<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00512.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>τὴν φύσιν δ’ οὐδέπω

καὶ τήμερον δύναμαι κατιδεῖν τῶν παιδικῶν οὐδὲ τὸν

<lb n="5"/> τρόπον. ἐπαινῶ τὸ κάλλος καὶ θαυμάζω τὴν ὥραν, ὁ

δὲ ὑπερορᾷ καὶ καταφρονεῖ τῶν ἐγκωμίων τῶν ἐμῶν.

τὴν ἀνδρίαν, τοὺς λόγους ἐκπλήττομαι, ὁ δὲ ὑπενόησεν

εἰρωνεύεσθαί με. τὴν ἡσυχίαν ἄγω στένων κατ’ ἐμαυ-

τόν, ὁ δὲ ἄχθεταί μου τῇ σιωπῇ. τῷ τρόπῳ χρῶμαι

<lb n="10"/> καὶ τὸν μισάνθρωπον ὑποκρίνομαι καὶ λοιδορῶν αὐτὸν

διαρρήγνυμαι, ὁ δ’ ἐνταῦθα ἐγέλασε. πάλιν σεμνὸς ἐν

Λυκείῳ φαίνεται καὶ Πρωταγόρου μᾶλλον καὶ Γοργίου

τὰς ὀφρῦς ἀνεσπακώς, αὐθάδης ἐν ἐκκλησίαις καὶ

δημηγόρος ὑπὲρ τὸν Ὀλύμπιον, πόρνος ἐν συμποσίοις

<lb n="15"/> καὶ κατεαγὼς ἐν ταῖς μέθαις, ἀνδρόγυνος ἐπὶ τῆς

ἐσπέρας, ὑπὲρ τὸν Πρωτέα τὴν φύσιν ἀμείβων.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>τίς

δὴ γένωμαι ἢ τίνα εὕρω τῶν κακῶν μεταβολήν; φεύ-

γοντά με τὰς ἑαυτοῦ διατριβὰς μεταδιώκει, ἐγκείμενον

<note type="footnote">1 cf. p. 546, 14. Plat. conv. p. 212 C 11 cf. p. 547, 13

16 cf. t. II 41,14; 312,18</note>

<note type="footnote">1 εἰσέρχομαι Η scriptura in Cr parum certa | κωμάζων

Gasda 2 σωκράτη Β 4 κατιδεῖν τῶν παιδικῶν reposui e

CrHDVaMaCl κατιδὼν τῶν παιδικῶν Β τῶν παιδικῶν κατι-

δεῖν edd | οὐδὲ τὸν τρόπον Md sed δὲ τὸν τρόπον in ras m3

τὸν τρόπον

τῶν τρόπων D 5 τούτου ante τὴν Va 7 ἀνδρείαν DVa

Ma 8 punctum post με posui ex HI) om reliqui libri edd

I ἄγω — 9 σιωπὴ inserui ex Η om CrDB VaMaCl edd pro

emblemate habui Rel. Acad. Berol. 1896, 1333 | ἄγων Η

10 τὸ Va 11 ὃ Ma οὐ H | ἐντεῦθεν D 12 λυκίῳ VaMa

ὢ | καὶ(1) om Η | γοργίου Ma sed γορ in ras m 3 11 δὲ Β

18 ἑαυτοῦ scripsi αὐτοῦ Va ἐμαυτοῦ HDBMaCl edd sed

πρὸς τἀς ἐμαυτοῦ coni Re | μὰ δία διώκει Va sed μὰ δία

in μέτα corr m 3, MaCl | ἀνακείμενον D</note>



<pb n="559"/>

δὲ ὁρῶν καὶ ἀπολωλότα εἰρωνευόμενος ἐρωτᾷ· τί δέ,

οὐ μισάνθρωπος ἦσθα; τί δέ, οὐκ ἐπὶ τῆς ἐσχα-

τιᾶς ᾤκεις; τί δέ, οὐκ ἔβαλλες ταῖς βώλοις

προσιόντα με; πῶς οὖν ἑάλως; εἰπέ μοι. ἢ τί

δὴ πέπονθας; ἢ τίς σε ἤγαγεν ἐνταυθοῖ; ἆρα <lb n="5"/>

ὑποκρίνῃ τὸν ἔρωτα καὶ φιλεῖν Ἀλκιβιάδην

προσποιῇ πεπονθὼς οὐδέν;

</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>’Αποπνίγομαι, νὴ τοὺς θεούς, καὶ παραρρήγνυ-

μαι τὴν χλεύην οὐ φέρων καὶ τὸν γέλωτα ἐκείνου

τὸν πολύν. ἐκκόψατε δὴ τοὺς καταράτους ὀφθαλμούς. <lb n="10"/>

ὦ πεντακόσιοι, τοὺς ἐμοὺς τοὺς προδότας τῆς ἐμῆς

ἀνδρίας γενομένους. οὗτοι γὰρ πρῶτοι τὸ κακὸν ἐδέ-

ξαντο καὶ τὸ κάλλος δι’ αὐτῶν εἰσρυὲν τὸν λογισμὸν

τὸν ἐμὸν κατεδουλώσατο.</p></div></div></body></text></TEI>