<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00404.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>καὶ οὐδὲ αἰ γυναῖκες ἔξω τοῦ καὶ
ἀπειλεῖν καὶ κερδαίνειν. καὶ διὰ τοὺς πολλοὺς
τας οἱ τοῖς προσαιτοῦσι πρότερον διδόντες τῶν προσ- <lb n="10"/>
αἰτούντων γεγένηνται καὶ βοηθοῦντες τέως ἐν τῷ δεῖ-
σθαι τῶν βοηθησόντων εἰσί.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>παρὰ τούτων ἴσως
ἐπαίνους ἐπὶ ταῖς ὕβρεσιν αἷς ὑβρίζεις ἀκούεις, ἐλάτ-
τους μέν, ὅταν εἰς τοὺς ἄλλους, μείζους δέ, ὅταν εἰς
ἐμέ· εὖ γε, ὦ οὗτος· τοῦτ’ ἄρχων, τοῦτ’ ἀνήρ, <lb n="15"/>
τοὐτ᾿ είδὼς αὑτόν. | οὕτως ἄν γένοιο μέγας, εἰ <note type="marginal">R 221</note>
τὰ τοῦδε καθέλοις, εἰ μὴ πορευθείης ὡς αὐτὸν
μηδὲ τὴν τῶν τοῦτο παθόντων μιμήσαιο
πεινότητα, τῶν μὲν εἰς τὴν οἰκίαν ἐλθόντων
αὐτῷ, τῶν δ’ εἰς τὸ διδασκαλεῖον.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>καὶ οὐχ <lb n="20"/>
ἧκέ γε. καὶ τοῦτό ἐστι τὸ λαμπρόν, κἄν τις αὐτὸν
ἔρηται· σὺ δὲ δὴ τῷ ποτε τῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς σε-
μνύνῃ μάλιστα; τοῦτ’ ἂν εἴποι τὸ τῶν τετιμηκότων
με ταύτῃ πολλὴν κατεγνωκέναι μωρίαν.</p><note type="footnote">4 ταῦτα Μο 8 καὶ alterum om Β 13 ἃς Re, quod e Par
1000 corr Boissonade An. IV 352 16 αὐτὸν Ι 17 καθέλεις
Ι | εἰς ΒΜ Bong 18 τὴν in marg pos. m. ant. (p) C
suprapos. m. ant. Α om VIBM Bong 20 αὐτῶν Ι 21 καὶ
τοῦ τοῦτο Ι 23 τὸ] τῶ ΒΜ Bong | κατεγνωκότων Μ Bong
24 μοι Β | ταύτην Μο | ante μωρίαν rasura duraum litterarum
(ut videtur εἰ) in I</note><pb n="298"/><p>34. Οὕτως οἶδά σου τὰς πολλὰς κεφαλάς, αἱ πᾶσαι
δίκην ἂν ἔδοσαν, εἰ μὴ τοῦτο ὁ ληρῶν οὗτος ἐκώλυ-
σεν. ὡς γὰρ ὁ φόβος ἐνεποίησεν αὐτῷ νόσον δι’
πνίας καὶ ἦν δῆλον, ὡς οὔτε δεδιὼς καθευδήσοι, μὴ
<lb n="5"/> καθεύδων δὲ ἀπολεῖται, λέγει πρὸς ἐμὲ ταῦτα ὁ πρε-
σβύτης ἰατρὸς καὶ ὡς, εἰ μή τις σβέσει τὸν φόβον,
οὐδὲ αὐτὸς δυνήσεται τὴν νόσον, ἐλεεινόν τε ἔφασκεν
εἶναι θέαμα γυναῖκα καὶ παιδία.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>κἀγὼ πᾶσι μὲν
λόγοις, ἁπάσῃ δὲ τέχνῃ τοὺς δικαίως ἂν ἀπολομένους
<lb n="10"/> ἐξήρπασα. ὁ δ’ ἀπαλλαγεὶς τοῦ τὸ σῶμα νοσεῖν ἐνόσει
<note type="marginal">R 222</note> τὴν ψυχὴν πάλιν καὶ τὴν ἀγορὰν ἐτάραττεν | οὐδα-
μοῦ στῆναι τὰς ἐφ’ ἑκάστῳ τιμὰς ἐῶν, εἰδώς, ὡς ἀπὸ
νοσούσης καὶ αὐτῆς καὶ φθειρομένης γένοιτ’ ἄν τις
καὶ πρόσοδος αὐτῷ τε καὶ τῷ γένει. τοῦτ’ αὐτὸν
<lb n="15"/> ἐποίει κινεῖν τὰ τεταγμένα [καὶ] α παρὰ τῶν εὖ
νούντων καὶ νενομοθετημένα.</p></div></div></body></text></TEI>