<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00435.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>ἔτι
τοίνυν οἱ νῦν πρεσβύτεροι ἦν ὅτε ἦσαν ἑτέρων
τεροι καὶ πλείονί γε ἐκείνων ἢ ὅσον ὑμεῖς τούτων
νεώτεροι. ἔρεσθε οὖν αὐτούς, εἰ τὸ ὑμῶν ἐποίουν
<lb n="5"/> καὶ οὔτε ἔλεγον οὔτε ἀντέλεγον οὔτε προεπήδων. καὶ
τάχα εὑρήσετε πάντα ταῦτα πεποιηκότας καὶ τούτοις
βλαβέντας μὲν οὐδέν, κερδάναντας δὲ τὰ μέγιστα, ὃ
καὶ τοὺς εἰωθότας κρατεῖν τεθορύβηκεν. οἶδα δὲ οὐδὲ
τοῖς τρισὶ τούτοις οἳ τὰ τῶν πάλαι νεωτέρων
<lb n="10"/> τᾶι νῦν πρὸς αὐτοὺς γεγηρακότας, αἰσχύνην τοῦτ
ἐνεγκὸν καὶ ψόγον, ἀλλὰ δόξαν τε καὶ ἐπαίνους καὶ
τὸ τῆς ἐκείνων δυνάμεως εἶναι μὴ πόρρω.</p><p>25. Παύσασθ’ οὖν εἰς αἰδῶ τε καὶ ἐπιείκειαν τοῦτο
ἀναφέροντες ὃ τῷ μὴ δύνασθαι λέγειν γίγνεται, ἐπεὶ
<lb n="15"/> πολλάκις γε ἀνδρός τινος ἀπόντος ἀνάγκης ὑμᾶς κατα-
λαβούσης λέγειν ἠξιώσατε καλεῖν ἐκεῖνον ὡς οὐκ
ἔχοντες ὅ τι ἂν καὶ λέγοιτε. τί οὖν; ἂν ἐκεῖνος τε-
λευτήσῃ τὸν βίον, τί δράσετε; πρεσβείας ὡς τὸν
τωνα δεήσεσθε πέμψαι δεῦρο τὸν ἄνδρα δεησομένης,
<lb n="20"/> ὅπως γένοιντο περὶ τῶν πραγμάτων λόγοι. οὐ γὰρ δὴ
τῷ ’κείνου γε θανάτῳ γενήσεσθε ῥήτορες. οὐκοῦν
ζῶντος ἄμεινον ἅψασθαι τοῦ λέγειν κτησομένους δύ-
ναμιν ἢ τεθνεῶτος ἐπιχειρεῖν, εἶτ’ ἀποροῦντας ἀσχη-
μονεῖν. εἰ δὴ τὸ μὲν δύνασθαι λέγειν ἀναγκαῖον,
<lb n="25"/> τοῦτο δὲ δεῖται βιβλίων, βιβλίοις ὁμιλητέον ὑμῖν.</p><note type="footnote">3 καὶ — 4 νεώτεροι οm Ι | πλείονί γε Re πλεῖον εἴγε
CMoAP πλεῖον γε Β πλείων γε Μ πλεῖον οἴ γε V 5 οὔτ’
(2) Re 7 ταμέγιστα Ι 11 ἐνεγκὼν Μο ἐνεγκεῖν Ι
13 παύσασθ’ Ρ sed σασθ’ in ras m3 11 τὸ I | γίνεται Μο</note><note type="footnote">17 ὅτι ΙΜΒ 19 δεηθησομένης Ι 21 κείνου ΙΜ Re
22 ἅψεσθαι ΙΒ | κτησομένους scripsi auctore Re κτησαμένους
libri Re</note><pb n="223"/><p>26. Ἀλλ’ ἡδὺ τὸ μὴ πονεῖν, ὃ δέ γε φῂς αὐ-
τός, ἀπαιτεῖ πόνον. καὶ τί δεινὸν ἀποστάντας
νῆς βλαβερᾶς χρήσασθαι πόνοις συμφέρουσιν; εἰ
τὸ τέλος τοῦ τέλους βέλτιον, βελτίων τῆς ἡδονῆς ὁ
πόνος. ἡδὺ μὲν τοῖς γεωργοῖς ἀργεῖν, ἀλλ’ ἀνάγκη <lb n="5"/>
πεινῆν. διὰ τοῦτο ἀροῦσι καὶ | σπείρουσι πο- <note type="marginal">R II 295</note>
νοῦντες, ὅπως μὴ τοῦτο πάθοιεν. ἔνι πόνος ἐν τῷ
πλεῖν καί, νὴ Δία γε, καὶ κίνδυνοι. ἀλλὰ τὸ προσ-
θεῖναι τοῖς οὖσιν ἥδιον ἢ τὸ μηδὲ ἐπιβῆναι τοῦ
σκάφους. εἰ ταῦτα πύκτης ἐλογίζετο, πότ᾿ ἂν ἠνέγκατο<lb n="10"/>
στέφανον; ἡδὺ ζῆν ἔξω λόγων. ἡ δ’ ἐν δικαστηρίοις
σιωπὴ λύπην οὐκ ἔχει; ἀηδὲς συγγράμμασι δοῦναι τὰ
ὄμματα. ὁ δὲ ἐντεῦθεν τόκος οὐχ ἥδιστον;</p></div></div></body></text></TEI>