<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg014.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="11"><head>Ι Sam. 21, 7.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg011:21.7"><p>Τὸν Νεεσσάρ· δηλοῖ ἢ ὅτι δι᾿ ἁμαρτίας παρέμενε Δωὴκ ὁ <note type="footnote">6
                            ff. Vgl. Lev. 24, 5. 6. — 12 f. Vgl. Mark. 6, 7 Luk. 10, 1. — 29 Vgl.
                            Psal. 109, 4 Hebr. 5, 6 u. ö.</note>
                        <note type="footnote">5 ἁγίους] + καί, ὠς Ἀκύλας ἐξέδωκε, λαϊκούς cod.
                            Paris, gr. 133 Ι 7 ἄρτους] εἶχεν c | 10 ἐγένετο c | 13 κηρύσσειν sv | 18
                            Σήμερον] anonym s | 19 ἀπέσχισται s ἀπέσχησται ν | 20 καὶ1] &lt; s | 22
                            τοῦ] τοῦτο s | 23 τὸν ἄρτον c τοὺς ἄρτους ν Ι 26/27 τῆς und βασιλικόν
                            Blass vgl. Ru.</note>
                        <pb n="299"/> Ἰδουμαῖος ἐνώπιον κυρίου θεραπευόμενος καὶ
                        ἐξομολογούμενος, ἢ δαιμονῶν ὡς ὀ Σαούλ, οὐ τὰς ἡμιόνους ἔβοσκεν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="12"><head>Ι Sam. 21, 7.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg011:21.7"><p>Ο Σαοὺλ τοῦ πονηροῦ πνεύματος τύπον φέρει, ἄρξαντος τοῦ <lb n="5"/> Ἰσραὴλ
                        τότε εἰπόντος· οὐκ ἔχομεν βασιλέα. καὶ γὰρ ὁ πάλαι λαὸς ἐξουδενώσας τὸν
                        κύριον βασιλεύοντα αὐτοῦ, αὐτοῦ, τὸν Σαοὺλ ἄρχοντα αὐτῷ δοθῆναι.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="13"><head>Ι Sam. 25, 22.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg011:25.22"><p>Οὐκ οὐρεῖ τις ἑστὼς καὶ τοῦτο πρὸς τοῖχον, ἐὰν μὴ σχολάζῃ <lb n="10"/> τοῦτο
                        οὐν λέγει καὶ τὸν ἀμέριμνον καὶ μηδὲν προσδοκῶντα παθεῖν, ἐὰν ᾖ τοῦ
                        Νάβαλ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="14"><head>Ι Sam. 28, 11. 12.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg011:28.11-28.12"><p>Ἡ ἐγγαστρίμυθος τὸν Σαμουὴλ οὐκ ἀνήγαγεν, ἀμήχανον γάρ, οὐδὲ ἀναβὰς ἀλήθειαν
                        εἴρηκεν. τίς δὲ οὗτος καὶ διὰ ποίας δυνάμεως <lb n="15"/> ἀνέβη, ζήτει.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="15"><head>II Sam. 5, 6-8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg012:5.6-5.8"><p>Ἐπολιόρκει τὴν Ἰεβοὺς ὀ Δαβίδ. Ἰεβοὺς δὲ ἡ νῦν Ἱερουσαλὴμ ἐλέγετο, ὅτε ὑπὸ
                        ἀλλοφύλους ἦν. οἱ τοίνυν Ἰεβουοαῖοι, εἰδότες ὅτι φιλόπτωχος ἦν ό Δαβίδ,
                        ὑπεβάλοντο ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ τείχους <lb n="20"/> τυφλοὺς καὶ χωλοὺς αὐτὸν
                        ὑβρίζειν. ὀ δὲ κρατήσας τῆς Ἰερουσαλὴμ τοσοῦτον ἀπέσχε τοῦ διαθεῖναι κακῶς
                        τοὺς λελωβημένους τὸ σῶμα, ὡς καὶ νόμον θέσθαι τοῖς αὐτοῦ στρατιώταις
                        θανάτου, εἴ τις ἐπιχειρήσειεν ἀνελεῖν τυφλὸν ἢ χωλόν. πᾶς γὰρ ὀ τύπτων φησὶν
                        Ἰεβουσαῖον χωλὸν ἢ τυφλὸν ἁπτέσθω έν παραξιφίδι, τουτέστιν <lb n="25"/>
                        ἀναιρείσθω· εἰ γὰρ καὶ ἐμίσουν τὴν ψυχὴν Δαβίδ, ἀλλὰ φειδοῦς τυγχάνουσι. διὸ
                        ἀξιοῦται τῆς παρὰ πάντων τιμῆς λεγόντων· χωλὸς καὶ τυφλὸς οὐκ εἰσελεύσεται
                        εἰς οἶκον κυρίου, οἱ τὸν Δαβὶδ ὑβρίσαντες, ὠν ἐφείδετο.</p></q><note type="footnote">5 f. Vgl. Sam. 8, 5. 7. — 13 ff. Dies scheint der sonst
                        bekannten Meinung des Origenes direkt zu widersprechen.</note><note type="footnote">6 κύριον·] nach LXX Δαβίδ cv | 18 Ἰεβουσαῖοι] + οἱ c | 19
                        ὐπέβαλον sv Ι 23 ἀνελεῖν] &lt; c*v*, a. R. c1 übergesch. v1 | 25 ἀναιρέσθω
                        c.</note><pb n="300"/></div></div></body></text></TEI>