<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="61"><p>61. (IX, 154.)</p><p>Ἱλήκοις, πολιοῦχε, σὲ μὶν χρυσαυγέι· νηῷ,
ὡς θέμις, ἡ τλήμων Ἴλιος ἠγασάμην.</p><p>ἀλλὰ σύ με προλέλοιπας ἑλώριον· ἀντὶ δὲ μήλου
πᾶσαν ἀπεδρέψω τείχεος ἀγλαίην.</p><p>ἄρκιον ἦν θνήσκειν τὸν βουκόλον· εἰ γὰρ ἄθεσμος
ἔπλετο, τῆς πάτρης οὐκ ἀλίτημα τόδε.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="62"><p>62. ΙΧ, 204.)</p><p>Μή με τὸν Αἰάντειον ἀνοχμάσσειας, ὁδῖτα,
πέτρον, ἀκοντιστὴν στήθεος Ἑκτορέου.</p><p>εἰμὶ μέλας τρηχύς τε· σὺ δ’ εἴρεο θεῖον Ὅμηρον,
πῶς τὸν Πριαμίδην ἐξεκύλισα πέδῳ,</p><p>νῦν δὲ μόλις βαιόν με παροχλίζουσιν ἀρούρης
ἄνθρωποι, γενεῆς αἴσχεα λευγαλέης·</p><p>ἀλλά μέ τις κρύψειεν ὑπὸ χθονός· αἰδέομαι γὰρ
παίγνιον οὐτιδανοῖς ἀνδράσι γιγνόμενος.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="63"><p>63. (IX, 442.)</p><p>Γριπεύς τις μογέεσκεν ἐπ’ ἰχθύσι· τὸν δ’ ἐσιδοῦσα
εὐκτέανος κούρη θυμὸν ἔκαμνε πόθῳ,</p><p>καί μιν θῆγε σύνευνον. ὁ δ’ ἐκ βιότοιο πενιχροῦ
δέξατο παντοίης ὄγκον ἀγηνορίης.</p><p>ἡ δὲ Τύχη γελόωσα παρίστατο, καὶ ποτὶ Κύπριν,
„οὐ τεὸς οὗτος ἀγὼν, ἀλλ’ ἐμός ἐστιν” ἔφη.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="64"><p>64. (IX, 432.)</p><p>Εἰς τὰ λυτὰ Ζήνωνος τοῦ βασιλέως.</p><p>Οὐτιδανοὶ μερόπων, εἰ καὶ μέγα ῥέξαμεν ἔργον,
οὔτινος εἰς μνήμην δηρὸν ἐπερχόμεθα·</p><p>οἱ δ’ ἀγαθοὶ, κἠν μηδὲν, ἀναπνεύσωσι δὲ μοῦνον,
ὡς Λίβυς εἶπεν ἀνὴρ, τοῦτ’ ἀδάμαντι</p><pb n="379"/><p>δήποτε γὰρ Ζήνωνα πολισσοῦχον βασιλῆα <lb n="5"/>
παίγνιον ἀφράστων ἐκτελέοντα κύβων,</p><p>τοίη ποικιλότευκτος ἕλεν θέσις, εὖτ’ ἀπὸ λευκοῦ,
τοῦ καὶ ὀπισθιδίην εἰς ὁδὸν ἐρχομένου.</p><p>ἑπτὰ μὲν ἕντος ἔχεν, μίαν εἴνατος· αὐτὰρ ὁ σουμμος
δισσὰς ἀμφιέπων ἶσος ἔην δεκάτῳ·</p><lb n="10"/><p>ὅς τε πέλει μετὰ σοῦμμον ἔχεν δύο, μουνάδα δ’ ἄλλην
ψῆφον τὴν πυμάτην ἀμφιέπεσκε δίβος·</p><p>ἀλλὰ μέλας δισσὰς μὲν ἐν ὀγδοάτῳ λίπε χώρῳ,
καὶ τόσσας ἑτέρας ἐς θέσιν ἑνδεκάτην.</p><p>ἀμφὶ δυωδέκατον δὲ διέπρεπον εἴκελοι ἄλλαι, <lb n="15"/>
καὶ τρισκαιδεκάτῳ ψῆφος ἔκειτο μία·</p><p>δίζυγες Ἀντίγονον διεκόσμεον· ἀλλὰ καὶ αὐτῶ
ἶσος ἔμιμνε τύπος πεντεπικαιδεκάτῳ,</p><p>ὀκτωκαιδεκάτω πανομοίιος· εἰσέτι δ’ ἄλλας
εἶχεν διχθαδίας τέτρατος ἐκ πυμάτου.</p><lb n="20"/><p>αὐτὰρ ἄναξ λευκοῖο λαχὼν σημήϊα πεσσοῦ,
καὶ τὴν ἐσσομένην οὐ νοέων παγίδα,</p><p>τριχθαδίας ἀδόκητα βαλὼν ψηφῖδας ἀπ’ ἠθμοῦ
πύργου δουρατέου κλίμακι κευθομένῃ,</p><p>δοιὰ καὶ ἲξ καὶ πέντε κατήγαγεν· αὐτίκα δ’ ὀκτὼ <lb n="25"/>
ἄζυγας εἶχεν ὅλας πρόσθε μεριζομένας.</p><p>τάβλην φεύγετε πάντες, ἐπεὶ καὶ κοίρανος αὐτὸς
κείνης τὰς ἀλόγους οὐχ ὑπάλυξε τύχας.</p></div></div></body></text></TEI>