<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg4090.tlg001.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="commentary" n="hosea"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="paragraph" n="45"><p>Οἱ μὲν οὖν ἱερεῖς, καὶ μὴν καὶ οἱ ἐξ αἵματος τοῦ βασιλικοῦ,
<note type="footnote">7. ἐπεῖδεν οὖν (sic) pro ἕρπει δὴ οὖν D. 8. τε om. D. 11. ἀνιστῶντες D.
15. τε D. Syr. γε Edd. 16. ἐπισκοπουμένην] ἐπισκοπουμένην] iid.
ἐπισκοπουμένοις D. 19. αὐτοῖς pro τοῖς D. 23. περιφανὲς D.
invito Syr. 24. θηρῶν D. 27. ἔγνω Edd. ante Migne. 28. ἄπεστιν Β.
(Alex. XII.) ἀπέστη D. Edd, (Vat.) 29. οἱ om. D. τοῦ assumptutn ex B.D.</note>

<pb n="119"/>
λίνον καὶ πάγη καὶ θήρα γεγόνασι τοῖς λαοῖς, θυμιᾶν τοῖς
δαίμοσιν ἐπιτάττοντες, καὶ πρό γε τῶν ἄλλων δρῶντες αὐτοὶ,
καὶ φρονεῖν ἀναπείθοντες ἃ μὴ θέμις, καὶ τοῖς ἀνοσίως
ἐξηυρημένοις πλάνης ἑτέρους προσεπάγοντες τρόπους, τὰ
<lb n="5"/> ὑψηλά φημι, τὸν Bεελφεγὼρ, τὸ τῶν Σιδωνίων βδέλυγμα,
τὸν Βάαλ, τὸν Xαμώς· ἔσεσθαι δὲ αὐτῶν ττΛίάευτης αὐτὸς,
καὶ οὐκ εἰς μακρὰν, ἐπαγγέλλεται, ὡς ὅσον οὐδέπω τὰ ἐκ <note type="marginal">c</note>
θυμοῦ καὶ ὀργῆς ἐπιθήσων κακά. ἔχει δὲ τὸ ἀτρεκὲς ὁ λόγος.
οἱ μὲν γὰρ ἐξ οἴκου τοῦ βασιλικοῦ δειναῖς καὶ ἀφύκτοις
<lb n="10"/> ἐνισχημένοι συμφοραῖς, οἱ μὲν διολώλασι, κάταγε τὴν πίστιν
τῶν ἱερῶν γραμμάτων· οἱ δὲ ἀπῴχοντο ταῖς Βαβυλωνίων
καὶ Μηδῶν πλεονεξίαις ὑποκεισόμενοι. ἀποτεθνήκασι δὲ
ἀθλίως, μᾶλλον δὲ καὶ ὁσίως οἱ ψευδώνυμοί τε καὶ ἐπὶ
χρήμασιν ἱερεῖς, οἱ μὲν ὑπὸ Ἰηοῦ, οἱ δὲ ὑπὸ 1ωσίου γεγο-
<lb n="15"/> νότος ἐκ φυλῆς Ἰούδα, ἤτοι Δαυείδ. τοῦτο γὰρ καὶ ὁ
ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, θύοντός ποτε τοῦ ‘1εροβοὰμ καὶ ἐφε- <note type="marginal">d</note>
στηκότος τῷ θυσιαστηρίῳ, προεφήτευσε λέγων α Θυσια- <note type="marginal">3 Reg. xiii. 2.</note>
ιι στήριον, θυσιαστήριον, τάδε λέγει κύριος Ιδοὺ υἱὸς
α τίκτεται τῶ οἴκω Δαυεὶδ, Ἰωσίας ὄνομα αὐτῷ· καὶ θύσει
<lb n="20"/> α ἐπὶ σὲ τοὺς ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν, τοὺς ἐπιθύοντας ἐπὶ σὲ,
ιι καὶ ὀστᾶ ἀνθρώπων κατακαύσει ἐπὶ σέ.’ οὐκοῦν ἐπηπεί-
λησε aaιιdεύσειν ἐν θυμῷ καὶ ὀργῇ τοὺς τῆ σκοπιᾷ πάγην
γεγονότας, ἱερέας τε φημὶ, καὶ τοὺς ἐξ αἵματος βασι-
λικοῦ· ἀκαταιτίατον δὲ οὐδαμῶς τὸν ἠπατημένον ἠφίει, του
<lb n="25"/> τέστι, τὸν Ἰσραήλ. ταύτητοί φησιν· ἐγὼ ἔγνων τὸν Ἐφραὶμ,
κόιὶ Ισρόιὴλ οὐκ ιιπεστιν ἀπ’ ἐμοῦ. ἴσον δὴ τοῦτο ἐκείνῳ,
" τίς οὗτος ὁ κρύπτων με βουλὴν, συνέχων δὲ ῥήματα <note type="marginal">e</note> 
ιι ἐν καρδίᾳ, ἐμὲ δὲ οἴεται κρύπτειν; ἔγνωκα γὰρ τὸν <note type="marginal">Hiob. xxxviii. 2.</note>
<note type="footnote">4 πλάνης] -\- τοὺς D. Statim ἑτέρου D. 5» ^• τὸ τῶν Σιδωνίων-πuιδευτὴς
αὐτὸς om, D. Τ ἐπαηέλετο D. 8. ἀτρεκὲς] όληθὲςD. II. όπώ-
λοντο D. 13. καὶ prius assumptum ex D. ἐπὶ assumptum ex B.D. 15. γὰρ
assumptum ex B.D. Statim καὶ assumptum ex D. 19. τῳ] ἐν Edd.
αὐτφ ὄνομα inverso ordine D. θήσει Β. 2θ. ἐπὶ σὲ alt. D. ἐπὶ σοὶ Edd.
Statim haec καὶ ὀστᾶ ἀνθρώπων κατακαύσει ἐπὶ σέ accesserunt ex D. 23. αγͅα.
τος] -\- τοῦ D. 25. ἐγὼ assumptuin ex B.D. 26. ογεστιν habet hic D.
27. δὲ assumptum ex D.</note>

<pb n="120"/>
<note type="marginal">Hier. xxiii. 23, 24.</note> Ἐφραΐμ φησι, καὶ οὐκ ἀφέστηκα τοῦ Ἰσραήλ. “Θεὸς γὰρ
“ἐγγίζων ἐγώ εἰμι, λέγει κύριος, καὶ οὐχὶ Θεὸς πόρρωθεν.
“εἰ κρυβήσεται ἄνθρωπος ἐν κρυφαίοις, καὶ ἐγὼ οὐκ ὄψομαι
<note type="marginal">Ib.xxxix. 27.</note> “αὐτόν;“ καὶ πάλιν, “Μὴ ἀπ’ ἐμοῦ κρυβήσεταί τι;"
<note type="marginal">Heb iv. 12, 13.</note> “Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτατος <lb n="5"/>
“μᾶλλον μαχαίρας διστόμου, καὶ διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ
“ψυχῆς καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς
“ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας· καὶ οὐκ ἔστι κτίσις ἁφὰ.
“νὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ καὶ τετραχηλισμένα
“τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ πρὸς ὃν ἡμῖν ὁ λόγος.“</p><lb n="10"/><note type="marginal">84 Α. a 4</note></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="46"><p>Δῶτ’ νῦν ἐξεπόρωευσεν Ἐφραΐμ, ἐμιάνθη Ἰσραήλ. οὐκ ἔσωκαν
τὰ διαβούλια αὐτῶν τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς τὸν Θεὸν αὐτῶι,
πνεῦμα πορνείας ἐν αὐτοῖς εστί, τοι δὲ κύρω οὐκ ἐπέγνωσαν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="47"><p>Επειδὴ γὰρ εἰς νεφροὺς ὁρᾷ καὶ καρδίας ὁ τῶν ὅλων
Θεὸς, ἄποπτον δὲ αὐτῷ παντελῶς οὐδὲν, ἔγνωκεν ὅτι πεπόρνευκε <lb n="15"/>
μὲν, καὶ εἰς ἄκρον ἧκε φαυλότητος ὁ Ἰσραὴλ,
<note type="marginal">b</note> ἤγουν ὁ Ἐφραΐμ· πλὴν οὐδ’ ὅσον εἰπεῖν εἰς νοῦν καὶ καρδίαν
κἂν γοῦν τὸ χρῆναι μετανοεῖν εἰσεδέξατο, διά γε τὸ
κεκρατῆσθαι τῷ πορνεύειν αὐτὸν ἀναπείθοντι πνεύματι, καὶ
τὸν ἀληθῶς Δεσπότην μὴ ἐθελῆσαι ζητεῖν. ἀληθὲς οὖν ὅτι, <lb n="20"/>
<note type="marginal">S.Matth. vi. 24.</note> καθά φησιν ὁ Σωτῆρ’, “Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δοῦ.
“λεύειν· ἣ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει·
“ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει.”</p><note type="marginal">5</note></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="48"><p>Kαὶ ταπεινωθήσεται ἡ ὕβρις τοῦ Ἰσραὴλ εἰς πρόσωπον αὐτοῦ, καἰ
Ἰσραὴλ καὶ Ἐφραΐμ ἀσθενήσουσιν ἐν ταῖς ἀδικίαις αὐτῶι· κὼ <lb n="25"/>
ἀσθενήσει καὶ Ἰούδας μετ’ αὐτῶι.</p><note type="marginal">c</note></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="49"><p>Ὕβριν ἐνθάδε φησὶ τὴν ἐπάρατον ὑπεροψίαν· ὑβριστὴς
<note type="footnote">2. Haec λέγει Κύριος accesserunt ex D. 5—10. Haec ζῶν γὰρ ὁ
ὁ λόγος accesserunt ex D. 11. ἐφραΐμ] + καὶ F. (130. 311.) 16. ἥκει D.
20. ἀληθῶς D. ἀληθῆ Edd. 21. Χριστὸς pro Σωτῆρ’ D. 22. Haec ἢ
γὰρ—καταφρονήσει accesserunt ex D. 24. εἰς πρόσωπον αὐτοῦ] κατὰ
προσώπου αὐτοῦ F. 27. ἐνταῦθα pro ἐνθάδε D.</note>

<pb n="121"/>
γὰρ ὁ ἀλαζών. ταπεινωθήσεσθαι τοίνυν φησὶ τὴν ὑπεροψίαν
τοῦ Ἰσραὴλ ἐκεῖνα παθόντος, καὶ σφόδρα δικαίως, ἃ καὶ
ταπεινὸν αὐτὸν ἔμελλον ἀποφαίνειν, οἰκτρὸν καὶ κατεῤῥιμμένον,
καὶ αὐχημάτων ἔρημον τῶν ἐπὶ Θεῷ, καὶ αὐτῆς δὲ
<lb n="5"/> τῆς ἄνωθεν καὶ πατρῴας αὐτοῖς ἐλευθερίας ἐστερημένον. τὸ
δὲ εἰς πρόσωπον αὐτοῦ τὴν ὕβριν ἀποστραφήσεσθαι, νοητέον
διὰ τὸ πᾶν εἶδος ἀτιμίας ἐοικέναι πὼς ταῖς κατὰ πρόσωπον
πληγαῖς. ἀσθενήσειν δὲ ὁμοῦ τῷ Ἰούδα φησὶ τοὺς ἐξ Ἰσραήλ. <note type="marginal">d</note>
καταδῃώσαντες γὰρ οἵ τε τῆς Συρίας καὶ Περσῶν
<lb n="10"/> βασιλεῖς τὴν Σαμάρειαν, οὐκ ἄπληγα συγκεχωρήκασι διαμεῖναι
τὸν Ἰούδαν, προσθέντες ταῖς τοῦ Ἰσραὴλ πόλεσι καί
τινας τῶν ἀνηκουσῶν τοῖς ἐξ Ἰούδα καὶ Βενιαμίν. ὅτι δὲ
ἁπάσης αὐτοῖς συμφορᾶς προμνήστρια γέγονεν ὁμολογουμένως
ἡ εἰς Θεὸν ἀσέβειά τε καὶ ὕβρις, δεδίδαχεν εἰπὼν, μὴ
<lb n="15"/> ἑτέρως αὐτοῖς τὸ τῆς ἀσθενείας συμβήσεσθαι πάθος, ἀλλ’
ἢ μόνον ὅτι ἐν ταῖς αδικίαις αὐτῶν. χρήσιμον οὖν ἄρα καὶ <note type="marginal">e</note>
τιμαλφέστατον ἀληθῶς ἡ εἰς Θεὸν εὐσέβεια, δι’ ἧς ἃν γένοιτο
καὶ τὸ ἐθνῶν δύνασθαι κρατεῖν, καὶ πάντα ἰσχύειν κατορθοῦν
εὐκόλως. καὶ ἀληθεύων ἔφασκεν ὁ Σωτῆρ’, ὅτι “Χωρὶς ἐμοῦ <note type="marginal">S. Joan. xv. 5.</note>
<lb n="20"/> οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.’’ ψάλλει δέ που καὶ ὁ Δαυεὶδ
ὀρθὰ φρονεῖν ᾑρημένος, “Ισχύς μου, καὶ ὕμνησίς μου ὁ <note type="marginal">Ps. cxvii. 14.</note>
“Κύριος.”</p></div></div></div></div></body></text></TEI>