<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="66"><head>Klagel. Jerem. 3, 3.</head><lb n="25"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.3"><p>Τὸ ὅλην τὴν ἡμέραν δηλοῖ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ὡς παρὰ τῷ Δαβίδ· »ὅλην τὴν ἡμέραν
							πολεμῶν ἔθλιψέ με«. σημαίνοι δ’ ἂν τὸ ἔστρεψε χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὅτι πάλαι μοι τὰ ἀγαθὰ
							χορηγῶν, νῦν τὰς παιδείας ἐπάγει, καθάπερ ἀλλάξας τὴν χεῖρα.</p></q><note type="footnote">1 Vgl. Matth. 26, 41 Mark. 14, 38. — 19 Jerem. 20, 7. — 21 Vgl.
						Psal. 43, 20?? — 26 Psal. 55, 2. — 28 Vgl. Σ΄ μεταβάλλει) und LXX Luc. ἐπέστρεψε ἥλλαξε)
						vgl. Gen. 48, 14.</note><note type="footnote">1 κλίνσαντες πρὸς ο | 1/2 ἀμαρτίαν καὶ εὐφροσύνην c | 15 ἑαλωκυίας
						Vat. gr. 1153/54 ἀλωκυίας co | 17 ἐν ἐνδία γέγονεν ο | 21 με] μοι ο | 22 δοκῆ c 1 δοκεῖ
						(c *?) ο | ἀνακωψήν Vat. gr. 1153/54 ἀνακοχήν co.</note><pb n="263"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="67"><head>Klagel. Jerem. 3, 4.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.4"><p>Τὴν σαθρότητα τὴν συμβὰσαν ἡμῖν ἐκ τῆς ἁμαρτίας σημαίνει.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="68"><head>Klagel. Jerem. 3, 4.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.4"><p>Συμφορὰ γὰρ ἐπίμονος γεροντικὴν ἀσθένειαν ἐμποιεῖ.</p></q><lb n="5"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="69"><head>Klagel. Jerem. 3, 5. 6.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.5-5.6"><p>Οὐ γὰρ ἀφῆκέ με διαφυγεῖν τὰ δεινὰ πανταχόθεν πολιορκαούμενον. λέγοι δ’ ἂν ἴσως καὶ
							τὸ περιβληθὲν τῇ πόλει τεῖχος πολέ- μιον. τὴν αὐτὴν δὲ τῷ Δαβὶδ ἀφῆκε φωνὴν εἰρηκότι·
							»ἐκάθισάν με έν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος«. τοῦτο τοῦτο διὰ τὰς ἀπὸ τῶν πολεμίων
								<lb n="10"/> εἱρκτάς, ἅμα δὲ καὶ διὰ τὰς ἐκ θεοῦ συμφοράς· ψυχῆς γὰρ σκότος οἱ
							πειρασμοί. ἰδικὼς δὲ &gt;Ἱερεμίαν καὶ εἰς τὸν ἐνέβαλεν ὁ Πασχώρ&lt;, σκοτεινὸν ὄντα
							καὶ ἀφεγγῆ, ὁποῖον ἦν καὶ Δαβὶδ τὸ σπήλαιον ἐν ᾦ παρὰ Σαοὺλ ἀπεκρύπτετο. δύναιντο δὲ
							καὶ εἰς Χριστὸν οἱ δύο Θρῆνοι λαμβάνεσθαι, οὗ τύπος ἦν Ἱερεμίας <lb n="15"/> τοσαῦτα
							παρὰ Ἰουδαίων πεπονθότος καὶ τέλος τάφῳ παραδοθέντος.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="70"><head>Klagel. Jerem. 3, 7. 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:3.7-3.8"><p>Ἀφύκτοις με κακοῖς περιβέβληκεν, ἐπιθεὶς τῷ τραχήλῳ μου λαὸν ἀπηνῆ καὶ
							παραπικραίνοντα καὶ μεῖζον ἢ κατ' ἐμὲ φορτίον. οὐκ εἰσηκούσθην δὲ κουφισθῆναι πολλάκις
							εὐξάμενος· εἰσακουσθῆναι <lb n="20"/> γὰρ τοὺς ἁγίους ἔσθ' ὅτε κωλύει τὰ πράγματα.
							λέγοι δ' ἂν ζυγὸν καὶ τοὺς κλοιοὺς τοὺς σιδηροῦς, οὓς ἀντὶ ξυλίνων θεοῦ κε- λεύσει
							περιεβάλετο, φέρεται γὰρ καὶ γραφή· ἐβάρυνε γὰρ τὸν χαλκὸν τοῦ τραχήλου μου. ἀπέφραξε
							γὰρ τὴν προσευχήν μου καὶ λέξας αὐτῷ· μὴ προσεύχου περὶ αὐτῶν· οὐ γὰρ εἰσακούσομαί <lb n="25"/> σου&lt;.</p></q><note type="footnote">6f. Vgl. Olymp. (Gh 111,127): ἐκ δὲ προσώπου τῆς ἀνθρωπείας φύσεως,
						. . . οὕτω περιῳκοδόμησε κατ' ἐμοῦ, ὡς μὴ δύνασθαί με διαφεύγειν. — 8 ff. Vgl. Olymp,
						(a. a. 0.): τοῦτο πρότερος ὁ Δαβὶδ κτλ. — Psal. 142, 3. — 11 Vgl. Jerem. 20, 2. — 13
						Vgl. Ι Sam. 24, 4. — 19 Vgl. Jerem. 35, 13. — 22 Vgl. LXX Luc. — 24 Vgl. Jerem.14, 11.
						12.</note><note type="footnote">2 Τὴν — σημαίνει] nach Nr. LXVIII unter der Überschr. Ὀλυμπιόδ ο | 4
						Συμφορὰ] vorher τοῦ αὐτοῦ c Ι 6 Οὐ] vorher τοῦ αὐτοῦ c Ι 7 λέγει ο | 8 δὲ τῷ] μετὰ c |
						11 καταράκτην ο | 15 παθόντος ο | 19 πολλάκις] x003C; c | 20 δ’ ἂν] δὰν ο δὲ c Ι 22
						περιεβάλλετο ο | 24 περὶ] ὑπὲρ ο.</note><pb n="264"/></div></div></body></text></TEI>