<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00551.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>εἰ γὰρ ἔστιν ὅτε

τινὶ συμβὰν οὕτω καὶ περιτύχοιμι, ἢ ἑτέραν ἐτραπό- <lb n="5"/>

μὴν εὐθὺς ἢ ἑτέρωσέ ποι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔτρεπον·

εἰ δὲ καὶ τῆς θέας ἀνασχοίμην ποτέ, βαβαί, ἡλίκον

ἑώρων. γαῦρον καὶ σοβαρὸν ἀτενίζοντά τινα τὰς ὀφρῦς

ἀνεσπακότα, χρυσοπάστους περικείμενον ἐσθῆτας, ζώ-

νην καὶ τὸν τῆς Ἀφροδίτης πολλῷ τῷ μέσῳ κεστὸν <lb n="10"/>

ὑπερβάλλουσαν, χρυσῷ περιρρεόμενον πάντοθεν ὡς

μηδ’ ἀτενίζειν ἐξεῖναι τούτοις ἀσκαρδαμυκτὶ περιουσίᾳ

στιλπνότητος, ὅν τρόπον οὐδ’ ἡλίῳ τὰς ὄψεις ἀν-

έδην ἐπιβάλλειν ἰσχύομεν. τῷδ’ ἐκ ψυχῆς ἀπηχθανόμην

ὁμῶς Ἀίδαο πύλῃσι. τί γὰρ ἴδει τοσαύτης πολυ- <lb n="15"/>

τελείας ἐξὸν εὐώνοις περιβλήμασι τὴν χρείαν ὰπο-

πληροῦν;</p><note type="marginal">Boiss. p. 169</note><p>13. Ἀλλ’ οὕτω μὲν αὐτὸς βιούς, οὕτω δ’ ἀποστόρ-

γως ἔχων τῶν παρὰ πολὺ τοῖς ἐμοῖς τρόποις μὴ συμ-

βαινόντων εἰς ἓν ἀγείρας τὸν πολυτάλαντον ἐκεῖνον <lb n="20"/>

χρυσὸν μηδενὸς ὁρῶντος, μηδενὸς συγγινώσκοντος κατα-

πιστεύω τῇ γῇ ἄτε τὴν τῶν κιβωτίων οὐκ ἀποχρῶσαν

ἡγησάμενος φυλακήν, προσέτι καὶ τῇ τῶν γειτόνων

<note type="footnote">1 cf. p. 256, 18 7 cf. t. VI 656, 4 9 Luc. Icarom. 29</note>

<note type="footnote">10 II. ’ξ 214 sq. 11 cf. p. 693,11 12 sq. Luc. Icarom.

14 15 II ἴ’ 312; Od. ’ξ 156</note>

<note type="footnote">15 σημείωσαι Ὁμηρικόν P2</note>

<note type="footnote">9 χρησοπάστους Ρ corr Boiss 12 τούτοις] πρὸς αὐτὸν</note>

<note type="footnote">13 στυλπνότητος Ρ corr Boiss 15 τι Ρ corr Boiss

19 παραπολὺ Ρ Boiss</note>



<pb n="734"/>



διδασκάλῳ χρώμενος συμφορᾷ, οἷς οὐ πρὸ πολλοῦ

φῶρες ἐπιόντες νυκτὸς κιβωτίοις αὐτοῖς ἅπαντα τὸν

ὄλβον ὑφείλοντο εὐπόρους μὲν ἐξ ἀπόρων ἑαυτοὺς

ἀποφήναντες, ἐκείνους δὲ πενίας εἰς ἔσχατον περιστή-

<lb n="5"/> σαντες.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>τοῦτο δὴ δεδιὼς ἐν μυχῷ γῆς κατορύττω

τὰ χρήματα συγκατορύξας ἐμαυτὸν τρόπον ἕτερον. οὔ-

τε γὰρ εἰς ἀγορὰν ἐμβάλλων οὔτε οἴκοι καθήμενος, οὐ

τροφὴν προσφερόμενος τὸν νοῦν ἀφίστων αὐτῶν. ὠνει-

ροπόλουν νύκτωρ αὐτά. συνεχῶς ἐφιστάμην τῷ τόπῳ,

<lb n="10"/> περιήθρουν, περιεσκόπουν μή πού τι καὶ συνηνέχθη

τῶν ἀβουλήτων.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>ἀλλὰ γάρ, οἴμοι τῶν ἐπεισφρη-

σάντων δεινῶν, πῶς εἴπω; πῶς διεξέλθω; ἐπέχεταί μοι

τὸ φθέγμα καὶ προπηδᾷ τοῦ λόγου τὸ δάκρυον, ἴωθεν

ἀναστὰς κἀν τῷ τόπῳ γενόμενος εἰωθὸς ὄν, βαβαί, πῶς

<lb n="15"/> οὐχ ἡ ψυχή μοι τοῦ τῶν ὀδόντων ἕρκους ἀφίπταται;

τὸν μὲν βόθυνον ἀνορωρυγμένον ὁρῶ, τὰ χρήματα δὲ

οὐδαμοῦ.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>ὧς δὲ εἶδον, ὡς κατενόησα, ὥσπερ ἤχῳ

βροντῆς παταχθεὶς ἐννεὸς ἐγεγόνειν. τὴν τῆς Γοργόνος

εἶπεν ἄν τις ἰδὼν οὕτω μεταστοιχειῶσαί με τὴν κεφα-

<lb n="20"/> Λήν. ὡς δὲ μόλις ἀνενεγκὼν ᾐσθόμην οἶ κακοῦ γέγονα,

οἰμωγὰς προσετίθουν ταῖς οἰμωγαῖς, ἀφειδῶς τῶν τῆς

<note type="marginal">Boiss. p. 170</note> κεφαλῆς καὶ πώγωνος ἐδραττόμην τριχῶν. ὢ Ι

πόσα τοῦ βαράθρου κατέπασα δάκρυα, πόσοις στεναγ-

μοῖς ἐχρησάμην. ἔπεισί μοι θαυμάζειν ὅπως οὐκ ἀφῆκα

<note type="footnote">7 cf. ad t. V 514, 16 20 Luc. Tox. 17</note>

<note type="footnote">18 ἤγουν ἐμβρόντητος in marg P2</note>

<note type="footnote">1 προπολλοῦ Ρ corr Boiss 2 αὐτοῖς scripsi αὐτῶν Ρ

Boiss qui αὐτοῖς αὐτῶν coni 11 ἐπισφρησάντων Ρ corr Boiss</note>

<note type="footnote">18 ἐνεὸς Boiss 20 οὗ? 23 βόθρου?</note>



<pb n="735"/>



καὶ τὴν ψυχήν. οὐ γὰρ ἀδάμαντος εἶχον φύσιν οὔτε

μὴν σιδήρου τὴν ψυχὴν ἀπεσφυρηλάτημαι ἀπαθῶς

ἐνέγκαι τοσαύτην, ὦ Γῆ καὶ Ἥλιε, συμφοράν.</p><p>17. Τις ὁ ταῦτά με δράσας; τίνι τὸ συμβὰν ἐπι-

γράψομαι; εἴθε ποῦ γῆς ἐστιν ὁ κάκιστ’ ἀπολούμενος <lb n="5"/>

ἐπυθόμην καὶ πυθόμενος κατέσχον καὶ κατασχὼν κυνὸς

δίκην τοῖς ὀδοῦσιν ἐσπάραξα καὶ σπαράξας πρὸς βίαν

ἀπορρῆξαι τὴν ψυχὴν παρεσκεύασα. τάχ’ ἂν οὕτω, κἂν

ᾖ τῆς ἀξίας ἐλάττων, δίκην ἀπέτισε.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>ποῦ μοι τὸ

Πυθικὸν χρηστήριον νῦν, ὡς τοῦ προκειμένου πέρι <lb n="10"/>

σαφῶς χρησμῳδήσειεν; ἀλλ’ ἴσως κἀκεῖνο λαβυρινθώ-

δεις ἀνήσει καὶ λοξοὺς τοὺς χρησμούς, ᾗπερ ἔθος

αὐτῷ. μάντεις μετακαλέσομαι, ἔνα τἀληθὲς πυθοίμην

αὐτῶν; ἀλλ’, οἴμοι, κἀκεῖνοί με πρίν τι καὶ λέξαι μι-

σθοὺς εἰσπράξονται. ἐγὼ δὲ πόθεν αὐτοὺς καταθήσο- <lb n="15"/>

’μαι; ἐκ τῶν περιλειφθέντων χρημάτων; ἀλλ’ ἀπολώ-

λασιν ἅπαντα.</p></div></div></body></text></TEI>