<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="56"><head>Klagel. Jerem. 2, 14.</head><lb n="10"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.14"><p>Προφητεία μάταιος ἡ μηδεμίαν ἔχουσα ἔκβασιν καὶ ἣν εἴδωλα παρασκευάζει τὰ μάταια. καὶ
							ἀφ' ἑαυτῶν δέ τινες προεφήτευον δῆθεν »ἔνεκεν δρακὸς κριθῆς καὶ κλάσματος ἄρτου« κατὰ
							τὸ γεγραμμένον· οἵτινες οὐκ ἵσασιν ἁμαρτίας ἐλέγχειν καὶ τῆς ὑπὸ δαιμόνων ἀνασῴζειν
							αἰχμαλωσίας, διὰ τῆς χρηστολογίας τὰς ψυχὰς διαστρέφοντες. <lb n="15"/> ὡς δὲ τῶν
							ἀληθῶν τὸ λῆμμα καὶ ὁ λόγος, ὅν ἐκ θεοῦ λαμβάνουσιν, πέφυκεν ἀληθὲς καὶ συνάπτει θεῷ,
							οὕτω τὸ τῶν δαιμόνων ψευδές τε καὶ μακρῦνον θεοῦ καὶ τῆς ἐκεὶθεν ῥοπῆς ἐξωθούμενον.
							ποῖα δὲ ἐξώσματα τὰ μὴ μάταια, καθάπερ ἐδείχθη, καὶ λήμματα; δῆλον οὖν ὡς τὰ πλάνης
							ἐξωθοῦντα καὶ προσάγοντα <lb n="20"/> τῷ θεῷ.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="57"><head>Klagel. Jerem. 2, 16.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.16"><p>»Ὁ« γὰρ ἐχθρὸς »ἡμῶν διάβολος περιέρχεται ὡς λέων ὠρυόμενος ζητῶν τίνα καταπίῃ« καὶ
							ὡς ὅφις ἐφ' ὴμᾶς ἀφιεὶς τὰ συρίγματα. πλὴν μὴ γένοιτο λέγειν αὐτὸν ὡς κατέπιον , μήτε
							καταλαβεῖν ἐν <lb n="25"/> ἡμῖν ἡμέραν ἥν ὁ συγκαίων ἥλιος ἀπεργάζεται· εἴρηται γάρ·
							»ἡμέρας ὁ ἤλιος οὐ συγκαύσει σε( ἡδοναῖς γὰρ καὶ θυμῷ συγκαίει καὶ τὴν πλάνην ὡς ὡς
							φῶς καὶ γνῶσιν παρέχεται. ψάλλοντες οὐν ἐροῦμεν· »εἰ μὴ ὅτι κύριος ἦν ἐν ἡμῖν, , ἄρα
							ζῶντας ἂν κατέπιον ἡμᾶς‘, καὶ τὸ »λαμπτὴρ δὲ ἀσεβῶν σβεσθήσεται«.</p></q><lb n="30"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="58"><head>Klagel. Jerem. 2, 17.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.17"><p>Οὐδέν, φησίν, ἐξ ἐαυτῶν<milestone unit="altnumbering" n="339"/> ἐποίησαν οἱ πολέμιοι·
							θεῷ γὰρ ἐδόκει καὶ γέγονεν. διόπερ ἔλεγε καὶ Ναβουζαρδάν· κύριος ὁ θεός σου <note type="footnote">4 Jes. 53, 1. — 5 Klagel. Jerem. 1, 12. — Vgl. Hiob 5, 18. — 12
								Ezech. 13, 19. — 22 I Pet. 5, 8. — 23 Vgl. Jer. 26, 22. — 25. Psal. 120, 6. — 28
								Psal. 123, 2. 3. — 29 Prov. 24, 20. — 31 Vgl. Psal. 33, 9? — 32 Jerem. 47, 2.
								3.</note>
							<note type="footnote">1 αὐτό] x003C; ο | τοσοῦτο ο | 10 ματαία c Ι ἔκβασιν ἔχουσα ο |
								17 ἐξωθοῦν Blass vgl. Ζ. 19 1 23 καταπίει c | 24 κατέπιεν Blass | 25 κατεργάζεται c
								| 26 ὁ] x003C; ο.</note>
							<pb n="260"/> ἐλάλησε τὰ κακὰ ταῦτα εἰς τὸν τόπον τοῦτον, καὶ ἐπήγαγε κύριος, ὅτι
							ἡμάρτετε αὐτῷ( πᾶς οὖν ἀπιστῶν τῇ κρίσει τῶν ῥημάτων τούτων ἀκούσεται. πάντες μὲν οὖν
							οἱ προφῆται ταῦτα προὔλεγον, ἐξ ἡμερῶν δὲ ἀρχαίων ὸ Μωσῆς ἐν τῷ Δευτερονομίῳ ταῦτα <lb n="5"/> προεμήνυσεν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="59"><head>Klagel. Jerem. 2, 18.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.18"><p>Ἔστιν ὄτε περιπαθεῖς ἡ γραφὴ τοὺς λόγους ποιεῖ καὶ τοῖς ἀναι- σθήτοις δίδωσιν
							αἴσθησιν, ἀλλομένους τε βουνοὺς εἰσάγουσα καὶ ὄρη σκιρτῶντα, καὶ βουνοὺς καὶ λίθους
							μαρτύρεται· ὅπερ ἐν τούτοις <lb n="10"/> ἀδύνατον, τοῦ τείχους ὑπὸ πολεμίων ἤδη
							καθῃρημένου. τεῖχος οὖν ἐνταῦθα βασιλεύς τε καὶ ἄρχοντες καὶ ὅσοι δυνάμει ταύτην
							περιτειχίζοντες, οὓς ἀξιοῖ χέειν μετανοίας ἀδιάλειπτα δάκρυα, ἂ τοῖς ὁρῶσι διὰ παντὸς
							προξενεῖ πεπτωκός. ταῦτα, φησίν, ὑπάρχει αὐτοῖς, καὶ εἰ μὴ πάλιν τὴν λύπην σημαίνει
							τῆς πάλαι φρουρούσης δυνάμεως, <lb n="15"/> ὑπερβολικῶς τοῦτο δηλῶν. »ἐν θλίψει δέ«,
							λέγει, »τοῦ κυρίου ἐμνήσθησαν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας«. τοῦτο τοίνυν ποιήσατε, φησί,
							νυκτὸς καὶ ἡμέρας δακρύοντες καὶ »ἐπὶ ταῖς κοίταις ὑμῶν κατανύγητε«· μηδὲ νῆψιν
							ἡγεῖσθε τὴν ἀπὸ τούτων ἀπαλλαγήν· μετάνοια γὰρ εἰς σωτηρίαν ἐστίν. νήφει δέ τις οὐκ
							ἀγαθῶν, ἀλλὰ χειρόνων <lb n="20"/> παυόμενος. τῷ δὲ νῷ συνάπτου διὰ παντὸς πρὸς
							Χριστόν, ὅπως σε φυλάξειεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ καί σοι τεῖχος γένηται.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="60"><head>Klagel. Jerem. 2, 19.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.19"><p>Προσεκτικὸν ἡ νύξ, συστρεφομένης ἐν αὐτῇ τῆς ψυχῆς ἐν τῇ τῶν αἰσθήσεων ἠρεμίᾳ. τότε
							κελεύει μελετᾶν ἐν ταῖς ἐντολαῖς τοῦ <lb n="25"/> θεοῦ καὶ λέγειν μετὰ τοῦ Δαβίδ·
							»νυκτὸς μετὰ τῆς καρδίας μου ἠδολέσχουν, καὶ ἔσκαλλε τὸ πνεῦμά μου«. τῆς δὲ νυκτὸς εἰς
							τέσσαρας φυλακὰς διῃρημένης, λέγε μετὰ τοῦ Δαβίδ· »προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί
							μου«, καὶ μετὰ τοῦ Ἀμβακούμ· »ἐπὶ τῆς φυλακῆς μου στήσομαι, καὶ ἀποσκοπεύσω, τί
							λαλήσει ἐν ἐμοὶ κύριος ὁ θεός‘. <note type="footnote">4 Vgl. Deut. 32, 20 ff. — 4 f.
								Vgl. Olymp. (Gli III, 104). — 8 f. Vgl. Psal. 113, 4 Jes. 55, 12. — 15 Jes. 26, 16?
								— 17 Psal. 4, 5. — 21 für ὁ ὀφθαλμός σου lesen κόρη ὀφθαλμοῦ σου QV Luc. vgl. Deut.
								32, 10. — 24 Vgl. Psal. 1, 2. — 25 Psal. 76, 7.-27 Psal. 76, 5. — 28 Hab. 2, 1
								(Psal. 84, 9).</note>
							<note type="footnote">3 μὲν] x003C; c | 10 ἥδη] &lt; c | 13 αὐτοῖς] αὐτοῦ ο | 14 καὶ]
								+ ὅρα Koetschau Ι 15 λέγων ο | 16 τῆς] x003C; ο | 18 ἡγεὶσθε c ε 2 in Ras.) ἡγεὶσθαι
								ο | 20/21 ὅπως ἄν σε φυλάξαιεν c Ι σὺ τεῖχος γενήσεται ο | 24 τοῦ] x003C; ο | 26
								ἕσκαλεν c | 27 τοῦ] x003C; ο | 28 τοῦ] x003C; C | 29 κύριος ὁ θεός] in Hss. der LXX
								nicht überliefert, wohl aus Psal. 84, 9 eingedrungen.</note>
							<pb n="261"/> τότε γὰρ ἐρεῖς· »ὅτι λαλήσει εἰρήνην ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ«. ἀδολέσχησον
							οὖν ἐν νυκτὶ τοῦ παρόντος αἰῶνος· οὐ γάρ ἐστί σοι »ἡ πάλη πρὸς αἶμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ
							πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας«· »οὐκ οἶδας γάρ, πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται,
							ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου <lb n="5"/> ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωί· μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὑρήσει ὑμᾶς
							καθεύδοντας«. καὶ πάλιν· »εἰ γὰρ ᾔδεις ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησας ἄν
							καὶ οὐκ ἂν εἴαασας διορυγὴναι τὴν οἰκίαν σου«.</p></q></div></div></body></text></TEI>