<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4102.tlg002.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><head>ΚΕΦ. ΚΗ.</head><p>Περὶ τῶν ἐπερωτησάντων Φαρισαίων.</p><lb n="1"/><p>κἀκεῖθεν ἀναστὰς ἔρχεται εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας
διὰ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου· καὶ συμπορεύονται πάλιν <lb n="10"/>
ὄχλοι πρὸς αὐτὸν, καὶ ὡς εἰώθει πάλιν ἐδίδασκεν
αὐτοὺς.</p><p>Συνεχῶς τὴν Ἰουδαίαν ἀφεὶς διὰ τὴν βασκανίαν τὴν ἐκείνων,
νῦν ἐπιχωριάζει λοιπὸν, ἐπειδὴ τὸ πάθος ἐγγὺς ἔμελλεν εἶναι g.
οὐ μὴν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα τέως ἀνεῖσιν, ἀλλ’ ἐν τοῖς ὁρίοις τῆς <lb n="15"/>
Ἰουδαίας. καὶ ἐλθόντι ἠκολούθησαν, καὶ ὡς εἴωθει πάλιν ἐδίδασκεν
αὐτοὺς, ἣ, ὡς Ματθαῖός φησιν, ἐθεράπευσεν αὐτοὺς, διττὴν
αὐτοῖς προσάγων τὴν ἴασιν, τήν τε κατὰ ψυχὴν τοιαύτη γὰρ ἡ
διδασκαλία) καὶ τὴν κατὰ σῶμα. ἡ γὰρ τῆς τούτων ἀσθενείας
διόρθωσις, οὐ μόνον αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ ἑτέροις ὑπόθεσις θεογνωσίας <lb n="20"/>
ἐγένετο h. ἀλλ’ οὐχὶ τοῖς Φαρισαίοις, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο
μᾶλλον ἐκθηριοῦνται.</p><lb n="7"/><p>Καὶ εἶπεν, ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν
πατέρα αὑτοῦ καὶ τὴν μητέρα, καὶ προσκολληθήσεται
<lb n="8"/> πρὸς τὴν γυναῖκα αὑτοῦ. καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα <lb n="25"/>
μίαν· ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ μία σάρξ. οὐκ οὖν
ὃ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω.</p><p>Ὢ τῆς ἀνοίας. ᾤοντο ἐπιστομίζειν αὐτὸν διὰ τῶν ζητημάτων,
καίτοιγε ἤδη λαβόντες τεκμήριον τῆς δυνάμεως ταύτης· ὅτε γοῦν
περὶ τοῦ σαββάτου πολλὰ διελέχθησαν, ὅτε εἶπον ὅτι βλασφημεῖ, <lb n="30"/>
<note type="footnote">g P.L. ἀνεῖναι Poss. h ἐγίνετο P.L.</note>

<pb n="372"/>
ὅτε εἶπον, ὅτι δαιμόνιον ἔχει, ὅτε τοῖς μαθηταῖς ἐπετίμησαν διὰ
τῶν σπορίμων βαδίζουσιν i, ὅτε περὶ ἀνίπτων διελέχθησαν χειρῶν,
πανταχοῦ τούτοις ἀπορράψας αὐτῶν τὰ στόματα k, οὕτως παρέπεμψεν·
οὐδὲ οὕτως ἀφίστανται· τοιοῦτον ἡ πονηρία καὶ ἡ βασκανία.
τί οὖν αὐτός; οὔτε ἀεὶ σιγᾷ, ἵνα μὴ νομίσωσι 1 λανθάνειν· <lb n="5"/>
οὔτε ἀεὶ ἐλέγχει, ἵνα παιδεύσῃ ἡμᾶς ἡμέρως πάντα φέρειν.</p><lb n="3"/><p>Τί ὑμῖν ἐνετείλατο Μωϋσῆς; οἱ δὲ εἶπον, Μωϋσῆς
ἐπέτρεψε, καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Ἐρωτηθεὶς εἰ ἔξεστιν ἀνδρὶ γυναῖκα ἀπολῦσαι; οὐκ εὐθέως
εἶπεν, οὐκ ἔξεστιν, ἵνα μὴ θορυβηθῶσι καὶ ταραχθῶσιν· ἀλλὰ διὰ <lb n="10"/>
τῆς ἐρωτήσεως πρῶτον αὐτοὺς ἐβουλήθη ἀποκρίνασθαι τοῦ νόμου
τὸ βούλημα· ἵνα ὅπερ αὐτὸν ἔδει πρὸς αὐτοὺς λέγειν, τοῦτο
φθάσαντες ἀποκρίνωνται· καὶ ὁμῶς οὐδὲ οὕτως ἐπεμβαίνει, οὔτε
λέγει τοῦτο αὐτοῖς, ὅτι τούτου δὲ οὐκ εἰμὶ λοιπὸν ὑπεύθυνος ἐγὼ,
ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο διαλύεται· εἰ γὰρ ἀλλότριος ἦν τῆς παλαιᾶς, <lb n="15"/>
οὐκ ἂν ἠγωνίσατο ὑπὲρ Μώσεως, οὐκ ἂν ἐσπούδασεν τὰ αὐτοῦ
δεῖξαι συμβαίνοντα τοῖς παλαιοῖς. καίτοι γε ἄλλα πολλὰ ἐκέλευσεν
ὁ Μωϋσῆς, καὶ τὰ περὶ βρωμάτων, καὶ τὰ περὶ σαββάτων.
τινὸς οὖν ἕνεκεν οὐδαμοῦ αὐτὸν προβάλλονται ὡς ἐνταῦθα;
ἴσως μὲν καὶ διὰ τὴν τοῦ Σωτῆρος ἐρώτησιν, ἴσως δὲ καὶ τὸ <lb n="20"/>
πλῆθος βουλόμενοι ἐπ’ ἐπιστρατεῦσαι τῶν ἀνδρῶν αὐτῷ· καὶ γὰρ ἀδιάφορον
Ἰουδαίοις τοῦτο ἦν, καὶ πάντες τοῦτο ἔπραττον, ὡς ὑπὸ
νόμου συγκεχωρημένον. καὶ ἐπειδὴ Μαλαχίας ὁ προφήτης ἐπ’
ἐκείνην τὴν ζήτησιν ἐπιτιμῶν τοῖς ἀπολύουσι τὰς γυναῖκας, καὶ
λέγων, “ γυναῖκα νεότητός σου μὴ ἐγκαταλείπῃς· αὕτη κοινωνός <lb n="25"/>
“ σου καὶ γυνὴ διαθήκης σου,” προτείνουσιν αὐτῷ τὸ πρόβλημα
ὡς δύσλυτον, τὸ δοκοῦν τῷ νόμῳ περὶ τῆς τοιαύτης προστάξεως.
καὶ ὅμως ὁ Σωτῆρ’ ὑπὲρ τούτων ἀπολογεῖται, καί φησιν, ὅτι
Μώσης “ πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἔγραψεν ὑμῖν τὴν ἐντολὴν
“ ταύτην. οὐδὲ γὰρ ἀφίησιν ὑπὸ κατηγορίαν μένειν, ἐπειδὴ καὶ τὸν <lb n="30"/>
νόμον αὐτὸς ἦν αὐτῷ δεδωκὼς, ἀλλ’ ἐξαιρεῖται αὐτὸν τοῦ ἐγκλήμάτος,
<note type="footnote">i βαδίζειν Ρ. κ καὶ τ. στόμ’. αὐτ’. ἀπ’. παντ’. Poss. 1 Sic P.L. δόξειαν
Ρ. m οὕτω L.</note>

<pb n="373"/>
καὶ τὸ πᾶν εἰς τὴν ἐκείνων n περιτρέπει κεφαλὴν, ὃ πανταχοῦ
ποιεῖ. εἶτα ἐπειδὴ φορτικὸν ἦν τὸ εἰρημένον, καὶ πολλὴν
ἔφερεν αὐτοῖς διαβολὴν, ταχέως ἐπὶ τὸν ἀρχαῖον καταφεύγει νόμον,
λέγων, “ ἀπὸ δὲ ἀρχῆς κτίσεως ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν
“αὐτοὺς,” τοῦτ’ ἔστι, διὰ τῶν πραγμάτων ὑμῖν o ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεὸς <lb n="5"/>
ἐνομοθέτησε τὰ ἐναντία. ἵνα γὰρ μὴ λέγωσιν, πόθεν δῆλον ὅτι διὰ
τὴν ἡμῶν σκληρότητα τοῦτο Μώσης εἶπεν; ἐκεῖθεν πάλιν αὐτοὺς
ἐπιστομίζει. εἰ p γὰρ οὗτος προηγούμενος ἦν ὁ νόμος καὶ συμφέρων,
οὐκ ἃν ἀπ’ ἀρχῆς ἐδόθη ἐκεῖνος, οὐκ ἃν οὕτω πλάττων
ἔπλασεν ὁ Θεὸς, οὐκ ἃν τοιαῦτα εἶπε. σκόπει δὲ αὐτὸν οὐκ ἀπὸ <lb n="10"/>
τῆς δημιουργίας μόνης q ἰσχυριζόμενον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ προστάγματος,
ὥστε τὸν ἕνα τῇ μία συνάπτεσθαι. εἰ δ᾿ ἐβούλετο τὴν μὲν
ἀφιέναι, ἑτέραν δὲ ἐπεισάγειν r, ἕνα ἄνδρα ποιήσας, πολλὰς ἔπλασε
γυναῖκας· οὐ γὰρ εἶπεν ὅτι ἐποίησεν ἕνα ἄνδρα καὶ μίαν γυναῖκα,
ἀλλ’ ὅτι καὶ τοῦτο ἐκέλευσεν. νῦν δὲ τῷ τρόπῳ τῆς νομοθεσίας <lb n="15"/>
ἔδειξεν ὅτι ἕνα δεῖ μιᾷ συνοικεῖν διαπαντὸς, καὶ μηδέποτε
διαρρήγνυσθαι. ἐκ μιᾶς γὰρ, φησὶ, ῥίζης ἐγένοντο, καὶ εἰς ἓν
σῶμα συνῆλθον. εἶτα φοβερὸν ποιῶν τὸ ταύτης κατηγορεῖν οὐκ
εἶπε, μὴ διασπᾶτε, ἀλλ’ “ὃ ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χω-
“ριζέτω.” εἰ δὲ Μωσέα προβάλλῃ, ἐγὼ δὲ λέγω σοι τὸν Μώσεως <lb n="20"/>
δεσπότην, καὶ μετὰ τούτου s καὶ τῷ χρόνῳ ἰσχυρίζομαι. καὶ γὰρ
πρεσβύτερος οὗτος ὁ νόμος, εἰ καὶ δοκεῖ παρ’ ἐμοῦ εἰσάγεσθαι
νῦν. οὐδὲ γὰρ ἁπλῶς συνήγαγε τὴν γυναῖκα τῷ ἀνδρὶ, ἀλλὰ καὶ
γονεῖς ἀφιέναι ἐκέλευσεν, καὶ πρὸς τὴν γυναῖκα κολληθῆναι, τῷ
τρόπῳ τῆς λέξεως τὸ ἀδιάσπαστον ἐμφαίνων. “καὶ ἔσονται γὰρ οἱ <lb n="25"/>
δύο, φησὶν, εἰς σάρκα μίαν· καὶ αὕτη μὲν ἡ φυσικὴ σύζευξις.
ὁ δὲ νόμος οὔπω καθαρῶς ἐπανάγειν τὸν ἄνθρωπον δυνάμενος τὸ
πολὺ τῆς κακίας ἀφῄρει. τὸ γὰρ ὅλον οὐκ ἀφαιρεῖται μέχρις ἃν
ἔνδοθεν ὁ ἄνθρωπος καθαρθῇ. ψυχῆς μὲν γὰρ ἐκκαθαιρομένης ἐπιθυμιῶν
τε καὶ θυμῶν, δυνατὸν καὶ φαύλην γυναῖκα ὑπομένειν τῇ <lb n="30"/>
καρτερίᾳ χρωμένους. πλεοναζόντων δὲ ἐν ψυχῇ τῶν προειρημένων
παθῶν, πολλὰ καὶ δεινὰ γένοιτο ἃν ἐν τῇ παρὰ γνώμην συνοικήσει.
<note type="footnote">n ἐκείνου Ρ. o ἡμῖν P.L. P εἰ μὴ om.) P.L. εἰ μὴ Poss.
q μόνης om. L. f Sic P.L. εἰσάγειν Poss. s Sic P.L. τοῦτο Poss.</note>

<pb n="374"/>
καὶ γὰρ καὶ συκοφαντεῖν ἠδύνατο ἃν τὴν γυναῖκα, καὶ τὴν μισουμένην
ὁ μισῶν ἀνὴρ καὶ μοιχείας ἐπάγειν ἔγκλημα, καὶ προαχθείη
ἂν εἰς φόνον ὑπὸ θυμοῦ πολλάκις. τῶν δὴ τοιούτων ἐποχὴν ὁ νόμος
ἐποίει· διδοὺς τὴν ἀπόστασιν τῆς μισουμένης γυναικὸς, καὶ τὸ
κατὰ φύσιν παρατρεπόμενον οὐκ ἐκώλυσεν, διὰ τὸ μὴ ἀγὰν εἰς τὸ <lb n="5"/>
παρὰ φύσιν ἐμπεσεῖν τοὺς ἀνθρώπους.</p><lb n="10"/><p>Καὶ ἐν τῆ οἰκίᾳ πάλιν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ περὶ τοῦ
<lb n="11"/> αὐτοῦ ἐπηρώτησαν αὐτόν. καὶ λέγει αὐτοῖς, ὃς ἐὰν
ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται
<lb n="12"/> ἐπ’ αὐτήν. καὶ ἐὰν γυνὴ ἀπολύσῃ τὸν ἄνδρα <lb n="10"/>
αὑτῆς, καὶ γαμηθῇ ἄλλῳ, μοιχᾶται.</p><p>Εἰ καὶ τῷ χωρισμῷ, φησὶ, διαιρεῖται ἀνδρὸς, ἀλλὰ τῇ ἐξ ἀρχῆς
συζεύξει ἀδιαίρετός ἐστι. διὰ τοῦτο μοιχείαν ἐκάλεσε τὸ
συζεύγνυσθαι πρὸς ἄλλην ζώσης ἐκείνης. καὶ ἐπὶ γυναικὸς δὲ τὸ
ἶσον· μοιχεία δέ ἐστιν τό τε ἰδίᾳ συνεῖναι· οὐκ ἰδίᾳ δὲ σύνεστι <lb n="15"/>
φησιν, ὅταν ἰδίαν ἀπολιπὼν, διὰ τοῦτο μοιχᾶται ἐπ’ αὐτὴν, τουτέστιν
ἐπὶ δευτέραν ἣν ἐπεισάγει τῇ κατὰ φύσιν αὐτῷ συνειμμένῃ·
τὸ δὲ αὐτὸ καὶ ἡ γυνὴ οὐκ ἰδίῳ σύνεστιν ἀνδρὶ, ἐὰν τὸν
ἴδιον καταλίπῃ. καὶ ὁ μὲν νόμος τὴν προφανῆ μοιχείαν ἀπεκώλυσεν,
ὅτε τὴν ἐνοικοῦσαν ἑτέρῳ τις διαφθείροι. ὁ δὲ Σωτῆρ’ καὶ <lb n="20"/>
τὴν οὐχ ὁμολογουμένην παρὰ πᾶσιν οὐδὲ γινωσκομένην, τῇ φύσει
δὲ διελεγχομένην κατέκρινε t. καὶ ὁ μὲν Ματθαῖος πρὸς τοὺς
Φαρισαίους καὶ ταῦτα τὸν Σωτῆρά φησιν εἰρηκέναι· ὁ Μάρκος δὲ
πρὸς τοὺς μαθητάς. οὐκ ἔστι δὲ ἐναντίον. ἐνδέχεται γὰρ καὶ τούτοις
τοῖς κἀκείνοις ταῦτα u εἰρηκέναι. ἄλλως τε παραπέμπειν δοκεῖ <lb n="25"/>
ἡμᾶς ὁ Μάρκος καὶ ὑπομιμνήσκειν, ὡς πρὸ τούτου οἱ μαθηταὶ περὶ
τούτου ἐπηρώτων τὸν Ἰησοῦν, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτοῖς.</p><lb n="13"/><p>Καὶ προσέφερον αὐτῷ παιδία, ἵνα ἅψηται αὐτῶν. οἱ
δὲ μαθηταὶ ἐπετίμων τοῖς προσφέρουσιν.</p><p>Ἰδίον τοῦ δημιουργοῦ τὸ τοῖς ἑαυτοῦ ποιήμασι χαίρειν, καὶ τὴν <lb n="30"/>
πρόσοδον αὐτῶν τὴν πρὸς ἑαυτὸν μὴ ἀποκωλύειν, καὶ μάλιστα τοῦ
<note type="footnote">t κατέκρινε om. L. u τὰ αὐτὰ Ρ.</note>

<pb n="375"/>
κωλύοντος οὐκ ὄντος. μόνη γὰρ κακία καὶ διαφθορὰ τῆς δημιουργίας
ἀποκωλύει προσελθεῖν x τῷ δημιουργῷ· τὸ δὲ τῆς φρονήσεως
ἐνδεὲς οὐ κωλυτικὸν τῆς προσίδου. πλήρωσιν γὰρ ἐπιζητεῖ· ταύτην
δὲ πρόσοδος χαρίζεται. διὸ καὶ ἀκριβὴς ἡ λέξις, “τῶν τοιού-
“τῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. οὐ γὰρ τούτων εἶπεν, ἀλλὰ <lb n="5"/>
τῶν τοιούτων. ἐπειδὴ πρόσεστι καὶ τὸ τῆς φρονήσεως ἐνδεὲς τοῖς
παισίν. οὗπερ ἀποτρέπων ὁ Ἀπόστολος ἔλεγε, “ μὴ παιδία γίνεσθε
“ ταῖς φρεσίν.’ ἐπεξῆλθε δὲ ὁ παρὼν Εὐαγγελιστὴς τὴν αἰτίαν λέγων,
καὶ οἷον ἑρμηνεύων, “τὸ τῶν τοιούτων γὰρ ἐστὶν ἡ βασιλεία.”</p><p>Τίνος δὲ ἕνεκεν ἀπεσόβουν τὰ παιδία οἱ μαθηταὶ; ἀξιώματος <lb n="10"/>
ἕνεκεν. τί οὖν αὐτός; διδάσκει y αὐτοὺς μετριάζειν καὶ τῦφον
καταπατεῖν κοσμικόν. τὰ παιδία z δέα λαμβάνει καὶ ἐναγκαλίζεται
καὶ τοῖς τοιούτοις ἐπαγγέλλεται b τὴν βασιλείαν. καὶ γὰρ
πάντων τῶν παθῶν καθαρεύει ἡ ψυχὴ τοῦ παιδίου, καὶ τοῖς λελυπηκόσιν
οὐ μνησικακεῖ, ἀλλ’ ὡς φίλος προσέρχεται ὡς οὐδενὸς <lb n="15"/>
γενομένου· καὶ ὅσα ἂν παρὰ τῆς μητρὸς μαστιχθῇ ταύτην ἐπιζητεῖ,
καὶ πάντων αὐτὴν προτιμᾷ, κἂν τὴν βασιλίδα δείξῃς μετὰ
διαδήματος, οὐ προτίθησι τῆς μητρὸς ῥάκια περιβεβλημένης·
ἀλλ’ ἕλοιτο μᾶλλον ἐκείνην ἰδεῖν μετὰ τούτων, ἣ τὴν βασιλίδα
μετὰ κόσμου· καὶ τῶν ἀναγκαίων οὐδὲν πλέον ἐπιζητεῖ, ἀλλ’ ὅσον <lb n="20"/>
ἐμπλησθῆναι τοῦ μασθοῦ c, καὶ ἀφίστασθαι d τῆς θηλῆς. οὐ λυπεῖται
ἐφ’ οἷς ἡμεῖς, οἷον ἐπὶ ζημίᾳ χρημάτων καὶ τοῖς τοιούτοις.
οὐ χαίρει πάλιν ἐπὶ τοῖς ἐπικήροις τούτοις· οὐκ ἐπτόηται e πρὸς
κάλλη σωμάτων. διὰ τοῦτο εἶπε, “ τῶν τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία,
ἵνα τῇ προαιρέσει ταῦτα ἐργαζώμεθα, ἄτῃ φύσει τὰ παιδία ἔχει. <lb n="25"/>
καλὸν δὲ καὶ τὸ ἀναγκαλισάμενος αὐτὰ κατηυλόγει g. πάλιν γὰρ
ὥσπερ εἰς ἀγκάλας ἐπανάγεται τοῦ δημιουργοῦ τὸ ποίημα χωρισθὲν
αὐτοῦ κατ’ ἀρχὴν καὶ h ἐκπεπτωκός. ἐπετίθει δὲ τὰς χεῖρας τοῖς
παιδίοις, τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν διδασκούσης τὴν τῆς θείας
δυνάμεως ἐπίθεσιν, ᾗ τὸ ἔργον τὸ ἑαυτῆς τελειοῖ. τὸ δὲ σχῆμα <lb n="30"/>
κοινὸν, καὶ κατὰ τὴν συνήθειαν τῆς τῶν χειρῶν ἐπιθέσεως ποιεῖ ὁ
<note type="footnote">x P.L. παρελθεῖν Poss. y διδάσκων Ρ. z τὰ παιδία om. P.L.
a καὶ P.L. b ἐπαγγέλλεται P.L. ἀπαγγέλλεται Poss. c μαστοῦ L.
d Sic L. ἀφίσταται Poss. et Ρ. e Sic L. οὐ πτοεῖται Poss. et Ρ.
f ταύτῃ L. g κατευλόγει L. h δὲ Poss. et Ρ.</note>

<pb n="376"/>
Χριστὸς, οὐ μὴν κατὰ τὴν συνήθειαν ἐνεργεῖ k. ὅτι δὴ Θεὸς ὣν
καὶ τὸν ἀνθρώπινον τρόπον διεφύλαττεν ὡς ἄνθρωπος κατὰ ἀλήθειαν
γεγονὼς.
</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><head>ΚΕΦ. ΚΘ.</head><p>
Περὶ τοῦ ἐπερωτήσαντος πλουσίου τὸν Ἰησοῦν. <lb n="5"/>
<lb n="17"/> Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ εἰς ὁδὸν, προσδραμών τις
καὶ γονυπετήσας αὐτὸν, ἐπηρώτα αὐτὸν, διδάσκαλε ἀγαθὲ,
τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;
τινὲς διαβάλλουσι τὸν νεανίσκον τοῦτον ὡς ὕπουλόν τινα καὶ
πονηρὸν, καὶ μετὰ πείρας τῷ Ἰησοῦ προσελθόντα. ἐγὼ δὲ φιλάργυρον <lb n="10"/>
αὐτὸν οὐκ ἃν παραιτησαίμην εἰπεῖν, ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς
τοιοῦτον αὐτὸν ὄντα ἤλεγξεν, ὕπουλον δὲ οὐδαμῶς, διὰ τὸ καὶ τὸν
Μάρκον ταύτην ἀνῃρηκέναι τὴν ὑποψίαν. καὶ δραμὼν γάρ, φησι,
καὶ γονυπετήσας παρεκάλει· καὶ ὅτι ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς
ἠγάπησεν αὐτόν. διατὶ οὖν οὕτω πρὸς αὐτὸν ἀπεκρίνατο ὁ Χριστὸς, <lb n="15"/>
λέγων, “οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός;” ἐπειδὴ ὡς ἀνθρώπῳ
προσῆλθε, καὶ ἑνὶ τῶν πολλῶν διδασκάλων Ἰουδαϊκῶν m. διὰ τοῦτο
γὰρ ὡς ἄνθρωπος αὐτῷ διαλέγεται. καὶ γὰρ πολλαχοῦ πρὸς τὰς
ὑπονοίας τῶν προσιόντων ἀποκρίνεται· ὡς ὅταν λέγῃ, “ ἡμεῖς προσ-
“ κυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν, καὶ, “ ἐὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἡ μαρ- <lb n="20"/>
“ τυρία μου οὐκ ἐστὶν ἀληθής. ὅταν ὅταν εἴπῃ, οὐδεὶς ἀγαθὸς, τοῦτ’
ἔστιν, οὐδεὶς ἀνθρώπων. ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς ἀνθρώπους ἀποστερῶν ἀγαθότητος
τοῦτο λέγει, ἀλλὰ πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητος.
διὸ καὶ ἐπήγαγεν, “εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός.” καὶ οὐκ εἶπεν,
εἰ μὴ ὁ πατήρ μου, ἵνα μάθῃς ὅτι οὐκ ἐξεκάλυψεν ἑαυτὸν τῷ <lb n="25"/>
νεανίσκῳ. τι δήποτε δὲ οὕτως αὐτῷ ἀπεκρίνατο; ἀνάγειν αὐτὸν
κατὰ μικρὸν καὶ παιδεύειν κολακείας ἀπηλλάχθαι πάσης βουλόμενος,
καὶ Θεῷ προσηλῶσαι, καὶ εἰδέναι τὸν ὄντως ἀγαθὸν, καὶ τὴν
ῥίζαν καὶ τὴν πηγὴν ἁπάντων, καὶ αὐτῷ τὰς τιμὰς ἀναφέρειν· ἐπεὶ
καὶ ὅταν λέγῃ, “ μὴ καλέσητε διδάσκαλον ἐπὶ τῆς γῆς πρὸς <lb n="30"/>
ἀντιδιαστολὴν αὐτοῦ τοῦτό φησι, καὶ ἵνα μάθωσι τίς ἡ πρώτη τῶν
ὄντων ἁπάντων ἀρχή.</p><note type="footnote">i μὴν L. μὲν Ρ. et Poss. ν ἐνήργει L. m διδασκάλῳ Ἰουδαϊκῷ L.</note><pb n="377"/><p>Οὐ δὲ μικρὰν ὁ νεανίσκος ἐπεδείξατο προθυμίαν τέως εἰς ἔρωτα
τοιοῦτον ἐμπεσών· καὶ τῶν ἄλλων τῶν μὲν πειραζόντων, τῶν δὲ
ὑπὲρ νοσημάτων προσιόντων, ἣ τῶν οἰκείων ἣ τῶν ἀλλοτρίων, αὐτὸς
ὑπὲρ ζωῆς αἰωνίου καὶ προσιὼν καὶ διαλεγόμενος. καὶ γὰρ καὶ
λιπαρὰ ἦν ἡ γῆ καὶ πίων, ἀλλὰ τῶν ἀκανθῶν τὸ πλῆθος τὸν σπόρον <lb n="5"/>
συνέπνιγεν n. σκόπει γοῦν πῶς ἢν παρεσκευασμένος μένος τέως πρὸς τὴν
τῶν ἐπιταγμάτων ὑπακοήν. οὐδὲ γὰρ εἶπε, πῶς εἰσέλθω εἰς τὴν
ζωήν; ἀλλὰ, τι ποιήσας; οὕτως ἕτοιμος ἦν πρὸς ἐργασίαν τῶν
λεχθησομένων. εἰ δὲ πειράσων προσῆλθεν, ἐδήλωσεν ἃν ἡμῖν καὶ
τοῦτο ὁ Εὐαγγελιστὴς, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ποιεῖ. εἰ δὲ καὶ <lb n="10"/>
αὐτὸς ἐσίγησεν ὁ Χριστὸς, αὐτὸν οὐκ εἴασε λαθεῖν, ἀλλ’ ἤλεγξεν
ἃν σαφῶς, ἣ καὶ ἠνίξατο. εἰ πειράσων προσῆλθεν, οὐκ ἃν ἀπῆλθεν
λυπούμενος ἐφ’ οἷς ἤκουσεν. ἐπιθυμεῖ οὖν τῆς ζωῆς, κατέχεται δὲ
πάθει χαλεπωτάτῳ.</p><p>Εἰπόντος τοίνυν τοῦ Χριστοῦ τὰς ἀπὸ τοῦ νόμου ἐντολὰς <lb n="15"/>
φησὶν, “ ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. ὁ δὲ Ἰη-
“σοῦς ἐμβλέψας αὐτὸν ἠγάπησεν αὐτὸν,” καὶ τὰ ἑξῆς. Εἶτα
ἐπειδὴ ἔμελλεν μέγα τι ἐπιτάττειν, προστίθησι τὰ ἔπαθλα λέγων,
“ἕν σοι ὑστερεῖ, ὑπάγε, ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ
“ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ· καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.” εἶδες o δὲ <lb n="20"/>
πόσα βραβεῖα, ἰδὲ πόσους στεφάνους τίθησι τῷ σταδίῳ τούτῳ. εἰ
δὲ ἐπείραζεν ἐκεῖνος, οὐκ ἃν αὐτῷ ταῦτα εἶπεν ὁ Σωτῆρ’. νυνὶ δὲ
καὶ λέγει, ὥστε αὐτὸν ἐφελκύσασθαι, καὶ τὸν μισθὸν αὐτῷ δείκνυσι
πολὺν ὄντα· καὶ γὰρ τῷ ἀκολουθεῖν αὐτῷ μεγάλη ἀντίδοσις.
καλῶς δὲ οὐχὶ ζωῆς ἐμνημόνευσεν, ἀλλὰ θησαυροῦ. ἐπειδὴ γὰρ <lb n="25"/>
περὶ χρημάτων ἦν ὁ λόγος, καὶ πάντων αὐτὸν γυμνὸν θεῖναι παρήνει,
δείκνυσιν ὅτι οὐκ ἀφαιρεῖται τὰ ὄντα, ἀλλὰ προστίθησι
τοῖς οὖσι πλείονα ὣν ἐκέλευσε παρασχεῖν, καὶ τοσοῦτον p μείζον’,
ὅσον q γῆς ὁ οὐρανός. ὁ δὲ στυγνάσας ἐπὶ τῷ λόγῳ, “ ἀπῆλθεν
“ λυπούμενος, ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.” οὐχ r ὁμοίως <lb n="30"/>
κατέχονται οἱ τὰ ὀλίγα ἔχοντες, καὶ οἱ πολλῇ s βαπτισθέντες
μέθῃ. ἡ γὰρ προσθήκη τῶν ἐπεισιόντων, μείζονα ἀνάπτει
<note type="footnote">n συνέπνηγεν Cod. L. qui haec solus habet. ο Poss. ἰδὲ et mox
ἰδὲ πόσ’. στεφ. P τοσούτῳ Ρ. q ὅσον P. ὅσου L. et Poss. r οὐ
γὰρ Ρ. s καὶ οἱ πολλὰ Poss.</note>

<pb n="378"/>
τὴν φλόγα, καὶ πενεστέρους ἐργάζεται τοὺς κτωμένους. σκόπει
οὖν καὶ ἐνταῦθα ποῖα, ἐνεδείξατο t τὴν ἰσχὺν τὸ πάθος. τὸν γὰρ
μετὰ χαρᾶς προσελθόντα u καὶ προθυμίας, ἐπειδὴ ἐκέλευσε ῥίψαι
τὰ χρήματα, οὐδὲ ἐννοῆσαι τὴν ζωὴν εἴασεν, ἀλλὰ στυγνὸν ἐποίησε.</p><lb n="24"/><p>Ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν ἀποκριθεὶς, λέγει αὐτοῖς, τέκνα, <lb n="5"/>
πῶς δύσκολόν ἐστι τοὺς πεποιθότας ἐπὶ τοῖς χρήμασιν
εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.</p><p>Τὸ, πῶς δυσκόλως λέγων, οὐ τὰ χρήματα διαβάλλει, ἀλλὰ
τοὺς πέρα x τοῦ μέτρου κατεχομένους ὑπ’ αὐτῶν. τί δήποτε δὲ
τοῖς μαθηταῖς; τι οὖν ὁ Χριστός; “ πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα <lb n="10"/>
“ ἔχοντες,” καὶ τὰ ἑξῆς. πένησιν οὖσιν καὶ οὐδὲν κεκτημένοις ἔλεγεν
ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ
Θεοῦ. παιδεύων αὐτοὺς μὴ αἰσχύνεσθαι τῇ πενίᾳ, καὶ ὡσανεὶ
ἀπολογούμενος αὐτοῖς ὑπὲρ τοῦ μηδὲν ἐπιτρέψαι ἔχειν. εἰπὼν δὲ
δύσκολον, οὐχ ἁπλῶς εἶπεν, ἀλλὰ μετ’ ἐπιτάσεως ἀδύνατον· καὶ <lb n="15"/>
τοῦτο ἐκ τοῦ παραδείγματος ἐδήλωσεν ἐκ τοῦ κατὰ τὴν κάμηλον
καὶ τὴν βελόνην· ὅθεν δείκνυται ὅτι οὐχ ὁ τυχὼν μισθὸς τοῖς
πλουτοῦσι καὶ δυναμένοις φιλοσοφεῖν. διὸ καὶ Θεοῦ ἔργον ἔφησεν y
αὐτὸ εἶναι, ἵνα δείξῃ ὅτι πολλῆς δεῖ τῆς χάριτος τῷ μέλλοντι
τοῦτο κατορθοῦν. τῶν γοῦν μαθητῶν ἐκπλαγέντων καὶ λεγόντων, <lb n="20"/>
τίς δύναται σωθῆναι; ἐμβλέψας ὁ Ἰησοῦς λέγει, καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Καὶ τίνος ἕνεκεν οἱ μαθηταὶ ταράττονται πένητες ὄντες; ὑπὲρ
τῆς τῶν ἄλλων σωτηρίας ἀλγοῦντες· διὰ τοῦτο πρότερον ἐμβλέψας
ταῦτά φησι· ἡμέρῳ γὰρ ὄμματι καὶ πράῳ φρίττουσαν
αὐτῶν τὴν διάνοιαν παραμυθησάμενος, τότε καὶ διὰ τῶν ῥημάτων <lb n="25"/>
αὐτοὺς ἐνίησι, τὴν τοῦ Θεοῦ δύναμιν εἰς μέσον ἀγαγὼν, καὶ οὕτω
ποιήσας θαρρεῖν· καὶ πῶς ἃν γένοιτο τοῦτο δυνατόν; ἵνα τὸ μέγεθος
τοῦ κατορθώματος ἐννοήσας, ἐπιπηδήσας ῥαδίως, καὶ τὸν Θεὸν
παρακαλέσας συνεφάψασθαί σοι τῶν καλῶν τούτων ἄθλων, τῆς
ζωῆς ἐπιτύχῃς, καὶ ἀποστὰς τῆς πονηρᾶς ἐπιθυμίας ῥ...της καὶ <lb n="30"/>
τὰ ὄντα· καὶ ᾗ φησιν ὁ Ἀπόστολος, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ
τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν z.</p><note type="footnote">ἐπεδείξατο P.L. u προσελθεῖν L. x Sic P.L. παρὰ Poss.
y ἔδειξεν L. z Hoc Sch. ded. e Cod. L.</note><pb n="379"/><p>Στενὴ γὰρ καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπαγοῦσα εἰς τὴν ζωὴν,
δι’ ἧς κάμηλος, παχύτατον τοῦτο καὶ ὀγκῶδες, οὐ δυνήσεται εἰσελθεῖν.
καλὴ οὖν καὶ ἡ τοῦ νόμου προπαιδεία, καὶ οὐκ ἀναιρεῖ αὐτὴν
ὁ Χριστὸς, ἀρχὴν τῆς ὁδοῦ ταύτην ἐπιδεικνύων, οὐ συμπλήρωσιν·
καὶ τὸ μὴ ἀλλότριον ἑαυτοῦ εἶναι τὸν νόμον διὰ τούτου μαρτυρῶν. <lb n="5"/>
τελειότης γὰρ παρ’ αὐτοῦ· ἀφελὼν γάρ, φησιν, τὰ περιττῶς προσκείμενα,
κείμενα, “ δεῦρο ἀκολούθει μοι.” μηκέτι γὰρ τῶν ἐμποδιζόντων
ὄντων ἀκώλυτον ἔστω σοι τὸ ἀκολουθεῖν τῷ πρὸς τὴν ζωὴν τὴν
ἀληθῆ ὁδηγοῦντι· πῶς δὲ δυνατὸν γίνεται, καὶ πῶς τὸ ἐκ παραδείγματος
ἀδύνατον λύεται, παρ’ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος ἐστὶ μαθεῖν, <lb n="10"/>
λέγοντος τοῖς πλουσίοις, “ ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ
“ τῆς ἀδικίας, ἵνα ὅταν ἐκλίπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους
“ αὐτῶν σκηνάς.”</p><p>Πάντα δὲ δυνατὰ λέγων εἶναι ὁ λόγος παρὰ Θεῷ, μὴ συκοφαντῆσαιπαρὰ
τοῖς λέγουσιν, ἀρ᾿ οὑν καὶ τὰ κακά; οὐ γὰρ ἐν πᾶσι <lb n="15"/>
τοῖς Θεῷ δυνατοῖς ἀριθμεῖται τὰ κακά. ὅπου γὰρ ὁ Θεὸς εἴρηται,
τὸ καλὸν ἕπεται, καὶ οὐδ’ ἃν ἐννοῆσαι τις ὑγιαίνων, ὅτι τὰ κακὰ
Θεῶ δυνατά· οὐδὲ ἀδυναμίαν εἴποι ἃν τὸ κακὰ μὴ ποιεῖν. ἀσθένεια
γὰρ τοὐναντίον, ἡ τῶν κακῶν ποίησις· καὶ ἀσθενείας τὰς
ἁμαρτίας ὁ Παῦλος καλεῖ λέγων, “ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν <lb n="20"/>
“ ἀσθενῶν, κατὰ καιροῦ ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανεν,” καὶ ὁ τοῦ ψαλμῳδοῦ
μῳδοῦ λόγος, “ ἐπλύνθησάν,” φησιν, “ αἱ ἀσθένειαι αὐτῶν, τὰς
ἀσθενείας ἁμαρτίας καλῶν. ἀλλ’ οὐδὲ ἐκεῖνο ἐγκαλέσειέ τις τῷ
λόγῳ τῷ λέγοντι πάντα Θεῷ δυνατά· ἆρα οὖν καὶ τὸ γεγονὸς
ποιῆσαι μὴ γεγονέναι Θεῷ δυνατόν ἐστι; ἀχρεῖον γὰρ αὖ πάλιν <lb n="25"/>
τὸ τοιοῦτον· οὐδὲν δὲ ἀχρεῖον ἐπὶ Θεοῦ δυνάμεως παραλαμβάνεται.
ζητήσειε δ᾿ ἄν τις, πῶς ἠγάπησεν αὐτὸν μὴ μέλλοντα ἐπὶ
ζωὴν ἀκολουθεῖν· ἔστι δὲ ἐπὶ μὲν τοῖς προτέροις ἀγάπης ἄξιος
ὁ τὰ τοῦ νόμου φυλάξας, καὶ ταῦτα ἐκ τῆς νεότητος· τῇ δὲ περὶ
τὸ τέλειον ὀλιγωρίᾳ τὴν ἐπὶ τοῖς πρόσθεν ἀγάπην τελείαν οὐκ <lb n="30"/>
εἴασεν γενέσθαι· ὥσπερ οὐδὲ τὴν τελειότητα ἐδέξατο. διόπερ ὁ
Παῦλος ἀτελὲς ἅπαν τὸ ἐν τῷ νόμῳ καταλαβὼν, ἐπὶ τὴν τελειότητα
ἔσπευσεν· “ ἅτινα γὰρ ἦν μοι κέρδη, ταῦτα ἥγημαι διὰ τῶν
“ χρηστῶν ζημίαν.” οὐκ οὖν εἰ κέρδος καὶ ἡ τοῦ νόμου πλήρωσις ἐν

<pb n="380"/>
καιρῷ, δικαίως καὶ ἡ ἐπὶ ταύτην ἀγάπη· τὸ δὲ μὴ ἀκολουθῆσαι
πρὸς τὸ τέλειον τῆς τελείας ἀγάπης ἀφείλετο τὸν μὴ ἀκολουθήσαντα.
ἐξελέγχεται δὲ ἐν τῷ λόγῳ Μαρκιανιστῶν τε παράνοια
καὶ Μανιχαίων, οἱ τὸν νόμον ἀλλότριον εἶναι φασιν τοῦ Χριστοῦ.
οὐ γὰρ ἐπὶ τοῦ ἀλλοτρίου πληρώσει ἠγάπησεν ἂν ὁ Χριστὸς τὸν <lb n="5"/>
περὶ ταύτης παρρησιασαμένον· οὐ μὴν οὐδὲ τὸ ἄπταιστον μεμαρτύρηκε
τῷ λέγοντι, “ ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου.”
ἢ γὰρ ἂν ὑπερβεβηκὼς ἦν τὰ ἀνθρώπινα μέτρου, οὐδὲ μιᾷ ἔνοχος
ὢν ἁμαρτίᾳ· ἀλλὰ τῷ δυνατὸν ἀνθρώπῳ περιφυλάξασθαι τὸν νόμον,
ἐκεῖνόν τε ἐμαρτύρησεν ἐν ἑαυτῷ· καὶ Χριστὸς ἐπὶ τῇ δυνατὴ τῶν <lb n="10"/>
νόμων τηρήσει ἠγάπησεν.</p><lb n="28"/><p>Ἤρξατο δὲ ὁ Πέτρος λέγειν αὐτῷ, Ἰδοὺ, ἡμεῖς ἀφήκαμεν
<lb n="29"/> πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ
Ἰησοῦς, εἶπεν, Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, Οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν
οἰκίαν, ἢ ἀδελφοὺς, ἢ ἀδελφὰς, ἢ πατέρα, ἢ μητέρα, <lb n="15"/>
ἢ γυναῖκα, ἢ τέκνα, ἢ ἀγροὺς, ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ ἕνεκεν τοῦ
<lb n="30"/> εὐαγγελίου, ἐὰν μὴ λάβη ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τῷ
καιρῷ τούτῳ, οἰκίας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ μητέρας
καὶ τέκνα καὶ ἀγροὺς, μετὰ διωγμῶν, καὶ ἐν τῷ
αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.</p><lb n="20"/><p>Ποῖα πάντα ὦ μακάριε Πέτρε; τὸν κάλαμον, τὸ δίκτυον, τὸ
πλοῖον, τὴν τέχνην, ταῦτά μοι πάντα λέγεις; ’ναι φησιν. ἀλλ’ οὐ
διὰ φιλοτιμίαν, ἀλλ’ ἵνα διὰ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης τὸν τῶν πενήτων
εἰσαγάγω δῆμον. ἐπειδὴ y γὰρ τοῦ Χριστοῦ ἤκουσας λέγοντος
“ εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτω- <lb n="25"/>
“χοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανοῖς.” ἵνα μὴ λέγῃς, τί οὖν ἐὰν
μὴ ἔχω ὑπάρχον, οὐ δύναμαι τέλειος εἶναι; ἐρωτᾷ Πέτρος· ἵνα σὺ
μάθῃς, καὶ δεξάμενος παρὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν ἀπόφασιν θαρρῇς·
ὑπὲρ γὰρ τῆς οἰκουμένης αὐτὸς τὴν πεῦσιν ταύτην προσήγαγεν.</p><p>Ἵνα δὲ μὴ ἀκούσαντες τὸ ὑμεῖς οἱ λοιποὶ, ἐξαίρετον τῶν μαθητῶν <lb n="30"/>
τοῦτο εἶναι μὴ νομίσωσιν, ἐξέτεινε τὸν νόμον καὶ ἥπλωσε τὴν
<note type="footnote">γ Post δῆμον æc add. Poss. ὅτι κἀν ὀλίγα τις ἀφῇ, κἂν πολλὰ, ἕνεκεν
αὐτοῦ αἰώνιον θησαυρὸν λήψεται. nos e Cod. L. amplrora dedimus.</note>

<pb n="381"/>
ὑπόσχεσιν ἐπὶ τὴν γῆν ἅπασαν, καὶ ἀπὸ τῶν παρόντων καὶ τὰ μέλλοντα
πιστοῦται. ὅτι κἂν ὀλίγα τις ἀφῇ, κἂν πολλὰ, ἕνεκεν
αὐτοῦ, αἰώνιον θησαυρὸν λήψεται. ὅταν δὲ λέγει, “ ὃς z ἀφῆκε·
“ γυναῖκα,” οὐ τοῦτό φησιν, ὥστε διασπᾶσθαι τοὺς γάμους, ἀλλ’ ὃ
περὶ τῆς ψυχῆς ἔλεγεν, ὅτι ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὑτοῦ ἕνεκεν <lb n="5"/>
ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν· οὐχ ἵνα ἑαυτοὺς ἀναιρῶμεν, οὐχ ἵνα ἐντεῦθεν
ἤδη χωρίζωμεν αὐτοὺς a ἀπὸ τοῦ σώματος, ἀλλ’ ἵνα πάντων προτιμῶμεν
τὴν εὐσέβειαν· τοῦτο καὶ ἐπὶ γυναικὸς καὶ ἀδελφῶν καὶ
τῶν ἄλλων φησί. δοκεῖ δέ μοι καὶ τοὺς διωγμοὺς ἐνταῦθα αἰνίττεσθαι·
ἐπειδὴ γὰρ πολλοὶ ἦσαν, καὶ πατέρες εἰς ἀσέβειαν ἕλκοντες <lb n="10"/>
παῖδας, καὶ γυναῖκες ἄνδρας, ὅταν ταῦτα κελεύσωσι, φησὶ, μήτε
γυναῖκες ἔστωσαν, μήτε πατέρες· ὅπερ οὖν καὶ ὁ Παῦλος b ἔλεγεν,
“ εἰ δὲ καὶ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωρίζεσθω.” ἀναστήσας οὖν τὰ
πάντα c φρονήματα, καὶ ποιήσας καὶ ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ ὑπὲρ τῆς
οἰκουμένης θαρρεῖν d, ἐπιφέρει e,</p><lb n="15"/><lb n="31"/><p>Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι, καὶ οἱ ἔσχατοι
πρῶτοι.</p><p>Δεικνὺς ὅτι τῶν πρώτων εἶναι δοκούντων ἔσονται πρῶτοι οὗτοι
οἱ εἰς αὐτὸν πιστεύοντες καὶ τὰ ἑαυτῶν ἀφέντες. ἐνταῦθα δέ μοι
δοκεῖ τοὺς Φαρισαίους αἰνίττεσθαι· ὅπερ καὶ ἔμπροσθεν εἶπεν, ὅτι <lb n="20"/>
υἱοὶ τῆς βασιλείας ἔξω βληθήσονται· ἄλλοι f δέ φησιν ἐρωτῶσιν,
εἰ τοῖς ἀντεχομένοις χρημάτων δύσκολος ἡ σωτηρία, τοῖς ἀπολιποῦσι
πάντα τίς ἡ ἐλπίς; δῆλον δὲ ἀπὸ τοῦ ὅτι τὸ, “ τίς ἆρα
“ δύναται σωθῆναι;” περὶ πλουσίων ἐλέγετο. περὶ δὲ ἑαυτῶν
βούλονται τὴν ἀποκειμένην ἐλπίδα, οὐχ ὡς μεγάλα τινὰ καταλελοιπότες, <lb n="25"/>
ἀλλ’ ὡς αὐτῶν ὧν εἶχον ἐκστάντες. καὶ ὁ
τὴν ἀνταπόδοσιν, ἀποδεχόμενος τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ τὴν
ἀγάπην ἐπιρρωννύων. τοῦτο γὰρ καὶ ὁ Παῦλος εὔχεται ὑπὲρ τῶν
ἐκκλησίων, “ τὸ εἰδέναι τίς ἡ ἐλπὶς τῆς κλήσεως, καὶ τὶς ὁ πλοῦ-
“ τος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ εἰς τοὺς πιστεύοντας.”</p><lb n="30"/><p>Οὐδεὶς ἐστὶν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς κ. τ. ἑ.</p><p>Ιστησι δὲ τὴν ἐπαγγελίαν οὐκ ἐν μόνοις τοῖς Ἀποστόλοις ἀλλὰ
<note type="footnote">z λέγῃ ὅτι Ρ. a Sic L. αὐτὸν Poss. b Sic L, ἀπόστολος Ρ.
et Poss. c πάντων Ρ. d Sic PL. τῷ Θεῷ ὑπὲρ ἁπάντων θαρρεῖν Poss.
e ἐπιφ. add. L, f ἄλλως L.</note>

<pb n="382"/>
καὶ πάντα τὸν ἀπολείποντα τὰ ἑαυτοῦ φίλα καὶ οἰκίαν, φησι
πολαπλασίονα λήψεσθαι, καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομῆσαι· ὅπερ
διαιροῦσιν ὁ τε Μάρκος καὶ ὁ Λουκᾶς, τὸ μὲν πολλαπλάσιον ἴον ἐν
καιρῷ τούτῳ λέγοντες· τὴν δὲ αἰώνιον ζωὴν ἐν τῷ ἐρχομένῳ· ἔστι
δὲ νῦν ἡ τῶν πολλαπλασίων ἴων ἀπόλαυσις κατὰ τὴν κοινωνίαν, οὐ <lb n="5"/>
κατὰ τὴν κτῆσιν· ὅτι δὲ προτέθεικεν ὁ Σωτῆρ’ τὰ τῶν ἀδελφῶν
ἅπαντα τοῖς ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου στρατευομένοις· οὕτως καὶ
οἰκίας πολλὰς καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ μητέρας καὶ τέκνα
καὶ ἀγροὺς ὑπάρχειν ἔλεγεν τοῖς τὰ ἴδια καταλείπουσιν, ὅτι ἡ
ἀγάπη πᾶσαν ἐπλήρωσεν οἰκειότητα τοῖς Ἰουδαίοις, καὶ πᾶσαν <lb n="10"/>
χρείαν ὅσην ἂν οἰκίαι καὶ ἀγροὶ παρέχουσιν. προστέθεικε δὲ ὁ
Λουκᾶς καὶ περὶ γυναικός· τοῦτο δὲ κατὰ τὸν Παῦλον κελεύοντα
τιμᾷν πρεσβυτέρας μὲν ὡς μητέρας, νεωτέρας δὲ ὡς ἀδελφὰς ἐν
πάσῃ ἁγνείᾳ. ὥσπερ γὰρ ἀδελφοὺς δίδωσι τοὺς οὐκ ἀδελφοὺς,
καὶ γονεῖς τοὺς οὐ γονεῖς, καὶ τέκνα τὰ οὐ τέκνα, οὕτω καὶ γυναικα <lb n="15"/>
τὴν οὐ γυναῖκα· καὶ ἑτέρῳ τρόπῳ δηλαδὴ πνευματικῷ ἀπολιπεῖν
δὲ τὸ κατὰ σάρκα γένος ἀγαθόν ἐστι διὰ τὴν πνευματικὴν
ζωὴν, καθὰ καὶ πάλαι περὶ τῆς φυλῆς τοῦ Λευῒ ἔλεγεν ὁ
“ ὁ λέγων τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρὶ οὐχ ἑώρακα σε, καὶ τοὺς ἀδελ-
“ φοὺς αὐτοῦ οὐκ ἐπέγνω, καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἀπέγνω. ἐφύλαξε <lb n="20"/>
“ τὰ λόγιά σου, καὶ τὴν διαθήκην σου διετήρησεν. δηλώσουσι τὰ δι-
“ καιώματά σου τῷ Ἰακὼβ, καὶ τὸν νόμον σου τῷ Ἰσραήλ. ἐπιθή-
“ σουσι θυμίαμα διαπαντὸς ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου σου.” ἐκεῖ τε γὰρ
διὰ τὴν θείαν σπουδὴν ἡ τοῦ γένους ἀπόστασις· καὶ ἐνταῦθα τὸ
ἴσον· οὐχ ὡς ἑτέρως ἀπαλλοτριοῦσθαι δέον τοῦ γένους πλὴν ὅσον <lb n="25"/>
ἐν προτιμήσει του καλλίονος καὶ πρὸς τὸ ἀνεμπόδιστον τῆς εὐαγγελικῆς
διακονίας. ἐτίμα γοῦν καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος τὴν κατὰ σάρκα
προσήκουσαν αὐτῷ μητέρα, καὶ τῷ ἀγαπῶντι μαθητῇ ταύτην ἐνεχείριζεν·
ὥστε ὁ Μανιχαίου λόγος ἀλλότριος τῆς Χριστοῦ βουλήσεως,
καὶ πάντες οἱ τὴν φυσικὴν ἀνατρέποντες οἰκείοτητα διὰ τὴν <lb n="30"/>
πνευματικὴν, ἀλλότρια τοῦ Σωτῆρος διανοοῦνται.</p><p>Ἀδιάφορον δὲ τὸ λέγειν ἕνεκα τοῦ ἐμοῦ ὀνόματος, ἢ ἕνεκα τοῦ
“ Εὐαγγελίου,” ὡς ὁ Μάρκος, “ ἢ ἕνεκα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ,”
ὡς ὁ Λουκᾶς· τό τε γὰρ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δύναμίς ἐστι τοῦ Εὐαγγελίου
καὶ τῆς βασιλείας· τό τε Εὐαγγέλιον εἰς ὄνομα ἀνήρτηται <lb n="35"/>

<pb n="383"/>
τοῦ Χριστοῦ· καὶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ γνωρίζεται,
καὶ παραγίνεται· προσέθηκε δὲ ὁ Μάρκος καὶ τὸ μετὰ
διωγμῶν ἔχειν πολλαπλασίονα νῦν, καθὸ διὰ τὴν εὐσέβειαν πολλοὺς
εὑρήσει γνησιωτέραν αὐτῷ πολλάκις τὴν διάθεσιν ἀπονέμοντας·
ταύτα γὰρ καὶ ἐγίνετο πάντα πάρα τῶν πίστων, καὶ ἔπι <lb n="5"/>
τοσοῦτον ἐκράτει, ἐφ’ ὅσον καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ τὴν τελειότητα
προκόπτειν συνέβαινεν.</p><lb n="32"/><p>Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα·
καὶ ἦν προάγων αὐτῶν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ
ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς <lb n="10"/>
δώδεκα, ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ
συμβαίνειν.</p><p>Προλέγει τοῖς μαθηταῖς ἀναγκαίως ταῦτα, ἵνα γινώσκοιεν ὅτι
προειδὼς καὶ οὐκ ἀγνοῶν πέπονθε, καὶ οὐκ ἄκων ἀλλ’ ἑκὼν ἐπὶ
τοῦτο βαδίσας. διὸ καὶ πολλάκις τὸ τοιοῦτον προσηγόρευσεν f, <lb n="15"/>
ὡς ὁ Μάρκος ἐπισημαίνεται λέγων, καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς
δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν. καὶ
κατ’ ἰδίαν τοῖς μαθηταῖς τὰ τοιαῦτα προαποκαλύπτειν g οἰκείως
ἐγίνετο. οὗτοι γὰρ καὶ τῆς προγνώσεως ἄξιοι, καὶ τοῦ μὴ θορυβηθῆναι
τοῖς πάθεσιν. ὅθεν χωρὶς αὐτοῖς διαλέγεται, πολλῶν καὶ <lb n="20"/>
ἄλλων συνοδοιπορούντων. λέγει δὲ καὶ σαφῶς τὰ ἐσόμενα, καὶ τὸ
ἐμπτυσθῆναι h δὲ ἀπεμνημόνευσεν, ἵνα μηδὲν ᾖ παρασεσιωπημένον
ὃ i διὰ τὸ μὴ προεγνῶσθαι ταράξει k τοὺς ἐξαίφνης ὁρῶντας. ἴασις
δὲ τούτων ἁπάντων τὸ, “τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται·”
δὲ προσαπεμνημόνευσεν 1 ὁ Λουκᾶς, καὶ τὸ ἐκ προφητῶν τὸ <lb n="25"/>
“ τελεσθήσεται m πάντα τὰ γεγραμμένα διὰ τῶν προφητῶν τῶν υἱῷ
“ τοῦ ἀνθρώπου.” μέγιστον γὰρ εἰς παραμυθίαν τὸ καὶ διὰ τῶν
προφητῶν προειρῆσθαι τὸν Σωτῆρα τοιαῦτα μέλλοντα πάσχειν,
ἵνα ὅταν τὰ σκυθρωπὰ ταῦτα ἐξέλθῃ, καὶ τὴν ἀνάστασιν ἐντεῦθεν
προσδοκήσωσι. ὁ γὰρ τὰ λυποῦντα οὐκ ἀποκρυψάμενος, καὶ τὰ <lb n="30"/>
<note type="footnote">f τῷ τοιούτῳ προηγόρευσεν Ρ. g προσαποκαλύπτων Poss. προαπκαλύπταν
Ρ. προαποκαλύπτειν L. h Sic P.L. ἐμβαπτισθῆναι Poss. i ὃ P.
οἱ Poss. k Sic P.L. παράζει Poss. 1 προαπεμν. Ρ. m τελεσθήσεται
P.L. τελεθήσ. PoSS.</note>

<pb n="384"/>
δοκοῦντα εἶναι ἐπονείδιστα, εἰκότως ἔμελλε καὶ περὶ τῶν
πιστεύεσθαι.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><head>ΚΕΦ. Λ.</head><p>Περὶ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου.</p><lb n="35"/><p>Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης οἱ <lb n="5"/>
υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες, Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν
αἰτήσωμεν, ποιήσῃς ἥμιν.</p><p>Πῶς ὁ Ματθαῖός φησιν, ὅτι μητὴρ προσῆλθεν; ἀμφότερα
γενέσθαι εἰκός. τὴν γὰρ μητέρα παρέλαβον ὡς μείζονα τὴν ἱκετηρίαν
ἐργασόμενοι, καὶ ταύτῃ τὸν Χριστὸν δυσωπήσοντες n. ὅτι <lb n="10"/>
γὰρ τοῦτο ἢν, καὶ αὐτῶν μᾶλλον ἡ αἴτησις ἢν, καὶ αἰσχυνόμενοι
προβάλλονται τὴν τεκοῦσαν, σκόπει ᾗ o πρὸς αὐτοὺς ἀποτείνει τὸν
λόγον. μάθωμεν δὲ τι πρότερον αἰτοῦσι, καὶ ἀπὸ ποίας γνώμης,
εἴτε αὐτοὶ εἴτε καὶ μητὴρ, καὶ πόθεν ἐπὶ τοῦτο ἦλθον. ἑώρων
αὐτοὺς τιμωμένους παρὰ τοὺς ἄλλους, καὶ προσεδόκησαν ἐντεῦθεν <lb n="15"/>
ἐπιτεύξεσθαι. ἁλλὰ τι ποτέ ἐστιν ὃ αἰτοῦσιν; ἄκουσον ἑτέρου
Εὐαγγελιστοῦ σαφῶς ἐκκαλύπτοντος p. διὰ γὰρ τὸ ἐγγὺς εἶναι
τὴν Ἱερουσαλὴμ, καὶ δοκεῖν ὅτι ἡ βασιλεία αὐτοῦ ἤδη φαίνεται,
ταῦτα ᾔτουν. ἐνόμιζον γὰρ ὅτι μετὰ τὴν βασιλείαν οὐ τεύξονται.
διὰ τοῦτο γοῦν καὶ νῦν προσῆλθον ἀξιοῦντες· ὅθεν δῆλον ὅτι περὶ <lb n="20"/>
αἰσθητῆς ὑπόπτευον βασιλείας. ἀλλὰ μηδεὶς καταγινωσκέτω τῶν
Ἀποστόλων, εἰ οὕτως ἀτελέστερον διέκειντο. οὔπω σταυρὸς q ἦν,
οὔπω πνεύματος χάρις. διὰ τοῦτο γὰρ ἐκκαλύπτει αὐτῶν τὰ ἐλαττωματα,
ἴνα μέτα ταύτα γνῶσι τινες ἄπο τῆς χάριτος ἐγένοντο.
οὐκ ἀγνοῶν δὲ ὁ Σωτῆρ’ τι αἰτῆσαι βούλονταί, φησι, “ τί θέλετε ” <lb n="25"/>
ἀλλ’ ἵνα ἀναγκάσῃ αὐτοὺς ἀποκρίνεσθαι, καὶ οὕτως διδάξῃ r. τὸ
δὲ αἰσχυνόμενοι ἐπειδὴ ὑπὸ πάθους ἀνθρωπίνου πρὸς τοῦτο ἴεσαν s)
κατ’ ἰδίαν ἐκτὸς τῶν μαθητῶν λαβόντες αὐτὸν ἠρώτησαν· προσεπορεύθησαν t
γὰρ, φησὶν, ὥστε μὴ γενέσθαι αὐτοῖς κατάδηλον. τι
οὖν αὐτοί u; δῆλον x ὅτι οὐδὲν πνευματικὸν ᾔτουν, οὔτε ᾔδεσαν <lb n="30"/>
<note type="footnote">n δυσωπήσαντες L. o πῶς Ρ. P Sic P.L. ἐγκαλ.
σωτῆρος Poss. r Sic P.L. διδάξαι Poss. s ἤεσαν
υ αὐτὸ L. x δηλῶν P.
καλ. Poss. q Sic P.L.
ἤεσαν L. t προε. P.L.</note>

<pb n="385"/>
πάλιν ὅπερ ᾔτουν· οὐ γὰρ ἃν ἐτόλμησαν τοσοῦτον αἰτῆσαι. φησὶν,
οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε· πῶς μέγα, καὶ τὰς ἄνω ὑπερβαῖνον
δυνάμεις. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω; ἰδὲy πῶς εὐθέως
ἀπήγαγεν τῆς ὑπονοίας ἀπὸ τῶν ἐναντίων αὐτοῖς διαλεχθείς. ὑμεῖς
μὲν γάρ, φησι, περὶ τιμῆς μοι διαλέγεσθε, ἐγὼ δὲ περὶ ἀγώνων <lb n="5"/>
ὑμῖν καὶ ἱδρώτων. οὐ γάρ ἐστιν οὗτος ὁ τῶν ἐπάθλων καιρὸς, ἀλλὰ
σφαγῆς καὶ πολέμων καὶ κινδύνων τὰ παρόντα. καὶ ὅρα πῶς τῷ
τρόπῳ τῆς ἐρωτήσεως ἐφέλκεται. “ δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ
“ ἐγὼ πίνω ;” ἵνα τῇ πρὸς αὐτὸν κοινωνίᾳ προθυμότεροι γένωνται.
καὶ βάπτισμα πάλιν αὐτὸ καλεῖ. δεικνὺς μέγαν ἀπὸ τῶν γινομένων <lb n="10"/>
τὸν καθαρμὸν, αὐτοῖς μὲν τὸν ἑαυτοῦ, τῇ οἰκουμένῃ δὲ τὸν
ἀπὸ τοῦ σταυροῦ. “ λέγουσιν αὐτῷ, δυνάμεθα.” εὐθέως ἐπηγγείλαντο,
προσδοκῶντες ἀκούσεσθαι ὅπερ ᾔτησαν, ἐπειδὴ ταῦτα εἶπον.
δεικνὺς δὲ ὅτι οὐκ ἀλαζονεία a τὰ εἰρημένα, φησὶ, “ τὸ μὲν ποτήριον
“ ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα, ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι, βαπτι- <lb n="15"/>
“ σθήσεσθε,” τοῦτ’ ἔστι, μαρτυρίου καταξιωθήσεσθε, καὶ ταῦτα
πείσεσθε ἅπερ ἐγώ· “ τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύ
“ μῶν μου οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται παρὰ τοῦ
“ Πατρός.” ἰδὲ πῶς ἐπῇρεν αὐτῶν τὰς ψυχὰς, καὶ ὑψηλὰς ἐποίησε,
καὶ πρὸς λύπην ἀχειρώτους εἰργάσατο. ἀλλὰ τί ποτε ἐπὶ τὸ <lb n="20"/>
εἰρημένον ; καὶ γὰρ δύο ἐστὶν τὰ ἀπορούμενα· ἓν μὲν, εἰ ἡτοίμασται
τινι τὸ καθίσαι ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ; ἕτερον δὲ, εἰ ὁ πάντων
Κύριος ἐκείνοις οἷς μὴ ἑτοίμασται οὐκ ἦν κύριοςb παρασχεῖν i
πρὸς μὲν οὖν τὸ πρότερον ἐροῦμεν, ὡς οὐδεὶς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ἣ ἐξ
ἀριστερῶν κάθηται. ἄβατος γὰρ πάσῃ τῇ κτίσει ὁ θρόνος ἐκεῖνος. <lb n="25"/>
ὡς οὖν ἐξαίρετον τοῦ μονογενοῦς τίθησιν αὐτὸ ὁ Παῦλος λέγων,
“ πρὸς τίνα γὰρ τῶν Ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε, Κάθου ἐκ δεξιῶν μου ;
“ καὶ πρὸς μὲν τοὺς Ἀγγέλους φησίν· ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους
“ αὑτοῦ πνεύματα· πρὸς δὲ τὸν Υἱὸν, ὁ θρόνος σου ὁ Θεὸς εἰς τὸν
“ αἰῶνα.” πῶς οὖν φησι τὸ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου ἢ “ ἐξ εὐωνύ- <lb n="30"/>
“ μῶν οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι ;" ὡς ὄντων καθεζομένων τινῶν ἣ οὐκ
ὄντων ; ἄπαγε· ἀλλὰ πρὸς τὴν ὑπόνοιαν ἀπεκρίνετοc τῶν ἐρωτώντῶν
<note type="footnote">y εἶδες L. z Sic P.L. ἀνακαλεῖ Poss. a οὐ κολάζει L. b κύριος
οὐκ ἔστι παρ. L. c ἀπεκρίνατο P.</note>

<pb n="386"/>
συγκαταβαίνων τῇ αὐτῶν διανοίᾳ. οὐ γὰρ ᾔδεσαν τὸν ὑψηλὸν
θρόνον ἐκεῖνον καὶ τὴν ἐκ δεξιῶν τοῦ πατρὸς καθέδραν, ἀλλ’ ἓν
ἐζήτουν b μόνον τῶν πρωτείων ἀπολαῦσαι καὶ πρὸ τῶν ἄλλων
στῆναι. ἐπειδὴ γὰρ δώδεκα θρόνους ἤκουσαν, ἀγνοήσαντες τί ποτε
ἦν τὸ εἰρημένον, τὴν προεδρίαν ἐπεζήτησαν. ὃ τοίνυν φησὶν ὁ <lb n="5"/>
Χριστὸς τοῦτ’ ἔστιν· ὅτι ἀποθανεῖσθε μὲν δι’ ἐμὲ καὶ κοινωνήσετέ
μοι κατὰ τὸ πάθος· οὐ μὴν ἀρκεῖ τοῦτο ποιῆσαι πρὸς τὴν πρώτην
τάξιν ὑμᾶς κατασχεῖν. ἂν γάρ τις ἕτερος ἔλθοι e μετὰ τοῦ μαρτυρίου
καὶ τὴν ἄλλην ἅπασαν ἀρετὴν κεκτημένον πολλῷ πλείονα
ὑμῶν, οὐκ ἐπειδὴ φιλῶ νῦν ὑμᾶς d, καὶ τῶν ἄλλων προκρίνω, διὰ <lb n="10"/>
τοῦτο παρωσάμενος ἐκείνους, ὑμῖν δώσω τὰ πρωτεῖα. ἐκείνοις οὖν
ἡτοίμασται τοῖς ἀπὸ τῶν ἔργων δυναμένοις γενέσθαι λαμπροτέροις.
πανταχόθεν οὖν αὐτοὺς συνελαύνει, μετὰ γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ
χάριν, εἰς τὴν τῶν οἰκείων κατορθωμάτων ἐπίδειξιν τὰς ἐλπίδας
τῆς σωτηρίας καὶ τῆς εὐδοκιμήσεως ἔχειν. ὅτι γὰρ αὐτὸς Κύριός <lb n="15"/>
ἐστι τοῦ παντὸς, δῆλον ἐξ ὧν αὐτὸς πᾶσαν ἔχει τὴν κρίσιν,
καὶ αὐτὸς ἀποδώσει e ὡς δίκαιος κριτὴς Παύλῳ τὸν τῆς δικαιοσύνης
στέφανον, οὐ μόνον δὲ αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν
ἐπιφάνειαν αὐτοῦ, κατὰ τὸν τοῦ Ἀποστόλου λόγον. παραπεμπόμενος
οὖν αὐτοὺς οἰκονομικῶς, ὥστε μὴ ὑπὲρ πρωτείων ἐνοχλεῖν <lb n="20"/>
εἰκῆ καὶ μάτην, ὁμοῦ καὶ μὴ λυπῆσαι βουλόμενος, ἀμφότερα
ταῦτα κατορθοῖ. οὐ τοίνυν τὸν Υἱὸν ὑπερβέβηκεν ἡ τοιαύτη δόσις.
ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, ὡς εἰ καὶ ἔλεγεν, ὑπ’ ἐμοῦ.
ὅθεν ὁ Μάρκος οὐδὲ εἴρηκε τὸ ὑπὸ τοῦ Πατρός μου. ἀκούσαντες
δέ φησιν οἱ δέκα ὅτι ἐπετιμήθησαν, ἠγανάκτησαν. ἕως μὲν γὰρ <lb n="25"/>
τοῦ Χριστοῦ ὁ f ψῆφος ἦν, οὐκ ἠγανάκτουν, ἀλλ’ ὁρῶντες αὐτοὺς
προτιμωμένους g, ἔστεργον, αἰδούμενοι τὸν διδάσκαλον. καὶ πρὸς
Πέτρον δέ τι παθόντες ἀνθρώπινον, οὐκ ἐδυσχέραινον, ἀλλ’ ἠρώτησαν
μόνον, τίς ἆρα μείζων ἐστίν; ἐπειδὴ δὲ ἐνταῦθα τῶν μαυητῶν
ἡ αἴτησις ἦν, ἀγανακτοῦσι, καὶ οὐδὲ ἐνταῦθα εὐθέως, ἀλλ’ <lb n="30"/>
ὅτε αὐτοῖς ἐπετίμησεν ὁ Χριστὸς, καὶ ἔδειξεν οὐ πάντας ληψομενους h,
οὕτω ἅπαντες ἀτελέστεροι ἦσαν. ἀλλὰ μὲν ταῦτα ὄψει i
<note type="footnote">b Sic P.L. ἀνεζήτουν Poss. c ἔλθῃ P. d Sic L. ἡμᾶς Ρ. e ἀποδίδωσιν
L, f ἡ P. g Sic P.L. προτιμωτέρους PoSS. h Sic. P.L.
λελογημένους POSS. i Sic P.L. ὄψεις Poss.</note>

<pb n="387"/>
αὐτοὺς πάντων τούτων ἀπηλλαγμένους τῶν παθῶν, καὶ τὰ πρωτεῖα
παραχωροῦντας ἀλλήλοις. Τί οὖν ὁ Χριστός ; προσκαλεσάμενος
αὐτούς, φησι, τῇ κλήσει πρὸ τοῦ λόγου αὐτοὺς καταπραΰνει
καὶ τὸ πλήσιον αὐτοῦ ἐπισπάσασθαι· καὶ γὰρ οἱ δύο
ἐγγύτερον εἱστήκεισαν ἰδιολογούμενοι· διὰ τοῦτο καὶ αὐτοὺς <lb n="5"/>
πλήσιον ἄγει, παραμυθούμενος τὸ πάθος καὶ τούτων κἀκείνων·
καὶ δεικνὺς ὅτι ἐθνικὸν τὸ πρωτείων ἐρᾷν, φλεγμαίνουσαν τὴν
ψυχὴν αὐτῶν ἐντρέπων. μὴ γὰρ ἀγανακτεῖτε τούτοις, φησὶν,
ὡς ὑβρισμένοι, ἑαυτοὺς μάλιστα καταισχύνουσι τὰ πρωτεῖα ζητοῦντες·
οὐ γάρ ἐστι τὰ παρ’ ἡμῶν οἷα τὰ ἔξωθεν. οἱ μὲν γὰρ <lb n="10"/>
ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν, παρ’ ἐμοὶ δὲ ὁ ἔσχατος,
οὗτος πρῶτος ἐστίν· καὶ δι’ ὧν ποιῶ καὶ πάσχω λάβετε τὴν
ἀπόδειξιν τῶν εἰρημένων. βασιλεὺς γὰρ τῶν ἄνω δυνάμεων ὢν,
ἄνθρωπος ἠβουλήθην γενέσθαι καὶ ὑβρισθῆναι, καὶ ἐλθεῖν ἐπὶ τὸν
θάνατον, καὶ τὴν ψυχὴν ἔδωκα λύτρον· καὶ ὑπὲρ τίνων ; τῶν <lb n="15"/>
ἐχθρῶν· σὺ δὲ ἃν ταπεινωθῇς, ὑπὲρ σεαυτοῦ· ἐγὼ δὲ ὑπὲρ σοῦ.
μὴ τοίνυν φοβηθῇς ὡς τῆς τιμῆς σου καθαιρουμένης· ὅσα γὰρ ἃν
ταπεινωθῇς, οὐ δύνασαι τοσοῦτον κατελθεῖν ὅσον ὁ δεσπότης σου·
ἀλλ’ ὅμως ἡ κατάβασις αὕτη πάντων ἀνάβασις γέγονε· καὶ τὴν
δόξαν ἐκλάμψαι πεποίηκε τὴν αὐτοῦ. πρὸ μὲν γὰρ τοῦ γενέσθαι <lb n="20"/>
ἄνθρωπος, παρ’ Ἀγγέλοις ἐγνωρίζετο μόνον. ἐπειδὴ δὲ ἄνθρωπος
ἐγένετο καὶ ἐσταυρώθη, οὐ μόνον ἐκείνην οὐκ ἠλάττωσε τὴν δόξαν,
ἀλλὰ καἲ ἑτέραν προσέλαβε τὴν τῆς οἰκουμένης.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><head>ΚΕΦ. ΛΑ.</head><p>Περὶ Βαρτιμαίου.</p><lb n="25"/><lb n="46"/><p>Καὶ ἔρχονται εἰς Ἱεριχώ. καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ
ἀπὸ Ἱεριχὼ, καὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ ὄχλου ἱκανοῦ,
υἱὸς Τιμαίου Βαρτίμαιος ὁ τυφλὸς ἐκάθητο παρὰ τὴν
ὁδὸν προσαιτῶν.</p><p>Ὅτι κατ’ ἐξουσίαν ἡ ἴασις ἦν, ἔδειξε λέγων, “ τί θέλεις ποιήσω <lb n="30"/>
“ σοι ; ” δήλη δὲ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ πλήθους ἣν εἶχον πρὸς αὐτὸν,
οὐκ ἐπιτρέποντες τῷ τυφλῷ βοᾷν, ὥσπερ ἐπὶ βασιλέως παριόντος.
ὥστε οὐ ἃν συνῄρατο πρὸς τὴν Χριστοκτονίαν ὁ λαὸς, εἰ μὴ ὑπὸ

<pb n="388"/>
τῶν ἀρχόντων παρήχθη. βλάπτει γὰρ λαὸν ἐξουσία πονηρά. υἱὸν
δὲ Δαβὶδ ἐκάλει ὁ τυφλὸς, τὴν διατρέχουσαν ἐν τῷ λαῷ φήμην
ἀκούων, καὶ τὴν προσδοκίαν τὴν ἐκ προφητῶν πεπεισμένος. καὶ
οὐκ ἀναίνεται τοι γένος ὁ Κύριος, καίτοι δείξας ἀλλαχοῦ ὅτι καὶ
ὑπὲρ τὸ γένος ἐστὶ τὸ σαρκικόν. οὐ γὰρ τῷ ψευδομένῳ καὶ καλοῦντι <lb n="5"/>
υἱὸν Δαβὶδ, παρέσχεν ἂν τὴν ἴασιν ἐκ ψεύδους πίστεως
καὶ ἐκ δυσφήμου λόγου, ὥσπερ οἴονται οἱ δοκήσει αὐτὸν φάσκοντες
ἐληλυθέναι, ἢ ἐξ ἑτέρας οὐσίας σεσαρκῶσθαι k, καὶ μὴ τοῦ
ἐκ Δαβὶδ φυράματος. τίνος δὲ χάριν ἠρώτησεν αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς,
τι θέλεις ποιήσω σοι ; ἵνα μή τις νομίσῃ l ἄλλο βουλομένῳ <lb n="10"/>
λαβεῖν, ἄλλο τι διδόναι· καὶ γὰρ ἔθος αὐτῷ πανταχοῦ τὴν προαίρεσιν
πρότερον κατάδηλον ποιεῖν τῶν θεραπευομένων, καὶ ἐκκαλύπτειν
ἅπασι, καὶ τότε ἐπάγειν τὴν ἰατρείαν· δι’ ἓν μὲν, ἵνα
καὶ τοὺς ἄλλους εἰς ζῆλον ἀγάγῃ· δεύτερον δὲ, ἵνα δείξῃ τῆς
δωρεᾶς ἀξίως ἀπολαύοντας.</p><lb n="15"/><lb n="51"/><p>Ὁ δὲ τυφλὸς εἶπεν αὐτῷ ῥαβουνὶ, ἵνα ἀναβλέψω,
καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Ὅτι δὲ ἀξίως καὶ πιστῶς m, καὶ ἐξ ὧν ἐβόησε καὶ μετὰ πάσης
σπουδῆς προσέδραμεν, ἐκπηδήσας, καὶ ὅπερ n ἔφερεν ἱμάτιον ἀπέρριψε,
μονονουχὶ τὸν παλαιὸν ἐκδύσας χιτῶνα, καὶ ὅλος τοῦ Ἰησοῦ <lb n="20"/>
γενόμενος, καὶ ἐκ τοῦ μαρτυρῆσαι αὐτῷ τὸν Χριστὸν καὶ εἰπεῖν·
“ ὕπαγε, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.” καὶ τῆς ἰάσεως δὲ τυχὼν οὐκ
ἀπεπήδησεν, ὅπερ πολλοὶ ποιοῦσι μετὰ τὰς εὐεργεσίας ἀγνωμονοῦντες·
ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς δόσεως καρτερικὸς, καὶ μετὰ o τὴν
δόσιν εὐγνώμων. ἠκολούθει γὰρ τῷ Ἰησοῦ ἐν τῇ ὁδῷ. τὸ μὲν οὖν <lb n="25"/>
τυφλότητι ἴασιν γεγονέναι κατὰ τὴν ὁδὸν συμφωνεῖ τῷ Ματθαίῳ
καὶ Λουκᾷ. ἕνα δὲ τυφλὸν οὗτός φησι καὶ Λουκᾶς· Ματθαῖος δὲ
δύο· τοῦτο δὲ οὐδὲν πρὸς διαφωνίαν τῆς ἱστορίας. ἐνδέχεται γὰρ
τοῦ ἐπιφανεστέρου μνήμην Μάρκον τε P καὶ Λοῦκαν πεποιῆσθαι q,
ὥσπερ καὶ ὀνόματι r δεδήλωκεν ὁ Μάρκος εἰπὼν, τὸν υἱὸν Τιμαίου <lb n="30"/>
Βαρτίμαιον τυφλὸν, ὡς ἐπιφανῆ τότε ὄντα.</p><note type="footnote">i Sic P.L. ἀναίνει τοῦτο Poss. k ἀποσεσαρκῶσθαι Ρ. l νομίσοι
m ἄξιος κ. πιστὸς L. n Sic L. καίπερ Poss. et Ρ. ο Sic L. κατὰ
Poss. et Ρ. p τοῦτόν τε L. q ποιεῖσθαι L. r ὀνομαστὶ L.</note><pb n="389"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><head>ΚΕΦ. ΛΒ.</head><p>Περὶ τοῦ πώλου.</p><lb n="1"/><p>Καὶ ὅτε ἐγγίζουσιν εἰς Ἰερουσαλὴμ εἰς Βηθφαγῆ καὶ
Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν, ἀποστέλλει δύο
<lb n="2"/> τῶν μαθητῶν αὑτοῦ. καὶ λέγει αὐτοῖς, ὑπάγετε εἰς τὴν <lb n="5"/>
κώμην τὴν κατέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εἰσπορευόμενοι
εἰς αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ’ ὃν οὐδεὶς
ἀνθρώπων κεκάθικε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε.</p><p>Καίτοι πολλάκις ἐπέβη τῶν Ἱεροσολύμων πρότερον· ἀλλ’ οὐδέποτε
μετὰ τοσαύτης περιφανείας. καὶ γὰρ προοίμια ἢν, καὶ <lb n="10"/>
οὔτε αὐτοῖς κατάδηλος ἦν, οὔτε ὁ καιρὸς παθεῖν ἐγγύς. διόπερ
ἀδιαφορώτερον αὐτοῖς ἀνεμίγνυτο, καὶ μᾶλλον ἑαυτὸν κρύπτων·
οὔτε γὰρ μᾶλλον ἐθαυμαστώθη φαινόμενος οὕτω, καὶ εἰς μείζονα
ἂν αὐτοὺς ἐξήγαγεν ὀργήν. ἐπειδὴ δὲ καὶ τῆς αὐτοῦ δυνάμεως
πεῖραν ἔδωκεν ἱκανὴν, καὶ ὁ σταυρὸς ἐπὶ θύραις ἦν, μειζόνως <lb n="15"/>
ἐκλάμπει λοιπὸν, καὶ μετὰ πλείονος ἅπαντα πράττει περιφανείας
τὰ μέλλοντα αὐτοὺς ἐκκαίειν. Θέα δέ μοι πόσα θαύματα γίνεται,
καὶ ὅσαι πληροῦνται προφητεῖαι. εἶπεν ὅτι εὑρήσετε ὄνον. προεῖπεν
ὅτι οὐδεὶς κωλύσει· μὴ γὰρ μικρὸν νομίσῃς εἶναι τὸ γεγενημένον.
τίς γὰρ αὐτοὺς ἔπεισε τῶν ἰδίων ἀφαιρουμένων, καὶ ταῦτα <lb n="20"/>
πένητας ὄντας ἴσως καὶ γεωργοὺς, μὴ ἀντειπεῖν ἑλκομένων τῶν
ὑποζυγίων, καὶ ταῦτα οὐκ αὐτὸν ὁρῶντες, ἀλλὰ τοὺς μαθητάς ;
ἀπὸ τούτων αὐτοὺς παιδεύει ὅτι καὶ Ἰουδαίους ἠδύνατο κωλύειν
μέλλοντας αὐτῷ ἐπιέναι, καὶ ἀφώνους καταστῆσαι· ἀλλ’ οὐκ
ἠθέλησεν. καὶ σημεῖον δὲ τὸ γινόμενον ἦν· οὐ γὰρ ἀπὸ τοῦ ὄρους <lb n="25"/>
τῶν Ἐλαιῶν εἰς Ἰερουσαλὴμ ἐξιόντι τῷ Κυρίῳ χρεία τις ἐπ’ ὄνου
καθέζεσθαι; ὃς τὴν Ἰουδαίαν καὶ Γαλιλαίαν ἅπασαν διῄει πεζὸς,
ἀλλὰ τὸ ἔποχον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ πώλου θεωρεῖσθαι, δηλοῖ τὸ ἐπὶ τοῦ
νέου λαοῦ καθέζεσθαι τὸν οὐράνιον ἡγεμόνα καὶ βασιλέα τῆς
Ἰερουσαλήμ. τὸ γὰρ νέον τῆς κλήσεως ἐδήλωσεν ὁ πῶλος· ἀλλὰ <lb n="30"/>
καὶ τὸ πάλαι μὴ καθαρὸν τῶν νῦν καλουμένων. ὄνος γὰρ οὐ
καθαρὸν κατὰ τὸν νόμον.</p><note type="footnote">s λυπὸν Cod. L. qui hæc solus exhibet.</note><pb n="390"/><lb n="4"/><p>Ἀπῆλθον δὲ καὶ εὗρον πῶλον δεδεμένον, καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Οὐ κάθηται ἐπὶ γυμνὸν τὸν πῶλον, ἀλλ’ ἐπὶ τὰ ἱμάτια τῶν
Ἀποστόλων. ἐπειδὴ τὸν πῶλον ἔλαβεν, ἅπαντα λοιπὸν προίενται.</p><p>Σκόπει δὲ τὸ εὐήνιον τοῦ πώλου. πῶς ἀδάμαστος ὢν καὶ χαλινοῦ
ἄπειρος εὐτάκτως ἐφέρετο. καὶ αὐτὸς προφητεία τοῦ μέλλοντος <lb n="5"/>
ἦν δηλοῦσα τὸ καταπειθὲς τῶν ἐθνῶν, καὶ τὴν ἀθρόαν εἰς
εὐταξίαν μεταβολήν.</p><lb n="8"/><p>Πολλοὶ δὲ τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἔστρωσαν εἰς τὴν ὁδὸν
καὶ τὰ ἑξῆς.</p><p>Ἕως ἐπὶ τῶν πονηροτέρων οἱ ἀφελεῖς οὐ διαστρέφονται, τῇ <lb n="10"/>
ἀληθείᾳ ἕπονται. ἀπὸ δὲ τῶν σημείων ἐπεγνωκότες τὸν Κύριον οἱ
ὄχλοι, καὶ εὐφημίαν ἐποιοῦντο εἰς αὐτὸν, καὶ υἱὸν εἶναι Δαβὶδ
καὶ Χριστὸν εἶναι πιστεύοντες, καὶ τὸ “ εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος
“ ἐν ὀνόματι Κυρίου” κατὰ τὸν ψαλμὸν ἐπιβόωντες. Τὸ γὰρ
“ ὡσαννὰ” ὕμνος ἑρμηνεύεται.</p><lb n="15"/><p>Τὸ δὲ καὶ εὐλογημένη ἡ ἐρχομένη βασιλεία ἐν ὀνόματι Κυρίου
τοῦ πατρὸς ἡμῶν Δαβὶδ ἄριστα εἴρηται. πολλαχοῦ γὰρ οἱ προφῆται
τὴν κατὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν βασιλείαν ἐπ
ὀνόματι Δαβὶδ ἔφασκον ἔρχεσθαι. Δαβὶδ τὸν Χριστὸν ὀνομάσαντες,
διὰ τὸ ἐκ Δαβὶδ αὐτὸν κατὰ σάρκα γνωρίζεσθαι. δόξαν <lb n="20"/>
οὖν ἀναπέμπουσιν τῷ ἐρχομένῳ ἐν ὀνόματι Κυρίου. εὐλογοῦσι δὲ
καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ πᾶσι Θεῶ τῶ ἐν ὑψίστοις τὴν
δοξολογίαν ἀναπέμπουσιν, καθὼς ἐννοεῖν ἠδύναντο.</p><lb n="11"/><p>Καὶ εἰσῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς, καὶ εἰς τὸ
ἱερὸν καὶ τὰ ἑξῆς.</p><lb n="25"/><p>Τὸ καταλιπὼν, τὴν ὡς ἀπὸ ἀναξίων ἀναχώρησιν δηλοῖ. καὶ οὐκ
ἐπὶ πολὺ χωρίζεται τῆς Ἰερουσαλὴμ, ἵνα πάλιν ἐπανέλθῃ μετὰ
τὴν νύκτα· ἥκει γὰρ ἐπὶ τὸ πάθος, καὶ οὐκ ἔμελλεν ἀφίστασθαι
πρὶν ἢ πάθῃ.</p></div></div></body></text></TEI>