<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg4090.tlg001.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="commentary" n="hosea"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="paragraph" n="45"><p>Σἀρξ μου ἐξ οὐτῶ.</p><lb n="25"/></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="46"><p>Ἀπειλοῦντος Θεοῦ, καὶ δὴ καὶ φάσ’ κοντὸς περὶ τοῦ
Ἐφρσΐμ, ἤτοι παντὸς τοῦ Ἰσραὴλ, ὡς καὶ ὁλόρριζος ἀπολεῖται,
λεῖται, καὶ θρηνήσει τὴν ἀπαιδίαν, καὶ πονέσει μάτην ἐπὶ
ταῖς τῶν τέκνων ἀνατροφαῖς, ἑαυτὸν ὁ προφήτης ὑπεξάγει
<note type="footnote">16. ἐστὶ assumptum ex B.D. 17. γὰρ post Θεοῦ add. D. 20. Haec
Φοβερὸν οὖν usque ad fin, scholii accesserunt ex D. 28. πονέσει]
πονήσει Edd.</note>

<pb n="199"/>
τῆς δίκης, ἔξω τε γενέσθαι τῆς ὀργῆς προσεύχεται λέγων <note type="marginal">d</note>
Σάρξ μου ἐξ αὐτῶν. τὸ δὲ ἐξ αὐτῶν συνήσεις, ἀντὶ τοῦ
μακρὰν ἀπ’ αὐτῶν. ἔξω γὰρ αὐτῶν καὶ ἀποτάτω φησὶν,
αὐτός τε γενοίμην ἐγὼ, καὶ τὸ ἐμὸν ἅπαν γένος. δηλοῖ γὰρ
<lb n="5"/> ἐσθ’ ὅτε καὶ τὸ γένος ἡ σαρξ. ἐκδεξόμεθα γὰρ οὕτω καὶ τὸ
διὰ τῆς τοῦ Παύλου φωνῆς ὀρθῶς εἰρημένον. γέγραφε γὰρ
ὡδί “ ‘Υμῖν δὲ λέγω τοῖς ἔθνεσίν ἐφ’ ὅσον μὲν οὖν ἐγώ <note type="marginal">Rom. xi. 13, 14.</note>
“ εἰμι ἐθνῶν ἀπόστολος, τὴν διακονίαν μου δοξάζω, εἴπως
“ “παραζηλώσω μου τὴν σάρκα καὶ σώσω τινὰς ἐξ αὐτῶν.” <note type="marginal">e</note>
<lb n="10"/> ἔθος δὲ τοῖς ἁγίοις προφήταις, ὅταν ἴδωσι πολλάκις δεινὰ
καὶ δυσφόρητα τὰ τινῶν ἐγκλήματα, λοιπὸν τὰ καθ’ ἑαυτοὺς
τῆς ἐκείνων βδελυρίας ἀλλοτριοῦν. καὶ γοῦν ὁ προφήτης
Ἰουδαίους πλείστοις ὅσοις αἰτιάμασιν ἐμπεπτωκότας τοὺς
Ἰουδαίους καὶ Θεῷ προσκεκρουκότας ὁρῶν, “ κύριε, φησὶ, <note type="marginal">Hier. xv. 17.</note>
<lb n="15"/> “ παντοκράτορ, οὐκ ἐκάθισα ἐν συνεδρίῳ αὐτῶν παιζόντων,
“ ἀλλ’ ηὐλαβούμην ἀπὸ προσώπου χειρός σου· καταμόνας
“ ἐκαθήμην, ὅτι πικρίας ἐνεπλήσθην.” δεῖ δὴ οὖν ἄρα θαυ- <note type="marginal">a 139 Α.</note>
μάσαι τὸν μακάριον Παῦλον, ὅταν ἡμῖν ἐπιστέλλῃ λέγων
“ “Σεαυτὸν ἁγνὸν τήρει, καὶ μὴ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλο- <note type="marginal">1 Tim. v. 22.</note>
<lb n="20"/> “ τρίαις.’’ εἴποι δ’ ἃν εἰκότως ἅπας τις οὖν εὐσεβὴς περὶ
τῶν προσκρουόντων τῷ Θεῷ, καὶ ὅσον οὐδέπω κολασθησομένων,
Σάρξ Σαρξ μου ἐξ αὐτῶν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="47"><p>Ἐφραἶμ, ὅν τρόποι εἶδον, εἰς θήραν παρέστησε τὰ τέκνα αὐτοῦ, <note type="marginal">13</note>
καὶ Ἐφραῖμ τοῦ ἐφαγαγεῖν εἰς ἀποκέντησιν τὰ τέκνα αὐτοῦ.</p><note type="marginal">b</note><lb n="25"/></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="48"><p>Tαλανίζει καὶ νῦν ὁ προφήτης τὸν Ἐφραΐμ, ἤτοι τὸν
Ἰσραὴλ, αὐτόν τε γενέσθαι παραίτιον ἑαυτῷ φησὶ καὶ τῆς
ἀπαιδίας καὶ τῆς ἀνηκέστου συμφορᾶς. ὡς γὰρ τεθέαμαι
<note type="footnote">2. συνοίσεις (sic) D. 3. ἐξ pro ἀπ’ D. 5. τὸ alt. assumptum
ex B.D. 7. Haew ὑμῖν δὲ λέγω τοῖς ἔθνεσιν accesserunt ex D. μὲν om. D.
13. τοὺς ἰουδαίους καὶ Θεῷ προσκεκρ. om. D. 15. παντοκράτορ D. παντοκράτνπ
κράτωρ Edd. 18. λέγων assumptum ex D. 19. σεαυτὸν D. σαυτὸν
Edd. 20. ἅπας τις οὖν D. πᾶς Edd. Statim ἀσεβὴς iid. repugnantibus B.D.
23. παρέστησε — αὐτοῦ B.F. Edd. παρέστησαν — αὐτῶν D. (A,V, XII a manu
prima. 24. καὶ ἐφραὶμ desunt in Edd. 27. τεθέαμαι om. D.</note>

<pb n="200"/>
καὶ ἐκ τῶν σῶν λόγων, ὦ Δέσποτα, φησὶ, καὶ ἀπό γε τῶν
πραγμάτων αὐτῶν, αὐτὸς ὁ Ἐφραΐμ εἰς θήραν καὶ ἀποκέντησιν
τα ἑαυτοῦ παρεστησε τεκνα. καὶ οὐκ ἃν ἑτέρους αἰτιῷτο
λοιπὸν, αὐδ’ ἃν τῆς θείας καταβοήσειεν ὀργῆς, εἰ τὰ εἰκότα
φρονεῖν ἕλοιτο· αἰτιάσεται δὲ μᾶλλον τὴν ἑαυτοῦ δυσβου- <lb n="5"/>
<note type="marginal">c</note> λίαν καὶ ἀπόστασιν. ἐπειδὴ γὰρ λελύπηκεν οὐ μετρίως τὸν
ἐπαμύνοντά τε καὶ σώζοντα Θεὸν, μονονουχὶ καὶ ἰδίᾳ χειρὶ
παραδέδωκεν ἑκὼν τῆ τῶν ἐθνῶν ἀγριότητι τὸ ἴδιον σπέρμα,
καὶ παρέστησεν εἰς ἀπαγωγὴν καὶ αἰχμαλωσίαν. τοῦτο γάρ
ἐστι τὸ εἰς θήραν, καὶ μὴν καὶ εἰς ἀποκέντησιν, ὅ ἐστι εἰς <lb n="10"/>
σφαγὴν· οὕς μὲν γὰρ ἀνεῖλον οἱ Βαβυλώνιοι τῶν ἐξ Ἰσραήλ·
οὕς δὲ ἀπεκόμισαν εἰς τὴν ἑαυτῶν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="49"><p>Οταν τοίνυν πλημμελῶμεν ἡμεῖς, ἑαυτοὺς μᾶλλον αἰτιασόμεθα
σόμεθα φρονοῦντες ὀρθῶς, καὶ οὐχὶ τὴν θείαν ὀργήν.
<note type="marginal">d</note> καταπεφρονήκαμεν γὰρ τοῦ πρέποντος, καὶ ῥᾴθυμοι γε. <lb n="15"/>
γενήμεθα περὶ τὸ ἁνδάνον τῷ Θεῷ. κολάζεσθαι δὲ ἀνάγκη
τὸν ὑβριστὴν καὶ ἐξήνιον, καὶ μονονουχὶ λέγοντα τῷ πάν-
<note type="marginal">Hiob xxi. 14.</note> τῶν Δεσπότη, “ Ἀπόστα ἀπ’ ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ
βούλομαι.”</p><note type="marginal">14</note></div></div></div></div></body></text></TEI>