<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg4024.tlg002.1st1K-grc2" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="section" n="10"><p>10. (V, 237.)</p><p>πᾶσαν ἐγὼ τὴν νύκτα κινύρομαι· εὖτε δ’ ἐπέλθῃ
ὄρθρος ἐλινῦσαι μικρὰ χαριζόμενος,</p><p>ἀμφιπεριτρύζουσι χελιδόνες, ἐς δέ με δάκρυ
βάλλουσιν, γλυκερὸν κῶμα παρωσάμεναι.</p><p>ὄμματα δὲ σταλάοντα φυλάσσεται· ἡ δὲ Ῥοδάνθης <lb n="5"/>
αὖθις ἐμοῖς στέρνοις φροντὶς ἀναστρέφεται.</p><p>ὦ φθονερᾶι παύσασθε λαλητρίδες· οὐ γὰρ ἔγωγε
τὴν Φιλομηλείην γλῶσσαν ἀπεθρισάμην.</p><p>ἀλλ’ Ἴτυλον κλαίοιτε κατ’ οὔρεα, καὶ γοάοιτε
εἰς ἔποπος κραναὴν αὖλιν ἐφεζόμεναι, <lb n="10"/></p><p>βαιὸν ἶνα κνώσσοιμεν· ἴσως δέ τις ἤξει ὄνειρος,
ὅς με Ῥοδανθείοις πήχεσιν ἀμφιβάλοι.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="11"><p>11. (V, 261.)</p><p>Εἰμὶ μὲν οὐ φιλόοινος· ὅταν δ’ ἐθέλῃς με μεθύσσαι,
πρῶτα σὺ γευομένη πρόσφερε, καὶ δέχομαι.</p><p>εἰ γὰρ ἐπιψαύσεις τοῖς χείλεσιν, οὐκέτι νήφειν
εὐμαρὲς, οὐδὲ φυγεῖν τὸν γλυκὺν οἰνοχόον·</p><p>πορθμεύει γὰρ ἔμοιγε κύλιξ παρὰ σοῦ τὸ φίλημα, <lb n="5"/>
καὶ μοι ἀπαγγέλλει τὴν χάριν ἣν ἔλαβεν.</p></div><div type="textpart" subtype="section" n="12"><p>12. (V, 263.)</p><p>Μήποτε λύχνε μύκητα φέροις, μηδ’ ὄμβρον ἐγείροις,
μὴ τὸν ἐμὸν παύσῃς νυμφίον ἐρχόμενον.</p><p>αἰεὶ σὺ φθονέεις τῇ Κύπριδι, κὼ γὰρ ὅθ’ Ἥρω
ἥρμοσε Λειάνδρῳ... θυμὲ, τὸ λοιπὸν ἔα.</p><p>Ἡφαίστου τελέθεις, καἰ πείθομαι, ὅττι χαλέπτων <lb n="5"/>
Κύπριδα, θωπεύεις δεσποτικὴν ὀδύνην.</p><pb n="366"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="13"><p>13. (V, 267.)</p><p>ἁ Τί στενάχεις; βφιλέω. ατίνα; βπαρθένον· ἁ ἦ ῥά γε καλήν,.
β καλὴν ἡμετέροις ὄμμασι φαινομένην.</p><p>ἁ ποῦ δέ μιν εἰσενόησας; βἐκεῖ ποτὶ δεῖπνον ἐπελθὼν
ξυνῇ κεκλιμένην ἔδρακον ἐν στιβάδι.</p><p>ἁ ἐλπίζεις δὲ τυχεῖν; βναὶ ναὶ φίλος· ἀμφαδίην δὲ <lb n="5"/>
οὐ ζητῶ φιλίην, ἀλλ’ ὑποκλεπτομένην.</p><p>ἆτόν νόμιμον μᾶλλον φεύγεις γάμον· ἀτρεκὲς ἔγνων
ὅττι γε τῶν κτεάνων πουλὺ τὸ λειπόμενον.</p><p>βἔγνως. αοὐ φιλέεις, ἐψεύσαο· πῶς δύναται γὰρ
ψυχὴ ἐρωμανέειν ὀρθὰ λογιζομένη;</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="14"><p>14.* (V, 269.)</p><p>Δισσῶν θηλυτέρων μοῦνός ποτε μέσσος ἐκείμην,
τῆς μὲν ἐφιμείρων, τῇ δὲ χαριζόμενος.</p><p>εἷλκε δέ μ’ ἡ φιλέουσα· πάλιν δ’ ἐγὼ, οἶά τέ τις φὼρ,
χείλεϊ φειδομένῳ τὴν ἑτέρην ἐφίλουν,</p><p>ζῆλον ὑποκλέπτων τῆς γείτονος, ἧς τὸν ἔλεγχον<lb n="5"/>
καὶ τὰς λυσιπόθους ἔτρεμον ἀγγελίας.</p><p>ὀχθήσας δ’ ἄρ’ ἔειπον· ἐμοὶ τάχα καὶ τὸ
ὡς τὸ φιλεῖν χαλεπὸν, δισσὰ κολαζομένῳ.</p></div></div></body></text></TEI>