<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="20"><p>20.* (V, 285.)</p><p>Εἰργομένη φιλέειν με κατὰ στόμα δῖα Ῥοδάνθη
ζώνην παρθενικὴν ἐξετάνυσσε μέσην,</p><p>καὶ κείνῳ φιλέεσκεν· ἐγὼ δέ τις ὡς ὀχετηγὸς
ἀρχὴν εἰς ἑτέρην εἷλκον ἔρωτος ὕδωρ,</p><p>αὐερύων τὸ φίλημα· περὶ ζωστῆρα δὲ κούρης <lb n="5"/>
μάστακι ποππύζων, τηλόθεν ἀντεφίλουν.</p><p>ἦν δὲ πόνου καὶ τοῦτο παραίφασις· ἡ γλυκερὴ γὰρ
ζώνη πορθμὸς ἴην χείλεος ἀμφοτέρου.</p><pb n="368"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="21"><p>21 (V, 287.)</p><p>Σπεύδων εἰ φιλέει με μαθεῖν εὐῶπις Ἐρευθὼ,
πείραζον κραδίην πλάσματι κερδαλέῳ·</p><p>βήσομαι ἐς ξείνην τινά που χθόνα· μίμνε δὲ κούρη
ἀρτίπος, ἡμετέρου μνῆστιν ἔχουσα πόθου.</p><p>ἡ δὲ μέγα στονάχησε καὶ ἥλατο, καὶ τὸ πρόσωπον <lb n="5"/>
πλῆξε, καὶ εὐπλέκτου βότρυν ἔρηξε κόμης,</p><p>καὶ με μένειν ἱκέτευσεν. ἐγὼ δέ τις ὡς βραδυπειθὴς
ὄμματι θρυπτομένῳ συγκατένευσα μένειν.</p><p>ὄλβιος ἐς πόθον εἰμι· τὸ γὰρ μενέαινον ἀνύσσαι
πάντων, εἰς μεγάλην τοῦτο δέδωκα χάριν.</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="22"><p>22.* (V, 289.)</p><p>Ἡ γραῦς ἡ τρικόρωνος, ἡ ἡμετέρους διὰ μόχθους
μοίρης ἀμβολίην πολλάκι δεξαμένη,</p><p>ἄγριον ἦτορ ἔχει, καὶ θέλγεται οὔτ’ ἐπὶ χρυσῷ,
οὔτε ζωροτέρῳ μείζονι κισσυβίῳ.</p><p>τὴν κούρην δ’ αἰεὶ περιδέρκεται· εἰ δὲ ποτ’ αὐτὴν <lb n="5"/>
ἀθρήσει κρυφίοις ὄμμασι ῥεμβομένην,</p><p>ἇ μέγα τολμήεσσα, ῥαπίσμασιν ἀμφὶ
πλήσσει τὴν ἁπαλὴν οἰκτρὰ κινυρομένην.</p><p>εἰ δ’ ἐτεὸν τὸν Ἄδωνιν ἐφίλαο, Περσεφόνεια,
οἴκτειρον ξυνῆς ἄλγεα τηκεδόνος.</p><lb n="10"/><p>ἔστω δ’ ἀμφοτέροισι μία τῆς δὲ γεραιῆς
ῥύεο τὴν κούρην, πρίν τι κακὸν παθέειν.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="23"><p>23. (V, 292.)</p><p>Ἀγαθίου πέραν τῖς πόλεως διάγοντος διὰ τὰ λύσιμα
τῶν νόμων, ὑπομνηστικὸν πεμφθὲν πρὸς Παῦλον</p><p>Σιλεντιάριον.</p><p>Ἐνθάδε μὲν χλοάουσα τεθηλότι βῶλος
φυλλάδος εὐκάρπου πᾶσαν ἔδειξε χάριν·</p><p>ἐνθάδε δὲ κλάζουσιν ὑπὸ σκιεραῖς κυπαρίσσοις
ὄρνιθες δροσερῶν μητέρες ὀρταλίχων·</p><p>καἰ λιγυρὸν βομβεῦσιν ἀκανθίδες· ἡ δ’ ὀλολυγὼν <lb n="5"/>
τρύζει, τρηχαλέαις ἐνδιάουσα βάτοις.</p><p>ἀλλὰ τι μοι τῶν ἦδος, ἔπει σέο μῦθον ἀκούειν
ἤθελον, ἢ κιθάρης κρούσματα Δηλιάδος;</p><p>καί μοι δισσὸς ἔρως περικίδναται. εἰσοράαν γὰρ
καὶ σὲ μάκαρ ποθέω, καὶ γλυκερὴν Δάμαλιν,</p><lb n="10"/><pb n="369"/><p>ἧς με περισμύχουσι μεληδόνες· ἀλλά με θεσμοὶ
εἴργουσιν ῥαδινῆς τηλόθι δορκαλίδος.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="24"><p>24.* (v, 294.)</p><p>Ἡ γραῦς ἡ φθονερὴ παρεκέκλιτο γείτονι κούρη
δόχμιον ἐν λέκτρῳ νῶτον ἐρεισαμένη.</p><p>προβλὴς ὡς τις ἔπαλξις ἀνέμβατος· οἷα δὲ πύργος
ἔσκεπε τὴν κούρην ἁπλοὶς ἐκταδίη.</p><p>καὶ σοβαρὴ θεράπαινα πύλας σφίγξασα μελάθρου <lb n="5"/>
κεῖτο χαλικρήτῳ νάματι βριθομένη.</p><p>ἔμπης οὐ μ’ ἐφόβησαν· ἐπεὶ στρεπτῆρα θυρέτρου
Χέρσιν ἀδουπήτοις βαιὸν ἀειράμενος</p><p>φρυκτοὺς αἰθαλόεντας ἐμῆς ῥιπίσμασι λώπης
ἔσβεσα, καὶ διαδὺς λέχριος ἐν θαλάμῳ</p><lb n="10"/><p>τὴν φύλακα κνώσσουσαν ὑπέκφυγον· ἦκα δὲ λέκτρου
νέρθεν ὑπὸ σχοίνοις γαστέρι συρόμενος,</p><p>ὠρθούμην κατὰ βαιὸν, ὅπη βατὸν ἔπλετο τεῖχος
ἄγχι δὲ τῆς κούρης στέρνον ἐρεισάμενος,</p><p>μαζοὺς μὲν κρατέεσκον ὑπεθρύφθην δὲ προσώπῳ <lb n="15"/>
μάστακα πιαίνων χείλεος εὐαφίῃ.</p><p>ἦν δ’ ἄρα μοι τὰ λάφυρα καλὸν στόμα, καὶ τὸ φίλημα
σύμβολον ἐννυχίης εἶχον ἀεθλοσύνης.</p><p>οὔπω δ’ ἐξαλάπαξα φίλης πύργωμα κορείης·
ἀλλ’ ἔτ’ ἀδηρίτῳ σφίγγεται ἀμβολίῃ.</p><lb n="20"/><p>ἔμπης ἢν ἑτέροιο μόθου στήσωμεν ἀγῶνα,
ναὶ τάχα πορθήσω τείχεα παρθενίης,</p><p>οὐ δ’ ἔτι με σχήσουσιν ἐπάλξιες ἢν δὲ τυχήσω,
στέμματα σοι πλέξω, Κύπρι τροπαιοφόρε.</p></div></div></body></text></TEI>