<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg017.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="book" n="maintext"><div type="textpart" subtype="fragment" n="76"><head>16, 19 &gt;ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος &lt;</head><p>&gt;Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος&lt;· ἐπειδὴ οὐκ ἐδόκει κρεῖττον εἶναι κατὰ
                            τὸ Σολομώντειον &gt;ὄνομα καλὸν ἢ πλοῦτον πολύν&lt;, ἀλλὰ τοὐναντίον
                            πλοῦτον ἔχειν πολὺν ἢ ὄνομα καλόν, διὰ τοῦτο ἐξ ὧν ἠγαπήκει καλεῖται,
                            πλούσιος <lb n="5"/> προσαγορευόμενος, οὐχ ὅσιος οὐδὲ δίκαιος· ὁ δὲ
                            πένης ἅτε μηδὲν ἔχων <add>ἐν</add> τῷ κόσμῳ τούτῳ ψιλῷ ὁνόματι Λάξαρος
                            καλεῖται. Ἀλλ᾿ ὅρα πῶς τοῦ πλουσίου τὰ χαρακτηριστικὰ τίθησιν ὁ πόντων
                            σωτὴρ ἰδιώματα. &gt;καὶ ἐνεδιδύσκετο&lt; γὰρ φησιν, &gt;πορψύραν καὶ
                            βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς&lt;· καὶ οὐδὲ τὸ κύριον αὐτοῦ
                            τίθησιν ὄνομα, ἀλλ’· &gt;ἄνθρωπός <lb n="10"/> τις ἦν&lt; φησίν, ἵν’ ἐν
                            τῷ κοινῷ μὲν φέρῃ τὸ ἄδηλον, ἐν τῷ ἀδήλῳ δὲ τὸ κοινὸν εισάγῃ
                            καθυβριξόμενον. Ἀλλ᾿ ἐπὶ τῶν δικαίων οὐχ οὕτως, ἀλλὰ πῶς; &gt;Ἄνθρωπός
                            τις ἦν&lt;, φησίν, &gt;ἐν χώρᾳ τῇ Αὐσίτιδι, ὄνομα αὐτῷ Ἰώβ&lt;, καὶ
                            &gt;ἄνθρωπος ἦν ἐν‘ Ἱερουσαλήμ, ᾧ ὄνομα Συμεών&lt;. Ὅτου χάριν; ὅτι περὶ
                            μέν τοῦ ἐπάγει. &gt;καὶ ἦν ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἄμεμπτος, ἄκακος, δίκαιος,
                                <lb n="15"/> ἀληθινός, θεοεβής, ἀπεχόμενος ἀπὸ παντὸς πονηροῦ
                            πράγματος&lt;, περὶ <note type="footnote">W* — 2f. Prov. 22, 1 12 Hiob
                                1, 1 13Luk. 2, 25 14f. Hiob 1, 1</note>
                            <note type="footnote">6 <add>ἐν</add> konj. Kl. Kr. ὅρα πῶς konj. Kl.] οἶα,
                                . . W</note>
                            <pb n="271"/> δὲ τοῦ· &gt;καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβὴς
                            προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ; καὶ πνεῦμα θεοῦ ἅγιον ἦν αὐτῷ&lt;.
                            Ἦν μὲν γὰρ καὶ Ἰὼβ πλούσιος, ἀλλ᾿ οὐ τρυφῇ καὶ ἀκολασίᾳ συζῶν, ἀλλὰ
                            φιλοστόργῳ γνώμῃ παντὶ ἐνδεεῖ ὁ οἶκος αὐτοῦ ἠνέῳκτο, καὶ ἀδικῶν μέν <lb n="20"/> οὐδένα, ἀδικουμένος δὲ μᾶλλον βοηθῶν καὶ χήραις καὶ
                            ὀρφανοῖς τὰ πρὸς ζωὴν χορηγῶν· <add>ταῦ</add> γὰρ τὰ τῶν δικαίων πλουσίων
                            δικαιώματα.</p><note type="footnote">16f. Luk. 2, 25</note><note type="footnote">16 εὐλαβὴς + καὶ (?) W 18 ἀκολασίᾳ Kl.] ἀπολαγχίᾳ W 21
                            <add>ταῦ</add>τα Kl. Κr.</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="77"><head>16, 23 &gt;ὁρᾷ Ἀβρααμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάξαρον ἐν τοῖς κόλποις
                            αὐτοῦ&lt;</head><p>Ἠβουλήθη τις ἀθετῆσαι τὴν περὶ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πένητος διήγησιν,
                            κατ᾿ ἄγνοιαν τοῦ εὐαγγελίου οὕτως ἐπαπορῶν· εἰ γὰρ ἀνέκειτο, <lb n="5"/>
                            φησίν, εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραὰμ ὁ Λάζαρος, ἕτερος πρὸ τοῦ τοῦτον
                            ἐξελθεῖν τὸν βίον ἀνέκειτο ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ πρὶν ἐκείνου
                            ἄλλος, ἀλλὰ καὶ ἄλλου, φησίν, δικαίου ἐξελθόντος ὁ πτωχὸς ὑπαναστήσεται.
                            Οὐ γὰρ ἑώρα τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραὰμ ὁ περὶ τούτων ἐπαπορῶν, καὶ ὅτι
                            δύνατόν ἐστι μυρίους ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ Ἀβραὰρ ἅμα ἀναπαύεσθαι <lb n="10"/>
                            κοινωνοῦντας τῶν ἀποκαλυφθέντων αὐτῷ. Καὶ γὰρ καὶ Ἰωάννης ὁ ἀγαπητός, εἰ
                            καὶ κατὰ τὴν ἱστορίαν ἐν τῷ δείπνῳ &gt;εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἰησοῦ&lt;
                            ἀνέκειτο, τοῦ γέρως τούτου ἀξιωθεὶς ὡς ἐξαιρέτου ἀγάπης κριθεὶς ἄξιος
                            τῆς παρὰ τοῦ διδασκάλου, ἀλλὰ τοῦτο συμβολικῶς παρίτησιν, ὅτι τῷ λόγῳ
                            Ἰωάννης ἀνακείμενος καὶ τοῖς μυστικωτέροις ἐναναπαυόμενος <lb n="15"/>
                            ἀνέκειτο ἐν τοῖς κόλποις τοῦ λόγου, ἀνάλογον τῷ καὶ αὐτὸν εἶναι τὸν
                            &gt;μονογενῆ&lt; λόγον &gt;ἐν τοῖς κόλποις τοῦ πατρὸς&lt;
                            ἀναγεγράφθαι.</p><note type="footnote">W* — 11f. Joh. 13, 23 16 Joh. 1, 18 7 ἄλλου konj.]
                            ἄλλος W </note><note type="footnote">17, 20—33 vide Homilia ΧΧΧVI</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="78"><head>18, 20 &gt;τὰς ἐντολὰς οἶδας&lt;</head><p>Ἐξελέγχεται δὲ ἐν τῷ λόγῳ Μαρκιωνιστῶν [τε] παράνοια [καὶ Μανιχαίων], οἳ
                            τὸν νόμον ἀλλότριον εἶναί φασι Χριστοῦ. Φησὶ γὰρ ὀ Μᾶρκος, ὅτι
                            &gt;ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ἠγάπησεν αὐτόν&lt;· οὐκ ἂν δὲ ἐπὶ τῇ τοῦ <lb n="5"/>ἀλλοτρίου πληρώσει ἠγάπησε τὸν περὶ ταύτης παῤῥησιασάμενον.
                            Ζήτησιν δὲ κινεῖ, πῶς ἠγαπήθη ὁ μὴ μέλλων ἀκολουθεῖν ἐπὶ τὴν ζωήν. Ἔστι
                            δέ ἐπὶ μὲν τοῖς προτέροις ἀγάπης ἄξιος ὁ τὰ τοῦ νόμου φυλάξας· τῇ δέ
                            πρὸς τὸ τέλειον ὀλιφωρίᾳ τὴν ἐπὶ τοῖς πρόσθεν ἀγάπην οὐκ εἴασε γενέσθαι
                            τελείαν.</p><note type="footnote">κ*ε — 4 Mark. 10, 21 7 πρὸς Κ8ε] περὶ K</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="79"><head>19, 22 &gt;ἐκ τοῦ στόματός σου κρινῶ σε, πονηρὲ δοῦλε&lt;</head><p>Ὑπὲρ γὰρ ὅλου τοῦ βίου ἡμῶν οἱ πάντες κριθησόμεθα τότε, ἡνίκα λόγου
                            συναιρομένου ἀχθήσεται εἰς μέσον καὶ &gt;πᾶν ῥῆμα ἀργόν, ὃ ἐὰν λαλήσωσιν
                            οἱ ἄνθρωποι&lt;,ἀλλὰ καὶ εἴ ποτέ τις &gt;ἐπότισε ποτήριον ὕδατος ψυχροῦ
                                <note type="footnote">W* — 3f. Matth. 12, 36 4f. Matth. 10,
                                42</note>
                            <pb n="272"/>
                            <lb n="5"/> μόνον εἰς ὄνομα μαθητοῦ&lt;. Καὶ ταῦτα ἔσται, ἡνίκα τὸ παρὰ
                            Δανιὴλ γεγραμμένον γένηται, τό· &gt;βίβλοι ἀνεῷχθησαν, καὶ κριτήριον
                            ἐκάθισεν&lt;· οἱονεὶ γὰρ πόντων τῶν λελαλημένων ἡμῖν καὶ τῶν πεπραγμένων
                            καὶ τῶν νενοημένων ἀναγραφή τις γίνεται, καὶ θείᾳ δυνάμει πᾶν κρυπτὸν
                            ἡμῶν φανερωθήσεται καὶ πᾶν κεκαλυμμένον ἀποκαλυφθήσεται· &gt;τοὺς γὰρ
                                <lb n="10"/> πάντας ἡμᾶς παραστῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ
                            Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν εἴτε
                            ἀγαθὸν εἴτε φαῦλον&lt;. Μηδεὶς δὲ οἰέσθω μακρῶν τινων αἰώνων δεήσειν τῷ
                            τοσούτῳ τῶν πάντων καὶ ὑπὲρ πάσης τῆς ἐνταῦθα ζωῆς λογουθεσίῳ. ἀθρόως
                            γὰρ βουληθεὶς ὁ θεὸς ἀναῤῥιπίσαι ἐν ταῖς πόντων μνήμαις παρ᾿ παρ’ ὅλον
                            τὸν <lb n="15"/> βίον γεγενημένα καλὰ ἢ φαῦλα ποιήσει τοῦτο ἀφάτῳ
                            δυνάμει καὶ ὑπομνήσει ἕκαστον ὧν ἔπραξεν, ἵνα συναισθηθέντες ὧν
                            πεποιήκαμεν καταλάβωμεν, δι’ ἃ κολαζόμεθα ἢ τιμώμεθα. Τολμητέον γὰρ καὶ
                            λεκτέον, ὅτι ὁ τῆς προσδοκωμένης κρίσεως καιρὸς οὐ δεῖται χρόνων· ἀλλ᾿
                            ὡς ἡ ἀνάστασις γένεσθαι λέγεται &gt;ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ&lt;οὕτως
                            οἶμαι καὶ ἡ κρίσις. <lb n="20"/> Ἐν ταύυτῇ μὲν οὖν τῇ παραβολῇ δέκα
                            δοῦλοι εὑρίσκονται δέκα λαβόντες μνᾶς, ἕκαστος ἀνὰ μίαν, ἐν ἑτέρᾳ δέ ὁ
                            μὲν πέντε τάλαντα, ὁ δὲ δύο, ὁ δὲ ἕν· ἀλλαχοῦ δὲ ὀφειλέται ὁ μέν
                            πεντακοσίων, ὁ δὲ πεντήκοντα δηνρίων. Εἴ τις δέ κατανοήσει τὸ ποικίλον
                            τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καὶ τὰς πολλῷ διαφερούσας ἀλλήλων εὐφυΐας καὶ
                            ἀφυΐας εἰς πλείονας τῶν ἀρετῶν <lb n="25"/> ἢ ἐλάττονας, καὶ τάσδε τὰς
                            ἀρετὰς ἢ τάσδε, τάχα ἂν ἐννοήσῃ, πῶς ἑκάστη ψυχὴ ἐλήλυθε, μετὰ τίνων τοῦ
                            οἰκοδεσπότου νομισμάτων ἀναφαινομένων μετὰ τῆς τοῦ λόγου συμπληρώσεως
                            καὶ τῆς ἑξῆς τῇ συμπληρώσενι τοῦ λόγου ἐπιμελείας καὶ ἀσκήσεως πρὸς τὰ
                            δέοντα.</p><note type="footnote">6 Dan. 7, 10 8f. vgl. Matth. 10, 26; Luk. 8, 17; 1
                            Kor. 14, 25 9ff. 2 Kor. 5, 10 19 1 Kor. 15, 52 21 f. vgl. Matth. 25, 15
                            22 vgl. Luk. 7, 41</note><note type="footnote">19, 28—40 vide Homilia XXXVII.</note><note type="footnote">19, 41—45 vide Homilia XXXVIII.</note><note type="footnote">20, 20—40 vide Homilia ΧΧΧIΧ.</note></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="80"><head>23, 18 &gt;αἶρε τοῦτον, ἀπόλυσον δέ ἡμῖν τὸν Βαραββᾶν&lt;</head><p>Οἱ τὰ λῃστῶν φρονοῦντες και ποιοῦντες Ἰουδαῖοι και &gt;λῃστῶν σπή-
                            λαιον&lt; τὸν οἶκον τοῦ θεοῦ πεποιηκότες καὶ διὰ τοῦτο ἐξ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ
                            Ἰησοῦ ἐκβληθέντες περὶ μὲν τοῦ λῃστοῦ Βαραββᾶ ἐβόων· &gt;ἀπόλυσον <lb n="5"/> ἡμῖν τὸν Βαραββᾶν&lt;περὶ δὲ τοῦ τῆς οἰκουμένης σωτῆρος·
                            &gt;σταύρου, σταύρου αὐτόν&lt;. Διόπερ μέχρι σήμερον οἱ Ἰουδαῖοι Ἰησοῦν
                            μὲν οὐκ ἔχουσιν — οὐ γὰρ πεπιστεύκασιν εἰς τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ — ἔχουσι δὲ
                            μεθ’ ἑαυτῶν τὸν ἀπὸ &gt;τῶν πνευματικῶν τῆς πονηρίας&lt; Βαραββᾶν τὸν
                            λῃστήν, ὃν ἤδη κεκρατημένον καὶ εἰς φυλακὴν βεβλημένον καθ᾿ ἑαυτῶν
                            ἠξίωσαν <lb n="10"/> ἀπολυθῆναι. Διὰ τοῦτο ἄρχει τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων
                            Βαραββᾶς ὁ λῃστής.</p><note type="footnote">10 W* — 2f. Luk. 19, 46 Par. 5f. Luk. 23, 21 7 vgl.
                            Joh. 3. 18</note><note type="footnote">8 Ephes. 6, 12</note></div></div></div></body></text></TEI>