<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="55"><p>55. (VII, 602.)</p><p>Εὐστάθιε, γλυκερὸν μὲν ἔχεις τύπον· ἀλλά σε κηρὸν
δέρκομαι, οὐδ’ ἔτι σοι κεῖνο τὸ λαρὸν ἔπος</p><p>ἔζεται ἐν στομάτεσσι· τεὴ δ’ εὐάνθεμος ἥβη
αἲ αἰ, μαψιδίη νῦν χθονός ἐστι κόνις.</p><p>πέμπτου καὶ δεκάτου γὰρ ἐπιψαύσας ἐνιαυτοῦ, <lb n="5"/>
τετράκις ἓξ μούνους ἔδρακες ἠελίους</p><p>οὐδὲ τεοῦ πάππου θρόνος ἤρκεσεν, οὐ γενετῆρος
ὄλβος· πᾶς δὲ τεὴν εἰκόνα δερκόμενος</p><p>τὴν ἄδικον Μοῖραν καταμέμφεται, οὕνεκα τοίην,
ἆμέγα νηλειὴς, ἔσβεσεν ἀγλαΐην.</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="56"><p>56. (VII, 612.)</p><p>Φεῦ, φεῦ, τὴν δεκάτην Ἑλικωνίδα, τὴν λυραοιδὸν
Ῥώμης καὶ Φαρίης, ἥδε κέκευθε κόνις.</p><p>ὤλετο φορμίχχων τερετίσματα, λῆξαν ἀοιδᾶι;
ὥσπερ Ἰωάννη πάντα συνολλύμενα.</p><pb n="377"/><p>καὶ τάχα θωμὸν ἔθηκαν ἐπάξιον ἐννέα Μοῦσαι, <lb n="5"/>
τύμβον Ἰωάννης ἀνθ᾿ Ἑλικῶνος ἔχειν.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="57"><p>57.* (VII, 614.)</p><p>Ἑλλανὶς τριμάκαιρα, καἰ ἁ χαρίεσσα Λάμαξις
ἤστην μὲν πάτρας φέγγεα Λεσβιάδος.</p><p>ὅκκα δ’ Ἀθηναίῃσι σὺν ὁλκάσιν ἐνθάδε
τὰν Μιτυληναίαν γᾶν ἀλάπαξε Πάχης,</p><p>τᾶν κουρᾶν ἀδίκως ἠράσσατο, τὼς δὲ συνεύνως <lb n="5"/>
ἔκτανεν, ὡς τήνας τῇδε βιησόμενος.</p><p>τὼ δὲ κατ’ Αἰγαίοιο ῥόου πλατὺ λαῖτμα φερέσθην,
καὶ ποτὶ τὰν κραναὰν Μοψοπίαν δραμέτην·</p><p>δάμῳ δ’ ἀγγελέτην ἀλιτήμονος ἔργα Πάχητος,
μέσφα μιν εἰς ὀλοὴν κῆρα συνηλασάτην.</p><lb n="10"/><p>τοῖα μὲν, ὠ κούρα, πεπονήκατον· ἂψ δ’ ἐπὶ πάτραν
ἤκετον, ἐν δ’ αὐτᾷ κεῖσθον ἀποφθιμένα·</p><p>εὖ δὲ πόνων ἀπόνασθον, ἐπεὶ ποτὶ σᾶμα συνεύνων
εὕδετον, ἐς κλεινᾶς μνᾶμα σαοφροσύνας·</p><p>ὑμνεῦσιν δ’ εντι πάντες ὁμόφρονας ἡρωίνας, <lb n="15"/>
πάτρας καὶ ποσίων πήματα τισαμένας.</p><p>ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΑ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="58"><p>58. (IX, 152.)</p><p>Ἅδε ποθ’ ἁ κλεινὰ Πριάμου πόλις, ἃν ἀλαπάξαι
Ἑλλάνων δεκέτης οὐκ ἐτάλασσεν ἄρης</p><p>ἀμφαδὸν, ἀλλ’ ἵπποιο κακὸν ξύλον. αἴθε δ’ Ἐπειὸς
κάτθανε, πρὶν τεῦξαι δουρατέαν παγίδα.</p><p>οὐ γὰρ ἂν, Ἀτρειδᾶν ὀροφηφάγον ἁψαμένων πῦρ, <lb n="5"/>
οὕτω ἐφ’ ἁμετέροις λάεσιν ἠριπόμαν.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="59"><p>59. (IX, 153.)</p><p>Ὡ πόλι, πῆ σέο κεῖνα τὰ τείχεα; πῆ
νηοί; πῆ δὲ βοῶν κράατα τεμνομένων;</p><p>πῆ Παφίης ἀλάβαστρα, καὶ ἡ πάγχρυσος ἐφεστρίς;
πῆ δὲ Τριτογενοῦς δείκελον ἐνδαπίης;</p><p>πάντα μόθος, χρονίη τε χύσις, καὶ Μοῖρα κραταιὴ <lb n="5"/>
ἥρπασεν, ἀλλοίην ἀμφιβαλοῦσα τύχην·</p><p>καί σε τόσον νίκησε βαρὺς φθόνος. ἀλλ’ ἄρα μοῦνον
οὔνομα σὸν κρύψαι καὶ κλέος οὐ δύναται.</p><pb n="378"/></div></div></body></text></TEI>