<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00551.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><pb n="729"/><head>LI.</head><p>οἴμοι τοῦ πάθους, οἴμοι τῆς συμφορᾶς. Boiss. <note type="marginal">p. 165</note>

πῶς ὑποίσω, πῶς οὐ καὶ τὴν ψυχὴν ἀπερεύξομαι; πέ-

νης ἐκ πλουσίου γεγένημαι, ὁ πρὶν περιβεβλημένος

ἐσμὸν χρημάτων οὐχὶ βραχὺν ἁπάντων ἄρτι γυμνὸς

οὐδὲ γοῦν στατῆρός μοι περιλειφθέντος ἑνός. τὸν <lb n="5"/>

πάντα δ’ ὄλβον, ὅς μοι χρόνῳ καὶ κόπῳ καλῶς συν-

ελθόντοιν συνείλεκτο, ἦμαρ ἔν μ’ ἀφείλετο.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>ὢ πό-

σαι με νύκτες οὐδ’ ἄκροις ὀφθαλμοῖς τοῦ ὕπνου παρα-

γευόμενον ἔγνωσαν. ὢ πόσους ἑκάστης ἡμέρας ἀνέτλην

πόνους. πόσοις κρυμοῖς διερρωγόσι προσεπάλαισα ῥά- <lb n="10"/>

κεσι. προσμαρτυρεῖ μου τῷ λόγῳ καὶ τρίβων οὑτοσὶ

ὃν περίκειμαι. ὢ πόσας ἡμέρας ἀπόσιτος διαγέγονα.

</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>εἰ δ’ ἔστιν ὅτε μοι καὶ τροφῆς ἐδέησε μετασχεῖν,

ἄρτος ἦν αὕτη καὶ οὗτος μέλας τε ἀκριβῶς καὶ κατε-

<note type="footnote">Ρ = Codex Parisinus gr. 2720</note>

<note type="footnote">1 Sever. ethop. Rhet. gr. I 543, 3 ed. Walz. 5 sq. Eur.

Hec. 285 9 Luc. Icarom. 27</note>

<note type="footnote">4 ἐσμὸν Ρ sed ἐσμὸς in marg m 2 5 τὸν — 730, 3 ἄφθο-

νον ad versus comoediae Atticae revocavit Kockius Herm. XXI

399 et Fr. Com. Att. III 667, 1507 τὸν πάντα δ’ ὄλβον, ὃς χρό-

νῳ μοι καὶ κόπῳ | καλῶς συνείλεκτ᾿, ἦμαρ ἔν μ’ ἀφείλετο. | ὅσαι

γὰρ οὐδ’ ἄκροισιν ὀφθαλμοῖς ὕπνου Ι παραγευόμενόν με νύκτες

ἔγνωσαν, παπαῖ· | ὅσους θ’ ἑκάστης ἡμέρας ἀνέτλην πόνους, |

προσμαρτυρεῖ μου τοῖς λόγοις ὁ τρίβων ὁδί. | ὅσας δ’ ἀπόσιτος

ἡμέρας διήγαγον· | εἰ δέ ποτε καὶ τροφῆς δεοίμην, ἄρτος ἦν |

μέλας τ’ ἀκριβῶς καὶ κατεσκληκώς, λίθων | οὐδὲν διαφέρων, καὶ

ποτόν γ’ ἦν σύμμετρον | ὕδωρ, ὅ μοι τὸ φρέαρ ἀνίησ’ ἄφθονον.</note>



<pb n="730"/>



σκληκώς, οὐ τῶν λίθων οὐδὲν ἢ βραχὺ διενηνοχώς.

πόμα δὲ ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὕδωρ, ὅ μοι τὸ φρέαρ ἀνί-

ησιν ἄφθονον. ᾧπερ ἥδιον ἐχρώμην αὐτὸς ἢ τοῖς εὐ-

ώδεσι καὶ καλλίστοις τῶν οἴνων ἕτεροι.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>ἰχθύων δὲ

<lb n="5"/> ἢ κρεωδαισίας τοσοῦτον ἀπεῖχον ὥστ’, εἴ ποτέ μοι

καταδαρθάνοντι τὸ φανταστικόν, οἶα συμβαίνειν εἴωθε,

<note type="marginal">Boiss. p. 166</note> | φλεγμαίνουσαν τοιούτοις ἐδέσμασιν

σατο τράπεζαν, ἡμιθνὴς ἦν τῇ λύπῃ καί τι τῶν ἀθε-

μίτων ᾠόμην δρᾶν, ἕως διυπνισθεὶς ὑπόπλεως ταραχῆς

<lb n="10"/> ὅπερ ἦν κατ’ ἐμάνθανον. οὕτως ἥδοντος κατεξανιστάμην

παντός, οὕτ’ ὢ πρὸς τὴν φύσιν ἀπεμαχόμην καὶ ταύτῃ

τῆς νίκης ὑπεξανιστάμην ὡς ἥκιστα.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>ἄλλους μὲν

εἶχον σημπόσια, πανηγύρεις, ἐκκλησίαι, θέατρα, ὅθεν

οὐδενὸς εὐπορῆσαι πάρεστιν ὀβολοῦ, μᾶλλον μὲν οὖν

<lb n="15"/> καὶ τῶν ὄντων ἀποβαλεῖν συχνά, ἐμὲ δὲ τὸ δωμάτιον

τοῖς ἔργοις σχολάζοντα, ὅτου χάριν ταῦθ’ ὑφιστάμενον

καὶ τί μηχανώμενον; ἐφ’ ᾧτέ μοι τὰ ποθεινότατα χρή-

ματα ἐπιδοῦναι καὶ ἁδροτέρων ἀπολαῦσαι τῶν βαλαν-

τίων.</p></div></div></body></text></TEI>