<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2200.tlg00401.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="224"><p>καίτοι πολλαὶ μὲν ἐγίγνοντο πρε-
σβεῖαι περὶ εἰρήνης, πολλαὶ δὲ ὑποσχέσεις, ἀλλ’ οὐ
<note type="footnote">9 στύραξ μὲν θηλυκῶς θυμίαμά τι, ὡς ἐνταῦθα, ἀρσενικῶς
δὲ ὁ συνέχων τὴν αἰχμὴν μετὰ τοῦ ξύλου κρίκος. εὕρηται δὲ καὶ
στυράκιον οὐδετέρως B2 (= Thom. Μ. S. ν. Ρ. 334, 6).</note>
<note type="footnote">1 αὐτῷ VL ἐρύετο C 2 τὴν inserui cum Gasda 5 ὑπ’
inserui 7 ξ in ὑπῆρξε in ras Ρ3 ὑπῆρχε Α 8 δὴ om Β
9 στύρακος — 10 θεόν citat Thom. M. S. ν. στύραξ ρ. 334, 7 Λι-
βάνιος ἐν τῷ περὶ τῆς ἑαυτοῦ τύχης στύρ. κτλ. 11 αὐτῶν L
16 καὶ om VL | οὐδ’ ὁτιοῦν ACB 17 χρόνον VL 19 αἰτοῦντες
inser Ferr in marg' 20 ἐν in ἐνεγίγνετο inser Ρ3 ἐνεγίνετο
V 21 ἐγίνοντο V</note>

<pb n="182"/>
προὐδίδουν γε αὐτοῖς ἐμαυτὸν οὐδὲ ἀνεπειθόμην.
τοιγαροῦν ἐπῃνούμην τε καὶ ἀνὴρ εἶναι ἐδόκουν ἔν
τε ἠπείροις καὶ νήσοις, δεῖγμα τρόπου βελτίονος ἐκ-
φέρων τὴν ἀπὸ τῆς ὁμιλίας τῆς ἐκείνου φυγήν.</p><lb n="5"/><p>225. Δοῦσα δὲ ἡμῖν ἄρχοντα ἀγαθὸν ἀντὶ κακοῦ
τὸν Θεοδώρου τοῦ οὐ δικαίως ἀποθανόντος ἡ Τύχη
ἔδωκε μὲν σωτηρίαν, ἔδωκε δὲ ἐλευθερίαν, ἔδωκε δὲ
ἀναπνεῦσαι λυπήσασα μόνους τοὺς σοροπηγούς. ὁ δὲ
Μουσῶν τε ἦν τρόφιμος καὶ τὴν ἀρχὴν ἆθλον εἶχεν
<lb n="10"/> ἐπῶν λέγειν τε ἐκ τῆς ἀρχῆς κεκωλυμένος λεγόντων
ἀπολαύειν ἤθελε ταῖς τε εἰς ἐμὲ τιμαῖς παῖδα ἐμὸν
ἑαυτὸν ἐπεποιήκει, ὥστ’ εἶναί μοι καὶ σὺν ὀργῇ φθέγ-
γεσθαι, ὃ καὶ Θεοδώρῳ ἄν, εἴπερ ἐτύγχανε ζῶν.
<note type="marginal">14</note></p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="226"><p>οὗτος ἐν λιμῷ κατειλήφει τὴν πόλιν. τοῦτον
<note type="marginal">R 140</note> μείζω τὸν λιμὸν ἐποίουν αἰ κατὰ τῶν | σιτοποιῶν
ἀπειλαί. εἶθ’ οἱ μὲν ἀποδράντες ἔσωζον ἑαυτούς,
ἄρτος δὲ οὐδαμοῦ, πυροῦ δὲ ἐλπίδες, καὶ κακῶς δ’
ἂν ποιήσειε τὸ πεινῆν. ἡ μὲν οὖν πόλις οὐδὲν διέφερε
χειμαζομένης νεώς, ἐγὼ δὲ εἰσδραμὼν παρὰ τὸν ἄρ-
<lb n="20"/> χοντα μετὰ πόνου μέν, παύω δ’ οὖν βλαβερὰν φιλο-
νεικίαν. ἀπιστία δὲ εἶχε τοὺς σιτοποιούς, ὡς οὐχ
ἁλώσονται φανέντες, καὶ ἅπασαι ὑποσχέσεις ἀσθενεῖς
πλὴν μιᾶς τῆς ἐμῆς.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="227"><p>ὡς δὲ εἷπον δεῖν θαρρεῖν
<note type="footnote">6 Ἰκάριον cf. Amm. XXIX 1, 8 sq. 9 Pallad. Anth. Pal
X 52, 2 10 II 135, 4. 113, 18 R</note>
<note type="footnote">1 προὐδίδουν scripsi e VL προεδίδουν APB προεδίδων
C, sed ε m2 e σ 3 ἐκφέρων Ferr in marg φέρων ACPB
Ferr 6 τὸν] τοῦ Α | ἡ in ras Ρ2 8 σοροποιούς L et γρ
Mor in marg 11 ἤθελεν C 16 ἔσωιζον C 18 ποιήσειε
„deest ἡμᾶς aut τὴν πόλιν“ Re num ἐποίησε vel ἐπίεσε? 20 πό-
νου μέν] μὲν πόνου L | δ’ οὖν scripsi e VL γρ Mor in marg
δὲ ACPB edd 21 δ’ L 22 ἁλώσονται scripsi ἀλῶνται
VL ἁλοῦνται ACPB edd</note>

<pb n="183"/>
ἐκβαλόντας τὸ δέος καὶ ἧκεν οὗτος εἰς τὰ ὄρη τε καὶ
τὰς νάπας ὁ λόγος, ἦσαν πρὸ ἐσπέρας ἐν τοῖς αὑτῶν
ἕκαστος, καὶ πρᾶγμα οὐκ ἂν ἐλπισθὲν ἕωθεν ἑωρᾶτο,
δρόμος οὐδεὶς ἐπ’ ἄρτους· αἴτιον δὲ τὸ πλῆθος
τῶν. τοῦτο μετὰ τῆς Τύχης πεπρᾶχθαί μοι φαίην ἄν. <lb n="5"/>
διὸ τῶν λελειτουργηκότων χρησιμώτερος ἐκεκρίμην τῇ
πόλει· τοὺς μὲν γὰρ ἐν σωζομένῃ πεποιῆσθαι τῇ πόλει
τὴν δαπάνην, ὑπ’ ἐμοῦ δὲ αὐτὴν σεσῶσθαι.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="228"><p>πάλιν
τοίνυν βουλῆς κακῆς ὑπ’ ἀνθρώπῳ μεθύοντί τε καὶ
ὀλέθρῳ θείσης τοὺς σιτοποιούς, ὅς ὁμοῦ μὲν ἔτυπτεν, <lb n="10"/>
ὁμοῦ δὲ ἔμελλε καὶ οὐ τούτους δὲ μόνον, ἀλλ’ ἔθνος
ἅπαν, καὶ τρίτον ἐπῆν κακόν, τὸ γεγυμνωμένοις τοῖς |
νώτοις ἄγεσθαι διὰ τοῦ ἄστεος. τούτοις ἐγὼ μὲν <note type="marginal">R 141</note>
ἤλγουν, ὁ δὲ ἔχαιρε καὶ κατ’ αὐτό γε τοῦτο τὸ ἀλγεῖν
ἐμέ.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="229"><p>τὴν ἀρχὴν δὲ ἦσαν οἱ ὀρθῶς ταῦτα τῇδε <lb n="15"/>
πράττεσθαι ἔπειθον καὶ ὡς, εἴ τις ἐκεῖνον ἀφέλοι,
χείρω ποιήσει τὴν ἀγοράν. ἦν οὖν ὁ μὲν ἐν τῷ τοῦ
νενικηκότος σχήματι καὶ αὐτός τε ἤσθιεν οἵ τε ταῦτα
ἐπαινοῦντες, ἡμῖν δὲ κεκρατῆσθαί τε συνέβαινεν ἔχειν
τε πλὴν ἀθυμίας οὐδέν.</p></div></div></body></text></TEI>