<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="40"><p>40. (VII, 205.)</p><p>Οἰκογενὴς αἴλουρος ἐμὴν πέρδικα φαγοῦσα
ζώειν ἡμετέροις ἔλπεται ἐν μεγάροις.</p><p>οὐ σὲ, πέρδιξ, πέρδιξ, φθιμένην ἀγέραστον ἐάσω,
ἀλλ’ ἔπι σοι κτενέω τὴν σέθεν ἀντιβίην.</p><p>ψυχὴ γὰρ σέο μᾶλλον ὀρίνεται, εἰσόκε ῥέξω
ὅσσ’ ἐπ’ Ἀχιλλῆος Πύρρος ἔτευξε τάφῳ.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="41"><p>41. (VII, 220.)</p><p>Ἕρπων εἰς Ἐφύρην, τάφον ἔδρακον ἀμφὶ κέλευθον
Λαίδος ἀρχαίης, ὡς τὸ χάραγμα λέγει.</p><p>δάκρυ δ’ ἐπισπείσας, „χαίροις γύναι· ἐκ γὰρ ἀκουῆς
οἰκτείρω οἰκτείρω ἔφην „ἡν πάρος οὐκ ἰδόμην.</p><p>ἆ πόσον ἠϊθέων νόον ἤκαχες· ἀλλ’ ἔδε Λήθην <lb n="5"/>
ναίεις, ἀγλαίην έν χθονὶ κατθεμένη.”</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="42"><p>42. (VII, 551.)</p><p>Λητόϊος καὶ Παῦλος ἀδελφεὼ ἄμφω ἐόντε
ξυνὴν μὲν βιότου συζυγίην ἐχέτην,</p><p>ξυνὰ δὲ καὶ Μοίρης λαχέτην λίνα, καὶ παρὰ θῖνα
βοσπορίην ξυνὴν ἀμφεβάλοντο κόνιν.</p><p>οὐδὲ γὰρ ἀλλήλοιν ζώειν ἀπάνευθε δυνάσθην, <lb n="5"/>
ἀλλὰ συνετρεχέτην καὶ παρὰ Φερσεφόνην.</p><p>χαίρετον, ὦ γλυκερὼ καὶ ὁμόφρονε· σήματι δ’ ὑμέων
ὤφελεν ἱδρύσθαι βωμὸς Ὁμοφροσύνης.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="43"><p>43. (VII, 552.)</p><p>“Ὦ ξένε, τι κλαίεις; β διὰ σὸν μόρον. ἁ οἶσθα τις εἰμι;
β οὐ μὰ τόν· ἀλλ’ ἔμπης οἰκτρὸν ὁρῶ τὸ τέλος.</p><pb n="374"/><p>ἐσσι δέ τίς; α Περίκλεια· β γυνὴ τίνος; α ἀνδρὸς ἀρίστου,
ῥήτορος ἐξ Ἀσίης, οὔνομα Μεμνονίου.</p><p>β πῶς δέ σε βοσπορίη κατέχει κόνις; ἁ εἴρεο Μοῖραν, <lb n="5"/>
ἥ μοι τῆλε πάτρης ξεῖνον ἔδωκε τάφον.</p><p>β Παῖδα λίπες; α τριέτηρον, ὃς ἐν μεγάροισιν ἀλύων
ἐκδέχεται μαζῶν ἡμετέρων σταγόνα.</p><p>β αἴθε καλῶς ζώοι. ἁ ναὶ ναὶ, φίλος, εὔχεο κείνῳ,
ὄφρα μοι ἡβήσας δάκρυ φίλον σταλάοι.</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="44"><p>44. (VII, 567.)</p><p>Κανδαύλου τόδε σῆμα· Δίχη δ’ ἐμὸν οἶτον ἰδοῦσα
οὐδὲν ἀλιτραίνειν τὴν παράκοιτιν ἔφη.</p><p>ἤθελε γὰρ δισσοῖσιν ὑπ’ ἀνδράσι μηδὲ φανῆναι,
ἀλλ’ ἢ τὸν πρὶν ἔχειν, ἢ τὸν ἐπιστάμενον.</p><p>ἦν ἄρα Κανδαύλην παθέειν κακόν· οὐ γὰρ ἂν ἔτλη <lb n="5"/>
δεῖξαι τὴν ἰδίην ὄμμασιν ἀλλοτρίοις.</p></div></div></body></text></TEI>