῇ ἐρωτήσει τῶν
πειραζόντων καὶ βουλομένων ἀκοῦσαι τι παρ’ αὐτοῦ, ὅτι μὴ δῷ τὸν n
φόρον. τοῦτο γὰρ σαφῶς ὁ παρὼν Εὐαγγελιστής φησι, δῶμεν
ἢ μή ; διὰ τοῦτο δὴ τὰ ἐγκώμια καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ ἀληθεύειν
ἅπαντα, καὶ πᾶσαν ὀρθὴν πρᾶξιν ἀληθινῶς καὶ μετὰ παρρησίας <lb n="30"/>
ὑποτίθεσθαι, αὕτη γὰρ ἡ ὁδὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ μὴ φροντίζειν τινὸς,
f καθιστάμενος om. L. g μετὰ Poss. h συνιοῦσιν L. i ὅτι
δεῖ P. j βασιλεύων Ρ. jj Cod. L. k ἱστόρηται L. l δὴ Ρ.
m ἐναντιωτάτους Ρ. n Sic L. δότε Poss. et Ρ.

<pb n="401"/>
μηδὲ ὑποστέλλεσθαι πρόσωπον. ταῦτα γὰρ λέγουσιν, ὡς ὑπαγαγεῖα
αὐτὸν δυναμένοιο καταφρονῆσαι τοῦ ἄρχοντος καὶ ἀπαγορεῦσαι
τοὺς τελουμένους βασιλεῖ φόρους. εἰδότες ὅτι καὶ ὁ Ἰούδας
ὁ Γαλιλαῖος εἰσηγησάμενος μὴ ὑπακούειν βασιλεῖ, μηδὲ ἀπογράφεσθαι
τὰς οὐσίας, ἀπώλετο· καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ <lb n="5"/>
διεσκορπίσθησαν. πρὸς δὲ τὴν τοιαύτην πεῖραν ὁ τοῦ Σωτῆρος
λόγος, πρῶτον μὲν αὐτὸ τοῦτο ἐξελέγχει ὅτι πειράζουσιν. ἵνα
μηδὲ ὡς λανθάνοντες αὐτὸν μεγαφρονῶσιν, ἀλλ’ ἴδωσιν ὅτι καὶ τὰ
ἐγκάρδια γινώσκει. τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ “ εἰδὼς αὐτῶν τὴν ὑπό-
“ κρισιν.” εἶτα κελεύει τὸ ἀργύριον προσενεχθῆναι αὐτῷ τὸ τελούμενον <lb n="10"/>
βασιλεῖ. καὶ οὐχ ὅτι ἀγνοεῖ τὴν ἐπιγραφὴν, ἀλλ’ ἵνα ἐκ
τοῦ θεωρουμένου τὴν ἀπόκρισιν εὐλόγως ποιήσηται, καὶ ἐξ ὧν
ἀποκρίνονται τὸ ἑπόμενον ἀκούσωσιν. ἐρωτήσας γὰρ τίνος ἡ εἰκὼν
καὶ ἡ ἐπιγραφή ; ὡς ἔφησαν, τοῦ βασιλέως, ἀκόλουθον ἐκ τοῦ
ἐκείνων λόγου τὴν ἀπόκρισιν ἀπέδωκεν, ὅτι βασιλεῖ μὲν τὰ βασιλέος <lb n="15"/>
ἀποδοῦναι δεῖ, Θεῷ δὲ τὰ τοῦ Θεοῦ· ἐπισυνάψας δὴ τὰ περὶ
Θεοῦ, οὐδὲ τοῦ δοκεῖν κολακεύειν ἄρχοντα P κατέλιπεν αὐτοῖς
συκοφαντίαν. ἐπεὶ δοκεῖ δουλεία τις εἶναι ἀνθρώπου καὶ οὐ Θεοῦ,
τὸ φόρους διδόναι. ὅθεν θαυμάσαντες τὸ ἄληπτον τοῦ λόγου,
ἀπῆλθον. <lb n="20"/>
</p></div></div></body></text></TEI>