<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00539.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>εἶθ’ οἶ ποιηταὶ μείζω τούτων

καταβλάπτουσιν ἡμᾶς θεὸν τὴν φήμην πεποιηκότες καὶ

μαρτυροῦντες τοῖς κακῶς ἀγορεύουσιν. οὓς παύσομεν,

<lb n="5"/> ὦ πάτερ, διὰ τοῦ νόμου. οὐ γὰρ ἔτι πιστὰ δόξουσι

λέγειν ἐφεστηκότων τοῖς μοιχοῖς τῶν ὑβριζομένων με-

τὰ τοῦ ξίφους. βοηθείτω τοίνυν ὁ νόμος τῇ πόλει

πάντως καὶ ἡμεῖς αὐτοῦ τὸ μέρος ἀπολαυσόμεθα.</p><p>33. Ἀλλὰ πολλοί, φησι, τοὺς ἐχθροὺς δι’ ἀπά-

<lb n="10"/> της ὡς αὑτοὺς εἰσαγαγόντες ἀποκτενοῦσιν ὡς

μοιχοὺς ψευσάμενοι. καὶ τίς οὕτως ἀνόητος ἢ κα-

κοδαίμων, ὦ πάτερ, ὥσθ’ ἧς λαμβάνει μείζω δοῦναι

δίκην ἂν ἐθελῆσαι; ἢ νομίζεις ἴσην εἶναι ζημίαν ἀπο-

<note type="marginal">RIV 578</note> θανεῖν | καὶ περὶ τὴν γυναῖκα ὑβρίσθαι; οὐκ

<lb n="15"/> οἶσθ’ ὅτι τῷ μὲν μετὰ τὴν πληγὴν οὐδενὸς αἴσθησις,

τὸν δ’ ἐν αἰσχύνῃ ζῆν ἀνάγκη;</p></div></div></body></text></TEI>