<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="90"><p>90.* (XI, 372.)</p><p>Lucillii in Anth. Plan. p.158.</p><p>Σῶμα φέρων σκιοειδὲς, ἀδερκέι· σύμπνοον αὔρῃ,
μὴ ποτε θαρσήσῃς ἄγχι τινὸς πελάσαι,</p><p>μή τις ἔσω μυκτῆρος ἀναπνείων σε κομώσῃ,
ἄσθματος ἠερίου πολλὸν ἀφαυρότερον.</p><p>οὐ σὺ μόρον τρομέεις· τότε γὰρ πάλιν οὐδὲν ἄμειψας <lb n="5"/>
ἔσσεαι ὡσαύτως φάσμα, τόπερ τελέθεις</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="91"><p>91.* (XI, 376.)</p><p>Ammiani in Anth. Plan. p. 171.</p><p>Ῥήτορα πρὸς Διόδωρον ἀνὴρ δείλαιος ἀπελθὼν,
ἔγρετό μιν τοίης ἀμφὶ δικασπολίης·</p><p>„ἡμετέρη θεράπαινα φύγεν ποτέ· τὴν δέ τις εὑρὼν,
ἀλλοτρίην τ’ εἶναι λάτριν ἐπιστάμενος,</p><pb n="387"/><p>ζεῦξεν ἑῷ θεράποντι· τέκεν δ’ ὑπὸ παῖδας ἐκείνῳ <lb n="5"/>
καὶ τινι δουλεύειν εἰσὶ δικαιότεροι;”</p><p>ἐς δ’ ὅτε μερμήριξε, καὶ ἔδρακε βίβλον ἑκάστην,
εἶπεν ἐπιστρέψας γυρὸν ἐπισκύνιον·</p><p>„ἢ σοὶ, ἢ τῷ ἑλόντι τεὴν θεράπαιναν, ἀνάγκη
δουλεύειν κείνους, ὧν χάριν ἐξερέεις</p><lb n="10"/><p>δίζεο δ’ εὐμενέοντα δικασπόλον, αἶψα δ’ ἀποίσεις
ψῆφον ἀρειοτέρην, εἴγε δίκαια λέγεις.”</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="92"><p>92. (XI, 379.)</p><p>Οὔ τις ἀλοιητῆρας ἰδεῖν ·τέτληκεν ὀδόντας
ὑμετέρους, ἕνα σοῖς ἐν μεγάροις πελάσῃ·</p><p>εἰ γὰρ ἀεὶ βούβρωστιν ἔχεις Ἐρυσίχθονος αὐτοῦ,
ναὶ τάχα δαρδάψεις καὶ φίλον ὃν καλέεις.</p><p>ἀλλ’ οὐ σεῖο μέλαθρά με δέξεται· οὐ γὰρ ἔγωγε <lb n="5"/>
βήσομαι ὑμετέρῃ γαστρὶ φυλαξόμενος.</p><p>εἰ δέ ποτ’ ἐς τεὸν οἶκον ἐλεύσομαι, οὐ μέγ’ ἄνυσσεν
Λαρτιάδης Σκύλλης χάσμασιν ἀντιάσας·</p><p>ἀλλ’ ἔσομαι πολύτλας τις ἐγὼ πλέον, εἰ σὲ περήσω,
Κύκλωπος κρυεροῦ μηδὲν ἐλαφρότερον.</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="93"><p>93. (XI, 382.)</p><p>Κεῖτο μὲν Ἀλκιμένης κεκακωμένος ἐκ πυρετοῖο,
καὶ περὶ λαυκανίην βραγχὰ λαρυγγιόων,</p><p>νυσσόμενός τε τὸ πλευρὸν ἅτε ξιφέεσσιν ἀμυχθὲν,
καὶ θαμὰ δυσκελάδοις ἄσθμασι πνευστιόων·</p><p>ἦλθε δὲ Καλλίγνωτος ὁ Κώϊος, ὁ πλατυλέσχης, <lb n="5"/>
τῆς παιωνιάδος πληθόμενος σοφίης,</p><p>πᾶσαν ἔχων πρόγνωσιν ἐν ἄλγεσιν, οὐ τι περισσὸν
ἄλλο προαγγέλλων, ἢ τὸ γενησόμενον.</p><p>Ἀλκιμένους δ’ ἐδόκευεν ἀνάκλισιν, ἔκ τε προσώπου
φράζετο, καὶ παλάμης ψαῦεν ἐπισταμένως.</p><lb n="10"/><p>καὶ τὸ περὶ κρισίμων φαέων ἐλογίζετο γράμμα,
πάντ’ ἀναπεμπάζων, οὐχ ἑχὰς Ἰπποκράτους.</p><p>καὶ τότε τὴν πρόγνωσιν ἐς Ἀλκιμένην ἀνεφώνει
σεμνοπροσωπήσας καὶ σοβαρευσάμενος.</p><p>„εἴγε φάρυγξ βομβεῦσα, κὼ ἄγρια τύμματα πλευροῦ, <lb n="15"/>
κω πυρετῷ λήξῃ πνεῦμα δασυνόμενον,</p><p>οὐκέτι τεθνήξει πλευρίτιδι, τοῦτο γὰρ ἡμῖν
σύμβολον ἐσσομένης ἐστιν ἀπημοσύνης.</p><pb n="388"/><p>θάρσει· τὸν νομικὸν δὲ κάλει, καὶ χρήματα σαυτοῦ
εὖ διαθεὶς, βιότου λῆγε μεριμνοτόκου,</p><lb n="20"/><p>καί με τὸν ἰητρὸν, προῤῥήσιος εἵνεκεν ἐσθλῆς,
ἐν τριτάτη μοίρη κάλλιπε κληρονόμον.”</p><p>ANTHOLOGIAE PLANUDEAE
EPIGRAMMATA</p><p>QUAE</p><p>IN CODICE PALATINO NON REPERlUNTUR.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="94"><p>94. (36.)</p><p>Εἰς εἰκόνα τινὸς σοφιστοῦ ἐν Περγάμῳ δοθεῖσαν ἐπὶ
πρεσβείᾳ πολιτικὴ.</p><p>Τὰς μὲν ὑπὲρ μύθων τε καὶ εὐτροχάλοιο μελίσσης
εἰκόνας δηρὸν ὀφειλόμενος</p><p>νῦν δ’ ὑπὲρ ἱδρώτων τε καὶ ἀστυόχοιο
τῇδέ σε τῇ γραφίδι στήσαμεν, Ἡράκλαμον.</p><p>εἰ δ’ ὀλίγον τὸ γέρας, μὴ μέμφεο· τοῖσδε γὰρ ἡμεῖς <lb n="5"/>
αἰεὶ τοὺς ἀγαθοὺς ἄνδρας ἀμειβόμεθα.</p></div></div></body></text></TEI>