<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00548.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>ἔδειξας,

ὦ πάτερ, τὴν πονηρίαν. ἔπεισας δῆμον φιλάνθρωπον

<note type="marginal">RIV 698</note> ἀτιμάσαι τὸν Ἔλεον. οὐχ οὕτως | ἐγὼ ἀνόητος

ὡς ἀπολογίαν ἔτι ζητεῖν τῆς τοσαύτης ἀρτίως κατ-

εγνωσμένης. τί γὰρ οὐκ εἶπον ὧν ἐνῆν; οὐχ ὡς ἡ νεό-

<lb n="15"/> τῆς ῥᾷστον ὑπαχθῆναι καὶ ἁμαρτεῖν τοὺς τῷ χρόνῳ

μὴ κτωμένους τὴν σύνεσιν; οὐχ ὡς τὸ μηδὲν πλημ-

μελεῖν ἐν τοῖς θεοῖς ὥρισται; οὐκ εἶπον ἃ παρ’ ὑμῶν

ἀκήκοα πολλάκις, ὅτι τοῦ νόμου φόβος ἐστὶ τὸ βού-

λημα καὶ τοὺς νέους δεδοικέναι μὲν ἀξιοῖ τὴν ἐκβολὴν

<lb n="20"/> ἐπὶ τῷ σωφρονεῖν, ἀπελαύνεσθαι δὲ οὐκ ἔστι καὶ περι-

νοστεῖν ἀοίκους οὔσης οἰκίας ἐφ’ ἁμαρτήμασι φαύλοις;

εἰ γὰρ δὴ μεγάλα, τί οὐκ ἀπέκτεινε;</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>καὶ μὴν

καὶ τὸν πατέρα ἠρόμη·ν εἰ τὴν νεότητα ἀναμαρτήτως

πεπόρευται, οὐκ ἔχοντος δὲ εἰπεῖν ἠξίουν τὸν αὐτοῦ

undefined σ’

<note type="footnote">4 ἐπεσκότησε Ath ἐπεσκότιζε L 6 comma post σπουδή

posui, post κατηγορεῖν quod habent libri edd delevi 7 καὶ

om Β | τὸ om Mos 9 μὴ om Β 12 Ἔλεον scripsi ἔλεον

libri edd cf. p. 631, 23 13 „fort. τῆς τοσούτοις“ Re 14 οὐχ

ὡς Bcripsi coU 1. 16 ut coni Re ὧς οὐχ οὐχὶ (οὐχὶ α Ath) libri edd

ἡ om Ath 16 πλημελεῖν LP Ferr 20 οὐκ ἔστι scripsi οὐκ

ἔτι LPB Ferr οὐκέτι AthMos Mor Re 22 εἰ] ,,malim ἐπὶ“

Re I μεγάλα scripsi μεγάλης LP Ferr et γρ in marg Mor

μεγάλοις AthMosB Mor Re 23 εἰς L Ferr | ἀναμάρτητος Ath

Mos sed in hoc τήτως suprascr 24 αὐτοῦ libri edd</note>



<pb n="627"/>



πατέρα εἰς ἡμᾶς μιμεῖσθαι, λέγων δὲ ταῦτα ἐρραψῴ-

δουν ὀνόματι πατρὸς κατακλυζόμενος.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>τί οὖν φημι;

δεῖν μήτ’ ἐμοὶ συγχωρεῖν ἀπολογίας μεμνῆσθαι τῷ γε

ἡττημένῳ μήτε τούτῳ βλασφημίας τῷ νενικηκότι. πέ-

παυται γὰρ ἀμφοῖν ἡ χρεία τῇ χειροτονίᾳ καὶ τῷ βού- <lb n="5"/>

λεσθαί με νῦν ἐκπεσεῖν τὸ πεπονηρεῦσθαι τὸν ἀδελφὸν

οὐδὲν κοινωνεῖ.</p><p>42. Καὶ μὴν ὅσῳπερ ἂν ἐκεῖνον τῷ λόγῳ κατα-

σκευάζῃ μιαρόν, τοσούτῳ προνοητέον αὐτῷ τῆς ἐμῆς

ἀρετῆς, ὅπως μὴ παντελῶς δυστυχὴς ῇ πατήρ, ἀλλά <lb n="10"/>

τὸν μὲν πονηρόν, τὸν δὲ οὐ τοιοῦτον ἔχη. ἂν μὲν τοί-

νυν ἐκπέσω καὶ λάβῃ με κοινωνὸν ἑκόντα τῆς ταλαι-

πωρίας ἀδελφός, χρηστός, δίκαιος, τὴν φύσιν αἰδού-

μενος, πάνθ’ ὅσα κάλλιστα ἀκούσομαι καὶ δι’ ἐμοῦ σὺ

ζηλωτὸς ὁ γονεύς· ἂν δέ, ὃ μὴ γένοιτο μηδὲ ἔστω, τὸ <lb n="15"/>

κατ’ ἐμαυτὸν προελόμενος ὑπερβῶ τὸ ἐκείνου, πονηρός,

ὠμός, ἀσεβής, οὐ θεοὺς εἰδώς, οὐ νέμεσιν, πάντα τὰ

χείριστα ἀκούσομαι καὶ δι’ ἐμοῦ πάλιν ἐν ὀνείδεσιν

ὁ πατήρ.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>μὴ τοίνυν ἀνάσχῃ | διπλῆν ὀδύνην <note type="marginal">RIV 699</note>

ἐπὶ σὲ βαδίζουσαν, ἀλλὰ ἀποκήρυξιν ἀποκηρύξει παρα- <lb n="20"/>

μύθησαι τῇ παρούσῃ τὴν προτέραν, τῇ παρ’ ἐμοῦ τὴν

παρὰ σοῦ. ἡ μὲν γὰρ σημεῖον ἦν πονηρίας σοῦ παι-

δός, ἡ δὲ καλοκαγαθίας σοῦ παιδός.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>μετριώτερον

<note type="footnote">1 cf. ad t. II 113,2</note>

<note type="footnote">5 ἀμφοῖν om Β 8 κατασκευάζῃ reposui e libris κατα-

σκευάζει Ferr Mor κατασκευάζειν Re 9 τοσοῦτον Ath

15 ζηλωτὴσ Ath | μὴ δὲ LP Ferr μὴ δὲ Ath | ἔσται Ath

16 προελόμενος scripsi auctore lacobsio Lect προειδόμενος libri

edd sed „malim προϊδόμενος“ Re | τὸ ’κείνου Ath 17 τὰ om

Ath 20 ἐπὶ σὲ scripsi auctore Re ἐπὶ σοὶ LPMosB edd

ἐπιπεσεῖν Ath</note>



<pb n="628"/>



δεῖ σε νομίσαι τὰ περὶ τοὺς υἱεῖς ἐξ ἡμισείας ἀσχημο-

νεῖν ἢ τελέως ὄψει μεστὴν αὐτίκα τὴν πόλιν τοιούτων

ῥημάτων· πάνυ γε. οὐ γὰρ πάντα ἀγαθὸς ἀρι-

στεύς, ὃς τοὺς μὲν πολεμίους τῆς χώρας ἐξ-

<lb n="5"/> ἔβαλε, τὸν δὲ ἀδελφὸν οὐκ ἐπανήγαγεν οἴκαδε.

εὐτυχίαν ἥρπασεν ἐν τοῖς ὅπλοις, οὐκ ἀρετὴν

ἐπεδείξατο. εἰ δὲ ἀρετὴν ἤσκει, πάντως ἂν ἐπ-

έθηκε τῷ τροπαίῳ τὴν περὶ τὸ γένος ἐπανόρ-

θωσιν.</p><lb n="10"/><p>45. Ἡ δὲ αἴτησις, ὦ πάτερ, καὶ τὸ ἡττᾶσθαι δοκεῖν

μικρὸν ἔχει τὸν ψόγον; ῥᾴδιον γὰρ εὑρεῖν καὶ κατ’

ἐκείνης λόγον· πλάσμα ἦν ἡ δωρεὰ καὶ τέχνη,

ῥήματα φιλάνθρωπα, γνώμη δὲ οὐ τοιαύτη.

σχῆμα εὐπρεπές, οὐκ ἀληθείας ἔργον. ἐξεχλεύ-

<lb n="15"/> ασε τὸν ταλαίπωρον ἀδελφόν, ἀλλ’ οὐκ ἐξεί-

λετο τῶν κακῶν. ἤνεγκεν αὐτῷ τὴν δυστυχίαν

εἰς μέσον, ἀνελεῖν δὲ οὐκ ἐζήτησεν. ἀφωσιώ-

σατο πρὸς τοὺς πολλούς, εἰρωνεύσατο, πράττει

δὲ ὅπως ἀθάνατον ἑστήξει τὸ μῖσος. οὐ γὰρ

<lb n="20"/> αὐτὸς καὶ τὰ πρῶτα συνεσκεύασεν; οὐ γὰρ ἐκ

τῆς τούτου κακοηθείας ὁ ἀδελφὸς ἐλήλαται καὶ

διαβολαῖς ἡ φύσις ἠδίκηται;</p></div></div></body></text></TEI>