τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ περὶ τοῦ θεοῦ σκοπεῖν χρή, ὅτι πάσης τέχνης τῆν ἐπιστήμην ἔχων, εἰ μηδὲν ἐδημιούργησεν, μάτην ἐδόκει τὴν ἐπιστήμην ἔχειν, μὴ ὄντων τινῶν οἷς κἂν ὅτι ἐπιστήμων <τις> ὑπῆρχεν δεικνύναι δυνηθείη. διὰ τοῦτο τὸ ἔργον πεποιηκέναι <αὐτὸν> λέγω, τὴν τέχνην αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἔργοις ἐπιδεῖξαι προαιρούμενον· οὐ γὰρ ἤρκει ἡ ἐπιστήμη μόνη, ἄνευ τῶν ἐν οἷς ὑπάρχειν ἔδει, τῷ θεῷ. ἄχρηστον γὰρ αὐτῷ, μᾶλλον δὲ ἀργὸν τὸ τοιοῦτον μένειν ἐφαίντο· ἥ τε δύναμις οὐκ ἐνεργοῦσα οὐκ ἂν εὔχρηστος εἴη τῷ κεκτημένῳ, καὶ ἀγαθὸς ὤν, οὐκ ἀπέλαυεν τῆς ἀγαθοσύνης αὐτοῦ, τοὺς δεομένους αὐτῆς οὐκ ἔχων. διόπερ ἀγαθὸς ὢν ἐδημιούργησεν καὶ τὰ οὐκ ὄντα πεποίηκεν, διὰ τούτου καὶ πρώτου τὴν ἀγαθοσύνην αὐτοῦ δεῖξαι προαιρούμενος (τουτὶ γὰρ ὑπερβαλλούσης φύσεως ἔστιν ἀγαθῆς τὸ εἶναι παρασχεῖν τοῖς οὐκ οὖσιν ποτέ)· ἔπειτα δὲ καὶ διὰ τῆς τῶν κρειττόνων ὑποσχέσεως, ἃ δὴ τοῖς πρὸς αὐτοῦ γενομένοις ἐπηγγείλατο· οὐ γὰρ τὸ εἶναι 15 Plato Tim. 29 E S C Ezn 1 μὲν w. e. sch. < S | πρῶτον < S 2 τὸ C 147: καὶ S | τοιαύτ. εἶναι φύσεως S 3 δὴ Md Kl: δὲ C S 4 περὶ — ὅτι: »Gott« Ezn 5 μηδὲν: »nicht die Geschöpfe« Ezn | ἐδόκει S 33 6 οἷς — δυνηθείη: »welche von seiner Kunst hervorkamen« Ezn | ἂν Md: κἂν C S, viell. καὶ ἂν | τις + S | δείκνυσθαι < C 7 διὰ — ἔχων Ζ. 12: »Ja es würde auch nicht seine Wohltat als Wohltat sich zeigen, wenn er nicht die Geschöpfe erschaffen hätte, die von der Wohltätigkeit genießen würden« Ezn | διὰ τοῦτο S: ἢ C | αὐτὸν nach πεποι. + S | τὴν τέχνην αὐτοῦ < S 7f ἐν αὐτοῖς τ. ἔργ.: ἐν τ. ἔργ. αὐτοῦ S 8 καὶ ἐπιδεῖξαι S 9 αὐτὴν ὑπάρχειν S | γὰρ] ἐπ᾿ las schwerl. S; »u« ἐπ᾿ st. »bo« γὰρ in S 10 ἤ τε Md, w. e. sch. auch S: εἴτε C 11 εἴη od. ἦν ohne ἂν Md: ἦ C | καὶ] wohl καίτοιγε od. ἀλλ᾿ οὖν καὶ (no ubo i) S 13 διόπερ — προαιρούμενος Ζ. 14 < Ezn | vor ἐδημ. »Daß aus Nichtseiendem die Welt« mit roter Schrift S | ἐδημ. — ὄντα] »schuf er u. machte das Nichtseiende« sŭzda i ne suštaa (»machte er das Seiende der Schöpfung« sŭzdania suštaa sŭtvori S) 14 πρώτου Md: πρὸ τοῦ C, πρὸ τῆς δείξεως od. πρὸ τοῦ . . δεῖξαι (drevle pokazanija) S 15 τουτὶ — ἐπηγγείλατο Ζ. 17: »Αber er ist so wohltätig« Ezn | τουτὶ] τοῦτο w. e. sch. S 17 δὴ