<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg011.opp-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="51"><head>Klagel. Jerem. 2, 8.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.8"><p>Πενθεῖ δὲ τεῖχος καὶ προτείχισμα, τὰ πένθους ἄξια, τοῦ <lb n="15"/> κλαίειν καὶ τοῖς
							ὁρῶσιν αἴτια γινόμενα· »τὴν γὰρ βουλὴν κυρίου τίς διασκεδάσει; καὶ τὴν χεῖρα αὐτοῦ τὴν
							ὑψηλὴν τίς ἀποστρέψει ;« κατὰ τὸν μακάριον Ἡσαΐαν. τὴν δὲ τοιαῦτα πενθοῦσαν εἲτε πόλιν
							εἴτε ψυχὴν ὡς εἶναι τοῖς ἐχθροῖς καταπάτημα, πενθεῖν εἰκὸς ἀγγἐλους τοὺς πρότερον
							αὐτὴν ἄλλους ἐπ' ἄλλοις φυλάττοντας, μείχους <lb n="20"/> τε καὶ ὑποβεβηκότας. εἰ γάρ
							ἐπὶ σωθεῖσι χαίρουσιν, ἐπὶ πεσοῦσι πῶς οὐ πενθήσουσιν;</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="52"><head>Klagel. Jerem. 2, 9.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.9"><p>Ὡς γὰρ ὑπὸ γῆς ἢ θαλάττης καταποθεῖσαι γεγόνασιν ἀφα- νεῖς. ἀπώλοντο δὲ καὶ βασιλεὺς
							καὶ ἄρχοντες καὶ οἱ ψευδοπροφῆται <lb n="25"/> καὶ ὁ νόμος αὐτῆς ἀνάγκῃ δουλείας, ὃν
							δὴ προαιρέσει καὶ πρὶν ἀλῶναι κατέλυσαν. πύλαι δὲ ψυχῆς αἱ αἰσθήσεις, αἴτινες
							ἁμαρτανούσης κατακλύζονταί τε πάθεσι καὶ γίνονται γήϊναι. καὶ αἱ ταύτας δὲ τηροῦσαι
							τῆς ψυχῆς δυνάμεις ἐκλύονται ἀπολωλότος νοῦ τε βασιλεύοντος καὶ λογισμῶν ἀρχικῶν έν
							τοῖς πάθεσιν, ὸτε τῆς <note type="footnote">2, 4 παρέδωκε ist Symmachus' Lesart ür
								συνέτριψεν vgl. Hexapla. — 3 Jes. 1, 11. — 12 Vgl. Sachar. 2, 2. — 15 Jes. 14, 27. —
								20 Vgl. Luk. 15, 10. — 23 κατεβυθίσθησαν liest LXX Luc. (nach Σ΄ ür
								ἐνεπάγησαν.</note>
							<note type="footnote">14 ἄξια] x003C; ο | 14/15 τοῦ κλαίειν καὶ] übergesch. c 1 &lt;
								c*o | 15 ὁρῶσι γιγνώμενα ο 1 γιγνόμενα c | 23 Ὡς] vorher τοῦ αὐτοῦ c | 24 βασιλεῖς
								Ιο | 27 γίγνονται ο | 28 ἀπολωλυῖαι c.</note>
							<pb n="258"/> ψυχῆς νόμος τε καὶ τάξις ἀπόλλυται καὶ γίνεται Βαβυλὼν πλήρης οὐσα
							Συγχύσεως, μηδὲν ἔχουσα προνοητικὸν ὑπὸ θεοῦ βοηθούμενον.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="53"><head>Klagel. Jerem. 2, 10.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.10"><p>Λυπηρὰ διηγεῖται θεάματα έν τῷ χωρίῳ τῆς εὐφροσύνης γεγενημένα· <lb n="5"/> φόβῳ γὰρ
							οὐδὲ θρηνεῖν τοῖς πρεσβυτέροις ἐπέτρεπον, καὶ τὰς πρώτας παρθένους εἰς γῆν ὁρᾶν
							παρεσκεύασαν, μήποτε φανεῖσαι πρὸς βίαν αὐτοὺς ἐκ τοῦ κάλλους, ἐν ᾦπερ ἐπρώτευον,
							ἐπισπάσωνται. εἴποις δ' ἂν καὶ τοὺς έν ἀρετῇ πάλαι πρεσβεύοντας, δι' ἣν οὕτως
							ἐλέγοντο, χοϊκοὺς γεγονότας καὶ πάθεσιν ἀλόγοις <lb n="10"/> ἐνιδρυθέντας κατὰ λόγον
							ἔτι μηδὲν ἐνεργεῖν καὶ τὸ έν αὐτοῖς ἡγεμονικὸν ἀπογεώσαντας πνεῦμα καὶ πένθους ἀξίαν,
							ἣν εἶχον πάλαι, σωφροσύνην ποιήσαντας καὶ λογισμοὺς διαφθείραντας, οὓς πρὶν ἀφθόρους
							δοἐσῳζον.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="54"><head>Klagel. Jerem. 2, 11.</head><lb n="15"/><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.11"><p>Δόξαν ἰδίαν φησὶν ὁ προφήτης θεοῦ τε ναὸν καὶ πατρίδος εὐσέβειαν. τῶν δὲ νηπίων τὴν
							ἔκλυσιν ὁ λιμὸς ἀπηργάζετο. εἴποις δ' ἂν ὑψηλότερον, ὡς οἰκειοῦται τῶν συγγενὼν κατὰ
							σάρκα τὰ πάθη κατὰ τὸ τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ;« τὰ κατὰ ψυχὴν ἐκείνων ἀναδεχόμενος
							δυσχερῆ, γνώσεως ἀληθοῦς μαρασμὸν καὶ <milestone unit="altnumbering" n="338"/>
							<lb n="20"/> φορὰν ἄστατον τοῦ λογισμοῦ πρὸς τὰ γήϊνα καὶ στέρησιν τῆς ὑψούσης τὴν
							κεφαλὴν κατὰ τὸ » σὺ κύριε , ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν
							μου«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="55"><head>Klagel. Jerem. 2, 13.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0527.tlg051:2.13"><p>Τὴν παντελῆ κακίαν ἐδήλωσεν, ὡς μηδεμίαν ἔχειν ἀρετῆς μαρτυρίαν <lb n="25"/> μηδὲ τὸν
							πλημμελήσαντα παραπλήσια. τί γὰρ ὅμοιον ἁμάρτημα τοῦ μακρὰν τοῦ θεοῦ καὶ μετὰ τὸ
							πλησιάζειν ἀφηνιάσαντος; »εἰ« γὰρ »μὴ ἠλθον« φησὶ »καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς. ἁμαρτίαν οὐχ
							εἶχον«. διὸ καὶ »ἐν τοῖς ἐγγίζουσί μοι ἀγιασθήσομαι«· ὅτι ὁ μὴ εἰδὼς τὸ θέλημα τοῦ
							κυρίου καὶ μὴ ποιῶν αὐτό, δαρήσεται ὀλίγας· ὁ δὲ εἰδὼς <note type="footnote">2 Vgl.
								Onom. sacra Ι, 174, 91: Βαβυλὼν σύγχυσις u. ö. — 18 II Kor. 11, 29. — 21 Psal. 3, 4.
								— 24 f. Vgl. Olymp. (Gh III, 96): τέ χρηστόν σοι προσμαρτυρήσω; ποίαν ἁμαρτίαν
								συγκρίνω πρὸς τὴν σήν; — 27 Joh. 15, 22. — 28 Lev. 10, 3. — Vgl. Luk. 12, 47.
								48.</note>
							<note type="footnote">1 ἀπόλλυνται Vat. gr. 1153/54 ἀπόλλυται clo Ι 6 μήτε ο | 11 ἣν]
								ἦν· ο | 15 τε ναὸν] τὸν λαὸν c | 16 ἀπηργάζετο c* ἀπειργάζετο c 1 ἀπηργάζεται ο | 22
								δόξα μου] &lt; C ι 26 καὶ] + τοῦ c Ι πληθοάζειν ο | ἀφηνιάσαντος c σαν in Ras.)
								ο.</note>
							<pb n="259"/> καὶ μὴ ποιῶν αὐτό, δαρήσεται πολλάς&lt;. ; τὸ οὖν τοσοῦτον πάθος, μὴ
							προφῆται θεραπεῦσαι δεδύνηνται, μόνου δεῖται θεοῦ. διὸ καὶ σάρκα πεφόρηκε, τῶν
							προφητῶν ὁμολογούντων ἀσθένειαν ἐν τῷ κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ὴμῶν;« ἔλεγε δὲ καὶ
							πρότερον Ἱερουσαλήμ· <lb n="5"/> »ἴδετε εἰ ἔστι πάθος κατὰ τὸ πάθος μου«. ὁ τοίνυν
							παίσας ἰάσεται αὐτὸς γὰρ ἀλγεῖν ποιεῖ καὶ πάλιν ἀποκαθίστησιν&lt;. τὸ τίς λαμβάνεται
							καὶ ἐπὶ τοῦ σπανίου καὶ ἐπὶ τοῦ μηδενός· οὐδεὶς γὰρ ἀνθρώπων ἰάσασθαι δύναται τὴν ὑπὸ
							θεοῦ ἐπαγομένην πληγήν.</p></q></div></div></body></text></TEI>