<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="5"><p>5.* (I, 36.)</p><p>Εἰς εἰκόνα Θεοδώρου Ἰλλουστρίου καὶ δὶς ἀνθυπάτου, έν
ᾗ γέγραπται παρὰ τοῦ ἀρχαγγέλου δεχόμενος τὰς ἀξίας
ἐν Ἐφέσῳ.</p><p>Ἵλαθι μορφωθεὶς, ἀρχάγγελε· σὴ γὰρ</p><p>ἄσκοπος· ἀλλὰ βροτῶν δῶρα πέλουσι τάδε.
ἐκ σέο γὰρ Θεόδωρος ἔχει ζωστῆρα μαγίστρου</p><p>καὶ δὶς ἀεθλεύει πρὸς θρόνον ἀνθυπάτων

<pb n="364"/>
τῆς δ’ εὐγνωμοσύνης μάρτυς γραφὶς· ὑμετέρην γὰρ <lb n="5"/>
χρώμασι μιμηλὴν ἀντετύπωσε χάριν.</p><p>ΕΠΙΓΡ ΑΜΜΑΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="6"><p>6. (V, 216.)</p><p>Εἰ φιλέεις, μὴ πάμπαν ὑποκλασθέντα χαλάσσῃς
θυμὸν ὀλισθηρῆς ἔμπλεον ἱκεσίης.</p><p>ἀλλά τι καὶ φρονέοις στεγανώτερον, ὅσσον ἐρύσσαι
ὀφρύας, ὅσσον ἰδεῖν βλέμματι φειδομένῳ.</p><p>ἔργον γάρ τι γυναιξὶν ὑπερφιάλους ἀθερίζειν, <lb n="5"/>
καὶ κατακαγχάζειν τῶν ἄγαν οἰκτροτάτων.</p><p>κεῖνος δ’ έστιν ἄριστος ἐρωτικὸς ὃς τάδε μίξει,
οἶκτον ἔχων ὀλίγῃ ξυνὸν ἀγηνορίῃ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="7"><p>7. (V, 218.)</p><p>Τὸν σοβαρὸν Πολέμωνα, τὸν ἐν θυμέλῃσι Μενάνδρου
κείραντα Γλυκερὰς τῆς ἀλόχου πλοκάμους,</p><p>ὁπλότερος πολέμων μιμήσατο, καὶ τὰ Ῥοδάνθης
βόστρυχα παντόλμοις χερσὶν ἐληίσατο,</p><p>καὶ τραγικοῖς ἀχέεσσι τὸ κωμικὸν ἔργον ἀμείψας <lb n="5"/>
μάστιξεν ῥαδινῆς ἅψεα θηλυτέρης.</p><p>ζηλομανὲς τὸ κόλασμα· τί γὰρ τόσον ἤλιτε κούρη,
εἰ με κατοικτείρειν ἤθελε τειρόμενον;</p><p>σχέτλιος, ἀμφοτέρους δὲ διέτμαγε, μέχρι καὶ αὐτοί
βλέμματος ἐνστήσας αἴθοπα βασκανίην. <lb n="10"/></p><p>ἀλλ’ ἔμπης τελέθει μισούμενος· αὐτὰρ ἔγωγε
δύσκολος, οὐχ ὁρόων τὴν περικειρομένην.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="8"><p>8. (V, 220.)</p><p>Εἰ καὶ νὺν πολιή σε κατεύνασε, καὶ τὸ θαλυκρὸν
κεῖνο κατημβλύνθη κέντρον ἐρωμανίης,</p><p>ὤφελες, ὦ Κλεόβουλε, πόθους νεότητος ἐπιγνοὺς,
νῦν καὶ ἐποικτείρειν ὁπλοτέρων ὀδύνας,</p><p>μηδ’ ἐπὶ τοῖς ξυνοῖς κοτέειν μέγα, μηδὲ κομάων <lb n="5"/>
τὴν ῥαδινὴν κούρην πάμπαν ἀπαγλαίσαι.</p><p>ἀντίπατρος τῇ παιδὶ πάρος μεμέλησο ταλαίνῃ,
καὶ νῦν ἐξαπίνης ἀντίπαλος γέγονας.</p><pb n="365"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="9"><p>9. (V, 222.)</p><p>Εἰς Ἀριάδνην</p><p>Εἴ ποτε μὲν κιθάρης ἐπαφήσατο πλῆκτρον ἐλοῦσα
κούρη, Τερψιχόρης ἀντεμέλιζε μίτοις·</p><p>εἰ ποτε δὲ τραγικῷ ῥοιζήματι ῥήξατο φωνὴν,
αὐτῆς Μελπομένης βόμβον ἀπεπλάσατο·</p><p>εἰ δὲ καὶ ἀγλαίης κρίσις ἵστατο, μᾶλλον ἂν αὐτὴ <lb n="5"/>
Κύπρις ἐνικήθη, κἂν ἐδίκαζε Πάρις.</p><p>σιγῇ ἐφ’ ἡμείων, ἵνα μὴ Διόνυσος ἀκούσας
τῶν Ἀριαδνείων ζῆλον ἔχοι λεχέων.</p></div></div></body></text></TEI>